Jump to content
Το Σάββατο 25/1 στις 8μμ @ΛΕΦΙΚ (Ιερά Οδός 14) κόβουμε τη πίτα μας! Σας περιμένουμε όλους και όλες!

Search the Community

Showing results for tags 'Pan Pan'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.


Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 3 results

  1. Ο Παναγιώτης Πανταζής (Pan Pan) κατάφερε να «πληρώνει τους λογαριασμούς του» από τα κόμικς που σχεδιάζει Comic artist, illustrator, μουσικός. Γεννήθηκε και ζει στο Πολύγωνο. Μικρός ήθελε να γίνει ποδοσφαιριστής. M. HULOT 30.9.2019 Το χειρότερο που φοβάμαι ότι μπορεί να μου συμβεί είναι να πεθάνω νέος, γιατί θέλω να κάνω χίλια πράγματα και δεν θα προλάβω να τα κάνω. Κι επίσης, επειδή έχω ένα παιδί, με τρομάζει πάρα πολύ να μην είμαι δίπλα του όσο μεγαλώνει. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO Γεννήθηκα στην Αθήνα, στο Πολύγωνο. Εδώ έζησα μέχρι τα 18 μου, εδώ πήγα σχολείο, και παρότι ήμουν πολύ κοντά στο κέντρο, μέχρι τα 15-16 δεν πολυπήγαινα, σπάνια έφευγα από τη γειτονιά μου. Μου άρεσε να τα βλέπω όλα από ψηλά, γιατί είμαστε κοντά στα Τουρκοβούνια και έχουμε θέα προς τα κάτω. Από μικρός έπαιζα μπάλα και ήθελα να γίνω ποδοσφαιριστής στον Παναθηναϊκό, το φαντασιωνόμουν συνέχεια και με τα χρόνια αυτό το πράγμα μεγεθύνθηκε και έγινε δεκαπλάσιο μέσα στο μυαλό μου. Όταν έπαιζα με τον πατέρα και τον θείο μου, ως μικρότερο με έβαζαν τέρμα και μια φορά που ήμασταν στα χορτάρια στο Πόρτο Ράφτη, μου ρίχνουν ένα σουτ και η μπάλα πήγε τόσο ψηλά, που εγώ «πέταξα» για να την πιάσω. Προσπαθούσα να αποδείξω ότι αξίζω, κι αυτό στη φαντασία μου έχει γίνει ολόκληρο ταξίδι στο φεγγάρι, να πιάσω την μπάλα και να ξανάρθω. Αγαπούσα, επίσης, από παιδί να ζωγραφίζω και τη μουσική – τότε, μόνο να ακούω. Άκουγα κυρίως χιπ χοπ και η πρώτη κασέτα που αγόρασα ήταν Ημισκούμπρια, γιατί μου άρεσε ο ρυθμός και ο χαβαλές που έκαναν. Με τον ξάδερφό μου λιώσαμε εκείνο το καλοκαίρι την κασέτα τους, είχαμε μάθει απ' έξω όλα τα κομμάτια, ξέραμε μέχρι και τις ανάσες και ραπάραμε κι εμείς από πάνω. Έτσι άρχισα να αγοράζω διάφορα ελληνικά χιπ χοπ που κυκλοφορούσαν και μετά να ακούω και ξένα. Τότε είχε μια εκπομπή ο Βουρλιώτης στο Mad και έψαχνα να βρω όλα όσα έπαιζε. Με το χαρτζιλίκι μου μπορούσα να αγοράζω ένα καινούργιο CD κάθε δύο εβδομάδες, αυτό ήταν το στάνταρ μου, δεν αγόραζα τίποτε άλλο με τα λεφτά μου και κάπως έτσι πήγε μέχρι να τελειώσω το σχολείο. Όταν πέρασα Αρχιτεκτονική στον Βόλο και άλλαξα πόλη, όλα ήταν διαφορετικά. Μου έκανε εντύπωση που ήταν εντελώς επίπεδος και έπρεπε να πας στο Πήλιο για να μπορείς να δεις