Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'παναγιώτης πανταζής'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.


Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 17 results

  1. Πήγαμε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Περάσαμε καλά. Γυρίσαμε πίσω. Σας τα είπαμε. Αλλά κάτι χρωστάγαμε. Για την ακρίβεια, χρωστάγαμε εκείνο το πράγμα που ήταν ανάμεσα στα 2-3 πιο ενδιαφέροντα κατά τις μέρες του φεστιβάλ. Κατά μία έννοια, τα πιο ζουμερά στοιχεία της φετινής διοργάνωσης ήταν πράγματα που δεν περιορίζονταν άμεσα σε αυτό που λέμε κινηματογράφο. Το πρώτο (και καλύτερο με τρομερή διαφορά από οτιδήποτε άλλο) ήταν η παράσταση - μονόλογος - stand-up του αιώνιου μπαμπά μας, John Waters. Το δεύτερο, λοιπόν, ήταν ένα κόμικ. Για να είμαστε πιο ακριβείς, ειλικρινείς και συγκεκριμένοι, ήταν ένα κόμικ το οποίο περιμέναμε πώς και πώς να δούμε, να πιάσουμε, να μυρίσ-εχμ, να το πάρουμε τέλος πάντων. Ήδη εδώ και δύο μήνες γνωρίζαμε ότι το φεστιβάλ ετοίμαζε μια επετειακή έκδοση κόμικ για τα 60 χρόνια ζωής του, την οποία θα αναλάμβαναν να πραγματοποιήσουν 3 από τους πιο ενδιαφέροντες σύγχρονους καλλιτέχνες του πεδίου τους. Έτσι, οι Γιώργος Γούσης, Παναγιώτης Πανταζής και Γεωργία Ζάχαρη (όλοι εκ των οποίων έχουν συνδεθεί τα τελευταία χρόνια με τον αγαπημένο Μπλε Κομήτη που δυστυχώς πρόσφατα σταμάτησε τη λειτουργία του) έγραψαν και σχεδίασαν μια ερωτική ιστορία που μιλά ταυτόχρονα για το σινεμά, για την τέχνη αλλά και -ναι καλά μαντέψατε- για την ίδια τη ζωή. Πέρα από την πλάκα, το Φεστιβάλ (όπως είναι ο τίτλος του κόμικ) είναι μια δουλειά που καταφέρνει να συλλάβει με τρομερή αμεσότητα την φεστιβαλική εμπειρία μέσα από μια βαθιά ανθρώπινη και ειλικρινή ιστορία δύο ανθρώπων που το ζουν σε τρεις διαφορετικές περιόδους της ζωής του(ς). Ο Σωτήρης και η Ντάρια, οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες του κόμικ, αλληλοδιαπλέκονται με την ιστορία του φεστιβάλ καθώς μπλέκουν τα μπούτια τους από τη νεότητα μέχρι την ωριμότητα, προσφέροντας μια αφήγηση ολοκληρωμένη και ικανοποιητική σε όλα της: στην συνοχή, στο συναίσθημα, στα κλεισίματα του ματιού, στο σχέδιο, στην ευαισθησία, στο χιούμορ, στο δράμα, στο φινάλε. Ξέραμε ότι οι τρεις κομίστες έριξαν πολλή, εντατική και συλλογική δουλειά προκειμένου να κάνουν αυτό το κόμικ πραγματικότητα, κι έτσι ανυπομονούσαμε να μιλήσουμε μαζί τους ώστε να μας πούνε πώς έφτιαξαν αυτό που έφτιαξαν ώστε να γίνει αυτό που έγινε. Όπως μας πληροφορούν από το κοντρόλ, το Φεστιβάλ ήδη έχει αρχίσει να βρίσκεται διαθέσιμο προς πώληση σε βιβλιοπωλεία της χώρας, αλλά μέχρι να το πιάσετε στα χέρια σας μπορείτε να διαβάσετε την παρακάτω εκτενή συζήτηση που κάναμε με τους τρεις δημιουργούς του στην Θεσσαλονίκη. Ελπίζουμε να την απολαύσετε. Ας το πιάσουμε από την αρχή. Πότε και πώς ξεκίνησε αυτό το πράγμα και, κυρίως, πώς μπλέξατε έτσι; Γιώργος Γούσης: Τηλεφώνησαν σε μένα και μου είπαν ότι θέλουν να φτιάξουν ένα κόμικ με αφορμή τα 60 χρόνια του φεστιβάλ. Κάναμε ένα ραντεβού κι ήταν πολύ γενικό αυτό που μου είπανε. Ένα κόμικ για φεστιβάλ, αυτό. Στην αρχή μου φαινόταν ακατανόητο τι μπορεί να είναι. Ήξερα όμως σίγουρα τι δεν ήθελα να κάνω: κάτι πληροφοριακό, ιστορικό, μια αναδρομή κ.λ.π. Παναγιώτης Πανταζής: Κάτι που να μην είναι βαρετό τέλος πάντων. ΓΓ: Εγώ τους είπα ότι θα με ενδιέφερε να κάνω μια ανθρώπινη ιστορία. Μια ιστορία δύο ανθρώπων που με κάποιον τρόπο ζουν στο φεστιβάλ. Συμφώνησαν, και μου είπαν ότι θέλουν κάτι μεγάλο, φάση 80-100 σελίδες. Τους είπα λοιπόν ότι πρέπει να φτιαχτεί μια ομάδα, δεδομένου ότι αυτή η κουβέντα έγινε Απρίλιο προς Μάιο, οπότε δεν υπήρχε πολύς χρόνος. Έτσι μίλησα κι εγώ με τα παιδιά και μετά από 3-4 μέρες έγινε κι επίσημα η πρόταση: θα είμαστε τρεις, δεν θα είναι βοηθοί μου αλλά θα είμαστε ομάδα (ήταν σημαντικό για εμάς να υπάρχει μια ισότιμη σχέση), θα γράψουμε μια ερωτική ιστορία, ο ένας θα είναι σκηνοθέτης κι η άλλη θα είναι κριτικός κινηματογράφου. Κι αρχίσαμε να γράφουμε το σενάριο. Η πρόταση λοιπόν γίνεται στον Γιώργο κι αυτός έπειτα το προτείνει σε εσάς. Εσείς γιατί δεχτήκατε; Τι σας έπεισε εκείνη τη στιγμή; ΠΠ: Καλά εγώ γενικά γουστάρω να δουλεύω με τον Γιώργο. Δουλεύουμε παρέα χρόνια, είμαστε φίλοι και συνεργαζόμαστε ωραία. Θα ήταν λοιπόν και μια νέα πρόκληση να το κάνουμε αυτό το πράγμα. Πέρα απ’ το ότι από μόνο του θα ήταν μια μεγάλη κι ωραία δουλειά, ήθελα πρώτα απ’ όλα να κάνουμε ξανά μαζί κάτι με το Γιώργο. Γεωργία Ζάχαρη: Ή και να κάνουμε για πρώτη φορά μαζί κάτι. Με τον Γιώργο είχαμε δουλέψει μαζί σε δύο ιστορίες του Μπλε Κομήτη κι ήταν μια πολύ ωραία διαδικασία. Κάποια στιγμή λοιπόν με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: ‘Έχεις καμιά δουλειά το καλοκαίρι;” Ε, με το που το άκουσα απλά είπα ναι, ουάου, πού υπογράφω; Εγώ ας πούμε που γενικά έχω δουλέψει λιγότερο καιρό στον χώρο δεν είχα καν την αίσθηση του πόσο μεγάλο μπορεί να είναι όλο αυτό. Ήταν πολύ ωραία διαδικασία κι είμαι πολύ χαρούμενη που είχα την ευκαιρία να το κάνω αυτό τόσο νωρίς στην πορεία μου. ΓΓ: Θα υπήρχε ελευθερία, θα είχε καλή αμοιβή, θα ήταν σε καλές συνθήκες εργασίας μαζί με τους φίλους μου και θα είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε ένα μεγάλο κόμικ που δεν θα είναι κλασικά αφιερωματικό, χρονογραφικό ή πληροφοριακό – και να κάνουμε μια πραγματικά τωρινή και ζωντανή ερωτική ιστορία. Θέλαμε κάτι ουσιαστικό και σημερινό. ΠΠ: Κι ήταν επίσης μια ευκαιρία να φτιάξουμε κάτι που θα πάει σε ένα τελείως διαφορετικό κοινό από τα κόμιξ (που είναι ένα κοινό συγκεκριμένο και περιορισμένο) και θα είναι μια ιστορία που θα αφορά τον οποιονδήποτε. Είναι κάτι πιο μεγάλο. Το κόνσεπτ πώς πήρε την τελική του μορφή; ΠΠ: Θέλαμε κάθε κεφάλαιο από τα τρία να χωράει μέσα σε μία πρόταση. Στο πρώτο είναι νέοι, γνωρίζονται κι ερωτεύονται. Στο δεύτερο έχει ο καθένας την προσωπική του εξέλιξη αλλά έχουν χωρίσει. Στο τρίτο έρχεται το closure. ΓΓ: Το παρελθόν θα ήταν η νεότητά τους, το παρόν το peak της ενήλικης ζωής τους και το μέλλον εκεί που καταλαγιάζουν. ΓΖ: Κι αυτό που επεξεργάζεται το κόμικ είναι ουσιαστικά η σχέση ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη. Σας άγχωσε το ότι είναι ένα κόμικ που ουσιαστικά συνθέτει τις εμπειρίες τόσων πολλών ανθρώπων από το φεστιβάλ; Όχι το τι ταινίες είδανε, αλλά το ποιους ανθρώπους γνωρίσανε, με ποιους μιλήσανε, με ποιους πηδήχτηκαν, όλα αυτά. ΓΓ: Βασικά, αυτός ήταν ο σκοπός μας. Όταν ο πρώτος που το διάβασε μας είπε ότι “είναι πολύ φεστιβαλικό” κι ότι είναι όντως σα να είσαι στο φεστιβάλ, λέμε οκ, αυτό είναι. ΓΖ: Δείχνει ότι το έχεις ζήσει αυτό το πράγμα. Μια φίλη μου που σπουδάζει κινηματογράφο στη Θεσσαλονίκη και το ζει εδώ και πέντε χρόνια, μου είπε: “Α, είναι εγώ”. ΠΠ: Αλλά αυτό είναι το γαμάτο. Είδε τον εαυτό της η φίλη σου που σπουδάζει σινεμά, αλλά είδαν τον εαυτό τους και άνθρωποι που είναι 45 χρονών, ή και πιο μεγάλοι – είδαν πολλοί άνθρωποι τους εαυτούς τους μέσα σ’ αυτό. Αυτό είναι το πρώτο feedback που μας κάνει να χαιρόμαστε. Ότι πάρα πολλοί άνθρωποι αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους. Θέλω να γυρίσουμε στο πώς το δουλέψατε. Το σινεμά είναι πάντα μια πολύ συνεργατική τέχνη και εμπειρία. Τα κόμιξ μπορεί να γίνουν πολύ ατομική δουλειά. Εσείς όμως δουλέψατε εντελώς συλλογικά. ΠΠ: Σε εμάς όλα συνέβαιναν συλλογικά και ταυτόχρονα. Το συζητήσατε από πριν; Ψάξατε μια μεθοδολογία για να δουλέψετε συλλογικά; ΠΠ: Δεν το συζητήσαμε και πάρα πολύ. Αρχικά ήταν το γράψιμο, που ήταν το πιο εύκολο. Ήμασταν τρία άτομα σε ένα δωμάτιο, λέγαμε τις ιδέες μας και τις γράφαμε. Το γράφαμε σιγά σιγά, το διαβάζαμε, το ξαναγράφαμε. ΓΖ: Όλο αυτό βέβαια δεν είναι κάτι που συμβαίνει γενικά στα κόμιξ. ΠΠ: Ξέραμε γενικά τι χρειαζόμαστε και τι περιμένει ο ένας από τον άλλο. Για παράδειγμα, εγώ με τον Γιώργο έχουμε δουλέψει αρκετά μαζί, οπότε χρειαζόμασταν την Γεωργία που θα έφερνε μια διαφορετική φωνή. Κι επίσης ήταν απαραίτητη μια γυναικεία φωνή, γιατί ας πούμε αν το γράφαμε δυο άντρες, οκ, κάτι θα έβγαινε αλλά δεν θα έμοιαζε τόσο αυθεντική η γυναικεία φωνή. Και στο τέλος αυτές οι φωνές έφτασαν να μην ξεχωρίζουν, να μην καταλαβαίνεις ποιος έχει γράψει τι. ΓΓ: Υπήρχαν κι εύκολες λύσεις για να το δουλέψουμε. Για παράδειγμα, υπήρχαν τρία κεφάλαια. Θα μπορούσαμε να πάρουμε ένα ο καθένας. Για κάποιον λόγο, ίσως από διαίσθηση, δεν μας βγήκε αυτό. Μας βγήκε πολύ άνετα το άλλο, το να δουλέψουμε τα πάντα μαζί. Αλλιώς θα έμοιαζε με μια δουλειά που απλά δεν προλάβαινε να την κάνει ένας οπότε την έκαναν τρεις. Κι εγώ το είχα στο μυαλό μου να υπάρχει μια κίνηση στο σχέδιο, να είναι ένα πράγμα που είναι συνέχεια παλλόμενο. Έτσι, όπως θα άλλαζε συνεχώς η ιστορία που είναι αρκετά σουρεαλιστική, θα άλλαζε και το σχέδιο. Όλα ήταν ένα μείγμα. ΠΠ: Καταρχάς, στήσαμε γραφείο όλοι μαζί. Ήμασταν στο σπίτι μου κι έρχονταν καθημερινά 9 το πρωί τα παιδιά. Φεύγανε 10, 11, 12 το βράδυ – όσο χρειαζόταν κάθε φορά. Ήμασταν όλη μέρα μαζί. Τρία σχεδιαστήρια μέσα, όλα ταυτόχρονα. ΓΖ: Στο γράψιμο βγήκε οργανικά όχι μόνο το τι θα έκανε ο κάθε χαρακτήρας, αλλά και το πώς κατέληξε συνολικά το κόμικ. Κάποια στιγμή καταλάβαμε ότι κάναμε πράγματα με παρόμοιο τρόπο χωρίς να το έχουμε συζητήσει. ΠΠ: Ναι, συνειδητοποιήσαμε ότι κάθε κεφάλαιο τελειώνει όπως ξεκινάει. Στον ίδιο χώρο. Δεν το κάναμε επίτηδες, απλά μας βγήκε χωρίς συνεννόηση. Το πρώτο ξεκινάει και τελειώνει σε τουαλέτα, το δεύτερο σε αίθουσα σινεμά και το τρίτο σε γραφείο. Μου φαίνεται ότι όλο αυτό έχει έναν μικρο-ουτοπικό χαρακτήρα, δηλαδή το πώς να φτιάχνεις τέχνη ρίχνοντας τείχη κατά την διάρκεια. Κάνοντας συλλογικά κάτι που θεωρητικά γίνεται πιο εύκολα ατομικά, και κάνοντάς το και καλύτερα τελικά. ΓΖ: Ρίξαμε και τείχη σε προσωπικό επίπεδο. Επειδή χρειάζεται να βγάλεις πολύ συναίσθημα και πολλές δικές σου αναμνήσεις στο τι γράφεις, σίγουρα υπήρξαν φάσεις που μοιραστήκαμε πράγματα σε βαθμό ακραίο, σε φάση “ώπα ώπα ώπα”. Έχω μοιραστεί με τα παιδιά πράγματα που δεν θα μοιραζόμασταν αλλιώς. Ήθελα να στο ρωτήσω αυτό Γεωργία. Οι άλλοι δύο, όντας χρόνια συνεργάτες και φίλοι, είχαν μοιραστεί ήδη πολλά μεταξύ τους. Για σένα πώς λειτούργησε αυτή η δυναμική; ΓΖ: Είχε γίνει ένα καλό βήμα με την έννοια ότι με τον Γιώργο γνωριστήκαμε και συνεργαστήκαμε πρώτη φορά πέρσι τέτοια εποχή. Ήδη από τότε σε αυτό που δούλευα και επιμελούταν ο Γιώργος για τον Μπλε Κομήτη είχε αρχίσει να μπαίνει το βίωμα πολύ έντονα. Αλλά εδώ σίγουρα it got too real σε κάποιες φάσεις. Για μένα όμως είναι μόνο θετικό αυτό. ΠΠ: Είχε παίξει πάντως και λίγο bonding πριν ξεκινήσουμε να δουλεύουμε. Είχαμε έρθει και μαζί Θεσσαλονίκη να κάνουμε έρευνα για το κόμικ. ΓΓ: Πάντως νομίζω ότι το βασικό δεν είναι αν μπορείς να εκφράσεις τα συναισθήματά σου αλλά αν μπορείς να καταλαγιάσεις τον εγωισμό σου. Μου φαίνεται ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν έχει καταλαγιάσει επίσης μέσα σου το ποια θες να είναι η ψυχή της ιστορίας, το ποιον κοινό σκοπό υπηρετείς. ΠΠ: Πάντως τόση ώρα το λέμε λες και βγήκε νεράκι… Ντάξει, ήμασταν τυχεροί που κύλησε, αλλά προφανώς είχαμε και διαφωνίες και προβλήματα. Αλλά αυτό μας έδινε και κίνητρο. Είχε δυσκολίες που το έκαναν και πιο ενδιαφέρον στην τελική. Και μας έκανε κι ακόμα πιο χαρούμενους που το τελειώσαμε. Ξέρεις, ότι το κάναμε τελικά. ΓΓ: Ήταν και ρεκόρ χρονικό. Σχεδιάσαμε 180 σελίδες σε 2 μήνες. Κι ήταν και ένα προσωπικό στοίχημα: “Θα αντέξω με 2 ανθρώπους 12 ώρες τη μέρα επί 2 μήνες συνεχόμενα;” ΠΠ: Ακόμα και τον Δεκαπενταύγουστο πήγαμε όλοι μαζί στο εξοχικό του Γιώργου και δουλεύαμε. Ας πούμε για μένα που έχω δική μου οικογένεια ήταν περίεργο να είμαι τόσο μακριά τους. Αλλά σκέψου ότι ακόμα και