Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'τασος μαραγκος'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.


Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 15 results

  1. Ο Ντόν Ρόσα δεν είναι ο μόνος δημιουργός που βγάζει χαμένα επεισόδια. Βγάζει και ο tasmar, ο οποίος μας πηγαίνει πίσω στον χρόνο και συγκεκριμένα, στο τέταρτο τεύχος του Krak Komiks για να μας δείξει μια ιστορία σκληρού πορνό. Ναι, ο τίτλος δεν είναι για τον χαβαλέ μόνο. Ότι υπόσχεται, το παραδίδει. Και παρόλα αυτά, συνεχίζει να έχει το χαβαλέ του, όπως ακριβώς θα περίμενε κανείς από την σειρά Krak Komiks/Hard Rock. Οπότε αν γουστάρετε Μαραγκό και τις περιπέτειες του Μάρκου, ή είστε ιδεοψυχαναγκαστικοί completionist και θέλετε και αυτό το μέρος, επενδύστε άφοβα. Αν είστε πουριτανοί ή θέλετε την τσοντίτσα σας μόνο από ρεαλιστικές πένες, ψάξτε αλλού. O Tasmar επέλεξε να βγάλει αυτό το επεισόδιο ως αυτοέκδοση. Η πρώτη εμφάνιση του τεύχους έγινε στο 3ο Comiczineweekend. Σελίδα δείγμα.
  2. Κόμικς χωρίς μεσάζοντες Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς Οι εναλλακτικές μέθοδοι χρηματοδότησης του έργου ενός δημιουργού και η εγκαθίδρυση μέσω αυτών μιας πιο άμεσης σχέσης του καλλιτέχνη με τους αναγνώστες του, χωρίς μεσάζοντες, γνωρίζουν όλο και μεγαλύτερη διάδοση τα τελευταία χρόνια. Ηδη θεωρείται παραδοσιακή η μέθοδος του crowdfunding κατά την οποία ένα έργο τέχνης χρηματοδοτείται από τους υποστηρικτές του καλλιτέχνη ώστε να καταστεί δυνατή η υλοποίησή του, από τη σύλληψη της ιδέας μέχρι την ολοκλήρωση και τη μετουσίωσή του σε φυσικό έργο. Μία από τις πιο σύγχρονες και ελκυστικές για τους καλλιτέχνες πρακτικές είναι η εφαρμογή της ηλεκτρονικής πλατφόρμας «Patreon» και ένας από τους Ελληνες δημιουργούς που τη χρησιμοποιούν εδώ και μερικούς μήνες με μεγάλη επιτυχία είναι ο Τάσος Μαραγκός. Η διαφορά του «Patreon» με άλλες ηλεκτρονικές εφαρμογές είναι ότι δεν λειτουργεί ως μηχανή αναζήτησης πόρων με στόχο τη μακροπρόθεσμη υλοποίηση έργου, αλλά ως μια μόνιμη και σταθερή βάση «έκθεσης» έργων σε ένα πιστό κοινό που με τη συνέπειά του καθιστά δυνατή τη συνέχιση του έργου. Ο Tasmar, όπως υπογράφει συνήθως τα έργα του, ένας από τους κορυφαίους καλλιτέχνες του είδους εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια, έχει φιλοτεχνήσει ώς σήμερα απολαυστικά χιουμοριστικά και βαθύτατα πολιτικά κόμικς όπως τα «Krak Komiks», «Hard Rock», «Ολα Είναι Κόμικξς», «Super Condom», «Big Bang», «Holy Shit Comix!» κ.ά., ενώ από την αρχή της κυκλοφορίας του Καρέ Καρέ και επί σειρά ετών τα «Αδέσποτα Σκίτσα» του φιλοξενούνταν στην «Εφ.Συν.». Πλέον, επικοινωνεί με τους φίλους των κόμικς του μέσω του Patreon προσφέροντας σπουδαία αναγνωστικά προνόμια αλλά και είδη σε φυσική μορφή, όπως stickers, mini comic zines κ.ά. Στο «Patreon» κάθε Τρίτη παρουσιάζει καινούργιες σελίδες από το «Hard Rock» και τις νέες περιπέτειες του Μάρκου, κάθε Πέμπτη ανεβάζει το «Lost inκ Space» με αναφορές στην επικαιρότητα, πολιτική και μη, και κάθε Σάββατο τη συνέχεια του «Ολα Είναι Κόμικξς». Πώς, όμως, μπορούμε να τον στηρίξουμε και να διαβάζουμε τα έργα του; Απλώς μπαίνοντας στην πλατφόρμα και επιλέγοντας μία από τις κατηγορίες «cool supporter», «sticker pack dude», «comic zine master» και «commission overlord», που η καθεμιά αντιστοιχεί σε διαφορετική, μικρή, οικονομική συνεισφορά και διαφορετικά ανταλλάγματα που κυμαίνονται από την ανάγνωση των κόμικς μέχρι την απόκτηση πρωτότυπων έργων. Με βάση την παρουσία του Μαραγκού στα ελληνικά κόμικς, η ανταμοιβή από την υποστήριξη αναμένεται να είναι πολλαπλάσια της οικονομικής επιβάρυνσης. Πηγή
  3. Ονομαστική τιμή: 14,5€ Η σειρά Krak Komiks ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2007 από την εκδοτική giganto books στο 12ο Φεστιβάλ Κόμικς της Βαβέλ έχοντας εσωτερικά ως τίτλο της κεντρικής ιστορίας τον ξενικό Hard Rock. Σύντομα οι περιπέτειες του νεαρού Μάρκου από την Σύρο και του φίλου του Γόγο έγιναν ανάρπαστες θα έλεγα και ιδιαίτερα αγαπητές στο κοινό των Ελληνικών κόμικ (και αν δεν συμφωνείτε σκασίλα μου, εγώ είμαι φαν) και έτσι ως αποτέλεσμα αυτής της πέρασης που είχαν οι δύο φίλοι ήταν το κόμικ να έχει φυσικά συνέχεια και παράλληλα οι ιστορίες του Μάρκου, του Γόγου και του τρίτου της παρέας πλέον φίλου τους Τζίμη, να έχουν μία σχεδόν και τουλάχιστον ετήσια σταθερή παρουσία (αν και πολλοί από εμάς θα θέλαμε και πιο συχνή). Ακόμη και όταν η εκδοτική giganto έκλεισε τον κύκλο της με την κυκλοφορία του 5ου τεύχους, το Krak δεν σταμάτησε εκεί αφού σύντομα βρήκε στέγη σε άλλη αγαπημένη εκδοτική την Jemma Press και οι συνέχειες συνεχίστηκαν πλέον έγχρωμες. Το Hard Rock εξιστορεί τις ανησυχίες και τις αγωνίες του πρωταγωνιστή Μάρκου, ενός ατίθασου νεαρού στην μικρή κοινωνία του νησιού που μένει, όπου παλεύει και ονειρεύεται την ώρα που θα καταφέρει να ξεφύγει από αυτή. Τα νεανικά του σκιρτήματα, έρωτες, μικρές ή λίγο μεγαλύτερες περιπέτειες, σκέψεις, αγωνίες, τα θέλω και δεν θέλω του. Τα παιδάτα του που λίγο πολύ κάτι έχουμε να συνδεθούμε όλοι μας και να ταιριάξουμε με τα δικά μας. Τελικά καταφέρνει να φύγει από το νησί... εν μέρει θα έλεγα, όχι με τον καλύτερο τρόπο καθώς η "ηρωική" (λέμε τώρα) έξοδος του ήταν η υποχρεωτική του υπηρεσία στον Ελληνικό στρατό, μάλλον όχι αυτό ακριβώς που είχε στο μυαλό του ότι θα έκανε όταν θα πρωτοέφευγε από το νησί. Τουλάχιστον έχει μαζί του τον καλύτερο του φίλο τον Γόγο... θα μου πεις είναι καλό αυτό; Τον Μάιο του 2017 (στις 5 του μπι εξάκτ) η Jemma κυκλοφορεί στην Θεσσαλονίκη και το εκεί φεστιβάλ κόμικς (the Comic Con 3) έναν πλούσιο και παχύ τόμο που περιέχει συγκεντρωμένες όλες τις περιπέτειες του Μάρκου και των φίλων του, έχοντας επιπλέον και δύο εντελώς νέες ιστορίες στο πακέτο με το ίδιο όμως ύφος που ξέραμε και μας άρεσε. Επιπλέον μέσα θα βρείτε και τις δύο sortie ιστορίες Gogos + Tzimis, Hitting on girls! και Markos + Judy on Teenage Kicks, που δεν είχαν δημοσιευθεί στα Ελληνικά Krak αλλά υπήρχαν στην Αγγλική έκδοση Hard rock #1 της Jemma που κυκλοφόρησε το 2012. ΔΕΝ περιλαμβάνει την ιστορία των τευχών Krak 9 έως 11 μιας και είναι άσχετες με τον Μάρκο και πραγματεύονται τις περιπέτειες των τριών φίλων Φράνκι, Πόρθο και Ντάνι. Επίσης, δεν περιλαμβάνει κανένα από τα πρόσθετα στριπάκια - ιστορίες των τευχών 1 έως 8 με ήρωες όπως τον Κομίστα, Ελληνόπουλο, Fanboy με Τζατζίκια, Greek Comics Wonderworld και λοιπά άσχετα. Όπως είπαμε παντελώς άσχετο περιεχόμενο με Σύρο, Μάρκο, Γώγο, Τζίμη, νεανικές ανησυχίες κλπ σχετικά δεν θα βρείτε σε αυτόν τον Hard Rock τόμο, κοπρέντε; Χαίρομαι που το ξεκαθαρίσαμε από τόσο νωρίς. Δυστυχώς σαν έλλειψη θα μπορούσε να θεωρηθεί κυρίως η απουσία της μονοσέλιδης: Μάρκος ο μικρός Αντίχριστος που δημοσιεύθηκε στο οπισθόφυλλο του Krak #10, λιγότερο η επίσης μονοσέλιδη από το οπισθόφυλλο του #9: Μια μέρα στην αυτοκρατορία του Krak Komiks που έχουν μικρή παρουσία οι Μάρκος και Γόγος. Ο τόμος αυτός της Jemma είναι σε διαστάσεις ίδιος με τα αλμπουμάκια, ήτοι 16,5 πλάτος Χ 24 εκατοστά ύψος, όμως πιο παχύς, πολύ πιο παχύς. ΟΚ, άντε όσο είναι τα 6 πρώτα όταν τα βάλεις το ένα πάνω στο άλλο και τα πατήσεις λίγο κάτω στο γραφείο σου, μάλιστα 18 ολόκληρα χιλιοστά ράχη σας λέω. Σας φαίνεται λίγο; Τότε οι 292 σελίδες (μαζί με τα εξώφυλλα) θα σας αλλάξουν σίγουρα γνώμη, μαζί με την ποιοτική δουλειά της εκδοτικής που μας έχει κακομάθει. Η αλήθεια είναι ότι ίσως το χαρτί να μπορούσε να ήταν λίγο καλύτερο ώστε να αποφεύγεται αυτή η μικρή υποψία διαφάνειας που μερικοί περίεργοι (ποιος κοιτάει εμένα) βλέπουν εκεί που άλλοι δεν χαμπαριάζουν που παν τα τέσσερα (εμένα η κιτρινίλα που έχει δεν με ενοχλεί αλήθεια είναι κι ας μην είναι φυσική παλαίωση), αλλά γενικά η έκδοση είναι εξαιρετική και σαν κερασάκι έρχεται και η τιμούλα η οποία ονομαστική κουμπώνει εκεί στα 14,50€ (να το αφήσω;). Ο τόμος φυσικά πλέον στερείται του χρώματος που είχαν τα τεύχη της Jemma (6 έως 8) και παρότι από όσο είδα και κρίνω, δεν έγινε κάποια ιδιαίτερη επεξεργασία πέραν της μετατροπής τους από έγχρωμα σε αποχρώσεις του γκρι, δεν είναι ευτυχώς άσχημα. Σε όποιους άρεσε το Krak Komiks και οι ιστορίες του Μάρκου, νομίζω ότι θα τους αρέσει και το παρόν πακέτο το οποίο περιέχει ακόμη και τις μικρές ιστοριούλες, τα "παιχνίδια" (Ντύσε τον Μάρκο και το επιτραπέζιο) αλλά και νέο περιεχόμενο, προλόγους από τους δύο εκδότες που έδωσαν στέγη στις δημιουργίες του Τάσου Μαραγκού τους Τάσσο Παπαϊωάννου της giganto και τον Λευτέρη Σταυριανό της Jemma. Στην αρχή υπάρχει και μία σελίδα που αποκαλείται σημειώσεις προς τους αναγνώστες και αναφέρει επιγραμματικά που δημοσιεύθηκε πρώτη φορά κάθε κεφάλαιο/ιστορία του παρόντος, ενώ στο τέλος υπάρχει ένα μικρό βιογραφικό του δημιουργού. Κρίνεται έτσι ως μία σχεδόν πλήρης (λόγω της έλλειψης του: Μάρκος ο μικρός Αντίχριστος από το Krak #10) και ιδιαίτερα προσεγμένη συλλογή όσον αφορά το θέμα Hard Rock και περιπέτειες του Μάρκου. Ο τόμος περιέχει τα παρακάτω: Σελίδα 2: Σημειώσεις προς τους αναγνώστες (όπως είπα ήδη αναφέρει που δημοσιεύθηκαν οι ιστορίες πρώτη φορά - σε ποιο τεύχος Krak ουσιαστικά) Σελίδα 3: τα περιεχόμενα Περιεχόμενα (όπως δημοσιεύονται και στον τόμο - εντός παρενθέσεων δικά μου σχόλια): σελ. 4: πρόλογος από τον Τάσσο Παπαϊωάννου σελ. 5: πρόλογος από τον Λευτέρη Σταυριανό σελ. 9: Hard Rock 1 σελ. 33: Gogos + Tzimis, Hitting on girls! σελ. 34: Sea, Sex, Sun and Watermelons σελ. 39: Markos + Judy on Teenage Kicks σελ. 43: Hard Rock 2 σελ. 67: Extra special Hard Rock Comic με τους Τζίμη και Μπρούνο σελ. 68: Ο Γόγος και η καθηγήτρια μαθηματικών σελ. 71: Hard Rock 3 σελ. 95: Η τελευταία εξομολόγηση του Μάρκου σελ. 96: Ο δακρύβρεχτος χωρισμός του Μάρκου και της Τζούντη σελ. 99: Hard Rock 4 σελ. 123: Go! Go! Gogos! σελ. 124: 3 καυτά αγόρια σελ. 126: Ο Κος Κλάνης μας εξηγεί σελ. 129: Hard Rock 5 σελ. 155: Γόγος + Τζίμης: το άπαικτο ντουέτο ξαναχτυπά! σελ. 156: Γδύσε και ντύσε τον Μάρκο (σημ.: το ένα παιχνίδι που λέγαμε) σελ. 159: Hard Rock 6 σελ. 185: Hard Rock 7 σελ. 209: Συνέντευξη με τον Μάρκο σελ. 210: Βοήθα Μάρκο και Γόγο να φτάσουν στην Ροζαλία (σημ: το έτερο παιχνίδι που λέγαμε) σελ. 213: Hard Rock 8 σελ. 237: Συνέντευξη με τον Γόγο σελ. 238: Γιουβαρλάκια με κόκκινη σάλτσα (σημ.: μμμ συνταγή από την μαμά του Μάρκου) σελ. 240: Μάρκος και Γόγος σε ένα ανοιξιάτικο καφεδάκι σελ. 248: Η σπηλιά της Χαρίκλειας σελ. 257: Hard Rock 9 (σημ.: νέα ιστορία πρώτη δημοσίευση) σελ. 284: Markos & Gogos Psychedelic Experience (σημ.: νέα ιστορία πρώτη δημοσίευση) σελ. 288: Βιογραφικό Tasmar Μάρκος + Γόγος Στο Markos & Gogos Psychedelic Experience, έχουν μικρή συμμετοχη διάφοροι Έλληνες δημιουργοί (18 τον αριθμό αν τους μέτρησα σωστά), αναλαμβάνοντας από ένα καρεδάκι ο καθένας τους. Ο τόμος αυτός είναι αφιερωμένος στην μητέρα του δημιουργού, Ελπίδα την οποία έχασε το 2009. Θέλετε και την κριτική μου; Δεν σας έφτασαν τα παραπάνω; Δεν είχατε κανένα από τα Krak και δεν το πήρατε; Ακόμη εδώ είστε; ------------------------------ Στις 20 Απριλίου, στο Comicdom CON Athens 2018, κυκλοφόρησε η δεύτερη έκδοση του Hard Rock - School, Drugs & Rock N' Roll, με καινούριο εξώφυλλο Ευχαριστούμε για τα εξώφυλλα της επανέκδοσης τον ramirez.
