Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'πολιτική'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.


Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 30 results

  1. ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΗΓΕΜΟΝΑΣ ΤΗΣ ΤΥΡΟΥ Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε Το κόμικ αυτό αποτελεί μια ελεύθερη διασκευή του ομώνυμου έργου του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Περικλής, ηγεμόνας της Τύρου (Pericles, Prince of Tyre) που παλιότερα υπήρχαν αμφιβολίες για τον δημιουργό του αλλά πλέον είναι αποδεκτό ότι το μεγαλύτερο κομμάτι του είναι γραμμένο από τον Σαίξπηρ. Πρόκειται για ένα έργο αρκετά πολιτικό και έξυπνο το οποίο μετέφερε σε κόμικ με ένα ενδιαφέρον τρόπο ο Θανάσης Δήμου έχοντας κάνει μερικούς αναχρονισμούς αρκετά ταιριαστούς κατα την άποψη μου. Λίγα λόγια την πλοκή: ο Περικλής, πρίγκηπας της Τύρου μιας φτωχής πολιτείας αποφασίζει να διεκδικήσει το χέρι της κόρης του Αντίοχου που είναι βασιλιάς στην πλούσια Αντιόχεια. Θα του ζητηθεί να λύσει ένα αίνιγμα και θα τα καταφέρει. Αν αποκαλύψει όμως τη απάντηση δεινά θα έρθουν για τον ίδιο και την πατρίδα του. Έτσι θα ξεκινήσει μια περιπλάνηση σε πολλές πολιτείες όπου ο Περικλής θα ζήσει αρκετές περιπέτειες. Όμορφα τα σχέδια που συνοδεύουν τα κείμενα και τα μπαλονάκια βεβαίως και έξυπνος πολιτικός σχολιασμός. Ένα κόμικ ιδιάιτερο που αξίζει κατά την άποψη μου τη προσοχή μας.
  2. Η κοινωνία της Ελλάδας, σχεδόν σε κάθε ιστορική στιγμή κι ανεξαρτήτως του πολιτικού συστήματος διακυβέρνησης, είχε μέσα στους κόλπους της ενσωματωμένη μια σοβαρή δικλίδα ασφαλείας που λειτουργούσε αφενός ως βαλβίδα εκτόνωσης κι αφετέρου ως καταδείκτης σφαλμάτων όταν η ρότα τής χώρας ξέφευγε από τη λογική κι έπαυε να υπηρετεί την ίδια την κοινωνία. Η δικλίδα αυτή λειτούργησε (και λειτουργεί) άλλοτε κάνοντας χρήση λογικών επιχειρημάτων κι άλλοτε της σάτιρας η οποία, αν και φαινομενικά απευθύνεται στον κοινωνικό ιστό, στόχευε (και στοχεύει) πάντα στην καρδιά της πολιτικής και των κέντρων λήψης των αποφάσεων. Θα μπορούσαμε λοιπόν να ισχυριστούμε πως για τον τόπο μας τούτη η ιστορία έχει ξεκινήσει από μακριά, μια πορεία από τον Σωκράτη, τον Διογένη και τον Αριστοφάνη που φτάνει στον Καστοριάδη, στον Λιαντίντη αλλά και στον Αρκά. Ουδόλως βεβαίως επιθυμούμε ή είναι στις προθέσεις μας να συγκρίνουμε τους ανωτέρω ως ιστορικά μεγέθη, δεν μπορούμε όμως να μη σημειώσουμε την επίδραση στην κοινωνία που άσκησε καθένας από αυτούς στο χρόνο του ή που ασκεί ακόμα στις μέρες μας. Ευρισκόμενοι μέσα σε μια δύσκολη ιστορική συγκυρία για την Ελλάδα, με μνημόνια που ήλθαν και παρήλθαν(;) αφήνοντας πίσω τους μια πληγωμένη κοινωνία, ένας άνθρωπος που με τη δεικτική του σκέψη πάντοτε ενσωμάτωνε την πολιτική μέσα στα υπέροχα σκίτσα του, αποφάσισε με το μελάνι του να ασκήσει κριτική στον πολιτικό σχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ. Να ασκήσει κριτική στο κόμμα που έχει αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας τα τελευταία χρόνια στρέφοντας μάλιστα την πένα του πολλάκις (όχι Πολάκης) κατά του πρωθυπουργού, έχοντας μάλιστα γράψει πως «δεν δικαιούται να παραμείνει σιωπηλός», έστω κι αν δηλώνει πως «[…]Τα σκίτσα αυτά δεν έχουν πολιτικό πρόσημο, γιατί η αντίθεσή του με την απερχόμενη κυβέρνηση ήταν αισθητικής, ηθικής και εν τέλει πολιτισμικής φύσεως[…]» (σ.σ. Τα ανωτέρω αποσπάσματα έχουν την πηγή τους στην επίσημη σελίδα του Αρκά στο Facebook). Μπροστά σ’ αυτό το πραγματικό γεγονός διαπιστώσαμε πως υπήρξαν τριών ειδών αντιδράσεις.Ορισμένοι θεώρησαν πως οι αιχμές του Αρκά είναι κατευθυνόμενες από κάποια (απροσδιόριστα) κέντρα εξουσίας για να πλήξουν το ΣΥΡΙΖΑ και τον ίδιο τον πρωθυπουργό προσωπικά, ευνοώντας έτσι άλλους κομματικούς σχηματισμούς. Έσπευσαν μάλιστα να δημιουργήσουν ως αντίβαρο ένα κακέκτυπο (τον Αρακά) μην κατανοώντας βεβαίως με την κοντόφθαλμη αντίληψή τους πως η κριτική, όσο αιχμηρή κι αν είναι, είναι πάντοτε θεμιτή για κάθε σοβαρό άνθρωπο, πολύ δε περισσότερο για κάθε σοβαρό πολιτικό. Κάποιοι άλλοι πάλι θεώρησαν πως ορθώς ασκεί κριτική γιατί κατά την άποψή τους η παρούσα κυβέρνηση δεν κάνει σωστά τη δουλειά της. Κι αυτοί όμως δεν κατανόησαν πως ο Αρκάς, έχοντας δημόσιο λόγο, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να βρεθεί στη θέση της αντιπολίτευσης γιατί απλούστατα δεν είναι αυτός ο θεσμικός του ρόλος. Είναι τα κόμματα τής αντιπολίτευσης που πρέπει να ασκήσουν κριτική στην κυβέρνηση, η δουλειά του σκιτσογράφου είναι να επισημαίνει αυτό που ενοχλεί την αισθητική και την κοινωνική του αντίληψη ως πολίτη. Κι αυτό ακριβώς έκανε και κάνει. Υπήρξαν και υπάρχουν βεβαίως και κάποιοι άλλοι πολίτες που βυθισμένοι στο νήδυμο κοινωνικό τους ύπνο… απλώς αδιαφορούν! Ο Αρκάς, κατά τη γνώμη μας, δεν ενεργεί με κομματικά κριτήρια, αν και ο ίδιος είναι βέβαιο πως έχει διαμορφωμένες πολιτικές πεποιθήσεις όπως όλοι οι σκεπτόμενοι πολίτες. Ενεργεί όπως η ″ενοχλητική” μύγα που επιβάλλει εγρήγορση και συνάμα, μέσα από τη φαινομενική άγνοια ή την τεχνηέντως κεκαλυμμένη πονηριά των ηρώων του, κάνει διαπιστώσεις και διατυπώσεις εξόχως εύστοχες για την κοινωνία και τους αναγνώστες του. Φιλτράροντας γεγονότα, εξελίξεις, δηλώσεις αλλά και αποφάσεις, έρχεται να καυτηριάσει λάθη αλλά και τακτικές. Βλέπει το ρου της ιστορικής εξέλιξης από διαφορετική οπτική γωνία σε σχέση με τους αποφασίζοντες κι αυτό ακριβώς είναι το σημείο που κάνει τη διαφορά. Άλλη οπτική γωνία είναι σχεδόν βέβαιο πως σημαίνει και άλλη αντίληψη των πραγμάτων, γεγονός που από μόνο του συμβάλει όχι απλώς στον έλεγχο όσων έχουν την αρμοδιότητα να αποφασίζουν αλλά κυρίως στον δημιουργικό πλουραλισμό κατά το σχεδιασμό του μέλλοντος. Είναι πολύ εύκολο να συμφωνήσει κανείς μαζί του αλλά το ίδιο εύκολο είναι και να διαφωνήσει. Τούτο όμως είναι εν πολλοίς επιδερμικό, το σημαντικό και το ουσιώδες δεν είναι αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τον σκιτσογράφο αλλά το γεγονός πως και ο ίδιος, ως κριτής της κυβέρνησης, πρέπει να κριθεί στη βάση του δικού του σκεπτικού που λέει, όπως αναφέραμε πιο πάνω, πως «κανένας έντιμος άνθρωπος δεν δικαιούται να παραμείνει σιωπηλός». Στο σημείο αυτό λοιπόν είναι σημαντικό και κρίσιμο να τονίσουμε την ευθύνη του αναγνώστη ως αντικειμενικού κριτή του Αρκά. Εύλογο λοιπόν είναι το ερώτημα: Η επίμονη επιμονή του κατά της κυβέρνησης είναι μια στάση αλαζονείας και υπεροψίας, όπως αυτή που μας διακρίνει ως Έλληνες («αν ήμουν πρωθυπουργός για μια μέρα…») ή είναι μια ειλικρινής στάση διαφοροποίησης απέναντι σε μια σοβαρή παθογένεια που πρέπει να διορθωθεί και να αλλάξει; Δεν είναι υπερβολή η πεποίθησή μας πως ακόμα και το να καταλήξει κανείς να κάνει την ερώτηση της προηγούμενης πρότασης είναι μια μεγάλη επιτυχία του Αρκά. Διότι εκκίνησε σκέψεις που ζητούν απαντήσεις επιτακτικά, κι αυτό από μόνο του καταδεικνύει αλλά και αποδεικνύει πως κάνει πάρα πολύ καλά τη δουλειά του! Γράφει στην επίσημη σελίδα του ο σκιτσογράφος: «ΕΚ ΤΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ: Ο Αρκάς δεν ήταν, δεν είναι και δεν θα γίνει ποτέ πολιτικός γελοιογράφος». Αν και σχεδόν κάθε μας ενέργεια έχει πολιτικές προεκτάσεις και θα μπορούσε εύκολα κανείς να υποθέσει πως η δήλωση του Αρκά δεν έχει μεγάλη δόση αλήθειας μέσα της, η συγκεκριμένη περίπτωση διαφέρει. Διαφέρει γιατί οι σκιτσογράφοι ενώ βρίσκονται ενσωματωμένοι μέσα στην κοινωνία, έχουν την ικανότητα να αποστασιοποιούνται από αυτή και να την γδύνουν κυριολεκτικά από κάθε τι τεχνηέντως κατασκευασμένο που κρύβει την αλήθεια από τα μάτια των πολιτών. Η ικανότητά τους να βλέπουν την πολιτική τόσο στοιχειωδώς απλά, απομονώνοντας τους καταλύτες που πραγματοποιούν τις (χημικές) πολιτικές αντιδράσεις οι οποίες αλλοιώνουν τελικά το φαίνεσθαι και την επιδερμίδα της, είναι μοναδική. Αν είχαμε λοιπόν τη δυνατότητα να στείλουμε ένα μήνυμα στη ”Διαχείριση”, αυτό δε θα ήταν άλλο από τούτο: Τη στιγμή που έκλεισε ο κύκλος και το σπουργίτι έγινε τελικά ίδιο με τον πατέρα του ακολουθώντας την πορεία της ζωής και της ιστορίας στις Χαμηλές πτήσεις, διαπιστώσαμε με συγκίνηση το αυτονόητο, πως όποιος ζει μέσα στην κοινωνία είναι πιθανόν να γίνει, θέλοντας και μη, καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή της. Απόρροια της εξέλιξης αυτής είναι πως ο πολίτης αδυνατεί από ένα σημείο και μετά να βλέπει τα κακώς κείμενα (ή απλώς να τα δικαιολογεί) αδιαφορώντας μπροστά στο μεγαλείο της επανάστασης. Της μικρής εκείνης καθημερινής επανάστασης που κάνει τις μέρες μας καλύτερες. Ο Αρκάς, και κάθε Άρκας, οφείλει να βρίσκεται εκτός αυτού του κύκλου για να θυμίζει σε εμάς τους υπόλοιπους πως ακόμα και οι κύκλοι, ακόμα και αυτά τα «τέλεια» σχήματα, πρέπει κάποτε να διαρρηγνύονται! Η επανάσταση της καθημερινότητας και του ιδανικού ονείρου δεν χαρίζεται, κι αν το ξεχνάμε, δυο γραμμές, δυο εμπνευσμένες λέξεις και λίγα χρώματα στο χαρτί από την πένα του σκιτσογράφου αρκούν για να μας το θυμίσουν. Αρκ(άς)ούν επαρκώς! Και το σχετικό link...
  3. Ο κορυφαίος γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς Γιάννης Ιωάννου πέθανε πριν από λίγες ημέρες σε ηλικία 74 ετών. Το Καρέ Καρέ, περήφανο που περιλαμβάνεται στις σελίδες της ίδιας εφημερίδας όπου τα τελευταία 3,5 χρόνια δημοσίευε τα έργα του ο μεγάλος δημιουργός, θυμάται τα συγκλονιστικά του κόμικς με πρωταγωνιστή τον Ανδρέα Παπανδρέου. Και κρατάει στη μνήμη του το μήνυμα ότι ο αγώνας ενάντια στην εξουσία και την εξαπάτηση του λαού είναι πιο αποτελεσματικός όταν έχει για όπλο του το σκληρό, καυστικό, ανελέητο χιούμορ. Η παράξενη δεκαετία του 1980 έφερε στην Ελλάδα τη «σοσιαλιστική» επανάσταση και τον ηγέτη της, Ανδρέα Παπανδρέου. Λίγα χρόνια αργότερα, ο μύθος ξέφτισε, ο σοσιαλισμός πέρασε και δεν ακούμπησε, οι ελπίδες προδόθηκαν και ξεχάστηκαν και ο Ανδρέας έδωσε τη θέση του στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Στην απομυθοποίηση του Ανδρέα, εκτός φυσικά από την πολιτική του και τα στελέχη του, συνέβαλαν σημαντικά οι Έλληνες γελοιογράφοι και δημιουργοί κόμικς. Και περισσότερο απ’ όλους, ο άφθαστος Γιάννης Ιωάννου με τη σειρά κόμικς «Ο Τρίτος Δρόμος». Μια σειρά, ίσως τη μοναδική σε ολόκληρο τον κόσμο, που είχε επί σχεδόν μια ολόκληρη δεκαετία για πρωταγωνιστή της έναν εν ενεργεία πρωθυπουργό. Ο Γιάννης Ιωάννου, καχύποπτος από την αρχή απέναντι στον ενθουσιασμό για την έλευση του «σοσιαλισμού», όλα αυτά τα χρόνια, δεν χαρίστηκε ούτε στιγμή στο ΠΑΣΟΚ και επί των ημερών των κυβερνήσεών του έδωσε ορισμένα από τα καλύτερά του κόμικς, πάντα με στόχο να αντισταθεί στην εξουσία που γινόταν όλο και πιο απάνθρωπη, απομακρυνόμενη ταχύτατα από τις διακηρύξεις της και τις απαιτήσεις του λαού. Στο πρώτο άλμπουμ της σειράς, ο ίδιος έγραφε στον πρόλογό του με τον τίτλο «Αλλαγή»: «Όλα αναποδογύρισαν μέσα σε λίγες ώρες. Η δεξιά στην αντιπολίτευση, το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση κι εμείς στην εξουσία. Μας ήταν δύσκολο να συλλάβουμε όλη αυτήν την κοσμογονία που συντελέστηκε έτσι απλά κι ανέμελα με το να ρίξουμε εκείνο το φακελάκι μέσα από τη χαραμάδα στο μεγάλο ξύλινο κουτί με την κλειδαριά. Ως τότε νομίζαμε ότι ο Σοσιαλισμός θέλει αγώνες, αίμα και δάκρυα για να 'ρθει. Ότι το κατεστημένο δεν θ’ άφηνε έτσι εύκολα την εξουσία από τα χέρια του. Κι όμως. Εκείνη την Κυριακή, στις εννιά τη νύχτα, ο πριν από λίγο πρωθυπουργός και αρχηγός της παντοδύναμης δεξιάς βγήκε στην τηλεόραση και μας παρέδωσε την εξουσία ήρεμα και αναίμακτα. Πραγματικός τζέντλεμαν. Μήπως την είχαμε αδικήσει τη δεξιά; Η αλλαγή που όλοι περιμέναμε μας βρήκε απροετοίμαστους. Ποια ήταν τα καθήκοντά μας τώρα; Τι έπρεπε να κάνουμε;». Ο ίδιος αποφάσισε γρήγορα τι έπρεπε να κάνει. Να περιλάβει τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ και, με αρκετή ανοχή στην αρχή που αναπόφευκτα μειωνόταν με ταχείς ρυθμούς μέχρι που έδωσε τη θέση της στον απόλυτο σαρκασμό και την ειρωνεία, να παρουσιάσει με το μοναδικό χιούμορ του την πολιτική του, τις αποφάσεις του, την αλλαγή στάσης του, τις επικίνδυνες στροφές του, τις αλλόκοτες συμμαχίες και επιλογές του. Κι αν στην πρώτη ιστορία του «Τρίτου Δρόμου», ο Ανδρέας ήταν ένα νεογέννητο μωρό που προκαλούσε ενθουσιασμό αλλά και ερωτήματα, σύντομα μετατράπηκε σε έναν περιπλανώμενο τυχοδιώκτη που κουβαλώντας μια ταμπέλα με την επιγραφή «Σοσιαλισμός», αναζητούσε μάταια τη διαδρομή του ακολουθώντας τα πιο αδιέξοδα μονοπάτια στα πιο απίθανα μέρη. Τα επόμενα χρόνια, ο Ανδρέας –τόσο ο πραγματικός όσο και αυτός του Ιωάννου– έχασε εντελώς τον προσανατολισμό του. Και ο (κάποτε τρίτος) δρόμος του έγινε όλο και πιο σκοτεινός, στρωμένος με όλο και πιο «κακές» προθέσεις. Μέχρι τον γκρεμό. Το τελευταίο μέρος της σειράς είχε τον τίτλο «Τρίτος Δρόμος Ήταν και Πέρασε». Με τον Ανδρέα, γέρο και κουρασμένο αλλά ακόμη εγωιστή και γεμάτο αυταπάτες να μονολογεί: «Θα ασχοληθώ με κάτι άλλο… Θα κάνω μια καινούργια αρχή. Έχω όλην τη ζωή μπροστά μου… Να! Ένας νέος ήλιος ανατέλλει για μένα… Σκατά. Τώρα που δεν έχω κοινό να κοροϊδεύω άρχισα να κοροϊδεύω τον εαυτό μου. Αφού ξέρω ότι είναι δύση! Ποτέ δε φαινόταν η ανατολή από δω». Τα βιβλία του Γιάννη Ιωάννου που κυκλοφόρησαν στη σειρά «Τρίτος Δρόμος» (όλα από τις εκδόσεις Καστανιώτη εκτός από το πρώτο που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πολύτυπο) ήταν τα εξής: ■ «Ο Τρίτος Δρόμος» (1982) ■ «Ο Τρίτος Δρόμος '83» (1983) ■ «Ο Τρίτος Δρόμος… Δεξιά» (1984) ■ «Ποιος Τρίτος Δρόμος;» (1985) ■ «Ο Τρύπιος Δρόμος» (1986) ■ «Ο Τρίτος Δρόμος, Αυστηρώς Ακατάλληλον» (1987) ■ «Ο Τρίτος Μελόδρομος» (1988) ■ «Τρίτος Δρόμος Ηταν και Πέρασε» (1989) Ο Γιάννης Ιωάννου, εκτός από τη σειρά «Τρίτος Δρόμος», δημιουργούσε ακατάπαυστα γελοιογραφίες και κόμικς από το 1974. Τα πρώτα του έργα στα οποία καταγράφεται η πρώιμη Μεταπολίτευση δημοσιεύτηκαν στο «Αντί» και στο «Βήμα» και στη συνέχεια συλλέχθηκαν στο βιβλίο «Η Άλλη Επταετία» (εκδόσεις Πολύτυπο, 1981) με αρνητικούς πρωταγωνιστές τούς υπουργούς και τα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Γεώργιου Ράλλη. «Χρωστώ ένα μεγάλο ευχαριστώ στους πολιτικούς της Νέας Δημοκρατίας. Χωρίς αυτούς δεν θα ήταν δυνατό να γίνει αυτή η έκδοση που στην ουσία της είναι αφιερωμένη στο έργο τους» έγραφε ο ίδιος, προλογίζοντας την έκδοση που συνοδεύεται από αναλυτικό χρονολόγιο καταγραφής των σημαντικών γεγονότων της «άλλης επταετίας» (1974 – 1981) με νωπές ακόμη τις μνήμες της γνήσιας «επταετίας» της χούντας. Ακολούθησαν παράλληλα με τον Τρίτο Δρόμο αλλά και μετά από αυτόν, πολλά ακόμα βιβλία, κυρίως από τις εκδόσεις Καστανιώτη, μεταξύ των οποίων «Το Γνήσιο 1984» (εκδ. Σχολιαστής, 1984), «Το Θαύμα» (1985), «ΚάλπηC.O.» (1987), «Αντ’ Αυτού» (με κεντρικό πρόσωπο τον Μένιο Κουτσόγιωργα, 1988), «Τέλος Εποχής» (1989), «Οίκος Ευγηρίας “Οι Νέες Ιδέες”» (1990), «Δε Χάθηκαν Όλα» (1991), «Το Μαύρο Πρόβατο» (που δεν ήταν άλλο από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, 1992), «Δημόσιες Σχέσεις» (εκδ. Λιβάνη, 2008), όλα δημοσιευμένα πρώτη φορά σε περιοδικά και εφημερίδες όπως ο «Ταχυδρόμος», η «Πρώτη», το «Έθνος», η «Θεσσαλονίκη», η «Μακεδονία», το «Ποντίκι», η «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», ο «Σχολιαστής». Τα τελευταία χρόνια, οι όλο και πιο απαισιόδοξες, όλο και πιο αφαιρετικά καρναβαλικές πολιτικές γελοιογραφίες του κοσμούσαν με την παρουσία τους την «Εφ. Συν.» και δεν είναι τυχαίο ότι και αυτός, όπως και ο άλλος μεγάλος πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς της μεταπολιτευτικής γενιάς, ο αείμνηστος Γιάννης Καλαϊτζής που είχαν συνεργαστεί και παλαιότερα στο περιοδικό «Γαλέρα», επέλεξαν να είναι συντελεστές σε αυτήν εδώ την εφημερίδα. Και το σχετικό link...
