Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'Rene Gosciny'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.


Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 3 results

  1. Αφιέρωμα στον René Goscinny+τα 5 καλύτερα τεύχη του Στις 5 Νοεμβρίου του 1977, πεθαίνει σε ηλικία 51 ετών, ο γνωστός συγγραφέας και σεναριογράφος Ρενέ Γκοσινί. Έχει γράψει σειρές παιδικών βιβλίων και έχει δημιουργήσει το διάσημο μικρό Νικόλα. Κυρίως έχει αναδειχθεί από το έργο του ως σεναριογράφος σε περιοδικά κόμικ. Είναι ο δημιουργός του Αστερίξ και του Ιζνογκούντ (με τους Αλμπερ Ουντερζό και τον Ζαν Ταμπαρί ως σχεδιαστές αντίστοιχα) ενώ έγραψε ιστορίες για τον Λούκυ Λουκ από το 1955 μέχρι το 1977, συνεργαζόμενος με τον Μορίς δημιουργό του δημοφιλή ήρωα. Επιπλέον έχει δημιουργήσει και άλλους, λιγότερο γνωστούς ήρωες κόμικ όπως ο ινδιάνος Ούμπα-Πα και ο Ιωάννης Πιστόλε. Στην Ελλάδα έγινε γνωστός μέσα από διάφορες εκδόσεις που είχαν τα δικαιώματα διαφορετικών χαρακτήρων αλλά από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 η Μαμουθκόμιξ ξεκίνησε να συγκεντρώνει όλους τους τίτλους, με αποτέλεσμα να αναγνωριστεί ως ο κατεξοχήν εκδοτικός οίκος για κόμικ. Λοιπόν, αρκετά με τα βιογραφικά. Γιατί συζητάμε για τον Γκοσινί; Γιατί αξίζει να τον θυμόμαστε; Πρώτα και κύρια επειδή, για πάρα πολλούς, ήταν η πρώτη μας επαφή με την τέχνη των κόμικ. Οι ήρωες, τα μέρη και οι ιστορίες του σημάδεψαν την παιδική ηλικία πολλών και αποτέλεσαν την πρώτη εξοικείωση με αυτό το μέσο έκφρασης. Πολύ περισσότερο όμως, μέσα από τις ιστορίες του Γκοσινί καταλάβαμε κάποιοι ότι η σχέση μας με τα κόμικ δεν έχει ηλικιακό όριο και θα μας ακολουθεί συνέχεια, θα ξαναδιαβάζουμε για πάντα την ίδια ιστορία σε παραλλαγές και πάντα θα ανακαλύπτουμε κάτι νέο. Έτσι, το χαλιφάτο της μαγικής Βαγδάτης, το Τέξας και η Άγρια Δύση και το γαλατικό χωριό που αντιστέκεται και πάντα θα αντιστέκεται στον κατακτητή έγιναν κάτι παραπάνω από σκηνικά για ιστορίες. Επιπλέον, έξω από τις εκτιμήσεις των αναγνωστών, το έργο του Γκοσινί είχε μια αδιαμφισβήτητη συμβολή στην ανάπτυξη των κόμικ και ειδικά αυτού που θα λέγαμε «ευρωπαϊκή σχολή». Υπάρχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που διαπερνούν όλο το έργο του Γκοσινί, όπως είναι η επιλογή σκηνικών παρμένων από το άμεσο ή μακρινό παρελθόν, η έμφαση στο χιουμοριστικό χαρακτήρα του κόμικ έναντι της δράσης, η (άλλοτε περισσότερο, άλλοτε λιγότερο) συγκαλυμμένη κριτική σε σύγχρονα κοινωνικά φαινόμενα μέσα από ιστορικές αναλογίες, ακόμα και η δημιουργία, κατά περιπτώσεις, αντι ηρώων όπως ο Ιζνογκούντ, σε μία περίοδο που κάτι τέτοιο δεν ήταν καθόλου συνηθισμένο. Ταυτόχρονα, όλα τα σενάρια του διατρέχονται από έντονο κοσμοπολιτισμό καθώς οι ήρωες ανοίγονται διαρκώς σε νέες χώρες με σεβασμό στους ιδιαίτερους πολιτισμούς και κουλτούρες και χωρίς διάθεση υποτίμησης, η οποία πάντα ενυπήρχε στον Ερζέ και τον ήρωα του Τεν Τεν που σφράγισε το ευρωπαϊκό κόμικ τα προηγούμενα χρόνια. Συνολικά, ο Γκοσινί δημιούργησε σε μία περίοδο που ανθούσε ξανά, μετά τη δεκαετία του ’30 το υπερ-ηρωικό κόμικ στην Αμερική και κατάφερε να διαμορφώσει ένα ξεχωριστό, ιδιαίτερο στυλ που καθόρισε την εξέλιξη αυτής της μορφής τέχνης στην Ευρώπη. Το στυλ αυτό διατήρησαν όσοι συνέχισαν να γράφουν ιστορίες μετά το θάνατο του για τους ήρωες που αυτός δημιούργησε αλλά και νέοι σχεδιαστές και σεναριογράφου που εισήγαγαν νέες ήρωες (για όσους μεγάλωσαν με Μαμουθκομιξ, η σύντομη σειρά Κόττον Κιντ είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα διατήρησης των χαρακτηριστικών του Γκοσινί από νέους δημιουργούς). Στη συνέχεια παραθέτουμε τα πέντε κορυφαία τεύχη από Ιζνογκούντ, Αστερίξ και Λούκυ Λουκ σε σενάριο Γκοσινί. Ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να τα διαλέξουμε και σίγουρα έχουν αδικηθεί πολλά. Είναι όμως ενδεικτικά του είδους των σεναρίων που έγραψε ο μεγάλος παραμυθάς και του ιδιαίτερου χιούμορ του. Ιζνογκούντ – Η μέρα των τρελών Χρειάζεται να σημειωθεί ότι ολόκληρη η σειρά ιστοριών του Ιζνογκούντ «αδικείται» καθώς ένα μεγάλο κομμάτι του χιούμορ της βασίζεται σε λογοπαίγνια και σε παραφθορές της γαλλικής γλώσσας που είναι δύσκολο έως αδύνατο να μεταφραστούν στα ελληνικά. Όποιος αναγνώστης κατέχει ιδιαίτερα καλά τα γαλλικά αξίζει να διαβάσει τις ιστορίες στο πρωτότυπο. Στις ιστορίες που έγραψε για τον γνωστό αντιπαθητικό βεζίρη που θέλει να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη, ο Γκοσινί κυρίως επέλεξε σύντομες ιστορίες έτσι ώστε σε κάθε τεύχος των πενήντα σελίδων, να χωράνε τέσσερις με πέντε ιστορίες. Το συγκεκριμένο τεύχος είναι ενδεικτικό του σουρεαλιστικού χιούμορ που ακολουθεί η σειρά αλλά και των παράλογων προσπαθειών του Ιζνογκούντ που είναι απόλυτα λογικό να αποτυγχάνουν. Στη σχετικά μεγαλύτερη κεντρική ιστορία, μαθαίνουμε ένα ακόμα εξωφρενικό έθιμο της Βαγδάτης, τη μέρα των τρελών όπου όλα λειτουργούν ανάποδα, οι κοινωνικοί ρόλοι αντιστρέφονται και οι αφέντες πρέπει να υπηρετούν τους σκλάβους. Καθώς ο Ιζνογκούντ προσπαθεί να κινήσει θεούς και δαίμονες για να ανατρέψει τον χαλίφη τη μέρα που έχει τη μικρότερη εξουσία από όλους θα έρθει αντιμέτωπος με τα πιο σουρεαλιστικά σκηνικά. Μαχαιροβγάλτες που φοβούνται να βγουν από το σπίτι τους, μαγικά τζίνι που διατάζουν όποιον τρίψει το λυχνάρι τους και ένας στρατός που διοικείται από τους απλούς φαντάρους, οι οποίοι γράφουν μανιωδώς τα απομνημονεύματα τους για τη μέρα που υπήρξαν στρατηγοί. Το χάος κυριαρχεί καθώς ο Ιζνογκουντ αποφασίζει να κατεβεί την κοινωνική κλίμακα για να ενισχύσει την εξουσία του αλλά η στιγμή που θα γίνει ο πιο εξαθλιωμένος δούλος του χαλιφάτου (άρα και ο ανώτερος άρχοντας τη μέρα των τρελών) το έθιμο φτάνει στο τέλος του και ο Ιζνογκούντ πουλιέται δούλος. Είναι ένα από τα καλύτερα δείγματα του κλίματος των ιστοριών του κακού βεζίρη όπου η απελπισία τον κυριεύει στο τέλος, όπως και τον αναγνώστη, καθώς ότι και να κάνει δεν βρίσκεται ποτέ μισό βήμα πιο κοντά στο να βλάψει τον καλό και αφελή χαλίφη Χαρούν ελ Πατσάχ. Λούκι Λουκ – Στη σκιά των ντέρικ Ο Λούκυ Λουκ βρίσκεται μακριά από το αγαπημένο του Τέξας και έρχεται αντιμέτωπος με την ουσία που θα παίξει τεράστιο ρόλο στην αμερικάνικη ιστορία, το πετρέλαιο. Διορίζεται έκτακτα σερίφης στην Τιτουσβιλ όπου ο πυρετός του μαύρου χρυσού έχει κυριέψει τους κατοίκους, έχει δημιουργήσει μια ταραχώδη κατάσταση και έχει δημιουργήσει ένα αποκρουστικό τοπίο όπου κυριαρχούν τα ξύλινα ντερικ, . Σε αυτές τις συνθήκες θα γνωρίσει τον συνταγματάρχη Ντρέικ (πραγματικό ιστορικό πρόσωπο, είναι ο πρώτος που κατόρθωσε να αντλήσει πετρέλαιο) και θα έρθει αντιμέτωπος με τον Μπάρυ Μπλαντ που αρνείται να σκάψει για να βρει πετρέλαιο αλλά εκφοβίζει τους άλλους κατοίκους για να παραδώσουν τις πετρελαιοπηγές του. Στην πορεία θα σώσει την πόλη από την πυρκαγιά που θα βάλουν οι μπράβοι του Μπλαντ, όμως δεν μπορεί να σώσει τους κατοίκους από τον εαυτό τους και τη μανία να βρουν πετρέλαιο. Κοιτάζοντας λίγο μελαγχολικά την Τιτουσβιλ καθώς φεύγει, επιστρέφει τρέχοντας στο καταπράσινο, για την ώρα Τέξας. Αστερίξ : Η κατοικία των Θεών Το πιο εντυπωσιακό επίτευγμα του Γκοσινί είναι η αξιοποίηση των ηρώων και των ιστοριών του για να ασκήσει κριτική σε σύγχρονα φαινόμενα. Η αξιοποίηση διαφόρων αναχρονισμών είναι η πιο συνηθισμένη μέθοδος για αυτό και το ανυπόταχτο γαλατικό χωρίο που τα βάζει με τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία αποτελεί το πιο πρόσφορο έδαφος. Έτσι, οι δύο ιστορίες Αστερίξ που ξεχωρίσαμε για αυτό το top-5 είναι ένας συνδυασμός των κλασικών γκαγκ βίας και γαλατικής μπούφλας με τις πιο σύνθετες απόπειρες των Ρωμαίων απέναντι στο γαλατικό χωριό. Στην ιστορία «η κατοικία των θεών» (που βγήκε σε ταινία πέρυσι) ο Καίσαρας αποφασίζει να χτίσει πολυκατοικίες στο δάσος γύρω από το γαλατικό χωριό και να το μετατρέψει σε προάστιο της Ρώμης, ελπίζοντας ότι θα ενσωματώσει τους Γαλάτες στο ρωμαϊκό τρόπο ζωής. Όταν ξεκινούν οι εργασίες, οι Γαλάτες αντιδρούν στην καταστροφή του δάσους και τα βάζουν με τους σκλάβους που κόβουν τα δέντρα. Χωρίς να αντιλαμβάνονται το συνολικό σχέδιο, αποφασίζουν εν τέλει να βοηθήσουν τους σκλάβους (αφού δεν φταίνε σε τίποτα, όπως παρατηρεί ο Πανοραμίξ) να ολοκληρώσουν τα κτήρια και να κατακτήσουν αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, οργανώνοντας με τη βοήθεια του μαγικού ζωμού την πρώτη επιτυχημένη εργατική εξέγερση στην ιστορία. Μετά την ολοκλήρωση του συγκροτήματος, η έλευση των πρώτων κατοίκων απειλεί να μετατρέψει τους ανυπόταχτους Γαλάτες σε γραφικό αξιοθέατο για τους ενοίκους, οι οποίοι επισκέπτονται τακτικά το χωριό. Η λύση θα έρθει από το βάρδο του χωριού, τον Κακοφωνίξ που θα εκδιώξει τους κατοίκους με τη μελωδική φωνή του, ανοίγοντας το δρόμο για την ισοπέδωση των πολυκατοικιών. Σε μια στιγμή έμπνευσης, ο Γκοσινί μετατρέπει τον πειθαρχημένο ρωμαϊκό στρατό σε ενοίκους και γράφει μερικούς από τους καλύτερους διαλόγους του για μια άτυπη συνέλευση ιδιοκτητών ενώ ο απελπισμένος εκατόνταρχους βλέπει τους λεγεωνάριους του να συζητάνε για τις ώρες κοινής ησυχίας και τη φροντίδα του γκαζόν. Από ότι φαίνεται, μόνο μερικές γνήσιες γαλατικές μπούφλες μπορούν να σπάσουν την αποχαύνωση των προαστίων… Λούκυ Λουκ – Η εξαγορά των Ντάλτον Δεν θα μπορούσε να λείπει από αυτή τη λίστα μια ιστορία με τους πιο γνωστούς «κακούς» που δημιούργησε ο Γκοσινί. Ο Τζόε, ο Τζακ, ο Γουίλιαμ και ο Άβερελ έγραψαν ιστορία περισσότερο ως μια ομάδα γκαφατζήδων παρά ως πραγματικών, επικίνδυνων εχθρών του Λούκι Λουκ παρά τις διακηρυγμένες προθέσεις τους να τον «καθαρίσουν». Αν και κάθε μέλος της ομάδας είναι αρκετά μονοδιάστατο (ο Τζόε είναι οξύθυμος, ο Άβερελ τρώει πολύ και είναι αφελής και οι δύο μεσαίοι απλά θέλουν να υπάρχει ηρεμία στην οικογένεια) όλοι μαζί είναι