Search the Community
Showing results for tags 'μι δέλτα'.
-
Από τους στίχους του ΛΕΞ σε καρέ με μελάνι: o Δημήτρης-Κρις Αγκαράι μιλάει για την έμπνευση του επιδραστικού τραγουδιού και τη μεταμόρφωσή του σε κόμικ. Oι «Πολυκατοικίες» ξεκινούν από μια απλή αλλά φορτισμένη αφετηρία: Στη Θεσσαλονίκη της κρίσης, ο Δήμος δέχεται ένα τηλεφώνημα για να επισκεφτεί τον πατέρα του, με τον οποίο έχει διακόψει επαφές εδώ και χρόνια. Το κομμάτι του ΛΕΞ, το κομμάτι μιας ολόκληρης γενιάς έγινε graphic novel από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως σε σχέδιο του Δημήτρη-Κρις Αγκαράι και σενάριο του Μι Δέλτα. Με halftone υφές και καρέ που σπάνε τα όρια των 52 σελίδων του, όπως έσπαγαν και τα όρια των ανθρώπων που μεγάλωσαν με λίγα κι ένιωσαν πολλά. Γιατί οι πολυκατοικίες δεν είναι απλώς κτίρια. Κουβαλούν κι έχουν να πουν τις δικές τους ιστορίες. – Πώς προέκυψε η ιδέα να μεταφερθεί το τραγούδι «Πολυκατοικίες» του ΛΕΞ σε graphic novel; Όλα ήταν ένα βίωμα του σεναριογράφου του έργου, Μι Δέλτα. Αφού έφυγε από τη ζωή ένα πολύ κοντινό του πρόσωπο και ο ίδιος πάλεψε με δυσκολίες οικονομικές, η παρηγοριά του ήταν φίλοι και παρέες στη Θεσσαλονίκη από τη «street» κουλτούρα. Παρατηρώντας τις ζωές των ανθρώπων στις πολυκατοικίες γύρω του και ακούγοντας φανατικά ΛΕΞ, το τραγούδι «Πολυκατοικίες» ξύπνησε εικόνες στο μυαλό του που θα ήθελε να τις μοιραστεί, και επέλεξε εμένα για να τους δώσω μορφή. – Τι σε τράβηξε περισσότερο στο συγκεκριμένο κομμάτι, η αφήγηση, το συναίσθημα ή η κοινωνική του διάσταση; Και τα τρία. Αν όμως πρέπει να ξεχωρίσω κάτι, θα έλεγα την κοινωνική του διάσταση. Η περίοδος της οικονομικής κρίσης είναι η εποχή που ενηλικιώθηκα, και τη βίωσα πολύ συνειδητά. Είναι κάτι που εμφανίζεται συχνά και στα έργα μου. Για παράδειγμα, στον «Σύμβουλο ερωτικών υποθέσεων», που διαδραματίζεται σ’ εκείνη την περίοδο. Τη ζούμε πολύ ξεκάθαρα στο τραγούδι του ΛΕΞ, αν και θεωρώ πως δυστυχώς δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα από τότε. – Πώς μετέφρασες την ατμόσφαιρα του τραγουδιού του ΛΕΞ σε συγκεκριμένες εικαστικές επιλογές; Το έργο είναι ουσιαστικά χωρισμένο σε τρία μέρη. Στην αρχή βλέπουμε τον Δήμο να συναντά τον άρρωστο πατέρα του, με τον οποίο ήταν χρόνια αποκομμένοι. Εκεί του εξιστορεί τη ζωή του και περνάμε στο παρελθόν. Σ’ αυτό το σημείο μπαίνει και το τραγούδι και αλλάζει εντελώς το σχεδιαστικό ύφος. Αλλάζει η παλέτα των χρωμάτων, τα μελάνια γίνονται πιο κοφτά, τα πλαίσια εξαφανίζονται και τα καρέ απλώνονται απ’ άκρη σ’ άκρη με ξάκρισμα. Πρόσθεσα επίσης υφές halftone για να δώσω μια πιο underground, hip-hop αισθητική. Στο τελευταίο μέρος επιστρέφουμε στο παρόν, πίσω στο δωμάτιο, και επανέρχεται και το αρχικό σχεδιαστικό στιλ. – Υπήρξε κάποιο βασικό οπτικό μοτίβο που λειτούργησε ως «άγκυρα» σε όλο το έργο; Θα έλεγα ότι το βασικό μοτίβο είναι το χρώμα. Στο παρόν έχουμε τα χρώματα ενός σκοτεινού δωματίου, με το θερμό φως από το πορτατίφ και έντονες σκιές. Στο παρελθόν, αντίθετα, χρησιμοποιούνται αποχρώσεις του γκρι μαζί με έντονο κόκκινο, κίτρινο και λίγο μπλε. Για μένα ήταν κάτι αρκετά πρωτόγνωρο και ένας μεγάλος πειραματισμός, γιατί συνήθως δεν βάζω χρώμα στα έργα μου. – Πώς αποφάσισες τη χρωματική παλέτα - είναι συναισθηματική, ρεαλιστική ή συμβολική; Όπως ανέφερα και πριν, στο παρόν, όπου συζητάνε ο Δήμος με τον πατέρα του, τα χρώματα προσπάθησα να τα κάνω πιο ρεαλιστικά και ατμοσφαιρικά. Κι όταν μπαίνει το τραγούδι, τα πάντα αλλάζουν, ξεκινάει το «χάος», σουρεαλισμός. Γκρι αποχρώσεις αλλά κόκκινος ουρανός, φωτιά, τα βλέπουμε όλα από έναν Δήμο νέο, γεμάτο οργή, που διψά για επανάσταση. Κίτρινα φώτα από τα παράθυρα, μια κίτρινη κουτσομπόλα διαχειρίστρια, και τέλος τα μπλε μάτια του Δήμου, μια μικρή δόση ελπίδας. – Πώς μεταφράζεται ένας μουσικός ρυθμός σε εικαστικό ρυθμό μέσα σ’ ένα κόμικ; Νομίζω πως αυτό το αφήνουμε τελικά στον αναγνώστη. Εκεί βρίσκεται και η ιδιαιτερότητα της τέχνης των κόμικς. Ο αναγνώστης, με τη δική του φαντασία, δίνει κίνηση στις στατικές εικόνες – και, στην περίπτωσή μας, δίνει και τον μουσικό ρυθμό στους στίχους. – Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις στη διασκευή ενός ήδη «φορτισμένου» έργου; Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν η σύνθεση των σελίδων του τραγουδιού. Κυρίως γιατί υπήρχαν τρία επίπεδα αφήγησης που έπρεπε να διαβάσει ο αναγνώστης: η εικόνα, οι στίχοι του τραγουδιού και η εξιστόρηση του πρωταγωνιστή. Έπρεπε λοιπόν να κρατηθεί μια ισορροπία ανάμεσά τους και να είμαι πολύ προσεκτικός ώστε η σελίδα να μην «μπουχτίζει». – Οπτικά, πώς ισορρόπησες ανάμεσα στο ρεαλιστικό και στο αφαιρετικό στοιχείο; Όπως ανέφερα, κυρίως με τη διαφοροποίηση του σχεδιασμού ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν. Στις σελίδες του τραγουδιού πήρα επίσης την πρωτοβουλία, πάντα σε συνεννόηση με τον Μι Δέλτα, να προσθέσω πιο σουρεαλιστικά στοιχεία. Ήθελα να πάμε από μια σταθερή πραγματικότητα σε κάτι πιο ονειρικό. – Υπάρχουν συγκεκριμένες σκηνές που σχεδιάστηκαν σαν βιντεοκλίπ στο χαρτί; Οι σελίδες του τραγουδιού θα μπορούσαν να λειτουργήσουν κάπως σαν βιντεοκλίπ. Δεν ήταν ο αρχικός μου στόχος όταν τις σχεδίαζα. Προέκυψε όμως φυσικά, αφού οι εικόνες συνοδεύονται από τους στίχους και το σενάριο εκεί πάει σε αλληλουχία από σκηνή σε σκηνή. – Πώς δούλεψες τη σχέση εικόνας-κειμένου ώστε να θυμίζει τη ροή του τραγουδιού; Αρχικά ακολούθησα τις οδηγίες του Μι Δέλτα για το πώς θα διαβάζονται οι στίχοι και τι θα απεικονίζουν. Στις περισσότερες περιπτώσεις το ίδιο το τραγούδι του ΛΕΞ σου δίνει ήδη μια πολύ καθαρή εικόνα. Η δυσκολία ήταν το πώς θα ενσωματωθεί το κείμενο μέσα στην εικόνα. Ήταν μια μεγάλη απόφαση οι στίχοι να μπουν μέσα στα καρέ και να αποτελούν κομμάτι της ίδιας της σύνθεσης. – Πόσο σε επηρέασε η αστική αισθητική της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης στο εικαστικό ύφος; Πάντα με επηρέαζε, και νομίζω πως αυτό φαίνεται και σε προηγούμενες δουλειές μου. Όπως ανέφερα και πριν, στον «Σύμβουλο ερωτικών υποθέσεων» η αστική αισθητική της Αθήνας πρωταγωνιστεί σε όλο το έργο. Το ίδιο ισχύει και σε άλλα πρότζεκτ, όπως τα «Αθηναϊκά σκίτσα» που δημοσίευα για έναν χρόνο στο προσωπικό μου Instagram. Νομίζω πως αυτοί ήταν και οι λόγοι που ο Μι Δέλτα επέλεξε εμένα για να σχεδιάσω τις «Πολυκατοικίες». – Πώς μοιράστηκε η δημιουργική διαδικασία; Με τον Μι γνωριζόμαστε τα τελευταία χρόνια μέσα από τον Μικρό Ήρωα και υπάρχει αμοιβαία συμπάθεια. Υπήρχε λοιπόν καλή επικοινωνία και οικειότητα σε όλη τη διάρκεια της συνεργασίας. Εκείνος είναι ο μεγάλος δημιουργός του έργου – ο εμπνευστής και ο σεναριογράφος. Εγώ, αν θέλεις, λειτούργησα περισσότερο σαν «σκηνοθέτης». – Υπάρχουν κρυμμένες λεπτομέρειες που θα ανακαλύψει ο προσεκτικός αναγνώστης; Ναι, αρκετές. Υπάρχουν αναφορές σε Τρύπες, Βανδαλούπ, στο «Μίσος» του Κασοβίτς, στην «Έβδομη σφραγίδα», στους Wu-Tang, στον Eminem, αλλά και σε γκραφίτι όπως Ethra, HIT, PSE, Bonito. Να ευχαριστήσω και τον φίλο μου τον Θέμη, που μου έδωσε πολλά από τα γκραφίτι και τις ταγκιές για να τα εντάξω στα καρέ. – Οι πολυκατοικίες λειτουργούν ως σύμβολο. Τι αντιπροσωπεύουν για σένα; Όσοι έχουμε μεγαλώσει στην πόλη ζούμε ανάμεσα σε πολυκατοικίες όλη μας τη ζωή. Αν το σκεφτείς βαθιά, είναι παράξενο. Για μένα ήταν πάντα πηγή έμπνευσης. Κουτιά, μικρά και μεγάλα, που στεγάζουν αμέτρητες ιστορίες ανθρώπων. Αντιπροσωπεύουν την γκρίζα πόλη και, με έναν τρόπο, την ομορφιά της ασχήμιας της. – Ποια ήταν η πιο απαιτητική σκηνή σχεδιαστικά και γιατί; Ολόκληρη η εικονογράφηση του τραγουδιού ήταν πολύ απαιτητική. Αν όμως έπρεπε να ξεχωρίσω μία σκηνή, θα έλεγα εκείνη όπου φαίνεται μια πολυκατοικία και μέσα από τα παράθυρά της βλέπουμε τις ζωές των ανθρώπων και τα κοινωνικά προβλήματα να συνυπάρχουν σε μία μόνο εικόνα και να συνοδεύουν τους στίχους του ΛΕΞ: «Ωραία, ρευματοκλοπές, υποτροπές, λογαριασμοί / Ανεργία, αφραγκία, μπάτσοι, Χρυσή Αυγή / Μεροκάματα του τρόμου, εξώσεις, πλειστηριασμοί». Μι Δέλτα Ο Μι Δέλτα γεννήθηκε το 1987 στην Αθήνα. Σπούδασε Κοινωνιολογία και έκανε εταπτυχιακό στην Κοινωνική Ψυχολογία. Το γράψιμό του ξεκίνησε για εκείνον ως μέρος της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας που παρακολουθούσε. Στο παρελθόν έχει γράψει τη νουάρ τριλογία διηγημάτων Βαρκάρηδες, Το Μινόρε του Θανάτου και Πακέτο! Επίσης έχει γράψει το σενάριο για το κόμικς Τερματοφύλακας Γιατρός: Η Ιστορία Συνεχίζεται και το διήγημα Νεκρός Χορός που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Δημήτρης-Κρις Αγκαράι Ο Δημήτρης-Κρις Αγκαράι γεννήθηκε το 1994 στα Τίρανα της Αλβανίας και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε γραφιστική και έχει εργαστεί στον χώρο της γραφιστικής, της εικονογράφησης και του θεάτρου. Η δουλειά του αντλεί έμπνευση από την ελληνική ποπ κουλτούρα, την ερωτική τέχνη και την αστική ταυτότητα της Αθήνας. Είναι γνωστός για τους τίτλους κόμικς: Σύμβουλος Ερωτικών Υποθέσεων, Μιχαήλ Μιχαήλ του Μιχαήλ – Ο Έλληνας Σαρλώ (Βραβείο Καλύτερου Διασκευασμένου Σεναρίου, Ελληνικά Βραβεία Κόμικς 2025) και Σκυλονουάρ. Το «Πολυκατοικίες» είναι ένα graphic novel εμπνευσμένο από το ομώνυμο τραγούδι του ΛΕΞ – μια αφηγηματική κατάδυση στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, σε σενάριο του Μι Δέλτα και σχέδιο του Δημήτρη-Κρις Αγκαράι. Κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2026 από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως, σε 52 σελίδες, σχήμα 21x28 εκατοστά, έγχρωμο. Και το σχετικό link...