  4. Σύμφωνα με έναν αστικό μύθο, ο «Αρκάς» έγραψε τον εξαιρετικό Ισοβίτη κατά τη θητεία του στο στρατό. Είναι ένας από τους πολλούς που συνοδεύουν τον σκιτσογράφο καθώς η επιλογή του να κρατάει την ταυτότητα του μυστική όλα αυτά τα χρόνια προσέφερε κατά καιρούς διάφορα ευφάνταστα σενάρια. Άλλωστε φρόντιζε πάντα να μιλάει με τη δουλειά του χαρίζοντας άφθονο γέλιο και ατάκες που ανακυκλώνονταν ανάμεσα στις παρέες. Αυτό που διαχώριζε πάντα τον Αρκά από τους υπόλοιπους γελοιογράφους ήταν ο χιούμορ του, σε μια χώρα που παραδοσιακά η σάτιρα είναι χοντροκομμένη, η δική του σφραγίδα είχε κάτι το υπαινικτικό και παιγνιώδες, ένα φλέγμα περισσότερο αγγλοσαξονικό που φάνταζε κάπως παράταιρο στην ελληνική πραγματικότητα. Ανατρεπτικός, αιρετικός και πολέμιος της πολιτικής ορθότητας «τσάκιζε» με την πένα του τα στερεότυπα, σόκαρε δίχως να καταφεύγει σε τετριμμένες χυδαιότητες, αγκάλιαζε τα πλατιά στρώματα χωρίς ελιτίστικες εμμονές. Πάνω από όλα παρέμενε αστράτευτος και απολιτικός όπως άλλωστε επέβαλε η ίδια η τέχνη και το ταλέντο του, κινούμενος πάνω από σκοπιμότητες, κουτάκια και εντολοδόχους. Η εικόνα του «φαντομά» που σπέρνει τα ζιζάνια και εξαφανίζεται στα σκοτάδια μέχρι να επανεμφανιστεί δριμύτερος και ακόμα πιο ανελέητος φάνταζε εξόχως ρομαντική. Στη συνείδηση των πιο παλιών, αποτελούσε τον τελευταίο που θα μεταπηδούσε σε κάποιο πολιτικό στρατόπεδο - έστω και αν τον μετέφεραν σηκωτό - την πιο απίθανη περίπτωση ταύτισης και στράτευσης πίσω από έμμισθους τσανακογλείφτες και αυλοκόλακες της τελευταίας σελίδας. Όχι μόνο για να μην απογοητεύσει το πολυάριθμο κοινό του, αλλά πολύ περισσότερο σεβόμενος την ίδια την κληρονομιά του. Η μεταστροφή του «Αρκά» συνοδεύτηκε από σενάρια συνωμοσίας και ακόμα περισσότερους αστικούς μύθους. Κάποιοι έφτασαν στο σημείο να τον πεθάνουν δυσκολευόμενοι να αποδεχτούν τον καινούργιο μανδύα του. Την αδικαιολόγητη και αδιανόητη προσκόλληση του σε συμφέροντα και πολιτικές συντεχνίες. Σε μια από τις ελάχιστες παρεμβάσεις του ο ίδιος επιχείρησε να δικαιολογηθεί με το πρόσχημα πως αποτελεί χρέος όλων να διωχθεί αυτή η «απεχθής και διεφθαρμένη κυβέρνηση». Μπορεί και να έχεις δίκαιο αγαπητέ Αρκά. Όμως που ήταν η πένα σου όταν ο τωρινός Π.τ.Δ. διόριζε εξακόσιους χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους; Ρητορικό το ερώτημα. Πρωτίστως ο Αρκάς δεν απογοήτευσε το κοινό του, αλλά τους ίδιους τους ήρωες του, από τον Μοντεχρήστο μέχρι τη Λουκρητία, τους έκλεισε στο κουτάκι των παιδικών του αναμνήσεων αναγνωρίζοντας στην ετεροχρονισμένη ενηλικίωση του τον κόσμο των «μεγάλων», τον κυνισμό της βολής, τη σάτιρα ως κραυγαλέο άρμα χειραγώγησης και άκοπου πλουτισμού. Ο Αρκάς μετά τον Ισοβίτη, απολαμβάνει μια δεύτερη στρατιωτική θητεία, μόνο που αυτή τη φορά το χακί δεν αποτελεί αναγκαία περιβολή, αλλά συνειδητή επιλογή. Και δυστυχώς, δεν του πάει καθόλου… Και το σχετικό link...
  5. Τον τελευταίο καιρό ο Αρκάς δημοσιεύει κάθε μέρα σκίτσα του που αναφέρονται στα παιδικά χρόνια ενός πρωθυπουργού. Τα social media έχουν λατρέψει αυτά τα ευφυέστατα σκίτσα και οι χρήστες τους τα κοινοποιούν κατά χιλιάδες, σε βαθμό που δεν έχει ξανασυμβεί στο παρελθόν, δημιουργώντας έτσι ένα τεράστιο κύμα κατακραυγής της κυβέρνησης. Το παράδοξο είναι ότι ενώ ο Αρκάς δεν αναφέρει ποτέ όνομα πρωθυπουργού, όλοι καταλαβαίνουν άμεσα ποιος πρωθυπουργός έχει αυτά τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και προσωποποιούν εύκολα τον ήρωα των σκίτσων. Και δεν πρέπει να μας κάνει εντύπωση πόσο εύκολα γίνεται αυτή η προσωποποίηση, αφού η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (και πρώην ΑΝΕΛ) έχει κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που δεν έχουν ξανά υπάρξει ταυτόχρονα και σε αυτήν την ένταση σε καμία ελληνική κυβέρνηση μεταπολιτευτικά. Σε πρόσφατο σκίτσο του ο Αρκάς αναφέρει τα εξής χαρακτηριστικά του ήρωά του πρωθυπουργού: Παραμύθι, Παραπληροφόρηση, Πόλωση, Προπαγάνδα, Παροχολογία και Πούλημα των στενών συνεργατών του. Ακόμα και κάποιος φανατικός υποστηρικτής του ΣΥΡΙΖΑ είναι αδύνατον να μην προσωποποιήσει αυτόματα τον ήρωα του σκίτσου στο πρόσωπο του σημερινού πρωθυπουργού, όσο κι αν προσπαθήσει να παρακάμψει προσωρινά τη λογική του. Είναι βέβαιο ότι πολλά από αυτά τα χαρακτηριστικά τα διέθεταν και παλαιότεροι πρωθυπουργοί, αλλά ποτέ όλα ταυτόχρονα και στο μέγιστο βαθμό. Στη εποχή της 4ης βιομηχανικής επανάσταση, της παγκόσμιας ψηφιακής μεταμόρφωσης, της καινοτομίας και του διαδικτύου, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει γίνει το συνώνυμο της προσκόλλησης στο παρελθόν, του κρατισμού, του λαϊκισμού, του τυχοδιωκτισμού, της πολιτικής δολοπλοκίας, της αντίστασης στη δημιουργικότητα και την αξιοσύνη. Η μιζέρια κι η παρακμή έχουν αποκτήσει πρόσωπο και αυτό φάνηκε καθαρά σε όσους παραβρέθηκαν στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών. Όσα κυβερνητικά στελέχη συμμετείχαν ως ομιλητές σε πάνελ του Φόρουμ ξεχώριζαν σαν τη μύγα μεσ’ το γάλα. Σε ένα περιβάλλον υγιούς διαλόγου, ανταλλαγής ιδεών και προβληματισμών, όπου συναντούσες τα φωτεινότερα μυαλά, τους σημαντικότερους επιστήμονες, διανοούμενους και επιχειρηματίες της Ελλάδας (και του εξωτερικού), όπου έλαβαν χώρα σημαντικές συζητήσεις για το παρόν και το μέλλον της Ελλάδος αλλά και του πλανήτη ολόκληρου, η τραγική ανεπάρκεια κι αμηχανία των κυβερνόντων ξεχώριζε από χιλιόμετρα. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα και από την παρουσία στο Φόρουμ των δύο αντίπαλων ”εν δυνάμει” πρωθυπουργών, Τσίπρα και Μητσοτάκη και από την υποδοχή που τους επιφύλαξαν οι παρόντες στο Φόρουμ. Είναι πασιφανές ότι ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης απέχει παρασάγγας από την εικόνα του πρωθυπουργού των σκίτσων του Αρκά, όσο κι αν προσπαθήσει κάποιος να τους ταυτίσει. Και είναι αυτός που θα έχει τη νωπή εντολή και τη μοναδική ευκαιρία να αναδιατάξει το πολιτικό σκηνικό αμέσως μετά τις επόμενες βουλευτικές εκλογές. Διότι το πολιτικό σκηνικό το καθορίζει πάντα ο νικητής και ποτέ ο ηττημένος. Γι’ αυτό και οι προσπάθειες του νυν πρωθυπουργού για “προοδευτικά μέτωπα” και ”γέφυρες” είναι καταδικασμένες να αποτύχουν εν τη γενέσει τους. Η κριτική που ασκεί ο Αρκάς στην κυβέρνηση μέσω των σκίτσων του έχει τεράστια απήχηση στους χρήστες των κοινωνικών δικτύων και μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για την περαιτέρω κατάρρευση της ήδη πληγωμένης δημοφιλίας της. Η δύναμη της τέχνης και των σκίτσων του είναι ίσως πολύ πιο ισχυρή και αποτελεσματική από όλα τα επιχειρήματα μαζί, σύσσωμης της αντιπολίτευσης. Αυτό δε σημαίνει ότι ο Αρκάς υποστηρίζει την αντιπολίτευση, απλά όπως ο ίδιος έγραψε στον λογαριασμό του στο Facebook: “Ο Αρκάς θεωρεί ότι ο πολιτικός αμοραλισμός, ο κομματικός τυχοδιωκτισμός και η ανενδοίαστη εξαπάτηση υπήρχαν πάντα, άλλα έχουν φτάσει στον κολοφώνα τους μ’ αυτήν την κυβέρνηση, τόσο ώστε να τον αναγκάσουν να σχολιάζει αυτό που πάντα σιχαινόταν: την κεντρική πολιτική σκηνή. Απέναντι σ’ αυτή την αθλιότητα κανένας έντιμος άνθρωπος δεν δικαιούται να παραμείνει σιωπηλός”. Την ίδια κριτική θα υποστεί και η επόμενη κυβέρνηση αν κυβερνήσει με το ίδιο θράσος, ασυνέπεια κι αλαζονεία σαν της σημερινής. Άλλωστε, το πεδίο στο οποίο θα κληθεί να λειτουργήσει είναι ήδη ναρκοθετημένο και οι δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει πολλές. Αν δεν καταφέρει να αντιστρέψει το κλίμα αρκετά σύντομα, δεν θα έχει πολύ χρόνο στη διάθεσή της και τα σατιρικά σκίτσα του Αρκά θα είναι μάλλον περιττά. Και σε αυτήν την περίπτωση δεν ξέρουμε τι θα ακολουθήσει στη συνέχεια κι αν θα μπορεί ο Αρκάς να δημοσιεύει τα σκίτσα του ελεύθερα… Και το σχετικό link...
  6. Κάθε νέο σκίτσο προκαλεί (εκτός από χιλιάδες βέβαια likes) και... κατάρες στα social media, με την αιτίαση του «έμμισθου κονδυλοφόρου». Δεν είναι όμως λιγάκι αυθαίρετο ένα τέτοιο συμπέρασμα; Για δύο γενιές (και βάλε) το ακρωνύμιο ΑΡΚΑΣ υπήρξε σύμβολο της ευρηματικότητας, της τέχνης του ευφυολογήματος, του βιτριολικού χιούμορ και της πολυπλοκότητας έκφρασης, μέσω των «ηρώων» του. Από τον καθηλωτικό κυνισμό του μικρού σπουργίτη έως την παροιμιώδη αφέλεια του (ερωτοχτυπημένου με μια προβατίνα) καλού λύκου. Η δημοφιλία του κορυφαίου κομίστα ξεπέρασε τα στενά ελληνικά όρια, μέσω της μετάφρασης και κυκλοφορίας των έργων του σε εννέα διαφορετικές γλώσσες. Η τεράστια απήχηση των χαρακτήρων του, οι οποίοι έγιναν μπλουζάκια, τσάντες, ρολόγια, ακόμα και τατουάζ, έγκειται στους περίτεχνους και ακραίους συμβολισμούς τους. Αν όλοι μαζί δημιουργούσαν μια μικρή κοινωνία, θα έβρισκες εκεί κάθε καρυδιάς καρύδι. Βολεμένους, «θύματα», εξυπνάκηδες, ευσυνείδητους, λαμόγια. Καθένας (μας) έχει εντοπίσει μια πτυχή του χαρακτήρα του ή ακόμα… χειρότερα ένα ζώο που ξύπνησε μέσα του, στα σκίτσα του Αρκά. Το χιούμορ είναι η βιτρίνα. Από πίσω υπάρχει μια ολόκληρη φιλοσοφία, η απόπειρα καταγραφής ενός κοντράστ κοινωνικών συμπεριφορών. Από εκείνες τις ένδοξες μέρες έως τη σειρά «τα παιδικά χρόνια ενός πρωθυπουργού», υπάρχει ασφαλώς μια απόσταση. Η οπτική ματιά είναι πλέον στοχευμένη και ομολογουμένως όχι εξίσου εμπνευσμένη. Για τους νυν επικριτές του κομίστα αυτή η απόσταση είναι χαοτική και εδράζεται σε μια ανάγκη αμιγώς μισθοφορική. Κάθε νέο σκίτσο προκαλεί (εκτός από χιλιάδες βέβαια likes) και θύελλα αντιδράσεων στα social media, με τις απαραίτητες συνοδευτικές κατηγορίες του «έμμισθου κονδυλοφόρου». Για όσους εξύμνησαν το επίπεδο της τέχνης του, η εικόνα με τα κάδρα του Τσε και του Πινόκιο στο δωμάτιο του εκκολαπτόμενου πρωθυπουργού, μοιάζει «ξένη» με την πένα του. Ομοίως και αυτή με τον τύπο ανάμεσα στους Μάο και Στάλιν, που εκφράζει τη στήριξη του στον Μαδούρο. Δεν είναι μόνο ότι με το πολιτικό σχόλιο έχει αλλοιωθεί η ταυτότητα του δημιουργού όπως τον μυθοποιήσαμε, αλλά και ότι το επίπεδο της σάτιρας «αγγίζει» σε αρκετές περιπτώσεις τα όρια του λαϊκισμού. Αυτό όμως που δικαιούμαστε να κρίνουμε όλοι οι υπόλοιποι είναι το αποτέλεσμα και όχι το κίνητρο. Για το αισθητικό του πράγματος ο καθένας μπορεί να έχει την άποψη του, για το λόγο όμως που επέλεξε να γυρίσει σελίδα και να πολιτικοποιήσει την έκφραση του, οι ισχυρισμοί περί «κομματόσκυλου», «φιλελέ» κ.λ.π. είναι τόσο αντικειμενικοί, όσο και… ανιδιοτελής η στήριξη των στελεχών των ΑΝΕΛ στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα. Αν ο Αρκάς είχε ως επίκεντρο της κριτικής του τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και όχι τον πρωθυπουργό, η συντριπτική πλειονότητα των επικριτών του θα εξακολουθούσε κατά πάσα βεβαιότητα να… θαυμάζει την οξυδέρκεια των σχολίων του. Μόνο εικασίες μπορούν να γίνουν. Αν ο Αρκάς είναι νεοφιλελεύθερος και δεξιός, γιατί τόσα χρόνια δεν στηλίτευσε στα σκίτσα του τον λαϊκισμό του ΠΑΣΟΚ; Μήπως δεν είχε πεδίο δόξης λαμπρό να το κάνει; Το σενάριο να ανήκει ιδεολογικά στην (πάλαι ποτέ) Αριστέρα και να αντιδρά τώρα ως ένας εξαπατημένος του «ΟΧΙ» μοιάζει πιο λογικό. Άλλωστε, ιστορικά και κοινωνικά οι πιο δριμείς επικριτές καταλήγουν να είναι αυτοί που αισθάνονται «προδομένοι». Έχω την αίσθηση ότι μια τέτοια διάθεση «φωτογράφισε» ο ίδιος μέσω της σελίδας του στο Facebook, όταν πριν από περίπου ένα χρόνο εκδηλώθηκαν οι πρώτες «φιλοκυβερνητικές» αντιδράσεις, με αφορμή τη σειρά σκίτσων του «Προφήτη». «Ο Αρκάς θεωρεί ότι ο πολιτικός αμοραλισμός, ο κομματικός τυχοδιωκτισμός και η ανενδοίαστη εξαπάτηση υπήρχαν πάντα, άλλα έχουν φτάσει στον κολοφώνα τους μ’ αυτήν την κυβέρνηση, τόσο ώστε να τον αναγκάσουν να σχολιάσει αυτό που πάντα σιχαινόταν: την κεντρική πολιτική σκηνή». Αν πράγματι πρόκειται περί αυτού, ναι, μπορούμε να κρίνουμε τη ρότα που πήρε η τέχνη του, οφείλουμε όμως να σεβαστούμε, χωρίς υστερίες και ακρότητες, το δικαίωμα του να εκφράσει τις απόψεις του, με τρόπο που μόνο ο ίδιος ξέρει να κάνει. Και το σχετικό link...
  7. Ο «Υποδιοικητής Μάρκος» ενέπνευσε όλα τα επαναστατικά κινήματα με τη δράση του ως μέλους του Στρατού των Ζαπατίστας για την Εθνική Απελευθέρωση. Ήταν, όμως, και ένας εξαιρετικός συγγραφέας και χαρισματικός ομιλητής. Μια επιλογή από δικά του κείμενα μεταφέρει σε κόμικς ο Αργεντινός δημιουργός Ian Debiase. «Ο Υποδιοικητής Μάρκος δεν υπάρχει πια» δήλωσε το 2014, όταν ανακοίνωσε την παραίτηση του από την ενεργό δράση στην πρώτη γραμμή του Κινήματος των Ζαπατίστας για την Εθνική Απελευθέρωση. Μπορεί να μην εμφανίζεται πια δημόσια με τη γνωστή του μάσκα και την πίπα στο στόμα, αλλά οι αγώνες του στο Μεξικό επί σειρά δεκαετιών, σε συνδυασμό με τα συγκλονιστικά γραπτά του δεν θα αφήσουν να ξεχαστεί ποτέ η προσωπικότητά του. Ορισμένα από τα γραπτά αυτά, τα περισσότερα φορτισμένα με συναίσθημα και λυρισμό, επέλεξε ο Ian Debiase να αποδώσει σε κόμικς που δίνουν μια, έστω και αποσπασματική, εικόνα της σκέψης του εμβληματικού Μεξικανού επαναστάτη. «Ονομάζουμε στιλ κάθε χαζομάρα, κάθε σκόνταμμα πάνω στο χαρτί… Όλοι έχουμε ένα μάτι υγιές, φρουρό, που αγρυπνά για να μην αλλάξει τίποτα, που επιζητά τα μετάλλια που δίνει η νόμιμη πραγματικότητα, η χειρότερη από όλες τις πραγματικότητες. Αυτό το ορθόδοξο μάτι θα μας έκανε να ζωγραφίζουμε ένα σύννεφο πάντα με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχει, όμως, και το άλλο μάτι, που μισανοίγει και μας θυμίζει ότι το στατικό είναι εχθρός της ομορφιάς. Ευτυχώς, υπάρχουν κάποιοι που μας δίδαξαν πως ο κόσμος φτιάχνεται κάθε στιγμή που τον κοιτάμε». Με αυτά τα λόγια προλογίζει ο Debiase το βιβλίο του «Subcomandante Marcos - Εικονογραφημένοι λόγοι και ανακοινωθέντα του Υποδιοικητή Μάρκος» (εκδόσεις ΚΨΜ, μετάφραση: Δανάη Ταχταρά). Κάνοντας ξεκάθαρο προς κάθε αναγνώστη και θεατή του έργου του ότι αποτελεί τη δική του, προσωπική ματιά πάνω στα συγκεκριμένα γραπτά αλλά και γενικότερα πάνω στη ζωή του ένοπλου διανοούμενου που κατά τα φαινόμενα εγκατέλειψε μια βολεμένη αστική ζωή και μια πανεπιστημιακή καριέρα για να συμβάλει στην οργάνωση και την αυτοδιάθεση των καταπιεσμένων ιθαγενών πληθυσμών του Μεξικού ενάντια στις αυταρχικές κυβερνήσεις. Οι εικόνες του Debiase συνοδεύουν ιδανικά την πάντα έντονη ποιητική διάθεση των γραπτών του Μάρκος από έξι διαφορετικά κείμενα και παρουσιάζουν τη ζωή στα βουνά της επαρχίας Τσιάπας, τα στρατόπεδα των Ζαπατίστας, την κρατική καταστολή απέναντι σε άοπλους διαδηλωτές, τον περήφανο και αγέρωχο υποδιοικητή σε στιγμές δράσης αλλά και περισυλλογής. Ο Μάρκος, άλλωστε, δεν υπήρξε ποτέ, τουλάχιστον στις δημόσιες εμφανίσεις του, ένας κλασικός, βλοσυρός και αυταρχικός στρατιωτικός που ζει για να πολεμά, αλλά ένας άνθρωπος, οργανωτικός μεν αλλά και βολονταριστής, με βαθύ χιούμορ, με φιλοσοφικές αναζητήσεις, με ευρύτατο πεδίο γνώσεων, με αγάπη για τη ζωή και τη φύση, την ιστορία και τον πολιτισμό, με σεβασμό στη διαφορετικότητα των ανθρώπων, ακόμα και των αντιπάλων του. Χωρίς ποτέ να αυτοπροβάλλεται και να περιαυτολογεί αλλά πεπεισμένος ότι οι αγώνες και οι επαναστάτες δεν έχουν ανάγκη από ηγέτες και σωτήρες. Ήταν πάντα «υποδιοικητής» γιατί θεωρούσε ότι «διοικητής» ήταν ο λαός. Όταν ξεκινούσε η πρωτοβουλία των Ζαπατίστας το 2005 που έμεινε στην ιστορία ως «Η Άλλη Καμπάνια» είχε πει στην ολομέλεια: «Μέσα σε όλα, αφήνουμε περιθώριο στη φαντασία. Ότι είναι να συμβεί, σύντροφοι και συντρόφισσες, σίγουρα δεν θα μοιάζει σε τίποτα με αυτό που φανταζόμαστε. Μακάρι να είναι καλύτερο και μακάρι να μην φορτωθεί τα εμπόδια που μπορεί να του κληροδοτήσουμε. Να είναι ελεύθερο ακόμα κι από εμάς. Όχι άλλοι δικτάτορες ή ανώτεροι σωτήρες, ούτε Καίσαρες, αστοί ή θεοί. Ούτε Αντρές ούτε Μάρκος. Κανείς δεν θα ’ναι η λύτρωσή σας». Τη φαντασία αυτή του Μάρκος και των επαναστατημένων Ζαπατίστας επιχειρεί να περιλάβει, μέσω των σχεδίων του, στις ελεύθερες προσαρμογές του και ο Debiase, καταφέρνοντας να φιλοτεχνήσει ένα κάθε άλλο παρά «ακαδημαϊκό» έργο με περιλήψεις κειμένων. Αντιθέτως, συνθέτει ένα υπέροχο βιβλίο τόσο για όσους γνωρίζουν τα γεγονότα στο μακρινό Μεξικό όσο και για όσους επιθυμούν να μάθουν περισσότερα για τη ζωή και το έργο του Σουμπκομαντάντε Μάρκος. «Όταν εισβάλαμε και παρεμβάλαμε την παρουσία μας το 1994 με αίμα και φωτιά, δεν ξεκινούσε ο πόλεμος για εμάς, τους άντρες και τις γυναίκες ζαπατίστας. Αιώνες τώρα υπομένουμε τον πόλεμο των από πάνω, με τον θάνατο και την καταστροφή, την εκδίωξη και την ταπείνωση, την εκμετάλλευση και τη σιωπή που επιβλήθηκαν στον νικημένο. Αυτό που ξεκινά για εμάς το 1994 είναι μία από τις πολλές στιγμές του πολέμου των από κάτω ενάντια στους από πάνω, ενάντια στον κόσμο τους. Αυτή η αντίσταση, που κάθε μέρα πραγματώνεται στους δρόμους σε οποιοδήποτε σημείο των πέντε ηπείρων, στους κάμπους και τα βουνά τους. Ήταν και είναι ο δικός μας πόλεμος, πολλών αντρών και γυναικών που βρίσκονται από κάτω, ένας πόλεμος για την ανθρωπότητα και ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό. Ενάντια στον θάνατο, εμείς επιζητούμε τη ζωή. Ενάντια στη σιωπή, εμείς απαιτούμε τον λόγο και τον σεβασμό. Ενάντια στη λήθη, τη μνήμη. Ενάντια στην ταπείνωση και την υποτίμηση, την αξιοπρέπεια. Ενάντια στην καταπίεση, τον ξεσηκωμό. Ενάντια στη σκλαβιά, την ελευθερία. Ενάντια στην επιβολή, τη δημοκρατία. Ενάντια στο έγκλημα, τη δικαιοσύνη. Ποιος, με λίγη ανθρωπιά στις φλέβες, θα μπορούσε ή μπορεί να αμφισβητήσει αυτά τα αιτήματα;» Απόσπασμα από το ανακοινωθέν-αποχαιρετιστήριο κείμενο του Μάρκος «Ανάμεσα στο φως και τη σκιά» που διαβάστηκε από τον ίδιο στις 25 Μαΐου του 2014, ως δήλωση αποχώρησης από τη θέση του και συνέχισης του αγώνα για την απελευθέρωση από άλλες θέσεις. Και το σχετικό link...