μια από τις πιο επιτυχημένες ομάδες κακοποιών σε κόμικ. Η ιστορία αυτή ξεφεύγει από την πεπατημένη. Ένας γερουσιαστής συντάσσει ένα σχέδιο νόμου σύμφωνα με το οποίο κάποιοι παράνομοι θα αποφυλακίζονται υπό επιτήρηση και αν περάσουν ένα μήνα χωρίς να διαπράξουν κάποιο έγκλημα, θα κερδίσουν την ελευθερία τους. Προτού ψηφιστεί ο νόμος, καλείται να τον εξετάσει ο Λούκι Λουκ αποφυλακίζοντας πειραματικά τους πιο κακούς και αμετανόητους κακοποιούς της Δύσης, τους Ντάλτον. Οι ίδιοι αποδέχονται να συμμετάσχουν στο πείραμα και σχεδιάζουν να πειθαρχήσουν για ένα μήνα και να ζήσουν ως νομοταγείς πολίτες για να κερδίσουν την ελευθερία τους, χωρίς όμως να υπολογίζουν τις δυσκολίες της νέας τους ζωής. Πρέπει να υπομείνουν από το χλευασμό των κατοίκων που ξεπερνούν το φόβο τους για τους Ντάλτον μέχρι τον εξευτελισμό να πρέπει να δουλέψουν κανονικά. Θα φτάσουν στο σημείο να ανοίξουν τράπεζα, αφού με «τράπεζες ασχολούμαστε» όπως θα παραδεχθεί ο Τζοε. Φτάνουν μέχρι το σημείο να ανοίγουν το χρηματοκιβώτιο με το κλειδί και εγκαταλείπουν τον παραδοσιακό δυναμίτη προς μεγάλη απογοήτευση του Άβερελ. Το πείραμα θα αποτύχει παταγωδώς ενώ οι Ντάλτον θα εκτεθούν λόγω της βιασύνης τους να επιστρέψουν στην παρανομία. Ο Γκοσινί διατηρεί εδώ το βασικό μοτίβο : όλα αλλάζουν και διορθώνονται εκτός από τον γνήσιο, αποφασισμένο «κακό». Μέσα σε αυτό το κλισέ όμως θα δώσει μια εξαιρετική ιστορία, αποδεικνύοντας τη μεγάλη του δημιουργικότητα, εντός και εκτός πλαισίων. Αστερίξ : Οβελίξ και Σία Πρόκειται για την τελευταία ιστορία του Αστερίξ που έγραψε ο Γκοσινί πριν το θάνατο του και μάλλον είναι η καλύτερη. Το σενάριο είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο. Ο Κάιους Τεχνοκράτιους, ειδικός σύμβουλος του Καίσαρα, αποφασίζει ότι δεν έχει κανένα νόημα η προσπάθεια στρατιωτικής κατίσχυσης επί του ανυπόταχτου χωριού. Αντ’ αυτού προτείνει τη σταδιακή διαφθορά τους μέσω της εισαγωγής του χρήματος στις ζωές των Γαλατών για να διασπάσουν τη συνοχή τους. Οι Ρωμαίοι αρχίζουν να αγοράζουν μανιωδώς μενίρ , το οποίο γίνεται το πρώτο αγαθό του χωριού που αποκτά εμπορευματική διάσταση, αν και κανείς δεν γνωρίζει σε τι χρησιμεύει όπως θα παραδεχθεί στην πορεία ο δρυΐδης Πανοραμίξ. Έτσι, ο Οβελίξ, από κατασκευαστής μενίρ που τα ανταλλάσει με αγριογούρουνα, γίνεται ο πρώτος καπιταλιστής του χωριού, προσλαμβάνει εργάτες και κάνει μαθήματα προσαρμογής στην αστική ζωή, τα οποία παραδίδει ο Τεχνοκράτιους. Η συνέχεια είναι καταιγιστική και ευφυέστατη με τους Γαλάτες να αλλάζουν τελείως τον τρόπο ζωής τους στην προσπάθεια να ανταποκριθούν στην αυξανόμενη ζήτηση των Ρωμαίων για μενίρ. Τη λύση θα δώσει ο σοφός Πανοραμίξ με μία έκλαμψη μαρξιστικής διάνοιας : δίνει μαγικό ζωμό σε όλο το χωριό για να ενισχύσει την παραγωγή μενίρ και να προκαλέσει κρίση υπερσσυσώρευσης στη ρωμαϊκά αγορά. Την κρίση δεν κατορθώνει να αποτρέψει ούτε η πρώιμη εφεύρεση της διαφήμισης από τους Ρωμαίους ενώ ταυτόχρονα δημιουργούνται αγορές μενίρ ανταγωνιστικές με το γαλατικό. Η τελική λύση όμως θα έρθει από την επαναστατική βία των εξαγριωμένων Γαλατών που στείλουν τον Τεχνοκράτιους από εκεί που ήρθε. Πηγή Αφιέρωμα στον Gosciny
