Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'ranxerox'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.


Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 4 results

  1. Αντί να παρουσιάζω απλώς το μίσος ή την αγάπη ή τη συμπόνοια όπως τα ξέρουμε σήμερα, προσπαθώ να παρουσιάζω τα συναισθήματα έτσι όπως θα είναι σε λίγα χρόνια, φιλτραρισμένα από τα γεγονότα που συμβαίνουν τώρα. Προφανώς, όσον αφορά όλα τα πράγματα, θα υπάρχει περισσότερος κυνισμός... Ο Stefano Tamburini, γνωστός και ως Steve Tamburo, ήταν κυρίως, αλλ’ όχι αποκλειστικά, σχεδιαστής και σεναριογράφος κόμικς. Παρά τον πρόωρο θάνατό του, αποτελεί μέλος της γενιάς που άλλαξε την ιταλική σκηνή τη δεκαετία του 1980. Γεννημένος τo 1955, ο Tamburini μεγάλωσε σε φτωχογειτονιές της Ρώμης. Τα κόμικς που διάβαζε και που εν τέλει τον επηρέασαν, προέρχονταν από ονόματα του αμερικανικού και καναδέζικου underground, όπως οι Robert Crumb, Gilbert Shelton και Rand Holmes. Σπούδασε φιλοσοφία και λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Σαπιέντσα και πήρε μέρος στις φοιτητικές κινητοποιήσεις που τάραξαν τη χώρα κατά τη δεκαετία του 1970. Η πρώτη απόπειρα του Tamburini στον χώρο των κόμικς έγινε to 1974, με το Fuzzy Rat που εμφανιζόταν στο underground περιοδικό Combinazioni. Ακολούθησε η συνεργασία με την εκδοτική Stampa Alternativa, για την οποία έκανε εικονογραφήσεις, εξώφυλλα, ακόμα και φυλλάδια, και η συμμετοχή σε άλλο ένα «υπόγειο» έντυπο της εποχής, το Zombie International. Ο Tamburini ανήκε στο ιδρυτικό τρίο του περιοδικού Cannibale, που πρωτοκυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1977 και αντλούσε την αισθητική του από το Zap Comix του Crumb. Γύρω από τον Tamburini μαζεύτηκαν πολλά νέα ταλέντα της εποχής, συμπεριλαμβανομένων των Andrea Pazienza, Tanino Liberatore και Filippo Scòzzari. Ο Tamburini θα δημιουργούσε (με αξιοσημείωτη βοήθεια στα μολύβια από τους Pazienza, Scòzzari και Massimo Mattioli) το σημαντικότερο κόμικ του, που δεν είναι άλλο από το Ranxerox. Το υπερ-βίαιο αυτό ρομπότ, που αρχικά ονομαζόταν Rank Xerox αλλά ξαναβαφτίστηκε ύστερα από ένα τηλεφώνημα της γνωστής εταιρείας, συστήθηκε στο τρίτο τεύχος του Cannibale. Τα οικονομικά του περιοδικού δεν πήγαν και πολύ καλά, οπότε αυτό σταμάτησε την κυκλοφορία τον Ιούλιο του 1979, μετά από μόλις 9 τεύχη. Στο μεταξύ ο Tamburini, μαζί με το τερατώδες δημιούργημά του, είχε περάσει μια βόλτα από το Il Male, ένα από τα σημαντικότερα σατιρικά έντυπα της εποχής. Η ομάδα του Cannibale, απτόητη, ξαναβρήκε τη φωνή της μέσα από μια νέα έκδοση, το Frigidaire, που ιδρύθηκε το 1980. Ο Tamburini ανέλαβε τον συντονισμό και τη γραφική επιμέλεια, έγραφε κριτική δίσκων με το ψευδώνυμο Red Vinyle, σχεδίασε αρκετά νέα κόμικς και συνέχιζε την «εποποιία» του Ranxerox, που πλέον σχεδιαζόταν από τον Liberatore και άρχιζε να αναγνωρίζεται στο εξωτερικό. Ειδική αναφορά αξίζει το πιο παράξενο έργο του, το Snake Agent. Επρόκειτο για το παλιό αμερικανικό στριπ Secret Agent X-9, το οποίο παραμόρφωνε με ένα φωτοτυπικό ή κολλούσε πάνω σε πίνακες μοντέρνας ζωγραφικής, πάντα αλλάζοντας τα λόγια στα μπαλονάκια. Η συντακτική ομάδα του Frigidaire: T. Liberatore, V. Sparagna, F. Scòzzari και M. Mattioli πίσω, S. Tamburini και A. Pazienza μπροστά Από το 1985, ο Tamburini άρχισε ν’ απομακρύνεται από τα κόμικς. Ασχολήθηκε με άλλους τομείς, όπως η μουσική, φτιάχνοντας μια κασέτα-κολλάζ από τραγούδια ξένων συγκροτημάτων, και η μόδα, σχεδιάζοντας μια κολεξιόν ονόματι Vudù. Τον Απρίλιο του 1986, το σώμα του νεκρού Tamburini βρέθηκε δύο βδομάδες μετά το θάνατό του, στο διαμέρισμά του. Αιτία θανάτου η υπερβολική δόση ηρωίνης.