την πόλη από ψηλά. Γενικά, ήταν ωραία στον Βόλο, η σχολή μού άρεσε πάρα πολύ, περνούσα ωραία και με ενδιέφερε, αλλά πάντα είχα στο μυαλό μου ότι θα έφευγα κάποια στιγμή. Σίγουρα δεν θα μπορούσα να μείνω για πάντα στον Βόλο. Στην Αρχιτεκτονική πήγα με προτροπή των γονιών μου. Εγώ ήθελα να γίνω γραφίστας, ήθελα να κάνω κάτι με σχέδιο, πιο ποπ, αλλά οι γονείς μου ήθελαν να πάρω μια πιο γενική παιδεία. Αυτή η ιδέα ήταν πολύ καλή και λειτούργησε, αλλά λόγω των συγκεκριμένων συνθηκών, επειδή είχα την τύχη να περάσω στον Βόλο, γιατί αν ήμουν στην Αρχιτεκτονική άλλης πόλης, όπου θα ήταν πιο κλασικές οι σπουδές, δεν ξέρω αν θα τελείωνα τη σχολή. Στον Βόλο, χάρη στους καθηγητές, τον Ψυχούλη, τον Σπύρο Παπαδόπουλο, τον Ντάνη Στυλίδη, τον Τζιρτζιλάκη, ήταν πολύ πιο εικαστικό το συνολικό πρόγραμμα. Μου άρεσε που είχε εικαστική κατεύθυνση η σχολή, έτσι την τελείωσα στην ώρα της και με καλό βαθμό. Έκανα μάλιστα και μεταπτυχιακό στο Πολυτεχνείο. Μετά βγήκα στην εργασιακή πραγματικότητα της Αρχιτεκτονικής, δούλεψα έναν μήνα σε ένα γραφείο και είπα «όχι, δεν θέλω». Ταυτόχρονα, είχα αρχίσει να φτιάχνω και κόμικς, από φοιτητής. Τον τελευταίο χρόνο είχα αρχίσει να συνεργάζομαι με το περιοδικό «9» επαγγελματικά. Σκεφτόμουν ότι αν δούλευα ως αρχιτέκτονας, σε πέντε χρόνια θα είχα πεθάνει, δεν μου άρεσε καθόλου, και αποφάσισα να βάλω τα δυνατά μου να ζήσω ως comic artist και illustrator. Και σχετικά γρήγορα, μέσα στον επόμενο χρόνο, καθιερώθηκα στον χώρο και μπόρεσα να φύγω από το πατρικό μου. Ήμουν πολύ χαρούμενος που έκανα τη δουλειά που μου άρεσε πιο πολύ απ' όλα και μπορούσα να είμαι ανεξάρτητος. Μέχρι να ενηλικιωθώ, άκουγα αποκλειστικά χιπ χοπ. Άκουγα κι άλλα πράγματα γύρω-γύρω, αλλά αγόραζα μόνο χιπ χοπ. Επειδή γύρω στο 2000 το χιπ χοπ που έβγαινε το ψιλοβαριόμουν, γιατί είχε κάνει τρελή «κοιλιά», άρχισα να ακούω indie και μετά πάρα πολύ post-rock, σε υπερβολικό βαθμό, τότε που άκουγαν όλοι. Σκέφτομαι εκ των υστέρων ότι έτσι ήμουν και ως άτομο: δηλαδή στην post-rock περίοδο ήμουν λίγο πιο βαρετός. Επειδή πολλοί από τους φαν του χιπ χοπ προσπαθούν να κάνουν και οι ίδιοι, το δοκίμασα κι εγώ, έγραψα ραπ στίχους στην αρχή και, επειδή δεν είχα εξοπλισμό, έκανα κάτι που το θεώρησα πολύ πρωτοποριακό, παρότι το έκαναν χιλιάδες άνθρωποι: έπαιρνα το κασετόφωνο, έβαζα να γράφει μια λούπα, με το που έφτανε στο τέλος πατούσα pause, ξαναγύριζα πίσω και κάπως έτσι έφτιαχνα τα beats μου. Θα μπορούσα να πω ότι το πιο ριψοκίνδυνο πράγμα που έχω κάνει, σύμφωνα με όλους τους άλλους γύρω μου, ήταν ότι, τελειώνοντας την Αρχιτεκτονική, είπα: «Δεν θέλω να ασχοληθώ καθόλου με αυτό το πράγμα, θέλω να κάνω κόμικς». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO Η αδερφή μου είναι πιανίστρια και επειδή είχαμε ένα πιάνο στο σπίτι και άλλο στο εξοχικό, για να μη χάνει την εξάσκηση στις διακοπές, μόλις πέρασα στον Βόλο ζήτησα να πάρω το πιάνο από το εξοχικό για να παίζω. Ο πατέρας μου μού είπε «αυτό είναι της Μαριάνθης, αν θες να σου πάρω ένα άλλο», έτσι πήγαμε σε ένα μαγαζί με όργανα στα Εξάρχεια κι άρχισα να κοιτάω και εκεί σκέφτηκα «τι στο καλό ψάχνω πιάνα και αρμόνια, sampler θέλω». Βλέπω ότι είχε ένα sampler σε λογική τιμή, άρχισα να το δοκιμάζω, κατουρήθηκα από τη χαρά μου, μέχρι που ήρθε ο υπάλληλος του καταστήματος, που δεν είχε ιδέα από τα όργανα, και με ρώτησε τι μουσική παίζω. Του λέω «χιπ χοπ» και μου απαντάει «αν δεν παίζεις κάποιο όργανο, σου είναι άχρηστο το sampler» – δεν είχε ιδέα τι κάνει. Το αγόρασα και από τα 19 μου άρχισα να φτιάχνω δική μου μουσική. Το 2011 συνέβαιναν πολλά κακά πράγματα στη ζωή μου, τα οποία είχαν να κάνουν και με την ψυχική μου υγεία. Ήμουν χάλια μαύρα και ταυτόχρονα συνέβαιναν άσχημα πράγματα και τριγύρω. Ένα από αυτά ήταν ότι ξέχασα μέσα στο πορτμπαγκάζ ενός ταξί όλα μου τα μουσικά όργανα, όσα είχα μαζέψει με αίμα δέκα χρόνια. Γύρισα στο σπίτι από το στούντιο όπου ηχογραφούσα, δεν είχα πάνω μου λεφτά για να πληρώσω το ταξί, ανέβηκα στο σπίτι για να τα φέρω, αλλά στο σπίτι είχε έρθει κόσμος και χαιρέτησα ανθρώπους και ξεχάστηκα. Όταν βγήκα, το ταξί είχε κλείσει δύο δρόμους κι έκαναν ουρά τα αυτοκίνητα κορνάροντας, οπότε πλήρωσα την οδηγό κι έφυγε βιαστικά, έτσι ξέχασα να πάρω τα όργανα. Όταν μπήκα στο σπίτι και συνειδητοποίησα ότι δεν τα είχα, ένιωσα μια καταπακτή να ανοίγει και να φεύγω προς το κέντρο της γης. Γύρισα όλες τις πιάτσες, μέχρι που με έμαθαν όλοι οι ταξιτζήδες, αλλά δεν τα βρήκα ποτέ. Και επειδή μου έκλεψαν το μπουφάν με την ταυτότητά μου μετά από μερικές μέρες, σκέφτηκα ότι μάλλον έπρεπε να αλλάξω τη ζωή μου – μάλλον δεν ήταν τυχαίο που όσα έχανα είχαν σχέση με την ταυτότητά μου. Θα μπορούσα να πω ότι το πιο ριψοκίνδυνο πράγμα που έχω κάνει, σύμφωνα με όλους τους άλλους γύρω μου, ήταν ότι, τελειώνοντας την Αρχιτεκτονική, είπα: «Δεν θέλω να ασχοληθώ καθόλου με αυτό το πράγμα, θέλω να κάνω κόμικς». Στους άλλους γύρω μου αυτό φάνταζε φοβερά ριψοκίνδυνο και αυτοκαταστροφικό, αλλά εγώ δεν ένιωσα ποτέ έτσι. Πάντα ένιωθα ότι αυτό ήθελα να κάνω. Ξέρω ότι είμαι καλός σε αυτό και ότι θα με κάνει χαρούμενο κάθε μέρα. Το πανεπιστήμιο με βοήθησε πάρα πολύ σε ό,τι κάνω, γιατί εκεί έμαθα σύνθεση, έμαθα τι σημαίνει δομή, ρυθμός, και όλα αυτά τα χρησιμοποίησα στην αφήγησή μου στα κόμικς και στη μουσική μου: στο πώς θα πω μια ιστορία, πώς θα αναγνωρίσω patterns κ.