  2. Ο Αλμπέρ Ουντερζό στέκεται μπροστά σε αφίσα με τους ήρωες της σειράς, που δημιούργησε, στην έκθεση της Αλέσια. ΑΛΕΣΙΑ. «Ευτυχώς που δεν γνωρίζαμε εκ των προτέρων ότι ο Αστερίξ θα γνώριζε παγκόσμια επιτυχία, αλλιώς θα ήμασταν δέσμιοι της ιστορικής πραγματικότητας» αναφέρει ο Αλμπέρ Ουντερζό, ένας από τους δύο δημιουργούς του θρυλικού Γαλάτη, καθώς προσερχόταν χθες στα επίσημα εγκαίνια της έκθεσης με θέμα τον Αστερίξ και την εποχή του στο Μουσείο-Πάρκο της Αλέσια στον νομό της Κοτ-Ντ’Ορ, στη Βουργουνδία της ανατολικής Γαλλίας. Ο σκιτσογράφος της σειράς Ουντερζό, με τον σεναριογράφο Ρενέ Γκοσινί, που πέθανε το 1977, δημιούργησαν τον Αστερίξ, τον Οβελίξ και την παρέα τους, το 1959, για λογαριασμό του νεανικού περιοδικού «Pilote». «Ουδέποτε είχαμε σκοπό να αποτυπώσουμε την πραγματική ιστορία των Γαλατών, αν και συμβουλευθήκαμε κάποια ιστορικά βιβλία για να δημιουργήσουμε τον κόσμο του Αστερίξ» λέει ο 88χρονος σκιτσογράφος, καθώς επισκεπτόταν την έκθεση που έχει ακριβώς αυτή την αποστολή: να ξεχωρίσει τον μύθο του Αστερίξ από την ιστορική αλήθεια. «Στο κόμικ, ο Βερσιγκετορίξ πετά τα όπλα του στα πόδια του Καίσαρα, κάνοντας τον Ρωμαίο αυτοκράτορα να ουρλιάξει από πόνο. Τίποτα τέτοιο δεν συνέβη, ενώ οι Γαλάτες ουδέποτε φόρεσαν κράνη με φτερά πουλιών ούτε και κυνήγησαν αγριογούρουνο. Στη μάχη της Αλέσια, το 52 μ.Χ., ο Βερσιγκετορίξ οδηγήθηκε μπροστά στον Καίσαρα δεμένος χειροπόδαρα και άοπλος» λέει ο ιστορικός Ζαν-Λουί Βουαζέν. Το μικρό γαλατικό χωριό της σειράς δεν έχει, επίσης, καμιά σχέση με την πραγματικότητα. «Δεν επρόκειτο για μικρά χωριά, αλλά για πραγματικές κωμοπόλεις, χτισμένες γύρω από κεντρική αγορά, με αγροκτήματα στην περιφέρειά τους, όπου συνδυαζόταν η κτηνοτροφία και η καλλιέργεια μεγάλης ποικιλίας λαχανικών» λέει ο αρχαιολόγος Βενσάν Γκισάρ. «Ο Ιούλιος Καίσαρας ουδέποτε υπήρξε αυτοκράτορας. Εφερε τον τίτλο Imperator, τον οποίο απένειμαν σε πολυνίκες στρατηγούς οι ίδιοι τους οι στρατιώτες» λέει η καθηγήτρια Ιστορίας, Ανί Κολονά-Μπαρές. «Ποτέ μου δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα απασχολούσα την επιστημονική κοινότητα. Μόνη μας φιλοδοξία, με τον Ρενέ, ήταν να δημιουργήσουμε ένα χιουμοριστικό κόμικ» λέει ο Ουντερζό. Η σειρά του Αστερίξ κατέχει την πρώτη θέση στις παγκόσμιες πωλήσεις κόμικς, με 355 εκατομμύρια τεύχη, ενώ έχει καταρρίψει και κάθε ρεκόρ στον αριθμό των γλωσσών, στις οποίες έχει μεταφρασθεί, με 111 γλώσσες και διαλέκτους. Το τελευταίο τεύχος εκδόθηκε το 2013 κι έχει τίτλο «Ο Αστερίξ στους Πίκτους», την αρχαία εθνότητα των βρετανικών νήσων. Το επεισόδιο αυτό είναι και το πρώτο που δεν φέρει καμιά από τις δύο υπογραφές των ιστορικών δημιουργών του μικρόσωμου Γαλάτη. Εκπληκτος δηλώνει, ωστόσο, ο Ουντερζό από τα συγχαρητήρια αρχαιολόγων, που τον επαινούν για το πόσο κοντά στην ιστορική πραγματικότητα υπήρξαν κάποιες από τις απεικονίσεις του: «Παρά τις κριτικές που μου έχουν απευθύνει για “ελευθερίες” στην ερμηνεία, πρόσφατα αρχαιολόγος με συνεχάρη που σχεδίασα κυκλικά γαλατικά σπίτια, καθώς περσινή ανασκαφή έδειξε ότι ήταν διαδεδομένα». Πηγή
