Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'εκδόσεις κώμος'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Γερμανίκεια
  • Ιστορική/ φιλολογική γωνιά
  • Περί ανέμων και υδάτων
  • Dhampyr Diaries
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • The Unstable Geek
  • Κομικσόκοσμος
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Valt's blog
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • Film
  • Θέμα ελεύθερο
  • Vet in madness
  • GCF about comics
  • Dr Paingiver's blog

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 2 results

  1. Με επίκεντρο τα διονυσιακά κόμικς και τις τολμηρές γελοιογραφίες του, αφιερώνουμε λίγα λόγια στο πολυδιάστατο έργο του συντρόφου, συνεργάτη και αγαπημένου φίλου μας, Γιάννη Καλαϊτζή, που έκλεισε 10 χρόνια μακριά μας. Ο Γιάννης σχεδιάζει στα γραφεία του περιοδικού «Γαλέρα» Για πολλούς θεωρείται, όχι άδικα, το σημαντικότερο ελληνικό άλμπουμ κόμικς της Ιστορίας και σίγουρα ένα από αυτά που επηρέασαν καθοριστικά την εξέλιξη της ένατης τέχνης στη χώρα μας. Πρωταγωνιστής είναι ο σκιτσογράφος της εφημερίδας «Η Σημαία», Κώστας Φαναρτζής, φανταστικός χαρακτήρας που έκανε σε αυτό το άλμπουμ την πρώτη του εμφάνιση στο χάρτινο σύμπαν και 70 σελίδες παρακάτω την τελευταία. Σελίδες που ήταν αρκετές για τον μύθο της «Τσιγγάνικης Ορχήστρας». Με διάρκεια σεναρίου, μιας και μόνο, κάποιας, οποιασδήποτε μέρας στην Αθήνα των αρχών της δεκαετίας του 1980 και με cameo εμφανίσεις από Βελουχιώτη και Σαββόπουλο, η «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» (Εκδόσεις Πολύτυπο, 1984, το πρώτο μέρος είχε δημοσιευτεί νωρίτερα στη «Βαβέλ») είναι ένα διονυσιακό road movie, κυρίως με τα πόδια και λίγο με νυχτερινό ταξί, σε μια Αθήνα γεμάτη παλιατζίδικα, γαλατάδικα, πορνοσινεμά, καφενεία, σουβλατζίδικα, φτηνά ξενοδοχεία ημιδιαμονής, μπουλντόζες, σπασμένους αγωγούς και ερειπωμένα σπίτια. Βρόμικη, πολύβουη και καταϊδρωμένη. Με ένα ζευγάρι που ψάχνει δωμάτιο για λίγο σεξ. Ανάμεσα σε διαδηλωτές και ματατζήδες. Σε μια Αθήνα ασπρόμαυρη όπως τη θυμόμαστε όσοι μεγαλώσαμε με ασπρόμαυρη τηλεόραση, γκρι ταξί, κυκλική την Ομόνοια και μποτιλιαρισμένη την Ερμού. Με στιλ που φέρνει στον νου τα εξίσου «βρόμικα» κόμικς των Munoz και Sampayo με τις ευρυγώνιες συνθέσεις και τα πλήθη των ανωνύμων που συνωστίζονται, που ασφυκτιούν σε μικρά καρέ. Αριστερά: «Τσιγγάνικη Ορχήστρα», εκδόσεις Πολύτυπο, 1984. Δεξιά: Απόσπασμα από την «Τσιγγάνικη Ορχήστρα», εκδόσεις Πολύτυπο, 1984. Στον Καλαϊτζή αυτοί οι ανώνυμοι όμως είναι οι κάτοικοι της Αθήνας, που ακροβατεί χωρίς ποτέ να καταφέρει να ισορροπήσει μεταξύ μιας βαλκανικής, ανατολικής παράδοσης και μιας επιμονής να γίνει με το ζόρι μέρος τής (ανύπαρκτης) ευρωπαϊκής (και καλά, κοινής μας) οικογένειας, της ΕΟΚ των μονοπωλίων, που μαζί με το ΝΑΤΟ δεν έπαψαν ποτέ να είναι το «ίδιο συνδικάτο», όπως έλεγε το σύνθημα που δονούσε τις πλατείες στις συγκεντρώσεις της Αριστεράς (και του ΠΑΣΟΚ!) μιας άλλης, μακρινής εποχής. Απόσπασμα από την «Τσιγγάνικη Ορχήστρα», εκδόσεις Πολύτυπο, 1984. Αυτήν την προϊούσα παρακμή των συνθημάτων (και της ίδιας) της Αριστεράς την είχε οσμιστεί από τότε ο Καλαϊτζής και πάσχιζε να την αποτρέψει με κάθε τρόπο. Κυρίως με το αυθάδικο χιούμορ του και την αυτοκριτική που έκανε για την Αριστερά αντ’ αυτής («το πολύ το Κάπα-Κάπα κάνει το παιδί μαλάκα» λέει το παιδάκι της ιστορίας και συνεγείρει τα πλήθη όταν ο αριστερός Φαναρτζής τσακώνεται με τον φασίστα περιπτερά), και τη μοναδική του ικανότητά να συνθέτει φαινομενικά ανόμοια πράγματα και να μεταφέρει αξίες του ενός στο άλλο, αποδεικνύοντας πόσο μοιάζει ορισμένες φορές η Ιστορία. Εξ ου και καμιά τσιγγάνικη ορχήστρα δεν κάνει ποτέ την εμφάνισή της στην «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» (αν και “ακούγεται” διαρκώς μουσική από Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, μπουζουκτσήδες και πανηγυρτζήδες) αλλά ρίχνει βαριά τη σκιά της και τη μουσική της με μεταγραφή από τον πολωνικό κινηματογράφο, όπως εξηγεί ο ίδιος ο Καλαϊτζής: «Στον “Άνθρωπό από μάρμαρο” του