Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'πηνελόπη δέλτα'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.

Calendars

  • Εκδηλώσεις

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 6 results

  1. Μετά τον "Ερωτόκριτο", ο Γιάννης Ράγκος και ο Παναγιώτης Πανταζής συνεργάζονται ξανά και ξανασυστήνουν στο αναγνωστικό κοινό ένα τα πιο δημοφιλή και "παιδικά" βιβλία των τελευταίων 80 ετών. «Τα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα εδώ και τρεις μήνες συστήνονται με έναν διαφορετικό τρόπο στο αναγνωστικό κοινό: Μέσα από το graphic novel που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Polaris», το σκοτεινό μυθιστόρημα παίρνει τη μορφή κόμικ και ζωντανεύει εκ νέου τις συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων μέσα από φιλοτεχνημένα καρέ. Δράστες της πρωτοβουλίας είναι ο Παναγιώτης Πανταζής και ο Γιάννης Ράγκος, δύο από τους πιο αξιόλογους Έλληνες δημιουργούς. Ο Γ. Ράγκος έχει συνεργαστεί με τον Γ. Γούση και τον Δ. Παπαμάρκο για τον «Ερωτόκριτο» ενώ ο Π. Πανταζής είναι μόνιμος συνεργάτης των περιοδικών «9» και «Μπλε κομήτης» κι έχει δημοσιεύσει πάνω από δεκαπέντε βιβλία με κόμικς. Μένοντας πολύ κοντά στο κείμενο της Δέλτα, το δημιουργικό δίδυμο κατάφερε να μεταφέρει καρέ-καρέ τις συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν στα εδάφη που βρίσκονταν υπό την κατοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι δύο πλευρές βρέθηκαν στα όπλα, διεκδικώντας η καθεμιά το δικό της κομμάτι. Ο Παναγιώτης Πανταζής (αριστερά) και ο Γιάννης Ράγκος (δεξιά) Όπως εξηγούν στο News 24/7 οι δύο δημιουργοί, η μεταφορά ήταν πολύ δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία καθώς κλήθηκαν να "στριμώξουν" ένα έργο 600 σελίδων στις 114 σελίδες του graphic novel. Γιατί επιλέξατε να κάνετε τη μεταφορά των «Μυστικών του Βάλτου» σε κόμικ; Γιάννης Ράγκος (Γ.Ρ.): «Πρόκειται, αναμφισβήτητα, για ένα από τα πιο εμβληματικά νεοελληνικά μυθιστορήματα. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι από την πρώτη του κυκλοφορία του, το 1937, έως τουλάχιστον το 2005 είχε ανατυπωθεί από τον εκδοτικό οίκο "Εστία", που το εξέδωσε, περισσότερες από 320 φορές. Βεβαίως, σε ένα βαθμό αυτό οφείλεται στο ότι είναι πλήρως ενταγμένο στον ονομαζόμενο «λογοτεχνικό κανόνα», ιδιαίτερα τις προηγούμενες δεκαετίες. Αυτό ωστόσο δεν μειώνει στο παραμικρό την προφανή γοητεία που ασκεί διαχρονικά στους αναγνώστες. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που διαθέτει αναμφισβήτητες λογοτεχνικές αρετές, ενώ ταυτόχρονα τοποθετεί τη δράση του σε μια περίοδο (Μακεδονικός Αγώνας), που ελάχιστες φορές έγινε αντικείμενο μυθοπλαστικής επεξεργασίας. Από την άλλη, αποτελεί και ένα κείμενο που διαθέτει άφθονη "πρώτη ύλη" προς εικονογράφηση - μάχες, συγκρούσεις χαρακτήρων, "σκληρές" προσωπικές ιστορίες κ.λ.π. -, κάτι που επίσης μας ενδιέφερε κατά τη διαδικασία μεταφοράς του σε μια άλλη τέχνη όπως αυτή των κόμικς.» Ένα έργο 600 σελίδων "στριμώχθηκε" στις 114 σελίδες του graphic novel Συγκυριακά, η έκδοση του κόμικ, συμπίπτει με την επίλυση του Σκοπιανού, ενός εθνικού ζητήματος που χρονίζει. Έπαιξε αυτό ρόλο στην επιλογή του έργου ή απλά ήταν μια χρονική συγκυρία; Γ.Ρ.: «Η προεργασία για το κόμικ ξεκίνησε ήδη από το 2015 κι ενώ δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμα η δουλειά για το προηγούμενο κόμικ (graphic novel) των Εκδόσεων Polaris «Ερωτόκριτος», στο οποίο ο Παναγιώτης (στο colouring) και εγώ (ως συν-σεναριογράφος με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο) είχαμε ενεργή εμπλοκή. Επομένως, η «παραγωγή» των «Μυστικών του Βάλτου» - η συγγραφή του σεναρίου και ο σχεδιασμός των 108 σελίδων του - διήρκεσε σχεδόν τρία χρόνια, σε μια εντελώς «ανύποπτη» από την άποψη της πολιτικής συγκυρίας περίοδο. Έτσι, όπως αντιλαμβάνεστε, η κυκλοφορία του κόμικ την προηγούμενη άνοιξη, όταν το ζήτημα του Σκοπιανού είχε αναδυθεί εκ νέου στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, δεν αποτελούσε παρά ένα τυχαίο γεγονός και δεν είχε καμία σχέση με τις δικές μας προθέσεις, οι οποίες ήταν αποκλειστικά καλλιτεχνικές». Χρειάστηκαν πάνω από τρία χρόνια δουλειάς για να γίνει η σωστή μεταφορά του μυθιστορήματος της Π. Δέλτα σε κόμικ Πώς είναι η διαδικασία να μετατραπεί ένα μυθιστόρημα σε εικόνες, καρέ και λίγες ατάκες; Παναγιώτης Πανταζής (Π.Π.): Είναι μια πρόκληση το να μεταφέρεις ένα έργο τέχνης από ένα μέσο σε κάποιο άλλο. Πράγματα που έχουν υπόσταση και νόημα ως λέξεις σε ένα μυθιστόρημα, σε ένα κόμικς μπορεί να μην φτάσουν καν στην επιφάνεια ενός balloon σε κάποιο καρέ, και να μείνουν ως περιγραφές στο σενάριο που θα κάνει εικόνα ο σχεδιαστής. Χρειάζεται να μπορέσεις να μεταφράσεις την οικονομία της λογοτεχνίας στην οικονομία του κόμικς. Και γι' αυτό χρειάζεται στενή συνεργασία σεναριογράφου και σχεδιαστή, για να επικοινωνεί ο ένας στον άλλον τι μπορεί να περάσει τα όρια ανάμεσα στα μέσα και σε τι μορφή. Δέκα σελίδες λογοτεχνίας μπορεί να αντιστοιχούν σε μια εικόνα ή μια γραμμή στο σενάριο να χρειάζεται δέκα σελίδες με εικόνες για να αποδοθεί όμορφα.» Γιατί επιλέγετε κλασικές ιστορίες; Είναι πιο εύκολο ή πιο δύσκολο από τη μεταφορά ενός πρωτότυπου σεναρίου; Γ.Ρ.: Μα δεν αφορά την ευκολία ή τη δυσκολία της δουλειάς. Η μεταφορά ενός μυθιστορήματος σε κόμικ, ειδικά όταν πρόκειται για ένα τόσο γνωστό και δημοφιλές κείμενο, παρουσιάζει μεν την "ευκολία" της έτοιμης πλοκής και των δοσμένων χαρακτήρων, αλλά από την άλλη ανεβάζει σημαντικά τον βαθμό δυσκολίας σχετικά με το πόσο "πιστή" στο πρωτότυπο θα είναι μια τέτοια μεταφορά, που θα πρέπει πρωτίστως να υπηρετεί τους αφηγηματικούς κώδικες του άλλου μέσου (του κόμικ), χωρίς εντούτοις να απομακρύνεται από τους κεντρικούς άξονες του αυθεντικού κειμένου. Σε κάθε περίπτωση, ας μην ξεχνάμε πως τα "Μυστικά του Βάλτου", όπως άλλωστε και ο «Ερωτόκριτος», εντάσσονται στη σειρά των Εκδόσεων Polaris για τη διασκευή σε graphic novels κλασικών κειμένων της νεοελληνικής λογοτεχνίας.» Ένα σχόλιο σας για το κόμικ στην Ελλάδα. Έχει διαδοθεί τα τελευταία χρόνια κρίνετε, πωλούνται περισσότερο από πριν και αν ναι γιατί; Π.