  4. Τιμή: 2 ευρώ Κυκλοφόρησε σε 69 αριθμημένα αντίτυπα και σε τρία διαφορετικού χρώματος εξώφυλλα και περιλαμβάνει αυτόνομη την συμμετοχή του Tasmar για την έκθεση Once Upon A Horny Time, η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 1ου AthensCon, όπου γνωστοί δημιουργοί διασκεύαζαν γνωστά παραμύθια στην δική τους, ερωτική εκδοχή. Η ιστορία περιλαμβάνεται ως μονοσέλιδη και στον κατάλογο της έκθεσης. Ευχαριστούμε για τα υπόλοιπα εξώφυλλα τους germanicus & comicsking
  5. Τιμή καταλόγου: 5€ Στα πλαίσια του 3ου Athenscon που διοργανώθηκε το 2017,η JEMMA σε συνεργασία με τον βραβευμένο κομίστα Τάσο Μαραγκό,κυκλοφόρησε ένα πρωτότυπο sketchbook.Το εν λόγω sketchbook δημιουργήθηκε σύμφωνα με τα πρότυπα του Inktober,μιας ιδέας που ξεκίνησε το 2009 στην Αμερική.Κατά την ιδέα αυτή ο εκάστοτε κομίστας φτιάχνει ένα σκιτσάκι για κάθε ημέρα του μήνα (και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο) και το ανεβάζει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.Όταν τελειώσει ο μήνας,όλα αυτά τα σκίτσα παίρνουν χάρτινη μορφή. Στο τομάκι αυτό,ο Μαραγκός δανείζεται στοιχεία από την διεθνή σκηνή (πολιτική,κινηματογραφική κα),καθώς επίσης αντλεί την έμπνευσή του από λέξεις που υπάρχουν σε μία promt list.Η δομή του τόμου περιέχει το σκίτσο στην δεξιά σελίδα,ενώ στην αριστερή απέναντι,ο αναγνώστης θα βρει ένα μικρό κείμενο που επεξηγεί αυτό το σκίτσο. Από καλλιτεχνικής άποψης το κόμικ παρουσιάζει ενδιαφέρον,λόγω της πρωτοτυπίας που το διακρίνει.Από εκεί και πέρα δεν προσφέρει χιούμορ ή κάποια σάτιρα του στυλ του Αρκά. Προσωπικά δεν μου έκανε ούτε κρύο,ούτε ζέστη.Οφείλω να ομολογήσω όμως ότι μερικά σκιτσάκια είναι πολύ επιτυχημένα. Η έκδοση της Jemma είναι μικρού μεγέθους,με κόλληση και παχύ χαρτί.Το εξώφυλλο είναι σαγρέ,ενώ διαθέτει και "αυτάκια".Στο ένα υπάρχουν πληροφορίες για το Inktober,ενώ στο άλλο ένα σύντομο βιογραφικό του δημιουργού.Επίσης,στις εσωτερικές σελίδες των εξώφυλλων,ο Μαραγκός μάς συστήνει τις δύο γάτες του. Παραθέτω δύο σελίδες από το εσωτερικό. Αφιέρωμα στον Τάσο Μαραγκό
  6. Hard Rock: Η πολύμορφη καταπίεση του μικροαστισμού σε comic! Το ξεκαθαρίζω απ’ την αρχή: Το Hard Rock του Τάσου Μαραγκού (ή Tasmar) των εκδόσεων Jemma Press πρόκειται για ένα απ’ τα καλύτερα ελληνικά comics που κυκλοφορούν. Σε μια περίοδο που το ελληνικό comic χαρακτηρίζεται από μεγάλη παραγωγή μονοσέλιδων στριπς, ο Τάσος Μαραγκός (Αδέσποτα Σκίτσα, The very closed circle, Super Condom) επιλέγει να μας προσφέρει μια ολοκληρωμένη ιστορία, την οποία αφηγήθηκε για χρόνια (από το 2007 έως το 2013) σε συνέχειες μέσα απ’ τις σελίδες του Krak komics. Το Hard Rock συγκεντρώνει όλες τις ιστορίες του Μάρκου και της παρέας του, όπως είχαν εκδοθεί τότε, αλλά επιπρόσθετα μας προσφέρει και δύο ολοκαίνουριες ιστορίες, που γράφτηκαν φέτος για να ολοκληρώσουν το comic με ένα νέο τέλος. Βέβαια αυτό το τέλος ελπίζουμε να αποτελέσει και μια καινούρια αρχή για το comic το οποίο μέσα σε ελάχιστους μήνες κυκλοφορίας έχει σημειώσει ήδη εκδοτική επιτυχία, αφού έχει εξαντλήσει την πρώτη έκδοσή του. Πρωταγωνιστής του Hard Rock είναι ο Μάρκος, ένας έφηβος, μεταλάς που τελειώνει το σχολείο και θέλει απεγνωσμένα να φύγει απ’ το νησί που μεγάλωσε, τη Σύρο. Τον Μάρκο θα τον γνωρίσουμε μαθητή, αλλά θα τον ακολουθήσουμε και σε επόμενες περιόδους της νεανικής του ζωής. Ο Μάρκος θα δουλέψει μετά το σχολείο σε τουριστικό εστιατόριο της Σύρου, θα πάει στο στρατό και τελικά θα πιάσει μια κανονική δουλειά στο ναυπηγείο στο οποία σιχαίνεται κάθε δευτερόλεπτο που περνάει. Όπως και με κάθε έφηβο θα γνωρίσουμε τις παρέες του, τις πρώτες του κοπέλες, θα ταξιδέψουμε μαζί του σε μια απρόσμενα «κουραστική» σχολική 5ημερη, θα τον ακούσουμε να παίζει σκληρούς ήχους με το μπάσο του και θα του κρατήσουμε παρέα στις ατέλειωτες σκοπιές όταν θα έρθει η σειρά του για του «παράλογου» τη θητεία. Στις ιστορίες του Μάρκου και της παρέας του υπάρχουν κάποια στοιχεία που ποτέ δεν λείπουν.Ένα απ’ αυτά είναι η αγαπημένη του μουσική. Για τον Μάρκο το ότι είναι μεταλάς είναι τρόπος ζωής. Τα μακριά του μαλλιά, οι καθημερινές του μπλούζες με στάμπες συγκροτημάτων, η δυνατή μουσική που ακούει στο δωμάτιό του, τα συγκροτήματα και τα στοιχεία παραβατικότητας στη ζωή του είναι βασικά στοιχεία της προσωπικότητάς του. Δεν θα ήταν ο Μάρκος χωρίς αυτά. Ένα άλλο στοιχείο είναι η αμφισβήτηση. Ο Μάρκος δεν γουστάρει πολλά από αυτά που συμβαίνουν γύρω του και δεν φοβάται να το πει. Δεν είναι ο τύπος που θα αφήσει ασχολίαστη την παρατήρηση του καθηγητή του (του κυρίου Κλάνη) ότι μιλάει στον αγιασμό, δεν αντέχει τον έλεγχο της ζωής του απ’ τον αυταρχικό πατέρα του και σίγουρα δεν έχει καμία όρεξη να δουλεύει στο εστιατόριο «Η περήφανη Ελλάς» για τον φασίστα ταβερνιάρη ή να πάει 18 μήνες στο στρατό για να τον διατάζει ο κάθε στρατόκαβλος. Αντίθετα τα μακριά μαλλιά και το ανέμελο λουκ γι’ αυτόν είναι σύμβολο ελευθερίας, απέναντι στις νόρμες που θέλουν να του επιβάλλουν οι αυστηροί καθηγητές, οι γονείς του, τα αφεντικά του και ο στρατός. Ακόμα και τα ναρκωτικά, στα οποία θα μπλεχτεί αυτός και η παρέα του, τα βλέπει σαν έναν τρόπο να ξεφεύγει απ’ την πραγματικότητα που του επιβάλλουν όλοι αυτοί. Οι ιστορίες του Hard Rock τοποθετούνται στη Σύρο και σίγουρα δεν θα υπήρχαν χωρίς αυτήν. Αρχικά σε πολλά σημεία του comic ο Tasmar έχει σκιτσάρει νησιώτικα κτήρια και περιοχές που μας θυμίζουν συνεχώς τον τόπο στον οποίο τοποθετείται το comic. Αλλά η Σύρος αποκαλύπτεται πολύ βαθύτερα, μέσα απ’ την εξιστόρηση της καθημερινής ζωής των εφήβων της δεκαετίας των ‘90’s σε αυτήν (τουλάχιστον των πιο cool και αντισυμβατικών εφήβων, αν όχι όλων). Εξάλλου αυτές οι ιστορίες σίγουρα περιέχουν και προσωπικά (ή και κάποια αυτοβιογραφικά) στοιχεία του ίδιοι του Μαραγκού, ο οποίος μεγάλωσε στη Σύρο. Οι παρέες του Μάρκου είναι άμεσα συνδεδεμένες με το νησί. Ο Μάρκος πολλές φορές δυσανασχετεί με τους φίλους του. Ειδικά με τον Γόγο έχουν μεγάλες διαφορές, αφού εκείνος θα μπορούσε να περιγραφεί ως ένας κάγκουρας της εποχής του. Πολλές φορές προσβάλλει τους γύρω του, αρχικά γουστάρει στην ιδέα να πάει στο στρατό και να γίνει ΟΥΚας, ενώ πολλές φορές είναι ενοχλητικός. Όμως ο Μάρκος, ο Γόγος και ο Τζίμης (ένας μεσήλικας αργόσχολος με τον οποίο συχνάζουν στα ίδια μέρη) κάνουν πάντα παρέα, ενώ μάλιστα ο Τζίμης τους εισάγει και στη χρήση ναρκωτικών. Η αντίφαση της δυσαρέσκειας του Μάρκου με την παρέα του και από την άλλη της συνέχισής της μας δείχνει τον περιορισμένο κοινωνικό περίγυρο ενός νησιού, στον οποίο δεν έχεις και πολλές επιλογές για τον κόσμο που θα κάνεις παρέα. Είναι σίγουρα ένας απ’ τους λόγους για τους οποίους ο Μάρκος έχει μπουχτίσει με το νησί και θέλει να φύγει ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω του. Βέβαια, απ’ την άλλη έτσι αναπτύσσονται και οι καλύτεροι φιλικοί δεσμοί. Έτσι λοιπόν ο Μάρκος μπορεί να μην περνάει καλά με τον Γόγο και τον Τζίμη όταν βλέπουν περιπέτειες του Βαν Νταμ σε βιντεοκασέτες και συζητάνε, όμως με τον Γόγο θα περάσει όλη του τη σχολική χρονιά και όλες του τις μέρες στο στρατό. Αντίστοιχα και η φιλία του με την Αννούλα θα κρατήσει μέχρι και την τελευταία σελίδα του comic. Αλλά και πέρα απ’ τους φίλους του, ο Μάρκος μπορεί να μισεί το νησί και ώρες – ώρες να μην αντέχει τους γονείς του, όμως είναι φανερό ότι αγαπάει τη μάνα του, ακόμα κι αν είναι υπερπροστατευτική και δεν τον καταλαβαίνει πολλές φορές. Η Σύρος δεν είναι μόνο φυλακή για τον Μάρκο, αλλά είναι και η περιοχή στην οποία έχει δημιουργήσει ακλόνητους δεσμούς με ανθρώπους και με μέρη, στους οποίους δεν θα ρίξει ποτέ μαύρη πέτρα. Αρκετά όμως με την ιστορία του Μάρκου, την οποία σίγουρα αξίζει να διαβάσει κανείς για να κάνει μόνος του αυτό το υπέροχο ταξίδι μέσα απ’ τις σελίδες του Hard Rock. Όμως ένα επιπλέον στοιχείο που αξίζει να αναφερθεί είναι το σκιτσάρισμο του Tasmar. Το ασπρόμαυρο σκίτσο εν προκειμένω δεν σημαίνει και απλό σχέδιο. Ο Tasmar έχει δημιουργήσει καρέ με πολύ λεπτομέρεια και προσοχή. Στα καρέ του Hard Rock θα περπατήσουμε στα σοκάκια της Σύρου, που βρίσκεται στο background των ιστοριών, θα παίζουμε το παιχνίδι του σκιτσογράφου να διαβάζουμε κάθε φορά τι λέει η μπλούζα του Μάρκου και των φίλων του και θα νιώσουμε την αίσθηση του εγκλωβισμού και της ματαιότητας στα σκούρα καρέ της στρατιωτικής θητείας. Συνολικά το σκιτσάρισμα του Tasmar είναι τόσο ευχάριστο, ώστε να διαβάσεις απνευστί την πρώτη φορά τον τόμο και τόσο λεπτομερειακό, ώστε να το διαβάσεις άλλες δύο τρείς φορές για να διασκεδάσεις με τις λεπτομέρειές του και με τα αμέτρητα ηχητικά εφέ του («ξύσε ξύσε» «γκνταπ» κ.α.). Πραγματικά αξίζει να διαβάσει κανείς τις ιστορίες του Hard Rock, γιατί πρόκειται για ένα εξαιρετικά διασκεδαστικό και καλοδουλεμένο comic, το οποίο θα μας φέρει στο νου αναμνήσεις της δικής μας εφηβικής ηλικίας. Τότε που όλοι ξέραμε ότι «η ζωή είναι Hard Rock, baby». Βέβαια και τώρα η ζωή είναι Hard Rock! Ποτέ δεν σταμάτησε να είναι.. Πηγή Κι άλλο ένα άρθρο σχετικά με το κόμικ