  3. O «μπαμπάς» του Αστερίξ, Ρενέ Γκοσινί Ο γάλλος συγγραφέας που υπέγραψε τον γαλάτη ήρωα, τον Λούκι Λουκ και τον Ιζνογκούντ! Ο άνθρωπος που ευχόταν να μην του πέσει ο ουρανός στο κεφάλι έμελλε να γίνει ένας από τους πλέον λαμπρούς σεναριογράφους κόμικς ή επαγγελματίας χιουμορίστας αν προτιμάτε (κατά δήλωσή του πάντα!). Με τον Αστερίξ του να δέρνει εκατόνταρχους εδώ και μισό αιώνα, τον Λούκι Λουκ να τσακώνει τους Ντάλτον για άλλα τόσα χρόνια και τον Ιζνογκούντ να προσπαθεί μάταια να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη, ο Γκοσινί συνεχίζει να χαρίζει άπλετο γέλιο σε μικρούς και μεγάλους, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος έχει φύγει πια από τη ζωή. «Πάντα ήθελα να γίνω χιουμορίστας. Ήθελα να κάνω τον κόσμο να γελάει, αλλά δεν ήξερα από πού να αρχίσω. Στο βάθος όμως έψαχνα πάντα έναν τρόπο για να απευθυνθώ στο κοινό. Έτσι ξεκίνησα να ασχολούμαι με τα κόμικς και αργότερα με το σενάριο ιστοριών», έλεγε ο σπουδαίος σεναριογράφος ιστοριών κόμικς που βάλθηκε να φέρει πλατιά χαμόγελα στις μάζες του πλανήτη. Ταυτοχρόνως βέβαια ο Γκοσινί έκανε και κάτι ακόμα: προσέδωσε βάθος, φαντασία και πολιτική χροιά στα ευρωπαϊκά κόμικς, περιβάλλοντας τους ήρωές του με το κύρος ακριβώς που χρειαζόταν η σύγχρονη γραφή. «Κάποιος που προκαλεί γέλιο μόνο στον εαυτό του είναι είτε ηλίθιος είτε πρωτοπόρος. Κάποιος που προκαλεί γέλιο σε μια ομάδα ανθρώπων είναι ένας κύριος που χαίρεσαι να προσκαλείς. Αλλά εκείνος που έχει την τύχη να προκαλεί γέλιο σε πολλούς ανθρώπους είναι ένας επαγγελματίας», έλεγε ο Γκοσινί για τη δουλειά του, το «πιο ευχάριστο επάγγελμα του κόσμου»! Ο παγκοσμίως αναγνωρισμένος δημιουργός με το βιτριολικό και πολυεπίπεδο χιούμορ μπορεί πλέον να μας έχει αφήσει, αλλά το μικρό γαλατικό σύμπαν του συνεχίζει να αντιστέκεται απέναντι σε κάθε μορφής καταπίεση, ακόμα και στο ανηλεές πέρασμα του χρόνου. Και ακριβώς έτσι δηλαδή μένει στην Ιστορία και ο ίδιος ο δημιουργός. Ο Αστερίξ έχει μεταφραστεί σε 15 γλώσσες και από την πρώτη εμφάνιση (1959) μέχρι σήμερα έχει πουλήσει περισσότερα από 18 εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον πλανήτη. Μα τον Τουτάτις! Πρώτα χρόνια Ο Ρενέ Γκοσινί γεννιέται στις 14 Αυγούστου 1926 στο Παρίσι της Γαλλίας ως το μικρότερο από τα δυο παιδιά μιας οικογένειας πολωνών εμιγκρέδων εβραϊκής καταγωγής. Δύο χρόνια αργότερα όμως ο πατέρας, χημικός μηχανικός στο επάγγελμα, θα βρει δουλειά στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής, παίρνοντας μαζί τη φαμίλια του. Εκεί θα περάσει την ήρεμη παιδική ηλικία του ο Ρενέ, με το πηγαίο του χιούμορ να κάνει από νωρίς την εκδήλωσή του, μια στρατηγική που χρησιμοποιούσε το νεαρό αγόρι για να κρύψει τη φυσική συστολή του, όπως θα δηλώσει αργότερα. Σε ηλικία 17 ετών χάνει όμως τον πατέρα του και υποχρεώνεται να δουλέψει για να συμβάλει στο πενιχρό πια οικογενειακό εισόδημα. Αφού περάσει από μια σειρά δουλειές του ποδαριού, θα προσληφθεί το 1943 από διαφημιστική εταιρία ως μαθητευόμενος κειμενογράφος. Τα πήγαινε μάλιστα καλά στα νέα του καθήκοντα, αν και ήταν σαφές ότι δεν ήταν αυτή η κλίση του. Το 1945 θα βρει την οικογένεια στις ΗΠΑ, όπου μετανάστευσαν για το όνειρο μιας καλύτερης ζωής που υποσχόταν τότε ο Νέος Κόσμος. Μόνο έτσι δεν ήταν όμως και σύντομα ο Γκοσινί, για να αποφύγει τη στράτευση στη νέα του πατρίδα, θα επιστρέψει στη Γαλλία, όπου θα κάνει τη θητεία του στον γαλλικό στρατό, υπηρετώντας μάλιστα ως επίσημος εικονογράφος του στρατεύματος, καθώς το