Jump to content

Interactive Novel [ Βγάλτε τον συγγραφέα που κρύβεται μέσα σας... ]


Recommended Posts

ΚΑΝΟΝΕΣ:

 

Το Interactive novel είναι ένα είδος μυθιστορήματος που θα γράφουμε παρέα, ο ένας δίνει σκυτάλη στον επόμενο, και καλό είναι να την δίνει σε σημεία που ο επόμενος θα έχει πλήθος επιλογών για να προχωρήσει, όποιος θέλει να γράψει την συνέχεια καλό είναι να βάζει ένα ποστ που να μας ενημερώνει ότι γράφει την συνέχεια για να μην γράψει κάποιος άλλος πριν από αυτόν, αν όμως περάσει πάνω από 2 ώρες από την στιγμή που έβαλε το ποστ τότε κάποιος άλλος θα έχει το δικαίωμα να γράψει την συνέχεια.

 

-Προσπαθήστε να κρατάμε ένα καλό νόημα στην ιστορία

-Μην κάνετε άσκοπα ποστ

-Μην κάνετε modify τα ποστ σας εκτός κι αν είναι για ορθογραφικά ή γραμματικά λάθη

-Να προσπαθείτε κάθε ποστ να είναι 200-500 λέξεις

-Παρακαλώ κάποιον admin να βοηθάει στο να κρατήσουμε το θέμα στα πλαίσια του επιτρεπτού ή αν γίνεται να μου δώσει δικαιώματα στο συγκεκριμένο θέμα για να μην τον απασχολώ.

 

Κάνω εγώ την αρχή και εύχομαι καλή συνέχεια και καλή διασκέδαση!!!!

 

Εδώ βρίσκεται το Novel ολόκληρο , θα ανανεώνεται σχεδόν καθημερινά

Interactive_Novel_Chapter_1_Complete.doc :update: 15/04

 

Για σχόλια,παρατηρήσεις,συζήτηση και off topic σχετικά με το Novel εδώ

Edited by Argail
Link to post
Share on other sites

Ο αέρας φύσαγε με μανία τα πλοία που είχαν αγκυροβολήσει στο λιμάνι, κοιτώντας γύρω είδα και πάλι τα ίδια πλοία με χτες, πολύ δυνατός άνεμος δεν άφηνε τίποτα να φύγει σκέφτηκα, οι ψαράδες είχαν να βγουν για να ρίξουν τα δίχτυα τους πάνω από μία εβδομάδα, φαίνεται πως ούτε αυτή θα είναι η μέρα που θα σαλπάραμε, κοίταξα τους συντρόφους μου και αναλογίστηκα για λίγο πως κατέληξα να βρίσκομαι μέσα σ’ αυτή την τόσο περίεργη παρέα, εγώ, ένα μισοξωτικό που το μόνο που με ενδιέφερε κάποτε ήταν να παίζω μουσική, να τραγουδάω, να γράφω ποιήματα και να λέω ιστορίες για να διασκεδάζω τον κόσμο, κοιτούσα τώρα τον Έντγκαρ, ήταν ψηλός και γυμνασμένος, θα νόμιζες ότι μία λαβή του είναι αρκετή να σκοτώσει άνθρωπο χωρίς καν να βάλει δύναμη, κι όμως αυτός ο ρωμαλέος γίγαντας μου έκανε συντροφιά εδώ και πολύ καιρό και παρά την υπεράνθρωπη δύναμη του είχε πολύ ευγενική καρδιά, αν και δεν μπορώ να πω ότι σκεφτότανε πάντα με τον σωστότερο τρόπο.

 

Ήταν πριν περίπου δύο χρόνια που τον συνάντησα, περπατούσα θυμάμαι από την πόλη Τρίγα προς την πόλη Κράντροκ, ήταν περίπου δέκα μέρες δρόμος και από την δεύτερη μέρα συναντήθηκα με ένα μικρό καραβάνι όπου συμφώνησαν να μου δίνουν ένα πιάτο φαΐ αρκεί να τους διασκέδαζα τα βράδια, ήταν κάπου την έκτη νύχτα του ταξιδιού κι αφού είχαμε τελειώσει με το φαΐ και την μουσική ξαπλώσαμε να κοιμηθούμε. Πρέπει το φεγγάρι να βρισκότανε στα μισά της διαδρομής του όταν άκουσα τον Γκροντ που φύλαγε σκοπιά να φωνάζει...

Link to post
Share on other sites

Η κακοψημένη χήνα που είχα φάει νωρίτερα, χτύπησε τον οισοφάγο μου δυνατότερα και από σφαλιάρα του Παπαγιανόπουλου στον Τζανετάκο.

 

Κάτι σημαντικό θα είναι, σκέφτηκα. Ο Γκρόντ δεν θα έκανε τόσο σαματά για το τίποτα.. Παράτησα τη φωτιά που με ζέσταινε και τα όνειρα για την κόρη του κάπελα, που με είχε ζεστάνει το προηγούμενο βράδυ και πήγα κοντά του. Παρ’ ‘όλο που έκανα αρκετή φασαρία και τον έβριζα για το ξεβόλεμα που μου είχε προσφέρει, ένα τόσο κρύο βράδυ, ο Γκρόντ δεν αντιδρούσε. Το γεγονός αυτό με γέμισε με ανησυχία πιο γρήγορα και απ όσο μπορεί να πει κάποιος «Ραμπελτσινκιν».

 

Η βραδινή ομίχλη που ήταν πιο πηχτή και από πουτίγκα, δε με άφησε αρχικά να διακρίνω ούτε το άψυχο κορμί του, ούτε τη λιμνούλα από αίμα που είχε αρχίσει να σχηματίζεται δίπλα του, ποτίζοντας τους πανσέδες που ανέμελα φύτρωναν στο πλάι του καρόδρομου.

 

Το σοκ με έκανε να φέρω το δεξί μου χέρι στη λαβή του σπαθιού μου, χωρίς να το πολύ σκεφτώ….

 

Κοίταξα γρήγορα δεξιά και αριστερά, αλλά δεν μπόρεσα να δώ τίποτα περισσότερο από τη σκιά μου να χορεύει, από μια φωτιά που τρεμόπαιζε ασθμαίνοντας σαν παλιάμαξο που ανεβαίνει ένα δρόμο στο Πολύγωνο.

 

Ξαφνικά η ματιά μου έπεσε πάνω σε ένα τσεκούρι, βολικά κρυμμένο πίσω από τη ρόδα ενός από τα κάρα μας. Ένα τσεκούρι που γνώριζα πολύ καλά…

 

 

Μια κραυγή βγήκε από το στόμα μου…. ΕΝΤΓΚΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΡ

Link to post
Share on other sites

Τι παράξενο σκέφτηκα, καθώς ακόμα αντηχούσε στα αυτιά μου η κραυγή που είχα ξεστομίσει. Το πέρασμα απο τη γλυκιά βραδιά στην παγερή νύχτα είχε γίνει με την κραυγή του Γκρόντ. Το πέρασμα, απο την φρίκη μου για το άψυχο κορμί του συντρόφου και συνοδοιπόρου μου, στον παραλογισμό που δημιουργούσε στο μουδιασμένο μου μυαλό αυτή η εικόνα του εγκατελειμμένου τσεκουριού, είχε γίνει με τη δική μου κραυγή.

Χωρίς να προλάβω να αρθρώσω άλλη λέξη, ο καλόκαρδος γίγαντας βρισκόταν δίπλα μου, σαφώς μισοζαλισμένος ακόμη απο την αγκαλιά του Μορφέα.

-Τι συνέβη, με ρώτησε.

Η φωνή του βαριά, μα και γλυκιά όπως πάντα, ακούστηκε και ενεργοποίησε το νού μου. Συλλογιζόμενος αν μπορεί να είναι αλήθεια, εξακολούθησα να κοιτώ σιωπηλός προς την κατεύθυνση που είχα εντοπίσει αρχικά το τσεκούρι. Σήκωσα μάλλον απρόθυμα το χέρι μου καθώς δεν ήθελα να πιστέψω ότι ο ιδιοκτήτης του τσεκουριού μπορεί να ήταν ακόμη ζωντανός και έδειξα προς την κατεύθυνση του κάρου.

-Τι είναι, με ξαναρώτησε.

Η ερώτηση του με ένα ξεκάθαρο τόνο απορίας αυτή τη φορά με έβγαλε απο τα μονοπάτια του μυαλού και με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι το τσεκούρι δεν ήταν πλέον εκεί.....

Edited by turbovolos
Link to post
Share on other sites

"Έντγκαρ, που είναι το τσεκούρι σου;" ξεφώνησα.

Ο Έντγκαρ έκανε κίνηση να το πιάσει αλλά τα δάχτυλά του έπιαναν τον αέρα, έμεινε αποσβολωμένος να με κοιτάει.

"ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΝΤΓΚΑΡ;" ξαναφώναξα για να τον συνεφέρω, αυτός όμως κοίταγε το πτώμα του Γκροντ , ψελλίζοντας μου λέει "Δε...δεν ξέρω, εδώ το είχα όταν ξάπλωσα."

"Μάζεψε τους καλύτερους πολεμιστές, θα πάμε να βρούμε ποιος το έκανε." Είπα, και ούτε εγώ δεν πίστευα ότι μπλέχτηκα σε αυτό αλλά ήμουν τόσο ταραγμένος που έκανα κινήσεις χωρίς να σκεφτώ.

Πέντε λεπτά αργότερα στεκόμασταν μαζεμένοι εγώ, ο Έντγκαρ, η Σέρια, ο Χόραν και ο Σίντο, με την βοήθεια στης Σέρια που ήξερε από ιχνηλασία ακολουθήσαμε τα σημάδια που οδηγούσαν από το πτώμα και προς το δάσος, η Σέρια μας διαβεβαίωσε ότι δεν πρόκειται για ανθρώπινο πλάσμα , έτσι με τα νεύρα όλων τεντωμένα και τις αισθήσεις μας σε πλήρη λειτουργία μπήκαμε στο δάσος και ακολουθούσαμε τα ίχνη.