Βάιντα, ο Μπίρκουτ, ο ήρωας της ταινίας, πρώην σταχανοβίτης, αγκαζάρει μια ορχήστρα τσιγγάνων και μεθυσμένος κατεβάζει τη μόστρα της αστυνομίας. Τον καταδικάζουν επειδή, λέει, ήταν αρχηγός της μυστικής οργάνωσης “τσιγγάνικη ορχήστρα”, τίτλος-κακή απομίμηση της “κόκκινης ορχήστρας” των σοβιετικών πρακτόρων (Τσεχοσλοβάκοι οι περισσότεροι) στον Β' Παγκόσμιο. Μελάνωσα την “Τσιγγάνικη Ορχήστρα” με πινέλα “Ευαγγελινός” Νο 2 από ρώσικη ζιμπελίνα. Έχω ακόμα 6 στο ψυγείο για τον φόβο του σκόρου». Μετά από την περιπλάνηση σ’ αυτήν τη σκοτεινή Αθήνα αναμενόμενο θα ήταν να υπάρξει και συνέχεια. «Τέλος στο πρώτο βιβλίο» είναι η τελευταία λεζάντα. Αλλά πότε ήταν αναμενόμενος ο Καλαϊτζής; Δεν υπήρξε ποτέ δεύτερο μέρος. Αντί γι’ αυτό, έξι χρόνια μετά, κυκλοφόρησε κατευθείαν σε ενιαία έκδοση «Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης» (Εκδόσεις Ars Longa / Nemo, 1990) και άλλα επτά χρόνια αργότερα το «Τυφών» (Εκδόσεις Κώμος, 1997). Από την Αθήνα των eighties μεταφερόμαστε στη Σαντορίνη του 1707 και από το καυσαέριο και τη βρομιά της πρωτεύουσας της σύγχρονης Ελλάδας στα μεθυστικά σταφύλια και στη συνάντηση τυχοδιωκτών κάθε είδους σε ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί. Ο Διόνυσος και ο Καζαντζίδης Τα δυο τους, όπως εξηγεί ο Καλαϊτζής, «είναι βιβλία ζευγάρι» και «συμβαίνουν την ίδια μέρα, ή μάλλον την ίδια νύχτα, σε διαφορετικό τόπο της Σαντορίνης». Κι αν συνηθίζουμε να χαρακτηρίζουμε «διονυσιακά» τα κόμικς του Καλαϊτζή, στην περίπτωση του «Ειδώλου» αυτό είναι κυριολεξία, καθώς οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου αλλά και το εξώφυλλο φιλοτεχνούνται με βάση το ταξίδι του Διονύσου, σχεδιασμένο σε κύλικα από τον Εξηκία (περ. 540 π.Χ.). Γι’ αυτό και στο βιβλίο κολυμπούν με χάρη τα δελφίνια που, σύμφωνα με τον μύθο, δεν είναι παρά οι Τυρρηνοί πειρατές που απήγαγαν τον Διόνυσο για να τον πουλήσουν ως σκλάβο. Ο Θεός τιμώρησε την αλαζονεία τους και τους μεταμόρφωσε σε δελφίνια ενώ τα κατάρτια του καραβιού τους έγιναν κληματαριές. Αριστερά: «Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης», εκδόσεις Ars Longa / Nemo, 1990. Δεξιά: Απόσπασμα από «Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης», εκδόσεις Ars Longa / Nemo, 1990. Πρωταγωνιστές είναι ο Αλέκος ο Τράκας, με τη μορφή του Τάσου Μητρόπουλου, οξύθυμου και νευρώδη σταρ του Ολυμπιακού, και ο Καράμπαμπας, δούλος κι αφέντης του εαυτού του, υβρίδιο φυσιογνωμικά του Στέλιου Καζαντζίδη και του Καραγκιόζη. Οι δυο τους, απατεώνες, απένταροι μα πολυμήχανοι, ψάχνουν το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης που «όποιος το κρατάει στα χέρια του κρατάει την αρχή και το τέλος του κόσμου. Το πώς και το γιατί είναι γραμμένο στη βάση του». Πορτρέτο του ποδοσφαιριστή Τάσου Μητρόπουλου, που αποτέλεσε το «μοντέλο»για τον σχεδιασμό του Αλέκου Τράκα, του πρωταγωνιστή του κόμικς «Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης». Την ίδια ώρα στον «Τυφώνα», ένα άλλο δίδυμο σχεδόν ίδιο με το προηγούμενο, ο λούμπεν Γκογκόσης και ο τάχα αριστοκράτης Καπετάν Γκρέκο, από κοντά κι ο πιτσιρίκος Κολλαούζος, μπλέκονται σε ένα όργιο φυλών, θρησκειών, καταγωγών, γλωσσών και πολιτισμών με φόντο το ηφαίστειο, ανάμεσα σε κυνηγούς αρχαιοτήτων, Φράγκους, παπάδες, αναστημένους, αφορισμένους και τον γενίτσαρο Σουλεϊμάν Σαλίκ, με την όψη του αείμνηστου Περικλή Κοροβέση, αγαπημένου φίλου του Γιάννη Καλαϊτζή. «Τυφών», Εκδόσεις Κώμος, 1997 Αυτά τα τρία βιβλία είναι τα μεγάλης έκτασης κόμικς του. Υπήρξαν όμως και πολλά μικρότερης έκτασης αλλά όχι μικρότερης αξίας. Το 1985 και το 1986, για παράδειγμα, δημιουργεί για το περιοδικό «Τέταρτο» του Μάνου Χατζιδάκι, μεγάλου θαυμαστή του Καλαϊτζή, τα «Συνειρμικά Ντεκουπάζ», μια σειρά αυτοτελών μονοσέλιδων πειραματικών κόμικς με πανέξυπνα λογοπαίγνια και συναρπαστικούς λεκτικούς και εικονιστικούς συνειρμούς. Τέτοια κόμικς είχε φιλοτεχνήσει και για την εφημερίδα «Αυγή» σε μια αποθέωση πυκνών και συνάμα χαλαρών αφηγήσεων στα όρια του horror vacui, καθώς υπήρχαν περιπτώσεις που σε μία σελίδα στριμώχνονταν