  7. O Τάσος Μαραγκός (Tasmar) δημιουργεί κόμικς εδώ και 19 χρόνια και είναι υπεύθυνος για τα “Krak Komiks”, τα «Αδέσποτα Σκίτσα», το «Όλα είναι Κόμικξς», το “Holy Shit Comix!” και τώρα τελευταία και για την εικονογράφηση του βιβλίου του Βασίλη Παπαθεοδώρου «Μα γιατί μου φταίνε όλα;! (το βιβλίο της γκρίνιας)», από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Εκτός από αυτά, έχουμε δει τη δουλειά του στο «9», στην «Εφημερίδα των Συντακτών» και πολλά άλλα. Προσφάτως όλα τα επεισόδια του “Hard Rock” συγκεντρώθηκαν και κυκλοφόρησαν σε έναν όμορφο τόμο και στο πλαίσιο αυτής της κυκλοφορίας, είχαμε την ευκαιρία και τη χαρά να μιλήσουμε μαζί του για το “Hard Rock”, τα κόμικς και πολλά άλλα ενδιαφέροντα πράγματα που θα διαβάσετε στη συνέχεια. Έχω διαβάσει κατά καιρούς ότι έχεις δηλώσει ότι έχεις επηρεαστεί από τους Peter Bagge , Robert Crumb, Gilbert Shelton, Andrea Pazienza, κλπ. Κάποιος Έλληνας μέσα σ’ αυτούς; Σίγουρα μου άρεσε πολύ ο Λέανδρος, όταν ήταν στην «Βαβέλ». Δεν ξέρω όμως αν με έχει επηρεάσει. Κάποιοι σε επηρεάζουν και το βλέπεις εμφανέστατα στη δουλειά σου, όπως στο σκίτσο ή στο σενάριο. Κάποιοι άλλοι σε επηρεάζουν χωρίς να το βγάζεις στη δουλειά σου ή μπορεί να το βγάζεις και να μη φαίνεται. Αυτό είναι το καλύτερο φυσικά. Θυμάσαι το πρώτο κόμικ που διάβασες ποτέ; Χμ… Εδώ δεν θυμάμαι τι διάβαζα πριν από 5 χρόνια. (Γελάει). Το πρώτο κόμικ. Χμ… Σίγουρα θα ήταν κάτι σε «Μίκυ Μάους» ή «Ποπάυ». Θυμάμαι μία παιδική φωτογραφία, στην οποία με κρατάει η μάνα μου, μάλλον δεν περπατούσα ακόμα και έχω «Μίκυ Μάους» στα χέρια μου. Μάλλον κάτι τέτοιο θα ήταν. Μαμούθκομιξ ή κάτι παρόμοιο; Μαμούθκομιξ αργότερα αρκετά. Επειδή μεγάλωσα στη Σύρο, δεν έβρισκες τόσο εύκολα κόμικς. Δεν μιλάμε φυσικά για αμερικάνικα και τέτοια, αυτά με τίποτα. Ακόμα και το «Λούκυ Λουκ» και «Αστερίξ», τα έμαθα στην Αθήνα, που ανέβαινα με την μάνα μου το ’85-’86. Χριστούγεννα, βόλτες στο «Μινιόν», τέτοια πράγματα. Πηγαίναμε στην αδερφή της μάνας μου, η οποία μας φιλοξενούσε και είχε μεγάλη συλλογή από «Αστερίξ» και «Λούκυ Λουκ», τα οποία μου φαίνονταν πολύ «εξωτικά», αφού είχα συνηθίσει στα παπιά, στα «Μίκυ Μάους» και σε τέτοια. Γιατί σχεδιάζεις κόμικς; Γιατί διάβαζα. Διάβαζα, μου άρεσαν πάρα πολύ και από μικρός μου φαινόταν πολύ ωραίο, θυμάμαι ειδικά με το «Λούκυ Λουκ», να σκέφτομαι ότι υπάρχει κάποιος άνθρωπος, που ζει κάνοντας κάτι τέτοιο. Μου φαινόταν απίστευτο. Γι’ αυτό και γιατί μου αρέσει το μέσο γενικά: Η εικόνα και ο λόγος, με τους οποίους μπορείς να κάνεις φοβερούς συνδυασμούς. Διαβάζεις ακόμα; Έχεις τον χρόνο; Ναι φανατικά. Τον χρόνο δεν τον έχω. Έχω στο σπίτι ένα «βουνό» αυτή τη στιγμή στο τραπέζι, που μαζεύω εδώ και καιρό. Αλλά ναι, διαβάζω. Είναι και πολλοί δημιουργοί που θα σου πουν «εγώ δεν διαβάζω κόμικς, φτιάχνω μόνο». Δεν ξέρω, δεν μπορώ να το κάνω… Και το να διαβάζω κόμικς και το να τα δημιουργώ, είναι μια σύνδεση με την παιδική μου ηλικία. Εκτός από μια περίοδο στην εφηβεία που νόμιζα ότι «τα κόμικς είναι για παιδάκια», αλλά μετά ξαναγύρισα. Πόση χρήση τεχνολογίας απαιτεί η δουλειά σου; Γίνονται όλα με το μολύβι και το χέρι και το περνάς από υπολογιστή ή είναι όλο υπολογιστής πλέον; Εξαρτάται πως θέλει να δουλεύει ο καθένας. Εντάξει, είναι πολύ σπάνιο πλέον να δουλεύει κάποιος μόνο με παραδοσιακά μέσα. Έχει αρχίσει και γίνεται πιο διαδεδομένο να δουλεύεις ψηφιακά μόνο, ειδικά τώρα που έχουν βγει τα Cintiq. Το Cintiq είναι ένα tablet, το οποίο είναι και μεγάλη οθόνη και δουλεύεις εκεί πάνω με ένα γάντι. Δεν μου αρέσει καθόλου. Θέλω σίγουρα να έχω χαρτί, μολύβι και μελάνι και μετά στον υπολογιστή χρώμα, κείμενο, τα «μπαλονάκια». Σπάνια θα το κάνω αποκλειστικά στο χέρι. Και μόνο το κείμενο που θα γράψεις, απαιτεί κάποιο χρόνο. Αν είναι για κάποια έκθεση, θα το κάνω, αλλά αν είναι για ολόκληρο τεύχος, θα χρησιμοποιήσω υπολογιστή. Κάποιο αστείο ή παράξενο περιστατικό από κάποιο signing, Comicdom κλπ, στο οποίο έχεις πει «Ω ρε διάολε πως μπλέχτηκα εγώ σ’ αυτό» ή «Τι είναι αυτός ο τύπος» κλπ; Θα σου πω κάτι που μου συνέβη τώρα τελευταία σε ένα φεστιβάλ στη Θεσσαλονίκη. Κλείνει 9, για παράδειγμα, την Κυριακή το φεστιβάλ, είναι 8:50, οπότε έχω αρχίσει και μαζεύω σιγά-σιγά το τραπέζι. Εμφανίζονται δύο κυρίες, γύρω στα 70 περίπου, αλλά φαίνονταν αστικής τάξης, με τα κοσμήματα τους, με την όλη συμπεριφορά. Έδειχναν πολύ ενδιαφέρον, με ρωτούσαν για τα πράγματα που έχω και ποια από αυτά μπορούν να τα βρουν σε βιβλιοπωλεία. «Αυτά τα βρίσκετε στα βιβλιοπωλεία και αυτά (είχα κάποια μαγνητάκια, κάποιες αφίσες κλπ) μόνο από μένα». «Α, ωραία», λένε, «θα πάρουμε ένα μαγνητάκι για να στηρίξουμε, αφού τα υπόλοιπα τα βρίσκουμε και σε βιβλιοπωλεία». Έχω βγάλει ένα μαγνητάκι με έναν παππά που λέει “free spanking”. Είναι να πάρουν δύο μαγνητάκια, ετοιμάζουν το δίευρο και με ρωτάει η μία από τις δύο κυρίες με πολύ αθώο ύφος «Τι σημαίνει spanking;» (γελάμε κι οι δύο). Εγώ κόλλησα εκείνη την ώρα, ήταν μεγάλες σε ηλικία, λέω «Εε τι να σας πω τώρα, εμ.. σημαίνει σφαλιάρα». Πετάγεται μία κοπέλα που με βοηθούσε στο τραπέζι και λέει «Σεξουαλική σφαλιάρα» (γέλια). Το κατάλαβε η κυρία, λέει «Α οκ» και συνέχισε και πήρε το μαγνητάκι, χωρίς να πει κάτι τύπου «Ααα τι είναι αυτά τα πράγματα». Προς τιμήν τους πάντως. Θα έμπαινε άνετα και ως ιστορία στο Hard Rock, έτσι; Και ιστορία και στριπάκι θα μπορούσε να γίνει! Κάτι ενδιαφέρον που έχεις διαβάσει τον τελευταίο καιρό από Έλληνα ή ξένο κομίστα; Έχω διαβάσει αρκετά τον τελευταίο καιρό. Χτες βράδυ διάβαζα το τελευταίο τεύχος του “Love and Rockets”, απ’ τα αδέρφια Hernandez. Βγάζουν 40 χρόνια κόμικς και είναι σαν να τα διαβάζεις για πρώτη φόρα. Φοβερή δουλειά και το κρατάνε ακόμα πολύ καλά. Υπάρχει συνεργασία και αλληλεγγύη μεταξύ της ελληνικής σκηνής ή υπάρχουν μικροί και λίγο μεγαλύτεροι κύκλοι; Αλληλεγγύη δεν υπάρχει. Κανονικά θα έπρεπε να υπάρχει και ένα σωματείο σκιτσογράφων. Οι γελοιογράφοι έχουν κάποιο σύλλογο, αλλά καλό θα ήταν να υπάρχει και για μας, ως εργαζόμενους. Αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει, αφού ο καθένας κοιτάει την πάρτη του και υπάρχουν μετά κι αυτοί οι μικροί κύκλοι που είπες. Φυσικά υπάρχουν κι οι ίντριγκες, λογικό είναι. Η δουλειά που κάνει ο ένας μπορεί να μην αρέσει στον άλλον. Αλλά και μένα, δεν μου αρέσει η δουλειά κάποιων, αλλά την εκτιμώ. Μπορεί να μην διαβάσω τα κόμικς τους, αλλά τη δουλειά τους θα την αναγνωρίσω: κάνει καλό ή κακό σενάριο, καλό σχέδιο, πολύ καλό σχέδιο κλπ. Μου κάνει εντύπωση που δεν έχει δημιουργηθεί κάτι αντίστοιχο με την ελληνική rock και metal σκηνή στην μουσική, γι’ αυτό ήθελα να το ρωτήσω Τρώμε πολύ χρόνο μόνοι μας, ενώ στην μουσική υπάρχει περισσότερη συντροφικότητα είτε στην μπάντα είτε στο live που θα παίξουν 2-3 μπάντες μαζί. Στο κόμικ και στο σκίτσο δεν υπάρχουν αυτά, υπάρχει πολλή μοναξιά στο σπίτι, οπότε δημιουργούνται αυτοί οι μικροί κύκλοι με τα άτομα που, δεν είναι απαραίτητο ότι ταιριάζει η δουλειά τους, απλώς έτυχε να είναι φίλοι. Πιστεύω ότι στο θέμα των κόμικς, θα μπορούσε κάποιος να ενώσει τους δημιουργούς. Αυτό είχε κάνει κάποτε ο Μαστοράκης με το «9», το οποίο έδωσε boost στη ελληνική σκηνή και με τον τρόπο που λειτουργούσε, παρόλο που έπεσε στο τέλος. Συνεργάστηκα κι εγώ μαζί τους, αλλά προς το τέλος, που είχε πέσει, οπότε δεν είναι καλό που το λέω (γελάει). Για 10 χρόνια έκανε κάτι πολύ σημαντικό, γιατί έβαζε τα κόμικς στα σπίτια μας και πλήρωνε τους δημιουργούς. Μας έπαιρναν στα σοβαρά. Όχι όπως σε άλλες περιπτώσεις που ήθελαν να συνεργαστούμε, αλλά δεν έδιναν λεφτά. - Για ποιο λόγο δεν δίνετε λεφτά; - Δεν υπάρχει budget. Μια χαρά budget υπάρχει και δεν μιλάμε για τώρα που υπάρχει η κρίση, μιλάμε για πριν 7-8 χρόνια. Κάποιος θα μπορούσε να ενώσει τη σκηνή. Κάποιο σοβαρό άτομο που ξέρει τη δουλειά να φτιάξει ένα περιοδικό. Αλλά μετά μπλέκουμε σε άλλα… Ποιός θα χρηματοδοτήσει το περιοδικό κλπ, κλπ. Και η «Βαβέλ» και το «9» ήταν από τις αγαπημένες μου και πιστεύω καλύτερες ελληνικές δουλειές συλλογικού χαρακτήρα. Και η «Βαβέλ» ήταν πολύ σημαντικό κομμάτι. Αυτό είναι και το κρίμα για την ελληνική σκηνή. Εκεί γύρω στο 2007-2008, άρχισε να ανεβαίνει πολύ η ελληνική σκηνή με παραγωγές, εκδοτικούς οίκους, δημιουργούς καινούρια ονόματα που έκαναν φοβερές δουλειές και τότε «έσκασε» η κρίση. Το «9», για παράδειγμα, έκλεισε λόγω της οικονομικής κρίσης που βίωσε και η εφημερίδα. Δηλαδή αν δεν υπήρχε όλο αυτό το πράγμα, η ελληνική σκηνή θα είχε πάει ακόμα καλύτερα από ότι τώρα, που ήδη πάει καλά. Η κρίση δεν πήγε πίσω το κόμικ στην Ελλάδα. Κάποτε πήγαινες στο Comicdom και μπορούσες να πάρεις όλα τα καινούρια ελληνικά που είχαν κυκλοφορήσει. Πλέον, είναι τόσο μεγάλος ο αριθμός τους, που χρειάζεται μεγάλο πορτοφόλι για να το κάνεις αυτό. Ανεβαίνει και η παραγωγή και το επίπεδο, με τις πωλήσεις υπάρχει ένα θέμα γιατί δυσκολεύεται και ο κόσμος. Θεωρείς ότι κάποιοι σκιτσογράφοι που είναι «γνωστοί» στην Ελλάδα, κάνουν καλό ή κακό; Σου θέτω ως παράδειγμα τον Αρκά με τα πιο πολιτικά του σκίτσα του τελευταίου διαστήματος και την απόφαση του να συνεργαστεί με το «Πρώτο Θέμα», αποφάσεις που και οι δύο έχουν ξεσηκώσει κύμα αντιδράσεων. Κάνει καλό, σας προσφέρει δημοσιότητα, έστω και κακή ή δεν σας επηρεάζει; Ο Αρκάς είναι μια κατηγορία μόνος του. Αν ρωτήσεις κάποιον στο δρόμο που δεν ασχολείται με κόμικς «πες μου κάτι σχετικό με κόμικς» θα σου πει «Αρκάς». Το κακό είναι ότι ο κόσμος δεν το ψάχνει πιο πολύ. Και μπορεί να μην φταίει μόνο ο κόσμος, αλλά και τα μαγαζιά. Π.χ. θυμάμαι το Public στη Θεσσαλονίκη, όταν ζούσα εκεί, που είχε 3 βιβλιοθήκες “Graphic Novel”, μια βιβλιοθήκη που έλεγε “Manga” και μία που έλεγε «Αρκάς». Και εμείς οι υπόλοιποι κάπου καταχωνιασμένοι και αν. Νομίζω ότι θα έπρεπε να δοθεί λίγος χώρος και σε μας, γιατί υπάρχουν αξιόλογες δουλειές. Ειδικά φέτος είδα φοβερά καινούρια πράγματα και μάλιστα κι από κορίτσια, τα οποία αποτελούν και την πλειοψηφία στα καινούρια ταλέντα στην Ελλάδα. Διαβάζοντας το Hard Rock, είδα και ένα poster για συμμετοχή του στο Βερολίνο. Πώς προέκυψε αυτό; Είχαμε βγάλει το πρώτο επεισόδιο του Hard Rock στα αγγλικά το 2012. Ο Λευτέρης Σταυριανός (Jemma) μου είχε προτείνει να πάμε σε ένα φεστιβάλ στο Λονδίνο με αυτό, να δούμε τι θα γίνει. Επειδή είχαν περάσει 5 χρόνια από όταν είχε κυκλοφορήσει, ήθελα να είναι προσεγμένο, οπότε έκατσα και το ξανασχεδίασα με καινούριο σχέδιο. Το αγγλικό Hard Rock, το πρώτο, είναι ακριβώς το ίδιο, όλο ξανασχεδιασμένο από την αρχή. Δεν έγιναν τρομερά πράγματα, είχαν μείνει κάποια κομμάτια. Τον Σεπτέμβρη του 2011 είχα πάει διακοπές στο Βερολίνο. Εκεί, στο διεθνές φεστιβάλ λογοτεχνίας του Βερολίνου, ήταν και μια μέρα αφιερωμένη στα κόμικς – graphic novel, αν και δεν συμφωνώ με τον όρο. Πήγα, παρακολούθησα κάποιες ομιλίες και είχε άτομα από διάφορες χώρες της Ευρώπης. Από την Ελλάδα τότε ήταν ο Αλέκος Παπαδάτος, ο οποίος παρουσίαζε το Logicomix. Εκεί γνωρίστηκα με τους διοργανωτές και την επόμενη χρονιά, που συνέπεσε μάλιστα με την μετακόμιση μου στο Βερολίνο, κάλεσαν εμένα. Στο πλαίσιο της αντίστοιχης μέρας comics – graphic novel, παρουσιάστηκε το Hard Rock, μαζί και με μια έκθεση στο γαλλικό ινστιτούτο στο Βερολίνο. Δεν έγινε κάτι άλλο, δεν εκδόθηκε εκεί πχ, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν το κυνήγησα κιόλας. Τώρα που βγήκε ο τόμος, σκεφτόμαστε με τον Λευτέρη (Σταυριανό) να το δούμε για Αμερική, Γαλλία και Ισπανία. Είδα σωστά ότι τα Αδέσποτα Σκίτσα συμμετείχαν σε έκθεση στη Σύρο; Τα Αδέσποτα Σκίτσα ξεκίνησαν όταν γύρισα από το Βερολίνο και εγκαταστάθηκα για λίγο στο Ρέθυμνο και όντας σε μια πολύ δημιουργική φάση, σχεδίαζα συνεχώς. Τα σκίτσα αυτά τα μάζεψα για μια έκθεση στη Θεσσαλονίκη, κολλούσε κι ο τίτλος και έτσι δημιουργήθηκαν. Μετά υιοθέτησα και το ίδιο όνομα στο στριπάκι για την «Εφημερίδα των Συντακτών» και δεν χρησιμοποίησα το «Όλα είναι κόμικξς!» που είχα στην «Ελευθεροτυπία» και στο SoComic. Και μετά τη Θεσσαλονίκη έγινε και στη Σύρο, άλλες 2 φόρες. Είναι και πολύ ωραίος ο τόμος και πολύ προσεγμένη έκδοση. Έχοντας διαβάσει τα ΚΡΑΚ κόμικς τότε και τώρα συγκεντρωμένα εδώ, νομίζω ότι είναι πολύ πιο ωραία. Είπαμε με τον Λευτέρη να κρατήσουμε όσο το δυνατόν πιο χαμηλή την τιμή του Hard Rock και να μην το βγάλουμε με σκληρό εξώφυλλο πχ, ώστε να είναι προσιτό στον κόσμο. Και σε αυτούς που είχαν διαβάσει τα παλιά και τα θέλουν συγκεντρωμένα και για τους καινούριους αναγνώστες. Και νομίζω ότι για 288 σελίδες, καλά τα πήγαμε. Θες να μας πεις μερικά λόγια τον τόμο του Hard Rock και τα διάφορα «καλούδια» που περιέχει; Έχει όλες τις παλιές ιστορίες συγκεντρωμένες, έχει ένα καινούριο επεισόδιο 26 σελίδων και έχει μια τετρασέλιδη ιστορία με κάποιους guest artists, όπως είθισται σε αυτές τις περιπτώσεις. Όταν ετοίμαζα το βιβλίο, μου ήρθε η ιδέα να ετοιμάσω αυτή την ψυχεδελική ιστορία που συμμετέχουν διάφοροι δημιουργοί. (Σημείωση: Με συμμετοχές από: Δημήτρη Κάσδαγλη, Tomek, Μιχάλη Διαλυνά, Χρήστο Σταμπουλή, Κωστή Τζωρτζακάκη, Κώστα Κυριακάκη, Πέτρο Χριστούλια, Θανάση Ψαρρό, Γιώργο Γούση, Johnny Sapilla, Ηλία Κυριαζή, Γιάννη Ρουμπούλια, Δημήτρη Πανταζή, Δημήτρη Καμένο, Αγγελική Σαλαμαλίκη, Κωνσταντίνο Σκλαβενίτη, Τάσο Ζαφειριάδη και Τάσο Παπαϊωάννου). Πόσο «αληθινές» είναι οι ιστορίες που διαβάζουμε στο Hard Rock; 80 fiction – 20 αληθινά. Υπάρχουν ιστορίες που είναι πραγματικές. Το πρώτο επεισόδιο με τις φυλακές είναι αλήθεια. Είχαμε μπάντα όταν ήμουν 15-16 χρονών, το κτίριο αυτό υπάρχει ακόμα, και είχαμε ένα κελί που παίζαμε. Οι εικόνες που έχω σκιτσάρει είναι από φωτογραφίες που έχω από τότε. Αυτό με την καθηγήτρια στην 5ήμερη, δεν έχει γίνει (γέλια). Αυτό με τις τουρίστριες, δεν έχει γίνει αλλά θα μπορούσε. Ήμασταν σε νησί και προλάβαμε το τέλος της εποχής του “Greek Kamaki”. Έτσι γεννήθηκε η ιστορία με τα καρπούζια. Είναι κάποιος από όλους ο Τάσος ή οι χαρακτήρες έχουν κομμάτια από διάφορους; Δεν είναι κάποιος ο Τάσος. Πολλοί μου λένε από τα πρώτα τεύχη κιόλας, ότι «είσαι ο Μάρκος». Μοιάζω λίγο, αλλά δεν είμαι. Ποτέ δεν σκέφτηκα να κάνω τον εαυτό μου, ούτε το alter ego μου. Όλοι έχουν στοιχεία κι από μένα, κι από άλλο κόσμο. Απλώς με βοηθάνε οι αληθινές ιστορίες και οι αληθινές προσωπικότητες να χτίσω την ιστορία. Να φανταστώ ότι τα μουσικά γούστα του Μάρκου, σε βρίσκουν σύμφωνο. Είδα t-shirts Ramones, Motorhead, Iron Maiden, Cramps κλπ. Κάπως έτσι ξεκίνησα κι εγώ. Στην αρχή metal, μέχρι το 1993 που έφυγε ο Dickinson από τους Iron Maiden και ξενέρωσα. Δεν έχω ακούσει οτιδήποτε καινούριο έχουν βγάλει από τότε, μόνο αν πετύχω κάτι στο ραδιόφωνο. Τότε άρχισα να ακούω πιο πολύ και punk, new wave. Και πριν άκουγα, π.χ. σε μαγαζιά που συχνάζαμε για καφέ ή μπύρα, απλώς τότε άρχισα να τα εκτιμώ πιο πολύ. Στην πορεία των κόμικς βλέπουμε τον Μάρκο και τον Γόγο να μεγαλώνουν, να πηγαίνουν στρατό κλπ. Θα τους δούμε αργότερα με γυναίκες, παιδιά, σακούλες supermarket και την υπόλοιπη «φυσική εξέλιξη»; Η αλήθεια είναι ότι έχω πολλές ιδέες για τον Μάρκο. Όπως βλέπουμε φεύγει από την Σύρο, θα είναι στην Αθήνα όπου δεν θα λέγεται Hard Rock πλέον, γιατί αυτό ήταν συνδεδεμένο με το νησί. Το κακό είναι ότι δεν βγαίνουν πολλά χρήματα με αυτό και για να γίνουν όλα αυτά, θα πρέπει να έχω κάνει παράλληλα κι άλλες δουλειές, για να υπάρχουν τα χρήματα. Όπως, παραδείγματος χάριν, έγινε τώρα με την εικονογράφηση για τις εκδόσεις Καστανιώτη (Βασίλης Παπαθεοδώρου «Μα γιατί μου φταίνε όλα;! (Το βιβλίο της γκρίνιας)»), το οποίο βοηθάει να βγάζω κάποια χρήματα και μετά να κάνω και κάτι άλλο. Αν μπορούσα να ζω με το να κάνω μόνο τον Μάρκο, θα τον βλέπαμε να πηγαίνει μέχρι και στο γηροκομείο. Γενικά το «ψήνω» πολύ να φτιάξω και επόμενα επεισόδια σε πιο προσεγμένες εκδόσεις από τα τευχάκια και με επεισόδια μεγαλύτερα των 24 σελίδων που είναι μέχρι τώρα. Μου δίνεις πάσα για την επόμενη ερώτηση τώρα. Ένας μουσικός, π.χ. ροκ, τζαζ, θα χρειαστεί να παίξει στα μπουζούκια για να βγάλει τα προς το ζην και να κάνει αυτά που θέλει. Ένας φωτογράφος γάμους και βαφτίσεις. Υπάρχει κάτι αντίστοιχο για έναν σκιτσογράφο; Οι εικονογραφήσεις. Άλλες μπορεί να του αρέσουν και άλλες να μην του αρέσουν, αλλά είναι επαγγελματικό το θέμα. Και γραφιστικά ίσως, αλλά δεν είναι απαραίτητο όσοι ασχολούνται με την εικονογράφηση να έχουν και γνώσεις γραφιστικής. Κι εγώ γραφιστική σπούδασα, αλλά με εικονογράφηση ασχολούμαι. Πιστεύεις έχουν μειωθεί ή εξαλειφθεί οι «κολλημένοι» γονείς και δάσκαλοι που βλέπουμε στο Hard Rock; Όχι, πιστεύω ότι έχει γίνει χειρότερο και δεν μπορώ να το καταλάβω αυτό. Έχουν περάσει 20 χρόνια από τότε, βλέπεις μια μεγαλύτερη «ελευθερία» στο δρόμο, όπως π.