 

Μετά από αρκετή ώρα στεκόμασταν στην είσοδο μιας σπηλιάς, η Σέρια μας έκανε νόημα να κάνουμε ησυχία και μας έδηξε μέσα, μάλλον εκεί οδηγούσαν τα ίχνη, αργά και προσεκτικά μπήκαμε μέσα και το πρώτο πράγμα που είδαμε ήταν...

Edited by Argailwall
Link to post
Share on other sites

το πτώμα μιας νεράιδας με το κρανίο ανοιγμένο και γεμισμένο με ξερατά και φύκια στο κέντρο ενός πεντάλφα τις κορυφές του οποίου σημάδευαν μισοφαγωμένα ντολμαδάκια. Ο Χόραν, ο ομοφυλόφιλος μάγος νάνος της κομπανίας, έσκυψε και το περιεργάστηκε.

 

«Είναι τελετή επίκλησης του δαίμονα Μα-Κι, γνωστή μόνο σε όσους έχουν μαθητεύσει δίπλα στον Σαχίντ της Τρίγας»

 

Το στομάχι μου έσφιξε στο άκουσμα του Σαχίντ. Το παρελθόν μου γύριζε να με καταδιώξει. Ένοιωσα τα μάτια όλων να καρφώνονται πάνω μου. Όλοι ξέραν γιατί έφυγα από την Τρίγα… ή έστω αυτά που τους είχα πει. Έβγαλα από τη ζώνη μου το φλασκί με το τσίπουρο και τράβηξα δυο γερές γουλιές. Αν ήθελα να βγω ζωντανός από αυτή την ιστορία, έπρεπε να σκεφτώ γρήγορα.

 

«Την έχω ξαναδεί» είπε ο Σίντο, βγάζοντας με προσωρινά από το δίλλημα. «Με άλλο μαλλί όμως. Την είχαμε γαμήσει εγώ και η Σέρια πριν από μισό φεγγάρι στο καπηλειό του κάπτεν Τζιμ. 5 δηνάρια για μια βραδιά και τους δυό μας. Είχε έρθει στο τραπέζι μας και μας τριβόταν. Νόμισα ότι ήταν άλλο ένα νυμφίδιο εκεί μέσα, αλλά αυτό δεν μπορεί να είναι σύμπτωση»

 

«Θα έπρεπε να το είχαμε καταλάβει» συμπλήρωσε η Σέρια. «Καμία νεραιδόπορνη δεν χτυπάει τα φτερά της τόσο γρήγορα όταν φτάνει σε οργασμό»

 

Ασυναίσθητα τσίμπησα ένα ντολμαδάκι. Πάντα όταν τρώω χήνα το βράδυ, ξυπνάω με λιγούρα και το μισάνοιχτο κρανίο μου είχε ανοίξει κι άλλο την όρεξη. Χάθηκε όμως να ήταν γιαουρτλού? Από τη γαστρονομική ονείρωξη με έβγαλε…

Link to post
Share on other sites

....ο δαιμονισμένος κρότος μιας αστραπής. Κοιτάζοντας προς την είσοδο της σπηλιάς είδα ότι έξω είχε αρχίσει να πέφτει μια ορμητική βροχή.

 

-Σκατά, σκέφτηκα, μάλλον πρέπει να λουφάξουμε σε αυτή τη βρωμερή τρυπα για λίγο, κι αμέσως κατέβασα μερικές γερές γουλιές από το φλασκί μου. "Δε γαμιέται", σκέφτηκα.

Διάλεξα μια χορταριασμένη γωνία, έβγαλα το φλάουτο κι ετοιμάστηκα για μια μισοξωτική ονείρωξη.

 

Η Σέρια και ο Σίντο έπιασαν μια απόμακρη γωνία κι άρχισαν τα χαμουρέματα. Είχα την ανησυχία ότι η αδερφάρα ο Χόραν θα εχει ορέξεις και θα λιμπιζόταν τον μπρατσαρά φίλο μου, τον Έντγκαρ, αλλά ο μάγος φαινότανε ιδιαίτερα προβληματισμένος με την όλη φάση.

Έβγαλε κάτι συμπράγκαλα από το ταγάρι του και κάθισε ανακούρκουδα μπροστά από το νεραϊδοκούφαρο που ήδη είχε αρχίσει να αποσυντίθεται με τους γοργούς ρυθμούς που συνηθίζουν τα άψυχα κορμία των νεράιδων.

Ο Έντγκαρ πάλι καθόταν ανέκφραστος μπροστά στην είσοδο της σπηλιάς και χάζευε με ανοιχτό το στόμα τη λασπουριά που δημιουργούσαν τα ορμητικά νερά. Έμοιαζε σχεδόν σαν να προσπαθούσε να σκεφτεί κάτι , πράγμα που θα μου προξενούσε ιδιαίτερη έκπληξη μια και συνήθως οι μόνες σκέψεις που κατάφερνε να ολοκληρώσει ο αγαθός γίγαντας αφορούσαν το περιεχόμενο των γευμάτων του.

 

Γρήγορα κατάλαβα ότι ματαιοπονούσα με το φλάουτο και ότι ο παφλασμός της βροχής και οι αστραπές εμπόδιζαν κάθε ήχο παρόλο που ξεφυσούσα με όλη μου τη δύναμη.

 

Πρέπει να κόψω το γαμημένο το μπάφο σκέφτηκα και σηκώθηκα να περιεργαστώ τον χώρο της αναγκαστικής διαμονής μας.

 

Πιο πέρα η Σέρια βόγκαγε λες και τη σκίζανε, κάτι που τελικά μάλλον γινότανε, ενώ ο Χόραν έλεγε κάτι ακατάληπτες ασυναρτησίες προσπαθώντας να ταξινομήσει σε μαγικές διατάξεις τα ντολμαδάκια που έβγαζε από το ανοιχτό κρανίο του νεραϊδοπούτανου.

 

Προχωρησα στο βάθος και άρχισα να ψηλαφίζω τα τοιχώματα της σπηλιάς όταν ξαφνικά ένοιωσα το πόδι μου να τυλίγεται σε μια τριχιά .

"Τι δια..." φώναξα , και ένιωσα το έδαφος να υποχωρεί. Άρχισα να κουτρουβαλίζομαι σε ένα κατηφορικό λαγούμι , μέχρις ότου προσέκρουσα σε ένα μαρμάρινο, όπως διαπίστωσα αργότερα, τύμβο. Βογκώντας και προσπαθώντας να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου, ανάλωσα στα γρήγορα όλο το ρεπερτόριο της ξωτικόγλωσσας σε βρισιές και κατάρες και άνοιξα τα μάτια μου.

Αυτό που είδα...

Link to post
Share on other sites

…δεν το φανταζόμουν ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα. Δίπλα από το μαρμάρινο τύμβο εμφανίστηκε ξαφνικά μέσα σε ένα σύννεφο καπνών και αστραπών μια περίεργη μεταλλική άμαξα χωρίς άλογα. Πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τι ακριβώς είχε συμβεί, ανοίγει η πόρτα της περίεργης αυτής άμαξας. Ψιλοχεσμένος από το φόβο μου, κρύβομαι πίσω από κάτι χαλάσματα και περιμένω να δω ποιος θα εμφανιστεί.

 

Το να έβλεπα τίποτα μισοξωτικά, δαιμονικές νεράιδες ή έστω Οργκ, ήταν σίγουρα πιο αναμενόμενο από αυτό που είδα. Από την πόρτα ξεπρόβαλαν δύο πάπιες!! Η μία φορούσε μια περίεργη γαλάζια στολή με ένα γαλάζιο σκούφο και η άλλη μια προβιά σαν αυτή που φοράνε οι Αγριάνθρωποι στις σπηλιές των Καταραμένων Βουνών.

 

- Μάλλον τελικά δεν έπρεπε να δοκιμάσω εκείνο τον μπάφο που μου είχε φέρει ο ξάδερφος από το μακρινό βασίλειο των Ζωνιανών, σκέφτηκα.

 

Τότε η πάπια με τη γαλάζια στολή, γύρισε προς το μέρος μου και μου μίλησε (!!) με τσαμπουκαλεμένο ύφος.:

 

- Ξέρεις που μπορούμε να βρούμε ένα μηχανικό για να επισκευάσει τη χρονομηχανή μας? Η Ούνα (έτσι μάλλον έλεγαν την άλλη πάπια) είναι τόσο άγαρμπη, που κάτι μάλλον έσπασε!

 

Προσπάθησα να απαντήσω, αλλά το μόνο που βγήκε από το στόμα μου ήταν ένα : Εεεεε… με ένα μάλλον χαζό ύφος, σαν αυτό που έχει ο Πάτρικ ο Αστερίας όταν παραγγέλνει καβουροπάτυ.

 

- Ίσως ο Χόραν ο Μάγος να μπορεί να σας βοηθήσει. Αυτός συνήθως βρίσκει λύσεις για όλα, είπα.

 

Ανεβήκαμε με λίγη δυσκολία το λαγούμι και επιστρέψαμε στην σπηλιά που ήταν οι υπόλοιποι, οι οποίοι δεν είχαν καν πάρει χαμπάρι ότι είχα εξαφανιστεί. Με το που βλέπει η Σέρια τα δυο παπιά…

Link to post
Share on other sites

έχασε το έδαφος κάτω απ'τα πόδια της! Είναι δυνατόν? Αυτή που την αποκαλούσαν "Ούνα" ήταν η χαμένη της ξαδέρφη από το....αποκλείεται, συλλογίστηκε και απλά ντύθηκε και συμφώνησε να πάνε όλοι μαζί στο κάστρο του Μάγου Χώραν, πατέρα του νάνου συνταξιδευτή τους, γιατί ο ίδιος δεν μπορούσε να βοηθήσει.