  8. Το μεγαλείο ενός γελοιογράφου Τις καταγέλαστες καρικατούρες που έπλασε ο Αριστοφάνης στον Σωκράτη και τον Ευριπίδη, υποθέτω ότι κανείς σήμερα δεν τις αποδέχεται ως αξιόπιστες, ως αντιπροσωπευτικές των ανθρώπων που γίνονται στόχος της σάτιράς του. Κι όμως, οι "Νεφέλες" και οι "Βάτραχοι" θεωρούνται ομόφωνα αριστουργήματα του θεάτρου. Κι αυτό παρότι η αριστοφανική κωμωδία σίγουρα έπαιξε ρόλο στην δικαστική καταδίκη αργότερα του Σωκράτη, ασφαλώς συνετέλεσε στο κλίμα εις βάρος του που τον οδήγησε στο κώνειο. Το ίδιο ισχύει με πλήθος πορτρέτων λογοτεχνικών. Ούτε ο "προδότης" Βαρνακιώτης του Κάλβου ούτε ο "υπερόπτης" Μαλακάσης του Καρυωτάκη αποδίδουν την πραγματικότητα, όταν μάλιστα δεν την διαστρέφουν και ολότελα. Παρ' όλα αυτά, η φήμη των δύο ποιητών δεν υπέστη βλάβη, ούτε τα επίδικα ποιήματα απωθήθηκαν από τον λογοτεχνικό μας κανόνα. Γιατί; Προφανώς λόγω του χρόνου που παρήλθε. Κανείς μας δεν γνώρισε βέβαια προσωπικά τον Σωκράτη ή τον Ευριπίδη, οι υποθέσεις Βαρνακιώτη και Μαλακάση είναι ίσκιοι απόμακροι του παρελθόντος, σήμερα δεν μας αφορούν παρά μόνο φιλολογικά. Και δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε τα πάθη που ανακινούσαν την εποχή τους. Το αντίθετο συμβαίνει με την τωρινή, την εντελώς επίκαιρη σάτιρα. Για όποιον δεν συμμερίζεται την γνώμη του Αρκά για τον βίο και την πολιτεία του Τσίπρα, για όποιον μάλιστα τυχαίνει να πρόσκειται στον σατιριζόμενο ή έστω να τον συμπαθεί, η βιαιότητα των επιθέσεων του γελοιογράφου στον πολιτικό είναι σκανδαλώδης. Ένας τέτοιος δεν μπορεί να παραδεχτεί τη μεγαλοφυΐα του Αρκά πόσο μάλλον να αναγνωρίσει την εκπληκτική ευστοχία ειδικά των σκίτσων του που καταπιάνονται με τον Τσίπρα. Όμως και αυτός ακόμα, εντελώς άθελά του, στο τέλος υποκλίνεται και στα δυο. Από πού φαίνεται; Μα από τις οργίλες αντιδράσεις, από τις απελπισμένες καταγγελίες ότι ο καλλιτέχνης από κάπου "τα πιάνει", από τα λυπημένα σχόλια για την "κατάντια του", κ.ο.κ., κ.ο.κ. Απόπειρες άμυνας είναι όλα αυτά, απόπειρες όμως αμήχανες, απρόσφορες, φτωχές, που σκορπούν σαν το φύλλο στον άνεμο στο επόμενο σκίτσο. Αν ο Αρκάς είχε "ξεπέσει", αν είχε χάσει "το χιούμορ του", αν είχε γίνει όντως "τόσο φτηνός" και "πουλημένος" όσο του καταλογίζουν, η δουλειά του δεν θα ενδιέφερε κανέναν. Συμβαίνει όμως το αντίθετο, ποτέ δεν ήταν πιο καίριος, πιο δυνατός, πιο επίκαιρος όσο τώρα - εξού και όλη αυτή η λατρεία και το μίσος που ξεσηκώνει. Γιατί ο καλύτερος Αρκάς είναι αυτός των τελευταίων χρόνων. Αυτός που έχει παρατήσει το αριστοκρατικό χιούμορ ή την συμπαθητική ηθογραφία και έχει πιάσει το μαστίγιο. Εννοείται ότι δεν μπορεί κάτι τέτοιο να αρέσει σε όλους, αλίμονο. Αλλά αυτό είναι το γνώρισμα του μεγάλου σατιρικού, ότι δημιουργεί έχθρες. Η σάτιρα στο υψηλότερο επίπεδό της δεν προκαλεί γέλιο. Είναι σαρωτική, πιάνεται από ένα κουσούρι και το διογκώνει ανελέητα, καταφέρνει να κλείσει σε μια ατάκα, μια πινελιά μια ολόκληρη εποχή, έναν ολόκληρο τόπο. Προκαλεί οργή, θυμηδία, αγανάκτηση, πόνο. Αντλεί από όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα και ένστικτα, και από το μίσος ακόμη: ας σκεφτεί κανείς τον Αρχίλοχο της Νεοφύλης, τον Σολωμό της “Γυναίκας της Ζάκυθος”, τον Παλαμά των “Σατιρικών Γυμνασμάτων”. Σε τέτοιο ύψος αναρριχάται τις καλύτερες στιγμές του ο Αρκάς. Μόνο οι μεγάλοι το μπορούν αυτό, να διχάζουν τα πνεύματα, να ξεσηκώνουν τα πάθη, να στρέφουν εναντίον τους ώς και πρώην θαυμαστές, να συνεπαίρνουν τα πριν άσχετα πλήθη. Και το μπορούν όχι επειδή είναι τάχα "παραταξιακοί", "τσιράκια της μιας πλευράς", όπως τους τα σούρνουν. Αλλά επειδή είναι τόσο ισχυροί και ανεξάρτητοι πνευματικά και ηθικά ώστε να αντέχουν και στα δυο - και στα ζήτω των οπαδών και στα γιούχα των αντιπάλων. Πηγή
  9. Αρκάς: Η Ζωή Μετά το Χιούμορ Η Λίνα Ρόκου αναζητά τον κομίστα που μας «μεγάλωσε γερά παιδιά». Και πια βρίσκει έναν κουρασμένο δημιουργό, παγιδευμένο στην ευκολία που χάρισε την υπογραφή του στη βαρετή πολιτική αντιπαράθεση. Το 2000 στο Διεθνές Φεστιβάλ Κόμικς που γινόταν τότε στο Γκάζι είχα βρεθεί σε μια μεγάλη αίθουσα που ήταν αφιερωμένη στον Αρκά, με αφορμή τα είκοσι χρόνια παρουσίας του. Θυμάμαι που η αίθουσα είχε πολύ κόσμο –ο Αρκάς τότε βρισκόταν στο αποκορύφωμα της αναγνώρισης μετά την θριαμβικά παραγωγική δεκαετία του ’90-, ότι το πλήθος διάβαζε σιωπηλά τα μεγάλα στριπ που ήταν αναρτημένα στους τοίχους, με τον Κόκορα, τον Ισοβίτη, τη Θέκλα και το μόνο που άκουγες ήταν δυνατά γέλια. Και θυμάμαι ότι ήταν μια στιγμή σχεδόν ευδαιμονική, να νιώθεις ότι σε συνδέει κοινή αίσθηση χιούμορ με παντελώς άγνωστους σου ανθρώπους και ταυτόχρονα ευγνωμοσύνη προς τον δημιουργό που με το πενάκι και τις λέξεις του δημιουργεί ένα αόρατο νήμα, ένα προστατευτικό κουκούλι προσφέροντας γέλιο, ανακουφιστικό αλλά κι ενίοτε γλυκόπικρο. Γιατί αυτό ήταν το γέλιο που προκαλούσε ο Αρκάς. Τότε. 2019 κι αναρωτιέμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που γέλασα με καινούριο σκίτσο του Αρκά. Δεν θυμάμαι. Κι όπως φαίνεται δεν είμαι η μόνη. Τα τελευταία χρόνια προσπαθώ να πιάσω το αστείο σε ό,τι παρουσιάζει, κι όσο περνάει ο καιρός όλο και δυσκολεύομαι. Τα πρώτα πυρά εναντίον του ξεκίνησαν όταν ο Αρκάς άρχισε να παίρνει ξεκάθαρη πολιτική στάση, αντιπολιτευτική την τελευταία τετραετία. Οι ΣΥΡΙΖΑίοι ενοχλήθηκαν: «Μα τώρα τον έπιασε για πρώτη φορά ο πόνος να σχολιάσει την πολιτική επικαιρότητα;». Δεν έχουν δίκιο. Ο κάθε δημιουργός, ειδικά ο κάθε σατιρικός δημιουργός, έχει το απόλυτο δικαίωμα να διαλέγει ποιο θα είναι κάθε φορά το αντικείμενο της σάτιρας του. Και ποιο το timing της. Ο Αρκάς, για τους δικούς του λόγους, διάλεξε να είναι το κυβερνών κόμμα κι αυτή η τετραετία η αφορμή και η στιγμή για να γίνει απροκάλυπτα πολιτικός. Το θέμα είναι ότι ενώ η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ (πια σκέτο ΣΥΡΙΖΑ) έχει δώσει πάμπολλες αφορμές για ανελέητο τρολάρισμα αλλά και για σαρκαστικό σχολιασμό των κινήσεων της ο Αρκάς δεν κινείται προς καμία από τις δύο κατευθύνσεις. Με έναν υπεραπλουστευτικό λαϊκίστικο λόγο στρέφεται κακόγουστα, και καθόλου ευφάνταστα, όχι εναντίον της κυβέρνησης αλλά εναντίον του κοινοβουλευτισμού. Κι όχι με αντίλογο αναρχικό και πικρό, αλλά με έναν συντηρητικό, σχεδόν φοβικό, λόγο. Όμως εμένα δε με ενδιαφέρει η πολιτική του τοποθέτηση. Ο πρώτος Αρκάς που διάβασα ήταν ο Ισοβίτης. Είχε κάτι αληθινά μαύρο αυτή η ιστορία ενός ανθρώπου που δεν ήταν απλά φυλακισμένος, αλλά φυλακισμένος εφ’ όρου ζωής, και η μοναδική του παρέα ήταν ένα κυνικό ποντίκι που δεν έμοιαζε να αντιλαμβάνεται την τραγικότητα της κατάστασης του φίλου του, ή ακριβώς επειδή την αντιλαμβανόταν κυλιόταν πάνω της με όλη τη βρωμιά του όπως ακριβώς κυλιόταν πάνω της αργότερα το Γουρούνι, που δεν αντιλαμβανόταν το υπαρξιακό αδιέξοδο του Κόκορα. Δεν ήταν όλα τα αστεία του Αρκά «σοφιστικέ», ούτε είχαν αναγκαστικά υπόβαθρο κάποια ουσιαστικότερη αναζήτηση. Ο Αρκάς έκανε και πλάκα πιο χοντροκομμένη, το είχε αποδείξει στο Ξυπνάς μέσα μου το Ζώο ή στον Καστράτο του με τη σεξουαλική απελπισία της Λουκρητίας. Όμως, όταν τα διάβαζες, ένιωθες ότι ο δημιουργός ήταν ξεκάθαρα με το μέρος της που ακόμη και στα χερούλια των τηγανιών έβλεπε έναν δονητή ή στον βασιλικό της γλάστρας έβρισκε αφορμή για να τριφτεί ερωτικά. Όταν διαβάζαμε τη Λουκρητία νιώθαμε την ασφυξία της μέσα στο αποστειρωμένο, κλινικό, ασέξουαλ περιβάλλον της. Το χιούμορ του Αρκά, εκείνη την περίοδο, δεν είχε, ευτυχώς, τίποτα το πολιτικά ορθό, έβαζε στο στόχαστρο του τις οικογενειακές σχέσεις με τις Χαμηλές Πτήσεις, το θάνατο με το Η Ζωή Μετά. Και γι’ αυτό δεν μπορώ να εκλάβω παρά ως φτηνή δικαιολογία το παρακάτω σκίτσο με το οποίο απάντησε, σχετικά πρόσφατα, σε όσους του ασκούν όψιμη κριτική… Συγγνώμη αλλά για μένα το πρόβλημα είναι ακριβώς το αντίθετο. Ο Αρκάς έχασε την αίσθηση του χιούμορ μπαίνοντας σε εύκολα, προβλέψιμα, βαρετά ως κι ανόητα μονοπάτια, αποφεύγοντας κάθε τι που μπορεί να προκαλέσει όχι μια επανάσταση –ας είμαστε ρεαλιστές ποτέ δεν το έφτανε ως εκεί –αλλά μια έστω αμυδρή κινητοποίηση των φαιών κυττάρων. Πώς φτάσαμε από την έξαλλη και όλο ζωή Λουκρητία που δεν σεβόταν τη γριά αφεντικίνα της κι έριχνε τολμηρά υπονοούμενα για τον νεκρό άντρα της στην γελοιογραφία που ο σύζυγος συγκρίνει το σαγόνι της γυναίκας του με ρακέτα του τένις επειδή αρνείται να του κάνει πίπα; Σίγουρα όχι από τη μια στιγμή στην άλλη. Όμως ακόμη και τώρα, παρότι ο Αρκάς έχει δώσει αρκετά παρόμοια δείγματα το τελευταίο διάστημα δεν μπορώ να νιώθω μέσα στο κεφάλι μου «φασαρία» με κάθε του καινούριο ατόπημα. Ατόπημα για μένα φυσικά, η σελίδα του Αρκά έχει (τώρα που γράφω) 915.910 likes. Δεν μπορεί να υποστηρίξει κανείς, σε social media όρους, ότι το κοινό του έχει στρέψει την πλάτη. Όμως νιώθω ότι το πιο δραστήριο τωρινό κοινό του Αρκά είναι κατά κύριο λόγο αυτό που τον ανακάλυψε τα τελευταία χρόνια στο Facebook (είτε του ασκούν κριτική, είτε υιοθετούν το λόγο του), ενώ οι φίλοι από την εποχή των πρώτων άλμπουμ μάλλον έχουν ξεμείνει αδρανείς στη σελίδα παρά τον παρακολουθούν στ’ αλήθεια. Εκτός κι αν έχουν γεράσει κι αυτοί, δεν εννοώ ηλικιακά. Δεν είναι τυχαίο που πολλές φορές ακούω ή διαβάζω την άποψη «Δεν είναι ο Αρκάς που τα σχεδιάζει πια. Έχει ομάδα που το κάνει γι’ αυτόν». Υπάρχουν ακόμη και εκείνοι που υποστηρίζουν ότι «δεν ζει καν», δίνοντας στον θρύλο του Αρκά –που ούτως ή άλλως είχε καλλιεργηθεί λόγω του ότι ποτέ δεν μάθαμε την ταυτότητα του- σχεδόν Presley-κές διαστάσεις και μας κάνει να τον φανταζόμαστε να βρίσκεται στο τροπικό νησί που ονειρευόταν ο Κόκορας παρέα με όλους τους παλιούς του ήρωες. Ακόμη πάντως κι αυτή η άποψη «αποκλείεται να είναι ο ίδιος άνθρωπος που έχει σκιτσάρει εκείνα “τα παλιά” κι αυτά “τα καινούρια”» δείχνει πόσο κι εμείς δεν έχουμε αποδεχθεί ότι οι άνθρωποι γίνεται με τα χρόνια συχνά πυκνά να παρουσιάζουν μια στάση και μια συμπεριφορά που θεωρούμε (εμείς γι’ αυτούς) ότι δεν τους αρμόζει καθόλου. Ο Παναγιώτης Μένεγος είχε καταθέσει εδώ μια παρόμοια νοσταλγία για τον Τζιμάκο αλλοτινών εποχών, μαζί με τον προβληματισμό του για τις απόψεις στα τελευταία χρόνια του. Ξέρω ανθρώπους που έκλαιγαν σαν μικρά παιδιά όταν ο Μίκης πήρε μέρος στο συλλαλητήριο για το Μακεδονικό πέρσι τον χειμώνα, βλέποντας το αριστερό είδωλο των νεανικών τους χρόνων να απευθύνεται και να συντάσσεται με χρυσαυγίτες. Ο Αρκάς δεν είναι Πανούσης και σίγουρα δεν είναι Μίκης. Ποτέ δεν έφτασε σε τόσο υψηλό βάθρο. Όμως υπήρχε η εποχή που νιώθαμε εκείνη την ευδαιμονία ενός ιερόσυλου, τουλάχιστον στο πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας, σαρκασμού ενώ γελούσαμε τόσοι άγνωστοι παρέα σε μια μεγάλη αίθουσα ενός φεστιβάλ κόμικ. Τώρα μένουμε παγωμένοι μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή μας να αναρωτιόμαστε πόσο ασφυκτικά φυλακισμένος θα ένιωθε ο Ισοβίτης του μπροστά σε αυτό το σκίτσο: Πηγή
  10. Είναι ο Αρκάς ο καλύτερος Έλληνας; Κράτησε στάση λογικής και ευαισθησίας σε όλες τις κρίσιμες στιγμές Εμπνεύστηκα τον τίτλο από ένα κομμάτι του Μάνου Βουλαρίνου για τον κ. Αμβρόσιο. Και επειδή τις τελευταίες μέρες συνέβησαν πολύ άσχημα πράγματα, θέλησα να γράψω λίγες αράδες για κάποιον που μου φαίνεται ο καλύτερος από όλους μας. Τα σκίτσα του για την πρόσφατη συμφορά είχαν την απλότητα και τη δύναμη που διακρίνουν το μεγάλο ταλέντο και το ακλόνητο ήθος. Όχι ότι είχα καμιά αμφιβολία· δεν είχα. Ο Αρκάς, τον οποίον δεν γνωρίζω προσωπικά, μας συνόδευσε στη ζωή για περισσότερα από τριάντα πέντε χρόνια: του οφείλουμε ― του οφείλω― γέλια μέχρι δακρύων· σκηνές χαράς, φιλίας και συντροφικότητας. (Με θυμάμαι να χτυπιέμαι κυριολεκτικά στο πάτωμα· θυμάμαι άλλους να χτυπιούνται κυριολεκτικά στο πάτωμα.) Γουρούνια, κόκορες, ισοβίτες, καλοί λύκοι (και, υποθέτω, αμαρτωλές Κοκκινοσκουφίτσες), θεοί, προφήτες και άγγελοι, δύστροπα πουλάκια και ερωτομανείς γάτες· όλες οι υπέροχες ανατροπές που μας θύμιζαν, ξανά και ξανά, ότι δεν ήμασταν μόνοι κι ότι ο κόσμος δεν περπατούσε ανάποδα. Και προπάντων μάς πρόσφεραν εκείνο το καθησυχαστικό αίσθημα ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν μονάχα οι μοχθηροί και οι ανόητοι που κάνουν τόσο θόρυβο (και τόσο κακό), αλλά και οι ευφυείς, οι αστείοι, οι ανθρώπινοι, οι γεμάτοι φαντασία που μεταμορφώνουν τη ζωή μας σε κάτι άξιο να βιωθεί. Ο Αρκάς κράτησε στάση λογικής και ευαισθησίας σε όλες τις κρίσιμες στιγμές· έβλεπε και βλέπει ό,τι άλλοι απλώς κοιτάνε. Δεν ξέρω αν απολαμβάνει της τιμής που αξίζει· έτσι κι αλλιώς, πιστεύω ότι δεν δίνει δεκάρα. Αν έχει όμως κάποια σημασία για όλους εμάς και για την ίδια την υπόθεση της αξιοκρατίας ― αν έχει κάποια σημασία ― θα ήθελα να μάθει ότι, εκτός από τα προαναφερθέντα γέλια, υπήρξε καταλύτης μεγάλης φιλίας και μεγάλων ερώτων· σημείο αναφοράς και imaginary friend. Για όλα τούτα, τον ευχαριστώ· δεν είμαι φυσικά η μόνη· εκφράζω το συναίσθημα πολλών, πάρα πολλών, ανθρώπων που πασχίζουν, άλλοτε με ελπίδα κι άλλοτε αποκαμωμένοι, να βρουν τη φωτεινή ρωγμή. Πηγή