-
- 5
-
-
- πολυκατοικίες
- δημήτρης-κρις αγκαράι
-
(and 3 more)
Tagged with:
-
Το Gazzetta διάβασε το graphic novel «Πολυκατοικίες» (Εκδόσεις Μικρός Ήρως), των Μι Δέλτα, Δημήτρη-Κρις Αγκαράι. Η πρώτη σκέψη είναι μια ξαφνική και επίμονη αναρώτηση: αν ο ΛΕΞ ζούσε σε ένα χωριό της ελληνικής περιφέρειας, θα έγραφε τις Πολυκατοικίες; Η απόκριση έρχεται αυθόρμητα και με την ανάγκη ικανοποίησης του ρομαντικού φαντασιακού. Ναι, είναι η απάντηση και αυτό γιατί το εν λόγω κομμάτι δεν είναι μόνο τσιμέντο, παλιές κεραίες και απλωμένα ρούχα στο μπαλκόνι. Αυτό το κομμάτι είναι τα κάγκελα που υψώσαμε μέσα μας, είναι το φως που «πνίξαμε» με την τηλεόραση και τα κινητά μας, είναι τα αόρατα-ορατά όρια που βάλαμε στο σώμα, στα θέλω, στην ψυχή μας. Και όλη την απεραντοσύνη της φύσης να είχε μπροστά του, ο ράπερ για τα σκαλιά που δεν οδηγούν πουθενά και για τα χαλασμένα ασανσέρ θα έγραφε. Το κομμάτι αυτό αφορά αυτό που είμαστε, αυτό που γίναμε και αυτό που δεν θέλουμε να είμαστε. Τον ουρανό ψάχνουμε ανάμεσα στα φρύδια των κτιρίων, το άρωμα της καταγωγής μας μέσα στο καυσαέριο και τα χρώματα που μας λείπουν και παρακαλούμε τη γιαγιά μας να τα μας τα φυλάξει. Οι «Πολυκατοικίες» είναι οι προσευχές που δεν κάνουμε και που η σκιά μας τις πραγματοποιεί κάθε βράδυ, κάθε πρωί. Εδώ ο λόγος είναι ρίμα, χρήμα, εικόνα και graphic novel (από εκδόσεις Μικρός Ήρως) από τους Μι Δέλτα, Δημήτρης-Κρις Αγκαράι. «Μίσος», «Πρόσωπα», «Old Boy» Και επειδή δεν ζούμε στην ελληνική περιφέρεια, ζούμε μέσα στα μεγάλα τσιμεντένια κουτιά, έρχεται το μυθοπλαστικό, έγχαρτο, εγχείρημα «Πολυκατοικίες» και μας επιβεβαιώνει δύο πράγματα: το graphic novel είναι η υψωμένη γροθιά του κόμικ και ότι η ραπ μουσική θα μας αγγίζει όσο δημιουργείται από τα κάτω. Εδώ, λοιπόν, έχουμε την οπτική, καλλιτεχνική, αποτύπωση των δύο. Ο λόγος του ΛΕΞ συναντά το σενάριο και τα μελάνια των Μι Δέλτα, Δημήτρη-Κρις Αγκαράι. Το αποτέλεσμα είναι εύγλωττο, άμεσο, αληθινά συναισθηματικό, σχεδόν το ακούς και σίγουρα μυρίζεις το «ζωντανό» χαρτί της νουβέλας. Οι τέχνες συνομιλούν και συμφωνούν στη λυτρωτική δύναμή τους. Οι σελίδες που ξεφυλλίζεις είναι οι τοίχοι που λυγίζουν και ξεφυλλίζονται, είναι οι τηλεοράσεις που πετάνε στο κενό και είναι οι κοινωνίες που πέφτουν και περιμένουν την πρόσκρουση. Η ιστορία βασίζεται στο ομώνυμο κομμάτι του ράπερ, αλλά ανήκει και στο «Μίσος» του Κασοβίτς και ίσως και στα «Πρόσωπα» του Κασσεβέτη. Θα μπορούσε να είναι και κομμένο επεισόδιο από το «Old Boy»… Μέσα από αυτή τη δουλειά δεν μαθαίνουμε γιατί ζούμε, αλλά πώς ζούμε. Μέσα στις πολυκατοικίες, με soundtrack το κομμάτι του ΛΕΞ. Η έμπνευση επιστρέφεται στον ΛΕΞ Η ιστορία είναι απλή, τοποθετημένη μέσα στα κουτιά των πόλεων και μέσα στις ανομολόγητες σκέψεις μας. Γιος και πατέρας χρόνια αποξενωμένοι. Ο δεύτερος υποφέρει και βρίσκεται λίγο πριν τον θάνατο. Ο πρώτος αποφασίζει να τον συναντήσει και να τα πούνε όπως δεν τα είχαν πει ποτέ. Ο ένας λέει τα κρίματά του και ο άλλος του αφηγείται τη ζωή που έζησε και πώς αυτή τσακίστηκε στα ζόρικα χρόνια της κρίσης, των μνημονίων, των ιών. Τα χρώματα, τα σχέδια, η απεικόνιση των προσώπων και τα σύννεφα με τα λόγια έχουν ενέργεια, καθαρότητα και τις αντανακλάσεις που η ημιφωτισμένη ζωή μας επιτάσσει. Οι στίχοι, η ιστορία του τραγουδιού, γίνονται το προσκήνιο και το παρασκήνιο της νουβέλας και ορίζουν τη σύντομη, μα δυνατή, ιστορία δωματίου. Οι Μι Δέλτα, Δημήτρης-Κρις Αγκαράι πραγματικά πήραν έμπνευση από τον ΛΕΞ και την επέστρεψαν με σεβασμό και γενναιοδωρία. * Το graphic novel κυκλοφορεί σε βιβλιοπωλεία και περίπτερα. Το βρίσκετε και ΕΔΩ. Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
- πολυκατοικίες
- εκδόσεις μικρός ήρως
- (and 4 more)
-
Η «Εφ.Συν.» παρουσιάζει το κόμικ «Πολυκατοικίες» των Μι Δέλτα και Δημήτρη-Κρις Αγκαράι που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως» και εικονογραφεί την ατμόσφαιρα που αποπνέει το ομώνυμο τραγούδι του ΛΕΞ ● Τα μουντά αστικά τοπία, τα συλλογικά τραύματα, η φτώχεια και η εργασιακή επισφάλεια μπλέκουν με την όμορφη πλοκή. «Κουτσομπόλες διαχειρίστριες, ρουφιάνοι θυρωροί Τρωκτικά μ’ ακουστικά ακούν τις συνομιλίες Μας χαζεύουν οι εξωγήινοι μέσα από το κουτί Κανένας ασφαλής μέσα στις πολυκατοικίες» Ποιος να φανταζόταν ότι οι πολυκατοικίες που πήραν τη θέση φτωχικών μονοκατοικιών, «υποσχόμενες» ανάπτυξη και οικονομική άνθηση, θα κατέληγαν να αφηγούνται την ιστορία μιας γενιάς που έμαθε να ζει όλο και με λιγότερα. Σήμερα, πίσω από πανομοιότυπες προσόψεις και μπαλκόνια καρμπόν που μοιάζουν επαναλαμβανόμενα σαν σκηνικό, στριμώχνονται ζωές σε μία διαρκή αναμονή, άνθρωποι που προσαρμόζουν τα σχέδιά τους στους μισθούς, στα ενοίκια και στην καθημερινότητά τους στην οποία η επισφάλεια δεν είναι εξαίρεση αλλά κανόνας. Οι «Πολυκατοικίες» (εκδ. Μικρός Ηρως), το κόμικ των Μι Δέλτα και Δημήτρη-Κρις Αγκαράι με αφετηρία το ομώνυμο τραγούδι του ΛΕΞ, περισσότερο ως κοινωνικό αίσθημα παρά ως αφηγηματικό οδηγό, συνθέτουν ένα σκοτεινό πορτρέτο της πόλης μετά την κρίση, που αποτελείται από μικρά διαμερίσματα, εύθραυστες ισορροπίες, σχέσεις που δοκιμάζονται από την οικονομική πίεση και την αίσθηση ότι το μέλλον μετατίθεται συνεχώς πιο πέρα. Οι ιστορίες του κόμικ αποφεύγουν τους ηρωισμούς και στρέφονται σε πρόσωπα οικεία και αναγνωρίσιμα, εργαζόμενους χωρίς σταθερό έδαφος, νέους που μετακινούνται ανάμεσα σε προσωρινές δουλειές, ανθρώπους που κατοικούν την ίδια πόλη αλλά σίγουρα δεν έχουν τις ίδιες δυνατότητες. Έτσι, με αυτόν τον τρόπο η κάθε πολυκατοικία γίνεται ένας χάρτης κοινωνικών αντιθέσεων που οι αποστάσεις δεν μετρώνται σε ορόφους αλλά σε ευκαιρίες ζωής. Ανάμεσα στην εικόνα και τον λόγο, οι «Πολυκατοικίες» λειτουργούν ως αφήγηση της συλλογικής εμπειρίας μιας γενιάς που ενηλικιώθηκε μέσα στη διαρκή κρίση και εξακολουθεί να αναζητά χώρο, κυριολεκτικά και συμβολικά, μέσα στην πόλη. Με αφορμή την κυκλοφορία του κόμικ, μιλήσαμε με τους δημιουργούς του, Μι Δέλτα και Δημήτρη-Κρις Αγκαράι. Μι Δέλτα, συγγραφέας ● Τι κάνει τις «Πολυκατοικίες» να μην είναι «ακόμα ένα βιβλίο για τον ΛΕΞ»; Oι «Πολυκατοικίες» είναι εμπνευσμένες από το ομώνυμο τραγούδι, αλλά έχουν μια διαφορετική ιστορία. Ουσιαστικά είναι ένα κοινωνικό ψυχογράφημα, μια αστική ιστορία διαπροσωπικών σχέσεων, αν θέλεις. Το τραγούδι του ΛΕΞ ουσιαστικά είναι μουσικό χαλί σε αυτή την ιστορία. Στόχος ήταν να δείξουμε πως το κομμάτι ήταν πηγή έμπνευσης και παράλληλα ένα κλείσιμο του ματιού σε ανθρώπους της γενιάς μας που είχαν κοινά βιώματα. ● Αναφέρετε στο κείμενό σας ότι, αν κάποιος σας ζητούσε να περιγράψετε την Ελλάδα των τελευταίων 15 ετών σε τρία λεπτά, θα του βάζατε να ακούσει τις «Πολυκατοικίες». Πώς αποφασίσατε να μεταφέρετε αυτό το ηχόχρωμα από τον στίχο στην εικόνα και το μελάνι; Κατά την περίοδο του Covid, στον δεύτερο εγκλεισμό παρατηρούσα από το μπαλκόνι μου τα διαμερίσματα της απέναντι πολυκατοικίας. Έβλεπα φώτα να ανάβουν και να σβήνουν και σκέφτηκα πως αυτό μοιάζει με μια ιδιότυπη τρίλιζα. Μάθαινα χωρίς να το θέλω τις ιστορίες των ανθρώπων που έμεναν απέναντί μου. Ιστορίες δύσκολες αλλά και ελπιδοφόρες. Τότε είπα πως αυτό θέλω να το κάνω κάτι γιατί με συγκίνησε. Το κράτησα σαν ιδέα και όταν ήρθε η ώρα κάναμε τις «Πολυκατοικίες». ● Έχετε δηλώσει ότι το σενάριο αυτού του κόμικ δεν το είδατε ούτε στιγμή ως «δουλειά», αλλά ως μια διαδικασία ψυχοθεραπείας. Πόσο δύσκολο ήταν να εξωτερικεύσετε προσωπικά βιώματα τόσων χρόνων με μορφή συλλογικής αφήγησης; Το γράψιμο είναι μέρος της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας που έχω παρακολουθήσει. Για μένα δεν είναι