 

Στο δρόμο όμως δεν μπορούσε να ξεχάσει τις ασύνδετες εικόνες που είχανε μείνει σφηνωμένες στο μυαλό της, σαν απομεινάρι ενός ξεχασμένου παρελθόντος...

 

Μια κωμόπολη που δέχεται επίθεση από έναν άγνωστο εχθρό. Η Σέρια μικρή να τη σέρνει τραβώντας τη δυνατά από το χέρι μία γυναίκα με μισοκαμμένο κουρελιασμένο ρούχο. Τα γυναικόπαιδα να τρέχουν πανικόβλητα σε διάφορες κατευθύνσεις ποδοπατώντας ό,τι βρίσκουν μπροστά τους. Ένας αέρας που μυρίζει θάνατο και μια ατμόσφαιρα αποπνικτική. Αίμα, καμμένη γη και μια αλλόκοτη γεύση από μέταλλο. Μέταλλο ταλαιπωρημένο, εμποτισμένο από το αίμα των θυμάτων του. Αλλά δεν φαίνονται καθόλου ο εχθρός. Ξαφνικά όλα παγώνουν. Ο χρόνος σταματάει. Βλέπει τη γυναίκα που πασχίζει να τη σώσει να την αφήνει και να ξαπλώνει με ένα βλέμμα γουρλωμένο χωρίς να προλάβει να πει τίποτα. Ψυχοραγεί. Απλώνει το χέρι της. Θέλει κάτι να της πει. Το πραγματικό της όνομα. Τη λένε Άρ...

 

Και τότε ένα πρωτοφανές ωστικό κύμα σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του! Τα πάντα κονιορτοποιούνται. Όχι. Δεν είναι δυνατόν, σκέφτεται. Μόνο αυτή και τα παιδιά μένουν ανέγγιχτα. Ένα νέφος σκεπάζει τότε την πόλη και οι μικροί επιζήσαντες λιποθυμάνε. Το τελευταίο πράγμα που βλέπει η μικρή Σέρια είναι μια σκια. Είναι ψηλότερη και από τους Γίγαντες Γλεντοθόαν. Ακούγονται μεταλλικά εξαρτήματα να τρίζουν κάνοντας έναν εκκοφαντικό θόρυβο που συντρίβει τα πάντα γύρω τους. Αυτό που αχνοφαίνοταν δεν ήταν από αυτό τον κόσμο.....

 

Ξάφνου όμως διέκοψε την αναπόλησή της, γιατί πλησιάζαν στο επικίνδυνο μέρος της διαδρομής τους: για να φτάσουν στο κάστρο του Γέρο-Χώραν έπρεπε πρώτα να περάσουν μέσα από τη γη του τρελού ετεροθαλή αδερφού του Χόραν, του Δενχώραν, από όπου κανένας δεν κατόρθωσε να επιστρέψει. Τουλάχιστον ζωντανός.......

Edited by DJO
Link to post
Share on other sites

...γιατί η γη αυτή ήταν ένα πελώριο δάσος που κατοικούταν από διανοητικά καθυστερημένους νάνους και για να περάσεις έπρεπε να καταφέρεις να ζητήσεις τις οδηγίες τους για τα μονοπάτια και την έξοδο από αυτό, συνήθως το μόνο που κατάφερναν οι ταξιδιώτες ήταν να κάνουν κύκλους μέχρι να μακρύνουν τόσο πολύ τα γένια τους και να μπουρδουκλωθούν και να πέσουν κάτω αναίσθητοι, εμείς όμως είχαμε βάλει στόχο να περάσουμε, μετά από μερικά μέτρα είδαμε τον πρώτο νάνο, ήταν πιο ψηλός κι από τον Έντγκαρ.

 

"Μάλλον ψάχνετε οδηγίες για να περάσετε το δάσος;" Μας είπε, κοιτώντας γύρο είδα ότι κανείς δεν είχε σκοπό να μιλήσει και έτσι πήρα τον λόγο.

 

"Όχι, απλά ψάχνουμε τον πιο ψηλό νάνο, και μάλλον τον βρήκαμε..."

 

Ο νάνος απόρησε, μάλλον δεν περίμενε αυτή την απάντηση, ήξερα ότι τον είχα μπερδέψει για τα καλά, πήρε μια έκφραση ίδια με αυτή που παίρνει ο Έντγκαρ όταν ανακαλύπτει ότι τέλειωσε το φαί, έπρεπε να σκεφτώ γρήγορα...

 

"Είσαι παγκοσμίως διάσημος, αλλά για να μπορέσεις να μοιράσεις αυτόγραφα πρέπει να βγούμε από το δάσος και να πάρουμε την άδεια του αφέντη σου του Δενχώραν, οδήγησε μας σε αυτόν."

 

Έτσι ξεκινήσαμε το περπάτημα πάλι, πάνω που σκεφτόμουν ότι έπρεπε να κάνουμε διάλλειμα για να αλλάξω κάλτσες, δεν πειράζει όμως, την επόμενη φορά θα τις αλλάξω.

 

Είκοσι λεπτά αργότερα στεκόμασταν στην πύλη της παράγκας του Δενχώραν μία ταμπέλα μας προειδοποιούσε:

"Εδώ μένει ο Δενχώραν, αν αγαπάς την ζωή σου φύγε, αν όχι να ξέρεις ότι ο Δενχώραν είναι πρωταθλητής κατανάλωσης σκορδαλιάς και μία μόνο ανάσα του σκοτώνει βούβαλο..."

 

Έπαιξα την μαγική μελωδία μου στα φορητά Drums-in-a-box που έχω πάντα μαζί μου, και μία φούσκα προστασίας μας κύκλωσε, να σε δω τώρα Δενχώραν, σκέφτηκα και οπλισμένος με θάρρος, τόλμη και τις μπαγκέτες από τα ντραμς έδωσα μία κλοτσιά στην πόρτα...

Edited by Argailwall
Link to post
Share on other sites

...η πόρτα όμως δεν άνοιξε, και βρέθηκα πίσω πεσμένος να καταριέμαι τη στιγμή που δεν δοκίμασα το πόμολο πρώτα. Πράγματι οι υπόλοιποι φάνηκαν πιο έξυπνοι και ξεκίνησαν να μπαίνουν δειλά-δειλά στην παράγκα του τρομερού Δενχώραν. Μας υποδέχτηκε ένας υπηρέτης. "Από εδώ κυρίες και κύριοι" μας είπε.

 

Από μέσα η παράγκα ήταν ένα σωστό ανάκτορο. Το ταβάνι ήταν στα 4 μέτρα και από εκεί κρέμοταν ζωντανοί νάνοι οι οποίοι κρατούσαν κεριά. Το πάτωμα ήταν από μάρμαρο φερμένο από χώρες άγνωστες και γυάλιζε τόσο πολύ που η Ούνα τρόμαξε τόσο που τα πούπουλα της σηκώθηκαν όρθια. Φτωχό πλάσμα. Ποιος ξέρει ποια κατάρα μετέτρεψε αυτά τα 2 πλάσματα σε παπιάνθρώπους. Στην ζωή μου είχα δει λυκάνθρώπους, ζόμπι, και άλλες ψυχές καταραμένες αλλά η οργή στα μάτια της άλλης πάπιας που μας συστήθηκε ως Ντόναλντ, με έκανε να μη θέλω καν να σκεφτώ από τον τρόμο μου το τι τους κυνηγούσε και τι τους καταράστηκε. Το παπί σίγουρα είχε πρόβλημα με τα νεύρα του.

 

Ακολουθήσαμε έναν ατελείωτο διάδρομο που δεξιά και αριστερά υπήρχαν αγάλματα γυμνων νάνων σε αλλόκοτες στάσεις καθώς και πίνακες που οι παραστάσεις τους ήταν τόσο παράξενες που σε έπιανε πονοκέφαλος. "Μη δίνετε σημασία" μας είπε ο συνοδός μας. Κάποτε είχαμε συλλάβει ένα ξωτικό που προσπάθησε να μας πείσει ότι ήταν ζωγράφος. Ο Δενχώραν δέχτηκε να του χαρίσει τη ζωή αν πετύχαινε εκείνος το μεγαλείο του άρχοντά μας σε έναν πίνακά του. Τελικά ο άρχοντάς μας τον εκτέλεσε θεωρώντας κοροϊδία την δικαιολογία του ζωγράφου πως τάχα ήταν εξπρεσιονιστής, και κρατησε τους πίνακές του για παραδειγματισμό, δίπλα στο κεφάλι του φτωχού ηλιθίου". "Το τίμημα της τέχνης" σκέφτηκα από μέσα μου και συνέχισα την πορεία μου μέσα στο μακρύ διάδρομο μαζί με τους συντρόφους μου περνόντας δίπλα από μια γυάλα γεμάτη με ένα πράσινο υγρό και το κεφάλι του ζωγράφου με ζωγραφισμένο ένα θλιμμένο ύφος. "Ευτυχώς που εγώ ειμαι κυβιστής" σκέφτηκα και κάγχασα δυνατά σκεπτόμενος την εντύπωση που θα έκαναν οι πίνακές μου σε συνοδεία με τα μελωδικά άσματά μου στον βάρβαρο άρχοντα, σίγουρος για τον εαυτό μου. Έφαγα φλασιά και θυμήθηκα το κονσέρτο μου σαν σαπόρτ στον ξακουστό βάρδο Κακοφωνίξ στην Μαγευτική Λουτετια. Τι θρίαμβος κι αυτός. Άραγε να με θυμάται κανείς;

 

"Φτάσαμε" είπε ο υπηρέτης και άνοιξε την πόρτα δειλά. Αποφάσισα να μπω πρώτος. Μπαίνοντας άκουσα μια βροντερή φωνή: "Μα τον τζανετάκο, εσύ δεν είσαι....