  2. Valtasar

    RANXEROX

    To 1986 η ARS LONGA κυκλοφορεί ένα άλμπουμ αφιερωμένο στον RANXEROX των Liberatore-Tamburini (μετάφραση Βαγγέλης Μολαδάκης) Μεγάλο μέγεθος(21Χ28), μισό έγχρωμο, μισό ασπρόμαυρο, 80 σελίδες, με ιστορίες γεμάτες βία και παράνοια. Σημειώνω ότι η πρώτη εμφάνιση του RANXEROX στην Ελλάδα έγινε μέσα από τις σελίδες του περιοδικού ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ. Άλλο ένα άλμπουμ κυκλοφόρησε η ΠΑΡΑΠΕΝΤΕ το 1991 (αφιέρωμα ΕΔΩ).
  3. Το 1991 η εκδοτική ΠΑΡΑΠΕΝΤΕ κυκλοφορεί άλλο ένα άλμπουμ του RANXEROX (η επιστροφή) των Liberatore/Tamburini σε μετάφραση Λίλης Ιωαννίδου. Μεγάλο μέγεθος (21Χ28), έγχρωμο, 54 σελίδες με τον γνωστό πρωταγωνιστή που είδαμε και το 1986 (αφιέρωμα ΕΔΩ)
  4. Ο Μιχαήλ Αγγελος των κόμικς Συντάκτης: Γιάννης Ιατρού Ενα σημαντικό κεφάλαιο της 9ης Τέχνης, παιδί μιας γενιάς που, αν και έχει παρέλθει, εξακολουθεί να μας επηρεάζει βαθύτατα. Ο Tanino Liberatore, που άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στα κόμικς διαμορφώνοντας μια πολύ ιδιαίτερη εικαστική τεχνοτροπία, μιλάει αποκλειστικά στην «Εφ.Συν.» Συνέντευξη στον Γιάννη Ιατρού Γεννήθηκε το 1953 στο Quadri της Ιταλίας και σπούδασε Αρχιτεκτονική στη Ρώμη. Στην πρώτη του επαφή με την εικονογράφηση, φιλοτεχνούσε εξώφυλλα μουσικών δίσκων. Παρέα με τον φίλο του Andrea Pazienza το 1978 εμψυχώνουν το καλλιτεχνικό επιτελείο τού underground περιοδικού «Il Cannibale», του Stefano Tamburini, και από εκεί ξεκινάει μια ξέφρενη πορεία. Το κόμικς Ranxerox, «γεννημένο» από τον Tamburini αλλά «μεγαλωμένο» από τον ίδιο, έκανε παγκόσμια επιτυχία, από την Ευρώπη μέχρι την Αμερική αλλά και την Ιαπωνία! Εικόνες του Liberatore από ελληνικά περιοδικά και εκδόσεις της δεκαετίας του 1980 Φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει η γειτονική Ελλάδα. Οι ιστορίες του ανθρωπόμορφου ρομπότ από χαρτιά Α4... της Xerox έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά, στα περιοδικά «Επόμενη Μέρα» και «Βαβέλ», ενώ έχουν μεταφραστεί και δύο άλμπουμ με τον ήρωα από τις εκδόσεις Ars Longa και Παρά Πέντε. Ο Frank Zappa τον χαρακτήρισε τον «Μιχαήλ Αγγελο των κόμικς». Μόλις είδε τα σκίτσα του, ζήτησε αμέσως να τον γνωρίσει και να σχεδιάσει το εξώφυλλο για τον νέο του δίσκο «The Man From Utopia». H δουλειά του περιλαμβάνει πλειάδα εικονογραφήσεων, εξωφύλλων κάθε είδους, σχεδιασμό κοστουμιών και σκηνικών για τον κινηματογράφο και φυσικά κόμικς –αν και ο ίδιος δεν αισθάνεται αμιγώς