ούτε εύκολο ούτε δύσκολο να μοιράζομαι σκέψεις και συναισθήματα στα κείμενά μου. Το θεωρώ κάπως αυτονόητο. Όταν αυτό βρίσκει ανθρώπους που τους ακουμπά, τότε χαίρομαι και συγκινούμαι γιατί βλέπω πως το προσωπικό γίνεται συλλογικό και είναι πολύ ωραίο το μοίρασμα. ● Στο εισαγωγικό σημείωμα τονίζετε ότι από τα κείμενα για την «οικονομική κρίση» λείπει συνήθως η άποψη των ίδιων των υποκειμένων. Πιστεύετε ότι το κόμικ, ως μέσο, δίνει μια πιο «ωμή» και ρεαλιστική φωνή σε αυτή τη γενιά; Το κόμικ ως μέσο συνδυάζει δυο επίπεδα αφήγησης, το λεκτικό και την εικόνα. Αυτό βοηθά αρκετά καθώς μια αστική ιστορία όπως είναι η συγκεκριμένη έχει τη δυναμική να πει και να δείξει στιγμές από τις καθημερινές ιστορίες των ανθρώπων στα χρόνια της κρίσης. Και κυρίως να δείξει πώς επηρεάστηκαν οι σχέσεις των ανθρώπων αυτά τα δύσκολα και σκοτεινά χρόνια. ● Γίνονται αναφορές από τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου το 2008 μέχρι την άνοδο της Χρυσής Αυγής και την πανδημία. Πώς αποτυπώνεται αυτή η διαρκής αίσθηση «ασφυξίας» και καταστολής στην πλοκή του έργου; Με το αστικό τοπίο, με την οπτικοποίηση μέσω των εξαιρετικών σκίτσων του Δημήτρη και με την πλοκή η οποία είναι γρήγορη και κοφτή. Μου έχει πει ότι όταν το διαβάζουν νιώθουν σαν να λαχανιάζουν. Αυτό θέλαμε να πετύχουμε. Να πούμε μια καθημερινή απλή ιστορία σε σύντομο χρόνο. Να συμπυκνώσουμε όλα αυτά τα χρόνια της ασφυξίας σε ένα μικρό κόμικ. Το λένε και οι στίχοι από το κομμάτι άλλωστε. Ζήσαμε πολλά ασταμάτητα και ζόρικα. Και ακόμη τα ζούμε. Πόλεμος, ακρίβεια, διαρκές αίσθημα ανασφάλειας. Θέλαμε ωστόσο στο τέλος του κόμικ να επέλθει η λύτρωση ως ένα σινιάλο κατανόησης σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που είδαν το πρόσωπό τους να αυλακώνεται από το άγχος και την πίεση. ● Στην ιστορία γίνεται λόγος για τη μετάβαση από την προβληματική βιολογική οικογένεια στην «οικογένεια του δρόμου». Θεωρείτε την αλληλεγγύη των «διπλανών» μας ως τη μοναδική λύση επιβίωσης σε μια απάνθρωπη εποχή; Όσο και να ακούγεται τετριμμένο, οι φίλοι είναι η οικογένεια που διαλέγουμε. Και αυτό είναι ένα από τα ζητήματα που καταπιάνεται το κόμικ. Πολλές φορές οι σχέσεις με οικογενειακά μας πρόσωπα δεν είναι όπως θέλουμε, χάνεται η επαφή και η κατανόηση ακόμη και από τους πολύ κοντινούς μας. Αντίθετα, βρίσκουμε στις ζωές μας ανθρώπους που μας δένουν κοινά βιώματα, δυσκολίες, και όντως αυτοί οι άνθρωποι γίνονται η «οικογένεια του δρόμου». ● Ένα κεντρικό θέμα του κόμικ είναι ο χρόνος που «σκοτώνει τους μαθητές του». Μπορεί τελικά η τέχνη να λειτουργήσει ως μια «μικρή ρωγμή ελπίδας» απέναντι στη φθορά της καθημερινότητας; Νομίζω πως βοηθάει να ξαλαφρώσουμε αυτά που κουβαλάμε μέσα μας. Τουλάχιστον για μένα έτσι λειτουργεί. Ο χρόνος είναι μια πιεστική έννοια που πάντα στο τέλος μας σκοτώνει. Αν όμως τον αξιοποιήσουμε για να κάνουμε πράγματα που μας κάνουν να νιώσουμε καλύτερα, τότε φτιάχνουμε αυτές τις μικρές ρωγμές. Η διαχείριση του χρόνου είναι ένα από τα ζητήματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο ειδικά στις λεγόμενες δυτικές κοινωνίες. Μας έχουν περάσει ως τρόπο ζωής να τρέχουμε συνεχώς για να επιτύχουμε στόχους, κάτι που είναι τρομερά στρεσογόνο, και εσχάτως να δουλεύουμε ατελείωτες ώρες για να επιβιώσουμε. Αυτό θέλει πολιτική δουλειά για να αλλάξει. Η τέχνη δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Μπορεί όμως να σου δείξει μια διαφορετική οπτική για τη ζωή και την καθημερινότητα. Να δώσει ένα ερέθισμα. ● Κλείνετε λέγοντας πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη νίκη από το να παραμένουμε άνθρωποι. Είναι αυτός ο τελικός στόχος της αφήγησης στις «Πολυκατοικίες»; Ναι, όπως ήταν και στον «Νεκρό Χορό». Η καθημερινότητα στον καπιταλιστικό τρόπο ζωής μάς πατάει κάτω. Μας αποκτηνώνει. Χάνουμε συνεχώς την ανθρωπιά μας. Συνηθίσαμε μέχρι και τους πολέμους, την υπέρτατη μορφή αποκτήνωσης. Εικόνες νεκρών παιδιών. Στις «Πολυκατοικίες» προσπαθήσαμε να πούμε πως είναι ΟΚ να χαθείς, να κάνεις λάθη, να αποτύχεις, αλλά πρέπει να συνεχίσεις να προσπαθείς να ξαναβρείς το βάδισμά σου. Να επικοινωνήσεις τα ζόρια σου και τελικά να κατανοήσεις πως οι ατέλειες και οι αντιφάσεις είναι αυτές που σε κάνουν άνθρωπο. Δημήτρης-Κρις Αγκαράι, σκιτσογράφος ● Πώς λειτούργησε η «χημεία» των δυο σας; Τον Μανώλη τον γνώρισα τα τελευταία χρόνια μέσα από τη συνεργασία που είχαμε και οι δύο στις εκδόσεις «Μικρός Ήρως». Κάναμε παρέα συχνά και στα φεστιβάλ κόμικς και τα λέγαμε ωραία. Θεωρώ πως υπήρχε από νωρίς μια οικειότητα μεταξύ μας και αυτό βοήθησε πολύ στην επικοινωνία κατά τη δημιουργία του έργου. Μπορούσαμε να μιλάμε ανοιχτά, να εκφράζουμε τους προβληματισμούς μας και να ανταλλάσσουμε ιδέες, με στόχο να φτάσουμε στο καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για την ιστορία. ● Με ποιον τρόπο «κούμπωσαν» τα βιώματά σας; Θαρρώ πως η οικονομική κρίση είναι κάτι που σημάδεψε τη γενιά μας και μας έφερε, σε μεγάλο βαθμό, σε κοινά βιώματα. Εγώ την έζησα έντονα μόλις τελείωσα το σχολείο, την περίοδο που έψαχνα δουλειά. Τότε βρέθηκα αντιμέτωπος με καταστάσεις απαξίωσης, μισθούς ξεφτίλας, εκμετάλλευση και μια γενικότερη αβεβαιότητα για το μέλλον. Νομίζω πως πολλοί άνθρωποι της γενιάς μου μπορούν να ταυτιστούν με αυτό το συναίσθημα – με το άγχος, τις κρίσεις πανικού, τον κόμπο στο στομάχι που κουβαλάμε από τότε. Το δυσάρεστο είναι πως, στην ουσία, δεν έχουν αλλάξει και πολλά. Όσο κι αν προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο, αυτό που βλέπω γύρω μου είναι ότι δουλεύουμε όλο και περισσότερο, αλλά μένουμε συνεχώς στα ίδια. ● Ποιο είναι το αγαπημένο σας σκίτσο; Αυτό που εκφράζει περισσότερο εσάς τον ίδιο; Είναι δύσκολο να διαλέξω, αλλά αν πρέπει, θα ξεχωρίσω τη σελίδα όπου γίνεται η μετάβαση από το παρόν στο παρελθόν – εκεί όπου φεύγει το χρώμα και ξεκινάει το τραγούδι. Είναι μια στιγμή που αλλάζει εντελώς η ατμόσφαιρα της αφήγησης. Άντε και τα σκίτσα στο ρεφρέν «Κουτσομπόλες διαχειρίστριες, ρουφιάνοι θυρωροί», επειδή μου ήταν πολύ διασκεδαστικό να σχεδιάζω μια στερεοτυπική «Κουτσομπόλα διαχειρίστρια» με την υπερβολή της. ● Ποια είναι η θέση της 9ης τέχνης (των κόμικς) στην ελληνική κοινωνία; Όπως κάθε μορφή τέχνης, για μένα τα κόμικς είναι πρώτα απ’ όλα ένας τρόπος επικοινωνίας – κυρίως μέσα από τα συναισθήματα. Η ανάγκη για έκφραση είναι από τα πιο βασικά πράγματα που μας κάνουν ανθρώπους. Τα κόμικς ειδικά, έχουν μια πολύ άμεση σχέση με το κοινό. Από τα σατιρικά στριπ που μπορεί κάποιος να διαβάσει σε μια εφημερίδα ή στο ίντερνετ μέχρι μεγαλύτερες αφηγήσεις που εξελίσσονται σαν μια κινηματογραφική ταινία στο χαρτί. Είναι μια τέχνη που μπορεί να σχολιάσει την καθημερινότητα, να διαμορφώσει αντιλήψεις, αλλά και να πει ιστορίες με έναν πολύ άμεσο και προσιτό τρόπο. Μπορεί ταυτόχρονα να ψυχαγωγήσει, αλλά και να σε κάνει να σκεφτείς. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- πολυκατοικίες
- δημήτρης-κρις αγκαράι
- (and 4 more)
-