Edited by CortoMaltese
Link to post
Share on other sites

...αυτός ο πουτάνας γιος, ο μισοξωτικός τσαρλατάνος, ο Καμπούκι...

 

Κατά κανόνα είμαι ένα αισιόδοξο μισοξωτικό που συνηθίζει να εστιάζει στη φωτεινή μεριά των πραγμάτων. Οφείλω να παραδεχτώ όμως ότι μόλις αντίκρισα τον γουρουνομούρη δασύτριχο παιδοβούβαλο που είχε γουρλώσει τα μάτια λες και του 'χε κάτσει στο λαιμό καρπουζόφλουδα, οι κνήμες με τις περόνες των ποδιών μου άρχισαν να συμπεριφέρονται σαν τις μπαγκέτες μου στο ρυθμό της Τριγιανής μπόσα ρούμπα..

 

-Εσύ είσαι ο Δενχώραν; τραύλισα και καταλαβαίνοντας ότι την είχαμε πουτσίσει από χέρι, εκσφενδόνισα με απελπισία τις μπαγκέτες μου με κατεύθυνση τα μάτια του βρομύλου άρχοντα του Πύργου.

 

-Έντγκαρ , γρήγορα! πρέπει να φύγουμε από δω μέσα ούρλιαξα, αλλά μέχρι να πάρει μπρος ο βραδύνους βουβαλόπαις, βρεθήκαμε κυκλωμένοι από δεκάδες λόγχες έτοιμες να μας διακορεύσουν.

 

-Κρατώντας το δεξί του μάτι που αιμορραγούσε πιτσιλίζοντας τον τόπο (θυμίζοντας μου ένα θεατρικό δρώμενο του Βρομέρο που είχα δει κάποτε στο μακρινό Ερντογάν), ο Δενχώραν γρύλιξε σαν οργισμένος ταύρος .

 

-Πιάστε αυτό το μυξάρχιδο και περάστε του ότι αλυσίδα είναι διαθέσιμη στα 10 βασίλεια της Χαμοστέρνας, μούγκρισε και εγώ άρχισα να μην αισθάνομαι καθόλου καλά.

 

-Τον ξανθοτρίχη βάλτε τον στο ορυχείο και φροντίστε να ξεχάσει τι χρώμα έχει η μέρα, πρόσταξε και αίφνης μια διμοιρία από κακομούτσουνους φρουρούς έβγαλε τον Εντγκαρ από το δωμάτιο.

 

Γυρίζοντας προς τον Σίντο, είπε:

- Πάρτε τον και πηγαίντε τον στον Λειψαρχίδη και φροντίστε να του στερήσετε τα προσόντα που δεν είναι απαραίτητα για μια σταδιοδρομία στο σώμα των Ευνούχων.

 

Το χρώμα του Σίντο άλλαξε καμιά δεκαριά φορές πριν του χώσουν το κεφάλι σε μια σακούλα με κόπρανα και τον απομακρύνουν κακήν κακώς.

 

-Αυτήν εδώ, έδειξε τη Σέρια, να την πάτε στη σκηνή των αξιωματικών, ένα δωράκι από μένα.

- Θα φας το γαμίσι της ζωής σου πουτανίτσα , της ψιθύρισε ένας φρουρός κι η Σέρια, που ακούγοντας πριν λίγο την τύχη του Σίντο ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει, αίφνης βρήκε τη χαμένη ζωντάνια της και συγκρατήθηκε για να μη της ξεφύγει ένα χαμόγελο προσμονής.

 

- Αυτοί οι δύο νάνοι, είπε ο Δένχωραν, στρεφόμενος προς τον απαθή ακόμα παπιόμορφο Ντόναλντ και το πριμιτιφ πουλερικό που φερότανε ως φιλενάδα του και προσέχοντας τους για πρώτη φορά...

 

- Μα τα κόκκινα μουστάκια της γαϊδούρας μου! Τι διάολο δαιμόνια είναι τούτα δω...

 

- Πάπιες είμαστε και μάλιστα από το μέλλον, σμπαρακουάκ, έσκουξε ο Ντόναλντ.

- Ούνα, ούνα , είπε η Ούνα!

 

- Δεν ξέρω που στον πούτσο είναι αυτό το μέλλον είπε ο Δενχώραν, αυτό που ξέρω είναι ότι πάτε και οι δύο γραμμή για την κουζίνα μου. Πάρτε τους και δώστε τους στον Γαρδούμπελο και πες του να μου τους επιστρέψει γαρνιρισμένους για το δείπνο μου.

 

-Και κάπου μου φάνηκε ότι πήρε το μάτι μου αυτόν τον άχρηστο τον αδελφό μου, τη μισή μερίδα - παλιοαδελφή, τον Χόραν. Που είσαι ωρέ ντροπή της οικογένειας;

 

Το ένα μάτι που του απόμενε πλανήθηκε στο χώρο και ίσα που πρόλαβε να δει τον Χόραν να βγάζει από το ταγάρι του 2 γαλατικούς βολβούς, τους οποίους έσκασε στο έδαφος με κρότο. Μέσα από μια πυκνή ομίχλη που σηκώθηκε αίφνης άρχισε να ξεπροβάλλει μαι ψηλόλιγνη φιγούρα ενός αμούστακου μελαχρινού άνδρα ντυμένου σαν τους γυναικωτούς της Αλμπουκέρκης.

 

--Μα τη γαμψή μύτη του Μέγα Χέκελ , ούρλιαξε εκνευρισμένος ο Δενχώραν. Ποιος δαίμονας είσαι πάλι εσύ;

 

Ο νεοφερμένος έβγαλε κάτι σαν καπέλο που του έκρυβε το μισό πρόσωπο και με το δεξί του χέρι έβγαλε ένα είδος μπάφου από το στόμα του.

 

-Το όνομα μου είναι Ντογκ, είπε βλοσυρά. Ντύλαν Ντογκ!

Link to post
Share on other sites

«Τον Αντιτουτατή μου μέσα» βλαστήμησε ο Χόραν «πάλι λάθος βολβούς έριξα η ξεφτυλισμένη… αυτός είναι για τους ζωντανόνεκρους…» συμπλήρωσε και άρχισε να ψάχνει μανιασμένα το ταγάρι του.

 

«Σκοτώστε το δαίμονα Ντογκ» γρύλλισε ο Δενχώραν

 

Οι φρουροί κινήθηκαν ενάντια στο νεοφερμένο όταν αυτός άρχισε να πετάει κεραυνούς από το χέρι του.

 

«Σώπα… Θυμήθηκε ο Γκραούτσο να το γεμίσει…» είπε ενώ ο Δενχώραν έπεφτε αποσβολωμένος στο τραπέζι με ένα τρίτο μάτι στο κούτελο να δακρύζει αίμα.

 

Με το θάνατο του Δενχώραν, το σύμπαν αρχίσε να τρίζει.

 

«Γρήγορα, πρέπει να βγούμε από εδώ μέσα. Τώρα που πέθανε αυτό το μπρουτάλ κτήνος, θα καταρρεύσει η καλύβα που στηριζόταν στη δευτεροκλασσάτη μαγεία του» φώναξε ο Χόραν.

 

Την προσοχή μου όμως τράβηξε ένα γνώριμο αντικείμενο πάνω στο τραπέζι. Το τσεκούρι του Έντγκαρ. Πως διάολο βρέθηκε εδώ αυτό? Το βούτηξα και ίσα που κατορθώσα να πεταχτώ έξω από την πόρτα πριν το οικοδόμημα διαλυθεί πίσω μου για να πέσω πάνω στον Χόραν. Γύρω μας επικρατούσε κόλαση. Όλα τα ξόρκια που είχε χρησιμοποιήσει ο μακαρίτης είχαν αρχίσει να αναιρούνται. Αλλόφρονες στρατιώτες του Δενχώραν απομακρυνόντουσαν από το σημείο μηδέν πιο γρήγορα κι από μεξικάνικο ποντίκι. Τώρα έμενε βρούμε και να σώσουμε τους συντρόφους μας.

Link to post
Share on other sites

Συντρόφους...μια λέξη με την αποία απευθυνόμασταν ο ένας στον άλλον ή που τη χρησιμοποιούσαμε για να περιγράψουμε την ομάδα μας. Μέχρι τώρα δεν είχα συνειδητοποιήσει τους βαθύτερους δεσμούς που υποδηλώνει αυτή η λέξη. Έπρεπε να αντιμετωπίσουμε τις πρώτες δοκιμασίες για να εκδηλωθεί η αγάπη του ενός για τον άλλο σε ένα ανώτερο, πιο πνευματικό επίπεδο απο την απλή συνέυρεση, σαρκική και μή, που λάμβανε χώρα κάθε βράδυ κατά τη διάρκεια των περιπλανήσεων μας.

Αυτές ήταν οι σκέψεις που ακολουθήσαν την έμφυτη ανάγκη που νιώθαμε και οι δυο μας, να σώσουμε τους συντρόφους μας.

Εκείνη τη στιγμή καταλάγιασε μερικώς το σύννεφο σκόνης που σηκώθηκε απο την κατάρρευση της παλατοπαράγκας. Το μοναδικό πράγμα που διακρίναμε στο βάθος να στέκεται ακόμη ήταν το τζάκι της κουζίνας με την καμινάδα του. Ένα τεράστιο καζάνι έβραζε και ακριβώς πάνω απο τους ατμούς του βρίσκονταν κρεμασμένα ανάποδα τα δύο παπιά. Όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε κινηθήκαμε προς το μέρος τους.