  11. H περίπτωση του Αρκά και το τέλος της γελοιογραφίας όπως την ξέραμε Δεν είναι ο μόνος που κατέληξε στην οδό της μονόπαντης και βασανιστικά προβλέψιμης ατζέντας, αυτός είναι ο κανόνας εδώ και καιρό για τους περισσότερους γελοιογράφους πάσης ιδεολογικής προαίρεσης Υπάρχουν και όρια όμως (όχι ηθικού αλλά αισθητικού τύπου) και νομίζω ότι ο Αρκάς τα υπερέβη με την πρόσφατη ανάρτησή του που φανερώνει και κάποια ανησυχητικά συμπτώματα μανίας καταδιώξεως, στην οποία εμφανίζεται επιβλητικό (και φλύαρο) το σλόγκαν «Απαγορεύονται αστεία: ρατσιστικά, σεξιστικά, ομοφοβικά, politically incorrect, fat shaming, body shaming» Θυμάμαι κάποτε που μπορεί να διαφωνούσαμε με κάποιους για τα πάντα, υπήρχαν όμως κάποιες ελάχιστες και πολύτιμες σταθερές αξίες υπεράνω κριτικής και υπεράνω υποκειμενικών, αισθητικών και (μικρο)πολιτικών, κριτηρίων. Μία από αυτές ήταν τα κόμικς, τα καρτούν, οι γελοιογραφίες, το έργο, το πνεύμα και η αντίληψη του Αρκά από την εποχή της «Βαβέλ» ακόμα. Είχε να κάνει και λίγο, υποθέτω, με το πέπλο μυστηρίου γύρω από τη «μυστική» του ταυτότητα (αλάνθαστο τρικ ανά τους αιώνες, που σε γλιτώνει από τις φθορές της διασημότητας), κυρίως όμως είχε να κάνει με το διεισδυτικό, αβίαστο και ανέμελα ασεβές χιούμορ, τη δημιουργία και τη συντήρηση εμπνευσμένων αρχετυπικών χαρακτήρων και με την αίσθηση ενός εικονογραφικού/αφηγηματικού σύμπαντος που παρέμενε οικουμενικό χωρίς να είναι «αλλού», διαφεύγοντας ως διά μαγείας σχεδόν από το εσωστρεφές και κλειστοφοβικό νεοελληνικό σύστημα παραγωγής σάτιρας. Μεγάλη δουλειά αυτό το τελευταίο, αν μπορείς να το καταφέρεις χωρίς ίχνη κανιβαλισμού ξένων επιρροών. Ως γνωστόν, τα τελευταία χρόνια ο Αρκάς έχει επιλέξει, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι που παραδόθηκαν για λόγους προσωπικούς ή βιοποριστικούς στους αφόρητους περιορισμούς που επιβάλλει ένα ακραία διχαστικό κλίμα, την οδό της στράτευσης και της απολύτως προβλέψιμης κατεύθυνσης στις ατάκες των κεντρικών χαρακτήρων του, και ειδικά αυτού του μέσου καθημερινού τυπάκου που κουνάει το δάχτυλο, «καυτηριάζοντας» αποκλειστικά τις κωμικοτραγικές ανακολουθίες της εξουσίας των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Δεν έχει και πολλή πλάκα αυτό όμως και, όπως και να το κάνουμε, αντικειμενικά είναι εντελώς άχαρο να χαϊδεύεις τα πιο στοιχειώδη αντιπολιτευτικά ένστικτα, χωρίς καν τον κόπο μιας λίγο πιο βαθιάς υπονόμευσης, έστω και μόνο του συγκεκριμένου στόχου. Περνάνε από μπροστά μου στα social media τα καρτούν του, τα κοιτάω, υπομειδιώ και λίγο, όχι λόγω ευθυμίας αλλά μάλλον λόγω συγκατάβασης για τη –μη χαρακτηριστική κάποτε για τον ίδιο– λαϊκίστικη κοινοτοπία που συχνά τα διακρίνει (ούτε ο Κώστας Μητρόπουλος στα πιο πασοκοσυντηρητικά του τέτοιο πράγμα, που κάποτε εκπροσωπούσε ακριβώς το αντίθετο από τον Αρκά ή τον Γ. Ιωάννου), και συνεχίζω τη μέρα μου πιο κατηφής. Μπορεί να το έχει πάρει προσωπικά αυτό με την παρούσα κυβέρνηση (κακό πράγμα όμως η λογική του ξεκαθαρίσματος λογαριασμών για έναν καρτουνίστα), η οποία σαφώς έχει οδηγήσει πολύ καλό κόσμο στα κάγκελα. Τέλος πάντων, με γεια του με χαρά του, και δικαίωμά του. Δεν είναι ο μόνος που κατέληξε στην οδό της μονόπαντης ατζέντας, αυτός είναι ο κανόνας εδώ και καιρό για τους περισσότερους γελοιογράφους πάσης ιδεολογικής προαίρεσης. Έχω κρατήσει μια λίγο παλιότερη (4-5 χρόνια;) γελοιογραφία του Ηλία Μακρή στην «Καθημερινή», όπου απεικονίζεται χωρίς λόγια ο Τσίπρας στο κρεβάτι του ψυχαναλυτή που έχει τη μορφή του Μαρξ και έχει σηκώσει το περίστροφο στον κρόταφό του, όχι επειδή είναι τόσο ιδιοφυής ή σπαρταριστή αλλά επειδή προσκαλεί στο αστείο έναν μέσο κοινό παρονομαστή που δεν έχει παραδοθεί σε κάποια αεροστεγή ατζέντα, όπως έκαναν και οι γελοιογραφίες του ΚΥΡ κάποτε. Το ίδιο το είδος της γελοιογραφίας έτσι κι αλλιώς έχει περιθωριοποιηθεί τα τελευταία χρόνια, έρμαιο της γενικής παθογένειας των έντυπων μέσων, και λειτουργεί πλέον ως συλλογή από προμελετημένα memes, συχνά ανέμπνευστα, κακόβουλα και μοχθηρά. Οι ατέλειωτες γελοιογραφίες με τη Μέρκελ ή τον Σόιμπλε σε κατάσταση λυσσασμένου παροξυσμού και ντυμένους με ζαρτιέρες και στολή Ες-Ες (που θύμιζαν το σκετς του Σεφερλή με τίτλο «Αδέλφω Χίτλερ») είναι μόνο ένα παράδειγμα και ίσως το πιο ήπιο στην πραγματικότητα. Υπάρχουν και όρια όμως (όχι ηθικού αλλά αισθητικού τύπου) και νομίζω ότι ο Αρκάς τα υπερέβη με την πρόσφατη ανάρτησή του που φανερώνει και κάποια ανησυχητικά συμπτώματα μανίας καταδιώξεως, στην οποία εμφανίζεται επιβλητικό (και φλύαρο) το σλόγκαν «Απαγορεύονται αστεία: ρατσιστικά, σεξιστικά, ομοφοβικά, politically incorrect, fat shaming, body shaming», ενώ δίπλα ο τυπάκος επιχειρεί να αρθρώσει ανέκδοτο που και καλά δεν προσβάλλει δυνητικά κανέναν («είσαι πολύ ξινός, είπε η ντομάτα στο λεμόνι»). Τι να πεις... Ούτε ως γενικό σχόλιο περί επιδερμικού και υποκριτικού δικαιωματισμού δεν στέκεται. Εξάλλου, τα ρατσιστικά, σεξιστικά κ.λπ. αστεία δεν τα απαγορεύει κάποια σύγχρονη Ιερά Εξέταση (βρομάει ο τόπος από δαύτα), απλώς είναι «εύκολα», κακόβουλα, μαλακισμένα και φανερώνουν παντελή έλλειψη χιούμορ. Και επίσης, ήθελα να 'ξερα, όλοι αυτοί που τυραννιούνται τόσο βάναυσα στη χώρα μας από τις στυγνές επιταγές της «πολιτικής ορθότητας» έχουν κοιτάξει τα πρωτοσέλιδα των εθνοχριστιανικών ξεκωλοφυλλάδων που κρέμονται στα περίπτερα και στάζουν ξεφτίλα, παρακμή και χουντίλα; Έχουν χαζέψει τη «δημόσια» –μη συνδρομητική, τέλος πάντων– τηλεόραση (κρατικοδίαιτη και ιδιωτική, αλλά εν προκειμένω κυρίως τη δεύτερη, η ΕΡΤ κουβαλά άλλου τύπου βαριές αμαρτίες) για να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι το μήνυμα που περνά το μέσο στον κόσμο, που, ελλείψει άλλων επιλογών, παρακολουθεί εκπομπές απίστευτης χυδαιότητας, τρομολαγνείας, μικροαστικής ηθικολογίας μετεμφυλιακού τύπου και εκφασισμού; Πηγή
  12. Από τον Ισοβίτη στον Παναγιώταρο Για τη συντηρητική μεταστροφή και τη γενικότερη ηθική κατρακύλα του Αρκά έχουν γραφτεί αρκετά καλά άρθρα (ενδεικτικά: Αρκάς: η θλιβερή κατάπτωση μιας μεγαλοφυΐας) και δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε εκ νέου. Ο μεγάλος δημιουργός δεν παύει να μας εκπλήσσει. Κάθε φορά που νομίζουμε ότι κάποιο σκίτσο του έχει πιάσει πιάτο, επιστρέφει πάντα με ένα καινούργιο, ακόμη πιο χαμηλής ποιότητας, για να μας διαψεύσει. Όμως το πιο πρόσφατό του είναι η επιτομή της ακροδεξιάς ρητορικής. Για τον Αρκά, όψιμα στρατευμένο πολιτικό γελοιογράφο, ένα νομοσχέδιο-σταθμός για τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως ήταν αυτό για την ταυτότητα φύλου και ένα άλλο νομοσχέδιο για την ιατρική νομιμοποίηση της κάνναβης (με τεκμηριωμένα θεραπευτικές ιδιότητες για συγκεκριμένες ασθένειες), είναι αντιπερισπασμός για τα οικονομικά μέτρα της κυβέρνησης. Αφήνουμε στην άκρη ότι ο Αρκάς ανακάλυψε τη ληστρική πολιτική των μνημονιακών κυβερνήσεων μόλις το 2015, όταν αυτή έχει βυθίσει την κοινωνία στη φτωχοποίηση ήδη από το 2010. Επίσης προσπερνάμε τις φωνές εκείνων που αναπολούν εμμονικά τον παλιό Αρκά, διαμαρτυρόμενοι για την κατρακύλα του καλλιτέχνη. Σαφώς και ο Αρκάς δεν θα δώσει λόγο σε κανέναν για τις πολιτικές του απόψεις και θα συνεχίσει να εκφράζεται όπως αυτός πιστεύει. Άλλωστε η καπιταλιστική κρίση, και ειδικά η περίοδος διαχείρισής της από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ήταν μια καλή ευκαιρία για να πέσουν οι μάσκες όλων μας, δεξιών κι αριστερών, βγάζοντας τον πραγματικό μας εαυτό: τον καλύτερο ή τον χειρότερο. Και η ελευθερία της έκφρασης πρέπει να συνεχίσει να ισχύει για όλους, ακριβώς για να ξεχωρίζει η ήρα από το στάρι και να μην υποκρινόμαστε άλλο μεταξύ μας. Σε αυτό που θέλουμε να σταθούμε είναι στην υποδοχή που επιφύλαξε στο τελευταίο σκίτσο του Αρκά, αυτός εδώ: Θα αντιτείνει κάποιος ο Αρκάς δεν είναι άμεσα υπεύθυνος για το ποιοι αναπαράγουν και διαφημίζουν τα σκίτσα του, θεωρώντας πως έτσι προμοτάρουν την ατζέντα τους. Άλλωστε οι φασίστες έχουν καπηλευτεί πολύ σημαντικότερα πράγματα από ένα επιεικώς άστοχο σκιτσάκι, για να "δικαιώσουν" τις ιδέες τους. Όταν όμως οι νοσταλγοί του Άουσβιτς ταυτίζονται με ένα σκίτσο του δημιουργού του Ισοβίτη και της Σόου Μπίζνες, τότε ο δημιουργός πρέπει να αναρωτηθεί τι δεν πάει καλά. Ας ευχηθούμε τουλάχιστον ολόψυχα η συνεργασία του να περιοριστεί στο Πρώτο Θέμα και να μην επεκταθεί στον Στόχο και τη Χρυσή Αυγή! Πηγή
  13. Αρκάς: η θλιβερή κατάπτωση μιας μεγαλοφυΐας Συντάκτης: Γιώργος Μαρτινίδης*, Ιπποκράτης Ταυλάριος** «Φεβρουάριος» προς «Ιούνιο»: «Θεούλη μου, εκτός από ιδρώτα μυρίζει και σκουπίδια» ή «Γιατί σε λένε κουτσοφλέβαρο;» «Γιατί μπερδεύουν το πι με το κάπα…». Εάν κανείς σου έλεγε πριν μερικά χρόνια ότι αυτά είναι στριπ του Αρκά θα αρνιόσουν να το πιστέψεις. Όσοι περάσαμε δεκαετίες θαυμάζοντας το πάλαι ποτέ υψιπετές χιούμορ του Αρκά, γινόμαστε πλέον θεατές μιας συνεχούς δοσολογικής χορήγησης μεμονωμένων αποσπασματικών σκίτσων, προς τέρψιν ενός αδηφάγου διαδικτυακού κοινού, το οποίο παραδόξως ο ίδιος ο σκιτσογράφος συχνά-πυκνά ειρωνεύεται. Τις αριστουργηματικές πρώτες του σειρές Κόκκορας, Show Business, Ισοβίτης και Χαμηλές Πτήσεις (συν μερικά ακόμη υπέροχα μονότομα), από τα μέσα του ενενήντα διαδέχτηκαν τα επίσης καλά αλλά συγκριτικά κατώτερα Καστράτο, η Ζωή Μετά και οι Συνομήλικοι. Ενώ από το 2010 και έπειτα εκδίδει τα μέτρια έως απογοητευτικά Επικίνδυνα Νερά, Μαλλί με Μαλλί και άλλα μικρά άλμπουμ. Ήταν το 2015, όταν ο ήδη καταξιωμένος Αρκάς, ο οποίος είχε εμφανιστεί στα social media λίγο νωρίτερα και είχε αρχίσει να προωθεί τα σκίτσα του από εκεί, έγινε ξαφνικά στόχος έντονης κριτικής από τους αναγνώστες του. Ο λόγος ήταν ότι ο σκιτσογράφος, για πρώτη φορά μετά από 30 χρόνια καλλιτεχνικού έργου, στράφηκε προς ένα πολιτικό χιούμορ, ή μάλλον «κομματικό», επιτιθέμενος στην τότε «ελπιδοφόρα» νεοεκλεγείσα κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Εκείνο το διάστημα, μάλιστα, ο Αρκάς, ίσως σοκαρισμένος από την αμφίδρομη φύση της επικοινωνίας στα social media, έκλεισε το προφίλ του, υποδυόμενος το θύμα bullying. Όμως επανήλθε δριμύτερος σύντομα. Και, από τα τέλη του 2015 και έπειτα οι πολιτικές του τοποθετήσεις άρχισαν να χαίρουν μεγαλύτερης αποδοχής καθώς η απογοήτευση από τις πολιτικές της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ επεκτεινόταν στην κοινωνία. Το ενδιαφέρον ερώτημα είναι όμως, γιατί ο Αρκάς αποφάσισε ξαφνικά να στραφεί από ένα βαθύ, διαχρονικό και οικουμενικό χιούμορ που προβληματίζεται για την ζωή και την τέχνη, στην εφήμερη στοχευμένη κριτική προς μια συγκεκριμένη κυβέρνηση. Οι διαχειριστές της επίσημης σελίδας του Αρκά στο facebook έχουν δηλώσει ότι πλέον ο πολιτικός αμοραλισμός έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό που ο σκιτσογράφος δεν μπορούσε να αφήσει την κατάσταση ασχολίαστη. Σαφώς και υπάρχει πολιτικός αμοραλισμός στο σημερινό πολιτικό σκηνικό, ωστόσο φαίνεται αδιανόητο πως ένας άνθρωπος που μεσουρανούσε δημιουργικά κατά τις δεκαετίες του 1980 και 1990 και έχει βιώσει το σκάνδαλο των πάμπερς, το «Τσοβόλα δωσ’ τα όλα», τα ζεϊμπέκικα του Άκη, τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο να απολαμβάνει στριπτίζ στα μπουζούκια, τα πρωτοσέλιδα της Αυριανής με την ημίγυμνη Μιμή και την γενικότερη επικρατούσα προκλητική πολιτική σήψη των εποχών αυτών ανακαλύπτει τώρα ξαφνικά τον πολιτικό αμοραλισμό… Βέβαια, η σελίδα έχει δηλώσει επίσης ότι «ο Αρκάς πάντα έκανε πολιτικό χιούμορ», αλλά με εξαίρεση κάποια καρέ στον Ισοβίτη και κάποια αδημοσίευτα, που καυτηριάζουν τις εκλογές και τους πολιτικούς αορίστως, το έργο του δεν είχε καμία άμεση αναφορά σε συγκεκριμένες κυβερνήσεις, γεγονότα και πρόσωπα ως το 2015. Πλέον ο Αρκάς μεταμορφώθηκε από μια καλλιτεχνική μεγαλοφυΐα εφάμιλλη του Τσαρλς Σουλτς σε έναν απλό στρατευμένο γελοιογράφο. Άραγε πώς θα φαινόταν εάν ο Σουλτς είχε περάσει τα γηρατειά του παρατώντας τον Τσάρλι Μπράουν και φτιάχνοντας φτηνά προπαγανδιστικά σκίτσα υπέρ του Μπους του πρεσβύτερου; Άλλη μία δήλωση της σελίδας ήταν ότι το πολιτικό χιούμορ του Αρκά θα μπορούσε να αναφέρεται σε οποιαδήποτε κυβέρνηση, ισχυρισμός που αυτοαναιρείται πανηγυρικά όταν στα σκίτσα του φωτογραφίζεται σαφώς ο Αλέξης Τσίπρας, ως γελαστός νέος με κακά αγγλικά, όταν εμφανίζεται ξεκάθαρα ο Ευκλείδης Τσακαλώτος με το κόκκινο σακίδιο πλάτης του, όταν στηρίζει ανοικτά την ανατροπή της κυβέρνησης στην Βενεζουέλα, και όταν επιπλέον με κάποια σκίτσα του (σε καμία περίπτωση χιουμοριστικά) προωθεί το αμφιλεγόμενο κίνημα «Παραιτηθείτε». Πέρα από την υποκρισία αυτών των αντιφάσεων, πάντως, η επιλογή του Αρκά να κάνει ξαφνικά έντονα πολιτικό σκίτσο δεν έχει από μόνη της κάτι το μεμπτό. Ένα μεγάλο μέρος των παλιών αναγνωστών του που προέρχεται από τον χώρο της αριστεράς φαίνεται να εκλαμβάνει την πλήρη ταύτιση της πολιτικής θέσης του Αρκά με αυτήν της Νέας Δημοκρατίας ως κάποιου είδους «ξεπούλημα», αλλά θα έπρεπε να είναι προφανές ότι ο σκιτσογράφος έχει κάθε δικαίωμα να σχολιάσει την πολιτική κατάσταση και να επιλέξει την στάση του. Ωστόσο, η τόσο λυσσαλέα επίθεση εναντίον της κυβέρνησης, αλλά και η δηλητηριώδης ειρωνεία κατά του «ηλίθιου λαού» από έναν καλλιτέχνη που φαινόταν τόσο ψύχραιμος και αποστασιοποιημένος από τέτοιες μεροληπτικές μικρότητες, πραγματικά εκπλήσσει. Ενώ υπάρχουν πολλές αιτίες για να κριτικάρει κανείς έλλογα την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, τα επιχειρήματα της πολιτικής κριτικής του Αρκά αντανακλούν πλήρως αυτά των ΜΜΕ που πρόσκεινται στην τωρινή αντιπολίτευση. Επιχειρήματα εξαιρετικά απλοϊκά, διχαστικά και σαθρά. Ενδεχομένως, όπως μια μεγάλη μερίδα κόσμου, να έχει επηρεαστεί κι αυτός από τα κατευθυνόμενα ΜΜΕ και να ζει υπό τον τεχνητό φόβο μιας χρεοκοπίας ή μιας σταλινικής εκκαθάρισης των αστών. Ως αποτέλεσμα, τα πολιτικά του σκίτσα δίνουν την αίσθηση ότι φαντασιώνεται τον εαυτό του ως άλλο Σολτζενίτσιν, που τον διώκει ως αντιφρονούντα το κομμουνιστικό καθεστώς. Αυτό που προβληματίζει είναι το γεγονός ότι η κριτική του στην τωρινή κυβέρνηση, δεν γίνεται με το λεπτό και πνευματώδες χιούμορ στο οποίο μας είχε συνηθίσει αλλά περισσότερο με λογική φτηνού μακαρθισμού, επικεντρωνόμενη σε μία επίθεση χονδροειδούς προπαγάνδας, συχνά μέσω ενός μισάνθρωπου «Προφήτη» που κηρύττει με χυδαίους όρους όπως «ψεύτες» «κλέφτες» «ζώα» «σαλτιμπάγκοι» κ.α. Δυστυχώς, η στροφή του Αρκά στο πολιτικό σχόλιο είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το θλιβερό γεγονός ότι το χιούμορ του είχε πάρει την κάτω βόλτα πολύ πριν ασχοληθεί με την πολιτική, και με τον σχολιασμό ασήμαντων σημείων της επικαιρότητας. Εάν ο Αρκάς αποφάσιζε να κάνει πολιτικό χιούμορ νωρίτερα στην καριέρα του πιθανόν να ήταν εξίσου ευφυές και αστείο με το υπόλοιπο παλαιότερο έργο του, ενώ τώρα είναι εξίσου αφελές και κρύο με τις καινούργιες του δημιουργίες. Πλέον, έφτασε να δημοσιεύει στον κίτρινο τύπο, το απελπιστικότερο μέχρι στιγμής έργο, τον «Φεβρουάριο και τους Έντεκα Μήνες» που, βασιζόμενο σε αστεία σεφερλίδικου τύπου με απλές παραφράσεις λέξεων, πέη, δυσοσμίες, ιδρωτίλες κ.α., έχει το επίπεδο φτηνής επιθεώρησης ή αμερικάνικης εφηβικής κωμωδίας. Από την υψιπετή κριτική της τέχνης του Show Business, έως τα απίθανα παιδαριώδη-βλακώδη «αστεία» του Φεβρουαρίου που σου παγώνουν το αίμα, φαίνεται ότι έχουν επέλθει τα πέτρινα χρόνια στο χιούμορ του Αρκά, ο οποίος μάλλον δείχνει απλώς να παίζει παίγνια δημοσιότητας, και να βιοπορίζεται… Εδώ πλέον δεν δημιουργούνται χαρακτήρες, ούτε πλοκή, ούτε ηθοπλασία. Μεμονωμένα, εύπεπτα, προς τέρψιν γρήγορων φεισμπουκικών αναγνώσεων, με συχνά ακαλαίσθητες επεκτάσεις των αστείων εκ μέρους των σχολιαστών. Λείπει πλέον το παράδοξο, το ανατρεπτικό, το εκρηκτικό. Δεν θα είναι υπερβολή αν λέγαμε ότι λείπει το ποιοτικό… Όσο τα τεχνικά μέσα που έχει στην διάθεσή του ο σκιτσογράφος βελτιώνονται, και η ευκολία δημιουργίας των σκίτσων και η συχνότητα με την οποία βγαίνουν αυξάνει, τόσο η ποιότητα του χιούμορ του χειροτερεύει. Παρόλα αυτά, θα ήταν άδικο να είμαστε τόσο απαιτητικοί από τον Αρκά. Μόνο ένα από τα κορυφαία δημιουργήματά του θα ήταν αρκετό για να τον καταστήσει κορυφαίο σκιτσογράφο, οπότε, δεδομένου ότι έχει βγάλει τόσα αριστουργήματα, θα ήταν ουτοπικό να περιμένουμε να κρατηθεί εσαεί στο ίδιο επίπεδο. Ωστόσο, ακριβώς αυτό το υψηλό επίπεδο του έργου του, όπως το γνωρίζαμε, είναι που μας κάνει να απογοητευόμαστε με την τεράστια απόστασή που έχει από τα καινούργια σκίτσα που βλέπουμε να αναρτά. Ευχόμαστε στον Αρκά να πάρει τον χρόνο του, να αφήνει να ωριμάζουν οι δημιουργίες του, και να μη γίνεται πλέον έρμαιο του αδηφάγου διαδικτυακού χρόνου και των πολιτικών εμμονών του. *Ο Γιώργος Μαρτινίδης είναι συγγραφέας, ψυχολόγος και διδακτορικός ερευνητής στο πεδίο της περιφερειακής και αστικής ανάπτυξης. **Ο Ιπποκράτης Ταυλάριος είναι φωτογράφος ειδικευμένος στην ασπρόμαυρη καλλιτεχνική φωτογραφία, μαθηματικός και θεολόγος. Πηγή