Οι Δημήτρης-Κρις Αγκαράι, Μι Δέλτα μετέφεραν τις «Πολυκατοικίες» του ΛΕΞ στο χαρτί. Ένα graphic novel, από εκδόσεις Μικρός Ήρως, για όλους εμάς που ζούμε μες το κουτί. Όταν με βλέπουν στον δρόμο λένε που σαι ρε Λεξ. Ναι, αλλά ρε μάγκα εγώ δεν γουστάρω να μπω στη φάση σου και να καταναλώσω το hype σου. Και αν δεν φταις εσύ, φταίει τα media που θέλουν να μάθουν πόσα έχεις αρπάξει και τι σου αρέσει. Δεν τα γουστάρω ρε συ τα ΜΜΕ, μας «ενημερώνουν», μας εξημερώνουν, μας εξαπατούν. Ξέρω ότι φτιάχνεις μουσική για τσόγλανους, ρεμάλια και παρίες. Πώς το είπες; Τέχνη για κολλημένους. Εντάξει, καλό ακούγεται, αλλά εγώ ζω μέσα σε χίλιους κόσμους. Όλα σαλάτα και τα βίβα Ντάνι, αλάνι, μέγα ηγεμόνα και βέβηλε ποιητή και παίχτη μεγάλε τα έχω αγαπήσει και τα έχω μπουχτίσει. Τώρα ο DJ μου πέταξε το «σκρατς» και γύρισε ανάποδα το μπιτ, τα καπέλα, τα πινέλα και το βραδινό πήγαινε-έλα. Και τι, μετράς εκατομμύρια views και κλικ και χτυπήματα και spotify και youtube και sold out συναυλίες. Είσαι ωραίος ρε μάγκα, αλλά και πάλι τι με νοιάζει; Εγώ είμαι κλεισμένος σε ένα τσιμεντένιο δωμάτιο, με το καντηλάκι της γιαγιάς μου να καίει και με το τελευταίο τσιγάρο να με περιμένει. Και πριν μου κόψουν τη σύνδεση, το ρεύμα και πάω για ρευματοκλοπές, βάζω την κομματάρα (sic) σου «Πολυκατοικίες». Και ακούω, ακούω, γουστάρω, ραπάρω και την ίδια στιγμή ξεφυλλίζω σελίδες, σκιές, χρώματα και το graphic novel που έχει τον τίτλο σου, από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως». Μεταξύ αφραγκίας και ψυχολογικών αδιεξόδων Βάλε πάλι το μπιτ και τις ρίμες πάνω στο τραπεζάκι που σπάμε τα όνειρα, τις ελπίδες και τα σκονισμένα αγάλματα. Το flow σε πιάνει αμέσως και το «πάτημα» ορίζει τον ρυθμό της ανάγνωσης της ιστορίας. Παίρνω το κομμάτι μέσα από το κομμάτι του δελτίου Τύπου, αντιγράφω και σου λέω, μου λες ότι στη Θεσσαλονίκη της κρίσης, ο Δήμος δέχεται ένα περίεργο τηλεφώνημα για να επισκεφτεί τον πατέρα του με τον οποίο έχει διακόψει επαφές εδώ και χρόνια. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης αυτής, μυστικά και ενοχές χρόνων έρχονται στην επιφάνεια και ο Δήμος παρουσιάζει όσα έζησε τα χρόνια που η σχέση τους είχε διακοπεί κάνοντας μια βόλτα στο αστικό τοπίο. Εκεί που λερώνεις τα χέρια σου είτε το θέλεις είτε όχι. Η βόλτα αυτή έχει ως μουσική υπόκρουση το τραγούδι Πολυκατοικίες του Λεξ. Ενός τραγουδιού που έδωσε ρυθμό και μελωδία στις δύσκολες νύχτες μιας ολόκληρης γενιάς που ακροβατούσε μεταξύ αφραγκίας και ψυχολογικών αδιεξόδων. Γιατί και οι πολυκατοικίες έχουν ιστορίες να πουν. Στοπ στο copy paste. Άσε το κομμάτι να παίξει και εξαφανίσου με το fade out. Το graphic novel τρέχει σαν κυνηγημένο Ρε Λεξ, πήρα το τρυπάνι και ακόμη δεν έχω βγει στο μετρό, αλλά όσο σκάβω τόσο βλέπω το κόκκινο, το κίτρινο-χρυσό, το μαύρο και τις λεζάντες των δημιουργών. Οι Πολυκατοικίες με οδηγούν στα υπόγεια και με εκτοξεύουν στα ανώγεια, στις ταράτσες και στα αστέρια που με κοιτάζουν. Το graphic novel που τρέχει σαν να είναι κυνηγημένο, φτιάχτηκε από τα αλάνια Δημήτρης-Κρις Αγκαράι, Μι Δέλτα. Και κάπου εδώ θα έκανα ασταμάτητα copy paste, αλλά αφήνω τον ρυθμό του κομματιού να παίζει και πάνω στις νότες και τις ρίμες απλώνω τη σκιά μου, τα χαμένα όνειρά μου, τη γενιά μου, την καρδιά μου, τα παιδιά μου, τα ποιήματά μου, τα κρίματά μου, τα γερά πατήματά του. Μάγκες, διαβάστε το κείμενο, μην σκρολάρετε και κάντε την καλή και παραγγείλτε το «Πολυκατοικίες». * Το graphic novel κυκλοφορεί σε βιβλιοπωλεία και περίπτερα. Το βρίσκετε και ΕΔΩ. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- πολυκατοικίες
- δημήτρης-κρις αγκαράι
- (and 4 more)
-
Μι Δέλτα και Δημήτρης-Κρις Αγκαράι υπογράφουν μια ιστορία που αντλεί έμπνευση από τις «Πολυκατοικίες» του Λεξ. «Τι άκουσαν οι τοίχοι; Τι είδαν οι δρόμοι; Τι βίωσαν οι ψυχές;» Με αυτά τα ερωτήματα, ο σεναριογράφος του κόμικς «Πολυκατοικίες» (εκδ. Μικρός Ήρως), Μι Δέλτα, εισάγει τον αναγνώστη στο σύμπαν της ιστορίας του – ένα σύμπαν που για πολλούς και πολλές από εμάς είναι κάτι παραπάνω από γνώριμο. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο ομώνυμο τραγούδι του Λεξ, οι στίχοι του οποίου λειτουργούν ως κεντρικός αφηγηματικός άξονας, αλλά στην ίδια την ελληνική πραγματικότητα της οικονομικής κρίσης. Μια πραγματικότητα βιωμένη, με την οποία ερχόμαστε ξανά σε επαφή μέσα από τις αναμνήσεις του Δήμου, κεντρικού ήρωα της ιστορίας. «Αν λοιπόν κάποιος άνθρωπος με σταματούσε στον δρόμο και μου έλεγε “θέλω να μου περιγράψεις τι συνέβη στην Ελλάδα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, αλλά θέλω να μου το περιγράψεις μέσα σε τρία λεπτά”, τότε θα του έβαζα δίχως σκέψη να ακούσει τις “Πολυκατοικίες”», γράφει ο ίδιος – και όχι άδικα. Το τραγούδι του Λεξ, με το χαρακτηριστικά ωμό και άμεσο ύφος του, συμπυκνώνει «τις παθογένειες και τα προβλήματα που ήρθαν με φόρα να μας χτυπήσουν στα μούτρα για όσα κρύβαμε κάτω από το χαλί για δεκαετίες». Στο κόμικς, το τραγούδι δεν λειτουργεί απλώς ως φόρος τιμής, αλλά ως οργανικό μέρος της αφήγησης. Όταν ο Δήμος επιστρέφει για να συναντήσει τον ετοιμοθάνατο πατέρα του, με τον οποίο έχει αποξενωθεί, επιχειρεί να του αφηγηθεί τα χρόνια που μεσολάβησαν και οι ρίμες του Λεξ γίνονται το πλαίσιο μέσα στο οποίο αρθρώνεται η εμπειρία του. Μέσα από μια έντονα κινηματογραφική δομή, το τραγούδι λειτουργεί ως αφηγηματικός μοχλός, ενώ η εικονογράφηση μοιάζει σχεδόν σαν ένα ιδιότυπο, εκτεταμένο βιντεοκλίπ. Η ιστορία δεν διεκδικεί δάφνες σεναριακής πρωτοτυπίας και ακριβώς εκεί εντοπίζεται η δύναμή της. Η σχέση πατέρα και γιου, η αποστασιοποίηση, η σύγκρουση και η ύστατη προσπάθεια συμφιλίωσης αποτελούν μια σχεδόν αρχέτυπη αφηγηματική δομή. Όμως το βάρος δεν βρίσκεται στο «τι» συμβαίνει, αλλά στο «πού» και στο «πώς». Γιατί το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η αφήγηση είναι βαθιά συλλογικό. Είναι η Ελλάδα της κρίσης – μια πραγματικότητα που, ακόμα κι αν δεν τη ζήσαμε ακριβώς έτσι, τη βιώσαμε ως μέρος ενός κοινωνικού συνόλου που έμαθε να μεγαλώνει μέσα στη δυσκολία και να ενηλικιώνεται βίαια. Καφενεία με ηλικιωμένους που παίζουν τάβλι, νέοι που χάνονται σε οθόνες, άνθρωποι που καταπιέζουν τα συναισθήματά τους ή λυγίζουν κάτω από το βάρος της πίεσης. Όχι ένας φανταστικός κόσμος, όπως συνηθίζεται στα κόμικς, αλλά ένας κόσμος τρομακτικά γνώριμος. Μέσα από το βλέμμα του Δήμου, η αφήγηση εστιάζει σε εκείνους που συχνά μένουν στο περιθώριο: νέους με παραβατικές συμπεριφορές, καταχρήσεις, μια επιφανειακά «σκληρή» στάση που λειτουργεί ως άμυνα απέναντι σε μια πραγματικότητα ακόμη πιο σκληρή. Σε μια ζωή που αναγκάστηκαν να ζουν, στη θέση της ζωής που τους κλέψανε. Αν όμως το σενάριο δίνει τον τόνο, η εικονογράφηση του Δημήτρη-Κρις Αγκαράι καθορίζει τον ρυθμό. Το σχέδιό του δεν περιορίζεται στην αποτύπωση της δράσης, αλλά μοιάζει να ξεχύνεται στο χαρτί, με μια ενέργεια που μεταφέρει την αίσθηση της κίνησης. Οι εικόνες του δεν είναι στατικές, λειτουργούν σχεδόν κινηματογραφικά, σαν διαδοχικά καρέ που ρέουν το ένα μέσα στο άλλο. Καθοριστικό ρόλο σε αυτό παίζει η σκηνοθεσία. Οι γωνίες λήψης, οι εναλλαγές πλάνων και η διαχείριση του χώρου θυμίζουν κινηματογραφική γλώσσα, ενώ το χρώμα δεν λειτουργεί απλώς διακοσμητικά, αλλά ως οργανικό στοιχείο της αφήγησης. Η παλέτα μεταβάλλεται ανάλογα με το επίπεδο της ιστορίας – στο «παρόν», στο οπτικοποιημένο βιντεοκλίπ, στο τρυφερό φλάσμπακ – καθοδηγώντας διακριτικά και το συναίσθημα του αναγνώστη. Οι πολιτισμικές αναφορές των δημιουργών ενσωματώνονται στην αφήγηση σαν ένα διακριτικό κλείσιμο του ματιού. Τα αστικά τοπία των βιντεοκλίπ χιπ χοπ συγκροτημάτων όπως οι RNS, σκηνές από ταινίες όπως «Το Μίσος», ακόμα και τα βιντεοπαιχνίδια της Rockstar, συνθέτουν ένα πολυεπίπεδο σύγχρονο πολιτισμικό υπόβαθρο. Στο κομμάτι του σχεδίου, οι επιρροές από την παράδοση των αστικών κόμικς είναι εμφανείς, ιδίως από το έργο του Γουίλ Άϊσνερ, όπου η πόλη λειτουργεί ως ζωντανός οργανισμός. Όπως στη Νέα Υόρκη του «Συμβολαίου με τον Θεό» ή του «New York: The Big City», έτσι και εδώ το αστικό τοπίο δεν αποτελεί απλώς φόντο, αλλά ενεργό στοιχείο της αφήγησης. Μόνο που στη θέση της Νέας Υόρκης βρίσκεται η Θεσσαλονίκη: μια πόλη εξίσου πυκνή, εξίσου