χέρι του έπιανε και στο σκίτσο! Στη Γαλλία δημοσίευσε το πρώτο του κόμικς, αν και πέρασε σχετικά απαρατήρητο. Κι έτσι επιστρέφοντας στις ΗΠΑ το 1947 προσπάθησε να ενταχθεί στο δυναμικό κάποιου στούντιο, ελπίζοντας πως η δουλειά του θα του άνοιγε τις πόρτες. Μόνο έτσι δεν ήταν όμως για άλλη μια φορά, εγκαινιάζοντας έτσι τη δυσκολότερη περίοδο της ζωής του: ήταν άνεργος, μόνος και παντελώς άγνωστος. Κερασάκι στην τούρτα, το εμφατικό «όχι» που του είπαν στην Ντίσνεϊ όταν πήγε να ζητήσει δουλειά. Την επόμενη χρονιά ωστόσο η τύχη τού χαμογέλασε και προσλήφθηκε ως καρτουνίστας στο ανερχόμενο εργαστήριο των Harvey Kurtzman, Will Elder και John Severin, το οποίο θα εξέδιδε αργότερα ένα από τα πλέον περίφημα αμερικανικά περιοδικά της εποχής («MAD»). Τα πράγματα είχαν αρχίσει να πάνε ολοένα προς το καλύτερο: γνωρίστηκε με μια σειρά δημιουργών κόμικς, όπως τον σπουδαίο Μορίς ντε Μπεβέρ (γνωστός απλώς ως Μόρις), τον μετέπειτα σκιτσογράφο του αθάνατου Λούκι Λουκ, παρουσιάζοντας ταυτοχρόνως ιστορίες με τη δική του συγγραφική υπογραφή. Καθοριστική στιγμή θα είναι το 1951, όταν θα επιστρέψει στη Γαλλία για να δουλέψει για λογαριασμό του πρακτορείου World Press, αναλαμβάνοντας διευθυντική θέση ως υπεύθυνος του δημιουργικού ατελιέ! Εκεί θα ξεκινήσει τη μακρά συνεργασία του με τον συνδημιουργό αργότερα του Αστερίξ, Αλμπέρ Ουντερζό, γράφοντας το σενάριο για το κόμικς «Junior», που έτρεξε από το 1954 ως το 1957. Το συγγραφικό του ταλέντο, τόσο σε επίπεδο αφήγησης όσο και κωμικής φιλοσοφίας, δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο και σύντομα θα γινόταν διάσημος στα πέρατα της οικουμένης… Ο Λούκι Λουκ Η βαθιά φιλία του Γκοσινί με τον Μόρις απέδωσε καρπούς το 1955, όταν ο σχεδιαστής κάλεσε τον συγγραφέα να συνεργαστούν στην έκδοση ενός φτωχού και μόνου καουμπόι! Ο Λούκι Λουκ παρουσιάζεται στο περιοδικό «Spirou» (τεύχος 906), με τις περιπέτειες του τιμωρού και της καλής του φοραδίτσας να σημειώνουν τεράστια επιτυχία από την πρώτη στιγμή! Η συνεργασία τους κράτησε 22 ολόκληρα χρόνια (1955-1977), στη διάρκεια των οποίων ο Γκοσινί υπέγραψε 70 σενάρια, σηματοδοτώντας τη χρυσή εποχή του Λούκι Λουκ. Ο Μόρις έλεγε για τον μακροχρόνιο συνεργάτη του: «Υπήρξε ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος … ο Γκοσινί είχε το χάρισμα να γράφει το σενάριο σε δύο διαφορετικά επίπεδα: το πρώτο ήταν για τα παιδιά, στο δεύτερο όμως έκλεινε το μάτι στην επικαιρότητα. Αυτό ήταν για τους ενήλικες. Πρόσφερε έτσι το μεγάλο πλεονέκτημα να μπορέσουμε να αυξήσουμε το κοινό των κόμικς»… Μέχρι και σήμερα ο Λούκι Λουκ αποτελεί μια από τις δημοφιλέστερες σειρές κόμικς της υφηλίου, από κοινού με τον Αστερίξ και τον Τεν Τεν… Ο Αστερίξ Αφού δούλεψε για λογαριασμό του «Περιοδικού Τεν-Τεν» (1956), αφού γέννησε άλλον έναν σπουδαίο ήρωα, τον Μικρό Νικολά (1959 - υπογράφοντας με ψευδώνυμο ως Αγκοστίνι), που θα κυκλοφορούσε για τα επόμενα 10 χρόνια, ίδρυσε το 1959 με τον Ουντερζό και μια σειρά ακόμα από κομίστες το δικό τους εβδομαδιαίο περιοδικό, το φοβερό και τρομερό «Pilote». Και ήταν ακριβώς εκεί που θα παρουσιαζόταν για πρώτη φορά στο κοινό ο σπουδαίος Αστερίξ ο Γαλάτης, το αρχέτυπο του γάλλου ήρωα (όπως τον ήθελαν τουλάχιστον οι δύο δημιουργοί του) στο πρώτο μάλιστα