τις διακοπές τις περάσαμε οι τρεις μας δουλεύοντας, απλά αλλάξαμε σκηνικό για να μην λαλήσουμε. Και μερικά πρωινά κάναμε και κανένα μπάνιο… Όχι εντάξει, καλά κάνατε και κάνατε μπάνιο, δεν κρίνουμε. Πείτε μου λίγο και για τα stories που ανεβάζατε συνεχώς στο Instagram αυτό το δίμηνο. Λειτουργούσε πολύ ιντριγκαδόρικα ως teasing. ΠΠ: Ναι, γιατί δεν είχαμε ανακοινώσει τίποτα για το πρότζεκτ. ΓΖ: Με έπιαναν φίλοι που δεν τους είχαμε πεί τίποτα και μου λέγανε “ΤΙ ΚΑΝΕΤΕ”. Ας πούμε η εικόνα που είχα εγώ ήταν ότι είχαν καταρρεύσει οι ζωές σας κι απλά σας βάλανε οι κοντινοί σας άνθρωποι σε καραντίνα μπας και την παλέψετε, σαν self-help κοινότητα. ΓΓ: Ήταν όντως μια απορία: “Τρεις κομίστες μαζί, τι κάνουνε;” ΠΠ: Και γιατί είναι συνέχεια μαζί, όλη μέρα, μέχρι το βράδυ; Τα stories λοιπόν τα κάναμε κυρίως ενδιάμεσα, στα διαλείμματα, όταν κουραζόμασταν. Ακούγαμε ό,τι να ‘ναι μουσική συνέχεια για να είμαστε όλοι ικανοποιημένοι κι έτσι μας έβγαιναν διάφορα πράγματα. ΓΓ: Ούτε καν οι συνάδελφοί μας στον χώρο των κόμιξ δεν ξέρανε τι κάνουμε. Έδινε την αίσθηση του απρόσμενου. Και θέλω να δω ποια θα είναι η αντίδρασή τους όταν το διαβάσουνε. Πάντως, βλέποντας τα stories κάθε μέρα (όχι ότι είμαι όλη μέρα στο ίντερνετ), αυτή η δημιουργική επαφή που είχατε έδωσε μια συνεκτική καλλιτεχνική υφή και σε αυτά. ΠΠ: Ναι, αναπτύξανε συγκεκριμένα μοτίβα οπτικά και ηχητικά. Είχαν ρόλους και χαρακτήρες. Με ένα καλό μοντάζ βγαίνει ένα video art πολύ καλύτερο από τα μισά experimental πράματα που βλέπουμε στα φεστιβάλ. ΠΠ: Κι επίσης βγαίνει ένα πολύ καλό ημερολόγιο του πώς μακραίνανε τα μαλλιά μου και τα γένια μου. Πώς ήταν λοιπόν όλο αυτό όταν τελείωσε η κοινοτική εμπειρία δουλειάς; Είχατε post-partum depression; ΓΓ: Εγώ ξανάρχισα να έχω τα προβλήματα που είχα και πριν. Δεν τα είχα κατά τη διάρκεια, και μετά επανήλθανε. Τα προβλήματα, τους προβληματισμούς, τα άγχη. ΠΠ: Κι εγώ. Είναι σημαντικό αυτό που λέτε. ΓΓ: Έχει και μια παθογένεια αυτό βέβαια. Ο μεγάλος κόπος, η μεγάλη ενέργεια, το μεγάλο δόσιμο, το όραμα να βγει κάτι που ξαφνικά σου τρώει όλη την ύπαρξη. Έχει μια παθογένεια λοιπόν, αλλά ταυτόχρονα λες: “τουλάχιστον έχω αυτό”. ΓΖ: Εμένα μου έχει δημιουργήσει ένα πολύ μεγαλύτερο δημιουργικό άγχος το τέλος του κόμικ. Ακόμα δε μπορώ να πιάσω μολύβι με άνεση. Κουράζομαι, δε θέλω. Είναι αυτό το πράγμα που κλείνει ένα πρότζεκτ στο οποίο είχες αφιερώσει ένα πάρα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής σου, των ιδεών σου και της δημιουργικότητάς σου. Αλλά μ’ έχει πιάσει και μια φάση τύπου: “πότε θα μπορέσω να έχω ξανά μια τόσο καλή ιδέα;”. Προφανώς το ξέρω ότι κάποια στιγμή θα έρθει, αλλά σου δημιουργεί ένα βαθύ υπαρξιακό άγχος. Σόρι κιόλας που εστιάζω τόσο πολύ στο κομμάτι της δημιουργικής διαδικασίας, αλλά αυτό με ενδιαφέρει περισσότερο. Εννοώ, το αποτέλεσμα είναι αυτό που είναι. Έχει φύγει πια από εσάς, το παίρνει ο άλλος και το κάνει ό,τι θέλει. ΓΖ: Ναι, κι εγώ νομίζω ότι είναι πολύ πιο ενδιαφέρον. Το να μιλήσουμε για κάθε καρέ δεν έχει νόημα. Διάβασέ το και θα καταλάβεις, ή βάλε εσύ την ερμηνεία σου. ΠΠ: Και δεν μας πέφτει και λόγος πλέον. Πιστεύετε ότι έκανε καλό στο κόμικ που δεν είστε από την Θεσσαλονίκη; ΠΠ: Ναι, εγώ το πιστεύω. Γιατί ξέραμε την πόλη μέσα από το context του φεστιβάλ περισσότερο παρά μέσα από την καθημερινότητα της Θεσσαλονίκης. Έτσι κι αλλιώς, τις μέρες του φεστιβάλ η Θεσσαλονίκη είναι κάτι άλλο – εικάζω. Επομένως εμείς ξέροντάς την σ’ αυτήν την μορφή εστιάσαμε σε αυτό. Αλλά έχουμε και σημεία άσχετα με το φεστιβάλ, κυρίως όταν οι ίδιοι οι χαρακτήρες θέλουν να βγουν από το context του φεστιβάλ. Πάνε στο γήπεδο, στο πατσατζίδικο κ.λ.π. ΓΓ: Ούτως ή άλλως, στο κόμικ ο ένας είναι Θεσσαλονικιός κι η άλλη δεν είναι, οπότε υπάρχουν κι οι δύο οπτικές γωνίες. Τι feedback έχετε μέχρι τώρα αυτές τις μέρες που είστε εδώ; ΓΖ: Πολύ θετικό. ΠΠ: Πολύ ενθουσιώδες, ναι. Αλλά θα μου άρεσε να συζητήσω και με κάποιον που θα μου πει τι δεν του άρεσε. ΓΓ: Νομίζω είναι τόσο συναισθηματική και ανθρώπινη η ιστορία που κανείς δεν κάθεται να αναλύσει τεχνικές κλπ. Σου λένε ότι συγκινήθηκαν, ότι γέλασαν. Πάντως, ως εξωτερικός προς τη δημιουργία κόμιξ αλλά έχοντας μια επαφή με το πώς είναι να δουλεύεις γύρω από την τέχνη στην Ελλάδα, έχω να πω ότι το Φεστιβάλ είναι μια μεγάλη δουλειά, φουλ επαγγελματική, για έναν μεγάλο θεσμό πολιτισμού κλπ. Ήσασταν λοιπόν εσείς οι τρεις αυτοί που το κάνανε – και μπράβο σας. Πώς το διαχειρίζεστε αυτό; ΠΠ: Πρώτα απ’ όλα, είναι ένας από τους λόγους που είμαστε περήφανοι. ΓΓ: Απ’ την αρχή μια αγωνία μου ήταν να μην πει κανείς ότι το αποτέλεσμα δεν είναι αντάξιο του μεγέθους της δουλειάς, γιατί τα δεδομένα ήταν γνωστά από την αρχή, πριν βγει το αποτέλεσμα. Ξέραμε ότι είναι μεγάλη δουλειά, μεγάλος θεσμός, ότι θα έχει όλα τα μάτια πάνω του. Πιστεύαμε όμως ότι θα είναι αντάξιο, κι ελπίζουμε να είναι κιόλας. Η ιδέα ήταν αυτή: όσο επαγγελματικές ήταν οι συνθήκες, άλλο τόσο επαγγελματικό να ήταν και το αποτέλεσμα. Το βρίσκω σημαντικό αυτό, γιατί εν γένει ο κόσμος είναι κάπως συνηθισμένος στο να αποδεικνύονται αρπαχτές τέτοια πράγματα. Ξέρεις, κάτι επετειακό, αφιερωματικό… ΓΓ: Ήταν στο χέρι μας να δώσουμε κάτι πρόχειρα φτιαγμένο, αλλά δεν το κάναμε. Είναι στάση ζωής το να δίνεις τον καλύτερό σου εαυτό σε όλα όσα κάνεις, είτε είναι μόνο για σένα είτε είναι για ένα μεγάλο έργο όπως εδώ. ΠΠ: Ήταν σημαντικό για μας ότι, μετά από τόσα χρόνια στον χώρο των κόμιξ με πολλές δυσκολίες, μπορούμε να πούμε ότι επιτέλους η αμοιβή έφτασε να ταιριάζει σε αυτό που κάνουμε. Μετά όμως δεν πικραίνεσαι λίγο παραπάνω που η κανονικότητα της δουλειάς στην τέχνη είναι γενικά τόσα λέβελ πιο κάτω σε δυνατότητες δίκαιης αμοιβής και αναγνώρισης; ΠΠ: Εγώ σκέφτομαι πώς θα ξαναγίνει να κάνω κι άλλη τέτοια δουλειά, που να ταιριάζει ο κόπος μου με την αμοιβή μου. ΓΓ: Απογοήτευση δεν είναι, γιατί είναι μια πραγματικότητα γνωστή. Απογοητεύεσαι όταν πετάς στα σύννεφα και ξαφνικά κάτι σε επαναφέρει στην πραγματικότητα. Να δούμε πώς θα πάει πάντως, μερικές φορές όταν γίνεται ένα βήμα αυτό μπορεί να σημαίνει κάτι θετικό και για την γενικότερη σκηνή και το γενικότερο καλό. Κάτι παρόμοιο συνέβη όταν βγήκε το Logicomix, όταν βγήκε ο Ερωτόκριτος κ.λ.π. To γεγονός ότι όλο αυτό ήταν μια τόσο ικανοποιητική εμπειρία σε τόσα πολλά επίπεδα εξισορρόπησε κάπως για εσάς το κλείσιμο του Μπλε Κομήτη; ΠΠ: Για όλους μας υπήρχε προσωπική εμπλοκή, οπότε μας επηρέασε. ΓΓ: Για μένα ήταν μια τρελά κωλόφαρδη συνθήκη, γιατί υποψιαζόμουν πως το περιοδικό μπορεί να μην έχει και πολύ μέλλον – όχι γιατί δεν πήγαινε καλά αλλά γιατί είχε φτάσει σε ένα επίπεδο που ήξερες ότι δεν θα καλυτερεύσει πια. Οπότε πλέον σπαταλούσαμε ενέργεια και χρήματα σε ένα πράγμα που εμείς θεωρούσαμε ότι είναι καλό αλλά έχει κι ένα ταβάνι. Αυτό το ταβάνι ήταν κάτι που είχε αρχίσει να με κουράζει. Έτσι, με το που έκλεισε το ένα πράγμα, ξεκίνησε ένα άλλο στο οποίο μπήκα κατευθείαν, έδωσα όλη μου την ενέργεια και το αποτέλεσμα μας χαροποίησε. Ήταν τυχερό για μένα το γεγονός ότι το ένα ήρθε και καπάκωσε το άλλο. Είναι σα να ερωτεύεσαι κατευθείαν αφού χωρίσεις, πράγμα σπάνιο γενικά. Κάτι ακόμα θέλω να σας ρωτήσω. Το κόμικ έχει κάτι πολύ ιδιαίτερο που νομίζω λείπει από το σύγχρονο ελληνικό σινεμά σε σημαντικό βαθμό. Αποπνέει μια αυθεντική φυσικότητα στο γράψιμο των χαρακτήρων και των διαλόγων, μοιάζουν τέλος πάντων αληθινοί άνθρωποι. Έχετε σκεφτεί ότι υπάρχει κάτι στην προσέγγισή σας που θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο στους Έλληνες σκηνοθέτες ή σεναριογράφους; ΠΠ: Εγώ χαίρομαι που το λες αυτό γιατί γενικότερα είναι από τις βασικές μου αγωνίες απ’ όταν πρωτοάρχισα να φτιάχνω τις δικές μου ιστορίες. Στην αρχή δούλευα πάνω στα σενάρια άλλων και μετά άρχισα να φτιάχνω τα δικά μου. Συνειδητοποίησα τελικά ότι αυτό μου αρέσει περισσότερο για διάφορους λόγους. Αλλά είναι μια πολύ βασική αγωνία για μένα αν οι άνθρωποι που γράφω μιλάνε σαν κανονικοί άνθρωποι ή αν μιλάνε σαν άνθρωποι-που-είδαμε-κάπου-αλλού-να-το-κάνουν. Αυτό είναι tricky φυσικά αν θα το καταφέρεις, αλλά το πώς κάποιοι δεν το καταφέρνουν καθόλου με εκπλήσσει μερικές φορές. Ίσως το κλειδί είναι να τσεκάρεις συνέχεια τον εαυτό σου και να μην νιώθεις ποτέ υπερβολικά σίγουρος γι’ αυτό που έκανες. ΓΓ: Το να φτιάχνεις ταινίες είναι μια διαδικασία-κυκεώνας με μίτινγκς πάνω σε μίτινγκς συνεχώς, και χάνεται εύκολα η μπάλα ακόμα κι αν έχεις μια καλή ιδέα στο μυαλό σου. Ακόμα στα κόμιξ υπάρχει μια μεγάλη ελευθερία. Έχεις μια ωραία ιδέα, την ζωγραφίζεις, βγαίνει. Έχει ακόμα αυτή την γοητεία του πράγματος που λέει ότι εφόσον μπορείς να το ονειρευτείς τότε μπορείς και να το κάνεις. ΓΖ: Ναι, εντάξει, αλλά μόνο αν ξέρεις να γράφεις κιόλας. ΓΓ: ΟΚ, ο άλλος μπορεί να μην το έχει κιόλας, ναι. Πολλές φορές ο άλλος θέλει απλά να κάνει μια ταινία, και για την κάνει μπορεί και να πουλήσει την ψυχή του στον διάολο. Για μένα δεν ξεκινάει απ’ το ότι απλά θέλω να κάνω ένα κόμικ. Ξεκινάει απ’ το ότι θες να πεις αυτήν την γαμημένη ιστορία. Έχεις ανάγκη να την πεις, και θα βρεις έναν τρόπο. Πιστεύετε ότι την συγκεκριμένη ιστορία θα την είχατε πει με κάποιον άλλον τρόπο αν δεν είχε κάτσει αυτό το κόμικ; ΓΖ: Κάποιες πλευρές της σίγουρα. Αλλά αν το είχε κάνει ο καθένας μόνος του τότε θα είχε βγει κάτι πολύ διαφορετικό. Ήμασταν 3 άνθρωποι που βάλαμε φουλ τις εμπειρίες μας μέσα σε αυτό. Έχει ένα εύρος εμπειριών και συναισθημάτων που δεν θα το είχε αν το έκανε ο καθένας μόνος του. Δεν θα ήταν το ίδιο. ΓΓ: Εγώ πάντα σκεφτόμουν ότι θα ήθελα να κάνω ένα love story, κάτι που θα βγει κατευθείαν από το συναίσθημα. Κι αυτή εδώ ήταν η καλύτερη ευκαιρία για να το κάνω. Θέλω να μάθω δύο τελευταία πράγματα. Πρώτον, ποιος είπε την λέξη ερωτιδέας ώστε να την βάλετε μέσα; ΓΓ: Εγώ το σκέφτηκα. Δεύτερον, ποιος σκέφτηκε το λογοπαίγνιο Προοικονομίδης; ΓΓ: Πάλι εγώ. Μάλιστα. O Γιώργος Γούσης γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα. Από το 2006 έχει συνεργαστεί ως εικονογράφος και δημιουργός κόμικ με την πλειονότητα των εντύπων και των εκδοτικών οίκων της Ελλάδας. Το 2012 κυκλοφόρησε την συλλογή σύντομων ιστοριών «Αθώες Εποχές» (εκδόσεις ΚΨΜ), ενώ το 2016 συνεργάστηκε με τους συγγραφείς Δημοσθένη Παπαμάρκο και Γιάννη Ράγκο για την διασκευή του Ερωτόκριτου του Βιτσέντζου Κορνάρου σε κόμικ (εκδόσεις Polaris). Aπό το 2017 έως και το 2019 ήταν αρχισυντάκτης στο περιοδικό με κόμικ «Μπλε Κομήτης». O Παναγιώτης Πανταζής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα, όπου ζει και ζωγραφίζει. Σταθερός συνεργάτης του περιοδικού «9» τα τελευταία 5 χρόνια της κυκλοφορίας του, δημοσίευσε το πρώτο άλμπουμ του με κόμικς το 2007 (Common Comics #1, Giganto). Ακολουθούν 15 κυκλοφορίες σε συνεργασία με εκδοτικούς οίκους όπως Giganto, ΚΨΜ, Jemma, 9η Διάσταση ή σε αυτοεκδόσεις. Από το 2011 έχει κυκλοφορήσει πάνω απο 400 online comic strips σε σειρές στο socomic.gr (Kλειδωμένος Ρυθμός, Mαρμελάδα Κεράσι, King Panda Forever κα). Είναι συνεργάτης του περιοδικού «Μπλε Κομήτης» (Polaris) από το πρώτο τεύχος. Πιο πρόσφατη κυκλοφορία του, το «Στα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα, σε σενάριο Γιάννη Ράγκου, από τις εκδόσεις Polaris (Mάρτιος 2018). Η Γεωργία Ζάχαρη γεννήθηκε το 1994 στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία και Θεωρία της Τέχνης στην ΑΣΚΤ. Δραστηριοποιείται στον χώρο των κόμικς από το 2017. Έχει δείξει δουλειά της σε πέντε αυτοεκδόσεις, ενώ έχει συνεργαστεί σε δύο ιστορίες με το περιοδικό «Μπλε Κομήτης». Το 2018 τιμήθηκε με το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Καλλιτέχνη στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς. Και το σχετικό link...