  14. Ένα γράμμα πικρίας στον αγαπημένο μου Αρκά Αγαπημένε μου Αρκά, Δεν ξέρω πως σε λένε, ποιος είσαι και από που κρατάει η σκούφια σου. Δεν ξέρω καν αν είσαι ένας ή αν είστε πολλοί. Ποτέ δεν με ένοιαξε για να είμαι ειλικρινής. Δεν το έψαξα γιατί δεν είχε καμία σημασία να μάθω το πραγματικό σου πρόσωπο. Ήσουν για μένα, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, ένας ήρωας της παιδικής μου ηλικίας. Θυμάμαι τον εαυτό μου να ξοδεύει όλο του το χαρτζιλίκι για να αγοράσει τα καινούρια σου βιβλιαράκια, αλλά και όταν είχες καιρό να βγάλεις καινούρια, έβρισκα να αγοράσω ένα παλιό που δεν είχα. Σε θαύμαζα και μεγάλωσα μαζί σου. Μεγάλωσα με τις κοινωνικές ανησυχίες του «Ισοβίτη», που μέσα από τη μιζέρια του καταδείκνυε τα στραβά τόσο στο σωφρονιστικό σύστημα, όσο και στην κοινωνία γενικότερα. Μεγάλωσα με τις «Χαμηλές Πτήσεις» και το αυθάδες σπουργίτι που βρισκόταν σε μία μόνιμη εφηβεία γεμάτη ειρωνεία και κόντρες με τον μπαμπά του, τον οποίο όμως κατά βάθος αγαπούσε πολύ, όπως όλα τα παιδιά στην εφηβεία άλλωστε. Μεγάλωσα με τις υπαρξιακές σου αναζητήσεις στη «Ζωή Μετά», και ανακάλυψα το πετυχημένο σόκιν χιούμορ σου μέσα από τον κυνικό σεξισμό της Λουκρητίας. Αγόραζα την εφημερίδα που παρουσίαζες τα σκίτσα σου, είτε αυτή λεγόταν Ελευθεροτυπία, είτε Έθνος, για να παίρνω συχνά πυκνά μια δόση από την πιο πετυχημένη σάτιρα που γράφτηκε ποτέ σε αυτή τη χώρα. Ταυτίστηκα απίστευτα με τον τρόπο προσέγγισής σου, συμφώνησα άπειρες φορές μαζί σου, αγανάκτησα όταν είδα πολλάκις πως η φωνή της λογικής μέσα στην ελληνική τρέλα βρισκόταν σε μισή σελίδα μιας κυριακάτικης εφημερίδας. Μα πάνω απ'όλα, αυτό που θαύμαζα σε εσένα ήταν ένα πράγμα. Η αδιαπραγμάτευτη, αδέσμευτη και αχρωμάτιστη κατεύθυνση της σάτιρας σου. Αυτό εδώ και λίγες μέρες σταμάτησε να ισχύει και επίσημα. Είχα αρχίσει να παρατηρώ το ύφος των δημοσιεύσεών σου τους τελευταίους μήνες, αλλά το θεώρησα μία καλοπροαίρετη κριτική στην κυβέρνηση, και πίστεψα πως η κριτική και η σάτιρα θα ήταν ίδια, όποια κι αν ήταν η κυβέρνηση. Γιατί έτσι σε είχα μάθει. Με πρόδωσες Αρκά, και μένα και εκατομμύρια υποστηρικτές σου σε αυτή τη χώρα. Με τρομερή απογοήτευση είδα πως δημοσίευσες στην προσωπική σου σελίδα στο Facebook μια εικόνα, με έναν εκ των πρωταγωνιστών σου να μονολογεί: «Το ξέρω ότι η συγκέντρωση δεν θα έχει αποτέλεσμα! Ξέρω ότι δεν θα έχει καν κόσμο! Αλλά θα πάω έστω κι αν είμαι μόνος μου! Γιατί πρέπει να καταλάβουν ότι εμείς οι μόνοι μας υπάρχουμε και είμαστε πολλοί!» Γνώριζα φυσικά πως την επομένη αυτής της δημοσίευσης ήταν η συγκέντρωση στο Σύνταγμα της κίνησης «Παραιτηθείτε». Παρόλο που δηλώνει ανεξάρτητη, είναι τοις πάσι γνωστό πως αυτή η κίνηση έχει την αμέριστη στήριξη της Νέας Δημοκρατίας (προφανώς). Και πλέον έχει και τη δική σου. Πήρες θέση Αρκά. Εσύ δεν έπαιρνες ποτέ θέση. Υποστήριξες μία ομάδα έναντι μιας άλλης. Σταμάτησες να είσαι απλός παρατηρητής και έγινες παίκτης. Χρησιμοποίησες τους 761.000 υποστηρικτές σου για να προωθήσεις μία πολιτική εκδήλωση συγκεκριμένου κομματικού χρωματισμού. Την ίδια μέρα «ανέβασες» άλλες τρεις εικόνες, υποστηρίζοντας και προωθώντας την διαδήλωση της επομένης. Κάλεσες τον κόσμο να στηρίξει τους «Παραιτηθείτε» και έχασες αυτό που σε χαρακτήριζε ως τον πιο άξιο εκφραστή της σύγχρονης ελληνικής σάτιρας. Την αντικειμενικότητα σου. Μην με παρεξηγείς, δεν έχει να κάνει με το ποια διαδήλωση στήριξες. Όποια και αν ήταν θα έλεγα ακριβώς το ίδιο πράγμα. Εγώ από τον ηθοπλάστη της εφηβείας μου περίμενα περισσότερα, και σίγουρα όχι αυτό. Και αν αναρωτιέσαι γιατί το κάνω τόσο μεγάλο θέμα, αν σου φαίνεται ότι μάλλον το δραματοποιώ κάπως, σκέψου πόσοι Έλληνες σε διαβάζουν και πόσους επηρεάζεις. Σκέψου ότι η σελίδα σου στα κοινωνικά δίκτυα είναι από τις πιο πολυπληθείς πανελλαδικά, αν όχι η πολυπληθέστερη. Εγώ αγαπητέ Αρκά δεν θέλησα ποτέ να πάρεις θέση. Γιατί αυτό θα χαλούσε όλη την εικόνα που είχα για σένα, όπως και τελικά τη χάλασε. Ήθελα πάντα, να σχολιάζεις τους πάντες και τα πάντα, όποιον θεωρείς εσύ ότι χρίζει καυτηριασμού, χωρίς να επιλέγεις στρατόπεδα. Αυτή σου η τακτική και το ήθος άλλωστε σε έφεραν εδώ που είσαι σήμερα. Εν αντιθέσει με άλλους, στρατευμένους σάτυρους κομμάτων που σήμερα κυβερνάνε τη χώρα, οι οποίοι έχασαν το όποιο κοινωνικό έρεισμα είχαν αποκτήσει στον Έλληνα πολίτη, κάνοντας φτηνή προπαγάνδα υπέρ των κομματικών τους συνεργατών. Δεν θα ήθελα να έχεις μια τέτοια κατάληξη Αρκά. Σε αφήνω Αρκά, με την ελπίδα να αλλάξεις πάλι πορεία και να επιστρέψεις σε αυτό που σε έκανε τον Αρκά των Ελλήνων. Το εύχομαι όχι μόνο για εσένα, αλλά και εγωιστικά βλέποντας το, για μένα, για να ξαναβρώ την καλή συντροφιά των βιβλίων σου και των σκίτσων σου, από την οποία εξαιτίας σου, από σήμερα αποφάσισα να ξεκόψω. Φιλικά, Ένας πρώην θαυμαστής σου Πηγή
  15. Εναν Αρκά στα μέτρα μας Στους επικριτές του Αρκά επειδή σατιρίζει την κυβέρνηση προστέθηκε εσχάτως και η Ελενα Ακρίτα, η οποία με άρθρο της στα «Νέα» τοποθέτησε αυθαίρετα τον εαυτό της σε μία, κατά τη γνώμη της, μεγάλη ομάδα που υποθέτει ότι έχει μαζικά προδοθεί. Αλλά ο Αρκάς κανέναν δεν πρόδωσε, γιατί σε κανέναν δεν ανήκει Οσο μοναχική είναι η δημιουργία ενός σκίτσου, άλλο τόσο μοναχική είναι και η ανάγνωσή του. Αλλους μπορεί να ερεθίσει άλλους όχι, το σίγουρο όμως είναι ότι αυτό δεν είναι μια συλλογική διαδικασία, μια ομαδική ομοιόμορφη αντίδραση και ένα σταθερό μικρό σύμπαν που υποδέχεται το πόνημα σαν να μπορούσε να το προδιαγράψει. Η ποικιλία της αποδοχής διαχέεται μέσα στην ποικιλία της έμπνευσης και αυτός είναι ο μόνος τρόπος να παραμένει ελεύθερος ο σκιτσογράφος από τον καταναγκασμό της προσμονής κάποιου κοινού. Το ακόμα πιο σίγουρο είναι ότι ο σκιτσογράφος δεν οφείλει καμιά εξήγηση για την έμπνευσή του, γιατί ο ίδιος δεν ανήκει σε κανέναν. Ο θαυμασμός στη δουλειά ενός δημιουργού δεν στοιχειοθετεί για λογαριασμό σου δικαιώματα για το μέλλον –είναι το ίδιο ελεύθερος με σένα να αλλάξει απόψεις, τεχνοτροπία, εποχή, στυλ. Είναι τελείως ελεύθερος να φτιάξει κάτι που είσαι το ίδιο ελεύθερος να μη σου αρέσει. Ο αναγνώστης είναι παντοδύναμος, δεν σου φτάνει; Η κυρία Ακρίτα αυθαιρέτως τοποθετεί τον εαυτό της σε μία, κατά τη γνώμη της, μεγάλη ομάδα που υποθέτει ότι έχει μαζικά προδοθεί από τα πράγματα που φτιάχνει ο Αρκάς αυτήν την εποχή. Αυτό ως υπόθεση πάσχει γιατί φαντάζομαι το ερέθισμά της είναι το προσωπικό της γούστο και ίσως κάποιων φίλων της που το συζήτησε. Και μάλλον όχι μόνο γούστο αλλά και πολιτική οπτική. Σαν να ήταν υποχρεωμένος ο δημιουργός να αποτελεί μονίμως την αναφορά κάποιου συλλογικού υποκειμένου και να βρίσκεται διαρκώς σε εγρήγορση να μην το διαψεύσει. Οι σημαντικοί σκιτσογράφοι όμως δεν συνομιλούν με κανένα κοινό, απλώς υπάρχουν και εργάζονται –αν συμβεί το αντίθετο εγκλωβίζονται στην εικόνα που έχουν άλλοι για αυτούς και αυτοαναιρούνται. Για αυτό αδίκως παραθέτει η αρθρογράφος όλην τη βιβλιογραφία του Αρκά που κατέχει, δίκην αποδείξεως εννόμου συμφέροντός της να διαμαρτυρηθεί. Τη δική της εποχή περιγράφει όχι τη δική του. Το σκίτσο δεν είναι μαζική σάτιρα σαν την επιθεώρηση, τις σατιρικές εκπομπές της τηλεόρασης ή τα stand up comedies, όπου οι άνθρωποι γελούν ή παγώνουν όλοι μαζί και ο καλλιτέχνης καταρχήν θέλει να αποσπάσει τη συλλογική αποδοχή. Το σκίτσο είναι χάρτινο καραβάκι που ταξιδεύει μόνο του, ερήμην του δημιουργού του, με τη δύσκολη αποστολή να αποσπάσει βλέμματα που αντιλαμβάνονται το κλείσιμο του ματιού και χείλη που ίσως γελάσουν – ο αναγνώστης το βλέπει μόνος του, γελά, δυσαρεστείται, αδιαφορεί αλλά σίγουρα δεν το μοιράζεται, απλώς γιατί δεν μοιράζεται η στιγμή. Και το σκίτσο είναι το στοίχημα της μαγικής στιγμής, την επόμενη στιγμή που θα το δει κάποιος άλλος ο δικός σου αιφνιδιασμός έχει φύγει. Δεν αιφνιδιάζεστε όλοι μαζί, για αυτό δεν γελάτε ή θυμώνετε ή παραμένετε απαθείς όλοι μαζί, για αυτό δεν ανήκετε σε καμία ομάδα που δοξάζει ή απαξιώνει ένα δημιουργό συλλογικά. Επομένως κανείς δεν σας προδίδει και ασφαλώς δεν σας ανήκει –όπως εσείς δεν δίνετε λογαριασμό γιατί αλλάζετε ιδέες έτσι και ο σκιτσογράφος δεν έχει να απολογηθεί για τη μάχη της καθημερινής του ιδέας. Ασφαλώς κάποια στιγμή ενώνεις τις τελίτσες, τα εκατοντάδες, χιλιάδες σκίτσα ενός δημιουργού, και φτιάχνεις νοερά το διάγραμμά του. Καλός ή κακός, συμφωνώ ή διαφωνώ. Και αυτό δική σου απόφασή είναι όμως, όχι δική του. Εκείνος θα παραμείνει ένας μοναχικός καβαλάρης της επικαιρότητας που θα στέλνει τα αινιγματικά, υπαινικτικά του σινιάλα σε αγνώστους, σαν σήματα μορς μέσα στη νύχτα, και τα μισά θα του επιστρέφουν λάθος. Πάει πολύ να πρέπει να απαντά τι διαβάζει ο ασύρματος του καθενός. Αν τον λαμβάνουν πολλοί ή λίγοι, αυτό είναι το μέτρο της δύναμής του. Πηγή Όπως καταλαβαίνετε, αυτό το άρθρο είναι απάντηση σε αυτό
  16. Στη βιβλιοθήκη του γραφείου μου έχω όλα τα βιβλία του Αρκά. Τώρα που γράφω με αγριοκοιτά ένας «Ισοβίτης», δυο σπουργίτια κάνουν «Χαμηλές Πτήσεις» πάνω απ' το κεφάλι μου, ο total black Χάρος ψιλοκόβει μαϊντανό με το δρεπάνι του, η Λουκρητία δολοπλοκεί, ενώ ο Προφήτης θαμπώνει μπρος στα μάτια μου. Ισως γιατί δεν είναι πια ο νηφάλιος Προφήτης που αγαπήσαμε, αλλά ένας εμπαθής μικροκομματάρχης των καιρών. Μανιακή με τον Αρκά. Με τις ξυραφιές του σκίτσου και του λόγου του. Με τον συμπυκνωμένο υπερρεαλισμό της εικόνας του. Με τους ήρωές του, που λες κι αυτονομούνταν από τον δημιουργό του - όπως, άλλωστε, όλοι οι ήρωες που σέβονται τον εαυτό τους: όταν είναι σοφά δομημένοι, παίρνουν σάρκα, παίρνουν οστά και κάνουν του κεφαλιού τους, ερήμην του κηδεμόνα τους. Πάντα περιέβαλλε ένα μυστήριο τον Αρκά. Κανείς δεν ξέρει ποιος είναι. Κανείς δεν τον έχει δει, δεν του έχει μιλήσει. Κυκλοφορεί - αν κυκλοφορεί - δίπλα μας άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Με αυτή την έννοια, ο Αρκάς μου θύμιζε πάντα τον άγνωστο... διάσημο street artist, τον Bansky, που ούτε το μικρό του όνομα δεν ξέρουμε ούτε ποιος είναι (αν και πριν λίγες μέρες λέγεται πως διέρρευσε η ταυτότητά του). Κάποιες ατάκες του Αρκά έχουν ενσωματωθεί στη λαλιά μας. Τις χρησιμοποιούμε ξεχνώντας ή αδιαφορώντας ποιος ο γεννήτοράς τους. Αυτή η διείσδυση στον καθημερινό λόγο ενός λαού είναι και η επιτομή της επιτυχίας του: - Προσπαθώ να βγω από το ψυχολογικό αδιέξοδο, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ από πού μπήκα. - Η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να κερδίσει τη φυσική ηλιθιότητα. - Δημοκρατία είναι 4 λύκοι κι 1 πρόβατο να ψηφίζουν για φαγητό. - Έχω διαβάσει τόσα πολλά γύρω απ' το κάπνισμα που αποφάσισα να κόψω το διάβασμα. Και το κορυφαίο: - Ας αφήσουμε τους εγωισμούς κι ας κοιτάξουμε και λίγο τον εαυτό μας. Όλοι εμείς λοιπόν που σας θαυμάζουμε, απογοητευτήκαμε φίλτατε Αρκά. Απογοητευτήκαμε σαν να ήσασταν φίλος και μας γυρίσατε την πλάτη. Δικός μας άνθρωπος και τώρα κάνετε πως δεν μας ξέρετε. Διασχίσατε με επώδυνη για μας ευκολία την απόσταση που εσείς ο ίδιος είχατε ορίσει. Από δημιουργός γίνατε οπαδός. Από καλλιτέχνης, ινστρούχτορας. Και τότε ακριβώς άρχισε να φουντώνει ο αστικός μύθος πως ο Αρκάς δεν είναι ένα πρόσωπο αλλά πολλά διαφορετικά. Ίσως γιατί οι αναγνώστες του προσπαθούσαν να διασώσουν εντός τους τον δικό τους Αρκά. Όχι τον σημερινό. Όχι αυτόν που αντικατέστησε τη λεπίδα του χιούμορ με την στυφάδα της ντιρεκτίβας. Να εξηγούμαστε για να μην παρεξηγούμαστε. Η απογοήτευση ΔΕΝ εκπορεύεται από την πολιτική θέση που επέλεξε. Άλλωστε, το ίδιο ακριβώς συνέβη με τον Λάκη Λαζόπουλο. Έναν δημιουργό ο οποίος επίσης χρησιμοποίησε τη μέθοδο της χειραγώγησης μέσα από την τέχνη του. Ο Λάκης στρατεύτηκε με τη μια μεριά, ο Αρκάς με την αντίθετη: δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Κάποιοι απαξιώνουν το ταλέντο τους επειδή διαφωνούν πολιτικά μαζί τους: «Ελα μωρέ, υπερτιμημένος ο Αρκάς, σιγά τώρα, τι να μας πει ο Λάκης;». Αφελείς - ή μήπως σκόπιμες; - αυτές οι υπεραπλουστεύσεις. Οι άνθρωποι έχουν ταλέντο, εξού και μας πικραίνουν. Αν ήταν ατάλαντοι δεν θα μας απασχολούσαν καν. Αγαπητέ Αρκά κλείνοντας. Δεν γνωρίζω αν είστε ένας ή πολλοί. Γνωρίζω όμως πως είστε σίγουρα δύο. Ο παλιός και ο καινούργιος. Αυτός που αγαπήσαμε. Κι ο άλλος. Που μας γύρισε την πλάτη. Τα σέβη μου. Και το σχετικό link...