κομίστας. Ο λόγος για τον Tanino Liberatore, ο οποίος άφησε για λίγο το στούντιο στο Παρίσι και βρέθηκε το τριήμερο του The Comic Con στη Θεσσαλονίκη (4-6 Μαΐου) ως επίσημος καλεσμένος. Εκεί είχαμε την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε και να μιλήσουμε μαζί του. Ο Tanino Liberatore συνομιλεί με τον Γιάννη Ιατρού στο «The Comic Con» της Θεσσαλονίκης ξεφυλλίζοντας το «Καρέ Καρέ» και την «Εφ.Συν.» υπό το βλέμμα μιας ενήλικης «Λούμπνας» Ο Ranxerox είναι ο ήρωας με τον οποίο γίνατε ευρέως γνωστός στον χώρο των κόμικς. Πώς ξεκίνησαν όλα; Ο Ranxerox είναι ένας ήρωας που «γεννήθηκε» στο μυαλό του Stefano Tamburini, αλλά στη συνέχεια έγινε και πολύ «δικός μου». Γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’70, μια σκληρή περίοδο για την Ιταλία, πολύ περισσότερο από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης. Είναι λοιπόν καθαρόαιμο τέκνο εκείνης της εποχής. Αρχικά ήταν μια ιδέα αποκλειστικά του Tamburini κι εγώ βοηθούσα λίγο με το εικαστικό κομμάτι, κυρίως με τα μολύβια. Αργότερα θέλησε να αλλάξει περιοδικό, από το «Il Cannibale», ένα underground περιοδικό, σε ένα έγχρωμο που να βγαίνει στα περίπτερα και τα λοιπά. Ο Stefano με ρώτησε αν ήθελα να το σχεδιάσω κι έτσι κι έγινε. Κάλυπτα πλέον όλο το εικαστικό κομμάτι, τους χαρακτήρες, την αρχιτεκτονική, τα κοστούμια... Τα υπόλοιπα ήταν του Tamburini. Ranxerox και Λούμπνα από το «Ranxerox» (εκδ. Ars Longa, 1986) Δημιουργοί όπως εσείς, ο Tamburini και ο Pazienza, που «ανθίσατε» την ίδια περίοδο, είχατε αρκετά κοινά σημεία και μια αισθητική που δύσκολα συναντάται σήμερα. Τι έχει αλλάξει από τότε; Το «Cannibale», το περιοδικό στο οποίο «συναντηθήκαμε» εγώ, ο Tamburini, ο Pazienza, ο Mattioli, απέπνεε ήδη στην εποχή του μια αισθητική πολύ διαφορετική από αυτή των σχεδιαστών της ίδιας περιόδου. Θα μπορούσαμε να πούμε πως δημιουργήσαμε ένα... κίνημα αλλαγής, που επιδίωκε διαρκώς νέα πράγματα. Οχι επιφανειακά όμως, αλλά ουσιαστικά και κυρίως αυθόρμητα. Ακόμα και μεταξύ μας είχαμε πολλές διαφορές, αλλά πράγματι βγάζαμε ένα κοινό feeling. Μάλλον ήταν διαφορετική η προσέγγισή μας στα κόμικς αλλά και στην τέχνη γενικότερα. Πόσο μάλλον αν το συγκρίνουμε με το σήμερα. Είναι λογικό. Οι γενιές αλλάζουν και μαζί και η κουλτούρα, οι εμπειρίες, και κυρίως η προσέγγιση στο αντικείμενο. Οι επιρροές μας ήταν πολύ περισσότερο πολιτικές και πολύ πιο άμεσες. Σήμερα οι καλλιτέχνες δέχονται επιρροές που στην εποχή μας δεν υπήρχαν σε τέτοιο