σχεδόν 100 καρέ! Το 1990 έφτιαξε ένα υπέροχο κόμικς το οποίο δεν βρήκε τον δρόμο του προς το κοινό. Τα «Χαμένα Δάση» ήταν μια ανάθεση της περιφέρειας της Προβηγκίας σε πολλούς καλλιτέχνες για τα δάση της Ευρώπης – ο Καλαϊτζής ανέλαβε την Ελλάδα –, αλλά ένας χάρτης στο εσώφυλλο που περιλάμβανε τη χώρα «Macedonia» έγινε η αιτία για να αποσυρθεί η ελληνική συμμετοχή μετά από πιέσεις του Έλληνα πρόξενου. Ήταν εποχή συλλαλητηρίων και εθνικής συστράτευσης εναντίον των «γυφτοσκοπιανών» και ούτε η συμμετοχή χαρακτήρων με τις μορφές του Γιώργη Μασσαβέτα, του Τέλη Σαμαντά, του Γιάννη Μπαχ-Σπυρόπουλου και του Περικλή Κοροβέση δεν ήταν αρκετή για να μεταπείσει τους ευαίσθητους Ελληναράδες. Στην «Ελευθεροτυπία» Στο περιοδικό «9» της «Ελευθεροτυπίας», που ξεκίνησε να κυκλοφορεί το 2000, δημοσιεύτηκαν δύο σειρές του από μονοσέλιδες, επίσης αυτοτελείς ιστορίες: Τα «Έκτακτα Περιστατικά» και το «Πέλαγος της Μποτίλιας». Στην πρώτη, κάποιες φορές χωρίς λόγια αλλά με έναν θησαυρό ονοματοποιιών και ηχητικών εφέ και κάποιες άλλες με μακροσκελή κείμενα και εξαντλητικούς διαλόγους, ο Καλαϊτζής αφηγείται ξεκαρδιστικά στιγμιότυπα και περιστατικά της αστικής μας παράνοιας, με ζευγάρια σε αποτυχημένες σεξουαλικές συνευρέσεις, εκπροσώπους των θρησκειών όλου του κόσμου σε κρίση, οργισμένους ακροδεξιούς και αποτυχημένους υπουργούς, πελαγωμένους σερβιτόρους κι απελπισμένους υπαλλήλους. «Το Πέλαγος της Μποτίλιας», περιοδικό «9» της «Ελευθεροτυπίας», 21.6.2000. Στη δεύτερη, μια εικαστική πανδαισία και ταυτόχρονα ένα σουρεαλιστικό, παραισθητικό πανηγύρι, αποτίνει φόρο τιμής στον Winsor McCay και στη σειρά «Little Nemo in Slumberland» των αρχών του 20ού αιώνα. Στα κόμικς του Αμερικανού πρωτοπόρου δημιουργού, πρωταγωνιστής ήταν ένα παιδάκι που ζει στα όνειρά του απίστευτες περιπέτειες με μοχθηρούς βασιλιάδες, πανίσχυρους στρατούς, άγρια ζώα και πελώριους δράκους, για να ξυπνήσει στο τελευταίο καρέ πεσμένο από το κρεβάτι του με τη μητέρα του να το καθησυχάζει. Στο «Πέλαγος» του Καλαϊτζή, πρωταγωνιστής είναι ένας νέος άνδρας σε ανάλογες περιπέτειες αλλά για ενηλίκους. Η αιτία τους όμως είναι το κρασί. Και δεν τις ζει στον ύπνο του αλλά ξύπνιος και φέσι από το αλκοόλ. Η κατάληξή τους αντί για το μητρικό χάδι και τη στοργή είναι μια βουτιά στο σιντριβάνι της πλατείας. Και μετά το ασθενοφόρο. Ο Μαρξ, ο Μπαχ και ο Κοροβέσης Στη «Γαλέρα», της οποίας ήταν ο μοναδικός καπετάνιος αλλά και ο πιο δημοκρατικός, καθώς συζητούσε διεξοδικά με όλους και για όλα για κάθε λεπτομέρεια, επέστρεψε στα «ιερά κείμενα», στον Κάρολο τον ίδιο και στο παρεξηγημένο «Κεφάλαιο». Έχρισε πρωταγωνιστή της σειράς του τον Κώστα Καραμανλή και της έδωσε το όνομα «Μαρξ και Σπένσερ» (στο πρώτο όνομα ανατριχιάζουν από περηφάνια οι ορθόδοξοι αριστεροί και στο δεύτερο δαγκώνονται και τρώνε την κρυάδα). Πρωταγωνιστεί φυσικά ο ανιψιός, που εξαιτίας της ιδιότητας αυτής έγινε πρωθυπουργός, και όλα τα πρόσωπα της αλήστου μνήμης κυβέρνησής του, με κορυφαίους συνεργάτες του δύο γουρούνια που απολαμβάνουν μαζί του το μπάνιο τους σε μια μπανιέρα γεμάτη λάσπη και σκατά. «Εφημερίδα των Συντακτών», 31.10.2015 Το τελευταίο κόμικς του Καλαϊτζή δημοσιεύτηκε εδώ, σ’ αυτήν την εφημερίδα, στο ένθετο «Καρέ Καρέ». Οι «Μπον και Βιβέρ» (και πάλι ο Κοροβέσης και ο Μπαχ) ήταν οι δυο κλοσάρ πρωταγωνιστές του με αυξημένη την αίσθηση του χιούμορ και του αυτοσαρκασμού. Δύο πανέξυπνοι τύποι που η μοίρα τους ανάγκασε να τρώνε από τους κάδους των σκουπιδιών κι αυτοί, αντί να το βάλουν κάτω, υποκρίνονται – μπορεί και να το πιστεύουν – ότι τρώνε στα καλύτερα γαλλικά εστιατόρια. «Μπον και Βιβέρ», «Εφ.