φορτισμένη, γεμάτη ιστορίες. Ο Αγκαράι αναφέρει στον δικό του πρόλογο: «Έχω μεγαλώσει μέσα στις πολυκατοικίες. Όλη η ζωή μου ήταν ανάμεσα σε αυτές. Πάντα ήταν πηγή έμπνευσης για μένα […]». Και κάπως έτσι, ο παραλληλισμός μοιάζει σχεδόν αυτονόητος: στις πολυκατοικίες, κάθε παράθυρο είναι μια ιστορία, θυμίζοντας τα καρέ στις σελίδες των κόμικς. Μικρές ζωές, μικρές αφηγήσεις, που συνυπάρχουν χωρίς να είναι ποτέ εντελώς ξεχωριστές. Ίσως γι’ αυτό οι «Πολυκατοικίες» λειτουργούν τόσο οργανικά ως κόμικς: γιατί, με έναν τρόπο, ήταν ήδη. Κόμικς και χιπ χοπ: μια αμφίδρομη σχέση Τόσο τα κόμικς όσο και η χιπ χοπ, με τη σημερινή τους μορφή, γεννήθηκαν στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, στις ΗΠΑ. Εκεί συναντήθηκαν για πρώτη φορά, κυρίως υπό το φως των αμερικανικών υπερηρωικών κόμικς, διαμορφώνοντας μια σχέση που αποτυπώνεται μέχρι σήμερα σε αμέτρητα παραδείγματα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η περίπτωση του MF DOOM, ο οποίος έχτισε ολόκληρη την περσόνα του γύρω από τον υπερκακό Dr. Doom, αλλά και καλλιτέχνες όπως οι Wu-Tang Clan, που υιοθέτησαν ψευδώνυμα και μυθολογίες εμπνευσμένες από κόμικς και παλπ σύμπαντα, ο Jay-Z και ο Eminem, που ενσωματώνουν συχνά αντίστοιχες αναφορές στη γραφή τους. Στην Ελλάδα, η σχέση αυτή εμφανίζεται με διαφορετικούς όρους. Για παράδειγμα, τα Ημισκούμπρια ενσωμάτωσαν με το δικό τους ύφος αναφορές όχι μόνο σε αμερικανικά αλλά και σε ευρωπαϊκά κόμικς (όπως το αλησμόνητο «αυτή δεν είναι μάνα, είναι σκίτσο του Μανάρα»), όχι ως μιμητισμό, αλλά ως οργανικό κομμάτι της ποπ κουλτούρας που τους διαμόρφωσε. Με την ευρεία διάδοση των μάνγκα και των άνιμε στον δυτικό κόσμο τις τελευταίες δεκαετίες, η σχέση αυτή μετασχηματίστηκε. Οι αναφορές σε σειρές όπως το «Dragon Ball» έγιναν ιδιαίτερα συχνές στη σύγχρονη ραπ σκηνή, λειτουργώντας ως κοινός πολιτισμικός κώδικας. Από τον Denzel Curry και τον Big Sean μέχρι τον Lupe Fiasco και τον Childish Gambino, η φιγούρα του Goku και γενικότερα η αισθητική του «Dragon Ball» επανέρχονται διαρκώς, είτε ως μεταφορά δύναμης είτε ως σύμβολο υπέρβασης. Στη σύγχρονη ελληνική ραπ, ο Λεξ είναι ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον παράδειγμα αυτής της σχέσης. Ήδη σε ένα από τα πρώτα δημοφιλή τραγούδια του με τίτλο «Από τους υπονόμους» συναντάμε τους στίχους «Ζητάμε ευχές απ’ τον δράκο, το αύριο να μην έρθει δύσκολο / Με τον Σαντάμ και τον Φίλιππο, Son Goku, Vegeta και Piccolo», ενώ στο «Όχι σήμερα» συναντάμε μια αναφορά σε έναν δευτερεύοντα χαρακτήρα της σειράς: «Κι ας είναι γκρίζο το μαλλί σαν του Tranks». Αριστερά: Το τραγούδι «Πολυκατοικίες» κυκλοφόρησε στον δεύτερο δίσκο του Λεξ με τίτλο «2ΧΧΧ» (2018) | Δεξιά: Ο πιο πρόσφατος δίσκος του Λεξ κυκλοφόρησε το 2024 και έχει τίτλο «Γ.Τ.Κ.» Πιο πρόσφατα, στο τελευταίο άλμπουμ «Γ.Τ.Κ.» οι επιρροές από την κουλτούρα των άνιμε γίνονται με ακόμη πιο εμφατικό τρόπο. Στο τραγούδι «Χειρότερη γενιά», ο τίτλος του οποίου εμπνέεται ευθέως από τη δημοφιλή σειρά «One Piece», η σχέση αυτή επισφραγίζεται με στίχους όπως «Μικρούς όλους μας τάισαν τα φρούτα του διαβόλου / Μετά μας αφήσαν να πνιγούμε στα βαθιά / Και φυσικά γίναμε η χειρότερη γενιά». Ακόμα περισσότερο, το τραγούδι «Μωβ βροχή» με τους στίχους «Νιώθω πρωταγωνιστής σε ιαπωνικό μικυμάους / Gomu Gomu No, Κύμα Κάμε Χάμε / Μας διαμόρφωσαν οι ζωγραφιές / Βλέπαμε μονάχοι μες στο σπίτι ιστορίες / Που κερδίζαν πάντα οι πρωταγωνιστές» αποτελεί έναν ιδιότυπο ύμνο σε μια γενιά που μεγάλωσε με ήρωες στο χαρτί και στην οθόνη, κουβαλώντας μέσα της την υπόσχεση ότι, ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες, η ιστορία δεν τελειώνει – απλώς συνεχίζεται στο επόμενο επεισόδιο. Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
- πολυκατοικίες
- δημήτρης-κρις αγκαράι
- (and 4 more)
-
Ο Μι Δέλτα και ο Δημήτρης-Κρις Αγκαράι έφτιαξαν μια ιστορία κόμικ εμπνευσμένη από το κομμάτι «Πολυκατοικίες». Ο δεύτερος εξηγεί στην «Κ» πώς δημιουργήθηκε αυτή η ιστορία που εστιάζει στα χρόνια της κρίσης. «Κανένας ασφαλής μέσα στις πολυκατοικίες», υποστήριζε ο ΛΕΞ πίσω στο 2018, σε ένα από τα κομμάτια του άλμπουμ «2ΧΧΧ». Δεν θα δυσκολευτεί κανείς να δει τον πιο ειλικρινή καθρέφτη της Ελλάδας στις ρίμες του Θεσσαλονικιού ράπερ. Αν πάντως υπάρχει ένα κομμάτι του που μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να χωρέσει κάθε ελληνική παθογένεια που δεν θέλουμε να βλέπουμε, αυτό θα ήταν οι «Πολυκατοικίες». Και μάλιστα χωρίς καν να «βγει από το σπίτι», με τον ΛΕΞ να παρατηρεί και να καταγράφει, σαν άλλος Τζέιμς Στιούαρτ στον «Σιωπηλό μάρτυρα», όσα γίνονται πίσω από τις κλειστές πόρτες των διαμερισμάτων. Στίχοι από τις «Πολυκατοικίες» παίρνουν μορφή μέσα από την ιστορία του Δήμου, πρωταγωνιστή του graphic novel. Οκτώ χρόνια μετά, οι «Πολυκατοικίες» έγιναν η αφορμή για τον Μι Δέλτα και τον Δημήτρη-Κρις Αγκαράι για να δημιουργήσουν ένα graphic novel πιστό στο πνεύμα του κομματιού. Οι «Πολυκατοικίες» (εκδόσεις Μικρός Ήρως), όπως λέγεται αντίστοιχα και η νέα έκδοση, τοποθετούνται στη Θεσσαλονίκη την περίοδο της κρίσης, με πρωταγωνιστή τον Δήμο. Ο άντρας δέχεται ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα που θα τον κάνει να επισκεφθεί τον άρρωστο πατέρα του, με τον οποίο δεν έχει και τις καλύτερες σχέσεις. Με μία βόλτα μέσα στην πόλη, ο Δήμος ακούγοντας το κομμάτι του ΛΕΞ, αφήνει νοητά, ή παρατηρώντας, να ξεδιπλωθούν σκοτεινές στιγμές του χθες και του σήμερα, που μπλέκουν το προσωπικό με το συλλογικό. Πώς οι στίχοι του ΛΕΞ πήραν μορφή Η δημιουργία του graphic novel είχε πάντως και μια αυτοβιογραφική αφετηρία για τον Μι Δέλτα που έγραψε το σενάριο. Όπως εξηγεί ο συνεργάτης του, εικονογράφος Δημήτρης-Κρις Αγκαράι, «μετά τον θάνατο ενός κοντινού οικογενειακού του προσώπου και σε μια περίοδο οικονομικής δυσκολίας, ο Μι Δέλτα βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη και γνώρισε παρέες από τη street κουλτούρα της πόλης, ανθρώπους που τον στήριξαν». Και την ίδια στιγμή, ανέλαβε και αυτός έναν ρόλο παρατηρητή: «Άρχισε να “βλέπει” τις ζωές των ανθρώπων γύρω του – μέσα στις πολυκατοικίες, στα μπαλκόνια, στα παράθυρα, στους δρόμους. Κάπως έτσι γεννήθηκε η ιστορία, που ταυτίζεται απόλυτα με την ατμόσφαιρα και τα συναισθήματα που μεταφέρει το τραγούδι του ΛΕΞ». Στις σελίδες του graphic novel πολλές από τις εικόνες που σκιαγραφεί με τις λέξεις του ο ράπερ παίρνουν μορφή με το πενάκι του Αγκαράι: από εκείνο το «Ακούω το τάβλι των ανέργων, τη φωνή των παιδιών» μέχρι τον στίχο «Το ραπ μου είναι γκάνι, στο στόμα μου η κάννη». Για τον Δήμο, το ραπ στα ακουστικά του και η χιπ χοπ κοινότητα που βρήκε φαίνεται να ήταν το απάγκιο που χρειαζόταν. Μικρά κουτιά που κρύβουν αμέτρητες ιστορίες Τόσο ο Μι Δέλτα όσο και ο Δημήτρης-Κρις Αγκαράι είναι «παιδιά της κρίσης», οπότε ήταν εξοικειωμένοι με το σκοτεινό κλίμα της περιόδου, που μεταφέρεται πολύ επιτυχημένα τόσο σεναριακά όσο και σχεδιαστικά στις σελίδες της νέας τους δουλειάς. Όπως θα πει χαρακτηριστικά και ο Αγκαράι, οι πολυκατοικίες είναι ολόκληρη η ζωή του: «Μικρά κουτιά που μέσα τους κρύβονται αμέτρητες στιγμές και ιστορίες. Αν τις κοιτάξεις από μακριά, θα δεις μόνο σχήματα, κεραίες στις ταράτσες σαν επιθετικά δόρατα, ξεβαμμένους τοίχους, σωλήνες που εξέχουν. Αν όμως πλησιάσεις λίγο περισσότερο, αρχίζεις να συνειδητοποιείς ότι πίσω από κάθε παράθυρο και κάθε μπαλκόνι υπάρχει μια διαφορετική ζωή, μια μικρή ιστορία που εκτυλίσσεται», σχολιάζει. Και το σκοτεινό κλίμα που προκύπτει από αυτή την παρατήρηση, αποτελούσε πάντα έμπνευση για τον ίδιο, ως ένα «μείγμα χάους και συμμετρίας. Όπως λέω