Μόλις πλησιάσαμε είδα τα δύο παπιά να κουνιούνται ακόμα και καταλάβαμε ότι ακόμη ήταν ζωντανά.

-Είστε πολλοί τυχεροί που ο αδελφός μου ο Δεχώραν τα ήθελε όλα στον ατμό, είπε ο Χόραν, αλλιώς θα σας είχε βάλει ήδη στο φούρνο και δε θα ζούσατε πλέον.

Τα παπιά δεν φάνηκαν ιδιαίτερα χαρούμενα καθώς μέσα στο νερό είχαν προστεθεί και διάφορα συστατικά με αποτέλεσμα τα πούπουλα τους να εμποτιστούν με μια περίεργη μυρωδιά, η οποία γινόταν αντιληπτή απο πολλά μέτρα μακριά. Πολύ αργότερα θα καταλαβαίναμε τι ακριβώς περιείχε αυτό το φιλτροζούμι μέσα στο οποίο αχνίστηκαν ελαφρώς.

Εντωμεταξύ ενώ ο Χόραν συνέχισε να προσπαθεί να τους συνεφέρει εντελώς ώστε να μας βοηθήσουν, διέκρινα λίγο παράμερα μια μεγάλη σκηνή... εκεί πρέπει να βρίσκεται η φρουρά των αξιωματικών, είπα μέσα μου και παραμερίζοντας το ύφασμα που χρησίμευε για είσοδο ξαφνιάστηκα:

Η Σέρια ξαπλωμένη και δεμένη σε ένα τραπέζι χαμογελούσε. Τα μάτια της ήταν θολά, κοιτούσαν στο υπερπέραν και φαίνονταν να φωτίζονται στο βάθος τους απο ένα απόκοσμο φως. Οσφράνθηκα τον αέρα αλλά δεν υπήρχε ίχνος απο αυτό το μαγικό μπάφο, ο οποίος είναι εξαιρετικά σπάνιος και λένε ότι σου προσφέρει την απόλυτη ευτυχία! Στην επικράτεια του Δενχώραν έβγαινε ο καλύτερος αλλά πολύ σπάνια μπορούσε κανείς να βρεί έξω απο αυτήν και πολλοί λίγοι τολμούσαν να μπουν σε αυτήν.

Προσπάθησα να τη συνεφέρω αλλά μάταια. Εκείνη τη στιγμή το ύφασμα της σκηνής παραμέρισε και εμφανίστηκε ο Χόραν και οι ανθρωπόρφες πάπιες ...

Edited by turbovolos
Link to post
Share on other sites

«Ας την πάρουμε έξω γρήγορα» λέει ο Χόραν

«Μπα εμείς θα την πάρουμε εδώ» ακούστηκε μία βαριά φωνή από το πίσω μέρος της τέντας και ευθύς αμέσως τέσσερεις νάνοι μπαίνουν ημίγυμνοι και μας κοιτάνε, προφανώς δεν περίμεναν εμάς αλλά κάποιον από τους δικούς τους.

 

Με την ταχύτητα του τσιτάχ αρπάζω το σπαθί μου και χτυπάω, ο πρώτος που βρέθηκε μπροστά μου δέχτηκε ένα πολύ ισχυρό χτύπημα και του έμπηξα το σπαθί βαθειά στο στέρνο, με την άκρη του ματιού μου είδα την θηλυκιά πάπια να έχει δαγκώσει έναν από τους υπόλοιπους και να του κόβει κομμάτια με τα δόντια της, ανατρίχιασα στιγμιαία αλλά δεν είχαμε πολυτέλεια χρόνου για να κάτσω να σκεφτώ και ξανασβούριξα το σπαθί μου προς τον επόμενο νάνο , έβαλα όμως περισσότερη δύναμη από όση χρειαζόταν και το σπαθί μου γλίστρησε από τα χέρια, ένιωθα χαμένος και τότε το θυμήθηκα , βγάζω γρήγορα το τσεκούρι , ενώ αποφεύγω τα χτυπήματα των μισόγυμνων , και το κατεβάζω με δύναμη στο κεφάλι του ενός, ο ήχος από κόκαλο που σπάει μαζί με το θέαμα του μυαλού που χύνεται και συνδυασμένο με την μπόχα που βγάζουν όλα αυτά ξύπνησε την Σέρια , ενώ ένας μικρός κεραυνός εξαπολύθηκε από το χέρι του Χόραν και χτύπησε τον τελευταίο νάνο...

 

Κάτσαμε λιγάκι να ξεκουραστούμε και να συνεφέρουμε την Σέρια, και την ώρα που είχα βγάλει την δεξιά μου μπότα και έψαχνα στην Τσάντα-Δίχως-Πάτο για ένα ζευγάρι κάλτσες ακούμε μία στριγκλιά που μου θύμισε τι είχαν πει να κάνουν στον Σίντο, και μάλλον το έκαναν γιατι η στριγκλιά μου έμοιαζε πιο πολύ με την αδερφίστικη φωνή του Χόραν, δυστυχώς ξαναέβαλα την μπότα και σηκωθήκαμε να πάμε προς τα εκεί, η Σέρια είχε βουρκώσει...

 

«Μην κλαις Σέρια θα τον βρούμε.» της είπα για να την ηρεμήσω.

«Δεν κλαίω γι’ αυτό ρε κωθώνι , αλλά γιατί πάνω που ήταν έτοιμοι να με πάρουν τέσσερεις νάνοι εσείς τους σκοτώσατε»

 

Δεν μου έκανε εντύπωση αυτό, και χωρίς να δώσω σημασία συνέχισα τον δρόμο μου...

 

Μετά από λίγο με ρώτησε η Σέρια «Καλά, τι διάολο όνομα είναι το Καμπούκι?»

Αν και αυτό το όνομα είχα να το χρησιμοποιήσω χρόνια δεν πίστευα πως ήταν ακόμα έτοιμη να μάθει τα μυστικά μου και της είπα πολύ απλά «Σίγουρα όχι τόσο προκλητικό όπως αυτό που χρησιμοποιούσες εσύ Σέρια, το Τσιμπούκι.»

 

Σούφρωσε τα μάτια και γύρισε προς το μέρος που ακούσαμε την κραυγή, τώρα ακούστηκε και δεύτερη, και εκεί ήταν που κατέρρευσε η Σέρια, τώρα κατάλαβα τι του έβρισκε, το είχε δίπιτο με γύρο ο Σίντο(Και μετά λένε έμενα παραμορφωμένο που έχω μυτερά αυτιά). Άνοιξα το βήμα μου και μετά από δύο λεπτά βρέθηκα μπροστά σε μία πόρτα...

Edited by Argailwall
Link to post
Share on other sites

...από πάνω της υπήρχε μια μεγάλη χρυσή επιγραφή:

«Λειψαρχίδης - Πρόεδρος Ιατρικού Συλλόγου ΕΥΑ»

και από κάτω μία μικρότερη με πορφυρό χρώμα σαν αίμα:

«Ειδικότητα Μικροχειρούργος»

 

Ξέροντας ότι είναι ήδη αργά και για να μην την πατήσω πάλι, τράβηξα το χερούλι και έσπρωξα την πόρτα, η οποία αργά αργά και τρίζοντας άνοιξε...

 

Το θέαμα που αντίκρισαμε ήταν αποκρουστικό και αποκαρδιοτικό...

 

ο Σίντο χωρίς αισθήσεις, δεμένος σε ένα πέτρινο βράχο βασανιστηρίων και δίπλα του ο γενειοφόρος, άσχημος και βρωμερός Λειψαρχίδης, που κρατώντας ένα ηλεκτρικό μαχαίρι, φώναζε νευριασμένος...

 

-Τώγα βγήκε να σταματήσει η καταγαμένη η γεννήτγια; Και γιατί κόπηκε πάλι αυτό το γεύμα; Χθες δεν πλήγωσα το λογαγιασμό;

 

Δεν ήξερε όμως ότι το εργοστάσιο που έδινε ρεύμα είχε καταρεύσει μετά το θάνατο του Δενχώραν. Όμως η Σέρια, Σόρια για την φυλή των Germ, είχε ένα παράξενο μειδίαμα, σαν αυτό στα αρχαία αινιγματικά αγάλματα των Γκρούταν. Όλα όμως είχαν μια εξήγηση, την οποία μας έδωσε ο ακινητοποιημένος από τον Χόραν, Λειψαρχίδης, αφού του είχε καρφωθεί στο στήθος η γόβα στιλέτο της Σέρια και λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή...

 

-Μετά από έγευνες και επιστημονικές μελέτες ο ιατγικός μας σύλλογος Ευνούχοι Υπό Ασθένεια (ΕΥΑ) κατέληξε πως για να γίνει κάποιος ολοκληγωτικά ευνούχος θα πρέπει εκτός απο τις καθιεγωμένες επεμβάσεις να του κόβονται και τα χέγια αλλά πγόλαβα να κόψω μόνο τα δυο από τα τέσσεγα χέγια αυτού του αποβγάσματος πγιν κοπεί το γεύμα.

 

-Και που είναι τα κομμένα χέρια;

 

Τον ρώτησα πιάνοντάς τον από το γένι που είχε αλλάξει χρώμα και είχε γίνει μωβ με πρασινοκίτρινα σημάδια και ταρακουνώντας τον.

 

-Τα πέταξα στα Μέντκιλ να τα φάνε, δεν πγόκειται ποτέ να τα βγείτε, χαχαχα!

 

Αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια πριν η Σέρια τον πνίξει με τα ίδια της τα χέρια, καθώς φώναζε το σύνθημα «Ευνούχοι, γουρούνια, δολοφόνοι».