Συν.», 16.5.2014 Πέραν αυτών, ο διαρκώς παραγωγικός Καλαϊτζής, που δεν σταματούσε να σχεδιάζει ούτε στα τραπεζομάντιλα στις ταβέρνες ή και στα ίδια τα τραπέζια, έχει δημιουργήσει πολλά ακόμη κόμικς «από δω κι από κει»: τις «Καλύτερες Μέρες» στο περιοδικό «Ένα», ολιγοσέλιδες ιστορίες στο περιοδικό «Ντέφι» και στον «Θούριο», στο περιοδικό «Αντί» και στην εφημερίδα «Αυγή», μεταξύ άλλων, στριπάκια στη βάση των σελίδων του περιοδικού «Έψιλον» της «Ελευθεροτυπίας», τον φοβερό Αυτοσερβιριζόμενο στο flip-book «Soloup Εναντίον Καλαϊτζή» (Εκδόσεις ΚΨΜ). Έχει φτιάξει αμέτρητα γελοιογραφικά πορτρέτα, από τον Μητροπάνο και τον Παύλο Σιδηρόπουλο μέχρι τον Τζον Λένον και τον Λε Κορμπιζιέ, έχει εικονογραφήσει άρθρα και φιλοτεχνήσει ρεκλάμες για μέρη που αγαπούσε και πολιτικές οργανώσεις που συμπαθούσε. «Εφημερίδα των Συντακτών», 28.01.2016 Παρότι ήταν ένας άνθρωπος της εικόνας, η γραφή του ήταν συγκλονιστική. Το αποδεικνύουν «Οι αφορισμοί των αφορεσμένων» (Εκδόσεις Στιγμή), με τα γραπτά του για τον Σοπενάουερ, τον Μποντλέρ, τον Νίτσε, τον Κάφκα κ.ά. Τα κείμενά του στην «Ελευθεροτυπία», στη «Γαλέρα», στην «Εφημερίδα των Συντακτών» ξεχειλίζουν από την πολυμάθειά του και το σαρκαστικό του χιούμορ. «Εφημερίδα των Συντακτών», 14.09.2015 Σε μια καριέρα ζηλευτή κοντά 60 χρόνων, είχε κάνει φοβερά και τόσο διαφορετικά πράγματα. Σχεδίασε τα σκηνικά και τα κοστούμια για το «Happy Day» του Παντελή Βούλγαρη, τις κάρτες για το «Heavy Metal Farm», εικονογράφησε παιδικά βιβλία, εργάστηκε σε διαφημιστικές εταιρείες, έφτιαξε εξώφυλλα, αφίσες και αγιογραφίες. Κι άφησα τελευταίες τις γελοιογραφίες, τη βασική και πιο μακρά απασχόλησή του. Σκάρωσε δεκάδες χιλιάδες απ’ αυτές, σε πλήθος εντύπων, με κατάληξη την «Εφημερίδα των Συντακτών», στην οποία ήταν συνεταιριστής από την πρώτη στιγμή. Πρωταγωνιστές (αρνητικοί) ήταν όλα τα πρόσωπα της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής επικαιρότητας από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 μέχρι τη μέρα του θανάτου του. Κάποιες συγκεντρώθηκαν σε άλμπουμ όπως τα «Γιαταλεφτά Νοέμβρη» (Εκδόσεις Λιβάνη), «2000 στα 4» και «Ασύμμετρη Κυβέρνηση» (Εκδόσεις Άγρα), όλες τους αποτύπωσαν ξεχωριστές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Τελευταίοι «αστέρες» των σκίτσων του ήταν ο Κάμπινετ Μαν, ο ΓΑΠ ή 3ος ο Μακρύτερος, το τρικέφαλο σκυλί της Τρόικας, ο διαχρονικά «αγαπημένος» του Μπενίτο (Ευάγγελος Βενιζέλος), ο Αντώνης Σαμαράς στην Έρημο Σαμάρα, ανάμεσα σε λογοπαίγνια όπως το Υπουργείον χάριν Πεδιάς, το Χάρβαλον μεν Υπεχωδέ, το Στρατόπεδον Υλάρχου Τραγκαουνάκη. Μέχρι τέλους ο Γιάννης σχεδίαζε, έκανε πλάκα, γελούσε δυνατά. Θα τον θυμόμαστε πάντα για το έργο του, που πάντα ισορροπούσε με μαεστρία ανάμεσα στην αποκαλούμενη υψηλή τέχνη και τα «ταπεινά σκιτσάκια», αλλά κυρίως για το πάθος του για τα κόμικς, τις γελοιογραφίες και την Αριστερά, που υπηρέτησε μια ολόκληρη ζωή. Ο Καλαϊτζής μιλά για τον Καλαϊτζή Το αυτο-βιογραφικό του όπως δημοσιεύεται στην προσωπική του ιστοσελίδα, gianniskalaitzis.gr Μεγάλωσα στο καφενείο του πατέρα μου στην Κοκκινιά. Πάνω στα τραπέζια κυκλοφορούσαν δύο-τρεις εφημερίδες. Γελοιογραφικά σκίτσα κάνω από μωρό. Ήμουν παρατηρητικό και κακό και το ’δειχνα. Το περιβάλλον μου ένοιωσε την απειλή. Χάριν εξευμενισμού μου διέθεσε μια αποδοχή διαρκείας. Το να επιδοθώ στην πολιτική σάτιρα ήταν αυτονόητο. Ήμασταν αριστεροί, το κράτος μας έκανε και ρατσιστές. Η δεξιά, η εξουσία, οι αρχές ήταν έξω από την κοινωνία μας, ήταν το ξένο, το άλλο. Μου την είχε στημένη στο νηπιαγωγείο. Κατανάγκαζαν εμένα το σκιτσογράφο να πλέκω καλαθάκια και να κεντάω με μπρισίμι μηλαράκια σε χαρτόνι. Για να με σπάσουν. Δε μίλησα. Καταδικάστηκα σε δωδεκαετή εκπαίδευση. Μου ’ριξαν και έναν χρόνο επιπλέον ως μη συνεργάσιμο. Δραπέτευσα πριν εκτίσω την ποινή. Ακολούθησε ο κατήφορος. Από τα χαμαιτυπεία της Αριστεράς στα καταγώγια των Καλών Τεχνών. Έμαθα κινηματογράφο στους κινηματογράφους, θέατρο στο θέατρο, μουσική την νύχτα και εικόνες στο πεζοδρόμιο. «Πανσπουδαστική», «Δρόμοι της Ειρήνης», «Αυγή». Ακολουθεί μια χούντα που επί 40 χρόνια παραμένει 7 ετών. Σκιτσάρω αγωνιώντας να κατανοήσω το προηγούμενο. «Αντί», «Ελευθεροτυπία», «Σχολιαστής», «Ντέφι», «Βαβέλ», «ΔΗΩ» και «Τσιγγάνικη ορχήστρα», «Το μαύρο είδωλο της Αφροδίτης», «Τυφών», «Γιαταλεφτά Νοέμβρη», «2000 στα 4». Γαλέρα στους πέρα κάμπους Γιάννης Καλαϊτζής ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΑΪΤΖΗΣ Ο Μεγάλος Ερετικός Μικρός που είναι ο κόσμος. Να πώς γίναν τα