λπ. Γενικότερα, το πανεπιστήμιο αναπτύσσει τη συναισθηματική σου νοημοσύνη, σε βοηθάει σε πολλά πράγματα – η εργασιακή πραγματικότητα είναι κάτι άλλο βέβαια. Τέλειωσα το 2006, δύο-τρία χρόνια προτού σκάσει η μεγάλη κρίση και σταμάτησαν να χτίζουν στην Ελλάδα έτσι κι αλλιώς. Μία από τις μεγαλύτερες προσωπικές ικανοποιήσεις είναι ότι μπορώ να κάνω κάτι που έχει σχέση με τέχνη χωρίς να είμαι από οικογένεια που μπορούσε να με στηρίξει σε αυτό το πράγμα, γιατί, τελειώνοντας τη σχολή και βοηθώντας καθηγητές μου, συνειδητοποιούσα ότι όποιος κάνει τέχνη έχει λεφτά ή ένα δίχτυ ασφαλείας και μπορεί να ασχολείται μόνο με την τέχνη, χωρίς να τον αφορά το κομμάτι της επιβίωσης. Εγώ είπα «θα ζήσω από αυτό το πράγμα, χωρίς να ξέρω κανέναν, θα πληρώνω τους λογαριασμούς μου», ενώ δεν είχα την πολυτέλεια να το κάνω. Αυτό είναι για μένα η περηφάνια μου. Η Αθήνα είναι φανταστική, είναι η πόλη μου και μου αρέσει πάρα πολύ να ζω εδώ. Υπάρχουν χίλια δυο που μπορούν να σε πνίξουν κάθε μέρα, από την αγένεια και την ανοργανωσιά μέχρι τα άσχημα κτίρια που βλέπεις, αλλά ο παλμός που έχει η Αθήνα ήταν πάντα αυτός που με έκανε να νιώθω ότι εδώ είναι το σπίτι μου. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO Το χειρότερο που φοβάμαι ότι μπορεί να μου συμβεί είναι να πεθάνω νέος, γιατί θέλω να κάνω χίλια πράγματα και δεν θα προλάβω να τα κάνω. Κι επίσης, επειδή έχω ένα παιδί, με τρομάζει πάρα πολύ να μην είμαι δίπλα του όσο μεγαλώνει. Σκέφτομαι ότι, αφού δεν το γλιτώνω, τουλάχιστον ας γίνει όταν ο Βασίλης θα είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει μόνος του κάποια πράγματα. Περισσότερο απ' όλα αυτήν τη στιγμή με ενδιαφέρει να δω τι θα κάνει ο Βασίλης στη ζωή του, πώς θα είναι ως άνθρωπος, όχι αν θα του πάνε καλά τα πράγματα, αλλά αν θα είναι ο ίδιος δυνατός για να τα αντιμετωπίσει. Η Αθήνα είναι φανταστική, είναι η πόλη μου και μου αρέσει πάρα πολύ να ζω εδώ. Υπάρχουν χίλια δυο που μπορούν να σε πνίξουν κάθε μέρα, από την αγένεια και την ανοργανωσιά μέχρι τα άσχημα κτίρια που βλέπεις, αλλά ο παλμός που έχει η Αθήνα ήταν πάντα αυτός που με έκανε να νιώθω ότι εδώ είναι το σπίτι μου. Ό,τι ταξίδι έχω κάνει, όπου και να έχω πάει, μου άρεσε πάρα πολύ, αλλά ούτε για ένα δευτερόλεπτο δεν σκέφτηκα «τι ωραία που θα ήταν να έμενα εδώ πέρα». Ο πλούτος των πραγμάτων που μπορείς να βρεις σε κάθε γειτονιά είναι τεράστιος: Γκύζη, Κουκάκι, Κυψέλη, Σεπόλια, Καισαριανή, Βύρωνας, Παγκράτι, πουθενά δεν βρίσκεις τα ίδια. Νιώθω πολύ όμορφα να κατεβαίνω με το ποδήλατο τη Μιχαλακοπούλου και γενικότερα το Παγκράτι, επειδή ήταν η πρώτη περιοχή όπου έμεινα μόνος μου όταν έφυγα από το πατρικό μου, την Υμηττού με την καγκουριά της. Όταν περπατάω στην Εθνικής Αντιστάσεως που πάει προς Καισαριανή ή στην Ούλωφ Πάλμε, νιώθω ότι ανασαίνω 100% οξυγόνο, είναι πολύ περίεργο. Όταν το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης πρότεινε στον Γιώργο Γούση να φτιάξει ένα κόμικ για το φεστιβάλ, η ιδέα του ήταν ένα love story. Είχε πέντε μήνες για να το παραδώσει, έτσι ο Γιώργος έφτιαξε μια ομάδα με τη Γεωργία Ζάχαρη κι εμένα και τα κάναμε όλοι όλα: το γράψαμε όλοι μαζί και το σχεδιάσαμε. Το ενδιαφέρον είναι ότι καθένας φέρνει τα στοιχεία του, είναι σαν να αλλάζεις φακό σε μια κάμερα. Δουλέψαμε με μεγάλη ταχύτητα και σε δύο μήνες φτιάξαμε 180 σελίδες. Τα Μυστικά του Βάλτου, που ήταν 100 σελίδες, τα σχεδίαζα 13 μήνες και ο Ερωτόκριτος πήρε 10 μήνες για να γίνει. Το «Φεστιβάλ» το φτιάξαμε από το μηδέν, χωρίς να υπάρχουν χαρακτήρες, φτιάξαμε έναν ολόκληρο κόσμο από το μηδέν μέσα σε τέσσερις μήνες, και είμαστε πάρα πολύ περήφανοι γι' αυτό. Η ιστορία του «Φεστιβάλ» είναι ο έρωτας ενός άντρα και μιας γυναίκας, του Σωτήρη και της Ντάριας, που συσχετίζονται με κάποιον τρόπο με το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Στο πρώτο κεφάλαιο ο άντρας είναι εθελοντής στο φεστιβάλ και έχει κάνει και μια μικρού μήκους ταινία, γι' αυτό θέλει να είναι κοντά στη φάση και προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει. Η κοπέλα έχει το μπλογκ της και γράφει φουλ για ταινίες και μόλις έχει γράψει το πρώτο της άρθρο για το περιοδικό «Σινεμά». Στο δεύτερο κεφάλαιο, που είναι κάποια χρόνια μετά, αυτός ντεμπουτάρει με την πρώτη του ταινία, που τα έχει ισοπεδώσει όλα: έχει πάρει Χρυσή Άρκτο στο Βερολίνο και έρχεται να κάνει πρεμιέρα στη Θεσσαλονίκη σε αποθέωση, ενώ αυτή είναι πια μια καταξιωμένη κριτικός με δική της εκπομπή στο YouTube. Η σχέση τους, όμως, έχει διαλυθεί. Το πρώτο κεφάλαιο είναι fun, στο δεύτερο βλέπουμε ότι είναι σε ένα επαγγελματικό peak, αλλά τα προσωπικά τους είναι διαλυμένα και προσπαθούν να ισορροπήσουν μέσα σε αυτό το πράγμα που βλέπει ο ένας τον άλλο, αναγκαστικά, λόγω καταστάσεων, και στο τρίτο κεφάλαιο, που είναι μερικά χρόνια αργότερα, η Ντάρια έχει γίνει διευθύντρια του φεστιβάλ και αυτός έχει να κάνει καλή ταινία χρόνια. Στην ουσία, περιλαμβάνει όλο το στόρι του φεστιβάλ. Σε όλο αυτό το ερωτικό πανηγύρι εμφανίζονται cameo