  2. Οι ταινίες, οι επισκέπτες, τα στιγμιότυπα και οι προσωπικότητες του σινεμά, διατρέχουν την έκδοση που είναι αφιερωμένη στα 60 χρόνια της διοργάνωσης. Ο Σωτήρης είναι ένας σκηνοθέτης που φτάνει στο peak της δημιουργικότητάς του αποσπώντας το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, αλλά μετά πέφτει σε τέλμα και όλες οι προσπάθειές του για να βγει μπροστά, δεν έχουν αποτέλεσμα. Η Ντάρια είναι μια νέα, σχετικά άσημη δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου που καλύπτει το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, η καριέρα της εκτοξεύεται και φτάνει κάποια στιγμή να γίνει διευθύντρια της διοργάνωσης. Οι δυο τους συναντιούνται ένα φθινοπωρινό απόγευμα στη Θεσσαλονίκη, γνωρίζονται, ερωτεύονται, ζουν το πάθος στην πόλη, μετά η σχέση τους περνάει κρίση, χωρίζουν και στο τέλος…τι; Η ερωτική ιστορία του Σωτήρη και της Ντάρια, μπλέκεται με εκείνη του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, καθώς κινούνται αγαπιούνται μεγαλώνουν σε τρεις εποχές του θεσμού: στο παρόν, στο παρελθόν και στο μέλλον του. Με αυτή την ερωτική ιστορία, την οποία μετέφεραν στο χαρτί μέσα από ένα εξαιρετικό κόμικ τρεις comic artists, οι Γιώργος Γούσης, Παναγιώτης Πανταζής και Γεωργία Ζάχαρη, γιορτάζει τα 60χρονά του το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Το κόμικ που έχει τον τίτλο «Φεστιβάλ» είναι μια καλαίσθητη έκδοση 180 σελίδων, με σκληρό εξώφυλλο που θα πουλιέται τις ημέρες του Φεστιβάλ, δηλαδή από τις 31 Οκτωβρίου ως τις 10 Νοεμβρίου στους χώρους του και στη συνέχεια σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία. Την σχέση του Σωτήρη και της Ντάρια, κατευθύνουν και σχολιάζουν, άχρονα, άνθρωποι που μέσα στις δεκαετίες του Φεστιβάλ έχουν δουλέψει γι΄αυτό ή του έχουν προσφέρει και κείμενά τους. Ο αείμνηστος Θόδωρος Αγγελόπουλος δεν θα μπορούσε παρά να είναι ο εαυτός του, αλλά ο Αμερικανός σκηνοθέτης, Τζιμ Τζάρμους, για πολλούς ίσως ο ιδανικός εκφραστής του ανεξάρτητου σινεμά και πάντως σίγουρα μια από τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες του παγκόσμιου σινεμά, ξαφνιάζει ευχάριστα στο ρόλο ενός…τεχνίτη μπουγάτσας. Ο Τζάρμους βρέθηκε το 2013 στη Θεσσαλονίκη -ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα-, στο 54ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης με αφορμή την προβολή της ταινίας του «Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί» και ασφαλώς γεύτηκε τις μπουγάτσες Θεσσαλονίκης, ενώ σίγουρα θα απολαύσει το εικονογραφικό αποτέλεσμα - η έκδοση κυκλοφορεί και στα αγγλικά. Ο Σταύρος Τσιώλης που έφυγε πριν λίγους μήνες από τη ζωή, γνωστός και για την τριλογία «Γυναίκες» στο κόμικ έχει τον ρόλο ενός… περιπτερά και γνωρίζει πως η ηρωίδα που τον πλησιάζει για να πάρει καπνό κάνει προσπάθεια να κόψει το κάπνισμα. «Βρε μαναράκι μου, αφού το έκοψες το άτιμο πριν πεντακόσιες δύο μέρες», της λέει, ενώ γοητευτικός και αινιγματικός στέκεται σε έναν σταθμό τρένων ο Νίκος Νικολαΐδης. Στην ιστορία παρεμβαίνουν ακόμη αστέρες του ελληνικού σινεμά όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη και ο Θανάσης Βέγγος, αλλά και ο Νίκος Κούνδουρος, ο διάσημος Ιταλός συνθέτης, Νάνι Μορέτι και πολλοί άλλοι. «Ήταν σχεδόν επιβεβλημένο στο μυαλό όλων μας να κάνουμε μια επετειακή έκδοση για τα 60 χρόνια του φεστιβάλ, αλλά θέλαμε να είναι κάτι περισσότερο από μια απαρίθμηση ταινιών, επισκεπτών, στιγμιότυπων, αριθμών», λέει στο «Έθνος της Κυριακής», ο υπεύθυνος προγράμματος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Γιώργος Κρασσακόπουλος και προσθέτει: «οπότε αναζητούσαμε έναν τρόπο να συλλάβουμε κάτι από την αίσθηση και την εμπειρία του φεστιβάλ, την σχέση του με την πόλη, τους δημιουργούς, το κοινό και η ιδέα για ένα κόμικ έμοιαζε ιδανική. Σαν μια "ταινία σε χαρτί" που χωράει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του Φεστιβάλ, τους ανθρώπους και τις ταινίες που το καθόρισαν και κυρίως όλα όσα δεν μπορούν να μετρηθούν και να κατηγοριοποιηθούν σε μια τυπική αναδρομή στην ιστορία του, γιατί καταγράφονται κυρίως στην καρδιά των όσων το ζουν κάθε χρόνο». Η ομάδα εργασίας των comic artists Οι άνθρωποι του Φεστιβάλ απευθύνθηκαν τον περασμένο Απρίλιο στον Γιώργο Γούση, έναν comic artist που έχει συνεργαστεί ως εικονογράφος και δημιουργός κόμικ με την πλειονότητα των εντύπων και των εκδοτικών οίκων της Ελλάδας. Ο 33χρονος καλλιτέχνης, απέσπασε τον Σεπτέμβριο το Βραβείο Β΄ Καλύτερης Ταινίας για την μικρού μήκους ταινία του «Χειροπαλαιστής», στις Νύχτες Πρεμιέρας 2019, το οποίο και μοιράστηκε -όταν το παρέλαβε- με τον Γιώργο Κουτσαλιάρη, τον οποίο αποκάλεσε ως «συν-σκηνοθέτη». «Η πρόταση ήταν ενδιαφέρουσα και τιμητική, αλλά ο χρόνος πίεζε και η πρώτη μου σκέψη ήταν πως έπρεπε να συγκροτηθεί μια ομάδα», μας λέει ο Γιώργος Γούσης. Η ομάδα απαρτίζονταν από τον 27χρονο Παναγιώτη Πανταζή που έχει κυκλοφορήσει από το 2011 πάνω από 400 online comic strips σε σειρές, ενώ η πιο πρόσφατη κυκλοφορία του είναι «Τα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα σε σενάριο του Γιάννη Ράγκου, από τις εκδόσεις Polaris. Μαζί τους και η 25χρονη απόφοιτος της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών, Γεωργία Ζάχαρη, η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο των κόμικ από το 2017, ενώ το 2018 απέσπασε το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Καλλιτέχνης στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς. Στην πρώτη τους κιόλας συνάντηση οι τρεις comic artists συμφώνησαν ότι το Φεστιβάλ Κινηματογράφου κάνει παρέμβαση στη ζωή κάποιων ανθρώπων, οπότε η υπόθεση έπρεπε να έχει ως βάση μια ερωτική ιστορία δύο ανθρώπων που συμμετέχουν σε αυτό, σε μια αναδρομή για μεγάλο χρονικό διάστημα. «Παρατηρούμε την εξέλιξη μιας σχέσης 15-20 χρόνων, σε τρία φεστιβάλ. Η Θεσσαλονίκη πρωταγωνιστεί έντονα, φαίνεται ο χαρακτήρας της, κάποια τοπόσημα, στοιχεία που την αναδεικνύουν και το αποτέλεσμα είναι πολύ… φεστιβαλικό», δηλώνει ο Γ. Γούσης και χαρακτηρίζει το έργο «αστείο, αλλά και συγκινητικό». Το κόμικ διατρέχει τους ανθρώπους, του Φεστιβάλ, τα τοπία της πόλης, την οργάνωση του θεσμού, την τέχνη που εμπνέεται από την εικόνα και τον ήχο. Αλλά το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης δεν είναι μόνο οι ταινίες: είναι οι μέρες και οι νύχτες, οι σκοτεινές αίθουσες, τα φωτεινά πρωινά στη θάλασσα και η κοσμοσυρροή στα μπαρ, οι γνωριμίες, οι συνεργασίες και οι συμπαραγωγές, οι συζητήσεις για το τι επιφυλάσσει το μέλλον. Στρέφοντας το βλέμμα ταυτόχρονα προς το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον και τιμώντας μια τέχνη που εμπνέεται από την εικόνα, την ιστορία και τους ήρωες, όπως κάνει και το ίδιο το σινεμά, το Φεστιβάλ θα παρουσιάσει σε λίγες μέρες το… Φεστιβάλ, ένα κόμικ φτιαγμένο από νέους δημιουργούς, μπολιασμένο από όλους του παλιότερους. «Όποιος επισκέπτεται το Φεστιβάλ και συμμετέχει σε αυτό είτε ως θεατής, ως σκηνοθέτης, ως κριτικός, ως παραγωγός, θα αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα στο κόμικ. Αλλά κι όποιος δεν έχει σχέση με την διοργάνωση, θα το ευχαριστηθεί. Πιστεύω ότι και οι δυο θα το διαβάσουν και του χρόνου, αλλά και μετά από χρόνια. Γιατί δεν είναι μια απλή αναδρομή, δεν είναι ένα ιστορικό κείμενο, είναι μια ωραία ιστορία που τα συνδυάζει όλα», εξηγεί ο Γ. Γούσης. Και το σχετικό link...
  3. Μια ερωτική ιστορία που μιλά ταυτόχρονα για σινεμά, τέχνη, αλλά και για την ίδια τη ζωή. Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης συμπληρώνει 60 χρόνια - έξι δεκαετίες που συνδέουν πολλά, κάτω από έναν τίτλο. Τον Νίκο Κούνδουρο και τον Φίνο, με τον Τζιμ Τζάρμους και την ψηφιακή εποχή. Την ΕΜΣ και τον β′ εξώστη με την Κατρίν Ντενέβ και τους νέους Έλληνες δημιουργούς. Τον Χρυσό Αλέξανδρο με το Πρώτο Πλάνο. Τον Θερμαϊκό με το παγκόσμιο σινεμά. «Για να γιορτάσουμε το 60ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και όλα αυτά που το χαρακτηρίζουν και το συνθέτουν, για να μιλήσουμε για όλα αυτά που αγαπάμε και για όλους αυτούς που αγάπησαν το Φεστιβάλ, ετοιμάσαμε μια ξεχωριστή έκδοση. Στρέφοντας το βλέμμα ταυτόχρονα προς το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον και τιμώντας μια τέχνη που εμπνέεται από την εικόνα, την ιστορία και τους ήρωες, όπως κάνει και το ίδιο το σινεμά, το Φεστιβάλ παρουσιάζει το… Φεστιβάλ, ένα κόμικ φτιαγμένο από νέους δημιουργούς, μπολιασμένο από όλους τους παλιότερους» αναφέρει το ΦΚΘ για το κόμικ «Φεστιβάλ» που θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά και στα αγγλικά (ακόμη μία ευχάριστη έκπληξη για τα 60χρονα γενέθλια). Οι comic artists , Παναγιώτης Πανταζής και Γεωργία Ζάχαρη, έγραψαν και σχεδίασαν μια ερωτική ιστορία που μιλά ταυτόχρονα για σινεμά, τέχνη, αλλά και για την ίδια τη ζωή. Άλλωστε το Φεστιβάλ δεν είναι μόνο οι ταινίες: είναι οι μέρες και οι νύχτες, οι σκοτεινές αίθουσες, τα φωτεινά πρωινά στη θάλασσα και η κοσμοσυρροή στα μπαρ, οι γνωριμίες, οι συνεργασίες κι οι συμπαραγωγές, οι συζητήσεις για το τι επιφυλάσσει το μέλλον. Οι δύο ήρωες, ο Σωτήρης και η Ντάρια, μπλέκονται με την ιστορία του Φεστιβάλ, καθώς κινούνται, αγαπιούνται, μεγαλώνουν και ωριμάζουν σε τρεις εποχές του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον του. Τη σχέση τους κατευθύνουν και σχολιάζουν, άχρονα, άνθρωποι που μέσα στις δεκαετίες του Φεστιβάλ έχουν δουλέψει γι′ αυτό ή του έχουν προσφέρει τις ταινίες και τα κείμενά τους. Από τον Νάνι Μορέτι στον Θόδωρο Αγγελόπουλο, αγαπημένοι κινηματογραφιστές και ηθοποιοί κάνουν την εμφάνισή τους (μέσα από τα καρέ του κόμικ) στον αστικό ιστό της Θεσσαλονίκης, αλλά και στους χώρους του Φεστιβάλ. Όταν ήμουν μικρός έβλεπα τον εαυτό μου ως πρωταγωνιστή στα κόμικ και τις ταινίες. Μεγάλωσα πιστεύοντας ότι αυτό το όνειρο μπορεί να γίνει πραγματικότητα. Ελβις Πρίσλεΐ. Η ομάδα πίσω από το κόμικ O Γιώργος Γούσης γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα. Από το 2006 έχει συνεργαστεί ως εικονογράφος και δημιουργός κόμικ με την πλειονότητα των εντύπων και των εκδοτικών οίκων της Ελλάδας. Το 2012 κυκλοφόρησε την συλλογή σύντομων ιστοριών «Αθώες Εποχές» (εκδόσεις ΚΨΜ), ενώ το 2016 συνεργάστηκε με τους συγγραφείς Δημοσθένη Παπαμάρκο και Γιάννη Ράγκο για την διασκευή του Ερωτόκριτου του Βιτσέντζου Κορνάρου σε κόμικ (εκδόσεις Polaris). Aπό το 2017 έως και το 2019 ήταν αρχισυντάκτης στο περιοδικό με κόμικ «Μπλε Κομήτης». O Παναγιώτης Πανταζής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα, όπου ζει και ζωγραφίζει. Σταθερός συνεργάτης του περιοδικού «9» τα τελευταία 5 χρόνια της κυκλοφορίας του, δημοσίευσε το πρώτο άλμπουμ του με κόμικς το 2007 (Common Comics #1, Giganto). Ακολουθούν 15 κυκλοφορίες σε συνεργασία με εκδοτικούς οίκους όπως Giganto, ΚΨΜ, Jemma, 9η Διάσταση ή σε αυτοεκδόσεις. Από το 2011 έχει κυκλοφορήσει πάνω από 400 online comic strips σε σειρές στο socomic.gr (Kλειδωμένος Ρυθμός, Mαρμελάδα Κεράσι, King Panda Forever κα). Είναι συνεργάτης του περιοδικού «Μπλε Κομήτης» (Polaris) από το πρώτο τεύχος. Πιο πρόσφατη κυκλοφορία του, το «Στα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα, σε σενάριο Γιάννη Ράγκου, από τις εκδόσεις Polaris (Mάρτιος 2018). Η Γεωργία Ζάχαρη γεννήθηκε το 1994 στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία και Θεωρία της Τέχνης στην ΑΣΚΤ. Δραστηριοποιείται στον χώρο των κόμικς από το 2017. Έχει δείξει δουλειά της σε πέντε αυτοεκδόσεις, ενώ έχει συνεργαστεί σε δύο ιστορίες με το περιοδικό «Μπλε Κομήτης». Το 2018 τιμήθηκε με το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Καλλιτέχνη στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς. Και το σχετικό link...
