Jump to content

Recommended Posts


  • Member ID:  2,298
  • Group:  Members
  • Topic Count:  2,145
  • Content Count:  5,845
  • Reputation:   37,774
  • Achievement Points:  5,855
  • Days Won:  15
  • With Us For:  6,871 Days
  • Status:  Offline
  • Last Seen:  

Posted

Ένα graphic novel λοιπόν από έναν γνώριμο και με πολλές διακρίσεις δημιουργό, που αυτοσυστήνεται ως «πολιτικός γελοιογράφος […] και δημιουργός κόμικς». Τόσο σύνθετο στην κατασκευή του ώστε να υπάρχει ο φόβος να μην μπορέσει να παρουσιαστεί χωρίς να χάσει τη γοητεία του. Όλα ίσως να ξεκινούν από τον τίτλο: Babel, που ανάγεται παράλληλα στο βιβλικό σύμβολο του πύργου της Βαβέλ αλλά και στο περιοδικό κόμικς «Βαβέλ», που, σύμφωνα με την αφιέρωση, «μας έμαθε να διαβάζουμε, να σκιτσάρουμε και να ονειρευόμαστε με τα κόμικς στην Ελλάδα». Τέτοιοι αναπάντεχοι συχνά συσχετισμοί βρίσκονται διάσπαρτοι μέσα στο βιβλίο, συνδέοντας το όποιο παρόν (τα επτά ταξίδια του συγγραφέα στο Βέλγιο) με ένα παρελθόν διττό: το ιστορικό Βέλγιο των μεταναστών ανθρακωρύχων, ανάμεσά τους (όπως πληροφορείται ο αναγνώστης) και οι παππούδες του συγγραφέα, αλλά και τον μυθικό πύργο της Βαβέλ κάπου στη Μεσοποταμία, με όλες τις συναφείς ηθικολογίες για την ανθρώπινη απληστία.

 

 

01.thumb.jpg.cd1c7e63cd5280b3023aec4d076c7c15.jpg

Soloúp | Babel. When the Fallen Angels Rise | Σελ. 247 | Ίκαρος, 2025

 

 

Ο βιβλικός πύργος εκπροσωπείται από τον διάσημο πίνακα του Μπρέγκελ, αλλά με μια έξυπνη αντιστροφή αντανακλάται, ανεστραμμένος, στα βελγικά ορυχεία σε τρεις παραλλαγές – η μια τους κοσμεί το εξώφυλλο. Τη μια σχετική εικόνα στο εσωτερικό συνοδεύει ένα σχόλιο: «Μόνο που εκείνοι χτίζανε προς τα πάνω, ενώ εμείς σκάβαμε προς τα κάτω» (σ. 188). Δύο μάλιστα σελίδες παρακάτω, θα εμφανιστεί ο Νεβρώδ, ο φιλόδοξος βασιλιάς που έχτισε τον πύργο – αυτή τη φορά με μορφή δανεισμένη από έναν εξίσου διάσημο μινωικό σφραγιδόλιθο από τα Χανιά, που δείχνει μια σπάνια παράσταση μιας πόλης/ανακτόρου (σ. 191). Στο παραμύθι μπλέκουν επιμέρους σχόλια λεκτικά (π.χ. «Νεβρώδ, ο πρώτος ινφλουένσερ») και εικαστικά (π.χ. εικόνες ομορφιάς του Χοκουσάι). Στην ιστορία θα μπλέξουν και άλλα σύμβολα, όπως η εκκλησία Béguinage που βοηθούσε όλους τους κατατρεγμένους, το εμβληματικό τζουκ μποξ του διάσημου ελληνικού καφενείου La Rose Blanche στο Μόλενμπεκ, που θα βρεθεί ξεχασμένο σε αποθήκη, και του οποίου η ιστορία μπλέκει μέσα στη διήγηση του Soloúp για την εκεί ελληνική κοινότητα, ο τόσο δημοφιλής στους ανθρακωρύχους Στ. Καζαντζίδης, και πάει λέγοντας.