  17. Γιατί είναι πραγματικά απογοητευτική η συνεργασία του Αρκά με το «Πρώτο Θέμα» Ακόμα χειρότερη η απάντηση του που μας εγκαλεί αν δε μας άρεσε ο τρόπος που επέλεξε για να βγάζει «τα προς το ζην» Από την Κυριακή που μας έρχεται τα νέα σκίτσα του Αρκά θα δημοσιεύονται στην εφημερίδα Πρώτο Θέμα του Θέμου Αναστασιάδη. Πολλοί αντέδρασαν αρνητικά, κι αυτός απάντησε ARKAS -The Original Page on Sunday Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι χρήστες των social media που διαβάζουν, κοινοποιούν, και χρησιμοποιούν με κάθε τρόπο τα σκίτσα του Αρκά ΕΝΤΕΛΩΣ ΔΩΡΕΑΝ, του κάνουν κριτική για το έντυπο από το οποίο βγάζει τα προς το ζην! 3.7K 236 41 Εκτιμώ από παιδί μέχρι και σήμερα τη δουλειά του και τον έχω υπερασπιστεί αρκετές φορές (πιο πρόσφατα όταν είχε κατηγορηθεί για χιτλερικές διαθέσεις και κάποιοι έλεγαν πως «Ο Αρκάς επιτίθεται συλλήβδην σε ένα λαό και ζητά στείρωση. Αυτό είναι φασισμός»). Αλλά δεν θα κρύψω ότι απογοητεύτηκα και για τη νέα συνεργασία του και για την απάντηση στους επικριτές του. Καταρχάς δέχομαι πως είναι απολύτως θεμιτή η συνεργασία οποιουδήποτε με οποιοδήποτε έντυπο. Αυτό δε σημαίνει πως δεν έχω το δικαίωμα να απογοητευτώ. Κρίνω κυρίως αρνητικά τη μεταπήδησή του Αρκά εκεί, γιατί έτσι δίνει πυρομαχικά στους αντιπάλους του και μοιάζει να επιβεβαιώνει όσους θεωρούν ότι είναι πλέον πλήρως κομματικοποιημένος. Νιώθω λίγο χαζός που τόσες φορές τον υπερασπιζόμουν απορρίπτοντας τις θεωρίες ότι «τα παίρνει πχ. απ' τη ΝΔ». Και νιώθω χαζός όχι γιατί τώρα πιστεύω πως οι θεωρίες είναι αληθινές -αντιθέτως, πιστεύω πως δεν είναι και πως αν είχε κάτι να κρύψει ο Αρκάς θα το έκρυβε πετυχημένα, όπως κρύβει την ταυτότητά του εδώ και δεκαετίες, δεν θα πήγαινε να καρφωθεί μόνος του- αλλά γιατί μόνος του αποδυναμώνει τη φωνή και την αξιοπιστία του. Είναι δυνατόν να μη σκέφτηκε πως όσοι υποψιάζονταν ότι κάποιο λάκκο είχε η φάβα με τα αντικυβερνητικά του σκίτσα τώρα θα ένιωσαν τρομερά δικαιωμένοι; Δεν τον πειράζει που κάνει κακό στο brand του; Το να μπορεί πιθανότατα να συνεργαστεί με όποιον θέλει, και να επιλέγει μια εφημερίδα που θεωρείται σχεδόν σκουπίδι από κάποιους είναι σαφώς δικαίωμά του - εξάλλου μέχρι πρόσφατα συνεργαζόταν με το Έθνος του Μπόμπολα και κανείς δεν τον χλεύαζε γι' αυτό. Όμως βρήκα μάλλον ενοχλητική και την απάντηση, η οποία όχι απλά δεν μπαίνει έστω και λίγο στην ουσία των αντιδράσεων, αλλά με αφοριστικό και ειρωνικό τρόπο -με τον τρόπο που οι διαχειριστές της σελίδας στο Facebook (ή μήπως είναι ο ίδιος που τα γράφει) απαντούν εδώ και καιρό και συχνότατα φέρνουν τον αναγνώστη σε αμηχανία. Καταρχάς θεωρεί πως όλοι όσοι έκριναν αρνητικά τη μεταπήδησή του στο Πρώτο Θέμα είμαστε τζαμπατζήδες που βλέπουμε ΕΝΤΕΛΩΣ ΔΩΡΕΑΝ -το τονίζει αυτό με κεφαλαία- τη δουλειά του και έχουμε το θράσος να κρίνουμε το έντυπο απ' το οποίο βγάζει το ψωμάκι του. Κι όμως, πολλοί από εμάς έχουμε αγοράσει δεκάδες βιβλία του Αρκά, και συνεχίζουμε να αγοράζουμε. Το ότι επιλέγει να ανεβάζει ΕΝΤΕΛΩΣ ΔΩΡΕΑΝ σκίτσα του στο Facebook δε σημαίνει ότι θα είναι ΟΚ άμα κλείσει ντιλ και με το Μακελειό του Στέφανου Χίου και πως θα πρέπει να μας ειρωνευτεί αν πούμε κάτι. Και επιπλέον μου χτύπησε άσχημα το «του κάνουν κριτική για το έντυπο από το οποίο βγάζει τα προς το ζην!» γιατί πραγματικά δεν μπορώ να πιστέψω πως χρειάζεται τόσο απεγνωσμένα τα λεφτά του Θέμου ή ότι δεν θα έβγαζε τα προς το ζην από ένα λιγότερο αμφιλεγόμενο και περισσότερο στο στυλ του μέσο. Το λάθος του Αρκά για μένα είναι επικοινωνιακό (και δεν έχει καν σχέση με το αν στ' αλήθεια είναι κακό ή καλό το Θέμα). Στεναχωριόμουν τόσο καιρό που τον βρίζουν και στεναχωρήθηκα με την πλήρη απαξίωση και τις αντιδράσεις των φανς του στη σελίδα του. Αν όντως ήταν το τελευταίο καταφύγιο το Θέμα για να μην πεινάσει, απόλυτα κατανοητό, αλλιώς θα μπορούσε να είχε αποφύγει ίσως αυτόν τον άδικο διασυρμό πηγαίνοντας σε μια πιο low profile εφημερίδα. Σε μια εποχή που ο Αρκάς κατηγορείται για πληρωμένη αντιπολίτευση, χτυπάει άσχημα να πηγαίνει σε εφημερίδα που θεωρείται πως κάνει πληρωμένη αντιπολίτευση. Όπως και αν κατηγορούνταν ότι έκανε πληρωμένη διαφήμιση στον Τσίπρα και ενώ το αρνιόταν πήγαινε ξαφνικά στην Αυγή. Θεωρώ πως δεν αποδεικνύεται απολύτως τίποτα απ' τη μεταγραφή του στο Πρώτο Θέμα - θεωρώ σαχλαμάρες τα περί πληρωμένων σκίτσων, όμως δεν κλείνει καθόλου τα στόματα που τον κατηγορούσαν (αντιθέτως) κι αυτό ήταν για μένα κρίμα. Θα μου πεις, αυτοί που τον κατηγορούν είναι "χαμένες υποθέσεις" έτσι κι αλλιώς. Σε κάθε περίπτωση δικαίωμά του να κάνει ό,τι θέλει, όπως δικαίωμα και των φανς να απογοητευόμαστε (ή μη). Σε αντίθεση με άλλους που τον αποκήρυξαν τις τελευταίες μέρες πάντως, εγώ συνεχίζω να τον αγαπώ και να τον θαυμάζω. Εξάλλου πιστεύω πως τα τελευταία χρόνια είναι ίσως και καλύτερος από ποτέ. Μακάρι όμως τουλάχιστον στο παρθενικό του σκίτσο για το Πρώτο Θέμα να σχεδιάσει τον Θέμο Αναστασιάδη στη μπανιέρα... Πηγή Την είδηση μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ. Παρακαλώ, σχολιάστε με ψυχραιμία
  18. Marvel’s Mockingbird: Η ιστορία μιας ηρωίδας που έγινε top seller και την έκοψαν Λίγοι από εμάς ξέρουμε την Mockingbird ως ηρωίδα και ακόμα λιγότεροι πιθανόν έχουμε ασχοληθεί μαζί της στο παρελθόν. Οι περισσότεροι την γνωρίσαμε στη σειρά Marvel’s Agents of S.H.I.E.L.D. ως μια διπλή πράκτορα (της S.H.I.E.L.D. και της S.H.I.E.L.D.), την Bobbi, η οποία μπορούσε να βάλει κάτω αρκετούς καλά εκπαιδευμένους αντιπάλους της. Όμως η ξανθιά πράκτορας έκανε τον κύκλο της και αποχώρησε μαζί με τον Hunter από την ομάδα με μια συγκινητική σκηνή όπου σε ένα bar όλα τα μέλη της ομάδας του Philip Coulson βρίσκονται για να τους χαιρετήσουν υψώνοντας τα ποτήρια τους. Μια πράκτορας της S.H.I.E.L.D, πρώην σύζυγος του Hawkeye και γενικά μια β’ κατηγορίας ηρωίδα ήταν αυτή που ενέπνευσε την Chelsea Cain να γράψει τις νέες ιστορίες της Bobbi αυτή τη φορά μέσα απ’ τα μάτια της ίδια της ηρωίδας. Αυτό το concept μπορεί με μια πρώτη ματιά να μην φαίνεται ιδιαίτερα πρωτότυπο… Πολλοί ήρωες έχουν ξετυλίξει τις ιστορίες τους με έμφαση στη δικιά τους προσωπική ιστορία. Ο Batman, ο Spiderman, ο Superman έχουν όλοι διαφορετικούς χαρακτήρες και ιδιαιτερότητες, τις οποίες έχουμε γνωρίσει και συζητάμε αρκετά συχνά. Όμως πόσες φορές έχει εστιάσει ο φακός ενός superhero comic σε έναν ήρωα που είναι μαύρος, μουσουλμάνος, άθεος, γυναίκα, κομμουνιστής, gay, antifa; Ελάχιστες… Και το έκοψαν γιατί δεν πούλαγε. Θα φτάσουμε όμως κι εκεί… Το Mockingbird τελικά έβγαλε μόλις 8 τεύχη την περίοδο Μαρτίου – Οκτωβρίου του 2016. Η συγγραφέας Chelsea Cain ανέλαβε να κάνει ένα ολοκληρωτικό reboot στην Bobbi, το οποίο δεν θα ήταν το ίδιο χωρίς τα πανέμορφα σχέδια της Kate Niemczyk αλλά και τα εξαιρετικά εύστοχα και ελκυστικά εξώφυλλα της Joelle Jones, τα οποία τελικά έμελλε να γίνουν η αφορμή για την επίθεση που δέχτηκε τελικά το comic. Πρόκειται, όπως βλέπουμε, για μια ομάδα γυναικών η οποία μας αφηγείται τις νέες ιστορίες μιας μέχρι τώρα ξεχασμένης ηρωίδας, η οποία τελικά κατέληξε να γίνει μια από τις καλύτερες στιγμές της All new All different σειράς της Marvel. Η Bobbi δεν είναι μια κλασσική superhero, ή μάλλον δεν είναι καν ακριβώς superhero, καθώς δεν έχει σούπερ δυνάμεις. Η ίδια μας διηγείται τις προσπάθειές της να αποκτήσει σούπερ δυνάμεις, όταν ήταν μικρή, όπου εκτέθηκε σε ακτινοβολία, εξέθρεψε αράχνες για να την δαγκώνουν και διεύρυνε τις αρχαιολογικές της γνώσεις ψάχνοντας για μαγικά αντικείμενα. Όμως τελικά αφού απέτυχε σε όλες της τις προσπάθειες αφέθηκε να ακολουθήσει το δρόμο που προοριζόταν για όλα τα άλλα κορίτσια, δηλαδή να διαβάζει και να σπουδάσει. Και έγινε επιστήμονας, μέχρι που τελικά ανακάλυψε ότι το έβλεπε λάθος απ’ την αρχή. Δεν χρειαζόταν σούπερ δυνάμεις ή ειδικά χρωμοσώματα για να γίνει αυτό που ήθελε από μικρή, γιατί τελικά για να γίνεις superhero «you just need balls». Όμως η Mockingbird ξέρει ότι δεν είναι όλα ρόδινα στον κόσμο των superheroes για τις γυναίκες. Έτσι λοιπόν μας δίνει το δικό της «μανιφέστο» για τις φεμινίστριες superheroes : «No more sexism. No more racism. Female heroes are just as their male counterparts. We won the war, ladies!». Αλλά αμέσως μας επαναφέρει στην πραγματικότητα: «Ha! Just kidding. It still sucks». Αλλά το πρόβλημα της σύγχρονης κοινωνίας είναι πιο βαθύ. Το πρόβλημα δεν είναι ότι η κοινωνία δεν έχει χώρο για τις γυναίκες superheroes, αλλά ότι στις γυναίκες έχει δωθεί ένας συγκεκριμένος χώρος σε μια κατά τα άλλα ανδροκρατούμενη κοινωνία. Ο ρεπόρτερ (που ονομάζεται Dick Profit), οι αστυνομικοί, γενικά οι πολίτες κατανοούν τόσο τις γυναίκες όσο τους επιτρέπει ο σύγχρονος πολιτισμός, που χαρακτηρίζει τα κορίτσια «υστερικά», που οι έρευνες δείχνουν ότι «οι γυναίκες δεν μπορούν να χειριστούν την κατοχή δύναμης» και γενικά ο πολιτισμός που δεν μπορεί ακόμα «να μιλήσει για τα ταμπόν». Μέχρι εδώ έχει γίνει σαφές ότι δεν μιλάμε για άλλο ένα comic του συρμού. Οι δημιουργοί του Mockingbird δεν έχουν καμία διάθεση να κρυφτούν πίσω από κάποια mainstream ουδετερότητα. Παίρνουν το λόγο και τον δίνουν στη Bobbi και μόνο σε αυτήν. Η Cain το έχει κάνει σαφές ήδη απ’ το δεύτερο τεύχος, όπου γράφει ότι μέχρι τώρα έχουμε δει μόνο τη «Guy’s version». Τώρα είναι η ώρα να δούμε την ιστορία της Bobbi μέσα απ’ τα δικά της μάτια: «She will never serve someone else’s story just for the sake of it. She will never suffer an absolute lack of agency only as a means to move forward some other character’s narrative. She gets to be the one who wins». Έτσι λοιπόν το Mockingbird αποτελείται από δύο κύκλους ιστοριών. Ο πρώτος κύκλος αποτελείται απ’ τα πρώτα 5 τεύχη, τα οποία ξεκινούν και τελειώνουν στα γραφεία της S.H.I.E.L.D., όπου η Bobbi βρίσκεται για να εξετάσουν την ψυχική της κατάσταση, αλλά και για να ανακαλύψει αν έχει υπερφυσικές δυνάμεις. Ουσιαστικά το πρώτο τεύχος αποτελεί ένα αίνιγμα, το οποίο σταδιακά απαντιέται μέσα από τις περιπέτειες στις οποίες μπλέκεται η Mockingbird (και οι οποίες μπορούν να διαβαστούν με οποιαδήποτε σειρά), ώστε τελικά το τέλος να δοθεί στο 5ο τεύχος, το οποίο ανοίγει νέα ερωτήματα για τις περιπέτειες της Bobbi. Σε αυτό τον κύκλο η Bobbi θα βρεθεί σε φετιχιστικές τελετές ντυμένη ανάλογα, στο Αφγανιστάν ανάμεσα σε μια οικολογική καταστροφή, σε ένα μυστικό εργοστάσιο στο βυθό της θάλασσας, αλλά και στην ταράτσα μια πολυκατοικίας με ένα έφηβο κοριτσάκι με σούπερ δυνάμεις. Ο επόμενος κύκλος, ο οποίος θα κοπεί αναγκαστικά στο 8ο τεύχος θα βρει την Bobbi πάνω σε ένα πλοίο σε μια αποστολή να βρει πληροφορίες για τη δίκη του πρώην άνδρα της του Hawkeye. Στο πλοίο όμως θα βρει μια συγκέντρωση nerds, που επιδίδονται σε βραδιές cosplay, σε τραπέζια DnD, αλλά και σε δολοφονίες, ενώ ένας εχθρός απ’ τα παλιά θα εμφανιστεί για να μας αφηγηθεί η ίδια η Bobbi μια παλιά της ιστορία, απ’ τη δική της την πλευρά. (Όσοι δεν έχετε θέμα με τα spoilers ή εσείς που διαβάσατε ήδη τη σειρά, μπορείτε να ανατρέξετε για το background αυτής της ιστορίας εδώ: Αφού λοιπόν έχουμε αποφύγει με μεγάλη προσπάθεια να κάνουμε spoilers (γιατί 8 τεύχη είναι και πρέπει οπωσδήποτε να τα διαβάσετε) ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για το απότομο τέλος της σειράς. Όπως έγινε φανερό το Mockingbird πρόκειται για ένα comic που λείπει πολύ η οπτική του απ’ την comic βιβλιοθήκη μας. Όσες προσπάθειες κι αν έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια να αποκτήσουν τις δικές τους σειρές ήρωες όπως ο Luke Cage, η Jessica Jones, η Ms Marvel, ακόμα και η Supergirl, είναι φανερό ότι οι πρωταγωνιστές από τις πληττόμενες κοινωνικές ομάδες βγαίνουν πολύ σπάνια στο προσκήνιο. Και φυσικά είναι μεγάλο πλήγμα όταν το καταφέρνουν αυτό (και μάλιστα με τόσο επιτυχημένα αποτελέσματα, όπως το Mockingbird) είναι εγκληματικό οι εταιρείες να αποφασίζουν να τις σταματήσουν, επειδή δήθεν δεν πουλάνε. Με ένα παρόμοιο σκεπτικό η Chelsea Cain κάλεσε μέσω του twitter τους comic fans να αγοράσουν το 8ο τεύχος του Mockingbird για να στείλουν μήνυμα ότι υπάρχει χώρος στα comics για «women kicking ass». Please buy Mockingbird #8 this Wed. Send a message to @marvel that there’s room in comics for super hero stories about grown-up women. — Chelsea Cain (@ChelseaCain) 17 Οκτωβρίου 2016 Mockingbird is cancelled. But we need to make sure @Marvel makes room for more titles by women about women kicking ass. — Chelsea Cain (@ChelseaCain) 17 Οκτωβρίου 2016 Αυτή η προτροπή της Cain σε συνδυασμό με το φεμινιστικό μήνυμα που έστελνε το εξώφυλλο του τελευταίου τεύχους έδωσαν την αφορμή σε διάφορα trolls της alt-right να κάνουν διαδικτυακή σεξιστική και κρυφοφασιστική επίθεση στην Cain και στο Mockingbird. Μέσα σε όλο το παραλήρημά τους ισχυρίζονταν ότι το Mockingbird ακυρωνόταν γιατί ήταν πολιτικοποιημένο και φεμινιστικό και έπρεπε ο χώρος των comic να καθαρίσει από τέτοιου είδους «διδακτισμούς». Το αποτέλεσμα ήταν ότι αφενός η Cain έριξε το λογαριασμό twitter της, αφετέρου δημιουργήθηκε κύμα υπεράσπισή της που ξεκίνησε απ’ το hashtag #standwithchelseacain και διευρύνθηκε με καλλιτέχνες που την υποστήριξαν με τις δηλώσεις του, αλλά και με τα έργα τους. Έτσι λοιπόν τη στάμπα «Ask me about my feminist agenda» τη φόρεσαν κι άλλοι comic ηρωες, όπως οι Southern Bastards. Το κλίμα αναστράφηκε και σαν να μην έφτανε αυτό αυξήθηκαν ραγδαία και οι πωλήσεις του Mockingbird, το οποίο τότε (Οκτώβριος 2016) είχε μόλις κυκλοφορήσει και την πρώτη συλλογή με τα 5 πρώτα τεύχη, η οποία έφτασε μέχρι και στην πρώτη θέση των best seller του Amazon. Αυτές οι εξελίξεις αρχικά δημιούργησαν και κάποιες ελπίδες ότι θα αναιρεθεί η ακύρωση του Mockingbird και ότι η γυναικεία ομάδα θα ξαναπιάσει τα μολύβια και τα πινέλα της. Τελικά όμως αυτό δεν έγινε, το Mockingbird ολοκληρώθηκε στα 8 τεύχη και σαν ειρωνεία σε όλα αυτά μάλλον έρχεται η συλλογή με τα υπόλοιπα τεύχη που κυκλοφόρησε η Marvel, η οποία προφανώς μυρίστηκε ότι θα βγάλει λεφτά απ’ αυτή την ιστορία και με το 2ο τεύχος. Όμως αφού είχε πλέον μόνο τρία τεύχη απ’ το Mockingbird, ίσως για οικονομικούς λόγους, ίσως και για άλλους ανεξήγητους λόγους, αποφάσισε να προσθέσει άλλα δύο τεύχη της Mockingbird, τα οποία όμως ήταν δύο τεύχη της σειράς New Avengers, στα οποία απλά συμμετείχε η Bobbi και η οποία προφανώς προερχόταν από εντελώς διαφορετικούς δημιουργούς. Έτσι λοιπόν κατέληξε η σειρά που η Bobbi ήταν η πρωταγωνίστρια και στο τέλος «she gets to be the one who wins» να αναμειγνύεται με μια άλλη της περιπέτεια, που μας επέστρεφε στην παλιά καλή «guy’s view». Η κατάληξη της Mockingbird μπορεί να ανοίγει μεγάλες συζητήσεις, που ξεπερνούν τον χώρο τον comics και δημιουργούν ερωτήματα για το πού οδηγείται η τέχνη όταν το κριτήριό της είναι το κέρδος ή ακόμα όταν οι ιστορίες που αφηγείται πρέπει να τετραγωνίζονται για να χωρέσουν στην «guy’s view», στην κοινωνία που δεν χωράει και πολλούς μαύρους, γυναίκες, κομμουνιστές ή κάθε είδους διαφορετικές σκέψεις από την κυρίαρχη αντίληψη. Αλλά η Mockingbird μας απέδειξε ότι στην τέχνη, όπως και στην κοινωνία ανοίγονται πάντα ρωγμές. Και αν δεν τις ανοίγουν οι άλλοι καλά θα κάνουμε να τις ανοίξουμε εμείς, για να μην βρεθούμε κι εμείς ακυρωμένοι επειδή σκεφτήκαμε, είπαμε, κάναμε κάτι διαφορετικό. Πηγή
  19. Σκιτσάροντας τη σκοτεινή πλευρά της ζωής «Ιδού, το ανοσοποιητικό σύστημα της ανθρώπινης ψυχής: Oι υπερήρωες, οι εξερευνητές του Διαστήματος, οι κα- ουμπόηδες του χρόνου, όλοι τους είναι κάτι σαν τα… κύτταρα του πνεύματος. Ηταν πάντα εδώ για να μας σώσουν. Τους κάναμε να μας σώσουν», γράφει ο Μπομπ Πρελ στη νου- βέλα του «A Hundred Thousand Worlds», εξυμνώντας την «ιαματική» δράση των κόμικς στην ψυχοσύνθεσή μας. Σύντροφοι της παιδικής μας ηλικίας αλλά και της ενήλικης ζωής, τα σκίτσα, οι γελοιογραφίες και οι ήρωες με τις υπερφυσικές ιδιότητες απο κτούν… αυξημένες αρμοδιότητες, σε εποχές κρίσης και αναταραχής. Οι πνευματικοί τους γονείς, ενίοτε με κίνδυνο της ζωής τους σε χώρες με ανελεύθερα, δεσποτικά καθεστώτα, τους επιστρατευουν πλέον για να απαλύνουν τον πόνο αλλά και να εξηγήσουν κατά κάποιον τρόπο τα δεινά της σύγχρονης εποχής, από τον πόλεμο στη Συρία και το προσφυγικό μέχρι την οικονομική κρίση και τους κινδύνους που εγκυμονεί το Brexit. Η τελευταία ηρωίδα ενός κόμικ της εταιρίας Marvel, λόγου χάρη, είναι μια μητέρα πέντε παιδιών από την πόλη Μαντάγια της Συρίας και όχι ένας ακόμη υπερήρωας που πολεμά- ει το έγκλημα σε έναν κόσμο φανταστικό, μακριά από τη Γη. Η «Madaya Mom» μιλάει για την προσπάθειά της να επιβιώσουν η ίδια και η οικογένειά της, σε μια πόλη πολιορκημένη και κατεστραμμένη από τον πόλεμο. Το έργο, δημιουργία του επαγγελματία κομίστα Ντάλιμπορ Ταλατζίτς από την Κροατία, βασίζεται στα πραγματικά μηνύματα και την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με το δίκτυο ABC με μία πραγματική ηρωίδα από τη Μαντάγια. H πείνα, το υπερβολικό ψύχος, οι ακρωτηριασμοί φίλων και γειτόνων, «ο καθημερινός τρόμος» έδωσαν έμπνευση στο σκιτσογράφο, που ήθελε, όπως λέει, να ενθαρρύνει τους αναγνώστες να δώσουν προσοχή στην τραυματική πραγματικότητα που αντιμετωπίζει ο λαός της Συρίας. «Είναι κάπου εκεί έξω στις τηλεοράσεις μας, σε έναν κόσμο πολύ μακρινό στον οποίο δεν ανήκουμε», είπε στο ABC News. Την πένα των σκιτσογράφων… οδηγεί επίσης εδώ και μήνες η χειρότερη προσφυγική κρίση από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Αϊλάν Κουρντί, λόγου χάρη, ο τρίχρονος Σύρος που γεννήθηκε εν μέσω του εμφυλίου και άφησε την τελευταία του πνοή στα παράλια της Τουρκίας το φθινόπωρο του 2015, έγινε «καρφί» στη συνείδηση της Δύσης και γέμισε τις σελίδες εφημερίδων και περιοδικών. Ο μικρός -μόνος εναντίον όλων – ενεπνευσε θλιβερές γελοιογραφίες, έγινε πολύχρωμη φιγούρα, απέναντι σε μια ασπρόμαυρη, ανάλγητη Ευρώπη και έβγαλε φτερά για να πετάξει για έναν κόσμο καλύτερο… Το ίδιο και τα καραβάνια των απελπισμένων που φθάνουν στις ακτές της Ευρώπης, την ώρα που οι ισχυροί νίπτουν τας χείρας τους και εξακολουθούν να ορθώνουν τείχη και να σκληραίνουν τη ρητορική τους. Η επικαιρότητα από το Brexit μέχρι τις πρόσφατες προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ δίνει επίσης τροφή στους γελοιογράφους του κόσμου. Πριν παραλάβει λοιπόν και επίσημα το κλειδί του Λευκού Οίκου ο Ντόναλντ Τραμπ πόζαρε ως καταζητούμενος για τη «δολοφονία της δημοκρατίας», ως δικτατορίσκος που αρνείται προκαταβολικά το αποτέλεσμα της κάλπης και άλλοτε ως διαγωνιζόμενος σε καλλιστεία… φανατικών που στα δυνατά του σημεία περιλαμβάνει τις απολύσεις και την υποτίμηση των Μεξικανών. Η ελληνική κρίση Αλλά και στο γκρίζο της κρίσης που ταλανίζει την ευρωζώνη τα τελευταία χρόνια, το χιούμορ φώτισε πολλές φορές το δρόμο προς την έξοδο. Ακόμη και όταν γίνεται κατά καιρούς «μπλακ» και στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκονται η Ελλάδα και η σκληρή λιτότητα, το χαμόγελο γίνεται λυτρωτικό. Ενας από τους πρώτους που ασχολήθηκαν με την Αθήνα ήταν τα προηγούμενα χρόνια ο διάσημος Γάλλος γελοιογράφος Plantu. Στα πρωτοσέλιδα σκίτσα του στη «Le Monde» σχολίασε με το δικό του τρόπο τα δεινά των Ελλήνων, ντύνοντάς τους συνήθως τσολιάδες με φόντο την Ακρόπολη. Στην άλλη πλευρά της Μάγχης τα λόγια εί- ναι περιττά και το χιούμορ φλεγματικό. Ο Ντέιβ Μπράουν στη βρετανική «Independent» προκά- λεσε συζητήσεις, παρουσιάζοντας την Ανγκελα Μέρκελ να… καταβροχθίζει την Ελλάδα. Με την ελληνική σημαία στο λαιμό για να μη λερωθεί (!) η Γερμανίδα καγκελάριος κατασπαράζει ένα σώμα, την ώρα που η Αθήνα καίγεται. Για πολλοστή φορά, ο Βρετανός σκιτσογράφος άντλησε έμπνευση από το έργο του Ισπανού ζωγράφου Φρανθίσκο Γκόγια «Ο Κρόνος τρώει το γιο του». Αναφέρεται στον ελληνικό μύθο σύμφωνα με τον οποίο ο Τιτάνας Κρόνος έφαγε όλα τα παιδιά του μόλις γεννήθηκαν, φοβούμενος ότι θα τον εκθρονίσουν. Στο παρελθόν είχε ξεσηκώσει αντιδράσεις, παρουσιάζοντας τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, Αριέλ Σαρόν, να «τρώει» μωρά Παλαιστινίων… Η άλυτη ισραηλινο-παλαιστινιακή διένεξη, εξάλλου, έχει την τιμητική της στις γελοιογραφίες, μέσα από τα μάτια των δημιουργών της περιοχής, και όχι μόνο, που εδώ και χρόνια ζωγραφίζουν… την ειρήνη. Κάθε εποχή, άλλωστε, αλλά και κάθε περιοχή έχει τα σκίτσα που της ταιριάζουν. Η Ινδία, λόγου χάρη, που δίνει μάχη τα τελευταία χρόνια με τη σεξουαλική βία, σε μια κοινωνία πατριαρχική έχει πλέον τη δική της φεμινίστρια, σούπερ-ηρωίδα κόμικ, τη διάσημη πλέον Πρίγια. Το κόμικ «Priya’s Shakti» διηγείται την ιστορία μιας νεαρής κοπέλας που έπεσε θύμα ομαδικού βιασμού, όπως την εμπνεύστηκε ο Ινδοαμερικα- νός κινηματογραφιστής Ραμ Ντενιβένι το 2012. Ηταν η εποχή που ολόκληρη η Ινδία διαδήλωνε σοκαρισμένη από τον άγριο ομαδικό βιασμό μιας φοιτήτριας μέσα σε λεωφορείο. Στο πολύχρωμο βιβλιαράκι που ρίχνει φως στα σκοτεινά ένστικτα μιας ολόκληρης κοινωνίας, οι άνδρες στο χωριό της Πρίγια θεώρησαν ότι το σάρι της που αφήνει ακάλυπτη την κοιλιά ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικό και μαζί τους συμφώνησε και ο πατέρας της. «Ντρόπιασες την οικογένειά μας» εμφανίζεται να της λέει, απηχώντας μια παράδοση που αντιμετωπίζει με καχυποψία και εξοστρακίζει το ίδιο το θύμα. Στο δημοφιλές κόμικ, η Πρίγια κατατροπώνει τους εχθρούς της με τη βοήθεια της αγαπημένης της τίγρης, αλλά και με λίγη «θεϊκή» βοήθεια… Ο δεύτερος τόμος του κόμικ, που κυκλοφόρησε πρόσφατα είναι αφιερωμένος στις γυναίκες που δέχονται επίθεση με οξύ και χρηματοδοτήθηκε από την ίδια την Παγκόσμια Τράπεζα! ΣΤΟ ΣΤΟΧΑΣΤΡΟ ΤΩΝ ΦΑΝΑΤΙΚΩΝ Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «Jyllands-Posten» της Δανίας είναι η πρώτη που δημοσίευσε σατιρικά σκίτσα του Μωάμεθ το 2005. Στις ταραχές που ξέσπασαν τους επόμενους μήνες σε χώρες από τη Μέση Ανατολή έως την Αφρική και την Ασία, 50 και πλέον άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. ΣΤΙΣ 7 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ του 2015, το γαλλικό σατιρικό περιοδικό «Charlie Hebdo» γίνεται στόχος τρομοκρατικής επίθεσης με 12 νεκρούς. Οι τζιχαντιστές έπληξαν το «βλάσφημο» έντυπο για τα σατιρικά σκίτσα του Μωάμεθ που δημοσίευε. Οι συνάδελφοί τους σε όλο τον κόσμο «απάντησαν» μαζικά με την πένα τους. ΣΤΙΣ 25 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ του 2017, ο Ιορδανός συγγραφέας Νάχεντ Χατάρ δολοφονήθηκε μπροστά από δικαστήριο του Αμάν όπου θα δικαζόταν για ένα σκίτσο «προσβλητικό» για το Ισλάμ. Παρουσίαζε ένα γενειοφόρο άνδρα στον Παράδεισο να καπνίζει ανάμεσα σε γυναίκες και να ζητά από τον Θεό να… του φέρει κρασί και φιστίκια. Ο ΜΑΡΟΚΙΝΟΣ γελοιογράφος Χαλίντ Γκεντάρ αναδημοσίευσε λίγες ημέρες μετά σκίτσο του εκλιπόντος και δέχθηκε απειλές θανάτου. Ο διευθυντής του σατιρικού περιοδικού «Baboubi» ζήτησε άμεσα αστυνομική προστασία. Πηγή
  20. Κριτική του Μαρτινίδη για τον Προφήτη του Αρκά. Υπενθυμίζω ότι με αφορμή τις επικρίσεις για μια συγκεκριμένη γελοιογραφία, ο Αρκάς απέσυρε τα σκίτσα του από τα social media. Μπορείτε να διαβάσετε ένα εξαιρετικό άρθρο εδώ και ένα ακόμα εδώ.