προσωπικότητες που σχετίζονται με την ιστορία του, ο Τσιώλης, ο Βέγγος, ο Τζάρμους, η Ιζαμπέλ Ιπέρ, που είναι μια ταξιτζού, πολλά πρόσωπα που το σημάδεψαν με κάποιον τρόπο. Πηγή: www.lifo.gr Αν μπεις και διαβάσεις το μοναδικό φόρουμ για κόμικς που υπάρχει αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα, όπου ψηφίζουν μία φορά τον χρόνο μεταξύ τους για τα καλύτερα της χρονιάς, θα περίμενες ότι καλύτερο περιοδικό θα ήταν ο «Μπλε Κομήτης», αλλά, όχι, φέτος ήταν το «Μπλεκ». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO Με ενοχλεί η αγένεια των αγνώστων, το ύφος που έχει κάποιος που δεν με ξέρει, ειδικά σε μαγαζιά. Ήθελα πρόσφατα να παρκάρω σε ένα σημείο όπου πρέπει να πληρώσεις εισιτήριο, έτσι άφησα την οικογένειά μου μέσα στο αυτοκίνητο και πήγα να πάρω ένα από το περίπτερο. Ρωτάω τον περιπτερά αν έχει εισιτήρια για στάθμευση και μου λέει «δεν τα λένε εισιτήρια, τα λένε κάρτες», του λέω «εντάξει, έχετε τέτοιες;» και μου κάνει «κοίτα την ταμπέλα εκεί, ξέρεις γράμματα;». Εννοούσε ότι σε ένα τέταρτο δεν θα τη χρειαζόμουν, επειδή έληγε ο χρόνος και θα ήταν δωρεάν, αλλά εκνευρίστηκε και έπρεπε να το κάνει θέμα. Βγήκα από τα ρούχα μου πραγματικά. Την ευτυχία τη βρίσκεις σε διαφορετικά πράγματα κατά καιρούς. Υπήρχαν φάσεις που την έβρισκα στους φίλους μου, υπήρχαν φάσεις που την έβρισκα παίζοντας μουσική, υπήρχε φάση που η ευτυχία μου ήταν μόνο η δουλειά μου. Τώρα τη βρίσκω σε διάφορα μικροπράγματα, κυρίως στην ύπαρξη του Βασίλη, στο ότι είμαστε καλά με τη σύντροφό μου κι έχουμε αυτό το παιδί και κάθε μέρα το βλέπω να κάνει και κάτι καινούργιο. Μπορεί με κάτι πολύ απλό που κάνει να με γεμίσει χαρά για λίγο. Αν μπεις και διαβάσεις το μοναδικό φόρουμ για κόμικς που υπάρχει αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα, όπου ψηφίζουν μία φορά τον χρόνο μεταξύ τους για τα καλύτερα της χρονιάς, θα περίμενες ότι καλύτερο περιοδικό θα ήταν ο «Μπλε Κομήτης», αλλά, όχι, φέτος ήταν το «Μπλεκ». Αυτός είναι και ο λόγος που τα τελευταία χρόνια προσπαθώ να κάνω δουλειές που δεν απευθύνονται στο «κοινό των κόμικς». Το κοινό των κόμικς δεν είναι κοινό για όλους όσοι κάνουν κόμικς στην Ελλάδα, δεν υπάρχει ένα γενικό ενδιαφέρον για κάποιον, κι αυτό είναι λογικό. Αυτό που δεν είναι λογικό είναι η μιζέρια που υπάρχει, η γκρίνια ότι ο «Μπλε Κομήτης» δεν τους είχε όλους, παρότι έδωσε την ευκαιρία σε περισσότερα από 100 άτομα να δείξουν τη δουλειά τους. Όλοι ψάχνουν λόγο να γκρινιάξουν και δεν καταλαβαίνουν ότι με αυτόν τον τρόπο κερδίζεις νέους δημιουργούς. Οι ιστορίες που πήγα στον Άγγελο Μαστοράκη, τον