πράγματα, πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, αν η γηράσκουσα μνήμη δεν μου παίζει άσχημο παιχνίδι: Έχω φύγει από την «Καθημερινή», μετά 13 έτη, έχω πάει στον «Κόσμο του Επενδυτή» επί ιδιοκτησίας Γιαννίκου, πολύ πριν διαβεί το κατώφλι της φυλακής για το φιάσκο του Alter, του «Επενδυτή», των «Modern Times» και του τριγώνου «ΜΜΕ-Τράπεζα-Media Shop» που οδήγησε σε κατάρρευση της διαφημιστικής αγοράς, κι εκεί που προσπαθώ να προσαρμοστώ στη νέα κατάσταση, τόσο με το κυρίαρχο επαγγελματικό μου προσόν, όσο και με το χρονογραφικό μου avatar (τον ΚΙΜΠΙ), χτυπάει το τηλέφωνο και είναι η εξαδέλφη Κλεοπάτρα. Με την οποία είχαμε εντελώς τυχαία – αλλά δεν θυμάμαι πώς – ανακτήσει επαφή έπειτα από δεκαετίες και μερικές φευγαλέες συναντήσεις σε ένα σπίτι με θέα το Α' Νεκροταφείο, τη δεκαετία του ’60, έφηβη εκείνη, νήπιο εγώ, όπου η γιαγιά μου η Άρτεμις και η αδελφή της Κλεοπάτρα προσπαθούσαν να ξανασυνθέσουν τις λαμπερές μνήμες της απαστράπτουσας Σμύρνης, πριν αυτή καεί κι αυτές γίνουν προσφύγισσες, σε μικρές ηλικίες. Σκίτσο: Πέτρος Ζερβός Μου λέει η Κλεό: «Σε αναζητάει ο Περικλής, που τον έχει βάλει ο Γιάννης, αν θες να γράφεις στη “Γαλέρα”». «Ποιος Περικλής;» «Ο Κοροβέσης». «Ποιος Γιάννης;» «Ο Καλαϊτζής». Να πω πως δεν πήρα τα πάνω μου, ψέματα θα πω. Αντιθέτως, ο ναρκισσισμός μου με γαργαλούσε να κάνω τον δύσκολο, τον καχύποπτο, αν και είμαι τύπος που σπανίως λέει όχι, και στο πληρωτέο και στο θεότζαμπα, και στις ουσίες και στις συσκευασίες. Αλλά, μετ’ ου πολύ, έδωσα στην εξαδέλφη Κλεό, μια από τις σπουδαιότερες ζωγράφους των 70's που δεν έχει καβαλήσει καλάμι και δεν κωλώνει να «λερώσει» την τέχνη της με ακτιβισμό, θυμό, κίνημα, πολιτική, το τηλέφωνό μου για τον Περικλή. Και στα καπάκια με παίρνει ο «Φύλακας της ανθρωπιάς» – το θαυμάσιο αντίστροφο σχήμα λόγου που επινόησε ο Δημήτρης Ψαρράς για το θύμα και τον συγγραφέα των «Ανθρωποφυλάκων» της χούντας, τον Κοροβέση – και μου λέει πως με ψάχνει ο Γιάννης – «Ποιος Γιάννης;» «Ο Καλαϊτζής!». Τι λες τώρα, ποιος να μην ανταποκριθεί στο κάλεσμα της άγριας φύσης του Γιάννη, της άγριας, της σεμνής, της διαλλακτικής, της ευρηματικής, της γελαστής, της μελαγχολικής, αλλά πάντα της αφοπλιστικά ανθρώπινης φύσης του Γιάννη; Ποιος να αρνηθεί να γίνει συν-ερέτης (= συν-κωπηλάτης) στον «συνεταιρισμό ερετών» της «Γαλέρας», υπό το πρόσταγμα του Μεγάλου Ερετικού, με «Ε» για τους μαζόχες της ληστρικής εκμετάλλευσης του εαυτού τους, αλλά αν σας ενοχλεί η περίεργη ορθογραφία και με «ΑΙ», για όσους πίστεψαν στο εγχείρημα της αιρετικής, εναλλακτικής, ανεξάρτητης ενημέρωσης. Ανέβηκα στο κατάστρωμα της «Γαλέρας» αφού είχε σαλπάρει σχεδόν δύο χρόνια «ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ», κολυμβητής στη θάλασσα της ενημέρωσης πριν γίνω κωπηλάτης της. «Σε ξέρω, με ξέρεις, αλλά δεν ξερενόμαστε» είπαμε με τον Γιάννη στο πρώτο ραντεβού, για να γίνει η ταυτοπροσωπία, γιατί εγώ τον ήξερα από τα χιλιάδες πράγματα που είχε ήδη κάνει, αυτός με ήξερε κυρίως από την persona που είχα επινοήσει από το 2000 στην «Καθημερινή», τελικά κάτι είχε πετύχει ο «Ελεύθερος Σκοπευτής» μου περιπλανώμενος ως ΚΙΜΠΙ σε σομόν ή λευκές σελίδες καθωσπρέπει αστικών εντύπων, γιατί να μη σαλπάρει και με μια ΓΑΛΕΡΑ για Ακυβέρνητες Πολιτείες, ήταν τόσο κολακευτικό να σ’ το προτείνει αυτό ο συνήθως γελαστός πίσω απ’ τα γυαλιά και τα μούσια του καπετάνιος της. «Τι θέλετε από μένα;» ρώτησα σ’ αυτή την πρώτη επαφή τον Μεγάλο Ερετικό, στο ισόγειο αγκυροβόλιο της «Γαλέρας» στα Εξάρχεια. «Εσένα» ήταν η απάντηση του καπετάνιου. «Αλλά ποιον εμένα, τον ΚΙΜΠΙ ή τον άλλον;» τον ρωτάω – δεν θυμάμαι την ακριβή ανταπάντησή του, αλλά για το alter ego μου γινόταν το παζάρι, κι έτσι ανέλαβα κι εγώ κουπί για καμιά 35αριά μηνιαία ταξίδια της «Γαλέρας», μαζί με μερικές δεκάδες συν-ερέτες, εργάτες των εικόνων, των μολυβιών, των χρωστήρων, των λέξεων, των αναλύσεων, των αποκαλύψεων, των τολμηρών ρεπορτάζ, των νέων ιδεών, του ανελέητου χιούμορ, της καταλυτικής σάτιρας, ένα πολύχρωμο πλήρωμα ανθρώπων που υπέκυψαν στη γοητεία του Γιάννη και του