Π.: «Δεν γνωρίζω αριθμούς πωλήσεων συνολικά, για να μπορέσω να κρίνω αν έχει μεγαλώσει το αναγνωστικό κοινό. Ξέρω όμως πως αυτή την στιγμή, στον χώρο των δημιουργών, συσσωρεύεται ενέργεια μεγαλύτερη από όση έχω δει ποτέ, στα 15 χρόνια που ασχολούμαι με αυτό. Νέοι δημιουργοί που φέρνουν νέες οπτικές εμφανίζονται διαρκώς. Ένα ακόμη συν είναι ότι πλέον ο χώρος μας, σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν, έχει πολύ περισσότερες γυναίκες δημιουργούς, ΛΟΑΤΚΙ άτομα, παιδιά μεταναστών και προσφύγων, και μπορούμε να δούμε δουλειές με ακόμη μεγαλύτερο εύρος ερεθισμάτων.» Μπορεί να βιοποριστεί ένας νέος κομίστας σήμερα; Π.Π.: «Για αυτό θα χρειαστεί να ρωτήσετε κάποιον νέο κομίστα. Υποψιάζομαι πως δεν είναι εύκολο, είναι κάτι που χρειάζεται σκληρή δουλειά και τύχη για τις κατάλληλες συγκυρίες.» Στιγμιότυπο από την επίσημη παρουσίαση του κόμικ Έχετε ήδη μεταφέρει τον «Ερωτόκριτο» στην Ένατη Τέχνη. Τα επόμενα σχέδιά σας; Π.Π.: «Σχεδιάζω μια coming of age σειρά που θα αρχίσει να εμφανίζεται στον Μπλε Κομήτη από το επόμενο τεύχος του. Και είμαι στο στάδιο προσχεδίων για διάφορα άλλα πράγματα, που δεν είναι ανακοινώσιμα για την ώρα.» Γ.Ρ.: «Από την πλευρά μου, καθώς προέρχομαι από το χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας, γράφω ένα καινούργιο αστυνομικό μυθιστόρημα, ενώ παράλληλα βρίσκομαι στο στάδιο της προώθησης του πρόσφατου συλλογικού τόμου με βαλκανικές αστυνομικές ιστορίες «BalkaNoir» (εκδόσεις Καστανιώτη), που επιμεληθήκαμε (και συμμετέχουμε με ένα διήγημά μας) μαζί με τον φίλο συγγραφέα Βασίλη Δανέλλη. Σε ότι αφορά το κόμικ, με τον κομίστα Γιώργο Γούση δουλεύουμε εδώ και αρκετό καιρό μια πρωτότυπη ιστορία, που θα αρχίσει να δημοσιεύεται σε συνέχειες από το επόμενο (Δεκεμβρίου 2018) τεύχος του περιοδικού «Μπλε Κομήτης» και κατόπιν θα κυκλοφορήσει σε άλμπουμ.» Το εξώφυλλο του graphic novel "Τα Μυστικά του Βάλτου" Και το σχετικό link...
  2. «Τα μυστικά του βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα εδώ και τρεις μήνες συστήνονται με έναν διαφορετικό τρόπο στο αναγνωστικό κοινό. Μέσα από το εικονογραφημένο βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Polaris» το αριστούργημα της Πηνελόπης Δέλτα παίρνει τη μορφή κόμιξ και οι συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων ζωντανεύουν ξανά. Δράστες της τωρινής πρωτοβουλίας είναι ο Παναγιώτης Πανταζής και ο Γιάννης Ράγκος, δύο από τους πιο αξιόλογους Έλληνες δημιουργούς. Ο Ράγκος έχει συνεργαστεί με τον Γούση και τον Παπαμάρκο για τον «Ερωτόκριτο» ενώ ο Πανταζής είναι μόνιμος συνεργάτης των περιοδικών «9» και «Μπλε κομήτης» κι έχει δημοσιεύσει πάνω από δεκαπέντε βιβλία με κόμικς. Ιδιαίτερα χαρούμενος με αυτή τη δουλειά δηλώνει στα nea.gr ο Παναγιώτης Πανταζής. Ο 36χρονος εικονογράφος δούλεψε τρία χρόνια για να ολοκληρώσει αυτό το έργο αλλά το αποτέλεσμα τον αντάμειψε. «Δεν είχα διαβάσει ολόκληρο το βιβλίο, μόνο κάποια αποσπάσματα όταν ήμουν μικρότερος» μου λέει ο ίδιος και συνεχίζει: «Πρώτη φορά το διάβασα ολόκληρο στα 33 μου. Είναι νομίζω ένα σκοτεινό βιβλίο που μιλάει με αρκετά ωμό τρόπο για πολλά πράγματα. Με ξάφνιασε που θεωρούνταν το πρωτότυπο έργο παιδικό. Βέβαια γράφτηκε το 1936 και οι συνθήκες ήταν τότε πολύ διαφορετικές». Αναρωτιέμαι πως μπορεί να φαίνεται σε έναν ενήλικο αυτό το έργο της Δέλτα που το έχουμε συνδυάσει με την εφηβική ηλικία. «Είναι πολύ γοητευτικό» απαντάει με βεβαιότητα ο Παναγιώτης. «Σε πιάνει σε διαφορετικά πράγματα όταν το διαβάζεις σε μεγαλύτερη ηλικία. Όταν είσαι μικρός μπορεί να μείνεις λίγο στις ηρωικές πράξεις, μεγαλώνοντας όμως συνειδητοποιείς ότι περιγράφει με πολύ δυνατό τρόπο και τρισδιάστατους χαρακτήρες τα προσωπικά δράματα του καθενός. Αυτό που μου έμεινε ήταν οι ματαιώσεις που ζει ο καθένας μπροστά στο σκοπό που προσπαθεί να πετύχει». Και πως όλο αυτό γίνεται κόμιξ; «Πρώτα το έκανε σενάριο ο Ράγκος γιατί από μόνο του το έργο είναι 600 σελίδες. Και εγώ ξεκίνησα την έρευνα. Μελέτησα τις μορφές που είχαν οι άνθρωποι εκείνη την εποχή, τα ρούχα, τον τρόπο που ζούσαν. Με βοήθησαν πολύ το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, βιβλία και διαδικτυακές αναφορές. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι πήγα και έκανα 400 χιλιόμετρα road trip στην Μακεδονία. Έκανα επιτόπια έρευνα στους τόπους που είχαν πάει οι χαρακτήρες. Μπορεί ο βάλτος να είναι πια αποξηραμένος αλλά η αίσθηση του τόπου είναι αρκετά δυνατή». Τρία χρόνια συνολικά, ένα χρόνο που χρειάστηκε για τον σχεδιασμό και δύο για την προετοιμασία και την μελέτη, αφιέρωσε ο Παναγιώτης για αυτή τη δουλειά, την πρώτη του εικονογράφηση σε έργο εποχής. Αυτή τη στιγμή είναι στο τυπογραφείο η δεύτερη έκδοση. «Είμαστε ικανοποιημένοι, πουλήθηκαν τρεις χιλιάδες σε τρεις μήνες. Επενδύσαμε χρόνο και διάθεση και χαίρομαι πολύ που άρεσε». Κλείνοντας την κουβέντα μου με τον Παναγιώτη τον ρωτάω ποιος είναι ο αγαπημένος του ήρωας του βιβλίου. «Ο Βασίλης Ανδρεάδης, που έχει κίνητρα προσωπικά και επιστρέφει για να εκδικηθεί. Τότε βρίσκει ένα κομμάτι της ζωής του που νόμιζε ότι είχε χάσει. Μου αρέσει πολύ ο τρόπος που σκιαγραφείται ο χαρακτήρας του. Παρόλο που το βιβλίο έχει πολλά ιστορικά πρόσωπα, αυτός ο φανταστικός ήρωας είναι ο αγαπημένος μου και σε αυτό συμφωνεί και ο Γιάννης». Και το σχετικό link...