συχνά, τα βράδια, όταν όλα τα φώτα είναι σβηστά και υπάρχει μόνο ένα παράθυρο φωτισμένο, νιώθω ότι υπάρχει ακόμη ελπίδα. Ότι ο κόσμος συνεχίζει να υπάρχει». Ο ίδιος μπορεί να μεγάλωσε στις πολυκατοικίες της Αθήνας, αλλά έκανε την έρευνά του προκειμένου να σχεδιάσει το graphic novel, από προσωπικές του επισκέψεις στη Θεσσαλονίκη: «Θα ομολογήσω ότι τη θεωρώ πιο όμορφη πόλη, κυρίως γιατί εκεί φαίνεται ο ουρανός. Παρότι δεν την έχω ζήσει καθημερινά, οι πολυκατοικίες είναι παντού ίδιες, και ταυτόχρονα διαφορετικές. Άλλη αρχιτεκτονική, άλλοι άνθρωποι, αλλά ίδιες ανάγκες και παρόμοια προβλήματα», εξηγεί. Δεν έμεινε μόνο εκεί όμως, αλλά ζήτησε από τους ίδιους τους ανθρώπους της πόλης να τον βοηθήσουν, προκειμένου να καταφέρει να είναι όσο το δυνατόν πιο ακριβής στον σχεδιασμό: «Ζήτησα από τους ακόλουθούς μου στα social media να μου στείλουν φωτογραφίες από πολυκατοικίες της Θεσσαλονίκης. Ήταν και ένας τρόπος να τους “ρίξω λίγο τυράκι” και να αναρωτηθούν γιατί τις ζητάω. Πολλές από τις απαντήσεις βέβαια ήταν χιουμοριστικές, τύπου “Ε, οικοδομές τις λέμε”. Πού να φανταστούν ότι δεν τις ζητούσα καθόλου τυχαία». Και ο ΛΕΞ τι λέει για όλα αυτά; Οι δύο δημιουργοί προσέγγισαν τον ΛΕΞ μέσω ενός κοινού τους φίλου, του Κώστα Σαββόπουλου, ο οποίος μάλιστα έχει γράψει και μια εισαγωγή για τις «Πολυκατοικίες». Και ο ράπερ τους έγνεψε καταφατικά: «Μας έδωσε το ΟΚ να προχωρήσουμε και, πριν το έργο πάει στο τυπογραφείο, του δώσαμε να διαβάσει το τελικό αποτέλεσμα ώστε να είναι σύμφωνος με αυτό που είχαμε δημιουργήσει». Το graphic novel «Πολυκατοικίες» του Μι Δέλτα και του Δημήτρη-Κρις Αγκαράι κυκλοφορεί στις 27 Μαρτίου από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Θα παρουσιαστεί τη Δευτέρα 23 Μαρτίου, στη Δημοτική Αγορά Κυψέλης, στις 19:00. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- πολυκατοικίες
- εκδόσεις μικρός ήρως
- (and 4 more)
-
Το φημισμένο κομμάτι του ΛΕΞ μεταφέρεται σε κόμικς και παρουσιάζεται στη Δημοτική Αγορά Κυψέλης τη Δευτέρα 23 Μαρτίου! Τη Δευτέρα 23 Μαρτίου στη Δημοτική Αγορά Κυψέλης στις 19:00, οι εκδόσεις Μικρός Ήρως σας προσκαλούν στην παρουσίαση του νέου graphic novel, Πολυκατοικίες, εμπνευσμένο από το ομώνυμο τραγούδι του ΛΕΞ! Με ομιλητές τους Αλέξανδρο Παπαγεωργίου (κριτικός κινηματογράφου), Γιώργο Τσαγκόζη (δημοσιογράφο), Κώστα Σαββόπουλο (ερευνητή) και τους δημιουργούς του κόμικς, Μι Δέλτα και Δημήτρη-Κρις Αγκαράι! Στη Θεσσαλονίκη της κρίσης, ο Δήμος δέχεται ένα περίεργο τηλεφώνημα για να επισκεφτεί τον πατέρα του με τον οποίο έχει διακόψει επαφές εδώ και χρόνια. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης αυτής, μυστικά και ενοχές χρόνων έρχονται στην επιφάνεια και ο Δήμος παρουσιάζει όσα έζησε τα χρόνια που η σχέση τους είχε διακοπεί κάνοντας μια βόλτα στο αστικό τοπίο. Εκεί που λερώνεις τα χέρια σου είτε το θέλεις είτε όχι. Η βόλτα αυτή έχει ως μουσική υπόκρουση το τραγούδι Πολυκατοικίες του Λεξ. Ενός τραγουδιού που έδωσε ρυθμό και μελωδία στις δύσκολες νύχτες μιας ολόκληρης γενιάς που ακροβατούσε μεταξύ αφραγκίας και ψυχολογικών αδιεξόδων. Γιατί και οι πολυκατοικίες έχουν ιστορίες να πουν… Το Πολυκατοικίες είναι ένα graphic novel εμπνευσμένο από το ομώνυμο τραγούδι του ΛΕΞ — μια αφηγηματική κατάδυση στα χρόνια της οικονομικής κρίσης.Με ρυθμό που θυμίζει βιντεοκλίπ και εικόνες που κινούνται ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το αφαιρετικό, ο Δήμος ξετυλίγει τη ζωή που έζησε όσο ήταν μακριά από τον πατέρα του.Το κομμάτι μιας ολόκληρης γενιάς τώρα γίνεται κόμικς από τους Δημήτρη-Κρις Αγκαράι (Σκυλονουάρ, Μιχαήλ Μιχαήλ του Μιχαήλ) και Μι Δέλτα (Νεκρός Χορός, Τερματοφύλακας Γιατρός – Η Ιστορία Συνεχίζεται…). Δείτε το Facebook event εδώ! Ημερομηνία: Δευτέρα 23 Μαρτίου Τοποθεσία: Δημοτική Αγορά Κυψέλης Ώρα: 19:00 Ομιλητές: Αλέξανδρος Παπαγεωργίου (κριτικός κινηματογράφου), Κώστας Σαββόπουλος (ερευνητής), Γιώργος Τσαγκόζης (δημοσιογράφος), Μι Δέλτα (συγγραφέας), Δημήτρης-Κρις Αγκαράι (σκιτσογράφος) Σας περιμένουμε όλες και όλους! Πηγή: https://www.mikrosiros.gr/blog/parousiasi-tou-graphic-novel-lex-polikatoikies-sth-dimotiki-agora-kypselis
- 1 reply
-
- 8
-
-
-
- μικρός ήρως
- μι δέλτα
-
(and 3 more)
Tagged with:
-
Με πρωταγωνιστή ένα παιδί «από τα διαλυμένα σπίτια», το νέο graphic novel Πολυκατοικίες δίνει μια νέα οπτική στο σύμπαν του ΛΕΞ. Προδημοσιεύουμε μερικά καρέ. Ακόμη μια επιβεβαίωση ότι ο ΛΕΞ αποτελεί πολιτιστικό φαινόμενο και ότι τα κομμάτια του γέννησαν κόσμους που εμπνέουν. Έχουν περάσει επτά ολόκληρα χρόνια απ’ όταν κυκλοφόρησε αυτό το κομμάτι, στο πλαίσιο του δίσκου 2ΧΧΧ που εκτόξευσε τον ράπερ από την Θεσσαλονίκη σε ένα κοινό πιο διευρυμένο. Τα λόγια του ταξίδεψαν σε όλη τη χώρα, τραγουδήθηκαν στην κατάμεστη Νέα Σμύρνη, στο ΟΑΚΑ, σε κάθε γειτονιά. Έγιναν σύμβολο, πέρα από πρωτοφανή επιτυχία για τα δεδομένα του ελληνικού rap game. Όχι μόνο για τη σκοτεινή πατρίδα του, τη Θεσσαλονίκη, που περιγράφει τόσο γλαφυρά και ωμά στον δίσκο, αλλά για μια ολόκληρη γενιά που πασχίζει να βρει τα βήματά της μετά την Κρίση. «Ακούω το τάβλι των ανέργων, τη φωνή των παιδιών, τα καταπιεσμένα βογγητά των νοικοκυριών». Έχουν περάσει επτά χρόνια από όταν ακούσαμε πρώτη φορά τις φημισμένες Πολυκατοικίες του ΛΕΞ και τώρα ανυπομονούμε να τις δούμε τυπωμένες στο χαρτί: ναι, το εμβληματικό κομμάτι του Θεσσαλονικιού, το κομμάτι που σημάδεψε μια ολόκληρη γενιά, μεταφέρεται σε κόμικς από τους Δημήτρη-Κρις Αγκαράι (σχέδιο) και Μι Δέλτα (σενάριο), αμφότεροι έμπειροι δημιουργοί. Η ιστορία προβλέπεται εξίσου σκληρή και καφκική με το περιεχόμενο του άλμπουμ. Μεταφερόμαστε στη Θεσσαλονίκη της οικονομικής Κρίσης, με κεντρικό πρωταγωνιστή τον Δήμο. Ένα παιδί με φαρδιά από τη γενιά των millenials. Το κουβάρι ξεκινά να ξετυλίγεται, όταν εκείνος δέχεται ένα απρόσμενο τηλεφώνημα από τον πατέρα του με τον οποίον έχουν διακόψει επαφές εδώ και χρόνια. Του ζητάει να τον επισκεφθεί άμεσα, δεν απομένει πολύ χρόνος. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης αυτής, μυστικά και ενοχές τού αποκαλύπτονται. Τραύματα και λάθη. Στην απόπειρα επανασύνδεσης, ο Δήμος απαντάει παρουσιάζοντας όσα έζησε τα χρόνια που εκείνος ήταν απών. «Πόσα σκατά έφαγα τα χρόνια που ήσουν στον κόσμο σου». Ανατρέχει σε όσα έζησε, κάνοντας παράλληλα μια βόλτα στο αστικό τοπίο της Θεσσαλονίκης με μουσική στα ακουστικά. Επιλέγει για μουσική υπόκρουση τις «Πολυκατοικίες» του ΛΕΞ και «ράβει» την ιστορία του επάνω στους στίχους του κομματιού. Όπως βλέπουμε από τα καρέ στις σελίδες του νέου graphic novel που προδημοσιεύουμε αποκλειστικά στο OneMan, τα χρόνια αυτά υπήρξαν δύσκολα. Ανέχεια, ψυχολογικά αδιέξοδα, ξεπεσμένες ουτοπίες, κενό. Και εκείνος; Απλώς, ένα παιδί «από τα διαλυμένα σπίτια», όπως τραγουδάει ο ΛΕΞ, που προσπαθούσε να επιβιώσει, βρίσκοντας την παρηγοριά και την αγάπη που στερήθηκε στη ραπ κουλτούρα και τα υπόλοιπα «τυπάκια» με τα φαρδιά. Με ρυθμό που θυμίζει βιντεοκλίπ και εικόνες που κινούνται ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το αφαιρετικό, το graphic novel από τους Δημήτρη-Κρις Αγκαράι και Μι Δέλτα (εκδόσεις Μικρός Ήρως) φέρνει μια νέα οπτική στο σκοτεινό σύμπαν που γέννησε η πένα του ΛΕΞ. Μια νέα οπτική στο εμβληματικό κομμάτι που έδωσε ρυθμό και μελωδία στις δύσκολες νύχτες μιας ολόκληρης γενιάς, η οποία ακροβατούσε μεταξύ αφραγκίας και ψυχολογικών αδιεξόδων. Πότε θα βρίσκεται στα χέρια μας το νέο graphic novel; Κυκλοφορεί σε λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία, ενώ τη Δευτέρα 23 Μαρτίου είναι προγραμματισμένη παρουσίαση: Στη φιλόξενη Δημοτική Αγορά Κυψέλης, θα συναντηθούν οι δημιουργοί του κόμικς (Μι Δέλτα και Δημήτρη-Κρις Αγκαράι) με τους Αλέξανδρο Παπαγεωργίου (κριτικός κινηματογράφου), Γιώργο Τσαγκόζη (δημοσιογράφο), Κώστα Σαββόπουλο (ερευνητή), για μια κουβέντα τόσο πάνω στη δημιουργία του κόμικ όσο και στην ευρύτερη έμπνευση γύρω από το σύμπαν του ΛΕΞ. Πληροφορίες εδώ. Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