χ. περισσότερα τατουάζ και piercing. Στα ‘90s αναγκαζόμουν να βγάζω τα σκουλαρίκια στο σχολείο και είχα φάει αποβολή για σκισμένο παντελόνι. Παρ' όλο όμως που βλέπεις τα τατουάζ στο δρόμο, πιστεύω ότι υπάρχει περισσότερος συντηρητισμός. Δεν ξέρω ποιος είναι ο λόγος που έχει γίνει αυτό, είναι ο φόβος για το πώς έχουν γίνει τα πράγματα, δεν ξέρω. Είδα τώρα τελευταία και αυτό με τον παπά τον επιδειξία. Η κοπέλα το δημοσιοποίησε και έπεσαν να τη φάνε. «Δεν γίνεται να φταίει ο παππάς!». Αυτά υπάρχουν χρόνια τώρα. Πόσο εύκολο είναι να εκδώσει κάποιος κόμικ στην Ελλάδα; Ειδικά αν δεν είναι με υπερήρωες με κάπα και κολάν; Είναι εύκολο νομίζω. Στην Ελλάδα δεν θα δεις τέτοια κόμικ, υπερηρωικά. Πιστεύω είναι εύκολο, αρκεί να κάνεις καλή δουλειά. Αν κάνεις καλή δουλειά, θα σε εκδώσουν. Εδώ βλέπω να εκδίδονται πράγματα, τα οποία δεν… Υπάρχει κι αυτή η άποψη ότι είμαστε κλίκα, αλλά αυτό δεν ισχύει. Αν πας στον Λευτέρη στο Jemma και κάνεις πραγματικά καλή δουλειά, θα σε εκδώσει. Προτιμάς να ασχολείσαι με δικό σου σχέδιο και σενάριο, σωστά; Ναι. Τόσα χρόνια που το κάνω, μόνο τώρα ασχολήθηκα με την εικονογράφηση καθαρά, όπως στο βιβλίο του Βασίλη Παπαθεοδώρου, με τον οποίο δέσαμε και κάναμε μαζί τη δουλειά. Επόμενα σχέδια; Κάτι που ετοιμάζεις; Είδα ανέβασες κάτι στο Facebook για τον Henri de Toulouse-Lautrec. Θες να μας πεις κάτι γι’ αυτό; Δεν είναι κόμικ ο Toulouse-Lautrec. Έχει να κάνει με μια έκθεση αφίσας που θα γίνει στο μουσείο Μπενάκη τον Σεπτέμβριο. Μια έκθεση προς τιμήν του, που ξεκίνησε από την Γαλλία με 100 έργα και επέλεξαν και 16 άτομα από Ελλάδα, από διάφορους τομείς: εικαστικούς, designers, γραφίστες. Κι από τον χώρο των κόμικς, επέλεξαν εμένα. Για άλλα μελλοντικά σχέδια δεν έχω ιδέα. Έχω πολλές ιδέες, αλλά πρέπει να κοιτάξω και το βιοποριστικό κομμάτι. Σε βοηθάει το deadline; Ναι. Όταν ήμουν στο SoComic είχα καθημερινό deadline για 5 μέρες την εβδομάδα, για 7 μήνες. Στην αρχή είχα σκεφτεί «πώς θα το κάνω αυτό;» και είχα ετοιμάσει 30 στριπάκια, να έχω για έναν μήνα. Μόλις ξεκίνησε να δημοσιεύεται, είχα άλλα 30 έτοιμα. Κάποια στιγμή έφτασα να μην έχω για την επόμενη μέρα. Στην αρχή ήταν τρομακτικό αυτό, αλλά μετά από 1-2 εβδομάδες κυλούσε πολύ ωραία. Ήταν και η καλύτερη περίοδος επαγγελματικά, γιατί έκανα μόνο αυτό: Στριπάκια, ότι ήθελα και πληρωνόμουν γι’ αυτό. Το είχα προσαρμόσει πολύ ωραία στην καθημερινότητα μου: Ξυπνούσα, έπινα τον καφέ μου, έλεγα «τι θα κάνω σήμερα;», θα δω λίγη επικαιρότητα, είναι καλοκαίρι; Θα κάνω κάτι καλοκαιρινό. Πάσχα; Κάτι πασχαλινό. Οπότε το ετοίμαζα και το έστελνα κάθε απόγευμα. Το deadline πάντα βοηθάει. Αν και υπάρχουν φορές που λες «έχουμε καιρό» και τελικά παραδίδεις τελευταία μέρα. Μιλήσαμε για πολλά ακόμα: την «Ντόροθυ», όχι από τον «Μάγο του Οζ», αλλά από τη Σύρο, τον Αρκά και τη συνεργασία του με γνωστή εφημερίδα, μοιραστήκαμε συγκλίνουσες σκέψεις και ιδέες για την αξιοπρέπεια, τα «όχι» που πρέπει να λέγονται ειδικά σε μέσα που ξέρεις ότι προωθούν τον ναζισμό και δεν συμφωνείς, τους Last Drive, για τα έντυπα που θέλουν να πληρώνουν τους καλλιτέχνες με προβολή, για κάποια επόμενα σχέδια του, για τη φορολογία που δεν βοηθάει ιδιαίτερα να γίνουν πράγματα, τη γραβάτα του Καμμένου και πολλά ακόμα που δεν χωράνε εδώ. Υπάρχουν καλλιτέχνες που δεν σε κερδίζουν μόνο με τα έργα τους, αλλά και με τη συμπεριφορά και τον χαρακτήρα τους και ο Τάσος είναι ένας από αυτούς. Θέλω να ευχαριστήσω τον Τάσο για τη συζήτηση – συνέντευξη που μας παραχώρησε και ευελπιστώ να τα ξαναπούμε σύντομα, με την ευκαιρία της κυκλοφορίας κάποιου καινούριου επεισοδίου του “Hard Rock”! Και το σχετικό link...
  8. Τα ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΣΚΙΤΣΑ δεν είναι τίποτα άλλο απο ένα αλμπουμάκι που μαζεύει τα 77 πρώτα κόμικ-στριπ που δημοσιεύτηκαν στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ στο εβδομαδιαίο τετρασέλιδο ΚΑΡΕ-ΚΑΡΕ απο το πρώτο κιόλας φύλλο. Δεν εχω κριτική να κάνω όλοι ξέρουμε το τρελλό χιούμορ του Τάσου Μαραγκού,που εμένα μου αρέσει.Οπως έχει να κάνει σε τέτοιου είδους εκδόσεις που βασίζονται σε στριπ,αλλού γελάς,αλλού χαμογελάς,αλλού αδιαφορείς. Μερικές σελιδες ΚΑΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ
  9. Είναι δύσκολο να είσαι έφηβος. Πόσο μάλλον «διαφορετικός» και ανήσυχος έφηβος. Και, ακόμη χειρότερα, διαφορετικός και ανήσυχος έφηβος στην ελληνική επαρχία. Οι έφηβοι πρωταγωνιστές του «Hard Rock» παλεύουν να μην ενηλικιωθούν κυνηγώντας το σεξ, ακούγοντας δυνατή μουσική και δοκιμάζοντας ουσίες. Διατηρώντας το χιούμορ τους και παραμένοντας ανυπότακτοι. Η εφηβεία αποτελεί μια μακρά ορμονική έκρηξη και μια εσωτερική επανάσταση – μεταμόρφωση αυτογνωσίας. Συνήθως διαρκεί βασανιστικά πολύ, με ανάμικτα τα συναισθήματα και τη συλλογή εμπειριών που τη συνοδεύουν. Οι νέοι δοκιμάζουν τα πάντα και πειραματίζονται. Για να γνωρίσουν τον εαυτό τους και τον κόσμο ρισκάρουν. Ευτυχώς. Μπορεί κάποιοι να τσακίζονται στα βράχια του καθωσπρεπισμού και των απαγορεύσεων, άλλοι να χάνουν τον έλεγχο αψηφώντας τις κοινωνικές συμβάσεις και άλλοι να ισορροπούν σε τεντωμένο σκοινί για να παραμείνουν νέοι, ενώ ταυτόχρονα όλοι τους ζητούν να μεγαλώσουν και να «ωριμάσουν». Ο Μάρκος και ο Γόγος, λίγο πριν από τα δεκαοκτώ τους, μαθητές στη Σύρο της δεκαετίας του 1990, διανύουν το τέλος της παιδικότητάς τους και στον λίγο χρόνο που τους απομένει προσπαθούν να γευτούν τη χαρά με κάθε τίμημα. Και με πολύ χιούμορ για τους αναγνώστες. Οι περιπέτειες των δύο νεαρών δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Krak Komiks» του Τάσου Μαραγκού από το 2007 έως το 2013 και η έκδοσή τους υπό τον τίτλο «Hard Rock» αποτελεί την πρώτη συλλογή τους σε ενιαίο τόμο από τις εκδόσεις Jemma Press. Στη χορταστική έκδοση των 288 σελίδων, επιπλέον, περιλαμβάνεται μια αδημοσίευτη μέχρι τώρα ιστορία καθώς και ένα flip comic με τη φιλική συμμετοχή δεκαοκτώ Ελλήνων δημιουργών (Δ. Κάσδαγλης, Τόμεκ, Μ. Διαλυνάς, Χ. Σταμπουλής, Κ. Τζωρτζακάκης, Κ. Κυριακάκης, Π. Χριστούλιας, Θ. Ψαρρός, Γ. Γούσης, J. Sapillas, Η. Κυριαζής, Γ. Ρουμπούλιας, Δ. Πανταζής, Δ. Καμένος, Α. Σαλαμαλίκη, Κ. Σκλαβενίτης, Τ. Ζαφειριάδης, Τ. Παπαϊωάννου) που αφηγούνται και καταγράφουν καρέ-καρέ μια μοναδική ψυχεδελική εμπειρία των πρωταγωνιστών. Ο Μαραγκός, με καταγωγή από τη Σύρο, παρά το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια καταπιάνεται στα κόμικς του με πολιτικά ζητήματα, ιδιαίτερα κατά το διάστημα της συνεργασίας του με την «Εφ.Συν.» μέσω των «Αδέσποτων Σκίτσων» που δημοσιεύονταν σε αυτές εδώ τις σελίδες, παραμένει πάντα ένας δημιουργός με έμφαση στο χιούμορ, έστω κι αν αυτό είναι συχνά πικρό και σαρκαστικό. Σε αυτό τον βοηθάνε τα υπέροχα σχέδιά του, οι γκροτέσκες φιγούρες, οι κοφτοί διάλογοι και οι ευφυείς ονοματοποιίες που φέρνουν στον νου τα κόμικς του Peter Bagge από την εποχή του «Hate» αλλά και άλλων μεγάλων των αμερικανικών alternative κόμικς, όπως του Dan Clowes και των αδερφών Hernandez. Στο «Hard Rock» εφαρμόζει αυτήν ακριβώς τη συνταγή της μεγάλης αφήγησης σε συνέχειες, με σταθερούς πρωταγωνιστές που μεγαλώνουν όσο περνάνε τα χρόνια, εξελίσσουν τους χαρακτήρες τους και το πεδίο της δράσης τους, διαμορφώνονται από τις εμπειρίες τους και σταδιακά γίνονται όλο και πιο σύνθετοι και πολυδιάστατοι. Παράλληλα, στο background ξεδιπλώνεται η Ελλάδα των περασμένων δεκαετιών (και σε μεγάλο βαθμό τού σήμερα) με όλες τις παθογένειες των μικρόκοσμων της ελληνικής επαρχίας, με τους συντηρητικούς και οπισθοδρομικούς γονείς, τους φονταμενταλιστές παπάδες, τους θρησκόληπτους και αυταρχικούς δασκάλους σε ένα αφιλόξενο και εχθρικό σχολείο, τη διαρκή και αθεράπευτη παράνοια του ελληνικού στρατού, τα τραγελαφικά αποτελέσματα της προσκόλλησης στον τουρισμό ως πανάκειας κ.λπ. Χωρίς ποτέ να απουσιάζει η πλάκα και ο σαρκασμός προς όλα αυτά τα πρόσωπα-ιδεότυπους της νεοελληνικής τραγωδίας. «Πίσω από το χιούμορ και τον χαβαλέ, πίσω από όλες τις αστείες καταστάσεις και τα ευτράπελα στις ζωές του Μάρκου, του Γόγου και των άλλων ηρώων του “Hard Rock”, της σειράς που επί μία δεκαετία δημοσιευόταν στο “Krak Komiks”, κρύβεται ένας έφηβος που ουρλιάζει στα μούτρα μας: “Δε σε γουστάρω, ρε φίλε!” Και ο έφηβος αυτός δεν γουστάρει ούτε εμάς ούτε τον κόσμο που χτίσαμε γι’ αυτόν, ούτε το ψέμα ούτε την αδικία, ούτε τους πολιτικούς ή θρησκευτικούς “σωτήρες”. Ίσως κάποιες φορές να μη γουστάρει ούτε τον ίδιο του τον εαυτό, γιατί μπορεί να συμβιβάζεται και δεν γουστάρει τον συμβιβασμό», επισημαίνει ο Λευτέρης Σταυριανός προλογίζοντας την έκδοση. Ενώ ο Τάσος Παπαϊωάννου στο εισαγωγικό του σημείωμα τονίζει: «Πέρα, όμως, από τις Hard Rock καταστάσεις που βιώνουν οι χαρακτήρες και που μας θυμίζουν κομμάτια της δικής μας Hard Rock ζωής, αυτό που μας συνδέει ως αναγνώστες (και ανθρώπους) περισσότερο με τον Μάρκο είναι το άγχος του -που διέπει τις σελίδες του comic- για το μέλλον, η αβεβαιότητα για το τι θα του συμβεί μετά». Αυτό το άγχος κάνει τον αναγνώστη σύμμαχο και συνοδοιπόρο του Μάρκου. Και έμμεσα τον επανατοποθετεί σε μια απότομα διακοπείσα νεότητα που, αν και απρόβλεπτα σκληρή όταν βιωνόταν, στις μνήμες επανέρχεται πάντα νοσταλγικά ως αστεία, γλυκιά και γεμάτη προσδοκίες ελευθερίας και ανατροπής. Για να απαλύνει τον πόνο από τις αλλεπάλληλες ήττες του μέλλοντος. Η επίσημη παρουσίαση του «Hard Rock» θα γίνει σήμερα, Σάββατο 20 Μαΐου, στις 7 το απόγευμα στο White Rabbit (Σολωμού 12, Εξάρχεια). Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο δημιουργός του Τάσος Μαραγκός, ο εκδότης Λευτέρης Σταυριανός και ο ιστορικός τέχνης Γιάννης Κουκουλάς. Την Παρασκευή 26 Μαΐου, ο Τάσος Μαραγκός θα βρίσκεται στο βιβλιοπωλείο Tilt (Ασκληπιού 37) από τις 5 έως τις 9 το βράδυ για να υπογράψει αντίτυπα των βιβλίων του και να ανταλλάξει απόψεις με τους αναγνώστες του. Και το σχετικό link...