 

 

02.thumb.jpg.7701e10824a8bbe91a27085d9d6fb07c.jpg

 

 

Όλα ξεκινούν όταν ο Soloúp συνάντησε στην Αθήνα την ελληνικής καταγωγής Πόλυ (Πολυξένη) Ρουμελιώτη, ερευνήτρια της «ελληνικής παρουσίας στο Βέλγιο» το 2015, στην οποία πέρασε την επιθυμία του να μάθει αν πράγματι ο παππούς και η γιαγιά του, Μικρασιάτες πρόσφυγες, είχαν παντρευτεί στο Βέλγιο – μια αόριστη ιστορία που κυκλοφορούσε μέσα στην οικογένειά του. Αυτή η Πόλυ ήταν που θα ανακάλυπτε το πιστοποιητικό γάμου των παππούδων του στην Αμβέρσα και σε συνδυασμό με τον σκηνοθέτη θεάτρου-κινηματογράφου Κρις Καρτς και τη δημοσιογράφο-φωτογράφο Ιωάννα Γυμνοπούλου, κόρη εστιάτορα στις Βρυξέλλες, θα πλαισίωναν τον Soloúp στις περιπετειώδεις περιηγήσεις του στα πρώην βελγικά ανθρακωρυχεία, στα λημέρια των «μεταναστών εργατών», όσων είχαν απομείνει, που δούλευαν ώς το ’90 μέσα στις υπόγειες στοές.

 

Στο βιβλίο η αρχή της ιστορίας σκηνοθετείται στη βροχερή πλατεία μπροστά από την εκκλησία Béguinage όπου ο αφηγητής (Soloúp) αντιμετωπίζει ένα κοπάδι σκυλιά που του μαθαίνουν πόσων ειδών γαβγίσματα υπάρχουν – δηλαδή το μοτίβο που κρύβεται πίσω από τον πύργο της Βαβέλ. Ακολουθεί, στο τρίτο μέρος, μια «συνέντευξη μ’ έναν άγγελο», όπου ένας παλαίμαχος ανθρακωρύχος, ο κυρ Άγγελος, φιλοσοφεί για την ανθρώπινη ασυνεννοησία και ρωτάει στο τέλος: «Ξέρεις, κόρη μου, τη Βαβέλ;» Το τέταρτο μέρος ξαναδένει με την πλατεία της Béguinage, με διαδοχικές οπισθοχωρήσεις στον χρόνο, όπου μπλέκουν ακόμα η καταστροφή της Σμύρνης, ο ένας πλούσιος παππούς, ο Άγγελος (που μοιάζει του Πεσόα) και η γιαγιά στα νιάτα της, για να καταλήξουν πάλι στην πλατεία με έναν διάλογο ανάμεσα στον Soloúp και στον σκύλο που του κρατά συντροφιά και μιλάει άπταιστα ελληνικά.

 

Το πέμπτο μέρος (Pneumoconiosis) περιέχει την αφήγηση του κυρ Άγγελου για τη ζωή στα βελγικά ανθρακωρυχεία, τα δυστυχήματα, τους θανάτους, αλλά και τη θαυμαστή του διάσωση από ένα απανθρακωμένο δέντρο. Στο τελευταίο μέρος (Λευκά Τριαντάφυλλα), με μια εικόνα σωμάτων «που πετούν πάνω από τη γη», θυμίζοντας Β. Βέντερς, μαθαίνουμε πως ο κυρ Άγγελος πέθανε αιφνίδια, όμως ζει μεταξύ των συντρόφων του, ακούει κι αυτός Καζαντζίδη, και στο τέλος φιλοσοφεί: «Κι έτσι ο θάνατος δεν μοιάζει με δυστυχία», αφήνοντας ένα άσπρο τριαντάφυλλο στον πάγκο έξω από την ίδια πάντα εκκλησία.

 

 

 

 

Και το σχετικό link...

 

  • Like 3

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.