  3. Τα Μυστικά του Βάλτου- «Αυτό δεν είναι πόλεμος! Είναι δολοφονίες» Τα Μυστικά του Βάλτου, το «παιδικό¨μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα που γράφτηκε το 1937, αποτέλεσε ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής (και εθνικής, με την πολιτική έννοια) λογοτεχνίας. Γραμμένο μετά από μεγάλη έρευνα για τον Μακεδονικό αγώνα, τις ένοπλες συγκρούσεις Ελλήνων και Βουλγάρων ανταρτών για τον μελλοντικό έλεγχο της τουρκοκρατούμενης ακόμα Μακεδονίας (βόρειας και νότιας), το αρχικό κείμενο αποπνέει έναν έντονο αλυτρωτισμό. Η παρουσίαση λεπτομεριών για την διαμάχη στην περιοχή της Μακεδονίας ανάμεσα στους αλλοεθνείς πληθυσμούς που την κατοικούσαν μπορεί να έχει ένα πραγματικό θεμέλιο, όμως επηρεασμένη ξεκάθαρα από το πολιτικό κλίμα της δεκαετίας του 1930, είναι καθαρόαιμα εθνικιστική. Ο αγώνας των ευγενικών, όπως παρουσιάζονται, Ελλήνων απένταντι στους άγριους Βούλγαρους αποτέλεσε την κύρια θεματική. Στο βιβλίο ωστόσο δεν λείπουν και κομμάτια που δεν εντάσσονται στην εθνική ρητορική, όπως η σκληρότητα του πολέμου, οι αγριότητες (και από τις δύο πλευρές), η απογοήτευση και η παραίτηση, χαρακτηριστικά δηλαδή που έχουμε συνηθίσει στις πιο υπαρξιακές πολεμικές αφηγήσεις Πως λοιπόν σήμερα (ή, πιο συγκεκριμένα, 3 χρόνια πριν όταν ξεκίνησαν οι δημιουργοί του κόμικ την διαδικασία δημιουργίας του) μπορείς να ένα κόμικ μιλήσει για (και με) ένα τέτοιο βιβλίο, μια τέτοια ιστορία, όταν ο εθνικισμός έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις και δείχνει (ξανά) το άσχημο πρόσωπο του; Το graphic novel Τα Μυστικά του Βάλτου (Εκδόσεις Polaris) , σε σενάριο του Γιάννη Ράγκου και σκίτσο του Παναγιώτη Πανταζή έρχεται να αναμετρηθεί με αυτό το ερώτημα. Σαν κόμικ, βασισμένο στον αφηγηματικό κορμό της ιστορίας του μικρού Αποστόλη, η οποία δίνεται ως flash back από τον 40αρη πια ηρωα στην ίδια την Πηνελόπη Δέλτα, συνδιαλέγεται άμεσα με το αρχικό κείμενο. Οι περιγραφές, οι χαρακτήρες αλλά και τα γεγονότα παραμένουν, ωστόσο ο Ράγκος προσπαθεί να δίνει πέρα από το εθνικιστικό περίβλημα της ιστορίας. Και πράγματι, μέσα στο κόμικ έχουν στιγμές, όπου η ίδια η Δέλτα φαίνεται να αφήνει την εθνική αφήγηση για τον ηρωισμό πίσω και να αναφέρεται σε δολοφόνιες. αγριότητες και εγκλήματα και από τις δυο μεριές («τα ίδια θα λένε και οι Βούλγαροι για μας, ότι κι εμείς τα ίδια κάνουμε»). Όσο σύντομες και αν είναι αυτές οι στιγμές, δίνουν την δυνατότητα μιας άλλης ανάγνωσης. Επιπλέον, το κόμικ έχει καταφέρει να πάρει μια από τις μεγάλες συγγραφικές προσθήκες της Δέλτα, την ανύψωση του τοπίου στον ρόλο του πρωταγωνιστή. Η περιοχή Βάλτου είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό local. Γίνεται πεδίο, συναισθηματικό, πολιτικό και προσωπικό, στο οποίο ούσιαστικά οι ήρωες συγκρούονται, όχι μόνο με τους αντιπάλους τους αλλά και με τον εαυτό και το παρελθόν τους, τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις τους, το φαντασιακό έθνος τους και την πραγματική φρίκη που περνούν για αυτό. Είναι το καύσιμο στην μηχανή της ιστορίας. Ταυτόχρονα, ο βάλτος είναι και ένα σημείο εκπληκτικής (σχεδιαστικής) ομορφιάς. Το σκίτσο του Παναγιώτη Πανταζή, έντονα επηρεασμένο από την ηθογραφική και λαική ζωγραφική της δεκαετίας του 1930, με ενδεικτικότερο παράδειγμα της τον Θεόφιλο, στο κομμάτι του βάλτου έχει ξεπεράσει πραγματικά τον εαυτό του. Έχοντας έναν φυσικό καμβά, τον οποίο μελέτησε μέσα από φωτογραφίες και έρευνα, αποδίδει όλες τις στιγμές του βάλτου με εκρήξεις έντονα συναισθηματικά φορτισμένου χρώματος, αδρές σκιές και μικρές γραμμές . Από την άλλη τα πρόσωπα των (πολλών και ετερόκλητων) χαρακτήρων (και όχι ηρώων) δίνονται με στόχο όχι τον ρεαλισμό αλλά την σκιαγράφηση του ψυχισμού τους. Πιστός στην τάση ηθογραφίας που υπάρχει τα τελευταία χρόνια στον χώρο των κόμικ, τα Μυστικά του Βάλτου έχουν ως σκοπό να φέρουν στο προσκήνιο όχι μια εθνικιστική αφήγηση, αλλά μια ανθρώπινη ιστορία. Όχι μια κατήχηση, αλλά ένα μυθιστόρημα. Παρ’ όλες τις καλές προθέσεις που μπορεί να έχει όμως μια τέτοια απόπειρα, αναμετράται όχι μόνο με ένα ογκώδες βιβλίο αλλά και μια γραμματεία 80 ετών που πάνω του έχτισε μια ολόκληρη σχολή εθνικής προπαγάνδας. Όσο και αν είναι διαφορετικός ο σκοπός και η μέθοδος ανάγνωσης, είναι αναπόφευκτο να δίνεται πάτημα σε έναν λόγο διαφορετικό από ότι σκοπευόταν. Επιπρόσθετα, σε πιο πρακτικό επίπεδο τα δεκάδες πρόσωπα των χαρακτήρων και οι πολύπλοκες μεταξύ τους σχέσεις κάποιες φορές, όπως είναι λογικό, μπλέκονται τόσο που η προσοχή του αναγνώστη χάνετα μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα. Ακόμα και στην συντομευμένη μορφή του κόμικ των 110 σελίδων, είναι δύσκολο να συγκρατήσεις ποιος έκανε τι ή γιατί… Σε τελική ανάλυση, τα Μυστικά του Βάλτου ως κόμικ μπορεί να μην αφήσει την εντύπωση που άφησε το βιβλίο. Ωστόσο είναι πολύ θετικό που βγήκε, καθως όχι μόνο αποτελεί μια πολύ καλοδουλεμένη έκδοση, αλλά και δείχνει πως ίσως η ευρύτερη σκηνή να είναι έτοιμοι να αναμετρηθεί πραγματικά με τα σκοτεινά, δύσωσμα μυστικά που κρύβει ο βάλτος του Έθνους… Πηγή