  10. Ένα μεγάλο αφιέρωμα στο περιοδικό που σημάδεψε την ελληνική αντικουλτούρα για τρείς δεκαετίες Ένα από τα σημαντικά πράγματα που μας έφερε το 1981, δεν ήταν μόνο η πρώτη φορά ΠΑΣΟΚ, αγαπητοί μας φίλοι, άλλα και η Βαβέλ, ένα περιοδικό κόμιξ (και όχι μόνο), όπως διατείνονταν άλλωστε και το ίδιο για 27 ολόκληρα χρόνια στο εξώφυλλο του. Εξώφυλλο του πρώτου τεύχους της βαβέλ – Φλεβάρης 1981 Το 1981 ο κόσμος στην Ελλάδα ήταν ακόμα αγουροξυπνημένος από την εφταετία της χούντας και η επαφή με DIY τάσεις και πολιτιστικές κινήσεις που διενεργούταν εκείνη την εποχή στην Ευρώπη και την Αμερική ήταν ελάχιστες. Αυτό το κενό ήρθε να γεμίσει το περιοδικό Βαβέλ το οποίο είχε ως πρότυπο το Ιταλικό περιοδικό linus. Το Linus εκδόθηκε το 1965, είχε αριστερό προσανατολισμό (οι εκδότες του άνηκαν στο κομμουνιστικό κόμμα) και ήταν το πρώτο περιοδικό κόμιξ της γείτονος χώρας που στόχευε σε ενήλικο κοινό. Η Bαβέλ, πέρα από την επιρροή της από το Linus, ήταν μάλλον και συνεχιστής ελληνικών underground εντύπων όπως το fanzine Χαρακίρι και του βραχύβιου περιοδικού Κολούμπρα (15 τεύχη). Η Βαβέλ έκανε ντου σε μια απαίδευτη -όσον αφορά στα κόμιξ- κοινωνία και πρότεινε κάτι νέο, αφού μέχρι τότε, ό,τι είχε ζωγραφιές και μπαλονάκι με λόγια ονομαζόταν αυτόματα “μικυμάου” και θεωρείτο ότι απευθυνόταν σε παιδιά. Κάπως έτσι ήρθαμε σε επαφή με τις ερωτικές ιστορίες του Milo Manara (αυστηρά δια ενηλίκους), τα ψυχεδελικά trip στον Sci Fi κόσμο του Moebius, τον κωμικά άναρχο κόσμο του Edika, τον δυστοπικό κόσμο του Billal, τα ρεμάλο-ρέμαλα του Reiser και τον κυνισμό του Altan. Ο τρομερός Altan Εκτός όμως του να φέρει στην Ελλάδα όλους αυτούς τους δημιουργούς (κάποιους μάλιστα στη συνέχεια του έφερε εδώ και κυριολεκτικά) φρόντισε να δώσει βήμα και ουσιαστικά να γεννήσει την ελληνική σκηνή κόμιξ. Εκεί πρωτοεμφανίστηκαν ο Αρκάς με τον Κόκκορα του, ο Γιάννης Καλαϊτζής σαν κομίστας (εκτός από πολιτικός γελοιογράφος) με την Τσιγγάνικη Ορχήστρα, εκεί έκανε τα πρώτα του βήματα ο χαοτικός Λέανδρος με τον Παρία του, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου ακόμα και ο Βαγγέλης Περρής πριν τον ρουφήξει ο τηλεοπτικός βόθρος. Από κόμικ του Λέανδρου – 1996 Ειδική μνεία πρέπει να γίνει και στον Κωστάκη Ανάν, τον συγγραφέα που μέσα από τις μικρές νεοελληνικές ιστορίες σουρεαλισμού (που άφηνε σύμφωνα με τον μύθο σε φάκελο στα σκαλοπάτια της Βαβέλ), κατάφερε να αναδειχθεί σε έναν από τους πιο γλαφυρούς και αστείους συγγραφείς της ελληνικής X generation, χωρίς κάνεις να τον έχει δει ή να γνωρίζει το πραγματικό του όνομα. Διήγημα του Κωστάκη Ανάν αυτή η φώτο τυχαία βγήκε με μήκος 666 πίξελς Το «..και όχι μόνο» που συμπλήρωνε την υποσημείωση του εξώφυλλου “περιοδικό κόμιξ”, ήταν το ζουμί του περιοδικού. Πέρα από την ανάδειξη του κόμικ σαν τέχνης και όχι σαν “καραγκιοζάκια” , σε μια εποχή που οι πληροφορίες από έξω έρχονταν με το σταγονόμετρο, η Βαβέλ με αγνό DIY στυλ, αυτόνομη και χωρίς να έχει στόχο το κέρδος, προσέφερε μια εναλλακτική και ιδιαίτερα πολιτική πρόταση μέσα από τα κόμιξ του την αρθρογραφία του και τις κινηματογραφικές και μουσικές του προτάσεις, που ήταν μακριά από τα βαθιά κομματικοποιημένα στεγανά της μεταπολίτευσης. Από το κόμικ του Δημήτρη Παπαϊωάννου «Ο Τρομερός ΜΕΒΕΡ» Πάντα ανατρεπτικό, είτε όταν έβαζε γυμνό και σεξ σε εποχές που ακόμα υπήρχε λογοκρισία, είτε όταν αναφερόταν στα δικαιώματα των κρατούμενων όπως τότε με το ιστορικό εξώφυλλο του τεύχους 35 με τα σκιτσάκια του φυλακισμένου για την πολίτικη του δράση Dario Dalmaviva, είτε όταν προκαλούσε τα χρηστά ήθη της εποχής με κόμιξ που είχαν ομοφυλόφιλους ήρωες, όπως αυτά του Ralf Konig. Η Βαβέλ δεν έχασε ποτέ τον πολίτικο της λόγο, στηλιτεύοντας μέχρι και το τέλος της το 2008, τον άκρατο καταναλωτισμό άλλα και τον κεκαλυμμένο πουριτανισμό της ελληνικής κοινωνίας. Το επόμενο μεγάλο βήμα η Βαβέλ το έκανε όταν διοργάνωσε τα φεστιβάλ κόμιξ στο Γκάζι. Τα φεστιβάλ του περιοδικού περιελάμβαναν εκθέσεις κόμιξ με καλεσμένους διάσημους κομίστες από το εξωτερικό και liveάκια. Η απήχηση του κόσμου αυξάνονταν σταδιακά κάθε χρονιά, μαθαίνοντας τα κόμιξ σε άσχετους που πηγαίναν για το hype, άλλα φέρνοντας και τους “ψαγμένους” σε επαφή με διάσημους σχεδιαστές του εξωτερικού και νέους Έλληνες δημιουργούς και fanzines. Σταδιακά μέσω των φεστιβάλ η Βαβέλ απέκτησε μια τέτοια προβολή, ώστε έπαψε πλέον να ανήκει στο underground και αυτό σίγα-σιγά για διαφόρους λόγους (οικονομικής φύσεως κυρίως) σήμανε και το τέλος του εντύπου, το οποίο μέσα σε 27 χρόνια κατάφερε να εκδώσει 246 τεύχη και σχεδόν 10 χρόνια μετά, βλέπουμε ότι το κενό που άφησε στον χώρο των διαφορετικών, μη mainstream εντύπων δυσαναπλήρωτο. Η επίδραση της Βαβέλ σε μια γενιά νέων δημιουργών κόμιξ (και όχι μόνο) ήταν τεράστια και όχι μόνο ως προς την διαμόρφωση του στυλ του άλλα κυρίως ως προς την γνωριμία τους με έναν διαφορετικό κόσμο έκφρασης. Ρωτήσαμε έξι δημιουργούς να μας μιλήσουν για την σχέση τους με το περιοδικό. Ιφιγένεια Καμπέρη Στις αρχές του 80 στο μικροαστικό σπιτικό μας ένα πράγμα που υπήρχε σε αφθονία ήταν τα περιοδικά και τα κόμιξ. Αντί, Σχολιαστής, Αστερίξ, Ισνογκούντ, Λούκυ-Λουκ, Μαφάλντα, Παραπέντε έφτιαχναν έναν τεράστιο πύργο στο κομοδίνο του μπαμπά μου. Παρόλο που δεν ήξερα να διαβάζω, ξετρελαινόμουν με οποιοδήποτε σχέδιο. Υπήρχε και ο απαγορευμένος καρπός, το κόμικς με τα παράξενα γράμματα που ήξερα ότι λένε “βαβέλ”. Αυτό δεν έπρεπε να το ανοίγω γιατί “ήταν για μεγάλους”. Αν πω ότι δεν διάβαζα που και που στα κρυφά, θα είναι ψέμα. Με εντυπωσίαζε η ένταση του ασπρόμαυρου σχεδίου και με τρόμαζαν οι γκροτέσκες φιγούρες. Ειδικά αυτοί οι αηδιαστικοί εξερευνητές με τις στριφογυριστές μύτες που γύριζαν στη ζούγκλα και παντού υπήρχαν κατσαρίδες! Σκεφτόμουν πως αυτός που τους έφτιαξε μάλλον δεν ήξερε να ζωγραφίζει καλά, αλλιώς για ποιόν λόγο να τους είχε κάνει τόσο άσχημους. Είχε και άλλα όμως, είχε διαστημικά, μαρκησίες, ντετέκτιβ, τέρατα, πανκς και πολλές γυμνές γυναίκες που πάντα φαίνονταν να μην περνάνε και τόσο καλά. Παρόλα αυτά δεν τις λυπόμουν γιατί ίσως τελικά να μην τα πέρναγαν και τόσο άσχημα. Εγώ πάντως θα ήθελα να ήμουν στη θέση τους. Αυτό εξηγούσε φυσικά το γιατί δεν έπρεπε να διαβάζω αυτόν τον θησαυρό, είναι γνωστό ότι οι μεγάλοι κρατάνε τα καλύτερα μόνο για τον εαυτό τους! Και αν νομίζουν ότι όταν ήμουν 5 δεν ήξερα πάρα πολύ καλά τι έκαναν η Άντα, η Βαλεντίνα, η Ντρούνα, η Ζυστίν, η Λούμπνα είναι πολύ γελασμένοι! Τα χρόνια πέρασαν, έμαθα να διαβάζω και, ακολουθώντας την οικογενειακή μας παράδοση, αγόρασα την πρώτη μου Βαβέλ τον Ιανουάριο του 1993 και συνέχισα να την παίρνω κάθε μήνα μέχρι το τελευταίο τεύχος. Τάσος Μαραγκός (Τασμάρ) Πρέπει να ήταν το 1989 ή 1990, δεν θυμάμαι καλά. Είχα πάρει την μεγάλη απόφαση να πάω στο πρακτορείο τύπου, στην παραλία της Ερμούπολης και να προμηθευτώ το πρώτο μου περιοδικό με γυμνές γυναίκες. Ήμουν πολύ ντροπαλό παιδάκι και σκεφτόμουν τι θα πει ο κύριος του πρακτορείου που μέχρι τότε με είχε συνηθίσει να αγοράζω Λούκυ Λουκ, X-Men και ιστορίες με παπιά. Είχα βαρεθεί όμως τις κυρίες με τα μαγιό από τα εξώφυλλα των σταυρόλεξων του παππού μου και έπρεπε επιτέλους να δω τι κρύβεται πίσω από αυτά τα μαγιό. Οργάνωσα καλά το σχέδιο μου, πως θα πάω, θα το πάρω και θα εξαφανιστώ επιστρέφοντας μετά από χρόνια στο πρακτορείο τύπου. Μπαίνοντας στο πρακτορείο κατευθύνθηκα στο ράφι, στο βάθος, εκεί που ήξερα ότι έχει αυτά τα κολασμένα έντυπα. Άρχισα να βλέπω τα εξώφυλλα και έπρεπε να επιλέξω γρήγορα γιατί ένιωθα το μάτι του κύριου Πρακτορείου να με χτυπάει στην πλάτη. Παντού βυζιά, βυζιά, κώλοι και άλλα ωραία σημεία του γυναικείου σώματος που ήδη με είχαν κάνει να κοκκινίζω και να νιώθω ένα φούσκωμα στο παντελόνι μου. Το μάτι μου όμως καρφώθηκε σε ένα εξώφυλλο που είχε μια πανέμορφη, γυμνή γυναίκα αλλά ήταν σκίτσο και όχι φωτογραφία. Βαβέλ έλεγε. Δεν είχα ιδέα τι ήταν. Το άρπαξα, πλήρωσα και έφυγα για το σπίτι κρύβοντάς το μέσα από το μπουφάν μου. Στο σπίτι, αφού βεβαιώθηκα ότι έλειπαν όλοι, το άνοιξα και άρχισα να το διαβάζω. Αυτό ήταν. Από τότε άλλαξε η ματιά μου για τα κόμικς. Ευχαριστώ Βαβέλ. Τάσος Παπαιωάννου Ξεκίνησα να διαβάζω Βαβέλ, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν πήγαινα γυμνάσιο και όταν είχε αρχίσει να φθίνει η φάση της (οι ειδικοί έχουν να λένε για την Βαβέλ της δεκαετίας των 80s). Ένας γενναίος, σκατολογικός, λάγνος, βέβηλος κόσμος απλωνόταν μπροστά μου. Λίγο καιρό μετά, ο Λέανδρος έκανε την παρουσία του στις σελίδες της και ήταν λες και έτρωγα καρμικό χαστούκι από το πουθενά. Μετά ήρθε και το φεστιβάλ βαβέλ και άλλαξε το τοπίο, έγινε πιο γιορτή. Χαίρομαι που έζησα την φάση αυτή και έχω κάτι καλό να θυμάμαι. Στα ‘00s η φάση Βαβέλ είχε φτάσει ήδη στην παρακμή της και φυσικά μετά ήρθε και το επεισοδιακό της τέλος. RIP Βαβέλ. Αντώνης Βαβαγιάννης Η πρώτη επαφή με τη «Βαβέλ» ήταν στην παιδική μου ηλικία. Πάντα σε κάποιο σπίτι «ψαγμένων» φίλων των γονιών μου θα έπαιζε ένα ράφι, κάτω από τα Αστερίξ και τις Μαφάλντες, που θα υπήρχαν αυτά τα ακατανόητα κόμιξ. Το πρώτο ξεφύλλισμα γινόταν απλά για να βρεθεί κάποιο «ακατάλληλο» στιγμιότυπο, που για την ηλικία και την εποχή μπορούσε να θεωρηθεί «τσόντα»! Μετά μεγαλώνοντας κι αποκτώντας μια σφαιρικότερη σχέση