  4. Ο Παναγιώτης Πανταζής (Pan Pan) κατάφερε να «πληρώνει τους λογαριασμούς του» από τα κόμικς που σχεδιάζει Comic artist, illustrator, μουσικός. Γεννήθηκε και ζει στο Πολύγωνο. Μικρός ήθελε να γίνει ποδοσφαιριστής. M. HULOT 30.9.2019 Το χειρότερο που φοβάμαι ότι μπορεί να μου συμβεί είναι να πεθάνω νέος, γιατί θέλω να κάνω χίλια πράγματα και δεν θα προλάβω να τα κάνω. Κι επίσης, επειδή έχω ένα παιδί, με τρομάζει πάρα πολύ να μην είμαι δίπλα του όσο μεγαλώνει. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO Γεννήθηκα στην Αθήνα, στο Πολύγωνο. Εδώ έζησα μέχρι τα 18 μου, εδώ πήγα σχολείο, και παρότι ήμουν πολύ κοντά στο κέντρο, μέχρι τα 15-16 δεν πολυπήγαινα, σπάνια έφευγα από τη γειτονιά μου. Μου άρεσε να τα βλέπω όλα από ψηλά, γιατί είμαστε κοντά στα Τουρκοβούνια και έχουμε θέα προς τα κάτω. Από μικρός έπαιζα μπάλα και ήθελα να γίνω ποδοσφαιριστής στον Παναθηναϊκό, το φαντασιωνόμουν συνέχεια και με τα χρόνια αυτό το πράγμα μεγεθύνθηκε και έγινε δεκαπλάσιο μέσα στο μυαλό μου. Όταν έπαιζα με τον πατέρα και τον θείο μου, ως μικρότερο με έβαζαν τέρμα και μια φορά που ήμασταν στα χορτάρια στο Πόρτο Ράφτη, μου ρίχνουν ένα σουτ και η μπάλα πήγε τόσο ψηλά, που εγώ «πέταξα» για να την πιάσω. Προσπαθούσα να αποδείξω ότι αξίζω, κι αυτό στη φαντασία μου έχει γίνει ολόκληρο ταξίδι στο φεγγάρι, να πιάσω την μπάλα και να ξανάρθω. Αγαπούσα, επίσης, από παιδί να ζωγραφίζω και τη μουσική – τότε, μόνο να ακούω. Άκουγα κυρίως χιπ χοπ και η πρώτη κασέτα που αγόρασα ήταν Ημισκούμπρια, γιατί μου άρεσε ο ρυθμός και ο χαβαλές που έκαναν. Με τον ξάδερφό μου λιώσαμε εκείνο το καλοκαίρι την κασέτα τους, είχαμε μάθει απ' έξω όλα τα κομμάτια, ξέραμε μέχρι και τις ανάσες και ραπάραμε κι εμείς από πάνω. Έτσι άρχισα να αγοράζω διάφορα ελληνικά χιπ χοπ που κυκλοφορούσαν και μετά να ακούω και ξένα. Τότε είχε μια εκπομπή ο Βουρλιώτης στο Mad και έψαχνα να βρω όλα όσα έπαιζε. Με το χαρτζιλίκι μου μπορούσα να αγοράζω ένα καινούργιο CD κάθε δύο εβδομάδες, αυτό ήταν το στάνταρ μου, δεν αγόραζα τίποτε άλλο με τα λεφτά μου και κάπως έτσι πήγε μέχρι να τελειώσω το σχολείο. Όταν πέρασα Αρχιτεκτονική στον Βόλο και άλλαξα πόλη, όλα ήταν διαφορετικά. Μου έκανε εντύπωση που ήταν εντελώς επίπεδος και έπρεπε να πας στο Πήλιο για να μπορείς να δεις την πόλη από ψηλά. Γενικά, ήταν ωραία στον Βόλο, η σχολή μού άρεσε πάρα πολύ, περνούσα ωραία και με ενδιέφερε, αλλά πάντα είχα στο μυαλό μου ότι θα έφευγα κάποια στιγμή. Σίγουρα δεν θα μπορούσα να μείνω για πάντα στον Βόλο. Στην Αρχιτεκτονική πήγα με προτροπή των γονιών μου. Εγώ ήθελα να γίνω γραφίστας, ήθελα να κάνω κάτι με σχέδιο, πιο ποπ, αλλά οι γονείς μου ήθελαν να πάρω μια πιο γενική παιδεία. Αυτή η ιδέα ήταν πολύ καλή και λειτούργησε, αλλά λόγω των συγκεκριμένων συνθηκών, επειδή είχα την τύχη να περάσω στον Βόλο, γιατί αν ήμουν στην Αρχιτεκτονική άλλης πόλης, όπου θα ήταν πιο κλασικές οι σπουδές, δεν ξέρω αν θα τελείωνα τη σχολή. Στον Βόλο, χάρη στους καθηγητές, τον Ψυχούλη, τον Σπύρο Παπαδόπουλο, τον Ντάνη Στυλίδη, τον Τζιρτζιλάκη, ήταν πολύ πιο εικαστικό το συνολικό πρόγραμμα. Μου άρεσε που είχε εικαστική κατεύθυνση η σχολή, έτσι την τελείωσα στην ώρα της και με καλό βαθμό. Έκανα μάλιστα και μεταπτυχιακό στο Πολυτεχνείο. Μετά βγήκα στην εργασιακή πραγματικότητα της Αρχιτεκτονικής, δούλεψα έναν μήνα σε ένα γραφείο και είπα «όχι, δεν θέλω». Ταυτόχρονα, είχα αρχίσει να φτιάχνω και κόμικς, από φοιτητής. Τον τελευταίο χρόνο είχα αρχίσει να συνεργάζομαι με το περιοδικό «9» επαγγελματικά. Σκεφτόμουν ότι αν δούλευα ως αρχιτέκτονας, σε πέντε χρόνια θα είχα πεθάνει, δεν μου άρεσε καθόλου, και αποφάσισα να βάλω τα δυνατά μου να ζήσω ως comic artist και illustrator. Και σχετικά γρήγορα, μέσα στον επόμενο χρόνο, καθιερώθηκα στον χώρο και μπόρεσα να φύγω από το πατρικό μου. Ήμουν πολύ χαρούμενος που έκανα τη δουλειά που μου άρεσε πιο πολύ απ' όλα και μπορούσα να είμαι ανεξάρτητος. Μέχρι να ενηλικιωθώ, άκουγα αποκλειστικά χιπ χοπ. Άκουγα κι άλλα πράγματα γύρω-γύρω, αλλά αγόραζα μόνο χιπ χοπ. Επειδή γύρω στο 2000 το χιπ χοπ που έβγαινε το ψιλοβαριόμουν, γιατί είχε κάνει τρελή «κοιλιά», άρχισα να ακούω indie και μετά πάρα πολύ post-rock, σε υπερβολικό βαθμό, τότε που άκουγαν όλοι. Σκέφτομαι εκ των υστέρων ότι έτσι ήμουν και ως άτομο: δηλαδή στην post-rock περίοδο ήμουν λίγο πιο βαρετός. Επειδή πολλοί από τους φαν του χιπ χοπ προσπαθούν να κάνουν και οι ίδιοι, το δοκίμασα κι εγώ, έγραψα ραπ στίχους στην αρχή και, επειδή δεν είχα εξοπλισμό, έκανα κάτι που το θεώρησα πολύ πρωτοποριακό, παρότι το έκαναν χιλιάδες άνθρωποι: έπαιρνα το κασετόφωνο, έβαζα να γράφει μια λούπα, με το που έφτανε στο τέλος πατούσα pause, ξαναγύριζα πίσω και κάπως έτσι έφτιαχνα τα beats μου. Θα μπορούσα να πω ότι το πιο ριψοκίνδυνο πράγμα που έχω κάνει, σύμφωνα με όλους τους άλλους γύρω μου, ήταν ότι, τελειώνοντας την Αρχιτεκτονική, είπα: «Δεν θέλω να ασχοληθώ καθόλου με αυτό το πράγμα, θέλω να κάνω κόμικς». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO Η αδερφή μου είναι πιανίστρια και επειδή είχαμε ένα πιάνο στο σπίτι και άλλο στο εξοχικό, για να μη χάνει την εξάσκηση στις διακοπές, μόλις πέρασα στον Βόλο ζήτησα να πάρω το πιάνο από το εξοχικό για να παίζω. Ο πατέρας μου μού είπε «αυτό είναι της Μαριάνθης, αν θες να σου πάρω ένα άλλο», έτσι πήγαμε σε ένα μαγαζί με όργανα στα Εξάρχεια κι άρχισα να κοιτάω και εκεί σκέφτηκα «τι στο καλό ψάχνω πιάνα και αρμόνια, sampler θέλω». Βλέπω ότι είχε ένα sampler σε λογική τιμή, άρχισα να το δοκιμάζω, κατουρήθηκα από τη χαρά μου, μέχρι που ήρθε ο υπάλληλος του καταστήματος, που δεν είχε ιδέα από τα όργανα, και με ρώτησε τι μουσική παίζω. Του λέω «χιπ χοπ» και μου απαντάει «αν δεν παίζεις κάποιο όργανο, σου είναι άχρηστο το sampler» – δεν είχε ιδέα τι κάνει. Το αγόρασα και από τα 19 μου άρχισα να φτιάχνω δική μου μουσική. Το 2011 συνέβαιναν πολλά κακά πράγματα στη ζωή μου, τα οποία είχαν να κάνουν και με την ψυχική μου υγεία. Ήμουν χάλια μαύρα και ταυτόχρονα συνέβαιναν άσχημα πράγματα και τριγύρω. Ένα από αυτά ήταν ότι ξέχασα μέσα στο πορτμπαγκάζ ενός ταξί όλα μου τα μουσικά όργανα, όσα είχα μαζέψει με αίμα δέκα χρόνια. Γύρισα στο σπίτι από το στούντιο όπου ηχογραφούσα, δεν είχα πάνω μου λεφτά για να πληρώσω το ταξί, ανέβηκα στο σπίτι για να τα φέρω, αλλά στο σπίτι είχε έρθει κόσμος και χαιρέτησα ανθρώπους και ξεχάστηκα. Όταν βγήκα, το ταξί είχε κλείσει δύο δρόμους κι έκαναν ουρά τα αυτοκίνητα κορνάροντας, οπότε πλήρωσα την οδηγό κι έφυγε βιαστικά, έτσι ξέχασα να πάρω τα όργανα. Όταν μπήκα στο σπίτι και συνειδητοποίησα ότι δεν τα είχα, ένιωσα μια καταπακτή να ανοίγει και να φεύγω προς το κέντρο της γης. Γύρισα όλες τις πιάτσες, μέχρι που με έμαθαν όλοι οι ταξιτζήδες, αλλά δεν τα βρήκα ποτέ. Και επειδή μου έκλεψαν το μπουφάν με την ταυτότητά μου μετά από μερικές μέρες, σκέφτηκα ότι μάλλον έπρεπε να αλλάξω τη ζωή μου – μάλλον δεν ήταν τυχαίο που όσα έχανα είχαν σχέση με την ταυτότητά μου. Θα μπορούσα να πω ότι το πιο ριψοκίνδυνο πράγμα που έχω κάνει, σύμφωνα με όλους τους άλλους γύρω μου, ήταν ότι, τελειώνοντας την Αρχιτεκτονική, είπα: «Δεν θέλω να ασχοληθώ καθόλου με αυτό το πράγμα, θέλω να κάνω κόμικς». Στους άλλους γύρω μου αυτό φάνταζε φοβερά ριψοκίνδυνο και αυτοκαταστροφικό, αλλά εγώ δεν ένιωσα ποτέ έτσι. Πάντα ένιωθα ότι αυτό ήθελα να κάνω. Ξέρω ότι είμαι καλός σε αυτό και ότι θα με κάνει χαρούμενο κάθε μέρα. Το πανεπιστήμιο με βοήθησε πάρα πολύ σε ό,τι κάνω, γιατί εκεί έμαθα σύνθεση, έμαθα τι σημαίνει δομή, ρυθμός, και όλα αυτά τα χρησιμοποίησα στην αφήγησή μου στα κόμικς και στη μουσική μου: στο πώς θα πω μια ιστορία, πώς θα αναγνωρίσω patterns κ.λπ. Γενικότερα, το πανεπιστήμιο αναπτύσσει τη συναισθηματική σου νοημοσύνη, σε βοηθάει σε πολλά πράγματα – η εργασιακή πραγματικότητα είναι κάτι άλλο βέβαια. Τέλειωσα το 2006, δύο-τρία χρόνια προτού σκάσει η μεγάλη κρίση και σταμάτησαν να χτίζουν στην Ελλάδα έτσι κι αλλιώς. Μία από τις μεγαλύτερες προσωπικές ικανοποιήσεις είναι ότι μπορώ να κάνω κάτι που έχει σχέση με τέχνη χωρίς να είμαι από οικογένεια που μπορούσε να με στηρίξει σε αυτό το πράγμα, γιατί, τελειώνοντας τη σχολή και βοηθώντας καθηγητές μου, συνειδητοποιούσα ότι όποιος κάνει τέχνη έχει λεφτά ή ένα δίχτυ ασφαλείας και μπορεί να ασχολείται μόνο με την τέχνη, χωρίς να τον αφορά το κομμάτι της επιβίωσης. Εγώ είπα «θα ζήσω από αυτό το πράγμα, χωρίς να ξέρω κανέναν, θα πληρώνω τους λογαριασμούς μου», ενώ δεν είχα την πολυτέλεια να το κάνω. Αυτό είναι για μένα η περηφάνια μου. Η Αθήνα είναι φανταστική, είναι η πόλη μου και μου αρέσει πάρα πολύ να ζω εδώ. Υπάρχουν χίλια δυο που μπορούν να σε πνίξουν κάθε μέρα, από την αγένεια και την ανοργανωσιά μέχρι τα άσχημα κτίρια που βλέπεις, αλλά ο παλμός που έχει η Αθήνα ήταν πάντα αυτός που με έκανε να νιώθω ότι εδώ είναι το σπίτι μου. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO Το χειρότερο που φοβάμαι ότι μπορεί να μου συμβεί είναι να πεθάνω νέος, γιατί θέλω να κάνω χίλια πράγματα και δεν θα προλάβω να τα κάνω. Κι επίσης, επειδή έχω ένα παιδί, με τρομάζει πάρα πολύ να μην είμαι δίπλα του όσο μεγαλώνει. Σκέφτομαι ότι, αφού δεν το γλιτώνω, τουλάχιστον ας γίνει όταν ο Βασίλης θα είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει μόνος του κάποια πράγματα. Περισσότερο απ' όλα αυτήν τη στιγμή με ενδιαφέρει να δω τι θα κάνει ο Βασίλης στη ζωή του, πώς θα είναι ως άνθρωπος, όχι αν θα του πάνε καλά τα πράγματα, αλλά αν θα είναι ο ίδιος δυνατός για να τα αντιμετωπίσει. Η Αθήνα είναι φανταστική, είναι η πόλη μου και μου αρέσει πάρα πολύ να ζω εδώ. Υπάρχουν χίλια δυο που μπορούν να σε πνίξουν κάθε μέρα, από την αγένεια και την ανοργανωσιά μέχρι τα άσχημα κτίρια που βλέπεις, αλλά ο παλμός που έχει η Αθήνα ήταν πάντα αυτός που με έκανε να νιώθω ότι εδώ είναι το σπίτι μου. Ό,τι ταξίδι έχω κάνει, όπου και να έχω πάει, μου άρεσε πάρα πολύ, αλλά ούτε για ένα δευτερόλεπτο δεν σκέφτηκα «τι ωραία που θα ήταν να έμενα εδώ πέρα». Ο πλούτος των πραγμάτων που μπορείς να βρεις σε κάθε γειτονιά είναι τεράστιος: Γκύζη, Κουκάκι, Κυψέλη, Σεπόλια, Καισαριανή, Βύρωνας, Παγκράτι, πουθενά δεν βρίσκεις τα ίδια. Νιώθω πολύ όμορφα να κατεβαίνω με το ποδήλατο τη Μιχαλακοπούλου και γενικότερα το Παγκράτι, επειδή ήταν η πρώτη περιοχή όπου έμεινα μόνος μου όταν έφυγα από το πατρικό μου, την Υμηττού με την καγκουριά της. Όταν περπατάω στην Εθνικής Αντιστάσεως που πάει προς Καισαριανή ή στην Ούλωφ Πάλμε, νιώθω ότι ανασαίνω 100% οξυγόνο, είναι πολύ περίεργο. Όταν το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης πρότεινε στον Γιώργο Γούση να φτιάξει ένα κόμικ για το φεστιβάλ, η ιδέα του ήταν ένα love story. Είχε πέντε μήνες για να το παραδώσει, έτσι ο Γιώργος έφτιαξε μια ομάδα με τη Γεωργία Ζάχαρη κι εμένα και τα κάναμε όλοι όλα: το γράψαμε όλοι μαζί και το σχεδιάσαμε. Το ενδιαφέρον είναι ότι καθένας φέρνει τα στοιχεία του, είναι σαν να αλλάζεις φακό σε μια κάμερα. Δουλέψαμε με μεγάλη ταχύτητα και σε δύο μήνες φτιάξαμε 180 σελίδες. Τα Μυστικά του Βάλτου, που ήταν 100 σελίδες, τα σχεδίαζα 13 μήνες και ο Ερωτόκριτος πήρε 10 μήνες για να γίνει. Το «Φεστιβάλ» το φτιάξαμε από το μηδέν, χωρίς να υπάρχουν χαρακτήρες, φτιάξαμε έναν ολόκληρο κόσμο από το μηδέν μέσα σε τέσσερις μήνες, και είμαστε πάρα πολύ περήφανοι γι' αυτό. Η ιστορία του «Φεστιβάλ» είναι ο έρωτας ενός άντρα και μιας γυναίκας, του Σωτήρη και της Ντάριας, που συσχετίζονται με κάποιον τρόπο με το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Στο πρώτο κεφάλαιο ο άντρας είναι εθελοντής στο φεστιβάλ και έχει κάνει και μια μικρού μήκους ταινία, γι' αυτό θέλει να είναι κοντά στη φάση και προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει. Η κοπέλα έχει το μπλογκ της και γράφει φουλ για ταινίες και μόλις έχει γράψει το πρώτο της άρθρο για το περιοδικό «Σινεμά». Στο δεύτερο κεφάλαιο, που είναι κάποια χρόνια μετά, αυτός ντεμπουτάρει με την πρώτη του ταινία, που τα έχει ισοπεδώσει όλα: έχει πάρει Χρυσή Άρκτο στο Βερολίνο και έρχεται να κάνει πρεμιέρα στη Θεσσαλονίκη σε αποθέωση, ενώ αυτή είναι πια μια καταξιωμένη κριτικός με δική της εκπομπή στο YouTube. Η σχέση τους, όμως, έχει διαλυθεί. Το πρώτο κεφάλαιο είναι fun, στο δεύτερο βλέπουμε ότι είναι σε ένα επαγγελματικό peak, αλλά τα προσωπικά τους είναι διαλυμένα και προσπαθούν να ισορροπήσουν μέσα σε αυτό το πράγμα που βλέπει ο ένας τον άλλο, αναγκαστικά, λόγω καταστάσεων, και στο τρίτο κεφάλαιο, που είναι μερικά χρόνια αργότερα, η Ντάρια έχει γίνει διευθύντρια του φεστιβάλ και αυτός έχει να κάνει καλή ταινία χρόνια. Στην ουσία, περιλαμβάνει όλο το στόρι του φεστιβάλ. Σε όλο αυτό το ερωτικό πανηγύρι εμφανίζονται cameo προσωπικότητες που σχετίζονται με την ιστορία του, ο Τσιώλης, ο Βέγγος, ο Τζάρμους, η Ιζαμπέλ Ιπέρ, που είναι μια ταξιτζού, πολλά πρόσωπα που το σημάδεψαν με κάποιον τρόπο. Πηγή: www.lifo.gr Αν μπεις και διαβάσεις το μοναδικό φόρουμ για κόμικς που υπάρχει αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα, όπου ψηφίζουν μία φορά τον χρόνο μεταξύ τους για τα καλύτερα της χρονιάς, θα περίμενες ότι καλύτερο περιοδικό θα ήταν ο «Μπλε Κομήτης», αλλά, όχι, φέτος ήταν το «Μπλεκ». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO Με ενοχλεί η αγένεια των αγνώστων, το ύφος που έχει κάποιος που δεν με ξέρει, ειδικά σε μαγαζιά. Ήθελα πρόσφατα να παρκάρω σε ένα σημείο όπου πρέπει να πληρώσεις εισιτήριο, έτσι άφησα την οικογένειά μου μέσα στο αυτοκίνητο και πήγα να πάρω ένα από το περίπτερο. Ρωτάω τον περιπτερά αν έχει εισιτήρια για στάθμευση και μου λέει «δεν τα λένε εισιτήρια, τα λένε κάρτες», του λέω «εντάξει, έχετε τέτοιες;» και μου κάνει «κοίτα την ταμπέλα εκεί, ξέρεις γράμματα;». Εννοούσε ότι σε ένα τέταρτο δεν θα τη χρειαζόμουν, επειδή έληγε ο χρόνος και θα ήταν δωρεάν, αλλά εκνευρίστηκε και έπρεπε να το κάνει θέμα. Βγήκα από τα ρούχα μου πραγματικά. Την ευτυχία τη βρίσκεις σε διαφορετικά πράγματα κατά καιρούς. Υπήρχαν φάσεις που την έβρισκα στους φίλους μου, υπήρχαν φάσεις που την έβρισκα παίζοντας μουσική, υπήρχε φάση που η ευτυχία μου ήταν μόνο η δουλειά μου. Τώρα τη βρίσκω σε διάφορα μικροπράγματα, κυρίως στην ύπαρξη του Βασίλη, στο ότι είμαστε καλά με τη σύντροφό μου κι έχουμε αυτό το παιδί και κάθε μέρα το βλέπω να κάνει και κάτι καινούργιο. Μπορεί με κάτι πολύ απλό που κάνει να με γεμίσει χαρά για λίγο. Αν μπεις και διαβάσεις το μοναδικό φόρουμ για κόμικς που υπάρχει αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα, όπου ψηφίζουν μία φορά τον χρόνο μεταξύ τους για τα καλύτερα της χρονιάς, θα περίμενες ότι καλύτερο περιοδικό θα ήταν ο «Μπλε Κομήτης», αλλά, όχι, φέτος ήταν το «Μπλεκ». Αυτός είναι και ο λόγος που τα τελευταία χρόνια προσπαθώ να κάνω δουλειές που δεν απευθύνονται στο «κοινό των κόμικς». Το κοινό των κόμικς δεν είναι κοινό για όλους όσοι κάνουν κόμικς στην Ελλάδα, δεν υπάρχει ένα γενικό ενδιαφέρον για κάποιον, κι αυτό είναι λογικό. Αυτό που δεν είναι λογικό είναι η μιζέρια που υπάρχει, η γκρίνια ότι ο «Μπλε Κομήτης» δεν τους είχε όλους, παρότι έδωσε την ευκαιρία σε περισσότερα από 100 άτομα να δείξουν τη δουλειά τους. Όλοι ψάχνουν λόγο να γκρινιάξουν και δεν καταλαβαίνουν ότι με αυτόν τον τρόπο κερδίζεις νέους δημιουργούς. Οι ιστορίες που πήγα στον Άγγελο Μαστοράκη, τον διευθυντή του «9», όταν ήμουν ακόμα παιδί, σήμερα μου φαίνονται για γέλια, αυτός όμως κάτι είδε σ' εμένα, ήξερε ότι θα δουλέψω και θα γίνω καλύτερος. Μου έδωσε την ευκαιρία να πληρωθώ για τη δουλειά μου και αυτό με πώρωσε για να κάνω κι άλλη, καλύτερη. Ο «Μπλε Κομήτης» είχε πολλές δουλειές νέων ανθρώπων δίπλα σε καθιερωμένα ονόματα και ο πήχης ήταν ψηλά, αλλά δεν είχε κοινό να τον στηρίξει. Το κοινό που στηρίζει τα κόμικς είναι μικρό και το κομμάτι από την πίτα που μου αντιστοιχεί είναι ακόμα μικρότερο. Θέλω να κάνω κόμικς που θα τα πάρει ο οποιοσδήποτε και θα βγάλει νόημα. Δεν με ενδιαφέρει να έχω μέσα αναφορές που θα εντυπωσιάσουν έναν πενηντάχρονο ούτε η κριτική αυτού που θεωρεί ότι του χρωστάω ως δημιουργός. Είμαι τυχερός γιατί έχω ένα μικρό, έστω, κοινό που του αρέσει η δουλειά μου και θα τσεκάρει ό,τι κάνω. Αυτοί μου δίνουν δύναμη και χαρά. Πηγή
  5. Μετά τον "Ερωτόκριτο", ο Γιάννης Ράγκος και ο Παναγιώτης Πανταζής συνεργάζονται ξανά και ξανασυστήνουν στο αναγνωστικό κοινό ένα τα πιο δημοφιλή και "παιδικά" βιβλία των τελευταίων 80 ετών. «Τα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα εδώ και τρεις μήνες συστήνονται με έναν διαφορετικό τρόπο στο αναγνωστικό κοινό: Μέσα από το graphic novel που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Polaris», το σκοτεινό μυθιστόρημα παίρνει τη μορφή κόμικ και ζωντανεύει εκ νέου τις συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων μέσα από φιλοτεχνημένα καρέ. Δράστες της πρωτοβουλίας είναι ο Παναγιώτης Πανταζής και ο Γιάννης Ράγκος, δύο από τους πιο αξιόλογους Έλληνες δημιουργούς. Ο Γ. Ράγκος έχει συνεργαστεί με τον Γ. Γούση και τον Δ. Παπαμάρκο για τον «Ερωτόκριτο» ενώ ο Π. Πανταζής είναι μόνιμος συνεργάτης των περιοδικών «9» και «Μπλε κομήτης» κι έχει δημοσιεύσει πάνω από δεκαπέντε βιβλία με κόμικς. Μένοντας πολύ κοντά στο κείμενο της Δέλτα, το δημιουργικό δίδυμο κατάφερε να μεταφέρει καρέ-καρέ τις συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν στα εδάφη που βρίσκονταν υπό την κατοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι δύο πλευρές βρέθηκαν στα όπλα, διεκδικώντας η καθεμιά το δικό της κομμάτι. Ο Παναγιώτης Πανταζής (αριστερά) και ο Γιάννης Ράγκος (δεξιά) Όπως εξηγούν στο News 24/7 οι δύο δημιουργοί, η μεταφορά ήταν πολύ δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία καθώς κλήθηκαν να "στριμώξουν" ένα έργο 600 σελίδων στις 114 σελίδες του graphic novel. Γιατί επιλέξατε να κάνετε τη μεταφορά των «Μυστικών του Βάλτου» σε κόμικ; Γιάννης Ράγκος (Γ.Ρ.): «Πρόκειται, αναμφισβήτητα, για ένα από τα πιο εμβληματικά νεοελληνικά μυθιστορήματα. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι από την πρώτη του κυκλοφορία του, το 1937, έως τουλάχιστον το 2005 είχε ανατυπωθεί από τον εκδοτικό οίκο "Εστία", που το εξέδωσε, περισσότερες από 320 φορές. Βεβαίως, σε ένα βαθμό αυτό οφείλεται στο ότι είναι πλήρως ενταγμένο στον ονομαζόμενο «λογοτεχνικό κανόνα», ιδιαίτερα τις προηγούμενες δεκαετίες. Αυτό ωστόσο δεν μειώνει στο παραμικρό την προφανή γοητεία που ασκεί διαχρονικά στους αναγνώστες. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που διαθέτει αναμφισβήτητες λογοτεχνικές αρετές, ενώ ταυτόχρονα τοποθετεί τη δράση του σε μια περίοδο (Μακεδονικός Αγώνας), που ελάχιστες φορές έγινε αντικείμενο μυθοπλαστικής επεξεργασίας. Από την άλλη, αποτελεί και ένα κείμενο που διαθέτει άφθονη "πρώτη ύλη" προς εικονογράφηση - μάχες, συγκρούσεις χαρακτήρων, "σκληρές" προσωπικές ιστορίες κ.λ.π. -, κάτι που επίσης μας ενδιέφερε κατά τη διαδικασία μεταφοράς του σε μια άλλη τέχνη όπως αυτή των κόμικς.» Ένα έργο 600 σελίδων "στριμώχθηκε" στις 114 σελίδες του graphic novel Συγκυριακά, η έκδοση του κόμικ, συμπίπτει με την επίλυση του Σκοπιανού, ενός εθνικού ζητήματος που χρονίζει. Έπαιξε αυτό ρόλο στην επιλογή του έργου ή απλά ήταν μια χρονική συγκυρία; Γ.Ρ.: «Η προεργασία για το κόμικ ξεκίνησε ήδη από το 2015 κι ενώ δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμα η δουλειά για το προηγούμενο κόμικ (graphic novel) των Εκδόσεων Polaris «Ερωτόκριτος», στο οποίο ο Παναγιώτης (στο colouring) και εγώ (ως συν-σεναριογράφος με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο) είχαμε ενεργή εμπλοκή. Επομένως, η «παραγωγή» των «Μυστικών του Βάλτου» - η συγγραφή του σεναρίου και ο σχεδιασμός των 108 σελίδων του - διήρκεσε σχεδόν τρία χρόνια, σε μια εντελώς «ανύποπτη» από την άποψη της πολιτικής συγκυρίας περίοδο. Έτσι, όπως αντιλαμβάνεστε, η κυκλοφορία του κόμικ την προηγούμενη άνοιξη, όταν το ζήτημα του Σκοπιανού είχε αναδυθεί εκ νέου στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, δεν αποτελούσε παρά ένα τυχαίο γεγονός και δεν είχε καμία σχέση με τις δικές μας προθέσεις, οι οποίες ήταν αποκλειστικά καλλιτεχνικές». Χρειάστηκαν πάνω από τρία χρόνια δουλειάς για να γίνει η σωστή μεταφορά του μυθιστορήματος της Π. Δέλτα σε κόμικ Πώς είναι η διαδικασία να μετατραπεί ένα μυθιστόρημα σε εικόνες, καρέ και λίγες ατάκες; Παναγιώτης Πανταζής (Π.Π.): Είναι μια πρόκληση το να μεταφέρεις ένα έργο τέχνης από ένα μέσο σε κάποιο άλλο. Πράγματα που έχουν υπόσταση και νόημα ως λέξεις σε ένα μυθιστόρημα, σε ένα κόμικς μπορεί να μην φτάσουν καν στην επιφάνεια ενός balloon σε κάποιο καρέ, και να μείνουν ως περιγραφές στο σενάριο που θα κάνει εικόνα ο σχεδιαστής. Χρειάζεται να μπορέσεις να μεταφράσεις την οικονομία της λογοτεχνίας στην οικονομία του κόμικς. Και γι' αυτό χρειάζεται στενή συνεργασία σεναριογράφου και σχεδιαστή, για να επικοινωνεί ο ένας στον άλλον τι μπορεί να περάσει τα όρια ανάμεσα στα μέσα και σε τι μορφή. Δέκα σελίδες λογοτεχνίας μπορεί να αντιστοιχούν σε μια εικόνα ή μια γραμμή στο σενάριο να χρειάζεται δέκα σελίδες με εικόνες για να αποδοθεί όμορφα.» Γιατί επιλέγετε κλασικές ιστορίες; Είναι πιο εύκολο ή πιο δύσκολο από τη μεταφορά ενός πρωτότυπου σεναρίου; Γ.Ρ.: Μα δεν αφορά την ευκολία ή τη δυσκολία της δουλειάς. Η μεταφορά ενός μυθιστορήματος σε κόμικ, ειδικά όταν πρόκειται για ένα τόσο γνωστό και δημοφιλές κείμενο, παρουσιάζει μεν την "ευκολία" της έτοιμης πλοκής και των δοσμένων χαρακτήρων, αλλά από την άλλη ανεβάζει σημαντικά τον βαθμό δυσκολίας σχετικά με το πόσο "πιστή" στο πρωτότυπο θα είναι μια τέτοια μεταφορά, που θα πρέπει πρωτίστως να υπηρετεί τους αφηγηματικούς κώδικες του άλλου μέσου (του κόμικ), χωρίς εντούτοις να απομακρύνεται από τους κεντρικούς άξονες του αυθεντικού κειμένου. Σε κάθε περίπτωση, ας μην ξεχνάμε πως τα "Μυστικά του Βάλτου", όπως άλλωστε και ο «Ερωτόκριτος», εντάσσονται στη σειρά των Εκδόσεων Polaris για τη διασκευή σε graphic novels κλασικών κειμένων της νεοελληνικής λογοτεχνίας.» Ένα σχόλιο σας για το κόμικ στην Ελλάδα. Έχει διαδοθεί τα τελευταία χρόνια κρίνετε, πωλούνται περισσότερο από πριν και αν ναι γιατί; Π.Π.: «Δεν γνωρίζω αριθμούς πωλήσεων συνολικά, για να μπορέσω να κρίνω αν έχει μεγαλώσει το αναγνωστικό κοινό. Ξέρω όμως πως αυτή την στιγμή, στον χώρο των δημιουργών, συσσωρεύεται ενέργεια μεγαλύτερη από όση έχω δει ποτέ, στα 15 χρόνια που ασχολούμαι με αυτό. Νέοι δημιουργοί που φέρνουν νέες οπτικές εμφανίζονται διαρκώς. Ένα ακόμη συν είναι ότι πλέον ο χώρος μας, σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν, έχει πολύ περισσότερες γυναίκες δημιουργούς, ΛΟΑΤΚΙ άτομα, παιδιά μεταναστών και προσφύγων, και μπορούμε να δούμε δουλειές με ακόμη μεγαλύτερο εύρος ερεθισμάτων.» Μπορεί να βιοποριστεί ένας νέος κομίστας σήμερα; Π.Π.: «Για αυτό θα χρειαστεί να ρωτήσετε κάποιον νέο κομίστα. Υποψιάζομαι πως δεν είναι εύκολο, είναι κάτι που χρειάζεται σκληρή δουλειά και τύχη για τις κατάλληλες συγκυρίες.» Στιγμιότυπο από την επίσημη παρουσίαση του κόμικ Έχετε ήδη μεταφέρει τον «Ερωτόκριτο» στην Ένατη Τέχνη. Τα επόμενα σχέδιά σας; Π.Π.: «Σχεδιάζω μια coming of age σειρά που θα αρχίσει να εμφανίζεται στον Μπλε Κομήτη από το επόμενο τεύχος του. Και είμαι στο στάδιο προσχεδίων για διάφορα άλλα πράγματα, που δεν είναι ανακοινώσιμα για την ώρα.» Γ.Ρ.: «Από την πλευρά μου, καθώς προέρχομαι από το χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας, γράφω ένα καινούργιο αστυνομικό μυθιστόρημα, ενώ παράλληλα βρίσκομαι στο στάδιο της προώθησης του πρόσφατου συλλογικού τόμου με βαλκανικές αστυνομικές ιστορίες «BalkaNoir» (εκδόσεις Καστανιώτη), που επιμεληθήκαμε (και συμμετέχουμε με ένα διήγημά μας) μαζί με τον φίλο συγγραφέα Βασίλη Δανέλλη. Σε ότι αφορά το κόμικ, με τον κομίστα Γιώργο Γούση δουλεύουμε εδώ και αρκετό καιρό μια πρωτότυπη ιστορία, που θα αρχίσει να δημοσιεύεται σε συνέχειες από το επόμενο (Δεκεμβρίου 2018) τεύχος του περιοδικού «Μπλε Κομήτης» και κατόπιν θα κυκλοφορήσει σε άλμπουμ.» Το εξώφυλλο του graphic novel "Τα Μυστικά του Βάλτου" Και το σχετικό link...
  6. «Τα μυστικά του βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα εδώ και τρεις μήνες συστήνονται με έναν διαφορετικό τρόπο στο αναγνωστικό κοινό. Μέσα από το εικονογραφημένο βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Polaris» το αριστούργημα της Πηνελόπης Δέλτα παίρνει τη μορφή κόμιξ και οι συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων ζωντανεύουν ξανά. Δράστες της τωρινής πρωτοβουλίας είναι ο Παναγιώτης Πανταζής και ο Γιάννης Ράγκος, δύο από τους πιο αξιόλογους Έλληνες δημιουργούς. Ο Ράγκος έχει συνεργαστεί με τον Γούση και τον Παπαμάρκο για τον «Ερωτόκριτο» ενώ ο Πανταζής είναι μόνιμος συνεργάτης των περιοδικών «9» και «Μπλε κομήτης» κι έχει δημοσιεύσει πάνω από δεκαπέντε βιβλία με κόμικς. Ιδιαίτερα χαρούμενος με αυτή τη δουλειά δηλώνει στα nea.gr ο Παναγιώτης Πανταζής. Ο 36χρονος εικονογράφος δούλεψε τρία χρόνια για να ολοκληρώσει αυτό το έργο αλλά το αποτέλεσμα τον αντάμειψε. «Δεν είχα διαβάσει ολόκληρο το βιβλίο, μόνο κάποια αποσπάσματα όταν ήμουν μικρότερος» μου λέει ο ίδιος και συνεχίζει: «Πρώτη φορά το διάβασα ολόκληρο στα 33 μου. Είναι νομίζω ένα σκοτεινό βιβλίο που μιλάει με αρκετά ωμό τρόπο για πολλά πράγματα. Με ξάφνιασε που θεωρούνταν το πρωτότυπο έργο παιδικό. Βέβαια γράφτηκε το 1936 και οι συνθήκες ήταν τότε πολύ διαφορετικές». Αναρωτιέμαι πως μπορεί να φαίνεται σε έναν ενήλικο αυτό το έργο της Δέλτα που το έχουμε συνδυάσει με την εφηβική ηλικία. «Είναι πολύ γοητευτικό» απαντάει με βεβαιότητα ο Παναγιώτης. «Σε πιάνει σε διαφορετικά πράγματα όταν το διαβάζεις σε μεγαλύτερη ηλικία. Όταν είσαι μικρός μπορεί να μείνεις λίγο στις ηρωικές πράξεις, μεγαλώνοντας όμως συνειδητοποιείς ότι περιγράφει με πολύ δυνατό τρόπο και τρισδιάστατους χαρακτήρες τα προσωπικά δράματα του καθενός. Αυτό που μου έμεινε ήταν οι ματαιώσεις που ζει ο καθένας μπροστά στο σκοπό που προσπαθεί να πετύχει». Και πως όλο αυτό γίνεται κόμιξ; «Πρώτα το έκανε σενάριο ο Ράγκος γιατί από μόνο του το έργο είναι 600 σελίδες. Και εγώ ξεκίνησα την έρευνα. Μελέτησα τις μορφές που είχαν οι άνθρωποι εκείνη την εποχή, τα ρούχα, τον τρόπο που ζούσαν. Με βοήθησαν πολύ το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, βιβλία και διαδικτυακές αναφορές. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι πήγα και έκανα 400 χιλιόμετρα road trip στην Μακεδονία. Έκανα επιτόπια έρευνα στους τόπους που είχαν πάει οι χαρακτήρες. Μπορεί ο βάλτος να είναι πια αποξηραμένος αλλά η αίσθηση του τόπου είναι αρκετά δυνατή». Τρία χρόνια συνολικά, ένα χρόνο που χρειάστηκε για τον σχεδιασμό και δύο για την προετοιμασία και την μελέτη, αφιέρωσε ο Παναγιώτης για αυτή τη δουλειά, την πρώτη του εικονογράφηση σε έργο εποχής. Αυτή τη στιγμή είναι στο τυπογραφείο η δεύτερη έκδοση. «Είμαστε ικανοποιημένοι, πουλήθηκαν τρεις χιλιάδες σε τρεις μήνες. Επενδύσαμε χρόνο και διάθεση και χαίρομαι πολύ που άρεσε». Κλείνοντας την κουβέντα μου με τον Παναγιώτη τον ρωτάω ποιος είναι ο αγαπημένος του ήρωας του βιβλίου. «Ο Βασίλης Ανδρεάδης, που έχει κίνητρα προσωπικά και επιστρέφει για να εκδικηθεί. Τότε βρίσκει ένα κομμάτι της ζωής του που νόμιζε ότι είχε χάσει. Μου αρέσει πολύ ο τρόπος που σκιαγραφείται ο χαρακτήρας του. Παρόλο που το βιβλίο έχει πολλά ιστορικά πρόσωπα, αυτός ο φανταστικός ήρωας είναι ο αγαπημένος μου και σε αυτό συμφωνεί και ο Γιάννης». Και το σχετικό link...