  21. V for Vendetta: Η κορυφαια συναντηση comic και πολιτικής Ο Alan Moore αποτελεί, μαζί με τον Neil Gaiman και τον Frank Miller την μεγάλη Τριάδα των σπουδαιότερων δημιουργών της 9ης Τέχνης και επηρέασαν, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο, την μαζική κουλτούρα περισσότερο από όσο φανταζόμαστε. Ο Moore, σε αντίθεση με τον σκοτεινό και gritty ρεαλιστή Miiller και τον ψυχαναλυτικό ονειρισμό του Gaiman, επέλεξε μια πιο πλουραλιστική προσέγγιση, η οποία, ακόμα και όταν έγραφε υπερηρωικές ιστορίες, όπως το Killing Joke, πάντα ήταν από μια πλευρά που το κοινωνικό είχε βαρύνουσα σημασία, πολλές φορές επισκιάζοντας την πλοκή αυτή καθεαυτή. Όταν λοιπόν αυτό το κοινωνικό και πολιτικό στοιχείο ήταν ελεύθερο να αναπτυχθεί χωρίς συμβάσεις, τότε το έργο του Moore εξελισσόταν σε κάτι εντελώς μοναδικό, βαθύ και πραγματικα αριστουργηματικό. Το V for Vendetta (1988) είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το παραπάνω. Μπορεί να παρουσιάζει έναν ήρωα με δυνάμεις πάνω από το κανονικό, ωστόσο δεν είναι κατα βάση ένα υπερηρωικό comic. Μάλιστα, δεν διστάζει να αναφερθεί με μια ελαφριά υποτίμηση στο υπερηρωικό είδος, τουλάχιστον σε κάποιες πλευρές του που ο Moore βίωσε πολύ καλά δουλεύοντας για τις μεγάλες εταιρίες τους χώρου. Aντίθετα, αποτελεί ένα έργο το οποίο εξερευνά ζητήματα πολιτικής, κοινωνικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, το οποίο προκάλεσε (μέσω μιας ιδιαίτερης κινηματογραφικής αναφοράς) αντιδράσεις και στον πραγματικό κόσμο, πολλές από αυτές θετικές. Οι ιστορίες των ανθρώπων που μας παρουσιάζονται μέσα στις σελίδες, του V, της Evey Hammond, ακόμα και του Eric Finch είναι η ιστορία μιας κοινωνίας που βυθίστηκε στον πόλεμο και την καταστροφή για χάρη των εθνικισμών και των συμφερόντων και μετά, τα ίδια ακριβώς συμφέροντα και εθνικισμοί επανήλθαν στο προσκήνιο, πιο επιθετικά και πεινασμένα από ποτέ για να τραφούν από τα απομεινάρια των κοινωνιών που οι ίδιοι κατέστρεψαν. Μέσα από το αλληγορικό σχήμα των Norsefire γινόμαστε μάρτυρες της απανθρωποίησης μιας κοινωνίας. Βλέπουμε πως η πείνα και η απόγνωση εξαθλιώνει ολόκληρα κομμάτια που πληθυσμού, πως ο φασισμός, παρόλη την τεχνολογική του ανάπτυξη, δεν παύει ποτέ να είναι ένα σύστημα που καθιστά το άτομο κτήνος, ένα απάνθρωπο και απρόσωπο τέρας που νοιάζεται περισσότερο για αριθμούς παρά για ζωές. Και εδώ τίθεται το δίλημμα: Είναι χειρότερο πράγμα μια τέτοια κτηνώδης πολιτική βρισκει συνεχώς πρόθυμους συνεργούς και ζηλωτές για να το πετύχει, άτομα που δείχνουν με το δάχτυλο (fingermen) τους ανθρώπους που είναι διαφορετικοί, ή πως οι κοινωνίες πολλές φορές όχι μόνο το ανέχονται, αλλά το επιθυμούν κιόλας; Ο Μοοre σκιαγραφεί,με έναν έντονο αέρα noir και τρομερή γλαφυρότητα ένα τέτοιο σύστημα, απάνθρωπο και ανίκανο να συνεργαστεί ακόμα και με τον εαυτό του. Μεγάλο μέρος του comic αφιερώνεται, τις προδοσίες και την πάλη των κομματιών του Κεφαλιού μεταξύ τους για μια καλύτερη και πιο κεντρική θέση το πλέγμα εξουσίας. Περνά μέσα από το μικροσκόπιο ανθρώπους που στελεχώνουν τις κρατικές μηχανές και μας αποκαλύπτει πως την φρίκη που ήδη βλέπουμε να μας κυβερνά: Παιδεραστές να κρύβονται πίσω από την θρησκεία, βασανιστές να βαυκαλίζονται με το life style αποτελούν τους ηγέτες. Οι άνθρωποι που τους ακολουθούν όμως δεν είναι λιγότερο ή περισσότερο αποτρόπαιοι από τον άνθρωπο που στέκεται δίπλα μας. Καθημερινοί άνθρωποι, που ¨κάνουν απλά την δουλειά τους». Θα ήταν ταιριαστό για ένα απρόσωπο σύστημα να υποταχθεί σε έναν απρόσωπο άνθρωπο. Ο V δεν έχει πρόσωπο, ούτε όνομα ( κεντρική ιδέα που έμπνευσε τους Anonymous χρόνια αργότερα), έχει όμως μίσος απέναντι στον φασισμό. Η εκδίκηση του είναι προσωπική ταυτόχρονα όμως και πολιτική, καθώς κατευθύνεται σε πρόσωπα δημόσια, σύμβολα και ιδέες.Την ίδια στιγμή δεν αποσκοπεί μόνο στο να λύσει μια προσωπική βεντέτα, αλλά στο να πρωτοστατήσει σε ένα πολιτικό κίνημα ανατροπής, να γίνει η πρωτοπορία που θα αντιπαλέψει την βία και την καταπίεση του κράτους. Και ως πρωτοπορία δομείται και ο χαρακτήρας του. Πείραμα των φυλακών, καλλιτέχνης,αναρχικός. transexual (στις πρώτες εκδοχές της ιστορίας) θεατρίνος, (οι περισσότερες ατάκες του είναι σε σαιξπηρικό ιαμβικό πεντάμετρο), αποτελεί ουσιαστικά το αμάλγαμα πολλών και αντιθετικών μεταξύ τους επιρροών, από τον Orwell και τον Max Ernst μέχρι τον… Judge Dredd και τον Vincent Price, τις οποίες ο Moore και οι συνεργάτες συνέθεσαν σε έναν μοναδικό και ταυτόχρονα κοινό χαρακτήρα. Ο V χρησιμοποιεί βία και δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του για την ορθότητα των πράξεων του. Δρα ως πρωτοπορία, όχι όμως ως ηγέτης, Προτάσσει έναν βαθύ ατομικισμό, πολύ κοινό στην αγγλική παραδοσιακή λογοτεχνία και απόλυτα ταιριαστό με τον αναρχισμό του. Είναι ο συνοδοιπόρος και ο βοηθός, έναν ρόλο που μετά την αυτοθυσία του, αναλαμβάνει η Evey. Τεχνικά, στο V for Vendetta κυριαρχούν οι λογοτεχνικές αναφορές, η ποίηση, η μουσική, η ιστορία. Ακόμα και στα καρέ που κυριαρχούν τα υπερηρωικά κατορθώματα και δράση, ο Moore τα στολίζει με αποσπάσματα από τον Σαίξπηρ και διάφορους άλλους ποιητές, δημιουργώντας έναν ακατάπαυστο ρυθμό και συνέχεια που διαπνέει όλο το έργο. Από την άλλη, οι διάλογοι είναι άμεσοι, δυναμικοί και ζωντανοί και εμποδίζουν το comic να χαθεί σε μονοπάτια μονομανίας και αυτοαναφορικότητας. Προσδίδουν μια τρομερή πλαστικότητα και υφή στο σχέδιο των χαρακτήρων, κάνοντας τον αναγνώστη να βιώνει τις ιστορίες, τον πόνο και τον ρόλο τους μέσα στην πλοκή, η οποία με την σειρά της αποτελείται από πολλά μικρότερα subplots, που όλα μαζί οδηγούν στο μεγάλο φινάλε. Το V for Vendetta δεν θα ήταν πραγματικότητα αν δεν υπήρχε ο έτερος μεγάλος καλλιτέχνης, ο David Lloyd, που ανέλαβε το εικαστικό κομμάτι και ήταν και η αφορμή για ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας. Ο Lloyd, μαθημένος από την εμπειρία του στο κλασσικό και τρομερά υποτιμημένο Night Raven και βαθιά επηρεασμένος από τους pulp χαρακτήρες της δεκαετίας του 1930, δίνει έναν σκοτεινό αλλά συγχρόνως πολύχρωμο χαρακτήρα στο comic. Κυριαρχούν οι απλοί συνδυασμοί χρωμάτων, οι έντονες σκιές και περιγράμματα, ενώ το εκρηκτικό μοντάζ του έργου το κάνει να φαίνεται πως όλα ρέουν, όλα αλλάζουν γύρω από τους χαρακτήρες, μια αίσθηση που θυμίζει την δουλειά τoυ Moore στο Swamp Thing. Επιπλέον, ο Lloyd κατάφερε να αυξομειώνει την ένταση των καρέ του, πότε τονίζοντας τις λεπτομέρειες και πότε αφήνοντας την φαντασία του αναγνώστη να συμπληρώσει τα κενά, αποδίδοντας έτσι μια πανέμορφη ατμόσφαιρα μυστηρίου την οποία, ανά σημεία, θαρρείς πως μπορείς να κόψεις με το μαχαίρι… Το V for Vendetta, παρά την απόπειρα απολιτικοποίηση του από την ταινία, ήταν και θα παραμείνει ένα κορυφαίο αριστούργημα πολιτικού ύφους και χαρακτήρα, ένα έναυσμα για παραγωγικές συζητήσεις, τσακωμούς και συγκρούσεις, και, πάνω από όλα, μια αφορμή για τον κόσμο να σκεφθεί και, ίσως, να αποτρέψει την ρήση του ίδιου του Moore: Όσο οι άνθρωποι γίνονται πιο απελπισμένοι, η ιστορία δείχνει πως θα εξεγερθούν σε μια μεγάλη, προλεταριακή παλίρροια που θα συνθλίψει τους καταπιεστές τους. Θα στραφούν ο ένας ενάντια στον άλλον… Πηγή Παρουσίαση της ελληνικής έκδοσης
  22. Επί σχεδόν 35 χρόνια, ο Αρκάς δημιουργούσε εκπληκτικά χιουμοριστικά κόμικς απολαμβάνοντας την καθολική αποδοχή και αναγνώριση. Τον τελευταίο καιρό καταπιάστηκε με την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα κατακεραυνώνοντας, μέσω των χαρακτήρων του, την «πρώτη φορά αριστερή» κυβέρνηση. Κι αυτό δεν άρεσε σε μερικούς που δεν καταλαβαίνουν τι σημαίνει χιούμορ. Ή ζουν μέσα στην αυταπάτη. Ο Κλιντ Ίστγουντ, υποδυόμενος τον «Βρόμικο Χάρι», γνωστό και ως επιθεωρητή Κάλαχαν, στο «Στοίχημα θανάτου» (1988) είπε μια ατάκα που άφησε εποχή: «Οι απόψεις είναι σαν τις κωλοτρυπίδες. Όλοι έχουν από μία». Στην ταινία της Τζόντι Φόστερ, «Πίσω στο σπίτι για τις διακοπές», ο Τσαρλς Ντέρνινγκ επέκτεινε το απόφθεγμα: «Οι απόψεις είναι σαν τις κωλοτρυπίδες. Όλοι έχουν από μία και όλοι πιστεύουν ότι όλες οι υπόλοιπες βρωμάνε». Τις τελευταίες μέρες, με αφορμή τα πρόσφατα σκίτσα του Αρκά, ασπάστηκαν το περιεχόμενο της φράσης αμέτρητοι σχολιαστές του πληκτρολογίου, του έντυπου και του ηλεκτρονικού Τύπου, του καφενείου και του σαλονιού (και καλά έκαναν) και ένιωσαν το καθήκον να δημοσιοποιήσουν την άποψή τους. Ορισμένοι, μάλιστα, μπερδεύοντας το νόημα, δημοσιοποίησαν ταυτόχρονα και το περιεχόμενο αυτού που η φράση παρομοιάζει με την άποψή τους. Ούτε αυτό είναι κακό. Μόνιμη επωδός τους ότι ο Αρκάς δεν έπαιρνε άμεση πολιτική θέση επί δεκαετίες και ξαφνικά έγινε πολιτικός σχολιαστής και καθημερινός σχεδόν «γελοιογράφος» επί Τσίπρα. Και, άκουσον άκουσον, στη διαδικτυακή αρένα του facebook. Ούτε καν στα ευαγή ιδρύματα του ελληνικού Τύπου. Τον κατηγορούν ότι έχει μετατραπεί σε φιλελέ και τα σκίτσα του γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον Μητσοτάκη. Κατ' αρχάς δεν ήταν επιλογή του Αρκά κάτι τέτοιο. Και στο κάτω κάτω, αν κάποιος θέλει να τον κατηγορήσει για τις πολιτικές του θέσεις, ας τον κατηγορήσει γι’ αυτές. Δεν μπορεί να χρεωθεί ο Αρκάς αυτούς που λυμαίνονται τη δουλειά του ή τη χρησιμοποιούν για ίδια οφέλη. Βέβαια, για να σε χρησιμοποιεί ο Μητσοτάκης, κάπου βρίσκει και πατάει. Δεκτό. Ας κάνουμε μια υπόθεση εργασίας: έστω ότι ο Αρκάς δεν είχε ασχοληθεί καθόλου με την πολιτική σκηνή της χώρας. Αυτό θα ήταν πιο τίμιο και συνεπές από μέρους του; Επειδή δεν το έπραττε παλαιότερα είναι ένοχος; Έλεος… Ο Αρκάς αποφάσισε, για δικούς του λόγους, να εμπλακεί στην πολιτική επικαιρότητα και την πεζή καθημερινότητα της ειδησεογραφίας. Ξεκίνησε να δημιουργεί γελοιογραφίες και κόμικς που παραπέμπουν σε αυτήν (ονόματα και διευθύνσεις, φυσικά, δεν αναφέρει ποτέ αλλά όλοι καταλαβαινόμαστε). Κάποιοι ενοχλούνται γιατί αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους στα πρόσωπα που ο Αρκάς σατιρίζει. Έχουν δικαίωμα να στηλιτεύουν το γεγονός ότι μέχρι πρότινος ο Αρκάς δεν ακολουθούσε μια τέτοια πρακτική και τακτική; Βεβαίως. Έχουν δίκιο; Βεβαίως, με βάση το δικό τους κοσμοείδωλο. Δεν υπάρχει δικαιόμετρο για να τους κρίνουμε. Άλλαξε ο Αρκάς; Φυσικά! Και επιτρέπεται να τον κρίνουμε; Εδώ κι αν είναι καταφατική η απάντηση! Όμως ως τι; Ως χιουμορίστα; Ως γελοιογράφο; Ως πολιτικό αναλυτή; Ως profile των μέσων κοινωνικής δικτύωσης; Πρώτα ας αποφασίσουμε αυτό. Ο καθένας για τον εαυτό του. Και μετά ας εξαπολύσει ο καθένας τα βέλη του. Εγώ θα προτιμήσω να τον κρίνω πρωτίστως ως καλλιτέχνη. Εκεί παίρνει άριστα με τα δικά μου προσωπικά κριτήρια (εμφατικός πλεονασμός). Και αμέσως μετά θα κρίνω τις πολιτικές απόψεις που εκπορεύονται από τα έργα του. Εκεί συναντώ μια δυσκολία να είμαι ενθουσιώδης καθώς θα τον προτιμούσα περισσότερο αιχμηρό ως προς την κεντρική πολιτική σκηνή και λιγότερο καυστικό ως προς τη σιωπηλή πλειοψηφία των πολιτών που έχει βάλει στο στόχαστρό του (όχι ο Αρκάς, αλλά τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στα σκίτσα του και κυρίως ο πνευματώδης και κυνικός Προφήτης του). Με ενόχλησε η βαριά ευθύνη που ρίχνει ο Προφήτης στον λαό στο σκίτσο για τον καθρέφτη (βλ. προηγούμενη σελίδα), αν και δεν με ενόχλησε αυτό με την «πρόταση» για στείρωση, που άνοιξε άλλωστε και τον ασκό του Αιόλου ωθώντας κάποιους ανεγκέφαλους να τον κατηγορήσουν για ναζισμό και πρόταση ευγονικής. Η δουλειά του χιουμορίστα, αν επιθυμεί να την κάνει καλά, δεν είναι να χρονογραφεί ούτε να κάνει ρεπορτάζ. Είναι να διογκώνει, να υπερβάλλει, να ισοπεδώνει, να γενικεύει με στόχο την κριτική της εξουσίας (όχι μόνο της πολιτικής) και την πρόκληση της αυτοκριτικής στους αναγνώστες. Ως προς αυτά νομίζω πως παραμένει εύστοχος και ευφυής. Από την άλλη, με ενοχλεί αφάνταστα η βιάση και η πρεμούρα πολλών εξ αυτών που θίχτηκαν από τη «στροφή» του Αρκά να του προσάψουν δεξιά ταυτότητα, αντιαριστερό μένος κ.λπ. Δηλαδή, όσο δεν ασχολιόταν με τον Παπανδρέου και τον Σαμαρά και τον Βενιζέλο ήταν καλός και μόλις έπιασε τον Τσίπρα έγινε κακός; Τι υποκρισία… Τέλος, νιώθω αγανάκτηση γι' αυτούς που επιτίθενται στους προηγούμενους κραδαίνοντας τη σημαία της λογοκρισίας τάχα υπερασπιζόμενοι την ελευθερία του λόγου και της τέχνης που, ωστόσο, κανείς δεν επιχείρησε να φιμώσει ούτε να καταστείλει. Στο πλαίσιο αυτής της ελευθερίας εντάσσεται και η κριτική προς τον Αρκά, όσο άδικη κι αν είναι. Ο Αρκάς δεν είναι τοτέμ (και είμαι βέβαιος πως δεν το επιθυμεί κιόλας), ούτε θα παραμένει στο απυρόβλητο λόγω του ένδοξου παρελθόντος του. Αποφάσισε να μπλεχτεί με τα σκατά (και καλώς έπραξε αφού αυτά τον ενοχλούσαν στην παρούσα φάση – θα μπορούσε να έχει ασχοληθεί με παρόμοια σκατά πριν δεκαετίες, αλλά δεν δικαιούται κανείς να τον κατηγορήσει επειδή δεν το έπραξε) και οφείλει να είναι έτοιμος να αμυνθεί απέναντί τους αλλά και να επιτεθεί αν χρειαστεί. Εδώ ξαναμπαίνουν στη συνάρτηση οι απόψεις και οι κωλοτρυπίδες της εισαγωγής. Αφού όλοι έχουμε, οφείλουμε και να τις χρησιμοποιούμε. Ας μην έχουμε την αυταπάτη, όμως, ότι βρωμάνε μόνο οι άλλες. Ας δεχτούμε το δικαίωμα (των χαρακτήρων) του Αρκά να εκφράζουν άποψη επί παντός και ταυτόχρονα το δικαίωμα όσων ενοχλούνται να εκφράζουν τη δική τους. Και, επιπλέον, η βρόμα είναι σχετική έννοια. Πριν ανακαλυφθεί το χαρτί υγείας και το σαπούνι, οι κωλοτρυπίδες βρωμούσαν το ίδιο αλλά δεν πολυενοχλούσαν γιατί όλοι τις είχαν συνηθίσει. Πριν γίνει κυβέρνηση η αυτοαποκαλούμενη Αριστερά, τα ψέματα, τα μνημόνια και η κυβερνητική δυσωδία ήταν προνόμια μόνο των δεξιών. Και πριν ο Αρκάς πιάσει στο πληκτρολόγιό του τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένας κορυφαίος χιουμορίστας και δημιουργός κόμικς. Ε, όσο βρωμούν οι κωλοτρυπίδες διαχρονικά και όσο διαφθορά και υποκρισία κρύβεται σε κάθε εξουσία άλλο τόσο σπουδαίος ήταν και είναι ο Αρκάς. Κι ας διαφωνώ με πολλά από όσα λέει. ΥΓ. 1: Οι προσβλητικοί και είρωνες διαχειριστές της επίσημης σελίδας του Αρκά στο facebook πρέπει να ξανασκεφτούν τον τρόπο που απευθύνονται στους επισκέπτες της. Και ο Αρκάς να ξανασκεφτεί τη διαχείριση του ονόματός του, αν την έχουν αναλάβει τρίτοι. Γιατί δεν το κάνουν καλά. ΥΓ. 2: Οι θιγμένοι Συριζαίοι που καταμαρτυρούν στον Αρκά εμπάθεια κι επιλεκτική κριτική, ας ξανασκεφτούν κι αυτοί τι κατάφερε η κυβέρνησή τους. Να στρέψει εναντίον της ακόμα και τον Αρκά, τον τελευταίο που θα περίμενε κανείς ότι θα ασχοληθεί με την τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα. Και το σχετικό link...