με τα κόμιξ από το Λούκι Λουκ και το Αλμανάκο, μέσα σε μια κούτα του ξάδερφού μου γεμάτη με Βαβέλ γνώρισα μια από τις μεγαλύτερες κομιξικές μου αγάπες, τον Edika. Αλλά όχι μόνο. Τόσα πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους κόμικ. Αστεία και σοβαρά. «Βρόμικα» και «μεγαλίστικα» και τόσο μπροστά για την εποχή τους. Δεν νομίζω να υπάρχει μεγαλύτερη επιρροή για τη δικιά μου γενιά σκιτσογράφων από τη Βαβέλ και νομίζω ότι είμαστε πολύ τυχεροί που μεγαλώσαμε σε μια εποχή που κυκλοφορούσε. Γιώργος Γούσης Σαν παιδί, δεν υπήρξα ποτέ φανατικός αναγνώστης κόμικ. Είχαμε μια αδιάφορη σχέση. Διάβαζα μόνο τα καλοκαίρια στις διακοπές και μονάχα ότι έβρισκα στο περίπτερο. Δηλαδή Μίκυ Μάους, Αστερίξ και Λούκυ Λουκ. Μεγαλώνοντας κιόλας, στην εφηβεία, τα έκοψα τελείως. Είναι εντελώς περίεργοι οι λόγοι που αργότερα, όταν κόντευα τα είκοσι, με έσπρωξαν στο να δοκιμάσω να δημιουργήσω μια σύντομη ιστορία κόμικ για να πάρω μέρος στον διαγωνισμό του ένθετου περιοδικού για κόμικς <<9>> της Ελευθεροτυπίας. Μέσω αυτού ήταν και η πρώτη μου επαφή με τα Ελληνικά κόμικ. Όταν όμως σύντομα κατάλαβα πως αυτή η τέχνη θα ήταν η βασική μου ασχολία από εκεί και πέρα, άρχισα να ψάχνω που θα μπορούσα να βρω κόμικ που να ταιριάζουν στο γούστο μου και στο αισθητικό μου κριτήριο για να τα περιεργαστώ και να τα μελετήσω. Το περιοδικό της Βαβέλ ήταν για εμένα λίγο πολύ μονόδρομος. Εκεί υπήρχαν δημοσιευμένα κόμικ ξένων δημιουργών που θα μου έκαναν εντύπωση και θα προσπαθούσα να αντιγράψω και να επηρεαστώ σαν νέος δημιουργός. Αν δεν υπήρχε η Βαβέλ θα ήταν πολύ μεγαλύτερη η απόσταση και ο χρόνος που θα έπρεπε να σπαταλήσω για να βρω τις δουλειές όλων αυτών των δημιουργών έναν έναν από μόνος μου. Δεν ήταν όμως μόνο το περιοδικό. Η Βαβέλ είχε δύο ακόμη σημαντικούς πομπούς γνώσης. Το βιβλιοπωλείο για κόμικ που είχε στο κέντρο της Αθήνας και μπορούσες να βρεις πληθώρα άλμπουμς χωρίς να πρέπει να σκάψεις πρώτα ανάμεσα σε χιλιάδες τευχάκια με σουπερηρωικά κόμικ που ήταν το κυρίαρχο προϊόν των υπόλοιπων κομιξάδικων. Και το πιο σημαντικό απ’ όλα, το φεστιβάλ της Βαβέλ. Πρόλαβα και πήρα μέρος στα τρία τέσσερα τελευταία φεστιβάλ της σαν νέος δημιουργός και ήταν για μένα στιγμές που θα μου μείνουν αξέχαστες, κυρίως επειδή το κλίμα των ανθρώπων και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα με έκαναν να αισθάνομαι χαρά που ήμουν μέρος αυτού του συνόλου. Από την άλλη, ενώ η Βαβέλ ήταν πρωτοπόρος στα κόμικ και αισθητικά μου ταίριαζε περισσότερο, σαν δημιουργός δεν δημοσίευσα ποτέ στο περιοδικό της γιατί δεν έδιναν αμοιβές κι έτσι, εφόσον στο <<9>> πληρωνόμασταν, προτιμούσαν όλοι να δημοσιεύουν εκεί. Αυτός πιστεύω είναι και ο βασικός λόγος που η Βαβέλ ανέδειξε ελάχιστους Έλληνες δημιουργούς σε σχέση με το <<9>> που παρήγαγε μια ολόκληρη γενιά νέων δημιουργών και άνοιξε τον δρόμο σε πολλούς από εμάς για να δουν την τέχνη τους και επαγγελματικά. Μπαίνοντας στην διαδικασία να γράψω όλα αυτά, το μόνο που μου μένει σαν επίγευση είναι το πόσο λείπει ένα τέτοιο περιοδικό για κόμικ στις μέρες μας που να μπορεί να αμοίβει και τους δημιουργούς, τώρα που το επίπεδο των κόμικ που παράγονται από Έλληνες ανεβαίνει χρόνο με τον χρόνο και το κοινό αρχίζει δειλά δειλά να τα νιώθει σαν μέρος της ψυχαγωγίας του. Τηλέμαχος Σταυρόπουλος (Helm) Στις παλιές Βαβέλ του πατέρα μου είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου απεικονίσεις του έρωτος και ακόμα μέχρι σήμερα όταν κλείνω τα μάτια μου και φαντάζομαι το σεξ δεν βλέπω χρώματα και απτή σάρκα αλλά μαύρες αδρές γραμμές σαν του Crepax ή ίσως του Baldazzini να αιωρούνται και να σμίγουν πάνω σε ένα λευκό -σαν κέλυφος αυγού- Πλατωνικό κενό. Αυτό το αντίκρισμα της λίμπιντο ήταν απαραίτητο για να μου συμπληρώσει φαντασιακά όρια από τα υπερωικά αμερικάνικα κόμιξ και τα μικιμάου που επίσης διάβαζα μικρός. Έτσι έμαθα ότι μπορείς να κάνεις τέχνη για εσωτερικούς λόγους, ή για απόλαυση και πάθος, χωρίς να χρειάζεται σώνει και καλά να βγάζει περισσότερο νόημα, να είναι επαγγελματικό ζήτημα ή να αρχίζει και να τελειώνει κάτι οριστικά. Έμαθα επίσης ότι η υπομονή έχει όρια, ο Pazienza όχι. Από τη Βαβέλ επίσης έμαθα και ίσως αμφίβολης αξίας μαθήματα, όπως το ότι μπορείς να κάνεις τέχνη για εσωτερικούς λόγους, ή για απόλαυση και πάθος, χωρίς να χρειάζεται σώνει και καλά να βγάζει περισσότερο νόημα, να είναι επαγγελματικό ζήτημα, ή να αρχίζει και να τελειώνει κάτι οριστικά. Όπως και να’χει, όταν σκέφτομαι ‘Βαβέλ’, καυλώνω λίγο και θέλω να φτιάξω κόμιξ. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ευχαριστώ από αυτό. Ακολουθούν κάποια από τα αγαπημένα μας εξώφυλλα: 20 χρόνια πριν η “φάση” φαινόταν ότι θα στραβώσει Ένα από τα πολλά εξώφυλλα που διακόσμησε ο Moebius Pop αιματοχυσίες Όταν ξεκινούσε ο Αρκάς Ο πάντα πικρόχολος Altan Αγνός μηδενισμός 2001: Ένα εξώφυλλο τιμιότατης σάτιρας στον “νεόπλουτο τύπο” της εποχής, δυστυχώς επτωχεύσαμεν Και το σχετικό link...
  11. Να ξεκαθαρίσουμε εξ αρχής κάτι: Αυτό δεν είναι ένα βιβλίο του Τάσου Μαραγκού. Είναι ένα βιβλίο του Βασίλη Παπαθεοδώρου το οποίο εικονογράφησε ο Τάσος Μαραγκός. Διαβάζοντάς το μπορώ να υποθέσω ότι ίσως να ήταν και κομισιόν. Εξάλλου κάπως έτσι δείχνει και από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται τα ονόματά τους στο εξώφυλλο. Οπότε μην περιμένετε να δείτε το γνωστό χιούμορ του Μαραγκού. Περιμένετε κάτι άλλο με τους οικείους χαρακτήρες του Μαραγκού. Πάμε παρακάτω. Το βιβλιάκι είναι μια συλλογή από γκρίνιες. Ο συγγραφέας διακωμωδεί με σαρκαστικό (και αυτοσαρκαστικό) τρόπο διάφορες (αντι)κοινωνικές συμπεριφορές, τρόπους και συνήθειες της καθημερινότητας στη σύγχρονη Ελλάδα. Καταπιάνεται με θέματα όπως η οδηγική συμπεριφορά, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι διατροφικές συνήθειες, οι διακοπές κλπ κλπ. Το βιβλίο αποτελείται κυρίως από στριπ με 2, 3 ή 4 καρέ, μεταξύ των οποίων παρεμβάλλονται λίγες σελίδες με αποφθέγματα/τσιτάτα, που μάλλον προέρχονται από το twitter. Μου άρεσε; Μμμμμμμ… έτσι κι έτσι. Διαβάστηκε γρήγορα κι εύκολα. Και σε κάποια κομμάτια μπορείς να ταυτιστείς ή και να γελάσεις. Μου φάνηκε σαν μια προσπάθεια μεταγραφής σε κόμικς μεθόδων που συνηθίζονται στα κοινωνικά δίκτυα, τύπου μιμίδια ή τουίτς. Σύγχρονο αλλά ψιλοαδιάφορο σαν ιδέα για εμένα. Σχετικά με το περιεχόμενο; Ισχύουν αυτά που σαρκάζει, αλλά έχω βαρεθεί λίγο την γκρίνια που προέρχεται από διανοούμενους μέσης ηλικίας (όπως άλλωστε έχω βαρεθεί και την δική μου). Να το πάρω; Θα έλεγα ναι, ως ένα επίκαιρο ευχάριστο ανάγνωσμα και μια ευκαιρία για συζήτηση. Και γκρίνια! Για τον Τάσο Μαραγκό δείτε εδώ Για τον Βασίλη Παπαθεοδώρου δείτε εδώ
  12. Στο «Καρέ-Καρέ» διαβάζετε κάθε εβδομάδα τα «Αδέσποτα Σκίτσα» του Τάσου Μαραγκού. Μπορεί όμως να έχετε χάσει κάποια. Ή να θέλετε να τα θυμηθείτε. Ή απλώς να τα διατηρείτε συγκεντρωμένα. Ή να τα κάνετε δωράκι. Για όλα υπάρχει λύση. Ο Τάσος Μαραγκός και οι εκδόσεις ΚΨΜ φρόντισαν και κυκλοφόρησαν τα «Αδέσποτα Σκίτσα – Βιβλίο Πρώτο», κάτι σα να λέμε «Season 1», σε ένα άλμπουμ που περιλαμβάνει τα 77 πρώτα επεισόδια. Ολα τα «αγαπημένα» πρόσωπα του Μαραγκού, πρωταγωνιστές σε ένα νεοελληνικό καρναβάλι που βγάζει άφθονο γέλιο και προκαλεί μπόλικη οργή, είναι παρόντα: παπάδες σε κηρύγματα μίσους, λοβοτομημένοι νεοναζιστές, διεφθαρμένοι υπουργοί, αναίσθητοι χίπστερ, ψηφοφόροι-θύματα, ο Ανδρέας Παπανδρέου-βαμπίρ, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης-δράκουλας, ματατζήδες επί το έργο, καναπεδάτοι κυρ Παντελήδες, ο Jesus Christ-underground και η νυν πρωθυπουργάρα σε ρόλο ταχυδακτυλουργού που μεταμορφώνει τα «Οχι» σε «Ναι». Ενας υπέροχος θίασος σε έναν υπέροχο κόσμο… Πηγή
  13. Οι Γλάροι του Βενέζη ξαναπετούν Ο φαροφύλακας του Μαραγκού, αντί για γλαρόπουλα, διασώζει και μεγαλώνει δύο προσφυγόπουλα. Μέχρι να επέμβει, καταστροφικά, το κράτος... Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς Δεκατέσσερις δημιουργοί μεταφέρουν σε κόμικς το αλληγορικό διήγημα του μεγάλου λογοτέχνη Ηλία Βενέζη και δίνουν τη δική τους εκδοχή στους «Γλάρους», κάποιοι μάλιστα δίνοντάς τους μια μεταφορική υπόσταση. Η ιδέα ανήκε στην Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης Λέσβου Α.