τεύχος του νέου περιοδικού. Το πρώτο τεύχος του Pilote κυκλοφόρησε στην αγορά στις 29 Οκτωβρίου 1959 και στη σελίδα Νο 20 οι αναγνώστες βρήκαν την παρθενική ιστορία του γαλάτη ήρωα. Η επιτυχία ήταν το λιγότερο τρομακτική: το πειραματικό περιοδικό αναδημοσιεύτηκε μπόλικες φορές, αγγίζοντας τα 300.000 αντίτυπα! Ω, μα τον Τουτάτις, είναι τρελοί αυτοί οι Γαλάτες! Ο Ιζνογκούντ Ο πολυγραφότατος Γκοσινί γέννησε πολλές ακόμα ιστορίες, αν και δεν έμελλε να επιβιώσουν όλες ως τις μέρες μας. Παρά ταύτα, το γεγονός παρέμενε: ο σπουδαίος χιουμορίστας χάρισε σε κάθε του δουλειά μια τελείως διαφορετική προσωπικότητα στους ήρωές του, μία μόνο ένδειξη του πολυδιάστατου ταλέντου του. Ο Αστερίξ βασιζόταν περισσότερο στα λογοπαίγνια, ο Λούκι Λουκ αναδείκνυε το χιούμορ του παραδοσιακού γουέστερν και ο Μικρός Νικολά, ένα έργο ιδιαίτερο στην καλλιτεχνική διαδρομή του Γκοσινί, σχολίαζε με αφοπλιστική αμεσότητα την παιδική καθημερινότητά του. Τελευταίος μεγάλος σταθμός του παραγωγικότατου Γκοσινί, ο σκοτεινός βεζίρης που θέλει να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη! Ο Ιζνογκούντ παρουσιάζεται επίσης στο σπουδαίο περιοδικό των Γκοσινί και Ουντερζό «Pilote», φέρνοντας την πένα του συγγραφέα στην αρχαία Περσία των Αραβικών Νυχτών… Τελευταία χρόνια Ο συγγραφέας Γκοσινί και ο σκιτσογράφος Ουντερζό, με τον τελευταίο να λατρεύει μάλιστα τόσο πολύ τον Αστερίξ τους που να εγκαταλείπει σταδιακά όλα τα άλλα projects του για χάρη του τρελού Γαλάτη, ίδρυσαν το 1977 ένα κινηματογραφικό στούντιο καρτούν (Studio Idefix). Ήταν πια στην κορυφή των ευρωπαϊκών κόμικς και από το περιοδικό τους ξεπήδησε όλη η μετέπειτα γενιά των νέων δημιουργών, αποτελώντας πραγματική σχολή για μια ολόκληρη δημιουργική περίοδο. Τέτοια ήταν η επιτυχία του περιοδικού που μεγάλωσε γενιές και γενιές μικρότερων και μεγαλύτερων παιδιών που όταν διέκοψε την έκδοσή του για τρεις εβδομάδες τον Μάιο του 1968, στη Γαλλία αναστατώθηκαν οι πάντες! Και ήταν ακριβώς στο απόγειο της ακμής του που θα χτυπούσε η συμφορά. Έχοντας ήδη μικροπροβλήματα με την καρδιά του, ο Γκοσινί υποβάλλεται σε τεστ κοπώσεως στις 5 Νοεμβρίου 1977 και πεθαίνει κατά τη διάρκεια του τσεκ-απ από οξύ καρδιακό επεισόδιο. Ήταν μόλις 51 ετών και στο αποκορύφωμα της δημιουργικότητάς του. Μετά τον θάνατό του άρχισαν σφοδρές δικαστικές διαμάχες για τα δικαιώματα των ηρώων του, με τον παντοτινό του συνεργάτη και καρδιακό του φίλο Αλμπέρ Ουντερζό να κερδίζει πολλές για λογαριασμό του εκλιπόντος. Τα δικαιώματα του συγγραφέα διαχειρίζεται σήμερα η κόρη του Άννα, πάντα σε συνεργασία με τον σκιτσογράφο: ο Γκοσινί παντρεύτηκε το 1967 μια κατά 18 χρόνια νεότερή του κοπέλα, με την οποία απέκτησαν μια κόρη. Και βέβαια ο επίλογος της ζωής του σπουδαίου κομίστα δεν θα μπορούσε να μην έχει τη σφραγίδα του απαράμιλλου χιούμορ του: λίγες εβδομάδες πριν από τον θάνατό του, ο γιατρός τού συνταγογράφησε χάπια, διευκρινίζοντας ότι έπρεπε να παίρνει ένα την ημέρα μέχρι το τέλος της ζωής του. Και ο Γκοσινί τον ρώτησε τότε γελώντας: «Φαντάζομαι γιατρέ ότι μπορώ τότε να αγοράσω δύο κουτιά, ε;»… Να και το λινκ. Εξίσου χορταστικά αφιερώματα του newbeast.gr στους Peyo , Jerry Siegel και Carl Barks.
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.