 

Όλη αυτή την ώρα η Ούνα έβγαλε ένα πούπουλο από την ουρά της και φέρνωντάς το κοντά στην μύτη του Σίντο τον επανέφερε, αφού η περίεργη μυρωδιά από το καζάνι είχε μαγικές ιδιότητες, και ο Ντόναλντ έλυσε τον Σίντο και του έδωσε τις πρώτες βοήθειες. Ευτυχώς όλα καλά είπα στον εαυτό μου όταν ξαφνικά θυμήθηκα ότι δεν είμασταν όλοι εδώ, έλειπε ο Έντγκαρ...

Edited by bonadrug
Link to post
Share on other sites

...Σήκωσα γρήγορα τον νάνο που είχε χτυπήσει ο Χόραν με τον κεραυνό και τον άρχισα στις ανάποδες.

 

-Λοιπόν μισοριξιά έχεις και μια και μόνη ευκαιρία να μη σε στείλω συστημένο στο δημιουργό σου πάραυτα. Λέγε που είναι τα ορυχεία που πήγαν τον ξανθό φίλο μου.

 

Αντί για απάντηση έφαγα μια πράσινη ροχάλα στη μάπα, από την οποία υπέθεσα πρώτον ότι ο νάνος δε με συμπαθούσε και πολύ , δεύτερον ότι δε σκόπευε να μου απαντήσει και τρίτον ότι είχε φάει μπακαλιάρο σκορδαλιά. Πάνω στα νεύρα μου του δίνω μια με το γιαταγάνι μου και τον ξεκοίλιασα για να διαπιστώσω πάραυτα πρώτον ότι ο νάνος κατάπινε το φαϊ του αμάσητο και δεύτερον ότι ενα κομμάτι μπακαλιάρος ήταν τώρα καρφωμένο στη άκρη του σπαθιού μου.

"Καλά που δεν είναι εδώ ο Ένγκαρ" σκέφτηκα.

 

...Στο μεταξύ ο Σίντο δε φάνηκε να συνέρχεται με τις πρώτες βοήθειες οπότε χρειάστηκε να του δώσουν και δεύτερες και τρίτες. Του κάκου όμως. Το θέαμα με το αίμα που ανέβρυζε ανάμεσα στα σκέλια του μου θύμισε τους θερμούς υδατινους πίδακες της χώρας των πάγων.

 

-Πάει αυτός ! Πάμε γρήγορα, πρέπει να φύγουμε τώρα για το κάστρο του πατέρα σου, γύρισα και είπα στον Χόραν.

 

- Αυτός δεν μου απάντησε καθώς κοίταζε αποσβολωμένος τις δυο πάπιες που είχαν αρχίσει να ρίχνουν τα πούπουλα τους και φαινόντουσαν σε άθλια κατάσταση. Οι σωροί από πούπουλα που είχαν πίσω τους μπορούσαν να γεμίσουν τα μισά μαξιλάρια των 100 βασιλικών κρεβατοκάμαρων της Τρίγας.

 

-Μα ......τι συμβαίνει; μπόρεσε με ζόρι να ψελλίσει ο μαδημένος Ντόναλντ.

 

- Φαίνεται πως στο καζάνι, πάνω από το οποίο σας είχαν κρεμασμένους, είχανε ρίξει όξινο δεντρολίβανο από την ανατολική όχθη του Μαύρου Ποταμού. Δυστυχώς φίλοι μου, παπιά , μάλλον τη... μαδήσατε για τα καλά.

 

--Ού....να , είπε ή Ούνα πριν αποχαιρετήσει τον κόσμο τούτο. Σύντομα και ο βαρύθυμος Ντόναλντ την ακολούθησε στο ταξίδι της λήθης.

Άρπαξα τα ξεπουπουλιασμένα παπιά και τα έριξα στην τσάντα δίχως πάτο.

 

-Ο Έντγκαρ θα πεινάει είπα, ανασηκώνοντας του ώμους, στον Χόραν που με κοίταζε με απορία.

 

Έριξα δυο σφαλιάρες στη Σέρια για να συνέλθει και την έσπρωξα προς την πόρτα για να φεύγουμε επιτέλους.

Αυτή, κρατώντας πάντα στη χούφτα της το κομμένο μαντζαφλάρι του Σίντο, πήγε και βρόντηξε το κεφάλι της στην κάσα και έπεσε στα τέσσερα.

 

Αναστέναξα απελπισμένος.

-Χόραν φίλε μου , όλη δική σου, είπα με απόγνωση δείχνοντας τον προκλητικά υψωμένο πισινό της Σέρια, στο γυναικωτό μάγο.

-Μια έκφραση αηδίας ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του Χόραν. Κατόπιν σήκωσε τη Σέρια και την έβαλε στον ώμο του.

 

-Ας βρούμε αυτόν τον βλάκα το φίλο σου και ας φύγουμε από δω γρήγορα...., είπε ο μάγος.

Link to post
Share on other sites

"Και ενώ περπατάνε στο δάσος αμέριμνοι, να πέσει μια βόμβα, να τους κάνει σκόνη όλους, εκτός από αυτήν την αχώνευτη την Σέρια και τα δύο παπιά, να έρθει μετά ένας γίγαντας νάνος να φάει τα παπιά και να βιάσει τη Σέρια και να τον δει ο άρχοντάς του γίγαντας δράκος, να του κόψει το κεφάλι, να πάρει όλη δικιά του την Σέρια, να την ξεσκίσει και ο ζηλιάρης ο θεός Χιπχιπχούρα να τους στείλει ανθρωποφάγες ακρίδες και να τους φάνε και τους δύο ΜΟΥΑΧΑΧΑΑΑ!!!!!"

 

-Έλα, ηρέμησε Δενπροχώραν, είπε ο Ξεχώραν στην στριμμένη αδερφή του. Έτσι κι αλλιώς είναι καταδικασμένοι, τόσα θανατηφόρα εμπόδια τους περιμένουν ακόμη μέχρι να κατορθώσουν να φτάσουν στο κάστρο του - καταραμένος να'ναι - ξεμωραμένου του Χώραν, θα δεις. Πάρε τώρα ένα εκλεράκι από έντερα μονόκερου ταράνδου...

-Σνιφ, οκ, merci.

 

Εν τω μεταξύ, η (εναπομείντουσα) παρέα, πηγαίνοντας προς τα ορυχεία για να βρουνε τον κακόμοιρο τον Έντγκαρ, συνειδητοποιήσε ότι δεν ξέρει προς τα που πέφτουν τα ορυχεία!

 

Ο χρόνος που απέμενε ήταν κρίσιμα λιγοστός! Μπορεί τα ορυχεία με το θάνατο του Δενχώραν να είχαν καταρρεύσει παρασύροντας στο θάνατο όλους τους σκλάβους που ήταν εκεί μέσα με το που λύθηκαν τα μάγεια του Δενχώραν!!! Γι'αυτό έπρεπε να παρθεί μία απόφαση σύντομα...

 

Η Σέρια (η οποία είχε συνέλθει, σιδεροκέφαλο αυτό το κορίτσι!) με κοίταξε με ένα βλέμμα παγωμένα τσαχπίνικο και όλο σαγήνη μου λέει:

-Κορώνα συνεχίζουμε για το κάστρο του Χώραν, 'ντάξει?

 

Δεν ήξερα τι να πω, είχα παγώσει, δε θα μπορούσα να αφήσω τη ζωή του καλύτερού μου φίλου έρμαιο μιας κίβδηλης δεκάρας που κουβαλούσε ο Ντόναλντ από το μέλλον! Σιγά μην ήταν και τυχερή!!! Και ενώ περιμέναν όλοι άπρακτοι την απόφασή μου, ξεπηδάει από τις διπλανές φυλλωσιές μία θεόγυμνη θεογκόμενα κοκκινομάλλα!!!!!

 

Είπε ότι την έλεγαν Ναταλί και ήτανε σκλάβα του επικεφαλή στα ορυχεία, αλλά μετά το θάνατο του Δενχώραν οι φρουροί ξαναμεταμορφώθηκαν σε κάμπιες και οι σκλάβοι το έσκασαν προτού καταρρεύσουν!

 

Την ρώτησα μήπως είχε δει τον Έντγκαρ και μου αποκρίθηκε ναι, εάν εννοούσα έναν ψιλοκτηνακι που όμως ήταν λίγο στόκος και είχε πέσει σε ενέδρα των σαδιστών ιπποτών που σαρκάζουν δυνατά φωνάζοντας "χι!"!

 

Α, ρε...κλασσικός Έντγκαρ είπα και ξεκινήσαμε με προορισμό το δάσος των ιπποτών που λένε "χι"..... Το μόνο καλό ήταν ότι αφού είχε καταρρεύσει η είσοδος μέσα από τη χώρα του Δενχώραν, θα έπρεπε πλέον αναγκαστικά να πάρουμε την παρακαμπτήριο που θα πέρναγε μέσα από τη χώρα των ιπποτών που λένε "χι" και των σατανικών τριδύμων Δενπροχώραν, Ξεχώραν & Αποχώραν.....nasty......

Edited by DJO
Link to post
Share on other sites

Και τότε μου ήρθε η ιδέα, ανοίγω την Τσάντα-Δίχως-Πάτο και ψάχνω , και ψάχνω, και ψάχνω... μέχρι που το βρίσκω.

«Εντάξει, ας βρούμε ένα ξέφωτο» λέω και έτσι συνεχίζουμε να ψάχνουμε για ένα ξέφωτο.

 

Όχι πολύ αργότερα το βρίσκουμε, βγάζω τα 5 μπλε μεταλλικά κυλινδράκια που βρήκα στην Τσάντα-Δίχως-Πάτο τα τοποθετώ σε περίπου ίσες αποστάσεις γύρο γύρο στις άκρες του ξέφωτου και ζητάω από τον Χόραν να τα χτυπήσει με μαγική φλόγα, τα κυλινδράκια δημιουργούν εκρήξεις και το δάσος αρχίζει να καίγεται...