Ε. σε συνεργασία με το Δίκτυο Αναπτυξιακών Εταιριών Νησιωτικής Ελλάδας «Νήσων Περίπλους». Οι δεκατέσσερις δημιουργοί, όλοι καταγόμενοι από κάποιο νησί της Ελλάδας, συγκεντρώθηκαν στη Μυτιλήνη. Είχαν τρεις μέρες στη διάθεσή τους για να βάλουν τα θεμέλια μιας ιστορίας κόμικς εμπνευσμένης από τους «Γλάρους» του Ηλία Βενέζη. Η επιλογή του διηγήματος έγινε από τον Soloup, που ήταν ο γενικός καθοδηγητής και υπεύθυνος του καλλιτεχνικού εργαστηρίου. Παρούσα ήταν και η Αννα Βενέζη-Κοσμετάτου, κόρη του μεγάλου Ελληνα συγγραφέα που είχε φτάσει στη Μυτιλήνη ως πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία έναν αιώνα πριν. Με συγκίνηση σημειώνει στο προλογικό σημείωμα του τόμου: «Ο Βενέζης είχε περάσει τρία μαθητικά χρόνια στη Μυτιλήνη κατά τον πρώτο διωγμό του 1915. Επέστρεψε στο νησί, αφού απελευθερώθηκε από τα τουρκικά τάγματα εργασίας, στο τέλος του 1923, για να ξαναβρεί τους δικούς του. Δυο φορές πρόσφυγας, λοιπόν». Ο Soloup, οργανωτής του εργαστηρίου, παραμένει πιστός στο έργο του Βενέζη, αποδίδοντας σπαρακτικά τη μοναξιά και την θλίψη του φαροφύλακα… Χρόνια αργότερα, το 1941, ο Βενέζης συγγράφει ένα σπαρακτικό και αλληγορικό διήγημα για τον πόλεμο, την προσφυγιά, την απώλεια. Οι «Γλάροι» επαινέθηκαν από κοινό και κριτικούς και μεταφράστηκαν σε δεκάδες γλώσσες. Ηταν ένα έργο με τη Λέσβο στο επίκεντρο. Τη Λέσβο, στην οποία κατά την επιθυμία του σπουδαίου λογοτέχνη βρίσκεται και ο τάφος του, ανώνυμος και χωρίς καμιά επιγραφή παρά μόνο με τη λέξη «Γαλήνη». «Οι σχέσεις του Βενέζη με τη Λέσβο υπήρξαν στενές, ιδιαίτερα στην αρχή και στο τέλος του βίου του. Οι "Γλάροι", από τη συλλογή διηγημάτων "Αιγαίο", που κυκλοφόρησε το 1941, συνδέουν το νησί με τη γενέθλια αιολική γη του συγγραφέα μέσα από τα συμβάντα και το νόημά τους. Ο γερο-φαροφύλακας, που μένει μόνος στο νησάκι απέναντι από την Πέτρα, έχει χάσει τα δυο αγόρια του στον πόλεμο της Μικρασίας, αλλά δεν έχει πάψει να τα περιμένει. Τα δύο γλαρόπουλα που περιμαζεύει και ανασταίνει παίρνουν σιγά σιγά τη θέση των παιδιών του, τους δίνει το όνομά τους. Κι όταν φτάσει η στιγμή να τα ελευθερώσει, αυτά πετάνε μακριά, αλλά το βράδυ επιστρέφουν. Κάθε βράδυ. Αφού λοιπόν γυρίζουν, μπορεί και τα δυο συνονόματα αγόρια του να επιστρέψουν. Η ελπίδα γίνεται πια απτή, η πράξη της επιστροφής καθημερινή πραγματικότητα. Ωσπου οι γλάροι να σκοτωθούν από τους κυνηγούς. Και η ελπίδα να σβήσει κι αυτή οριστικά. Μένει η βεβαιότητα του φάρου, που αναβοσβήνει σταθερά και απαρέγκλιτα, σαν τη βεβαιότητα του θανάτου», συμπληρώνει η Αννα Βενέζη-Κοσμετάτου. Ο συντετριμμένος φαροφύλακας του Μανιατόπουλου κλαίει για τα χαμένα του παιδιά και για τους νεκρούς γλάρους Το διήγημα του Βενέζη, ιδιαίτερα στη σύγχρονη πραγματικότητα και με δεδομένη την αναφορά του στη Μυτιλήνη, δεν είναι απλώς επίκαιρο αλλά αποκτά μια αλληγορική και μεταφυσική διάσταση. Οπως γράφει και ο Αναστάσιος Περιμένης, συντονιστής της διοργάνωσης και εκπρόσωπος του δικτύου «Νήσων Περίπλους»: Η Λέσβος σε αυτή τη χρονική συγκυρία ξαναζεί το δράμα της "προσφυγιάς", αναβιώνουν στους νησιώτες κατοίκους μνήμες ανθρώπινου πόνου και απόγνωσης που οδηγεί για ακόμη μια φορά ανθρώπους μεσοπέλαγα σε βάρκες και στον ξεριζωμό από τις πατρίδες – τι σημασία έχει η καταγωγή και η φυλή του καθενός. Οι δημιουργοί κόμικς που δούλεψαν πάνω σ’ αυτό βρέθηκαν στο νησί όταν το θέμα με τους πρόσφυγες άρχισε να γιγαντώνεται. Το εργαστήριο, ο τόπος της συνεργασίας του ήταν ακριβώς δίπλα σε ανθρώπους που κατέφθαναν από εμπόλεμες ζώνες, κατάκοποι, άστεγοι, άρρωστοι. Οσοι τα κατάφερναν… Και οι γλάροι απέκτησαν στα έργα κάποιων δημιουργών κόμικς μια μεταφορική υπόσταση. Την οδύνη του φαροφύλακα στο άκουσμα του θανάτου των γλάρων διαδέχεται η απώλεια κάθε ελπίδας «Ολα μαζί φτιάχτηκαν τα κόμικς και όλα μαζί διαβάζονται. Αδέλφια μιας σφιχτής οικογένειας. Τα κοινά τους χαρακτηριστικά, στις εικόνες μας. Παντού θα βρείτε γλάρους και φάρους και ηλιοβασιλέματα. Σιλουέτες να περπατούν στα βράχια του νησιού. Ψαράδες να μιλούν, τον φαροφύλακα να αναστενάζει. Η αφήγηση είναι κοινή, όμως οι ιστορίες δεν είναι οι ίδιες. Κάθε μια έχει μια δική της ματιά, μια δικιά της κρυφή εκδοχή. Εχει τα διαφορετικά αποτυπώματα του καθενός μας. Και όσο για την αφήγηση, είναι σαν να πεταλουδίζουμε με τις μικρές μας φτερούγες –φτερούγες από χαρτί Α4– πλάι στις βαριές μάσκες της αρχαίας τραγωδίας. Εκεί που ο θεατής δεν λογαριάζει αν γνωρίζει εκ των προτέρων τον μύθο. Αναμένει την ηδονή που αποκομίζει καθώς βλέπει ξανά και ξανά, επί αιώνες, τον ίδιο μύθο από τον ίδιο τραγικό συγγραφέα να παίζεται και να ξαναπαίζεται, ευελπιστώντας να διακρίνει τη διαφορά στην ευαισθησία και την επικοινωνία, στην ένταση και το συναίσθημα του ερμηνευτή» σημειώνει ο Soloup στην επεξηγηματική εισαγωγή του με τίτλο «Οι Γλάροι! Εργαστήριο που… πετάει». Το θέμα, λοιπόν, ήταν κοινό για όλους τους συμμετέχοντες. Είχαν όμως την καλλιτεχνική άδεια και ελευθερία είτε να δουλέψουν πάνω στο πρωτότυπο κείμενο, είτε να χρησιμοποιήσουν μια δική τους σεναριακή εκδοχή είτε να διασκευάσουν το αρχικό κείμενο αναδεικνύοντας αυτά που θεωρούν σημαντικότερα σημεία, εμπλουτίζοντάς τα με τις δικές τους ιδέες. Γι’ αυτό και κάθε ιστορία λειτουργεί συμπληρωματικά στις υπόλοιπες. Κάθε δημιουργός, στις λίγες σελίδες της δικής του προσωπικής αφήγησης, προκρίνει άλλες εικόνες, άλλες λέξεις, άλλα καδραρίσματα, άλλες κορυφώσεις. Ο Αντώνης Χαρτοφύλης μεταφέρει τους γλάρους στις πλατείες και στις κινητοποιήσεις των τελευταίων ετών που αντιμετωπίστηκαν με βία και καταστολή Στο κόμικς του Μάριου Ιωαννίδη αρκούν λίγες μόνο λέξεις για να συνοδεύσουν τις εικόνες: «Γέννηση, προστασία, ενηλικίωση, ελευθερία, απώλεια, μοναξιά, θάνατος». Ο Αλέξανδρος Καραβάς, ακολουθώντας τα λόγια του Βενέζη, αποδίδει με συγκλονιστικό τρόπο την έκφραση του φαροφύλακα απέναντι στη θλιβερή είδηση του θανάτου των γλάρων. Στην εκδοχή του Κωνσταντίνου Λαζαρίδη οι γλάροι μεταφέρουν με τα φτερά τους τον φαροφύλακα μέχρι τον ουρανό για να συναντήσει τα νεκρά παιδιά του. Τα ονόματα των νεκρών παιδιών αλλά και ονόματα των γλάρων, «Βασίλης και Αργύρης», είναι ο τίτλος της ιστορίας του Τάσου Μαραγκού. Μόνο που οι «γλάροι» είναι άνθρωποι με την ίδια τραγική κατάληξη: «Μου είχε φανεί ωραία η ιστορία και μια πρόκληση για εμένα να δουλέψω πάνω σε σενάριο άλλου. Φτάνοντας όμως στη Μυτιλήνη, το θέαμα που αντίκρισα δεν μπόρεσε να μην επηρεάσει το πώς θα προσέγγιζα τελικά την ιστορία του Βενέζη. Ακριβώς η ίδια ιστορία μόνο που στην δική μου εκδοχή, ο Βασίλης και ο Αργύρης δεν είναι δυο γλαρόπουλα, αλλά δυο προσφυγόπουλα» όπως επισημαίνει ο δημιουργός. Σε παρόμοιο κλίμα και ο Δημήτρης Μητσόπουλος με πρωταγωνιστές τους πρόσφυγες. Οπως γράφει: Οι δικοί μου γλάροι λειτουργούν ως "παρατηρητές – οδηγοί" για να πετάξουμε πάνω από το νησί της Λέσβου και να έρθουμε αντιμέτωποι με το φαινόμενο της μαζικής μετανάστευσης προσφύγων πολέμου, ένα τραγικό γεγονός που λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια αυτού του εργαστηρίου, μόλις μερικά χιλιόμετρα μακριά από τα σχεδιαστήριά μας. Το μικρό αυτό κόμικ το αφιερώνω σε όσους παλεύουν για την ελευθερία. Οι «Γλάροι» (εκδόσεις ΕΤΑΛ. Α.Ε.) αποτελούν το αποτέλεσμα του masterclass με τη συμμετοχή 14 δημιουργών κόμικς στη Μυτιλήνη (25 - 27 Μαΐου 2015) πάνω στο διήγημα του Ηλία Βενέζη Αντιθέτως, ο Soloup στην ιστορία του με τίτλο «Το Νησί» ντύνει εικαστικά την αφήγηση του Βενέζη, παραμένοντας όσο το δυνατόν πιστός στο πρωτότυπο. Οπως λέει: … Αποφάσισα στη δική μου παραλλαγή να παραμείνω πιστός στον Λόγο και τις φορτίσεις του συγγραφέα, τιμώντας με αυτόν τον τρόπο τον "εμπνευστή" του εργαστηρίου μας, Ηλία Βενέζη. Οι όποιες υπερβάσεις έτσι περιορίστηκαν στο αισθητικό κομμάτι του σκίτσου. Οι προαναφερθέντες δημιουργοί, αλλά και οι υπόλοιποι συμμετέχοντες, Paolo Incarnato, Μάρη Ιπληκτσιάδου, Κωνσταντίνα Δανάη Κουμούλη, Marcel Cruz Lizarraga, Κωνσταντίνος Μανιατόπουλος, Κυριακή Στέργου, Αντώνης Χαρτοφύλης, άλλοι αποδίδοντας περισσότερο το κλίμα του Βενέζη και άλλοι επιχειρώντας να το προσαρμόσουν στη σύγχρονη πραγματικότητα, συνέθεσαν έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα τόμο που αποτίνει φόρο τιμής στον Αϊβαλιώτη συγγραφέα, σε κάθε πρόσφυγα αυτού του κόσμου και σε κάθε «φαροφύλακα» που υποδέχεται και περιθάλπει με σεβασμό και αξιοπρέπεια ορφανούς «γλάρους». Πηγή
  14. Το τεύχος αυτό είναι μιά έκδοση της "Ελληνικής ένωσης γιά τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη" και ουσιαστικά χωρίζεται σε δύο μέρη. Το μισό, σε κείμενα Κωστή Παπαϊωάννου, περιλαμβάνει μιά συνοπτική περιγραφή της ακροδεξιάς και των συνθηκών που την γεννάνε, τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όσο και ειδικώτερα σε καθαρά Ελληνικό επίπεδο. Το άλλο μισό, περιλαμβάνει τέσσερα πεντασέλιδα κόμικς, που και αυτά αναφέρονται στο φαινόμενο της αναζωπύρωσης της ακροδεξιάς τάσης στην Ελλάδα. Τα κόμικς είναι τα παρακάτω: 1- "Spoilers", του Σπύρου Δερβενιώτη σε σενάριο της Μάρως Καλογερή 2- "Τέλος χρόνου", της Αλεξίας Οθωναίου 3- "Love kills", του Τάσου Μαραγκού 4- "Να η μπάλα!", του Θανάση Πέτρου σε σενάριο Δημήτρη Βανέλλη Και τα τέσσερα είναι πολύ ευρυματικά και πρωτότυπα κόμικς. Το τεύχος διανέμεται δωρεάν, αρκεί να το ζητήσετε. Ταχυδρομείται άμεσα. Εγώ προσωπικά το έλαβα σε μόλις δύο μέρες. Διαβάστε το πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Γιάννη Κουκουλά από την εφημερίδα των συντακτών, "Καθαρές απαντήσεις στην ακροδεξιά" που ανέβασε ο bonadrug. Θα βρείτε πολύ ενδιαφέροντα πράγματα, καθώς και θα ενημερωθείτε για το πως θα το παραγγείλετε όσοι το θέλετε. Νομίζω ότι πρέπει να το πάρετε όλοι. Είναι μιά προσπάθεια που αξίζει να την στηρίξουμε.
  15. Ζόμπι, υπερήρωες νεοναζί, νεοέλληνες, ιερείς και φυσικά πολιτικοί. Όλοι υπάρχουν εδώ μέσα εμπνευσμένοι και σχεδιασμένοι από τον Τάσο Μαραγκό σε μια ξεκαρδιστική κι άλλοτε γλυκόπικρη μετουσίωση της ελληνικής (κι όχι μόνο) πραγματικότητας σε κόμικς. Γιατί όπως είναι γνωστό και κοινώς αποδεκτό: Όλα είναι Κόμικξς! Σ’ αυτή την έκδοση υπάρχουν τα 27 στριπάκια που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία το 2013 καθώς και 4 καινούργια που δημιουργήθηκαν αποκλειστικά γι' αυτή την έκδοση. Περισσότερα Όλα είναι Κόμικξσ! στην σελίδα του Τάσου!
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.