  7. Τα Μυστικά του Βάλτου- «Αυτό δεν είναι πόλεμος! Είναι δολοφονίες» Τα Μυστικά του Βάλτου, το «παιδικό¨μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα που γράφτηκε το 1937, αποτέλεσε ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής (και εθνικής, με την πολιτική έννοια) λογοτεχνίας. Γραμμένο μετά από μεγάλη έρευνα για τον Μακεδονικό αγώνα, τις ένοπλες συγκρούσεις Ελλήνων και Βουλγάρων ανταρτών για τον μελλοντικό έλεγχο της τουρκοκρατούμενης ακόμα Μακεδονίας (βόρειας και νότιας), το αρχικό κείμενο αποπνέει έναν έντονο αλυτρωτισμό. Η παρουσίαση λεπτομεριών για την διαμάχη στην περιοχή της Μακεδονίας ανάμεσα στους αλλοεθνείς πληθυσμούς που την κατοικούσαν μπορεί να έχει ένα πραγματικό θεμέλιο, όμως επηρεασμένη ξεκάθαρα από το πολιτικό κλίμα της δεκαετίας του 1930, είναι καθαρόαιμα εθνικιστική. Ο αγώνας των ευγενικών, όπως παρουσιάζονται, Ελλήνων απένταντι στους άγριους Βούλγαρους αποτέλεσε την κύρια θεματική. Στο βιβλίο ωστόσο δεν λείπουν και κομμάτια που δεν εντάσσονται στην εθνική ρητορική, όπως η σκληρότητα του πολέμου, οι αγριότητες (και από τις δύο πλευρές), η απογοήτευση και η παραίτηση, χαρακτηριστικά δηλαδή που έχουμε συνηθίσει στις πιο υπαρξιακές πολεμικές αφηγήσεις Πως λοιπόν σήμερα (ή, πιο συγκεκριμένα, 3 χρόνια πριν όταν ξεκίνησαν οι δημιουργοί του κόμικ την διαδικασία δημιουργίας του) μπορείς να ένα κόμικ μιλήσει για (και με) ένα τέτοιο βιβλίο, μια τέτοια ιστορία, όταν ο εθνικισμός έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις και δείχνει (ξανά) το άσχημο πρόσωπο του; Το graphic novel Τα Μυστικά του Βάλτου (Εκδόσεις Polaris) , σε σενάριο του Γιάννη Ράγκου και σκίτσο του Παναγιώτη Πανταζή έρχεται να αναμετρηθεί με αυτό το ερώτημα. Σαν κόμικ, βασισμένο στον αφηγηματικό κορμό της ιστορίας του μικρού Αποστόλη, η οποία δίνεται ως flash back από τον 40αρη πια ηρωα στην ίδια την Πηνελόπη Δέλτα, συνδιαλέγεται άμεσα με το αρχικό κείμενο. Οι περιγραφές, οι χαρακτήρες αλλά και τα γεγονότα παραμένουν, ωστόσο ο Ράγκος προσπαθεί να δίνει πέρα από το εθνικιστικό περίβλημα της ιστορίας. Και πράγματι, μέσα στο κόμικ έχουν στιγμές, όπου η ίδια η Δέλτα φαίνεται να αφήνει την εθνική αφήγηση για τον ηρωισμό πίσω και να αναφέρεται σε δολοφόνιες. αγριότητες και εγκλήματα και από τις δυο μεριές («τα ίδια θα λένε και οι Βούλγαροι για μας, ότι κι εμείς τα ίδια κάνουμε»). Όσο σύντομες και αν είναι αυτές οι στιγμές, δίνουν την δυνατότητα μιας άλλης ανάγνωσης. Επιπλέον, το κόμικ έχει καταφέρει να πάρει μια από τις μεγάλες συγγραφικές προσθήκες της Δέλτα, την ανύψωση του τοπίου στον ρόλο του πρωταγωνιστή. Η περιοχή Βάλτου είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό local. Γίνεται πεδίο, συναισθηματικό, πολιτικό και προσωπικό, στο οποίο ούσιαστικά οι ήρωες συγκρούονται, όχι μόνο με τους αντιπάλους τους αλλά και με τον εαυτό και το παρελθόν τους, τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις τους, το φαντασιακό έθνος τους και την πραγματική φρίκη που περνούν για αυτό. Είναι το καύσιμο στην μηχανή της ιστορίας. Ταυτόχρονα, ο βάλτος είναι και ένα σημείο εκπληκτικής (σχεδιαστικής) ομορφιάς. Το σκίτσο του Παναγιώτη Πανταζή, έντονα επηρεασμένο από την ηθογραφική και λαική ζωγραφική της δεκαετίας του 1930, με ενδεικτικότερο παράδειγμα της τον Θεόφιλο, στο κομμάτι του βάλτου έχει ξεπεράσει πραγματικά τον εαυτό του. Έχοντας έναν φυσικό καμβά, τον οποίο μελέτησε μέσα από φωτογραφίες και έρευνα, αποδίδει όλες τις στιγμές του βάλτου με εκρήξεις έντονα συναισθηματικά φορτισμένου χρώματος, αδρές σκιές και μικρές γραμμές . Από την άλλη τα πρόσωπα των (πολλών και ετερόκλητων) χαρακτήρων (και όχι ηρώων) δίνονται με στόχο όχι τον ρεαλισμό αλλά την σκιαγράφηση του ψυχισμού τους. Πιστός στην τάση ηθογραφίας που υπάρχει τα τελευταία χρόνια στον χώρο των κόμικ, τα Μυστικά του Βάλτου έχουν ως σκοπό να φέρουν στο προσκήνιο όχι μια εθνικιστική αφήγηση, αλλά μια ανθρώπινη ιστορία. Όχι μια κατήχηση, αλλά ένα μυθιστόρημα. Παρ’ όλες τις καλές προθέσεις που μπορεί να έχει όμως μια τέτοια απόπειρα, αναμετράται όχι μόνο με ένα ογκώδες βιβλίο αλλά και μια γραμματεία 80 ετών που πάνω του έχτισε μια ολόκληρη σχολή εθνικής προπαγάνδας. Όσο και αν είναι διαφορετικός ο σκοπός και η μέθοδος ανάγνωσης, είναι αναπόφευκτο να δίνεται πάτημα σε έναν λόγο διαφορετικό από ότι σκοπευόταν. Επιπρόσθετα, σε πιο πρακτικό επίπεδο τα δεκάδες πρόσωπα των χαρακτήρων και οι πολύπλοκες μεταξύ τους σχέσεις κάποιες φορές, όπως είναι λογικό, μπλέκονται τόσο που η προσοχή του αναγνώστη χάνετα μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα. Ακόμα και στην συντομευμένη μορφή του κόμικ των 110 σελίδων, είναι δύσκολο να συγκρατήσεις ποιος έκανε τι ή γιατί… Σε τελική ανάλυση, τα Μυστικά του Βάλτου ως κόμικ μπορεί να μην αφήσει την εντύπωση που άφησε το βιβλίο. Ωστόσο είναι πολύ θετικό που βγήκε, καθως όχι μόνο αποτελεί μια πολύ καλοδουλεμένη έκδοση, αλλά και δείχνει πως ίσως η ευρύτερη σκηνή να είναι έτοιμοι να αναμετρηθεί πραγματικά με τα σκοτεινά, δύσωσμα μυστικά που κρύβει ο βάλτος του Έθνους… Πηγή
  8. Μεταφορά του, κλασικού πλέον, μυθιστορήματος της Πηνελόπης Δέλτα. "Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908), η βαλτώδης λίμνη των Γιαννιτσών αποτέλεσε ένα από τα κυριότερα πεδία των σφοδρών ελληνοβουλγαρικών συγκρούσεων στη Μακεδονία, η οποία ήταν τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στο κλασικό ιστορικό μυθιστόρημα Στα μυστικά του Bάλτου (1937), η εμβληματική συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας Πηνελόπη Δέλτα αποτυπώνει τα δραματικά γεγονότα της εποχής, συνδυάζοντας έξοχα τη δύναμη του αυθεντικού ιστορικού υλικού με την ένταση της μυθοπλασίας. Η αφήγηση εξελίσσεται γύρω από τη δράση δύο παιδιών, του Αποστόλη και του Γιωβάν, τα οποία βοηθούν τα ελληνικά αντάρτικα σώματα στις επιχειρήσεις τους κατά των βουλγαρικών σωμάτων, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθεί τον αγώνα που δίνουν ο Τέλλος Άγρας (Σαράντος Αγαπηνός) και ο καπετάν Νικηφόρος (Ιωάννης Δεμέστιχας), εξέχουσες ιστορικές φυσιογνωμίες της περιόδου αυτής. Το αρχετυπικό τοπίο του βάλτου, οι πράξεις ηρωισμού, το αίσθημα φιλοπατρίας, οι στιγμές ανθρωπιάς, αλλά και οι προδοσίες, τα ατομικά δράματα και η αναπόφευκτη σκληρότητα του πολέμου συγκροτούν ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα, που οκτώ δεκαετίες μετά την αρχική του κυκλοφορία –και παρά τις σημερινές ιστορικές αντιλήψεις για τα γεγονότα που περιγράφει– διατηρεί ακέραια τη μαγεία του και διαβάζεται με το ίδιο, αμείωτο ενδιαφέρον." Είχα να ασχοληθώ με τη λογοτεχνία της Π.Σ. Δέλτα, από το σχολείο και, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, αν δεν υπήρχε το όνομα του Παν Παν στο εξώφυλλο δεν είχα σκοπό να ασχοληθώ ξανά... (Ένα τεράστιο ευχαριστώ στους φιλολόγους μου για αυτό... ) Όπως και με κάθε δουλειά του Παναγιώτη, δεν μετάνιωσα που το έπιασα στα χέρια μου. Το σχέδιο του (σύμφωνα με το δικό μου γούστο) είναι για άλλη μία φορά πανέμορφο, φαίνεται ότι έχει κάνει μελέτη και στη συνέχεια έχει ρίξει τρελή δουλειά. Δεν έφυγε γρήγορα, δεν περίμενα όμως και να φύγει. Το βασικό του μειονέκτημα είναι η ροή του, που με ζόρισε λίγο. Στα συν η άψογη έκδοση. Στο κομμάτι αυτό, οι εκδόσεις Polaris το έχουν προχωρήσει σε άλλο επίπεδο!
  9. Ένα σκληρό παραμύθι για τον Μακεδονικό Αγώνα Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς «Τα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση των εθνικών μας μύθων γύρω από τον Μακεδονικό Αγώνα. Το βιβλίο σημείωσε τεράστια επιτυχία και εξακολουθεί να διαβάζεται ακόμα. Η πρόσφατη προσαρμογή του σε κόμικς είναι εικαστικά μαγευτική. Η επιλογή, ωστόσο, του συγκεκριμένου βιβλίου για να μεταφερθεί σε κόμικς δημιουργεί ερωτήματα Στο πλαίσιο της εθνικά εγκεκριμένης ιστοριογραφίας, τα «Μυστικά του Βάλτου» (1937) της Πηνελόπης Δέλτα, βιβλίο βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα και αποδοσμένο ως μυθοπλασία, απέκτησαν μια μυθική διάσταση, τονώνοντας κατά καιρούς το πατριωτικό αίσθημα και διαμορφώνοντας τις εθνικές συνειδήσεις των Ελληνοπαίδων. Πάνω, ωστόσο, σε σαθρά θεμέλια, στα βαλτώδη και θολά νερά της κατασκευής ηρωικών εθνικών αφηγήσεων, στον εθνικιστικό βούρκο της δαιμονοποίησης των «αντιπάλων» και της διαστρέβλωσης της πραγματικότητας για κάποιον «ιερό σκοπό» μια και ο σκοπός «αγιάζει τα μέσα». Τα «Μυστικά» κυκλοφόρησαν το 1937, τρεις δεκαετίες μετά τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται, σε ό,τι δηλαδή έμεινε γνωστό στην Ιστορία ως «Μακεδονικός Αγώνας» (1904-1908). Με κεντρικά πρόσωπα δυο ανήλικα αγόρια, τον Αποστόλη και τον Γιωβάν και θέατρο του δράματος τη Λίμνη των Γιαννιτσών και τις γύρω από αυτήν ελώδεις περιοχές, στο βιβλίο περιγράφεται η δράση των ελληνικών αντάρτικων σωμάτων στις επιχειρήσεις τους κατά των Βούλγαρων Κομιτατζήδων σε μια εποχή που ολόκληρη η Μακεδονία βρισκόταν σε αναβρασμό, με την Οθωμανική Αυτοκρατορία να βρίσκεται στα τελευταία της και τον χάρτη των Βαλκανίων να ανασχεδιάζεται στα γραφεία των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών. Τα όσα αναφέρονται στο βιβλίο αξιοποιήθηκαν καταλλήλως από την πολιτική ηγεσία και την εθνικόφρονα τάση της ιστορικής μελέτης για να εξυμνηθούν τα ανδραγαθήματα των Ελλήνων και να «αποδειχθεί» με έναν ακόμη τρόπο η ελληνικότητα της Μακεδονίας. Αυτό απαιτούσε την επιλεκτική χρήση αποσπασμάτων του, την αποσιώπηση μέρους της πραγματικότητας, την υποβάθμιση κάποιων γεγονότων και την ανάδειξη κάποιων άλλων. Ενδελεχείς, τεκμηριωμένες και εμπεριστατωμένες μελέτες όπως αυτές του Τάσου Κωστόπουλου («Το Μυστικό του Βάλτου», «Εφ.Συν.», 14 Μαΐου 2017) έχουν θέσει τα ιστορικά γεγονότα σε μια πραγματική διάσταση που διαφέρει σημαντικά από την «εθνική υπερηφάνεια» και τις -καταγεγραμμένες στην επίσημη Ιστορία- περιφανείς νίκες εναντίον των «κακών» Βούλγαρων. «Από την άποψη της εθνικής κατήχησης, θα ήταν, γαρ, μάλλον αντιπαραγωγικό να εξηγήσεις στα ελληνόπουλα (αλλά και στους ενήλικους συμπατριώτες μας) πως ο αγώνας στον Βάλτο έληξε νικηφόρα όταν (και επειδή) οι ημέτεροι "ιππότες του σταυρού" έδρασαν ως άτακτη επικουρία των στρατευμάτων του σουλτάνου, ξεκαθαρίζοντας την περιοχή από τους επαναστατημένους ντόπιους χριστιανούς. Γιατί αυτό ακριβώς συνέβη τον Μάιο του 1907: μια κοινή ελληνοτουρκική στρατιωτική επιχείρηση, με την οποία οι φιλοβούλγαροι αντάρτες (κομιτατζήδες) της περιοχής εκτοπίστηκαν από τα κρησφύγετά τους, απαλλάσσοντας προσωρινά τους μπέηδες του κάμπου από τον βραχνά της επαναστατικής τρομοκρατίας. Ως λογοτέχνης, η Δέλτα δεν δεσμευόταν φυσικά από την υποχρέωση ειλικρίνειας του ιστορικού. Την ίδια όμως πολιτική αυτολογοκρισίας και αποσιώπησης έχει ακολουθήσει στο συγκεκριμένο ζήτημα και το μεγαλύτερο μέρος της καθ’ ύλην αρμόδιας, εθνικά ορθής επιστημονικής κοινότητας. Ο χαρακτήρας του Μακεδονικού Αγώνα ως πολύμορφης σύμπραξης οθωμανικού κράτους, μουσουλμάνων μπέηδων και Ελλήνων παραστρατιωτικών για την καταστολή του επαναστατικού κινήματος των σλαβόφωνων αγροτών της Μακεδονίας αποτελεί μέχρι τις μέρες μας ένα από τα μεγαλύτερα ταμπού της εγχώριας ιστοριογραφίας» αναφέρει ο Κωστόπουλος. Φυσικά, όπως η Δέλτα ως λογοτέχνης δεν δεσμευόταν από την υποχρέωση της αντικειμενικότητας και της επιστημονικότητας, έτσι και ακόμη περισσότερο, οι Γιάννης Ράγκος και Παναγιώτης Πανταζής που μετέφεραν «Τα Μυστικά του Βάλτου» σε κόμικς (εκδόσεις Polaris) δεν υπόκεινται σε ανάλογες δεσμεύσεις. Η προσαρμογή ενός σχεδόν κλασικού έργου της ελληνικής λογοτεχνίας σε κόμικς προϋποθέτει και απαιτεί μεγάλους βαθμούς ελευθερίας. Με δεδομένη και αναπόφευκτη τη «συμπίεση» των περισσοτέρων από 600 σελίδων του βιβλίου της Δέλτα σε 110 σελίδες κόμικς, η προσαρμογή πρέπει να γίνει με ιδιαίτερη μαεστρία. Και ο Ράγκος τα καταφέρνει περίφημα. Εχει επιλέξει από το ογκώδες λογοτεχνικό έργο τα κατάλληλα αποσπάσματα που συνθέτουν μια ολοκληρωμένη αφήγηση που έχει την αυταξία της και λειτουργεί ανεξάρτητα από τη γνώση του πρωτοτύπου. Ο Ράγκος, άλλωστε, δημοσιογράφος και συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας («Η Στάση του Εμβρύου», «Μυρίζει Αίμα» κ.