  4. Τα «Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα μόλις έγιναν graphic novel Μετά τον «Ερωτόκριτο», ο Γιάννης Ράγκος και ο Παναγιώτης Πανταζής συνεργάζονται ξανά και μετατρέπουν σε κόμικ ένα τα πιο δημοφιλή «παιδικά» βιβλία των τελευταίων 80 ετών Η κυκλοφορία των Μυστικών του Βάλτου της Πηνελόπης Δέλτα (ένα από τα πιο δημοφιλή «παιδικά» βιβλία στην Ελλάδα τα τελευταία 80 χρόνια) σε ένα εξαιρετικό graphic novel, ήταν η αφορμή να συναντήσω τον Γιάννη Ράγκο και τον Παναγιώτη Πανταζή, τους δημιουργούς του. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO Δεν ξέρω αν συνδέεται με την εποχή που ζούμε και αν είναι θέμα συγκυριών, αλλά το ελληνικό κόμικ διανύει μία περίοδο άνθισης, και μάλιστα, δημιουργικά, περνάει την καλύτερη φάση που μπορώ να θυμηθώ. Η τεράστια εμπορική (και καλλιτεχνική) επιτυχία του Logicomix, του Ερωτόκριτου ή το Παραρλάμα (με τις ιστορίες του Δημοσθένη Βουτυρά), Η μεγάλη βδομάδα του Πρεζάκη (από το διήγημα του Καραγάτση), το Γρα Γρου, έχουν ανεβάσει πολύ τον πήχη και δημιουργούν ολόκληρη σκηνή με αμιγώς ελληνικά θέματα, εξαιρετικά σενάρια και σκίτσο που κάθε καρέ είναι έργο τέχνης (κυριολεκτικά). Η κυκλοφορία των Μυστικών του Βάλτου της Πηνελόπης Δέλτα (ένα από τα πιο δημοφιλή «παιδικά» βιβλία στην Ελλάδα τα τελευταία 80 χρόνια) σε ένα εξαιρετικό graphic novel, ήταν η αφορμή να συναντήσω τον Γιάννη Ράγκο και τον Παναγιώτη Πανταζή, τους δημιουργούς του, για μια κουβέντα που κατέληξε σε μια εκ βαθέων ανάλυση του βιβλίου που επέλεξαν να μεταφέρουν σε σκίτσο. Όπως μου εξήγησαν ήταν πολύ δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία για ένα έργο 600 σελίδων που έπρεπε να στριμωχθεί στις 114 σελίδες του graphic novel. Και οι δύο έχουν συνεργαστεί και στη δημιουργία του Ερωτόκριτου, ενός κόμικ best seller, του πιο πετυχημένου των τελευταίων χρόνων –μετά την παγκόσμια επιτυχία του Logicomix. Ο Γιάννης είχε συγγράψει το σενάριο μαζί με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο και ο Παναγιώτης είχε χρωματίσει τα σκίτσα του Γιώργου Γούση. «Τα τελευταία χρόνια, λόγω της ευρύτερης συγκυρίας, υπάρχει μια επιστροφή της ηθογραφίας, γενικά, και μάλιστα σχεδόν κατακλυσμική, σχεδόν μονοπωλιακή, το βλέπουμε και από τα λογοτεχνικά βιβλία που κάνουν επιτυχία» λέει ο Γιάννης, «ανεξαρτήτως από την αξία τους τη λογοτεχνική, έχουν μια επιστροφή σε μιας νέας μορφής ηθογραφία, μία νεοηθογραφία. Αυτό υπάρχει στην Ελλάδα και έχει να κάνει με την κρίση, έχει να κάνει με την ανάγκη να γυρίσουμε σε κάποια δεδομένα, σε κάποιους στυλοβάτες, γιατί αισθανόμαστε όλοι ότι φεύγει το χαλί κάτω απ' τα πόδια μας όλα αυτά τα χρόνια. Και ο Ερωτόκριτος, επειδή είναι ένα αρχετυπικό κείμενο για τα ελληνικά γράμματα και όλοι τον ξέρουμε, ακόμα και αν δεν τον έχουμε διαβάσει, αν είχε βγει πριν από 10 χρόνια πιθανώς να μην είχε την ανταπόκριση που είχε την συγκεκριμένη στιγμή». «Με τα Μυστικά του βάλτου πώς ασχοληθήκατε;», ρωτάω. «Για τα Μυστικά του βάλτου είχα λάθος εντύπωση, είχα στο μυαλό μου αυτό που είχαμε διαβάσει μικροί, ότι είναι ένα παιδικό βιβλίο και όταν το διάβασα επειδή θα ξεκινούσαμε το κόμικς συνειδητοποίησα ότι είναι σκοτεινό, βίαιο, ότι δεν είναι για παιδιά» λέει ο Παναγιώτης. «Έχει πόλεμο, βία, θανάτους, περιγράφει πώς είναι το τουμπανιασμένο πτώμα του Άγρα, ή ότι έχει κρεμαστή γλώσσα, αλλά και μόνο το ότι πεθαίνει ένα παιδί, ο Γιοβάν, αυτό πάει κόντρα στη σύμβαση της παιδικής λογοτεχνίας». «Και μην ξεχνάμε ότι είναι γραμμένο το '36-37, έχει σημασία αυτό» προσθέτει ο Γιάννης. «Βέβαια, τότε ήταν άγρια χρόνια και η εξοικείωση όλων των γενιών και όλων των ανθρώπων με τον θάνατο ήταν πολύ πιο άμεση. Σήμερα έχουμε αποκηρύξει τον θάνατο. Επειδή είμαι και αστυνομικός συγγραφέας και άρα στον πυρήνα της δικής μου λογικής υπάρχει η έννοια του θανάτου, αλλά και υπαρξιακά μιλώντας, πιστεύω ότι πρέπει να ζούμε με την ανάμνηση του θανάτου μας κάθε στιγμή, ότι θα πεθάνουμε, δηλαδή. Όχι με την έννοια την πεισιθανάτια, το γεγονός δηλαδή ότι θα πεθάνουμε να μας ακυρώνει και να μας ακινητοποιεί, αλλά να το έχουμε σαν μια παράμετρο στην εξίσωση της ζωής μας. Ακριβώς επειδή θα πεθάνουμε, πρέπει να ζήσουμε. Αλλά δεν μπορούμε να ζούμε σαν να μην πρόκειται να πεθάνουμε ποτέ. Πρέπει να έχουμε επίγνωση της θνητότητάς μας, κι επειδή είμαι agent provocateur με έναν τρόπο, πολλές φορές για να προβοκάρω όταν είμαι σε παρέες τους