- πολυκατοικίες
- δημήτρης αγκαράι
- (and 4 more)
-
Το ποδοσφαιρικό κόμικς–φαινόμενο επιστρέφει με μια ιστορία έκπληξη από «δικούς» μας δημιουργούς και εμείς ρωτήσαμε τους Μι Δέλτα και Κώστα Φραγκιαδάκη για το πόσο εύκολο ήταν να φτιάξουν από την αρχή τον Μπεν Λήπερ. Το βρετανικής προέλευσης κόμικς Τερματοφύλακας Γιατρός αποτελούσε για δεκαετίες ολόκληρες το «Ιερό Τοτέμ» στο χώρο του αθλητικού κόμικς. Από την πρώτη στιγμή που κυκλοφόρησε, αγαπήθηκε από το αναγνωστικό κοινό τόσο στη Βρετανία, όσο και στην Ελλάδα όπου κυκλοφορούσε από το περιοδικό Μπλεκ. Ο ήρωας Μπεν Λήπερ ήταν ένας από τους αγαπημένους του ελληνικού κοινού και σήμερα, 43 χρόνια μετά, ξαναζωντανεύει. Αυτή τη φορά οι Έλληνες δημιουργοί Μι Δέλτα και Κώστας Φραγκιαδάκης παίρνουν τη σκυτάλη από τους Tom Tully και Tony Harding και επαναδημιουργούν τον Τερματοφύλακα Γιατρό, για τις Εκδόσεις Μικρός Ήρως. Λίγα λόγια για τον σημερινό Μπεν Λήπερ Ο Μπεν Λήπερ είναι ένας πολυάσχολος νέος. Μπορεί το απόγευμα να αγωνίζεται ως τερματοφύλακας της Μάνκαστορ Σίτυ, αλλά το πρωί είναι φοιτητής της Ιατρικής. Στη νέα ιστορία του ήρωα, ο Μπεν Λήπερ συμμετέχει σε μια ανθρωπιστική αποστολή των Γιατρών Χωρίς Σύνορα και προσγειώνεται το καλοκαίρι του 2014 στο Χαλέπι της Συρίας, το οποίο βιώνει τον τρόμο και τη δυστυχία του πολέμου. Ο Τερματοφύλακας Γιατρός σε αυτό το νέο τεύχος θα μας εξιστορήσει τη διττή σημασία του ποδοσφαίρου σήμερα. Ο σεναριογράφος του νέου Τερματοφύλακα Γιατρού Μι Δέλτα και ο σχεδιαστής του Κώστας Φραγκιαδάκης, μίλησαν στο OneMan για την πρόκληση του να επαναφέρουν το δημοφιλές κόμικς και για όλα όσα πέρασαν από το μυαλό τους φέρνοντας τις ιστορίες του Μπεν Λήπερ στο σήμερα. Πότε σας γεννήθηκε η ιδέα να δημιουργήσετε ξανά τον Μπεν Λήπερ και τον Τερματοφύλακα Γιατρό; Mι Δέλτα (ΜΔ): Αρχικά σας ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση. Στην πραγματικότητα ήρθε μέσα από μια εξελικτική διαδικασία. Ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς, ύστερα από πολλαπλά αιτήματα του αναγνωστικού κοινού, πήρε την απόφαση να εκδώσει και πάλι τις παλιές ιστορίες του Τερματοφύλακα Γιατρού και μου πρότεινε να γράψω τις εισαγωγές. Είδαμε πως υπήρχε θετική ανταπόκριση από τον κόσμο και έτσι γεννήθηκε η ιδέα να γραφτεί μια καινούργια ιστορία. Η πρόταση έγινε από τον Λεωκράτη σε μια έκθεση βιβλίου κατά τη διάρκεια της δουλειάς και στην αρχή δεν κατάλαβα πως εννοούσε να γράψω το σενάριο, αλλά νόμιζα πως ήθελε μια ακόμη εισαγωγή από εμένα για το επερχόμενο κόμικς. Κώστας Φραγκιαδάκης (ΚΦ): H ιδέα δεν ήταν δική μου, αλλά όταν μου προτάθηκε να σχεδιάσω την ιστορία, συμφώνησα αμέσως πριν ακόμη την διαβάσω. Ήξερα ότι θα ήταν μια ακόμη πρόκληση, αλλά εκτός από αυτό ήμουνα πάντα φαν του Μπεν Λήπερ. Τι ξέρατε πιο πριν για το δημοφιλές κόμικ; Το είχατε διαβάσει; ΜΔ: Κοίταξε, επειδή είναι μέρος της ενασχόλησης μου, οτιδήποτε έχει να κάνει με τον αθλητισμό σε έντυπο το γνώριζα. Διαβάζω τα πάντα που έχουν να κάνουν με την κοινωνιολογία, την ανθρωπολογία και την ιστορία του αθλητισμού. Υπήρχαν άλλωστε φίλοι που ανήκαν σε παλαιότερη αναγνωστική γενιά οι οποίοι μου ζητούσαν συνεχώς να επανεκδοθούν οι παλιές ιστορίες. Το είχα διαβάσει αποσπασματικά μέσα από το παλιό Μπλεκ, όταν ήρθε όμως η ώρα της επανέκδοσης κάθισα και διάβασα ολόκληρη την ιστορία για να έχω πλήρη άποψη και να μπορώ να γράψω τις εισαγωγές των τευχών. ΚΦ: Ναι, το διάβαζα πριν από πολλά χρόνια στο Μπλεκ. Κυριολεκτικά μία από τις οκτώ με δέκα ιστορίες του περιοδικού που διάβαζα ανελλιπώς. Ποια ιστορία του παλιού Μπεν Λήπερ σας είχε αγγίξει περισσότερο; ΜΔ: Στα παλιότερα τεύχη εκείνο που με είχε αγγίξει περισσότερο ήταν η αγνότητα και ταπεινότητα που έδειχνε ο Μπεν Λήπερ ως ταλαντούχος τερματοφύλακας και ο αλτρουισμός που έδειχνε σα γιατρός. Στην καινούργια ιστορία προσπάθησα να κρατήσω αυτά τα δυο στοιχεία και να αναδείξω τις διαπροσωπικές σχέσεις, μέσα από ένα σύντομο ψυχογραφικό προφίλ του Μπέν Λήπερ με ένα νεαρό αγόρι που έχει βιώσει την φρίκη και τη θλίψη του πολέμου. ΚΦ: Αυτό που με είχε συναρπάσει περισσότερο ήταν η ιστορία εκείνη όπου ο Μπεν σώζει την ζωή του «φωνακλά/καραμούζα» Φλυν, και από τότε αυτός γίνεται ο πιο φανατικός οπαδός της ομάδας του. Ήμουν και μικρός τότε και με είχε συγκινήσει πολύ. Είναι εύκολο να σχεδιάζεις και να γράφεις για ρομαντισμό μιλώντας για ένα σπορ που τα τελευταία χρόνια έχει χάσει πλήρως αυτό το στοιχείο του; Πώς το κάνεις να φαίνεται πιστευτό το 2024; ΜΔ: Όχι, δεν είναι καθόλου εύκολο. Το ποδόσφαιρο τα τελευταία χρόνια έχει εργαλειοποιηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό από τα οικονομικά συμφέροντα και χάνει συνεχώς κάτι από την λαϊκή αφετηρία του. Στον καιρό του ακραίου νεοφιλελευθερισμού βλέπουμε πως το ποδόσφαιρο λειτουργεί ως «πλυντήριο» μαύρου χρήματος και εξυπηρέτησης συμφερόντων. Θα σου πω κάτι το οποίο ήταν για εμένα η κόκκινη γραμμή μου για το πώς βλέπω και βιώνω το ποδόσφαιρο στις μέρες μας. Το σημείο μηδέν μου λοιπόν ήταν το Μουντιάλ του Κατάρ. Ένα Παγκόσμιο Κύπελλο το οποίο για να ανοίξει μια καινούργια αγορά στο «προϊόν» που ονομάζεται ποδόσφαιρο, διεξήχθη για πρώτη φορά φθινόπωρο-χειμώνα και κόστισε τη ζωή σε πέντε χιλιάδες εργάτες/τριες για να κατασκευαστούν τα στάδια. Όταν είδα λοιπόν πως το γεγονός της μαζικής αυτής δολοφονίας αποσιωπάται, κατάλαβα πως πλέον δεν με συνδέουν και δεν θέλω να με συνδέουν πολλά πράγματα με αυτή την εξέλιξη του ποδοσφαίρου. Αν δεις ανά τον πλανήτη εδώ και κάποια χρόνια από τους οπαδούς υπάρχει το μότο “Against Modern Football”. Αυτό σαν φράση εμένα προσωπικά δεν μου λέει και πολλά. Καλά τα σλόγκαν αλλά χωρίς πράξη είναι κενά περιεχομένου. Το να μποϊκοτάρουμε το Μουντιάλ στο Κατάρ ήταν μια πράξη που θα είχε ένα νόημα, στο βαθμό που μας αναλογεί πάντα, να μην το δούμε στην τηλεόραση, να μιλήσουμε ανοιχτά για τους ανθρώπους που δολοφονήθηκαν. Αυτό ναι, θα είχε νόημα. Δυστυχώς αυτά συνέβησαν από μειοψηφίες για ακόμη μια φορά. Και για να σου απαντήσω και στο δεύτερο σκέλος της ερώτησης, αυτό που κρατά μέσα μας το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό ρομαντικά είναι το συναίσθημα. Αυτό διαφοροποιεί τα πάντα. Είναι η ανάμνηση της μπάλας που προλάβαμε και παίξαμε στις αλάνες, τα ματωμένα γόνατα, η πρώτη φορά που πήγαμε γήπεδο να υποστηρίξουμε την ομάδα που αγαπάμε, η πρώτη εκδρομή που πήγαμε, τότε που επιτρεπόταν. Το συναίσθημα λοιπόν κινητοποιεί το ρομαντισμό και είναι το τελευταίο μας καταφύγιο, γνωρίζοντας φυσικά πάντα πως όλα αυτά περιέχουν μεγάλες αντιφάσεις με τις οποίες συμβιώνουμε ως άνθρωποι. ΚΦ: Το να σχεδιάζεις είναι αρκετά απαιτητικό. Ειδικά όταν έχεις να δημιουργήσεις κτίρια και τοποθεσίες που υπάρχουν στην πραγματικότητα, όπως π.