βαθμό. Εχουν προσκολληθεί στο στιλ της Marvel και γενικότερα στα αμερικανικά κόμικς ή στο στιλ των manga… Στην Ιταλία από την άλλη υπάρχει ο Bonelli. Μιλάμε για τελείως διαφορετικές πραγματικότητες. Υπάρχουν βέβαια καινοτόμοι νέοι δημιουργοί, οι οποίοι πρέπει να αισθάνονται αρκετά... μόνοι, αφού δεν υπάρχουν πλέον τόσο δυνατά «κινήματα» όπως ήταν το δικό μας. Είναι ευτύχημα πάντως να βλέπεις νεαρούς με εκπληκτικές ιδέες να τα καταφέρνουν, όπως για παράδειγμα στην Ιταλία έχουμε το παράδειγμα του Zerocalcare. Υπάρχουν κι άλλοι, πολλοί από τους οποίους επενδύουν στο διαδίκτυο. Πολλοί κομίστες όμως υιοθετούν στιλ πολύ κοινό μεταξύ τους, δύσκολα εντοπίζεις κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Σε κάθε περίπτωση πάντως από τεχνικής άποψης, το μέσο έχει αναπτυχθεί πολύ. Αριστερά: Εξώφυλλο του «Bambino con Radio» (1985). Δεξιά: εικόνα εξωφύλλου από το περιοδικό "L' Echo des Savanes" (1984) Η δουλειά σας έχει έντονα πολιτικά στοιχεία. Πώς θα χαρακτηρίζατε τον εαυτό σας και το έργο σας με πολιτικούς όρους; Κατά βάθος ήμασταν όλοι λίγο πολύ αναρχικοί. Οχι με τόσο αυστηρά πολιτικούς όρους, αλλά σε επίπεδο ιδεών και ιδιοσυγκρασίας. Προερχόμασταν από τον χώρο της Αριστεράς ή και της Ακρας Αριστεράς, απ’ όπου και αντλήσαμε πολλές αναφορές. Μη φανταστείς όμως ότι μαζευόμασταν και συζητούσαμε για τα πολιτικά. Αυτά που ζούσαμε ήταν πολιτικά. Επόμενο είναι αυτά που ζεις να διαχέονται στη δουλειά σου. Δεν ήταν τόσο θέμα πολιτικής όσο ευαισθητοποίησης. Για να πω την αλήθεια, εγώ από τότε αισθανόμουν πιο... νορμάλ. Οι άλλοι εξέφραζαν πολύ συχνά ανατρεπτικές έως και... μηδενιστικές ιδέες. Διασκεδάζαμε πολύ πάντως. Ο βασικός μας στόχος ήταν να κάνουμε πράγματα που μας διασκεδάζουν, αρκεί να μην τα έχουν κάνει ήδη άλλοι. Ηταν κρίμα γιατί ό,τι κάνανε οι υπόλοιποι δεν μας άρεσε. Είχαμε λοιπόν την τύχη να κάνουμε πράγματα που μας άρεσαν και ταυτόχρονα άρεσαν και στον κόσμο. Το εξώφυλλο του «The Man from Utopia» του Frank Zappa (1983) Από τη σχέση της πολιτικής με τα κόμικς, ας περάσουμε στη σχέση της μουσικής με την εικονογράφηση... Το εξώφυλλο για τον δίσκο του Zappa, «The Man From Utopia», είναι από τις πιο γνωστές «μουσικές» εικονογραφήσεις σας. Η συνεργασία με τον Zappa ξεκίνησε χάρη στο Ranxerox! Μια κοπέλα συστήθηκε στον Frank Zappa ως δημοσιογράφος του Frigidaire, του περιοδικού στο οποίο δημοσιευόταν ο Ranxerox. Ο Zappa κράτησε το περιοδικό και ζήτησε από τον Ιταλό ατζέντη του να επικοινωνήσει μαζί