ά.) γνωρίζει καλά να περιγράφει γεγονότα με ευσύνοπτο τρόπο και να αποδίδει νοήματα αποτελεσματικά και με λίγα λόγια. Το είχε πράξει πρόσφατα και με τον βραβευμένο «Ερωτόκριτο» σε κόμικς με τη συνεργασία του Δημοσθένη Παπαμάρκου στο σενάριο, σε σχέδια του Γιώργου Γούση. Επικεντρώνεται στα δυο παιδιά – πρωταγωνιστές και τα παρακολουθεί σε αρκετές συγκινησιακά φορτισμένες στιγμές από τη ζωή τους στον βάλτο ενώ σε κατάλληλες δόσεις παρεμβάλλει τους πραγματικούς πρωταγωνιστές των γεγονότων: τον Τέλλο Αγρα (Σαράντος Αγαπηνός) και τον καπετάν Νικηφόρο (Ιωάννης Δεμέστιχας), εξέχουσες φυσιογνωμίες της περιόδου. Αποφεύγοντας, ευτυχώς, να μιμηθεί το εθνικό πάθος της Δέλτα και να εξιδανικεύσει τους χαρακτήρες. Οπως γράφει ο Αθανάσιος Τζ. Φερμίν στο επίμετρο της έκδοσης: «Το μυθιστόρημα της Δέλτα περιγράφει μ’ ενθουσιασμό, επικό ύφος και εθνικό πάθος αυτό τον αγώνα […] Πρόκειται για ένα πολεμικό μυθιστόρημα με συναρπαστική πλοκή, μυστήριο και περιπέτεια αλλά και αναπόφευκτη βία και σκληρότητα όπου οι κεντρικοί ήρωες είναι παιδιά, τα οποία δεν παρακολουθούν απλώς θαυμάζοντας τα κατορθώματα των πολεμιστών αλλά παίρνουν και τα ίδια μέρος στον πόλεμο, αναλαμβάνουν αποστολές, κινδυνεύουν, τραυματίζονται, θυσιάζονται». Ο πατριωτισμός της Πηνελόπης Δέλτα και τα εθνικά κίνητρά της, την οδήγησαν στα «Μυστικά του Βάλτου» με προφανή τον διαπαιδαγωγητικό και διδακτικό στόχο. Τα κίνητρα του Ράγκου δεν είναι τέτοια και αυτό αποδεικνύεται από την επιλογή των σκηνών και των στιγμιοτύπων που μάλλον δεν διαφημίζουν τον πόλεμο ούτε είναι προορισμένα για να νουθετήσουν τα παιδιά και να χαλυβδώσουν το πατριωτικό τους αίσθημα. Από την άλλη, ωστόσο, παραμένει ανεξερεύνητο και το πραγματικό κίνητρο. Γιατί, να επιλέξει, ας πούμε, κάποιος εν έτει 2018 και με ένα θησαυρό ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας διαθέσιμο, να προσαρμόσει σε κόμικς ένα μυθιστόρημα του 1937 που αναφέρεται στον Μακεδονικό Αγώνα; Σίγουρα οι δημιουργοί του δεν είχαν καμιά πρόθεση να εκμεταλλευτούν τη συγκυρία που έχει φέρει στην επικαιρότητα το θέμα του ονόματος της ΠΓΔΜ, καθώς το βιβλίο τους ετοιμαζόταν επί τρία ολόκληρα χρόνια και μάλλον εναντίον τους λειτουργεί η χρονική σύμπτωση της κυκλοφορίας του με τον διπλωματικό πυρετό των τελευταίων μηνών, με γνώμονα και το κοινό στο οποίο απευθύνονται κατά πλειονότητα τα ελληνικά κόμικς. Η επιλογή, όμως, του συγκεκριμένου βιβλίου της ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής του εικοστού αιώνα δεν παύει να προκαλεί ερωτήματα που τις απαντήσεις τους διαθέτουν μόνο οι δημιουργοί και οι εκδότες, σε μια περίοδο που τα ελληνικά κόμικς κατακλύζονται από μια διαρκή «επιστροφή» στην ελληνική λογοτεχνία και στην ελληνοκεντρική θεματολογία. Παρά τα ερωτήματα αυτά όμως, τα «Μυστικά» των Ράγκου - Πανταζή είναι εικαστικά υπέροχα. Ο Πανταζής («Common Comics», «Μαρμελάδα Κεράσι» κ.ά.) είναι ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της γενιάς των «τριάντα-και-κάτι» Ελλήνων δημιουργών κόμικς που εδώ και περισσότερο από μια δεκαετία φιλοτεχνεί με συνέπεια, έργα ευαίσθητα, φορτισμένα με συναισθήματα και μουσικές, έργα γλυκά και μελαγχολικά, που εξελίσσονται σε αφιλόξενα αστικά περιβάλλοντα. Στα «Μυστικά», αν και βρέθηκε πολύ μακριά από τις θεματικές συνήθειές του, το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Μελέτησε επί χρόνια το θέμα του, ταξίδεψε στις περιοχές που αποτυπώνονται στα σχέδιά του, έψαξε σε αρχεία, φωτογραφίες, ζωγραφικούς πίνακες. Αλλά δεν αποπειράθηκε να δημιουργήσει μια πιστή αναπαράσταση· θα ήταν αδύνατο και αναίτιο κάτι τέτοιο. Αντίθετα, πειραματίστηκε επιτυχημένα με τα χρώματα, που συχνά αντανακλούν την ένταση ή τη ραθυμία της ιστορίας, ζωγράφισε τον βάλτο υπό πολλές και διαφορετικές συνθήκες, χρίζοντάς τον έναν από τους πρωταγωνιστές και απέδωσε με συμπάθεια τα κάτισχνα πρόσωπα του δράματος που θυμίζουν πορτρέτα του Μοντιλιάνι. Δημιουργώντας έτσι μια εικαστικά άρτια ιστορία που αξίζει να διαβαστεί λόγω της άγριας ομορφιάς της αλλά και λόγω των ερεθισμάτων που προσφέρει για μια πιο αναλυτική έρευνα του αναγνώστη πάνω στα πραγματικά και τεκμηριωμένα γεγονότα του Μακεδονικού Αγώνα πέρα από τα εθνικώς εγκεκριμένα των πρωτοτύπων «Μυστικών του Βάλτου». Πηγή
  10. Τα «Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα μόλις έγιναν graphic novel Μετά τον «Ερωτόκριτο», ο Γιάννης Ράγκος και ο Παναγιώτης Πανταζής συνεργάζονται ξανά και μετατρέπουν σε κόμικ ένα τα πιο δημοφιλή «παιδικά» βιβλία των τελευταίων 80 ετών Η κυκλοφορία των Μυστικών του Βάλτου της Πηνελόπης Δέλτα (ένα από τα πιο δημοφιλή «παιδικά» βιβλία στην Ελλάδα τα τελευταία 80 χρόνια) σε ένα εξαιρετικό graphic novel, ήταν η αφορμή να συναντήσω τον Γιάννη Ράγκο και τον Παναγιώτη Πανταζή, τους δημιουργούς του. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO Δεν ξέρω αν συνδέεται με την εποχή που ζούμε και αν είναι θέμα συγκυριών, αλλά το ελληνικό κόμικ διανύει μία περίοδο άνθισης, και μάλιστα, δημιουργικά, περνάει την καλύτερη φάση που μπορώ να θυμηθώ. Η τεράστια εμπορική (και καλλιτεχνική) επιτυχία του Logicomix, του Ερωτόκριτου ή το Παραρλάμα (με τις ιστορίες του Δημοσθένη Βουτυρά), Η μεγάλη βδομάδα του Πρεζάκη (από το διήγημα του Καραγάτση), το Γρα Γρου, έχουν ανεβάσει πολύ τον πήχη και δημιουργούν ολόκληρη σκηνή με αμιγώς ελληνικά θέματα, εξαιρετικά σενάρια και σκίτσο που κάθε καρέ είναι έργο τέχνης (κυριολεκτικά). Η κυκλοφορία των Μυστικών του Βάλτου της Πηνελόπης Δέλτα (ένα από τα πιο δημοφιλή «παιδικά» βιβλία στην Ελλάδα τα τελευταία 80 χρόνια) σε ένα εξαιρετικό graphic novel, ήταν η αφορμή να συναντήσω τον Γιάννη Ράγκο και τον Παναγιώτη Πανταζή, τους δημιουργούς του, για μια κουβέντα που κατέληξε σε μια εκ βαθέων ανάλυση του βιβλίου που επέλεξαν να μεταφέρουν σε σκίτσο. Όπως μου εξήγησαν ήταν πολύ δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία για ένα έργο 600 σελίδων που έπρεπε να στριμωχθεί στις 114 σελίδες του graphic novel. Και οι δύο έχουν συνεργαστεί και στη δημιουργία του Ερωτόκριτου, ενός κόμικ best seller, του πιο πετυχημένου των τελευταίων χρόνων –μετά την παγκόσμια επιτυχία του Logicomix. Ο Γιάννης είχε συγγράψει το σενάριο μαζί με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο και ο Παναγιώτης είχε χρωματίσει τα σκίτσα του Γιώργου Γούση. «Τα τελευταία χρόνια, λόγω της ευρύτερης συγκυρίας, υπάρχει μια επιστροφή της ηθογραφίας, γενικά, και μάλιστα σχεδόν κατακλυσμική, σχεδόν μονοπωλιακή, το βλέπουμε και από τα λογοτεχνικά βιβλία που κάνουν επιτυχία» λέει ο Γιάννης, «ανεξαρτήτως από την αξία τους τη λογοτεχνική, έχουν μια επιστροφή σε μιας νέας μορφής ηθογραφία, μία νεοηθογραφία. Αυτό υπάρχει στην Ελλάδα και έχει να κάνει με την κρίση, έχει να κάνει με την ανάγκη να γυρίσουμε σε κάποια δεδομένα, σε κάποιους στυλοβάτες, γιατί αισθανόμαστε όλοι ότι φεύγει το χαλί κάτω απ' τα πόδια μας όλα αυτά τα χρόνια. Και ο Ερωτόκριτος, επειδή είναι ένα αρχετυπικό κείμενο για τα ελληνικά γράμματα και όλοι τον ξέρουμε, ακόμα και αν δεν τον έχουμε διαβάσει, αν είχε βγει πριν από 10 χρόνια πιθανώς να μην είχε την ανταπόκριση που είχε την συγκεκριμένη στιγμή». «Με τα Μυστικά του βάλτου πώς ασχοληθήκατε;», ρωτάω. «Για τα Μυστικά του βάλτου είχα λάθος εντύπωση, είχα στο μυαλό μου αυτό που είχαμε διαβάσει μικροί, ότι είναι ένα παιδικό βιβλίο και όταν το διάβασα επειδή θα ξεκινούσαμε το κόμικς συνειδητοποίησα ότι είναι σκοτεινό, βίαιο, ότι δεν είναι για παιδιά» λέει ο Παναγιώτης. «Έχει πόλεμο, βία, θανάτους, περιγράφει πώς είναι το τουμπανιασμένο πτώμα του Άγρα, ή ότι έχει κρεμαστή γλώσσα, αλλά και μόνο το ότι πεθαίνει ένα παιδί, ο Γιοβάν, αυτό πάει κόντρα στη σύμβαση της παιδικής λογοτεχνίας». «Και μην ξεχνάμε ότι είναι γραμμένο το '36-37, έχει σημασία αυτό» προσθέτει ο Γιάννης. «Βέβαια, τότε ήταν άγρια χρόνια και η εξοικείωση όλων των γενιών και όλων των ανθρώπων με τον θάνατο ήταν πολύ πιο άμεση. Σήμερα έχουμε αποκηρύξει τον θάνατο. Επειδή είμαι και αστυνομικός συγγραφέας και άρα στον πυρήνα της δικής μου λογικής υπάρχει η έννοια του θανάτου, αλλά και υπαρξιακά μιλώντας, πιστεύω ότι πρέπει να ζούμε με την ανάμνηση του θανάτου μας κάθε στιγμή, ότι θα πεθάνουμε, δηλαδή. Όχι με την έννοια την πεισιθανάτια, το γεγονός δηλαδή ότι θα πεθάνουμε να μας ακυρώνει και να μας ακινητοποιεί, αλλά να το έχουμε σαν μια παράμετρο στην εξίσωση της ζωής μας. Ακριβώς επειδή θα πεθάνουμε, πρέπει να ζήσουμε. Αλλά δεν μπορούμε να ζούμε σαν να μην πρόκειται να πεθάνουμε ποτέ. Πρέπει να έχουμε επίγνωση της θνητότητάς μας, κι επειδή είμαι agent provocateur με έναν τρόπο, πολλές φορές για να προβοκάρω όταν είμαι σε παρέες τους λέω "άντε παιδιά, καλό θάνατο!", γιατί όλοι αποφεύγουν να μιλάνε για αυτόν, παρόλο που είναι το μόνο βέβαιο γεγονός της ζωής μας. Δεν μπορεί να μιλάμε για όλα τα άλλα, για γκόμενες, για γκόμενους, για παρέες, για δουλειές, για ταξίδια, να ξοδεύουμε ατελείωτες ώρες για διάφορα στη ζωή μας και να μην ξοδεύουμε έναν έστω ελάχιστο χρόνο για να συζητήσουμε και για αυτό που είναι το μόνο βέβαιο ότι θα μας συμβεί, στο κάτω-κάτω. Όλα τ' άλλα μπορεί και να μην μας συμβούν. Τότε οι γενιές ήταν πολύ πιο εξοικειωμένες με τον θάνατο και για πρακτικούς λόγους, τα μισά παιδιά πέθαιναν, είχαμε διαρκείς πολέμους, στον Μεσοπόλεμο η Ελλάδα είχε βγει από μία εικοσαετία που ήταν σχεδόν μόνιμα σε πόλεμο -Μακεδονικός Αγώνας, Βαλκανικοί πόλεμοι, Μικρά Ασία-, επομένως το να πεθάνει ένα παιδί δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο, ενώ σήμερα μας ξενίζει. Σήμερα σε ένα παιδικό βιβλίο δεν θα μπορούσες να διανοηθείς να βάλεις τον θάνατο ενός παιδιού. Ένας από τους λόγους που μου άρεσε το κείμενο, πέρα από κάποιες επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κανείς, ήταν το ότι είναι μελαγχολικό, είναι βίαιο, είναι σκοτεινό, δεν είναι καθόλου πολιτικώς ορθό. Και είναι και αντιηρωικό, παρόλο που υπάρχει ένα πνεύμα ηρωισμού...». Αυτό που αρέσει σε μένα σε αυτό το βιβλίο, ότι δείχνει πολύ έντονα τις ματαιώσεις» λέει ο Παναγιώτης. «Δηλαδή, ακόμα και οι πιο ηρωικοί χαρακτήρες, ο Άγρας π.χ., έχει στιγμές που ζητάει να αντικατασταθεί. Διαρκώς παλεύουν κάτω από αντίξοες συνθήκες και διαρκώς υπάρχει μια ματαίωση, ότι πάλι δεν πέτυχαν αυτό που ήθελαν, πάλι είχαν πολλές απώλειες. Τελειώνει και μελαγχολικά με τη ματαίωση, ότι τελικά όλος αυτός ο αγώνας δεν βγάζει πουθενά. Έχουμε δει τόσες ηρωικές πράξεις, θανάτους, αλλά παρόλα αυτά δεν βγαίνει κάτι. Είναι ενδιαφέρον πώς η ίδια η συγγραφέας επέλεξε να το πιάσει, παρόλο που το έγραψε με απόσταση 30 χρόνων από τα γεγονότα: δηλαδή ενώ ξέρει πού έχει καταλήξει, ξέρει ότι οι Έλληνες αντάρτες πέτυχαν τον σκοπό τους, παρόλα αυτά δεν σου δείχνει την νίκη τους, επιλέγει να το κλείσει πριν τη νίκη τους, δείχνει την ταλαιπωρία, την πίεση αλλά όχι τι κέρδισαν». «Η Πηνελόπη Δέλτα για να γράψει αυτό το βιβλίο συγκέντρωνε στοιχεία επί 20 χρόνια, έκανε τρομακτική έρευνα» συνεχίζει ο Γιάννης. «Όλο αυτό το υλικό υπάρχει στο αρχείο της που βρίσκεται κατά βάση στο Μουσείο Μπενάκη. Συγκέντρωσε πολύ υλικό από το Υπουργείο Εξωτερικών και από άλλες πηγές. Επίσης, είναι καταπληκτικό το ότι δημιούργησε μία ιστορική ύλη που δεν υπήρχε καταγεγραμμένη: πήρε πάρα πολλές συνεντεύξεις-μαρτυρίες πρωταγωνιστών της περιόδου, και μάλιστα ένα μεγάλο μέρος του υλικού και της αφήγησης αυτής το πήρε από τον ίδιο τον καπετάν Νικηφόρο ή Γιάννη Δεμέστιχα -που είναι και ένας από τους συμπρωταγωνιστές του βιβλίου της, ένα πραγματικό, ιστορικό πρόσωπο. Είναι καταπληκτική η δουλειά που έκανε και δείχνει ακριβώς και πόσο κυρίαρχο ήταν το πνεύμα του αλυτρωτισμού εκείνη την εποχή στην Ελλάδα, τις αντιλήψεις της ίδιας...». «Πώς καταφέρατε να συμπυκνώσετε τις 600 σελίδες του βιβλίου της σε 120;». «Υπήρχε ένα πρόβλημα "αφηγηματικό", είναι πάρα πολλά τα επεισόδια και οι χαρακτήρες, έτσι χρησιμοποιήσαμε το μοτίβο των συνεντεύξεων και κάναμε μια παρέκβαση σε σχέση με το βιβλίο» εξηγεί ο Παναγιώτης. «Το δικό μας βιβλίο αρχίζει και τελειώνει με τον Αποστόλη, 40άρη πια -γιατί στο βιβλίο είναι 12-13 χρονών, ο οποίος είναι στο σπίτι της Δέλτα το 1936 στην Κηφισιά (αυτό δεν υπάρχει στο βιβλίο της) και ουσιαστικά της αφηγείται τη μαρτυρία του. Αυτό που βλέπουμε στο κόμικ είναι ένα γιγαντιαίο φλας μπακ, αξιοποιήσαμε αυτή τη λογική ότι συγκέντρωνε μαρτυρίες από πρωταγωνιστές των γεγονότων, άρα θα μπορούσε να έχει βρει και τον Αποστόλη. Ο Αποστόλης, βέβαια, είναι fiction πρόσωπο στο βιβλίο της, αλλά αν υπήρχε θα μπορούσε να τον είχε βρει να του πάρει μαρτυρία. Αυτό μας διευκόλυνε γιατί μέσα από την αφήγηση του Αποστόλη περιορίσαμε τα επεισόδια, μπορέσαμε να επιταχύνουμε τους χρόνους, να πάμε παρακάτω στην ιστορία με μια φράση, με μια κουβέντα. Μας βόλεψε, γιατί το βιβλίο είναι 600 σελίδες και έτσι καταφέραμε αφηγηματικά να το συμπυκνώσουμε σε 110 σελίδες. Αν γινόταν κόμικ όπως ήταν, θα έβγαιναν 2000 σελίδες!». «Το 80-85% των αφηγήσεων, οι λεζάντες, οι ατάκες, είναι αυθεντικά κομμάτια μέσα από το βιβλίο» τονίζει ο Γιάννης. «Ελάχιστα είναι τα επινοημένα. Ένα μεγάλο μέρος του κόμικ, από κειμενική άποψη, είναι το ίδιο το βιβλίο». «Πόσο καιρό το δουλεύατε; Γιατί συνέπεσε σε μια περίοδο που έχει αναβιώσει το θέμα της Μακεδονίας...». «Στην πραγματικότητα δεν συσχετίζονται» ξεκαθαρίζει ο Παναγιώτης. «Το δουλεύαμε τρία χρόνια το βιβλίο μας, 8 μήνες πριν ακόμα τυπωθεί ο Ερωτόκριτος είχαμε αρχίσει να συζητάμε για την ιδέα των Μυστικών του Βάλτου. Άρα δεν είναι κάτι που έχει να κάνει με τη συγκυρία. Το γεγονός ότι κυκλοφορεί τώρα είναι εντελώς τυχαίο. Μόνο το σενάριο χρειάστηκε ένα χρόνο για να ολοκληρωθεί, και ένας χρόνος χρειάστηκε για να σχεδιαστεί, δεν μπορεί να γίνει όλη αυτή η δουλειά μέσα σε δυο μήνες, είναι αστείο να το συζητάμε. Ξεκίνησα να σχεδιάζω το βιβλίο ψάχνοντας εικόνες, να σχεδιάζω βάλτους, δοκίμαζα για καιρό σχέδια και τεχνικές και πριν από δύο χρόνια πήγα ένα πολύ ωραίο road trip στη Μακεδονία, στα μέρη που περιπλανιόνταν οι χαρακτήρες του βιβλίου γατί ήθελα να νιώσω βιωματικά τον τόπο. Βεβαίως, ο βάλτος δεν υπάρχει πια, έχει αποξηρανθεί, αλλά έφερα πίσω 2000 φωτογραφίες. Από αυτές, εν τέλει, χρησιμοποίησα ελάχιστες, αλλά ήταν σημαντικό το ότι πήγα εκεί και έζησα την ατμόσφαιρα». «Επίσης σημαντικό, όπως και στον Ερωτόκριτο, ήταν ότι δεν διαβάσαμε μόνο το κείμενο, διαβάσαμε και για το κείμενο» λέει ο Γιάννης. Φιλολογικές πηγές, αναλύσεις για το βιβλίο, για τα μοτίβα κλπ., και για την ιστορική περίοδο. Ήταν μια δουλειά τεκμηρίωσης, πολύ σημαντική». Να μιλήσουμε λίγο για το ιδεολογικό περιεχόμενο του βιβλίου;». «Όταν διάβασα το βιβλίο ένιωσα ότι η Δέλτα επιμένει στην ευγένεια των Ελλήνων, είναι αρκετά εθνικιστικό, αλλά πρέπει να το τοποθετήσουμε στην εποχή του, γιατί άλλος ο εθνικισμός τότε, άλλος σήμερα» επισημαίνει