πρωτότυπου υβρίδιου πολιτικού περιοδικού που εμπνεύστηκε. Αυτή ήταν η πρώτη χαρούμενη επαφή με τον Μεγάλο Ερετικό. Αλλά θυμάμαι και τη θλίψη της τελευταίας επαφής, ως συν-ερέτη, Γενάρη ή Φλεβάρη του 2010, τη μέρα που στο αγκυροβόλιο της «Γαλέρας» στα Εξάρχεια ο συνεταιρισμός των ερετών έπρεπε να αποφασίσει αν θα συνεχίσει το κουπί ή θα τραβήξει την τάπα και θα αφήσει τη θάλασσα να πάρει το σκάφος στον βυθό της. Καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του, εναλλακτικές χρηματοδότησης, κράουντ φάντινγκ, τραπεζικό δανεισμό, αλλά στην όψη του Γιάννη νομίζω πως είχε ζωγραφιστεί ένα αμετάκλητο μείγμα απογοήτευσης, αγωνίας, θυμού – με τον εαυτό του; – και πείσματος. Η «Γαλέρα» έκλεισε. Τα τελευταία σκίτσα, κόμικς, κείμενα ανέβηκαν στην ιστοσελίδα της. Αλλά το αιρετικό, ερετικό, συνεταιριστικό σαράκι δούλευε στα στομάχια πολλών, φυσικά και του Μεγάλου Ερετικού. Υποθέτω πως του ήταν εντελώς αυτονόητο να μπει δυο χρόνια μετά στην περιπέτεια της συνεταιριστικής «Εφ.Συν.». Κάπως έτσι, μια άλλη ομάδα «πετροβολημένων», καμιά 25αριά ήμασταν, τολμήσαμε το 15ήμερο πολιτικό περιοδικό «ΜΟΝΟ». Γενάρη του 2012 βγήκε το πρώτο τεύχος, εμπνευστής ο δαιμόνιος Νεκτάριος (Λαμπρόπουλος), τα δώσαμε όλα (και λεφτά), αλλά όχι όλοι, γιατί πολλές φορές οι συνεταιρισμοί ερετών εξελίσσονται σε λεόντειες συμφωνίες, άλλοι τραβάνε το κουπί κι άλλοι ρεμβάζουν τη θάλασσα. Έξι μήνες κράτησε εκείνη η συνεταιριστική αποκοτιά που είχε πολλά από τις ιδέες του Μεγάλου Ερετικού, «Γαλέρα» δεν την έλεγες βέβαια, πιο πολύ με τα φουσκωτά των προσφύγων που διεμβολίζει το Λιμενικό έμοιαζε το «ΜΟΝΟ» μας, είχε μια ενθαρρυντική κυκλοφοριακή εκκίνηση, θυμάμαι τα επαινετικά σχόλια του Γιάννη και του Περικλή για το εγχείρημα, που μέσα σε έξι μήνες όμως πήγε να συναντήσει τη «Γαλέρα» στο μεγάλο υποθαλάσσιο νεκροταφείο της ενημέρωσης. Ου παντός πλειν ες Κόρινθον... ΚΙΜΠΙ Η απουσία από τη ζωή ενός δημιουργού είναι ένας άλλος τρόπος να καταλάβεις πόσο σημαντικός ήταν. Μια απουσία όχι μόνο της καθημερινής του δουλειάς στην εφημερίδα, αλλά απουσία και μιας ισχυρής προσωπικότητας με δυναμισμό, ενέργεια, σοφία, αλλά και γενναιοδωρία και φροντίδα για τους νέους δημιουργούς! Το πείραμα της «Γαλέρας» ήταν ένα θερμοκήπιο όπου νέοι σκιτσογράφοι δημιουργούσαν σε κλίμα πλήρους ελευθερίας και ενθάρρυνσης. Τα καλύτερα σκίτσα μου τα είχα φτιάξει ως τότε στη «Γαλέρα», μέσα στο συλλογικό κλίμα άμιλλας αλλά και με το κρυφό καμάρι ότι θα τα δει ο «Δάσκαλος». Γιάννη, θα σε θυμάμαι πάντα! Πέτρος Ζερβός Σκίτσο: Soloup Πριν από λίγο καιρό έχασα τον πατέρα μου. Τα… προεόρτια όμως μιας τέτοιας αναντικατάστατης απώλειας τα ένιωσα δέκα χρόνια πριν με το φευγιό του Γιάννη. Δάσκαλος, εμπνευστής, συνάδελφος και φίλος, αλλά και πολλά περισσότερα πράγματα ακόμα, όχι μόνο για εμένα, αλλά για πολλές και πολλούς που τον γνωρίσαμε, φιλοσοφήσαμε, παρεξηγηθήκαμε και καλαμπουρίσαμε μαζί του. Γιατί δεν ήταν μόνο κορυφαίος γελοιογράφος – με πολιτικοποιημένο σκίτσο και αφοπλιστικά σαρκαστικό και αυτοσαρκαστικό χιούμορ- και άκρως επιδραστικός δημιουργός κόμικς – με τα πρωτοποριακά συνειρμικά μονοσέλιδά του και κυρίως τα έργα του «Τσιγγάνικη Ορχήστρα», «Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης» και «Τυφών» – όσο και μια ξεχωριστή προσωπικότητα. Με τη σοφία αλλά και τις εξάρσεις, την έγνοια για τα πράγματα, τις φωνές, το γέλιο και τις σιωπές κάθε σπάνια ουσιαστικού και βαθιά ειλικρινούς ανθρώπου. Ενός δημιουργού που ήξερε να βάζει το Εμείς – όπως ας πούμε με τον τρόπο που έστησε το περιοδικό «Γαλέρα» – πάνω από την ξελογιάστρα καλλιτεχνική ματαιοδοξία. Τον συμβουλεύτηκα στα δύσκολα και τον συμβουλεύομαι ακόμα. Βαρύτιμος μπούσουλας με επαρκέστατα τρελαμένη βελόνα. Σ’ ευχαριστούμε Γιάννη. Soloup ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΣΧΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΩΝ «Ένα παιδί που κάνει κόμικς δεν είναι αυτό;» Ήταν κάπου στις αρχές του 2006, όταν κόβαμε την πρωτοχρονιάτικη πίτα στα γραφεία της Λέσχης μας. Μερικοί από εμάς, που είχαμε την τύχη να συνεργαζόμαστε και