χ. το αεροδρόμιο και το νοσοκομείο του Χαλεπίου. Τώρα για τον ρομαντισμό, δεν νομίζω ότι έχει χαθεί από το ποδόσφαιρο. Αν ψάξεις καλά, μπορείς να τον βρεις και εκεί. Πόσο δύσκολο ήταν να προσαρμόσεις το σενάριο του Τερματοφύλακα Γιατρού στο σήμερα; ΜΔ: Έγραψα και στην εισαγωγή πως είναι ευθύνη να γράψεις το σενάριο του Τερματοφύλακα Γιατρού γιατί οι ιστορίες του Μπέν Λήπερ αφορούν τις αναμνήσεις της παιδικής, προεφηβικής και εφηβικής ηλικίας μιας ολόκληρης γενιάς. Θα ήθελα πολύ οι άνθρωποι που θα πάρουν να διαβάσουν αυτό το κομιξάκι να θυμηθούν κάτι από τα παιδικά τους χρόνια. Αυτό θα ήταν για εμένα η καλύτερη ανταμοιβή και η μεγαλύτερη χαρά. Πιστεύω ακράδαντα πως η μοναδική πατρίδα του ανθρώπου είναι τα παιδικά του χρόνια, όπως λέει και το γνωστό σύνθημα. Είναι συγκινητικό να βλέπω ανθρώπους σαράντα, πενήντα, εξήντα ετών και να μου λένε «Ξέρεις τι μου θύμησες;» Το συναίσθημα και ο ρομαντισμός είναι καταφύγια σε μια τόσο απάνθρωπη εποχή όπως αυτή που ζούμε. Από εκεί και πέρα επειδή θεωρώ πως ο αθλητισμός και το ποδόσφαιρο έχουν πολλές κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές προεκτάσεις. Θέλησα να το μεταφέρω αυτό στην καινούργια ιστορία του Τερματοφύλακα Γιατρού. Υπήρξαν δύο πράγματα τα οποία με έκαναν να γράψω αυτό το σενάριο. Το πρώτο είναι αυτό που μόλις σου είπα σχετικά με την διεπιστημονικότητα του αθλητισμού. Το δεύτερο είναι η τεράστια έλευση προσφύγων στο λιμάνι του Πειραιά το 2016. Χιλιάδες άνθρωποι έζησαν στις πύλες του Λιμανιού του Πειραιά για μήνες μετά την γενίκευση του πολέμου στη Συρία. Αυτή η εμπειρία παραμένει μέχρι και σήμερα μια από τις σπουδαίες που έχω ζήσει και έχει χαραχτεί μέσα μου. Θέλησα λοιπόν να γράψω κάτι για όλους αυτούς τους ανθρώπους που οι εξουσίες τους θεωρούν «αόρατους», για να τους τιμήσω με τον δικό μου μικρό τρόπο. Αυτό λοιπόν που προσπάθησα να συνδυάσω ήταν ο σεβασμός στις παλιές ιστορίες με την σύνδεση των κοινωνικών προεκτάσεων του ποδοσφαίρου. Βλέπω ότι ο σημερινός Μπεν Λήπερ προσπαθεί να βοηθήσει παιδιά να επανέλθουν από το σοκ του πολέμου. Το ποδόσφαιρο έχει αλλάξει πολύ τα τελευταία 43 χρόνια. Η κοινωνία όμως; ΜΔ: Όπως είπα και πριν, το ποδόσφαιρο δεν είναι ένα αυτόνομο θεωρητικό αγαθό, αλλάζει και συνδιαμορφώνεται από την κοινωνία. Αντιφάσεις δεν ζούμε μόνο σε όσα έχουν να κάνουν με το γήπεδο και τον αθλητισμό, ζούμε σχεδόν στα πάντα. Φοράμε ρούχα, έχουμε ηλεκτρικές συσκευές, αυτοκίνητα, μηχανές, κινητά από πολυεθνικές εταιρείες οι οποίες καταστρέφουν το περιβάλλον, μειώνουν την εργατική μας δύναμη, έχουν κανονικοποίησει την παιδική εργασία. Πολλά από αυτά που ζούμε είναι αντιφάσεις, το θέμα είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο να κατανοούμε την αντίφαση και να ορθώνουμε λόγο απέναντι σε όλα αυτά και φυσικά να διαμαρτυρόμαστε, να βάζουμε όρια. Το ποδόσφαιρο ζει και αναπνέει σε ένα περιβάλλον καπιταλιστικό και αυτό το επηρεάζει. Το Μουντιάλ του Κατάρ ήταν ένα από τα δεκάδες παραδείγματα “sportswashing” το οποίο ώθησε τον κόσμο να δει τι συμβαίνει στο γήπεδο και να μην δει τις δολοφονίες εργατών-τριών. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει πως μέσα στον αθλητισμό δεν υπάρχουν και σπουδαίες ιστορίες αντίστασης. Το γήπεδο είναι ένα ακόμη σημείο κοινωνικής διαπάλης που ο εκάστοτε συσχετισμός δυνάμεων γέρνει προς την μια ή την άλλη πλευρά. Τα λεγόμενα νοσταλγικά κόμικς λοιπόν μπορούν να μιλήσουν για το ποδόσφαιρο που έχει στην καρδιά του ο απλός κόσμος, να μιλήσουν για το ποδόσφαιρο της αλληλεγγύης, της ελευθερίας και της αντίστασης. Ο Μπεν Λήπερ είναι ένας χάρτινος ήρωας, όμως έχουν υπάρξει ποδοσφαιριστές και ομάδες που έχουν ορθώσει το ανάστημά τους ανά διαστήματα σε αυτή την άκρατη εμπορευματοποίηση του αθλήματος. Δεν είναι λοιπόν ένα φανταστικό ρομαντικό σενάριο όλο αυτό αλλά και μια αποτύπωση όψεων της πραγματικότητας. Το ζήτημα είναι αυτά τα παραδείγματα να αγγίξουν όσο περισσότερο γίνεται τον κόσμο και να επαναφέρουν το ποδόσφαιρο σε μια τροχιά πιο ανθρώπινη και προσιτή. Και για να κλείσω με ένα παράδειγμα, αυτή τη στιγμή έχουμε δυο ενεργά πολεμικά μέτωπα. Θα ασχοληθώ με τον πόλεμο που διεξάγει το Ισραήλ στην Παλαιστίνη. Έχουν υπάρξει πολλές ενέργειες από ποδοσφαιριστές-στριες, αθλητές-τριες και οπαδούς που παίρνουν θέση απέναντι σε αυτή τη γενοκτονία. Το θέμα είναι αυτά τα παραδείγματα να πολλαπλασιάζονται. Πάνω σε αυτή τη λογική γράφτηκε και το σενάριο για τον Τερματοφύλακα Γιατρό. Ποια ήταν η κεντρική ιδέα ζωγραφίζοντας ξανά τον Μπεν Λήπερ; Πάτησες κάπως πάνω στο σχέδιο του Tony Harding; ΚΦ: Ναι, ξεκάθαρα. Δεν θα μπορούσε νομίζω να γίνει και διαφορετικά. Ασφαλώς και έβαλα και δικά μου στοιχεία, προσπάθησα να τον κάνω να φαίνεται λίγο πιο «σύγχρονος», αλλά ο ήρωας είναι δημιουργία του Harding και αυτό όφειλα να το σεβαστώ όσο περισσότερο μπορούσα. Είσαι 25 χρόνια στον χώρο, έχοντας σχεδιάσει μερικούς από τους πιο αγαπημένους ήρωες μικρών και μεγάλων. Τι ιδιαίτερο έχει ο συγκεκριμένος ήρωας; ΚΦ: Το ιδιαίτερο είναι ότι είναι ένας απλός άνθρωπος. Ένας καθημερινός απλός τύπος σαν όλους μας χωρίς καμία υπερδύναμη ή κάτι αντίστοιχο. Το ότι είναι ένας εξαιρετικός τερματοφύλακας (και ενδεχομένως και ένας καλός γιατρός) δεν είναι δα και τόσο ξεχωριστό. Ο Μπεν Λήπερ θα μπορούσε κάλλιστα να είναι π.χ. ο Παντελής Νικολάου, ο παλιός ποδοσφαιριστής της Α.Ε.Κ. ή οποιοσδήποτε άλλος. Και το σχετικό link...
-
- 3
-
-
- τερματοφύλακας γιατρός
- μι δέλτα
- (and 8 more)
-
Τα κόμικς με αθλητική θεματολογία δεν είναι πια δημοφιλή. Η υπερπροσφορά αθλητικού θεάματος στην τηλεόραση και το διαδίκτυο, καθώς και η επικράτηση χαρακτήρων στην ποπ κουλτούρα με ικανότητες πιο εντυπωσιακές από το κλότσημα μιας μπάλας, οδήγησαν τα κόμικς με πρωταγωνιστές τους αθλητές στην παρακμή. Κάποτε όμως, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, αυτοί οι χαρακτήρες μεσουρανούσαν στα παιδικά περιοδικά. Από τις πιο αγαπημένες σειρές του είδους ήταν ο «Τερματοφύλακας Γιατρός» που ξεκίνησε να δημοσιεύεται στο «Μπλεκ» το 1981. Στην Αγγλία αποτελούσε τεράστια επιτυχία ήδη από το 1978 σε σενάρια των J. T. Robertson και Roy Bullen και σχέδια των Barry Mitchell και Tony Harding. Κεντρικός χαρακτήρας ήταν ο Μπεν Λίπερ, ένας νεαρός τερματοφύλακας και ταυτόχρονα φοιτητής Ιατρικής που πρωταγωνιστούσε τόσο στους αγώνες της ομάδας του όσο και βοηθώντας ασθενείς και τραυματίες κάθε είδους. Πρόσφατα ολοκληρώθηκε στην Ελλάδα η δημοσίευση της σειράς σε επτά πλούσιους τόμους των 120 σελίδων ο καθένας από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Αλλά η ιστορία του Μπεν Λίπερ δεν τέλειωσε. Ο Μι Δέλτα έγραψε ένα νέο σενάριο και ο Κώστας Φραγκιαδάκης το σχεδίασε, δίνοντας συνέχεια στον μύθο του Τερματοφύλακα Γιατρού. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η ιστορία, αντί να εκτυλίσσεται στα λασπωμένα γήπεδα των μικρών κατηγοριών της Αγγλίας, μεταφέρεται στο Χαλέπι της Συρίας του 2014, με τον Μπεν Λίπερ να επισκέπτεται την περιοχή σε συνθήκες πολέμου ως μέλος ανθρωπιστικής αποστολής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα για να βοηθήσει τα παιδιά που έχουν βιώσει το τραύμα των βομβαρδισμών, του θανάτου των γονέων τους, του αναγκαστικού εκτοπισμού. Όπως επισημαίνει ο Μι Δέλτα στον πρόλογό του: «Η χρονική συγκυρία στην οποία δυστυχώς ζούμε, μας αναγκάζει να υπενθυμίζουμε το αυτονόητο και διαχρονικό αντιπολεμικό μήνυμα που θα πρέπει να έχει στην καρδιά του κάθε ελεύθερος άνθρωπος στον πλανήτη. Ο πόλεμος άλλωστε δεν έχει νικητές παρά μόνο ηττημένους». Έτσι, οι εντυπωσιακές φάσεις, τα εκπληκτικά πλονζόν, τα ριψοκίνδυνα τάκλιν, τα δυνατά βολέ και οι καρφωτές κεφαλιές που χαρακτήριζαν τις ιστορίες του Μπεν Λίπερ εδώ δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία. Γιατί πρωταγωνιστές είναι τα παιδιά του πολέμου στην προσπάθειά τους να παραμείνουν παιδιά, παίζοντας ποδόσφαιρο με τη βοήθεια ενός σπουδαίου χαρακτήρα που ήταν πάντα παρών όταν οι συνάνθρωποί του τον είχαν ανάγκη. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- τερματοφύλακας γιατρός
- tony harding
- (and 9 more)