λέω "άντε παιδιά, καλό θάνατο!", γιατί όλοι αποφεύγουν να μιλάνε για αυτόν, παρόλο που είναι το μόνο βέβαιο γεγονός της ζωής μας. Δεν μπορεί να μιλάμε για όλα τα άλλα, για γκόμενες, για γκόμενους, για παρέες, για δουλειές, για ταξίδια, να ξοδεύουμε ατελείωτες ώρες για διάφορα στη ζωή μας και να μην ξοδεύουμε έναν έστω ελάχιστο χρόνο για να συζητήσουμε και για αυτό που είναι το μόνο βέβαιο ότι θα μας συμβεί, στο κάτω-κάτω. Όλα τ' άλλα μπορεί και να μην μας συμβούν. Τότε οι γενιές ήταν πολύ πιο εξοικειωμένες με τον θάνατο και για πρακτικούς λόγους, τα μισά παιδιά πέθαιναν, είχαμε διαρκείς πολέμους, στον Μεσοπόλεμο η Ελλάδα είχε βγει από μία εικοσαετία που ήταν σχεδόν μόνιμα σε πόλεμο -Μακεδονικός Αγώνας, Βαλκανικοί πόλεμοι, Μικρά Ασία-, επομένως το να πεθάνει ένα παιδί δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο, ενώ σήμερα μας ξενίζει. Σήμερα σε ένα παιδικό βιβλίο δεν θα μπορούσες να διανοηθείς να βάλεις τον θάνατο ενός παιδιού. Ένας από τους λόγους που μου άρεσε το κείμενο, πέρα από κάποιες επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κανείς, ήταν το ότι είναι μελαγχολικό, είναι βίαιο, είναι σκοτεινό, δεν είναι καθόλου πολιτικώς ορθό. Και είναι και αντιηρωικό, παρόλο που υπάρχει ένα πνεύμα ηρωισμού...». Αυτό που αρέσει σε μένα σε αυτό το βιβλίο, ότι δείχνει πολύ έντονα τις ματαιώσεις» λέει ο Παναγιώτης. «Δηλαδή, ακόμα και οι πιο ηρωικοί χαρακτήρες, ο Άγρας π.χ., έχει στιγμές που ζητάει να αντικατασταθεί. Διαρκώς παλεύουν κάτω από αντίξοες συνθήκες και διαρκώς υπάρχει μια ματαίωση, ότι πάλι δεν πέτυχαν αυτό που ήθελαν, πάλι είχαν πολλές απώλειες. Τελειώνει και μελαγχολικά με τη ματαίωση, ότι τελικά όλος αυτός ο αγώνας δεν βγάζει πουθενά. Έχουμε δει τόσες ηρωικές πράξεις, θανάτους, αλλά παρόλα αυτά δεν βγαίνει κάτι. Είναι ενδιαφέρον πώς η ίδια η συγγραφέας επέλεξε να το πιάσει, παρόλο που το έγραψε με απόσταση 30 χρόνων από τα γεγονότα: δηλαδή ενώ ξέρει πού έχει καταλήξει, ξέρει ότι οι Έλληνες αντάρτες πέτυχαν τον σκοπό τους, παρόλα αυτά δεν σου δείχνει την νίκη τους, επιλέγει να το κλείσει πριν τη νίκη τους, δείχνει την ταλαιπωρία, την πίεση αλλά όχι τι κέρδισαν». «Η Πηνελόπη Δέλτα για να γράψει αυτό το βιβλίο συγκέντρωνε στοιχεία επί 20 χρόνια, έκανε τρομακτική έρευνα» συνεχίζει ο Γιάννης. «Όλο αυτό το υλικό υπάρχει στο αρχείο της που βρίσκεται κατά βάση στο Μουσείο Μπενάκη. Συγκέντρωσε πολύ υλικό από το Υπουργείο Εξωτερικών και από άλλες πηγές. Επίσης, είναι καταπληκτικό το ότι δημιούργησε μία ιστορική ύλη που δεν υπήρχε καταγεγραμμένη: πήρε πάρα πολλές συνεντεύξεις-μαρτυρίες πρωταγωνιστών της περιόδου, και μάλιστα ένα μεγάλο μέρος του υλικού και της αφήγησης αυτής το πήρε από τον ίδιο τον καπετάν Νικηφόρο ή Γιάννη Δεμέστιχα -που είναι και ένας από τους συμπρωταγωνιστές του βιβλίου της, ένα πραγματικό, ιστορικό πρόσωπο. Είναι καταπληκτική η δουλειά που έκανε και δείχνει ακριβώς και πόσο κυρίαρχο ήταν το πνεύμα του αλυτρωτισμού εκείνη την εποχή στην Ελλάδα, τις αντιλήψεις της ίδιας...». «Πώς καταφέρατε να συμπυκνώσετε τις 600 σελίδες του βιβλίου της σε 120;». «Υπήρχε ένα πρόβλημα "αφηγηματικό", είναι πάρα πολλά τα επεισόδια και οι χαρακτήρες, έτσι χρησιμοποιήσαμε το μοτίβο των συνεντεύξεων και κάναμε μια παρέκβαση σε σχέση με το βιβλίο» εξηγεί ο Παναγιώτης. «Το δικό μας βιβλίο αρχίζει και τελειώνει με τον Αποστόλη, 40άρη πια -γιατί στο βιβλίο είναι 12-13 χρονών, ο οποίος είναι στο σπίτι της Δέλτα το 1936 στην Κηφισιά (αυτό δεν υπάρχει στο βιβλίο της) και ουσιαστικά της αφηγείται τη μαρτυρία του. Αυτό που βλέπουμε στο κόμικ είναι ένα γιγαντιαίο φλας μπακ, αξιοποιήσαμε αυτή τη λογική ότι συγκέντρωνε μαρτυρίες από πρωταγωνιστές των γεγονότων, άρα θα μπορούσε να έχει βρει και τον Αποστόλη. Ο Αποστόλης, βέβαια, είναι fiction πρόσωπο στο βιβλίο της, αλλά αν υπήρχε θα μπορούσε να τον είχε βρει να του πάρει μαρτυρία. Αυτό μας διευκόλυνε γιατί μέσα από την αφήγηση του Αποστόλη περιορίσαμε τα επεισόδια, μπορέσαμε να επιταχύνουμε τους χρόνους, να πάμε παρακάτω στην ιστορία με μια φράση, με μια κουβέντα. Μας βόλεψε, γιατί το βιβλίο είναι 600 σελίδες και έτσι καταφέραμε αφηγηματικά να το συμπυκνώσουμε σε 110 σελίδες. Αν γινόταν κόμικ όπως ήταν, θα έβγαιναν 2000 σελίδες!». «Το 80-85% των αφηγήσεων, οι λεζάντες, οι ατάκες, είναι αυθεντικά κομμάτια μέσα από το βιβλίο» τονίζει ο Γιάννης. «Ελάχιστα είναι τα επινοημένα. Ένα μεγάλο μέρος του κόμικ, από κειμενική άποψη, είναι το ίδιο το βιβλίο». «Πόσο καιρό το δουλεύατε; Γιατί συνέπεσε σε μια περίοδο που έχει αναβιώσει το θέμα της Μακεδονίας...». «Στην πραγματικότητα δεν συσχετίζονται» ξεκαθαρίζει ο Παναγιώτης. «Το δουλεύαμε τρία χρόνια το βιβλίο μας, 8 μήνες πριν ακόμα τυπωθεί ο Ερωτόκριτος είχαμε