να μαθητεύουμε στη «Γαλέρα» με τον Γιάννη Καλαϊτζή, προσκομίσαμε εκείνη τη βραδιά τα πρώτα τεύχη του περιοδικού. Η υποδοχή που επιφύλαξαν στη «Γαλέρα» οι συνάδελφοι είχε διάφορες αποχρώσεις. Πολλοί τη γνώριζαν από πριν, ως συνεργάτες. Άλλοι, ως αναγνώστες της. Ένας από τους πρεσβυτέρους την κοίταξε και ρώτησε: «Ποιος τη βγάζει; Ο Καλαϊτζής; Ένα παιδί που κάνει κόμικς δεν είν' αυτός;». Τότε ο Καλαϊτζής είχε συμπληρώσει τα 61 του και είχε πάνω από 40 χρόνια στο σκίτσο, την πολιτική γελοιογραφία και τα κόμικς. Ασχέτως της σαρκαστικής προσποίησης άγνοιας, ο κατά δύο δεκαετίες αρχαιότερος ομότεχνός του είχε δίκιο: ο Γιάννης Καλαϊτζής παρέμενε, πράγματι, ένα «παιδί» που ενοχλούσε τους «μεγάλους». Οι καινοτομίες του στην καρικατούρα, στο αντιεξουσιαστικό σκίτσο και στο πολιτικοκοινωνικό κόμικς ήταν σαν την εφευρετική φαντασία των παιδιών που αλλάζουν παιχνίδι, το ίδιο το παιχνίδι και τον κόσμο που το πλαισιώνει. Ήταν εμβληματικός, ταλαντούχος και αγωνιστής ο Γιάννης Καλαϊτζής. Συνάμα ήταν εργασιομανής, τελειομανής και μαχητικός. Μαζί με τον άλλο Γιάννη, τον Ιωάννου, υπήρξαν ανανεωτές, θαυματουργοί και ανάδοχοι της Νέας Πολιτικής Γελοιογραφίας. Ο ένας λίγο πριν κι ο άλλος λίγο μετά τη δικτατορία, είχαν συνδέσει τα βήματα του μοντερνισμού στα εικαστικά, στη θέαση του αστικού τοπίου, στον κινηματογράφο, στα κόμικς και το θέατρο του Παραλόγου, με ό,τι πιο κριτικό, ανατρεπτικό και φρέσκο είχε να δείξει η παγκόσμια λογοτεχνία. Απογείωσαν το πολιτικό σκίτσο στην Ελλάδα και το έκαναν να επισπεύδει, να εγείρει τον ριζοσπαστισμό της Μεταπολίτευσης. Οι νεότερες γενιές χρωστάμε ακόμα πιο πολλά σε αυτούς που τόλμησαν, με φαντασία και ρίσκο, σε μια εποχή πάντως με εύφορες πλαγιές και μια κοινωνία διψασμένη και επιδεκτική για το νέο που καλλιεργούσαν. Μας δίδαξαν, θέλοντας και μη, αλλά και μας «κακομάθανε». Δεν προέβλεπαν ίσως την ξηρασία του τοπίου, την απαξίωση και τη δυσανεξία που θα ακολουθούσε. Στο φευγιό του Γιάννη Καλαϊτζή είχαμε γράψει πως αυτοί οι ευαίσθητοι ποιητές του σκίτσου ήταν σαν τα αηδόνια που συνήθιζαν να έχουν στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην πρώτη κιόλας διάχυση της τοξικότητας, μας άφηναν μόνους. Κι ακόμα χειρότερα από μόνους... Δέκα χρόνια μετά την απώλεια του Γιάννη Καλαϊτζή, νιώθουμε ευγνώμονες που ζήσαμε αυτό το «ενοχλητικό παιδί» ως ομότεχνο, ως συνάδελφο και ως φίλο. Και τον ευχαριστούμε που έβαλε χρώμα στη ζωή μας. ⚪ Ευχαριστούμε την οικογένεια του Γ. Καλαϊτζή για την άδεια αναδημοσίευσης των εικόνων που συνοδεύουν το αφιέρωμα. Το σώμα του γνωστού έργου του Γ. Καλαϊτζή βρίσκεται κατατεθειμένο στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας. Και το σχετικό link...
  2. Ο Περικλής Κοροβέσης δεν είναι πια μαζί μας. Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ την ευγένεια και το χιούμορ του, την πολιτική του σκέψη και δράση, τους ανυποχώρητους αγώνες του, τα βιβλία και τα κείμενά του, την παρέα του. Κι ένας λόγος ακόμα για να τον θυμόμαστε είναι τα κόμικς και οι γελοιογραφίες του Γιάννη Καλαϊτζή. Σε αυτά πρωταγωνίστησε κατ’ επανάληψη ο Περικλής σε αξέχαστους «ρόλους». Ήταν πολύ καλοί φίλοι. Μαζί συζητούσαν για την πολιτική, τη λογοτεχνία, την τέχνη. Μαζί πορεύτηκαν σε πολλούς από τους αγώνες της Αριστεράς. Συνεργάστηκαν στη «Γαλέρα» και αργότερα στην «Εφημερίδα των Συντακτών». Μα είχαν και κάτι ακόμα που τους ένωνε. Ο Περικλής Κοροβέσης ήταν ένα σταθερό «μοντέλο» στα κόμικς και τις γελοιογραφίες του Γιάννη Καλαϊτζή. Ο αγαπημένος μας Γιάννης συχνά-πυκνά στα έργα του επέλεγε τη μορφή του άλλου αγαπημένου μας, Περικλή. «Τυφών», εκδόσεις Κώμος, Θεσσαλονίκη, 1997 Ο Καλαϊτζής το συνήθιζε αυτό για πολλούς από τους φίλους του. Όπως γνωρίζουν πολλοί από τους σταθερούς αναγνώστες του, υπήρχαν κάποια πρόσωπα που λάτρευε να σχεδιάζει. Πολλά από αυτά τα αποκάλυπτε κατά καιρούς ο ίδιος, αλλά και όταν έστησε το εξαιρετικό site www.gianniskalaitzis.gr: ο Τέλης Σαμαντάς, ο Γιάννης Bach Σπυρόπουλος, ο Γιώργος Μασσαβέτας, ο Νίκος Προκόβας και φυσικά ο Περικλής Κοροβέσης δάνεισαν τη μορφή τους σε πρόσωπα των ιστοριών του Καλαϊτζή, σε απρόβλεπτους και παράδοξους ρόλους όπως άλλωστε συνέβη και με άλλους περιστασιακούς πρωταγωνιστές του, πραγματικά ή φανταστικά πρόσωπα (Τάσος Μητρόπουλος, Στέλιος Καζαντζίδης, Καραγκιόζης) ή και πιο μόνιμους που υποδύονταν τον γελοιογραφικό εαυτό τους κατά συγκεκριμένες πολιτικές περιόδους (Cabinet Man, Καρατζαφύρερ, Το Λούκι - Λουκάς Παπαδήμος, Κώστας Καραμανλής στη σειρά Μαρξ και Σπένσερ, Ευάγγελος Βενιζέλος και Γιάννα Αγγελοπούλου πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες κ.