διευθυντή του «9», όταν ήμουν ακόμα παιδί, σήμερα μου φαίνονται για γέλια, αυτός όμως κάτι είδε σ' εμένα, ήξερε ότι θα δουλέψω και θα γίνω καλύτερος. Μου έδωσε την ευκαιρία να πληρωθώ για τη δουλειά μου και αυτό με πώρωσε για να κάνω κι άλλη, καλύτερη. Ο «Μπλε Κομήτης» είχε πολλές δουλειές νέων ανθρώπων δίπλα σε καθιερωμένα ονόματα και ο πήχης ήταν ψηλά, αλλά δεν είχε κοινό να τον στηρίξει. Το κοινό που στηρίζει τα κόμικς είναι μικρό και το κομμάτι από την πίτα που μου αντιστοιχεί είναι ακόμα μικρότερο. Θέλω να κάνω κόμικς που θα τα πάρει ο οποιοσδήποτε και θα βγάλει νόημα. Δεν με ενδιαφέρει να έχω μέσα αναφορές που θα εντυπωσιάσουν έναν πενηντάχρονο ούτε η κριτική αυτού που θεωρεί ότι του χρωστάω ως δημιουργός. Είμαι τυχερός γιατί έχω ένα μικρό, έστω, κοινό που του αρέσει η δουλειά μου και θα τσεκάρει ό,τι κάνω. Αυτοί μου δίνουν δύναμη και χαρά. Πηγή
  2. Όπως μας πληροφορεί ο Παναγιώτης στο οπισθόφυλλο του τόμου, ο Κεράσης είναι ένας κεραμιδόγατος που αγαπάει τα κρουασάν (φροντίζει να τα κλέβει από τα περίπτερα με κάθε ευκαιρία) και το χιπ χοπ. Είναι κρυφά (ή και όχι και τόσο κρυφά) ερωτευμένος με τη Φουφού όπου με αφετηρία το Πολύγωνο και ακτίνα δράσης το σύμπαν, ..., ζουν και αναπνέουν μέρα με τη μέρα. Άλλη μια πολύ όμορφη δουλειά του Παναγιώτη Πανταζή στο γνώριμο ύφος του, όπου για άλλη μια φορά μπλέκει την καθημερινότητα με την αστική ποίηση. Μόνο που αυτήν τη φορά το κάνει με πολύ πιο γλυκό τρόπο. Αξίζει να σημειωθεί πως τον Μάιο, στο TheComicCon, κυκλοφορούσε ήδη η δεύτερη έκδοση. Τα επεισόδια της σειράς εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στο socomic.gr ενώ πρόσφατα ξεκίνησε και η δεύτερη σεζόν Ευχαριστούμε για το 2ο εξώφυλλο την Kabuki.
  3. Συλλογή με τις 37 ιστορίες του Κλειδωμένου Ρυθμού του Pan Pan που δημοσιεύθηκαν στο socomic.gr από τον Σεπτέμβριο του '13 μέχρι και τον Απρίλιο του '14, σε μια ασπρόμαυρη (λόγω κόστους υποθέτω) έκδοση, 111 αριθμημένων αντιτύπων. Οι 50 πρώτοι έπαιρναν δώρο το εξώφυλλο σε έγχρωμο πριντάκι το οποίο όμως δεν πρόλαβα δυστυχώς. Όπως και και οι υπόλοιποι 60 που αγόρασαν το βιβλίο, το οποίο εξαντλήθηκε από το πρωί της Κυριακής. Γι'αυτό και ο Παναγιώτης το ανέβασε στην σελίδα του (καθώς και το comics "Κάποτε κλέψαμε ένα διαστημόπλοιο μαζί" (επίσης εξαντλημένο)) στα αυθεντικά τους τυπώσιμα μεγέθη. Το κόμικ του Pan Pan "Κλειδωμένος Ρυθμός" εμφανίζεται κάθε Τρίτη και Πέμπτη στην σελίδα socomic.gr! Aν έχετε κάποιο τραγούδι που θα θέλατε να γίνει comic από τον Pan Pan μπορείτε να του το γράψετε
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.