αρχίσει να συζητάμε για την ιδέα των Μυστικών του Βάλτου. Άρα δεν είναι κάτι που έχει να κάνει με τη συγκυρία. Το γεγονός ότι κυκλοφορεί τώρα είναι εντελώς τυχαίο. Μόνο το σενάριο χρειάστηκε ένα χρόνο για να ολοκληρωθεί, και ένας χρόνος χρειάστηκε για να σχεδιαστεί, δεν μπορεί να γίνει όλη αυτή η δουλειά μέσα σε δυο μήνες, είναι αστείο να το συζητάμε. Ξεκίνησα να σχεδιάζω το βιβλίο ψάχνοντας εικόνες, να σχεδιάζω βάλτους, δοκίμαζα για καιρό σχέδια και τεχνικές και πριν από δύο χρόνια πήγα ένα πολύ ωραίο road trip στη Μακεδονία, στα μέρη που περιπλανιόνταν οι χαρακτήρες του βιβλίου γατί ήθελα να νιώσω βιωματικά τον τόπο. Βεβαίως, ο βάλτος δεν υπάρχει πια, έχει αποξηρανθεί, αλλά έφερα πίσω 2000 φωτογραφίες. Από αυτές, εν τέλει, χρησιμοποίησα ελάχιστες, αλλά ήταν σημαντικό το ότι πήγα εκεί και έζησα την ατμόσφαιρα». «Επίσης σημαντικό, όπως και στον Ερωτόκριτο, ήταν ότι δεν διαβάσαμε μόνο το κείμενο, διαβάσαμε και για το κείμενο» λέει ο Γιάννης. Φιλολογικές πηγές, αναλύσεις για το βιβλίο, για τα μοτίβα κλπ., και για την ιστορική περίοδο. Ήταν μια δουλειά τεκμηρίωσης, πολύ σημαντική». Να μιλήσουμε λίγο για το ιδεολογικό περιεχόμενο του βιβλίου;». «Όταν διάβασα το βιβλίο ένιωσα ότι η Δέλτα επιμένει στην ευγένεια των Ελλήνων, είναι αρκετά εθνικιστικό, αλλά πρέπει να το τοποθετήσουμε στην εποχή του, γιατί άλλος ο εθνικισμός τότε, άλλος σήμερα» επισημαίνει ο Παναγιώτης. «Δεν είναι ίδια η έννοια. Το 1935 που το έγραψε και υπήρχε η φασιστική απειλή πάνω απ' την Ευρώπη, το να είσαι εθνικιστής στην Ελλάδα σήμαινε ότι είσαι διατεθειμένος να υπερασπιστείς τη χώρα σου για να μην μπει ο Χίτλερ σε αυτή, να μην μπουν οι φασίστες. Το 1905 σήμαινε μια άλλου είδους συνείδηση, δεν ήταν ούτε καν εθνική τότε, ήταν άλλος ο διαχωρισμός. Εν πάση περιπτώσει, είχε να κάνει με κάποιον κατακτητή, τώρα εθνικιστής μπορεί και να σημαίνει ότι μισείς να βλέπεις ανθρώπους στο δρόμο που έχουν διαφορετικό χρώμα από σένα, έχει τεράστια διαφορά. Πρέπει να σκέφτεσαι το context και να μην το κρίνεις με τα σημερινά κριτήρια. Αυτό που εγώ ξεχώρισα και μου άρεσε πριν ακόμα ξεκινήσω να δουλεύω, από τη δουλειά που έκανε ο Γιάννης, ήταν ότι κράτησε τα στοιχεία του βιβλίου που μέχρι σήμερα το κάνουν να είναι σπουδαίο: τις ματαιώσεις, τους προσωπικούς αγώνες, τα ψυχογραφήματα, τα φανταστικά επεισόδια -που περιγράφονται πολύ πλούσια και με χορταστικό τρόπο, και κατάφερε να θέσει τον εθνικισμό που έχει το βιβλίο στη σωστή του βάση. Στη χρονική του περίοδο. Δηλαδή, δεν πρόκειται για κάποια αγιογραφία αυτού του πράγματος σήμερα αλλά το τοποθετεί στο τότε, με τον ίδιο τρόπο που βλέπεις μια ταινία εποχής για τον ρατσισμό στην Αμερική και χρησιμοποιούν τη λέξη νέγρος, ενώ προφανώς είναι απαράδεκτο σήμερα να χρησιμοποιήσεις στα αγγλικά αυτή τη λέξη, ειδικά αν είσαι λευκός. Από την πρώτη στιγμή που το αποφασίσαμε, είπαμε ότι από τη στιγμή που επιλέξαμε το συγκεκριμένο έργο, πρέπει να σεβαστούμε τις ιδεολογικές και πολιτικές του τοποθετήσεις και να τις παρουσιάσουμε, όχι να τις αποκρύψουμε. Αλλιώς φτιάχναμε μια δικιά μιας εκδοχή, μια δικιά μας ιστορία που διαδραματίζεται στον Μακεδονικό Αγώνα και την κάναμε όπως θέλαμε. Το σεβαστήκαμε ως έργο. Σαφώς το βιβλίο της Δέλτα έχει έναν συγκεκριμένο προσανατολισμό και ιδεολογικό, αλλά δεν ταυτιζόμαστε εμείς ως δημιουργοί με αυτό. Έχουν περάσει και 80 χρόνια και ξέρουμε τι σήμαιναν αυτά τα πράγματα και τι σημαίνουν τώρα, είμαστε άνθρωποι του 21ου αιώνα». «Βέβαια, έχει στιγμές που εκπλήσσει η Δέλτα» λέει ο Γιάννης, «γίνεται ένας θάνατος βίαιος και λέει ένας Έλληνας "πω πω, αυτός δεν είναι πόλεμος, είναι αγριότητες, είναι φρίκη" και απαντάει κάποιος άλλος Έλληνας "τα ίδια θα λένε και οι Βούλγαροι για μας, ότι κι εμείς τα ίδια κάνουμε". Ενώ τους έχει περιλούσει τους Βούλγαρους με κοσμητικά, "απολίτιστους, γουρουνομύτες, άξεστους", ξαφνικά λέει αυτό. Και πράγματι, οι αγριότητες σε έναν πόλεμο γίνονται και από τις δύο πλευρές, δεν γίνεται ποτέ απ' τη μία. Έχει τέτοια "φωτεινά" διαλείμματα η Δέλτα, σε σχέση με το κυρίαρχο ιδεολογικό της μοτίβο, το οποίο, βεβαίως, παραμένει εθνικιστικό, παραμένει πατριωτικό, και παραμένει και ελληνοκεντρικό. «Το βιβλίο έχει χαρακτήρες που είναι συγκλονιστικοί» συνεχίζει ο Παναγιώτης, «ο Άγρας και ο Νικηφόρος μιλάνε για τα εθνικά ιδεώδη, ο Βασίλης και ο Γρέγος δεν μιλάνε για τίποτα τέτοιο, κινητοποιούνται από ανάγκη για προσωπική εκδίκηση. Μου σκότωσες την οικογένειά μου; Θα γυρίσω πίσω και θα σας καθαρίσω όλους. Είναι και οι πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες του βιβλίου ο Βασίλης και ο Γρέγος, και μάλιστα είναι χαρακτήρες που έρχονται από τον Μάγκα, το προηγούμενο βιβλίο της Δέλτα. Στο τέλος του Μάγκα λένε ότι "φεύγουμε