μου, επειδή του άρεσαν τα σχέδια. Κι έτσι καλλιεργήθηκε μια εξαιρετική σχέση! Εγώ βέβαια δεν μιλούσα καθόλου αγγλικά κι εκείνος δεν μπορούσε να διαβάσει στα ιταλικά. Αρχικά μου ζήτησε να κάνω ένα κόμικς με 9 σελίδες, όπου θα εξιστορούνταν όσα έζησε στην περιοδεία του στην Ιταλία, αλλά τελικά καταλήξαμε να του σχεδιάσω το εξώφυλλο του άλμπουμ του και να τα βάλω εκεί. Για μένα η μουσική είναι πολλά περισσότερα από τα εξώφυλλα δίσκων που έχω σχεδιάσει. Κατ' αρχάς είναι αυτό που ακούω. Αποτελεί μέρος της δουλειάς μου, αλλά αποτελεί φυσικά και μέρος της ζωής μου. Με συνοδεύει πάντα και παντού. Υπάρχουν περίοδοι που η μουσική επηρεάζει δυναμικά τη δουλειά μου. Στο background του Ranxerox φαντάζομαι μουσικές που άκουγα εκείνη την περίοδο, από Talking Heads, King Crimson, Frank Zappa, Miles Davis… Ακούω πολύ και απ’ όλα. Σε κάθε περίπτωση η μουσική υπήρξε μεγάλος σταθμός στη ζωή μου: χάρη στη μουσική ξεκίνησα να δουλεύω, χάρη στη μουσική έκανα κόμικς, αφού με δέχτηκαν ως σχεδιαστή κόμικς έχοντας δει πρώτα σχέδιά μου με τραγουδιστές. Ο Richard Corben έχει χαρακτηρίσει τον Ranxerox έναν μηχανικό, μεταλλαγμένο Φρανκενστάιν της σύγχρονης εποχής, του οποίου η σχέση με τη Lubna μοιάζει με την κλασική ιστορία της «Πεντάμορφης και του Τέρατος». Δεν παραήταν τολμηρό να τοποθετήσετε για συμπρωταγωνίστρια μια κοπέλα 13 χρόνων; Ισως αν ο Ranxerox δεν ήταν... ρομπότ, να ήταν και στα όρια του νόμιμου. Αυτή η ερώτηση είναι άλλη μια απόδειξη πως οι καιροί έχουν αλλάξει. Στην εποχή του κόμικς κανείς δεν κριτίκαρε ή ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τα 13 χρόνια της πιτσιρίκας. Μιλούσαν για τη βία, για τα ναρκωτικά, αλλά ποτέ δεν έγινε νύξη για παιδοφιλία. Σήμερα αυτή η τάση τού politically correct δημιουργεί μια τρομερή ηθικoλογία, κακώς εννοούμενη και συγκινησιακή άνευ λόγου. Πάντως πράγματι γίνεται συχνά ο παραλληλισμός με την «Πεντάμορφη και το Τέρας». Οφείλω πάντως να ομολογήσω πως οι ρόλοι του μεγάλου και της μικρής είναι πολύ δυσδιάκριτοι στο κόμικς, αφού η μικρή είναι πολύ πιο ανθεκτική από τον Ranxerox. Μπορεί να είναι 13, αλλά συμπεριφέρεται σαν... τριαντάρα. Επομένως δεν ενόχλησε ποτέ κανέναν, γιατί δεν το έβλεπαν ποτέ με αυτόν τον επιφανειακό τρόπο. Σίγουρα το γεγονός ότι ο Ranxerox δεν ήταν άνθρωπος, έπαιξε τον ρόλο του. Αλλωστε αν τη ρωτούσες αν τον αγαπάει, θα σου απαντούσε: «Ναι, όπως η μητέρα μου αγαπάει το πλυντήριό της». Πηγή
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.