ά.). «Τυφών», εκδόσεις Κώμος, Θεσσαλονίκη, 1997 Όμως ο Περικλής Κοροβέσης ήταν μια σταθερή αξία που πάντα απολάμβανε την ακούσια συμμετοχή του σε κόμικς και γελοιογραφίες του καλού του φίλου. Στον «Τυφώνα» (1997), σε έναν από τους μεγαλύτερους ρόλους του, ο Περικλής ήταν ο Σουλεϊμάν Σαλίκ, «γενίτσαρος και μπράβος των προσκαλεσμένων του Αββά» που σπέρνει τον τρόμο λίγο πριν αυτοκτονήσει, σε ένα διονυσιακό παραλήρημα στη Σαντορίνη του 1707, την ώρα που εκρήγνυται το ηφαίστειο. Νωρίτερα, το 1990, ο Περικλής είχε γίνει αρχαίος Έλληνας για τις ανάγκες του εκπαιδευτικού κόμικς «Αναζητώντας τα Χαμένα Δάση», μια ιστορία σε ανάθεση της περιφέρειας της Προβηγκίας για τα δάση της Νότιας Ευρώπης που δεν κυκλοφόρησε ποτέ στα ελληνικά, καθώς η τότε ελληνική κυβέρνηση απαίτησε την απόσυρσή της επειδή σε κάποιον χάρτη του εσωφύλλου αναφερόταν η απαγορευμένη τότε λέξη «Μακεδονία» για τη γειτονική μας χώρα. «Αναζητώντας τα Χαμένα Δάση», ακυκλοφόρητο, 1990 Ένας από τους μεγαλύτερους ρόλους του σε κόμικς όμως, ήταν και ο τελευταίος του στην επίσης τελευταία σειρά κόμικς του Γιάννη Καλαϊτζή που είχαμε την τιμή να φιλοξενήσουμε στο Καρέ Καρέ. Στη σειρά «Μπον και Βιβέρ» ο Κοροβέσης έγινε ο Βιβέρ, ο ένας από τους δύο πένητες και περιπλανώμενους κλοσάρ που διατηρώντας τον σαρκασμό και το χιούμορ τους, φιλοσοφούν περί συνταγών και μαγειρικής δίπλα σε κάδους σκουπιδιών, αναζητώντας ένα σάπιο καρότο, ένα μισό κρεμμύδι, ένα σπασμένο πασχαλινό αυγό για να χορτάσουν. «Μπον και Βιβέρ», δημοσιευμένο στο «Καρέ Καρέ» της «Εφ.Συν.», 2014 Μια σύντομη εμφάνιση είχε κάνει και στο «Πέλαγος της Μποτίλιας», μια χιουμοριστική και πιο ενήλικη, ντελιριακή εκδοχή του «Little Nemo in Slumberland» του Winsor McCay αλλά με μπόλικο αλκοόλ, ως Βαζιβουζούκος φρουρός στο παλάτι της όμορφης Νουχτένα. «Πέλαγος της Μποτίλιας», δημοσιευμένο στο «Εννέα» της «Ελευθεροτυπίας», 2001 Τέτοιες «cameo» εμφανίσεις έκανε ο Περικλής και σε πολλές γελοιογραφίες του Καλαϊτζή. Σε μια από αυτές περίμενε στωικά στην ουρά, μαζί με άλλους αγωνιστές και διαμαρτυρόμενους, για να μπει στο «Θάλαμο Ελεύθερης Διαδήλωσης», σε μια σάτιρα των κατασταλτικών μηχανισμών που επιχείρησαν να ποινικοποιήσουν τις κοινωνικές διεκδικήσεις με πρόσχημα τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. «Θάλαμος Ελεύθερης Διαδήλωσης», «Ελευθεροτυπία», 2003. Αναδημοσιεύεται στο «2000 στα 4», εκδόσεις Άγρα, 2003. Λίγο νωρίτερα, την περίοδο που μερίδα του ελληνικού Τύπου έπαιρνε γραμμή από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης για τα θέματα που αφορούσαν την οργάνωση «17 Νοέμβρη» και οι φυλλάδες (το «Στρατόπεδο Υλάρχου Τραγκαουνάκη» κατά Καλαϊτζή) «έδιναν», σωρηδόν και αναπόδεικτα, ονόματα αριστερών ως «τρομοκρατών», ο Περικλής μετατράπηκε σε «εμπόρευμα» μαζί με τη γραφομηχανή του για την «Ψώρα», την «SSpresso», το «Straffi News» και το «Α2 Τσάνελ», σε μια ακόμα από τις πολλές παρουσίες του στα έργα του μεγάλου γελοιογράφου και δημιουργού κόμικς. «Τι σε νοιάζει κυρά μου;», «Ελευθεροτυπία», 2002. Αναδημοσιεύεται στο «Γιαταλεφτά Νοέμβρη», εκδόσεις Λιβάνη, 2002. Ο Περικλής μπορεί να μας άφησε. Αλλά τα έργα του Γιάννη Καλαϊτζή αποτελούν μια ακόμη αφορμή για να τον θυμόμαστε. Πάντα χιουμορίστα. Πάντα αγωνιστή. Και κάποιες φορές πρωταγωνιστή σε υπέροχα κόμικς και μαχητικές γελοιογραφίες. Ευχαριστούμε θερμά την οικογένεια του Γιάννη Καλαϊτζή για την ευγενική παραχώρηση των δικαιωμάτων χρήσης των εικόνων αυτού του αφιερώματος. Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.