  23. Πόλεμος για το σκίτσο του Αρκά Τον κατηγορούν για χιτλερικές διαθέσεις - Τι απαντά μέσω της σελίδας του Ο κυνισμός του μισάνθρωπου Προφήτη κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει Ο Προφήτης του Αρκά είναι ένας σούπερ καυστικός ήρωας. Μισάνθρωπος και απορριπτικός. Αν πας να τον ρωτήσεις κάτι σίγουρα θα φας κράξιμο. Ο κυνισμός του είναι παροιμιώδης. Είναι απαισιόδοξος, κατηγορεί τους ανθρώπους για τα πάντα, προφητεύει κακά μαντάτα, δε μασάει τα λόγια του. Kάποιος που έχει έρθει σε επαφή με το ύφος, τον κυνισμό και την αθυροστομία του συγκεκριμένου χάρτινου ήρωα προφανώς και δεν θα σοκαριστεί με το πολυσυζητημένο σκίτσο που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις τις τελευταίες μέρες. «Ο Αρκάς επιτίθεται συλλήβδην σε ένα λαό και ζητά στείρωση. Αυτό είναι φασισμός» Οι αντιδράσεις, που συνεχίζονται, παίρνουν ως δεδομένο ότι δεν πρόκειται για έναν απ' τους εκατοντάδες χάρτινους ήρωες του Αρκά που έχει συγκεκριμένη κοσμοθεωρία, χιούμορ και λογική, αλλά για τον ίδιο τον Αρκά που βγήκε και είπε κυριολεκτικά και σοβαρά ότι πρέπει να αφανιστούμε όλοι (!). Πολλοί λυπήθηκαν για την «κατάντια» του γελοιογράφου: Τσοπανοχίπστερ @giopso Σε μία γωνιά κάποιου κελιού, ο Ισοβιτης του Αρκα παρακαλάει να τον εκτελέσουν για να γλιτώσει την ξεφτιλα του δημιουργού του... 2:13 PM - 21 Aug 2016 195 195 Retweets 199 199 likes Εddie @N0nServ1am Ο ανθρωπιστής Αρκάς (aka γλείφτης Κουλη) βρήκε τη φταίει για τα χάλια της χώρας. Ο λαός που πρεπει να κανει στείρωση 11:13 AM - 21 Aug 2016 54 54 Retweets 60 60 likes Πολλές συγκρίσεις έγιναν με τον Λαζόπουλο («εσείς που γκρινιάζατε όταν ο Λαζόπουλος είπε για τους ανάπηρους τώρα δε λέτε τίποτα»), μόνο που ο Λαζόπουλος χωρίς καν προσπάθεια να κάνει χιούμορ, σε τηλεοπτικό του κήρυγμα είχε πει, εννοώντας το κυριολεκτικά σαν να ήταν ψυχίατρος ότι όταν μένεις καθηλωμένος σε αναπηρική καρέκλα το μυαλό σου αποκτά έμμονες ιδέες (καταστροφής στην περίπτωση του στόχου του). Το χιούμορ των ηρώων του Αρκά είναι γεμάτο έξυπνα (ενίοτε και εξυπνακίστικα) παιχνίδια με τις λέξεις και τις έννοιες, και δεν βλέπω κάτι διαφορετικό σ' αυτό το σκίτσο. Ο ίδιος -μέσω της σελίδας του στο Facebook- ένιωσε την ανάγκη να διευκρινίσει τι σήμαινε το αστείο, γράφοντας: «Αν δεν θέλετε να σας καταριούνται οι επόμενες γενιές κάντε στείρωση», δηλαδή η μόνη πιθανότητα να μην σας καταριούνται οι επόμενες γενιές είναι να μην υπάρξουν επόμενες γενιές. Δεν υπάρχει πιο άχαρο πράγμα από το να εξηγείς ένα αστείο (και ειδικά ένα αστείο του Αρκά που έχει τόσες συνδηλώσεις ώστε οποιαδήποτε εξήγηση το καταστρέφει). Όμως αυτό το σκίτσο δέχτηκε πολλές αναφορές και αρνητικά σχόλια, ακόμα και κατηγορίες από τον έρποντα κρετινισμό του Διαδικτύου για ευγονική(!!!) και ναζισμό(!!!), γι' αυτό θεωρήσαμε σωστό να κάνουμε αυτό το σχόλιο. 3.9K 154 377 Προσβλήθηκαν επίσης κάποιοι που κατηγορούν τον Αρκά πως κάνει κριτική στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, και δεν μπορώ να μη βρω ομοιότητες με το κράξιμο που έφαγε ο Πύρρος Δήμας πρόσφατα απ' την Αυγή, δήθεν επειδή αγωνιζόταν μόνο κάθε τέσσερα χρόνια, ενώ στην πραγματικότητα ο λόγος ήταν πως είχε υποστηρίξει άλλο κόμμα. Πολλοί περιμένουν στη γωνία τα δημόσια πρόσωπαγια να τα κατηγορήσουν για το έργο τους, ενώ στην πραγματικότητα τα κατηγορούν για τις πολιτικές τους απόψεις. Κι όπως έγραψα πρόσφατα με αφορμή την Άλκη Ζέη, αυτό δεν το κάνουν φυσικά μόνο οι φιλοκυβερνητικοί, αλλά και οι αντικυβερνητικοί (που κράζουν πχ. την Χαρούλα Αλεξίου ή την Τσανακλίδου επειδή στήριξαν το ΣΥΡΙΖΑ). Αν ο Αρκάς ή ο κάθε Αρκάς υποστηρίξει ποτέ ότι πραγματικά πρέπει να στειρωθούμε όλοι (και ο ίδιος και τα παιδιά του) θα αξίζει όλο το κράξιμο του κόσμου - και θα είναι επικίνδυνος. Τυχαίνει να μη συνέβη αυτό. Ο χιουμοριστικός, μισάνθρωπος Προφήτης του δεν ενοχλεί επειδή θέλει να μας στειρώσει, αλλά επειδή απλά δε μας χαρίζεται. Πηγή Μια ακόμα άποψη για το θέμα. Και άλλη μία. (Δεν τα ποστάρω ως ξεχωριστά άρθρα, επειδή είναι πολύ σύντομα και τα θεωρώ περισσότερο ως σχόλια) ΥΓ "Ο Προφήτης" αναμένεται να κυκλοφορήσει ως άλμπουμ (υποθέτω της Μικρής Σειράς) προσεχώς.
  24. Ο "νέος" Αρκάς ενοχλεί μιας και "ζει" σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον. Πόσο δίκαιη είναι τελικά η κριτική που δέχεται; Ο καθένας μπορεί να σε κρίνει όπως και θα κριθεί. Πώς όμως μπορεί κανείς να σε κρίνει αν δεν σε ξέρει προσωπικά; Θα βασιστεί στο έργο που παράγεις, πόσω μάλλον αν είσαι δημόσιο πρόσωπο ή άτομο που εν γένει εκθέτει δημιουργίες του προσπαθώντας να βιοποριστεί από αυτές. Αν επίσης οι δημιουργίες αυτές είναι επιφορτισμένες με σημειολογικά μηνύματα και νοήματα κοινωνικοπολιτικής φύσης, τότε η κριτική είναι δεδομένη και σίγουρα, απαραίτητη. Το ίδιο ισχύει ακόμη και για αυτό εδώ το κείμενο. Κάθε γραπτό, κάθε σκίτσο, περνάει από το φίλτρο του αναγνώστη, του αποδέκτη και σχολιάζεται. Με σχόλια κακόβουλα, καλοπροαίρετα, επιδεικτικά ή χιουμοριστικά. Είναι το νομοτελειακό επακόλουθο αυτό, του να παίρνει κανείς θέση για τα τεκταινόμενα της εποχής, και ουδείς μπορεί να γλιτώσει από τον άγραφο κανόνα. Ακόμη κι αν είναι ο Αρκάς. Ένας άνθρωπος γνωστός για την πένα του αλλά παντελώς άγνωστος ως προς τη φυσιογνωμία του. Κανείς δεν τον ξέρει, ή μάλλον ελάχιστοι, αλλά όλοι τον αναγνωρίζουν από τις μορφές που πρωταγωνιστούν στα καρέ του, εδώ και δεκαετίες. Προσωπικά, τον Αρκά τον έμαθα στα εφηβικά μου χρόνια, μέσα από σκόρπια άλμπουμ που έβρισκα σε ράφια γονιών και θείων, ξαδέρφων και φίλων. Τον έμαθα μέσα από το επαναστατικό σπουργίτι και τον παραδοσιακό πατέρα του, μέσα από τον συμβιβασμένο Καστράτο και την ατίθαση Λουκρητία, μέσα από το freak show του που αγκάλιαζε τη διαφορετικότητα, μέσα από τον Παντελή και το λιοντάρι του και φυσικά μέσα από τις σελίδες του Ισοβίτη. Οι δουλειές του Αρκά που γνώρισα ήταν πάντα ανατρεπτικές, πήγαιναν πάντα κόντρα σε δομές και συστήματα και έδιναν "φωνή" σε κάθε έναν που ήθελε να κλείσει το μάτι στην αμφισβήτηση της καθεστηκυίας τάξης. Η κριτική που δέχεται το τελευταίο διάστημα ο Αρκάς, δεν με εκπλήσσει. Και εξηγούμαι. Δεν με εκπλήσσει για τους τρεις παρακάτω λόγους: Α. Για πρώτη φορά ο Αρκάς αποφάσισε ξεκάθαρα και απροκάλυπτα, χωρίς αλληγορίες και παραβολές να πάρει πολιτική θέση. Χωρίς να κατονομάζει πρόσωπα, αλλά φωτογραφίζοντας καταστάσεις. Στο παρελθόν έκανε το ίδιο, όμως με άλλο τρόπο, πιο έμμεσο. Η απόφαση είναι προσωπική του και θα έπρεπε να έχει γίνει σεβαστή. Παρόλα αυτά, ο ίδιος έχει επιλέξει να θέσει στην εξίσωση μια νέα συνθήκη που μας οδηγεί στη δεύτερη διαπίστωση που λίγο πολύ, δικαιολογεί τα δεκάδες σχόλια συμπαράστασης ή αμφισβήτησης. Β. Ο Αρκάς για πρώτη φορά στα χρονικά επιλέγει να αναρτήσει τη δουλειά του δωρεάν στο διαδίκτυο. Τα σκίτσα του κυκλοφορούν ελεύθερα, όποιος θέλει τα αναδημοσιεύει, όποιος θέλει τα παίρνει και τα καπηλεύεται. Αυτό από τη μια σημαίνει πως θα δεχθούν την επίθεση της ανώνυμης μάζας που στα social media είναι πάντοτε σκληρή, και αφετέρου, ο σκιτσογράφος και η δημιουργική του ομάδα θα έπρεπε να γνωρίζουν πως το να χαθεί ο έλεγχος στα αχαρτογράφητα νερά του διαδικτύου, είναι κάτι πολύ μα πάρα πολύ εύκολο. Μέχρι πρότινος τον Αρκά τον "αγόραζε" όποιος ενδιαφερόταν να έρθει σε επαφή με τη δουλειά του, μέσα από τα βιβλία του, τις συλλογές και τις εφημερίδες στις οποίες φιλοξενούνταν οι ήρωες του. Σήμερα, οι ήρωες αυτοί βρίσκονται παντού. Και ο Αρκάς κατηγορείται για "αντισυριζαϊσμό", για "αντι-αριστερή" ρητορική και για λαϊκισμό. Γ. Όπως είπαμε παραπάνω, πράγματι, ο Αρκάς προσπαθεί να πάρει θέση ανοιχτά και σε ανοιχτό πεδίο δια μέσω των διαχειριστών της σελίδας του στο Facebook, που όπως φαίνεται ακολουθούν τις "οδηγίες" του, καθώς το page είναι επίσημο. Οι συνέπειες ήταν κάτι που διαφαινόταν άπαξ και πήρε την απόφαση αυτή, αποκλείεται να μην ήταν έτοιμος για αυτές ή έστω υποψιασμένος. Άρα είναι 1000% υπεύθυνη απόφαση ενός μπαρουτοκαπνισμένου ανθρώπου. Η χρονική συγκυρία που το κάνει αφορά πράγματι την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και γίνεται με τρόπο διαφορετικό, χωρίς σενάριο και χωρίς πολλούς πρωταγωνιστές παρά μονάχα με έναν talking head που είναι είτε ένας Προφήτης, είτε ένας παρουσιαστής (Θηρία Ενήμερα), είτε κάποιος ανώνυμος πολίτης που καυτηριάζουν τα κακώς κείμενα της μεσοαστικής μας κοινωνίας και του πολιτικού πεδίου. Είναι η πρώτη φορά, λένε κάποιοι, που ο Αρκάς κάνει τόσο ξεκάθαρη και "δεξιόστροφη" πολιτική κριτική. Διαφωνώ. Το Θηρία Ενήμερα πρωτοεμφανίστηκε το 2014 στο Facebook, άρα μπορούμε να μιλάμε για μια δράση που έχει να κάνει με τουλάχιστον δύο χρόνια τώρα σε καθημερινή σχεδόν περιοδικότητα. Από την άλλη, στο προσωπικό μου αρχείο εντόπισα τα παρακάτω. Καρέ που έχουν όλα δημοσιευθεί τον καιρό των διακυβερνήσεων ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Περισσότερο θα μπορούσα να τα χαρακτηρίσω "αναρχικά", αντισυμβατικά και ανατρεπτικά. Και επίσης, ακόμη και τα νεώτερα σχέδια του αποδοκιμάζουν το κοινοβούλιο στο σύνολο του, ξεκινώντας από το "κεφάλι" που ασκεί αυτή την περίοδο τη διακυβέρνηση της χώρας. Παλαιότερα σκίτσα του που θίγουν την πολιτική, τη θρησκεία και τα στερεότυπα: Από εκεί και πέρα, το γιατί ο Αρκάς αποφάσισε να "πολιτικοποιηθεί" στο Facebook περαιτέρω τους τελευταίους μήνες προσπαθώντας να ακολουθήσει πιο έντονα την πορεία που είχε τηρήσει ο τεράστιος Quino σε όλη την καριέρα του, ουδείς το ξέρει. Στον Προφήτη ο Αρκάς ρίχνει τα βέλη του στον ΣΥΡΙΖΑ για τις υποσχέσεις του και στον λαό για την ευπιστία του. Στην πραγματικότητα κατακεραυνώνει τον όχλο "που του φταίνε πάντα οι άλλοι" αλλά ο ίδιος, είναι μονίμως αθώος και άμοιρος πολιτικών ευθυνών. Θα ήθελε να κυβερνά ή ΝΔ ή θα ήθελε έναν Τσίπρα που θα έφευγε από την Ε.Ε.; Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με ασφάλεια και κατ΄εμέ, αυτός ήταν και ο στόχος του Αρκά. Να κάνει χιούμορ και να φέρει τον αναγνώστη προ των προσωπικών του ευθυνών, θέτοντας ερωτήματα. Εν κατακλείδι, η απόφαση του δημιουργού για "πολιτική κλιμάκωση" στο διαδίκτυο είναι κτήμα του, και δικαίωμα του. Όπως και έχουν δικαίωμα όσοι το επιθυμούν, να τον κρίνουν. Ας μην κρίνουμε όμως άκριτα και χωρίς να έχουμε δει το ιστορικό του καθενός. Το να κατηγορεί για παράδειγμα κανείς τον Αρκά για ρατσισμό, είναι το λιγότερο, ανεδαφικό, ή μάλλον θυμίζει την κριτική που είχε δεχθεί ο Μπένι Χιλ από εκείνους που τον στοχοποιούσαν για σεξισμό (ναι, ο ίδιος διαμαρτυρόταν για την παρερμηνεία της σάτιρας του). Και τέλος, ας μην περιμένουμε από τον κάθε Αρκά και τον κάθε σκιτσογράφο να προτείνει λύσεις για τα αδιέξοδα της χώρας. Δεν είναι αυτή η θέση του, ούτε ο ρόλος του άλλωστε. Πηγή Παρόμοια άρθρα: 22/08 , 24/08
  25. Πώς γίνεται να κατηγορείς τον Αρκά; Και μάλιστα για φασισμό; Είναι δυνατόν να μην έχεις καταλάβει το ύφος του; Είναι ένας απ' τους πιο γνωστούς και πολυπαιγμένους γελοιογράφους της χώρας. Και πώς μπορείς να τον ταυτίζεις με κόμματα; «Κάντε αυτό που πρέπει αν δεν θέλετε να σας καταριούνται οι επόμενες γενιές!» λέει ο Προφήτης. «Δηλαδή, τι να κάνουμε;» αναρωτιέται το πλήθος. «Στείρωση!» τους απαντά. Το τελευταίο σκίτσο του Αρκά προκάλεσε ένα μικρό πανικό στα social media, με σχόλια που τον κατηγορούν ακόμα και για ευγονική και φασισμό. Μέχρι και ο ίδιος αναγκάστηκε ν’ απολογηθεί στη σελίδα του στο facebook, επεξηγώντας στην ουσία το αστείο: «Αν δεν θέλετε να σας καταριούνται οι επόμενες γενιές κάντε στείρωση, δηλαδή η μόνη πιθανότητα να μην σας καταριούνται οι επόμενες γενιές είναι να μην υπάρξουν επόμενες γενιές». Δηλαδή, η κάθε γενιά Ελλήνων τα πάει απ’ το κακό στο χειρότερο (συμπληρώνω εγώ). Τί το σοκαριστικό σ’ αυτή τη διαπίστωση; Είναι πραγματικά περίεργο αυτό που συμβαίνει με τον Αρκά. Καταρχάς, είναι απορίας άξιο το ότι κάποιοι εντόπισαν ευγονική και φασισμό (!) σ’ ένα εμφανώς χιουμοριστικό σκίτσο. Μιλάμε ότι οι άνθρωποι έκαναν την τρίχα τριχιά, όχι αστεία. Πραγματικά απορώ, πώς γίνεται να κατηγορείς τον Αρκά για φασισμό; Είναι δυνατόν να μην έχεις καταλάβει το ύφος του; Είναι ένας απ’ τους πιο γνωστούς και πολυπαιγμένους γελοιογράφους της χώρας. Ανακυκλώνεται τόσο πολύ (εγώ τον λέω η Μποφίλιου της γελοιογραφίας), που πρέπει να είσαι εντελώς άσχετος για να μην έχεις καταλάβει τί ρόλο βαράει. Κοινωνική σάτιρα κάνει, με μια λάιτ δόση πολιτικής. Με την ίδια λογική, απορώ και πώς κάποιοι σπεύδουν να τον ταυτίσουν με κόμματα και ιδεολογίες και θεωρούν ότι επιτίθεται στην κυβέρνηση. Πώς διάολο κάνουν αυτό τον συνειρμό; Επειδή ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδειξε κάποτε ένα σκίτσο του στη Βουλή; Μου φαίνεται πολύ ανόητο να ταυτίσεις έναν γελοιογράφο μ’ ένα κόμμα επειδή ο αρχηγός αυτού του κόμματος χρησιμοποίησε ένα σκίτσο. Το πιο βασικό όμως είναι ότι ακόμα κι αν κάποιες φορές ο Αρκάς σχολιάζει πολιτικές συμπεριφορές και καταστάσεις, το κάνει γενικά. Δεν μιλάει ποτέ με ονόματα, δεν στοχεύει σε πρόσωπα, δεν θα πει ποτέ: ο Κατρούγκαλος έτσι, ο Πολάκης αλλιώς. Ο Αρκάς χτυπάει την πολιτική μας συμπεριφορά και την κοινωνία μας γενικά. Αποτυπώνει τη βλακεία μας. Μιλάει για τα κακά και τα στραβά μας, και τα σχολιάζει εύστοχα μεν, γενικά δε. Γι’ αυτό μου φαίνεται άτοπο να τον κατηγορείς για αντι-συριζαισμό, όπως τον έχουν κατηγορήσει κάποιοι επειδή, ας πούμε, έβγαλε ένα σκίτσο που σατιρίζει μια πολιτική επιλογή ή συμπεριφορά. Παρόμοια σκίτσα έχει βγάλει και τη δεκαετία του 1990 και το 2000. Έτσι κι αλλιώς, σαν γελοιογράφος ο Αρκάς κινείται πάντα στο ίδιο ύφος: κοινότοπες αλήθειες διατυπωμένες με χιούμορ. Πιστεύω λοιπόν ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συμβαίνει αυτό που λέει ο σοφός λαός: όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται. Ο σοφός λαός τώρα μυγιάστηκε με τον Αρκά. Θα του περάσει. ΥΓ. «Μιλάς συνεχώς για συμφορές και βάσανα. Μόνο αυτά βλέπεις στο μέλλον;» ρωτάνε τον Προφήτη. «Όχι, αλλά δεν θέλω να σας τρομάξω» τους απαντά. Αμα έχεις τη μύγα, θα πεις ότι ο Αρκάς το έγραψε για τη διακυβέρνηση Τσίπρα. Θα μπορούσε όμως να το είχε γράψει και για την κυβέρνηση Σαμαρά. Για την κυβέρνηση Παπανδρέου. Και για την κυβέρνηση της Μικρασιατικής καταστροφής. Πηγή Το θέμα ξεκινάει από εδώ.
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.