για τη Μακεδονία για να πολεμήσουμε" και τους συναντάμε ξανά στα Μυστικά του βάλτου. Έχει καταπληκτικές σκηνές περιγραφών του βάλτου, γιατί ο βάλτος στην πραγματικότητα είναι ο πρωταγωνιστής, ο τίτλος δεν είναι τυχαίος». «Οι σκηνές του βάλτου όπως τις σχεδίασε ο Παναγιώτης είναι εξαιρετικές» λέει ο Γιάννης. «Παρουσιάζεται σε όλες τις εποχές του χρόνου, από το ένα φθινόπωρο μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, και το βιβλίο μυρίζει την υγρασία του βάλτου. Το μειονέκτημα του βιβλίου είναι ότι είναι σαν δύο βιβλία σε ένα, τα 4/10 είναι ο Άγρας και ο Νικηφόρος και το κομμάτι το εθνικό, ένα είδος ιστορικού χρονικού, και ξαφνικά, με την εμφάνιση του Βασίλη του Ανδρεάδη, του Γρέγου, όλων αυτών των Αιγυπτιωτών που έρχονται από την Αλεξάνδρεια, μετατοπίζεται το κέντρο βάρους περισσότερο στη μυθοπλασία, στους φανταστικούς χαρακτήρες και μπαίνει πια όχι το στοιχείο του εθνικού ιδεώδους, αλλά της προσωπικής εκδίκησης. Η Δέλτα το αποκαλύπτει αυτό σταδιακά, με πολύ αριστοτεχνικό τρόπο, δεν το γνωρίζεις από πριν». Και οι δύο έχουν αρχίσει να δουλεύουν σε νέα project και καινούριες δουλειές τους αναμένονται σύντομα. Θα μπορέσεις να τους συναντήσεις από κοντά στο Comicdom Con Athens 2018 που θα γίνει από 20-22 Απριλίου. === Πηγή
  5. Χωρίς πολλά σχόλια από εμένα Σημερινό αρθράκι από το oneman.gr === Προδημοσίευση: Τα ‘Μυστικά του Βάλτου’ της Πηνελόπης Δέλτα γίνονται κόμικ Οι Παναγιώτης Πανταζής και Γιάννης Ράγκος του 'Ερωτόκριτου' διασκευάζουν ένα κλασικό βιβλίο με εντυπωσιακά αποτελέσματα κι εμείς εξασφαλίσαμε τις πρώτες εικόνες. «Για μένα ήταν εντυπωσιακό το πόσο εύκολο ήταν να γεννηθούν εικόνες», λέει ο Παναγιώτης Πανταζής μιλώντας για την πρόκληση του να διασκευάζεις σήμερα σε κόμικ μορφή ένα λογοτεχνικό έργο 80 χρόνια αφού γράφτηκε. «...και πάνω από 110 από τότε που διαδραματίζεται», συμπληρώνει. Στο κλασικό λογοτεχνικό αριστούργημα της Πηνελόπης Δέλτα ‘Στα Μυστικά του Βάλτου’, δύο παιδιά, ο Αποστόλης κι ο Γιωβάν αναλαμβάνουν κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού αγώνα να βοηθήσουν τα ελληνικά αντάρτικα σώματα να καταλάβουν τη λίμνη των Γιαννιτσών, περιοχή στρατηγικής σημασίας για την πορεία της αναμέτρησης. «Κατά κάποιο τρόπο, το βιβλίο τέμνεται σε δύο μέρη», εξηγεί ο Γιάννης Ράγκος, που διασκεύασε κειμενικά το έργο σε κόμικ για τις εκδόσεις Polaris, έχοντας προηγουμένως δουλέψει και στην μπλοκμπάστερ μεταφορά του ‘Ερωτόκριτου’. «Το πρώτο μέρος έχει σαφέστερο ιστορικό χαρακτήρα, αποτελεί ένα είδος ιστορικού χρονικού, καθώς επικεντρώνεται στη δράση του Τέλλου Άγρα, ενώ το δεύτερο αναπτύσσεται κυρίως γύρω από επινοημένους ήρωες, που δρουν ωστόσο στο ίδιο ιστορικό περιβάλλον και γεωγραφικό χώρο. Μάλιστα, οι περισσότεροι από τους επινοημένους ήρωες έρχονται από το προηγούμενο μυθιστόρημα της συγγραφέως ‘Μάγκας’ και μεταπηδούν στα ‘Μυστικά του Βάλτου’, ας πούμε ως ένα είδος sequel.» Ο Ράγκος είχε δουλέψει στο σενάριο της μεγάλης επιτυχίας του ‘Ερωτόκριτου’ μαζί με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο, ενώ ο Παναγιώτης Πανταζής που είχε συνεργαστεί στον χρωματισμό εκείνου του έργου (σε σχέδιο Γιώργου Γούση), τώρα αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου το σχεδιασμό, με εντυπωσιακό αποτέλεσμα. «Όταν συζητούσαμε με τις Εκδόσεις Polaris ποιο ελληνικό μυθιστόρημα θα ήταν το επόμενο που θα διασκευάζαμε μετά τον ‘Ερωτόκριτο’, έπεσαν διάφορες ιδέες», εξηγεί ο Γιάννης Ράγκος. Γιατί υπερίσχυσαν τα ‘Μυστικά του Βάλτου’; «Πρώτον, είναι ένα κλασικό και ιδιαίτερα αγαπημένο ανάγνωσμα των ελληνικών γραμμάτων -από το 1937, όταν πρωτοκυκλοφόρησε, κάνει σχεδόν κάθε χρόνο τουλάχιστον μια επανέκδοση. Δεύτερον, αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη και ‘στέρεη’ ιστορική περίοδο -Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908)- που επιπλέον έχει απεικονιστεί ελάχιστες φορές, γεγονός που αύξησε σημαντικά το ενδιαφέρον μας. Τρίτον, διαθέτει άφθονη εξωτερική δράση -συμπλοκές, μάχες, διαρκείς μετακινήσεις των ηρώων σε ποικίλους τόπους, συνομωσίες, προδοσίες κ.λπ.