 

Τρεις μέρες μετά το δάσος έχει καεί ολοσχερώς, και το πεδίο ήταν ανοιχτό να δούμε που θέλουμε να πάμε, παρακάτω είδαμε κάτι τύπους να βγαίνουν από ένα κτήριο το οποίο παραδόξως δεν είχε πάθει τίποτα από την φωτιά, κράταγαν κάτι στρογγυλά πολύχρωμα πραγματάκια, χαρτιά, μπίλιες και διάφορα άλλα είδη τζόγου, τους είδαμε να επεκτείνουν το φράχτη τους πιο βαθειά στο καμένο πλέον δάσος αλλά δεν μιλήσαμε, ποιος ο λόγος? Τι μας αφορά εμάς?

 

Έτσι φτάσαμε στα σύνορα της χώρας των ιπποτών που λένε «Χι!» και πριν προλάβουμε καλά καλά να περάσουμε ο συνοριοφύλακας μας λέει

«ΧΙ!»

Έβαλα κάτω όλη την γνώση μου και την δύναμή μου και σκέφτηκα πάλι στα γρήγορα

«ΧΙ ίσον Ψι διά 5 επί 32 μπετονιέρες!»

Ο Ιππότης με κοίταξε με απορία και μετά από λίγο συνειδητοποίησε ότι δεν είχε λόγο ύπαρξης και με ένα σχεδόν ανεπαίσθητο «παφ!» εξαφανίστηκε.

Αποφασίσαμε να ξεκουραστούμε, έβγαλα τις μπότες μου και οι κάλτσες μου είχαν πάρει ένα πράσινο-καφέ χρώμα ενώ μία μυρωδιά από κλούβιο αυγό μου ήρθε κατευθείαν, κοίταξα γύρο αλλά δεν είδα πουθενά αυγά, δεν ανησύχησα , η Σέιρα μου ζήτησε λίγο χαρτί, ευτυχώς που είχα βρει κάποτε αυτό το φοβερό αντικείμενο όταν ακόμα έκλεβα πλούσιους, το Ατελείωτο-Ρολό-Υγείας (Endless-roll-of-toilet-paper),της το έδωσα και με μεγάλες δρασκελιές εκείνη απομακρύνθηκε κρατώντας το στομάχι της, θα την πείραξε το αυγό σκέφτηκα τελείως ασυναίσθητα παρόλο που ποτέ δεν ήξερα πως μπορεί κάποιος να φάει ένα κλούβιο αυγό.

 

Ξεχάστικα στις σκέψεις μου και κοιμήθηκα χωρίς να αλλάξω και πάλι τις κάλτσες μου, έβλεπα το δέκατο έβδομο όνειρο όταν ο Χόραν με χτύπησε με δύναμη και μου είπε

«Σήκω γρήγορα γιατί...

Edited by Argailwall
Link to post
Share on other sites

..έχουμε επισκέπτες..>> ψέλλισε σαν να είχε καταπιεί το κραγιόν που χρησιμοποιεί στις τελετές αλλαγής καναλιού ταρώ..

<<Αλίμονο! >>

Μισός ακόμα συνδεδεμένος αιθερικά με το Μορφέα, μισός σε προσπάθεια διασύνδεσης με το σύστημα αναφοράς μας, επαλήθευσα την ανησυχία του Χόραν αντιλαμβανομένου την παρουσία της [δέος] Σαλοσπίρης, [/δέος] ,που φρέναρε επιβλητικά σφίγγοντας τα πεινασμένα δισκόφρενα μιας δαμασμένης ερυθράς ομίχλης, με το μαύρο μαστίγιο να χάνεται περισσότερο στην Ενθαλπία παρά στην Τρίγα..

 

<<Θεά μου..!>> αναφώνησα με μια κακοκρυμμένη χαρά, που ήθελε να φανεί σαν αιφνιδιασμός και σαφέστατα όχι σαν προσμονή..

Οι χειροπέδες που πέταξε στα πόδια μου μαζί με ένα ζευγάρι χέρια που φορούσαν περίεργα κόκκινα γάντια, με εγκάρσιες ραβδώσεις και είδος κολλώδους περιτυλιγμένου ιστού σαν μεγάλης αράχνης, αλλά ελλείψει υπολοίπου σώματος όποιου και αν ανήκαν αυτά, μου κουδούνησαν τόσο επιτακτικά, που νόμιζα ότι όχι μόνο εμείς, αλλά ολόκληρη η Ε.υ.φορία θα εγερνόταν σύσσωμη και θα προσκυνούσε σε ένδειξη υπακοής και θαυμασμού..

[λάγνα]Γεύσου τα με τσίλι..θα σου δείξουν το δρόμο..[/λάγναμεηδονήυγρούθανάτου]

 

Τελείως θραυσματικά, θυμήθηκα ότι δεν είχα κινήσει το λογαριασμό μου στην Τράπεζα Λιλά Μανιταριών εδώ και καιρό.. Τελείως φλεγματικά, ενστερνίστηκα τις συνέπειες και τα επακόλουθα μιας τέτοιας ανησυχίας, έφτυσα 2 φρονιμήτες στο έδαφος και κοίταξα ευθέως τη βινυλόδετη Θεά κατευθείαν στα μάτια..

Ήξερα καλά τι έπρεπε να γίνει!

''Δε φοβάμαι τα μηχανηματάκια σας τα ΑΤΜ Σαλοσπίρη! Όχι πλέον!!''

Η εμπειρία ενημέρωσης λογαριασμού ή οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή μέσω ΑΤΜ δεν τυλίγεται πια σε μεταξωτές εντυπώσεις..Και αυτό το τηλεκοντρόλ που λικνίζεται σε μια αιώρα πάνω από την έξοδο της κάρτας και προειδοποιεί κάθε φορά ότι το τέλος είναι κοντά, αλλά όλα θα πάνε καλά, η Σαλοσπίρη το υπόσχεται!

μου έχει γαργαλίσει τόσο τη γεύση, που στην αναγνώριση των 7 περικεχαρακωμένων θηλών της γλώσσας στην εσοχή του ΑΤΜ σκέφτομαι καμιά φορά να οξειδωθώ. ~°stick out your tongue please!°~ Σύντομα η ανάγνωση της ίριδας θα θριαμβεύσει στον τομέα αυτό και ..

 

<<Καμπούκι!!___ ΚΑΜΠΟΥΚΙΙΙ!!!!>> Έσκουζε ο Χόραν, <<ΞΥΠΝΑ επιτέλους!!>>

Link to post
Share on other sites
  • 3 weeks later...

Πετάχτηκα στην πραγματικότητα αυτή τη φορά, κι αυτό που είδα γύρω μου με έκανε να ανατριχιάσω, 4 ιππότες που λένε "ΧΙ!" μας είχαν περικυκλώσει και είχαν όλοι τα όπλα τους χιαστί , "Αυτό Είναι!" είπα δυνατά, "τέλος με τις καλοσύνες" τράβηξα από το σακίδιο μου το πλατύστομο ξίφος μου με την κεντημένη νεράιδα στο θηκάρι του και με μία κίνηση σαν αστραπή χτύπησα και τους τέσσερις στην καρωτίδα το "φφφφφσσσσ φφφφφσσσσ" που ακουγόταν από το αίμα που ξεπήδαγε με φόρα από τα λαρύγγια μου θύμησε παλιές δοξασμένες μέρες.

Ο Έντγκαρ με κοίταξε απορημένος, και ακόμα πιο απορημένος τον κοίταξα εγώ...

"Πως βρέθηκες εσύ εδώ?" του είπα.

"Σας παρακολουθούσα για να σας σώσω"

αμέσως διαπίστωσα ακόμα μία φορά ότι έχω να κάνω με βλαμμένο αλλά πάλι ήθελε να μας σώσει, δεν ήταν κακός.

Συνέχισε όμως να μιλάει "Αυτή η τεχνική που χρησιμοποίησες , την έχω ξαναδεί όταν ήμουν παιδί έτσι πολεμάνε μόνο οι...

Edited by Argailwall
Link to post
Share on other sites

...4 πολεμιστές από την Άπω Ανατολή, τους οποίους είχε μεταμορφώσει σε νεροχελώνες ο δαιμονικός μάγος Δενχώραν. Αλλά αυτούς έχω να τους δω από μικρό παιδί. Αλήθεια, πως έμαθες εσύ να πολεμάς έτσι?"

 

Ήθελα να του εξηγήσω για τα επτά χρόνια που είχα περάσει στο μακρινό βουνό του Tibet όταν προσπαθούσα να ξεφύγω από τους τότε διώκτες μου, αλλά δεν πρόλαβα. Οι ιππότες που έλεγαν "Χι" και που νόμιζα ότι είχα σκοτώσει, ξανασηκώθηκαν στα πόδια τους και όρμησαν κατά πάνω μας, φωνάζοντας αυτή τη φορά "Ψι". Με τη βοήθεια του Έντγκαρ και της Σέρια, που μόλις είχε επιστρέψει με το Ατελείωτο-Ρολό-Υγείας, τους απωθήσαμε, κόβοντάς τους τελείως τα κεφάλια.

 

Εντάξει, μας είπε ο Χόραν, ξεμπερδέψαμε με αυτούς. Έτσι και αλλιώς δεν πρόκειται να αναστηθούν πάλι, αφού δεν μπορούν να προφέρουν το "Ωμέγα".

 

Και ενώ ο Έντγκαρ προσπαθούσε με απορία να καταλάβει τι σχέση έχουν τα "Χι" και "Ψι" με το "Ωμέγα", ξαφνικά?