- αλλά και το μαγικό, σχεδόν αρχετυπικό τοπίο του ίδιου του Βάλτου, κάτι που προσφέρει θαυμάσιες δυνατότητες για οπτικοποίηση. Τέταρτον, αν και είναι γραμμένο με τον τρόπο της παιδικής Λογοτεχνίας, εντούτοις ενσωματώνει ταυτόχρονα και ‘τραχιές’ αφηγήσεις, οι οποίες εμένα -που, συγγραφικά, προέρχομαι από την αστυνομική λογοτεχνία- μου άσκησαν ιδιαίτερη γοητεία». Σχετικά ακριβώς με αυτή την προσέγγιση στην οπτικοποίηση, ο Πανταζής σχολιάζει πως αν και παιδί της πόλης, σχεδίασε διάφορες σκηνές που τον έβγαλαν καλλιτεχνικά από το comfort zone του και τον προκάλεσαν καλλιτεχνικά: μάχες, θανάτους, βλάστηση. Ρωτήθηκε αν θα τον ενδιέφερε να είναι ο σχεδιαστής επειδή το στυλ του «έχει μια μελαγχολία που ταιριάζει στο χαρακτήρα του βιβλίου». Αυτό, όπως λέει, «ήταν το κοπλιμέντο που με απελευθέρωσε στο να δημιουργήσω έναν κόσμο που ενώ υπήρχε μέχρι πρόσφατα, πλέον είναι κάτι άλλο- αναφέρομαι φυσικά στον πρωταγωνιστή βάλτο, που έχει αποξηραθεί». Ωστόσο, η αγαπημένη του σκηνή του βιβλίου είναι τελείως γυμνή. «Απέφυγα ακόμη και να βάλω background», λέει ο σχεδιαστής, μιλώντας για τη σκηνή που δυο παλιοί φίλοι συναντώνται και αναγνωρίζονται μετά από χρόνια που αγνοοούσαν ο ένας την τύχη του άλλου. Για τον Γιάννη Ράγκο, ξεχωριστό βάρος φέρουν κάποιες σκηνές που σχετίζονται με αυτούς τους επινοημένους ήρωες της Δέλτα. «Η περιγραφή του Γρέγου για τη ζωή του στην Ουγκάντα, μια ονειρική σκηνή, η μοναδική στο βιβλίο, που ο Παναγιώτης σχεδίασε υπέροχα», λέει. Αλλά και η τελική σκηνή εκδίκησης, «που φέρνει στο νου μια σύγχρονη εκδοχή αρχέγονων θεμάτων». Μια δεδομένη πρόκληση του να διασκευάζεις ένα κλασικό και τόσο αγαπημένο λογοτεχνικό έργο, πόσο μάλλον ενός όγκου περίπου 600 σελίδων, στο οποίο εμφανίζονται δεκάδες πρόσωπα και περιγράφονται εκατοντάδες επεισόδια είναι, όπως εξηγεί ο Γιάννης Ράγκος, πως όλο αυτό το υλικό πρέπει να τιθασευθεί στη μορφή ενός graphic novel που δε θα υπερβαίνει τις 100-110 σελίδες. «Να επιλεγούν τα κρίσιμα επεισόδια και οι απαραίτητοι χαρακτήρες, που θα επιτρέπουν στον αναγνώστη του κόμικ αφενός να αποκτήσει ολοκληρωμένη εικόνα για την ιστορία και αφετέρου να διακρίνει τα βασικά αφηγηματικά μοτίβα αλλά και την πολιτική ‘τοποθέτηση’ της Δέλτα». Από την άλλη πλευρά, μιλώντας για το ιδεολογικό περιεχόμενο του βιβλίου, ο Ράγκος υπογραμμίζει πως «σαφώς πρέπει να ενταχθεί στο πνεύμα του αλυτρωτικού εθνικισμού, που την περίοδο συγγραφής του ήταν κυρίαρχο, αλλά σήμερα απέχει από τις αντιλήψεις της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Όμως, με τον Παναγιώτη κάναμε μια κεντρική επιλογή, που τη θεωρήσαμε αυτονόητη. Χωρίς να ταυτιζόμαστε, αναγκαστικά, αποφασίσαμε πως αφού είχαμε επιλέξει να το διασκευάσουμε έπρεπε να σεβαστούμε απολύτως τις κεντρικές ιδεολογικές γραμμές του. Στο κάτω-κάτω, δεν κάναμε τη δική μας fiction εκδοχή του Μακεδονικού Αγώνα, αλλά την εκδοχή της Δέλτα. Είναι νομίζω, η πιο τίμια και ειλικρινής στάση απέναντι στο πρωτότυπο έργο και τις αδιαμφισβήτητες αρετές του και δεν έχει να κάνει με τις προσωπικές μας απόψεις για τα ζητήματα που θίγει.» «Ο Γιάννης έκανε εξαιρετική δουλειά στο να αναδείξει τα στοιχεία που κάνουν το έργο να φαίνεται σπουδαίο ακόμη και σήμερα –τα ζωντανά περιστατικά, τις θυσίες και ματαιώσεις που αντιμετωπίζει ένας άνθρωπος όταν παλεύει για κάτι, το διεθνιστικό μήνυμα της Δέλτα- και να θέσει τις ιδεολογικές παροτρύνσεις στο ιστορικό context, κοιτώντας με απόσταση από το σήμερα», συμπληρώνει ο Παναγιώτης Πανταζής. Οι δύο δημιουργοί είχαν φυσικά επαφή με το βιβλίο της Δέλτα σε νεαρή ηλικία, όμως μέσα από την νέα τους επαφή μαζί του για τις ανάγκες της διασκευής, βρήκαν ένα νέο θαυμασμό για αυτό. «Οφείλω να πω πως έχοντας γνώση αρκετών από τα έργα της Δέλτα θεωρώ το συγκεκριμένο ως το αριστούργημά της», πιστεύει ο Ράγκος, ενώ ο Πανταζής μιλάει για το πώς το ξανασυνάντησε από την αρχή, πριν ξεκινήσει τα προσχέδια. «Η Πηνελόπη Δέλτα ήταν μια δημοφιλής γυναίκα συγγραφέας σε μια εποχή που για τις περισσότερες γυναίκες ήταν δύσκολο να έχουν φωνή στο ίδιο τους το σπίτι και αυτό ήταν αρκετό για να μπω στην διαδικασία να μάθω περισσότερα για την ζωή της και την καθημερινότητα της», εξηγεί ο σχεδιαστής. Οι δυο τους δούλεψαν ώστε το τελικό αποτέλεσμα να μη μοιάζει απλώς με μια τεχνητή μεταφορά ή διασκευή, μια απλή εικονογράφηση του κειμένου, αλλά να αξιοποιηθεί πλήρως η γλώσσα των κόμικς- κάτι που άλλωστε είχε συμβεί με απόλυτη επιτυχία και στον ‘Ερωτόκριτο’. «Είχα και πάλι την αίσθηση που αποκόμισα δουλεύοντας με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο και τον Γιώργο Γούση τη διασκευή του ‘Ερωτόκριτου’», κάνει τον παραλληλισμό ο Γιάννης Ράγκος. «Ότι καθώς η ανθρώπινη φύση παραμένει κατ’ ουσίαν η ίδια στις χιλιετίες και η ανθρώπινη ιστορία επαναλαμβάνεται άλλοτε σαν τραγωδία και άλλοτε σαν φάρσα, ένα έργο τέχνης που βυθίζεται με οξυδέρκεια και διαύγεια στον πυρήνα της ύπαρξης παραμένει πάντοτε επίκαιρο, ζωντανό και, επιτρέψτε μου έναν νεολογισμό, ενοχλητικά ελκυστικό». Αυτό συμβαίνει με τον ‘Ερωτόκριτο’, καταλήγει, αυτό συμβαίνει και με τα ‘Μυστικά του Βάλτου’: «Είναι το υπόρρητο στοιχείο που διαπερνά κάθε σπουδαίο έργο τέχνης το οποίο υπερβαίνει την εποχή του και τείνει προς την αιωνιότητα.» *Το graphic novel ‘Στα Μυστικά του Βάλτου’ κυκλοφορεί αύριο από τις εκδόσεις Polaris. ===
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.