Link to post
Share on other sites

Μια αιθαλομίχλη μας περιέβαλλε, το σύμπαν ξεκίνησε να διαστέλεται σαν σουφλέ θαλασσινών σε στρατόπεδο λεγεωνάριων μέσα στην έρημο. Ένα άρωμα από άντερα αγριογούρουνου τηγανισμένα σε ξύγκι βοδιού τίγκα στο μέλι γαργάλισε τα ρουθούνια μου. Ο ουρανός σκίστηκε στα δύο σαν ένας θεός ξαναμένος να ήθελε να τον βιάσει και κέλυφη από στρείδια και κράνη αρχίσανε να πέφτουν απτο άνοιγμα. Ουρλιαχτά σκύλων τρύπησαν τα αυτιά μας ενώ πυρακτωμένες πευκοβελόνες αρχίσαν να κεντάν το δέρμα μας όπως τις πέταγε ο άνεμος. Και η αιθαλομίχλη πύκνωνε. Και βρώμαγε. Και το στόμα μου ήθελε να φτύσει τη γλώσσα από την αρμύρα. Και η αιθαλομίχλη βάραινε.

 

Δεξιά μου ο Χόραν μανιωδώς κούναγε το ραβδί του ζωγραφίζοντας στην αιθαλομίχλη ακατάληπτα τρισδιάστατα σύμβολα και στριγγλίζοντας ξόρκια, βρισιές, κατάρες και επικλήσεις όλα μπερδεμένα, όλα ανακατεμένα.

 

Αριστερά μου η Σέρια πεσμένη στα γόνατα πάσχιζε να αναπνεύσει και ξέρναγε αίμα, φλέμα και σπέρμα ταυτόχρονα, ενώ ο αέρας έπαιρνε τα δάκρυα της και έφτιαχνε θάλασσες.

 

Τρεις φορές δοκίμασα να ανασηκωθώ και τρεις φορές ξαναγονάτισα από το βάρος. Τόνοι συνείδησης, λαθών, αναπολήσεων, μυστικών, ψεμμάτων και αληθειών, νεκρών συντρόφων, ζωντανών εραστών, πεταμένων ευκαιριών πέφταν πάνω μου κι εγώ ούρλιαζα χωρίς να βγαίνει φωνή.

 

Και η αιθαλομίχλη πύκνωνε και είχε γίνει βάλτος και είχε γίνει λάσπη και είχε γίνει πάγος.

 

2 χρόνια μείναμε κοκκαλομένοι μέσα στον καρβονίτη, δέσμιοι της Σασπαρίλας. 2 χρόνια να ονειρευόμαστε εφιάλτες, οργασμούς που δεν ερχόντουσαν, με συνείδηση και χωρίς αυτή αναρωτιόμενοι αν ο Χόραν κατόρθωσε να τη γλυτώσει και αν θα ερχόταν να μας σώσει...

Link to post
Share on other sites
  • 4 weeks later...

Κάποια στιγμή σταματήσαμε να συνειδητοποιούμε οτιδήποτε, σαν να ήμασταν αλλά δεν ήμασταν, μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, όλα άλλαζαν γύρο μας, μαζί κι εμείς. Μερικές στιγμές αργότερα, ή τουλάχιστον τόσο μας φάνηκε, δεν υπήρχε ούτε η αιθαλομίχλη, ούτε η λάσπη, ούτε ο πάγος. Τα μάτια μου μετά από λίγο προσαρμόστηκαν στις νέες αυτές συνθήκες μιας και το φως ήταν αρκετά δυνατό, το χέρι μου έπιασε κάτι σαν πέτρα, κοιτώντας είδα ότι όντος ήταν πέτρα, ήταν ένας πέτρινος τοίχος.

 

Σηκώθηκα γρήγορα και ξύπνησα και τους φίλους μου που ήταν ακόμα σε ημηλιπόθυμη κατάσταση. Το σίγουρο ήταν ότι ξεφύγαμε, το πώς και το που είμαστε δεν το γνωρίζαμε ακόμα. Η Σέρια και ο Έντγκαρ σηκώθηκαν, κανείς μας δεν γνώριζε την τύχη του Χόραν. Αφού σηκωθήκαμε όλοι επεξεργαστήκαμε τον χώρο γύρο μας, ήμασταν σε κάποιο σοκάκι κάποιας πόλης, βρόμαγε ξερατό και βρομόνερα, επίσης βρομάγαμε κι εμείς, μερικά λεπτά αργότερα πήραμε την απόφαση να βγούμε από το σοκάκι.

 

Ήταν μία τυπική πόλη με τους πλακόστρωτους δρόμους της, με τα πέτρινα και ξύλινα κτίρια, με τους περαστικούς να σε κοιτάνε περίεργα και άλλα τυπικά. Ρωτώντας μάθαμε ότι ήμασταν στο νησί του Τίντμπιτ, ένα εμπορικό νησί, κανείς μας δεν το ήξερε. Βρήκαμε ένα πανδοχείο να ξεπλυθούμε και να ξεκουραστούμε μέχρι να δούμε τι θα κάνουμε στην συνέχεια.

 

Αφού ξεκουραστήκαμε το ρίξαμε στην κουβέντα, αποφασίσαμε να φύγουμε από το νησί και να επιστρέψουμε στην Τριγία μήπως μάθουμε νέα από τον Χόραν, όμως όπως είδη είπα ούτε σήμερα ήταν η μέρα που θα σαλπάραμε, μιας και ο άνεμος ήταν τόσο δυνατός, κάποιος ή κάτι δεν ήθελε να φύγουμε ακόμα από εδώ, και μάλλον δεν βρεθήκαμε τυχαία σε αυτό το νησί, και δεν νομίζω να φύγουμε αν δεν ολοκληρωθεί το σχέδιο αυτού του κάποιου ή κάτι που μας έφερε εδώ.

 

Απέστρεψα το βλέμμα μου από τον Έντγκαρ και πήρα απόφαση να μιλήσω.

<<Λοιπόν τέρμα η αναμονή, καιρός να κάνουμε κάτι!>>

Και οι δύο φίλοι μου με κοίταξαν με απορία και περίμεναν από μένα να τους πω τι θα κάνουμε...

 

ΤΕΛΟΣ 1ου ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Edited by Argail
Link to post
Share on other sites
  • 1 month later...

Καλόγερος ξεκίνησα, σε ξωτικό τους βγήκα

τραγούδι κι αν αρχίνησα, κέφια τρελλά δεν βρήκα

Συντρόφους τώρα χάσαμε, συντρόφους που θρηνούμε

καριόλα Σασπαριλωτή, πολλοί σε προσκυνούνε

Εμείς όμως λεβέντικα, αγνά και θαραλλέα

καταστροφή θα σπείρουμε, και μια αζαλέα

Το ποιός μας ελευθέρωσε, το που εμάς κρατάγαν

γοργά θε να το μάθουμε, γοργά θε να το βρούμε

Εκδίκηση θα πάρουμε, εκδίκηση θα πιούμε

τους ποιητές μας τους τρελλούς θα τους καταραστούμε

Γιατί καλά να ξέρετε, το έχω δει γραμμένο

στο βάραθρο κάποιοι λωλοί τη μοίρα μας πετάξαν

αυτά που μας ταλάνισαν, αυτά που μας πληγώσαν

κάποιοι άρρωστοι τα έγραψαν, κάποιοι μας τα φορτώσαν

Στου Χόραν για να κινήσουμε, στου Χόραν για να πάμε

καράβι θα κουρσέψουμε, στεριά δεν θα πατάμε

Εσύ Σεριά, που σαι γλυκιά, την γοητεία βάλε

ναυτάκια μες στα πόδια σου, εσένα να γροικάνε

έρωτα τράβα πούλησε, όξω τα στήθη πέτα

κι αν τύχει και σου χρειαστεί, κάνε και μια ξεπέτα

Μα τις ορμές σου κράτα τες, χαλιναγώγησε τες

πέρνα κι απτο μπακάλικο και φέρε δυό πετσέτες

Έντγκαρ εσύ, ρε βάρβαρε, βλαχαδερό ζουζούνι

κρύψε τη μαλαπέρδα σου, μοιάζεις με τον Γκουζγκούνη

τράβα κάτω στην αγορά, τράβα μες τις ταβέρνες

πρόσεχε για τις γκόμενες που πλένουνε στις στέρνες

πλήρωσε τους τελάληδες, πλήρωσε τους ρουφιάνους

θέλω να το μάθουνε μέχρι τους Γαργαλιάνους

πίσω ο Καμπούκι γύρισε κι έχει μεγάλες καύλες

κεφάλαιο νέο ανοίξαμε δεν θέλω άλλες παύλες

Link to post
Share on other sites

Σαράντα πέντε ξωτικά και εξήντα άγριοι φονιάδες

ευθύς τους περικύκλωσαν και αρχίσανε τη μάχη.

Ο Έντγκαρ ο ανίκητος τους κόβει τα κεφάλια,

η Σέρια η αχόρταγη απ' τα αχαμνά τους πιάνει

και ο Καμπούκι ο μαχητής τ' αυτιά τους ξεριζώνει.

Το αίμα έρεε άφθονο και τα σπαθιά βροντούσαν

μα το μυαλό των φίλων μας στον Χόραν ήταν μόνο.

Που τάχα να ευρίσκεται, σε ποιο κελί κλεισμένος

ή μήπως σε κανά νησί της Dharma ο χαμένος?

Και αφού η μάχη τέλειωσε και οι ήρωες νικήσαν

ξεκίνησαν περπάτημα το Μάγο για να βρούνε.

Ολημερίς περπάταγαν το βράδυ τον επαίρναν

τον ύπνο φυσικά εννοώ, που πήγε το μυαλό σας?

Και έτσι συνεχίζεται για τα καλά το Novel,

παπιά μόνο δεν έβαλα, αλλά θα βρω ευκαιρία...

Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.