ο Παναγιώτης. «Δεν είναι ίδια η έννοια. Το 1935 που το έγραψε και υπήρχε η φασιστική απειλή πάνω απ' την Ευρώπη, το να είσαι εθνικιστής στην Ελλάδα σήμαινε ότι είσαι διατεθειμένος να υπερασπιστείς τη χώρα σου για να μην μπει ο Χίτλερ σε αυτή, να μην μπουν οι φασίστες. Το 1905 σήμαινε μια άλλου είδους συνείδηση, δεν ήταν ούτε καν εθνική τότε, ήταν άλλος ο διαχωρισμός. Εν πάση περιπτώσει, είχε να κάνει με κάποιον κατακτητή, τώρα εθνικιστής μπορεί και να σημαίνει ότι μισείς να βλέπεις ανθρώπους στο δρόμο που έχουν διαφορετικό χρώμα από σένα, έχει τεράστια διαφορά. Πρέπει να σκέφτεσαι το context και να μην το κρίνεις με τα σημερινά κριτήρια. Αυτό που εγώ ξεχώρισα και μου άρεσε πριν ακόμα ξεκινήσω να δουλεύω, από τη δουλειά που έκανε ο Γιάννης, ήταν ότι κράτησε τα στοιχεία του βιβλίου που μέχρι σήμερα το κάνουν να είναι σπουδαίο: τις ματαιώσεις, τους προσωπικούς αγώνες, τα ψυχογραφήματα, τα φανταστικά επεισόδια -που περιγράφονται πολύ πλούσια και με χορταστικό τρόπο, και κατάφερε να θέσει τον εθνικισμό που έχει το βιβλίο στη σωστή του βάση. Στη χρονική του περίοδο. Δηλαδή, δεν πρόκειται για κάποια αγιογραφία αυτού του πράγματος σήμερα αλλά το τοποθετεί στο τότε, με τον ίδιο τρόπο που βλέπεις μια ταινία εποχής για τον ρατσισμό στην Αμερική και χρησιμοποιούν τη λέξη νέγρος, ενώ προφανώς είναι απαράδεκτο σήμερα να χρησιμοποιήσεις στα αγγλικά αυτή τη λέξη, ειδικά αν είσαι λευκός. Από την πρώτη στιγμή που το αποφασίσαμε, είπαμε ότι από τη στιγμή που επιλέξαμε το συγκεκριμένο έργο, πρέπει να σεβαστούμε τις ιδεολογικές και πολιτικές του τοποθετήσεις και να τις παρουσιάσουμε, όχι να τις αποκρύψουμε. Αλλιώς φτιάχναμε μια δικιά μιας εκδοχή, μια δικιά μας ιστορία που διαδραματίζεται στον Μακεδονικό Αγώνα και την κάναμε όπως θέλαμε. Το σεβαστήκαμε ως έργο. Σαφώς το βιβλίο της Δέλτα έχει έναν συγκεκριμένο προσανατολισμό και ιδεολογικό, αλλά δεν ταυτιζόμαστε εμείς ως δημιουργοί με αυτό. Έχουν περάσει και 80 χρόνια και ξέρουμε τι σήμαιναν αυτά τα πράγματα και τι σημαίνουν τώρα, είμαστε άνθρωποι του 21ου αιώνα». «Βέβαια, έχει στιγμές που εκπλήσσει η Δέλτα» λέει ο Γιάννης, «γίνεται ένας θάνατος βίαιος και λέει ένας Έλληνας "πω πω, αυτός δεν είναι πόλεμος, είναι αγριότητες, είναι φρίκη" και απαντάει κάποιος άλλος Έλληνας "τα ίδια θα λένε και οι Βούλγαροι για μας, ότι κι εμείς τα ίδια κάνουμε". Ενώ τους έχει περιλούσει τους Βούλγαρους με κοσμητικά, "απολίτιστους, γουρουνομύτες, άξεστους", ξαφνικά λέει αυτό. Και πράγματι, οι αγριότητες σε έναν πόλεμο γίνονται και από τις δύο πλευρές, δεν γίνεται ποτέ απ' τη μία. Έχει τέτοια "φωτεινά" διαλείμματα η Δέλτα, σε σχέση με το κυρίαρχο ιδεολογικό της μοτίβο, το οποίο, βεβαίως, παραμένει εθνικιστικό, παραμένει πατριωτικό, και παραμένει και ελληνοκεντρικό. «Το βιβλίο έχει χαρακτήρες που είναι συγκλονιστικοί» συνεχίζει ο Παναγιώτης, «ο Άγρας και ο Νικηφόρος μιλάνε για τα εθνικά ιδεώδη, ο Βασίλης και ο Γρέγος δεν μιλάνε για τίποτα τέτοιο, κινητοποιούνται από ανάγκη για προσωπική εκδίκηση. Μου σκότωσες την οικογένειά μου; Θα γυρίσω πίσω και θα σας καθαρίσω όλους. Είναι και οι πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες του βιβλίου ο Βασίλης και ο Γρέγος, και μάλιστα είναι χαρακτήρες που έρχονται από τον Μάγκα, το προηγούμενο βιβλίο της Δέλτα. Στο τέλος του Μάγκα λένε ότι "φεύγουμε για τη Μακεδονία για να πολεμήσουμε" και τους συναντάμε ξανά στα Μυστικά του βάλτου. Έχει καταπληκτικές σκηνές περιγραφών του βάλτου, γιατί ο βάλτος στην πραγματικότητα είναι ο πρωταγωνιστής, ο τίτλος δεν είναι τυχαίος». «Οι σκηνές του βάλτου όπως τις σχεδίασε ο Παναγιώτης είναι εξαιρετικές» λέει ο Γιάννης. «Παρουσιάζεται σε όλες τις εποχές του χρόνου, από το ένα φθινόπωρο μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, και το βιβλίο μυρίζει την υγρασία του βάλτου. Το μειονέκτημα του βιβλίου είναι ότι είναι σαν δύο βιβλία σε ένα, τα 4/10 είναι ο Άγρας και ο Νικηφόρος και το κομμάτι το εθνικό, ένα είδος ιστορικού χρονικού, και ξαφνικά, με την εμφάνιση του Βασίλη του Ανδρεάδη, του Γρέγου, όλων αυτών των Αιγυπτιωτών που έρχονται από την Αλεξάνδρεια, μετατοπίζεται το κέντρο βάρους περισσότερο στη μυθοπλασία, στους φανταστικούς χαρακτήρες και μπαίνει πια όχι το στοιχείο του εθνικού ιδεώδους, αλλά της προσωπικής εκδίκησης. Η Δέλτα το αποκαλύπτει αυτό σταδιακά, με πολύ αριστοτεχνικό τρόπο, δεν το γνωρίζεις από πριν». Και οι δύο έχουν αρχίσει να δουλεύουν σε νέα project και καινούριες δουλειές τους αναμένονται σύντομα. Θα μπορέσεις να τους συναντήσεις από κοντά στο Comicdom Con Athens 2018 που θα γίνει από 20-22 Απριλίου. === Πηγή
  11. Χωρίς πολλά σχόλια από εμένα Σημερινό αρθράκι από το oneman.gr === Προδημοσίευση: Τα ‘Μυστικά του Βάλτου’ της Πηνελόπης Δέλτα γίνονται κόμικ Οι Παναγιώτης Πανταζής και Γιάννης Ράγκος του 'Ερωτόκριτου' διασκευάζουν ένα κλασικό βιβλίο με εντυπωσιακά αποτελέσματα κι εμείς εξασφαλίσαμε τις πρώτες εικόνες. «Για μένα ήταν εντυπωσιακό το πόσο εύκολο ήταν να γεννηθούν εικόνες», λέει ο Παναγιώτης Πανταζής μιλώντας για την πρόκληση του να διασκευάζεις σήμερα σε κόμικ μορφή ένα λογοτεχνικό έργο 80 χρόνια αφού γράφτηκε. «...και πάνω από 110 από τότε που διαδραματίζεται», συμπληρώνει. Στο κλασικό λογοτεχνικό αριστούργημα της Πηνελόπης Δέλτα ‘Στα Μυστικά του Βάλτου’, δύο παιδιά, ο Αποστόλης κι ο Γιωβάν αναλαμβάνουν κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού αγώνα να βοηθήσουν τα ελληνικά αντάρτικα σώματα να καταλάβουν τη λίμνη των Γιαννιτσών, περιοχή στρατηγικής σημασίας για την πορεία της αναμέτρησης. «Κατά κάποιο τρόπο, το βιβλίο τέμνεται σε δύο μέρη», εξηγεί ο Γιάννης Ράγκος, που διασκεύασε κειμενικά το έργο σε κόμικ για τις εκδόσεις Polaris, έχοντας προηγουμένως δουλέψει και στην μπλοκμπάστερ μεταφορά του ‘Ερωτόκριτου’. «Το πρώτο μέρος έχει σαφέστερο ιστορικό χαρακτήρα, αποτελεί ένα είδος ιστορικού χρονικού, καθώς επικεντρώνεται στη δράση του Τέλλου Άγρα, ενώ το δεύτερο αναπτύσσεται κυρίως γύρω από επινοημένους ήρωες, που δρουν ωστόσο στο ίδιο ιστορικό περιβάλλον και γεωγραφικό χώρο. Μάλιστα, οι περισσότεροι από τους επινοημένους ήρωες έρχονται από το προηγούμενο μυθιστόρημα της συγγραφέως ‘Μάγκας’ και μεταπηδούν στα ‘Μυστικά του Βάλτου’, ας πούμε ως ένα είδος sequel.» Ο Ράγκος είχε δουλέψει στο σενάριο της μεγάλης επιτυχίας του ‘Ερωτόκριτου’ μαζί με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο, ενώ ο Παναγιώτης Πανταζής που είχε συνεργαστεί στον χρωματισμό εκείνου του έργου (σε σχέδιο Γιώργου Γούση), τώρα αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου το σχεδιασμό, με εντυπωσιακό αποτέλεσμα. «Όταν συζητούσαμε με τις Εκδόσεις Polaris ποιο ελληνικό μυθιστόρημα θα ήταν το επόμενο που θα διασκευάζαμε μετά τον ‘Ερωτόκριτο’, έπεσαν διάφορες ιδέες», εξηγεί ο Γιάννης Ράγκος. Γιατί υπερίσχυσαν τα ‘Μυστικά του Βάλτου’; «Πρώτον, είναι ένα κλασικό και ιδιαίτερα αγαπημένο ανάγνωσμα των ελληνικών γραμμάτων -από το 1937, όταν πρωτοκυκλοφόρησε, κάνει σχεδόν κάθε χρόνο τουλάχιστον μια επανέκδοση. Δεύτερον, αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη και ‘στέρεη’ ιστορική περίοδο -Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908)- που επιπλέον έχει απεικονιστεί ελάχιστες φορές, γεγονός που αύξησε σημαντικά το ενδιαφέρον μας. Τρίτον, διαθέτει άφθονη εξωτερική δράση -συμπλοκές, μάχες, διαρκείς μετακινήσεις των ηρώων σε ποικίλους τόπους, συνομωσίες, προδοσίες κ.λπ.- αλλά και το μαγικό, σχεδόν αρχετυπικό τοπίο του ίδιου του Βάλτου, κάτι που προσφέρει θαυμάσιες δυνατότητες για οπτικοποίηση. Τέταρτον, αν και είναι γραμμένο με τον τρόπο της παιδικής Λογοτεχνίας, εντούτοις ενσωματώνει ταυτόχρονα και ‘τραχιές’ αφηγήσεις, οι οποίες εμένα -που, συγγραφικά, προέρχομαι από την αστυνομική λογοτεχνία- μου άσκησαν ιδιαίτερη γοητεία». Σχετικά ακριβώς με αυτή την προσέγγιση στην οπτικοποίηση, ο Πανταζής σχολιάζει πως αν και παιδί της πόλης, σχεδίασε διάφορες σκηνές που τον έβγαλαν καλλιτεχνικά από το comfort zone του και τον προκάλεσαν καλλιτεχνικά: μάχες, θανάτους, βλάστηση. Ρωτήθηκε αν θα τον ενδιέφερε να είναι ο σχεδιαστής επειδή το στυλ του «έχει μια μελαγχολία που ταιριάζει στο χαρακτήρα του βιβλίου». Αυτό, όπως λέει, «ήταν το κοπλιμέντο που με απελευθέρωσε στο να δημιουργήσω έναν κόσμο που ενώ υπήρχε μέχρι πρόσφατα, πλέον είναι κάτι άλλο- αναφέρομαι φυσικά στον πρωταγωνιστή βάλτο, που έχει αποξηραθεί». Ωστόσο, η αγαπημένη του σκηνή του βιβλίου είναι τελείως γυμνή. «Απέφυγα ακόμη και να βάλω background», λέει ο σχεδιαστής, μιλώντας για τη σκηνή που δυο παλιοί φίλοι συναντώνται και αναγνωρίζονται μετά από χρόνια που αγνοοούσαν ο ένας την τύχη του άλλου. Για τον Γιάννη Ράγκο, ξεχωριστό βάρος φέρουν κάποιες σκηνές που σχετίζονται με αυτούς τους επινοημένους ήρωες της Δέλτα. «Η περιγραφή του Γρέγου για τη ζωή του στην Ουγκάντα, μια ονειρική σκηνή, η μοναδική στο βιβλίο, που ο Παναγιώτης σχεδίασε υπέροχα», λέει. Αλλά και η τελική σκηνή εκδίκησης, «που φέρνει στο νου μια σύγχρονη εκδοχή αρχέγονων θεμάτων». Μια δεδομένη πρόκληση του να διασκευάζεις ένα κλασικό και τόσο αγαπημένο λογοτεχνικό έργο, πόσο μάλλον ενός όγκου περίπου 600 σελίδων, στο οποίο εμφανίζονται δεκάδες πρόσωπα και περιγράφονται εκατοντάδες επεισόδια είναι, όπως εξηγεί ο Γιάννης Ράγκος, πως όλο αυτό το υλικό πρέπει να τιθασευθεί στη μορφή ενός graphic novel που δε θα υπερβαίνει τις 100-110 σελίδες. «Να επιλεγούν τα κρίσιμα επεισόδια και οι απαραίτητοι χαρακτήρες, που θα επιτρέπουν στον αναγνώστη του κόμικ αφενός να αποκτήσει ολοκληρωμένη εικόνα για την ιστορία και αφετέρου να διακρίνει τα βασικά αφηγηματικά μοτίβα αλλά και την πολιτική ‘τοποθέτηση’ της Δέλτα». Από την άλλη πλευρά, μιλώντας για το ιδεολογικό περιεχόμενο του βιβλίου, ο Ράγκος υπογραμμίζει πως «σαφώς πρέπει να ενταχθεί στο πνεύμα του αλυτρωτικού εθνικισμού, που την περίοδο συγγραφής του ήταν κυρίαρχο, αλλά σήμερα απέχει από τις αντιλήψεις της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Όμως, με τον Παναγιώτη κάναμε μια κεντρική επιλογή, που τη θεωρήσαμε αυτονόητη. Χωρίς να ταυτιζόμαστε, αναγκαστικά, αποφασίσαμε πως αφού είχαμε επιλέξει να το διασκευάσουμε έπρεπε να σεβαστούμε απολύτως τις κεντρικές ιδεολογικές γραμμές του. Στο κάτω-κάτω, δεν κάναμε τη δική μας fiction εκδοχή του Μακεδονικού Αγώνα, αλλά την εκδοχή της Δέλτα. Είναι νομίζω, η πιο τίμια και ειλικρινής στάση απέναντι στο πρωτότυπο έργο και τις αδιαμφισβήτητες αρετές του και δεν έχει να κάνει με τις προσωπικές μας απόψεις για τα ζητήματα που θίγει.» «Ο Γιάννης έκανε εξαιρετική δουλειά στο να αναδείξει τα στοιχεία που κάνουν το έργο να φαίνεται σπουδαίο ακόμη και σήμερα –τα ζωντανά περιστατικά, τις θυσίες και ματαιώσεις που αντιμετωπίζει ένας άνθρωπος όταν παλεύει για κάτι, το διεθνιστικό μήνυμα της Δέλτα- και να θέσει τις ιδεολογικές παροτρύνσεις στο ιστορικό context, κοιτώντας με απόσταση από το σήμερα», συμπληρώνει ο Παναγιώτης Πανταζής. Οι δύο δημιουργοί είχαν φυσικά επαφή με το βιβλίο της Δέλτα σε νεαρή ηλικία, όμως μέσα από την νέα τους επαφή μαζί του για τις ανάγκες της διασκευής, βρήκαν ένα νέο θαυμασμό για αυτό. «Οφείλω να πω πως έχοντας γνώση αρκετών από τα έργα της Δέλτα θεωρώ το συγκεκριμένο ως το αριστούργημά της», πιστεύει ο Ράγκος, ενώ ο Πανταζής μιλάει για το πώς το ξανασυνάντησε από την αρχή, πριν ξεκινήσει τα προσχέδια. «Η Πηνελόπη Δέλτα ήταν μια δημοφιλής γυναίκα συγγραφέας σε μια εποχή που για τις περισσότερες γυναίκες ήταν δύσκολο να έχουν φωνή στο ίδιο τους το σπίτι και αυτό ήταν αρκετό για να μπω στην διαδικασία να μάθω περισσότερα για την ζωή της και την καθημερινότητα της», εξηγεί ο σχεδιαστής. Οι δυο τους δούλεψαν ώστε το τελικό αποτέλεσμα να μη μοιάζει απλώς με μια τεχνητή μεταφορά ή διασκευή, μια απλή εικονογράφηση του κειμένου, αλλά να αξιοποιηθεί πλήρως η γλώσσα των κόμικς- κάτι που άλλωστε είχε συμβεί με απόλυτη επιτυχία και στον ‘Ερωτόκριτο’. «Είχα και πάλι την αίσθηση που αποκόμισα δουλεύοντας με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο και τον Γιώργο Γούση τη διασκευή του ‘Ερωτόκριτου’», κάνει τον παραλληλισμό ο Γιάννης Ράγκος. «Ότι καθώς η ανθρώπινη φύση παραμένει κατ’ ουσίαν η ίδια στις χιλιετίες και η ανθρώπινη ιστορία επαναλαμβάνεται άλλοτε σαν τραγωδία και άλλοτε σαν φάρσα, ένα έργο τέχνης που βυθίζεται με οξυδέρκεια και διαύγεια στον πυρήνα της ύπαρξης παραμένει πάντοτε επίκαιρο, ζωντανό και, επιτρέψτε μου έναν νεολογισμό, ενοχλητικά ελκυστικό». Αυτό συμβαίνει με τον ‘Ερωτόκριτο’, καταλήγει, αυτό συμβαίνει και με τα ‘Μυστικά του Βάλτου’: «Είναι το υπόρρητο στοιχείο που διαπερνά κάθε σπουδαίο έργο τέχνης το οποίο υπερβαίνει την εποχή του και τείνει προς την αιωνιότητα.» *Το graphic novel ‘Στα Μυστικά του Βάλτου’ κυκλοφορεί αύριο από τις εκδόσεις Polaris. ===
  12. Συνήθως χαρακτηρίζουμε –λανθασμένα– «κομήτη» κάποιον ή κάτι που εμφανίζεται μία φορά και μετά εξαφανίζεται. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι οι κομήτες πάντα επιστρέφουν. Ο «Μπλε Κομήτης», ένα νέο περιοδικό κόμικς για ενήλικο κοινό, έπειτα από μακρά ανομβρία στον χώρο του περιοδικού τύπου, υπόσχεται να είναι πιστός στα τακτικά ραντεβού του. Ο αρχισυντάκτης του και δημιουργός κόμικς, Γιώργος Γούσης, μιλά στην «Εφ.Συν.» για τις προσδοκίες του. Γιατί «Μπλε» και γιατί «Κομήτης»; Όταν ψάχναμε όνομα για το περιοδικό, είχα κολλήσει στη λέξη «κομήτης», επειδή μου έκανε λίγο ρετρό και νοσταλγικό, μου θύμιζε pulp περιοδικά της δεκαετίας του 1980 και, επίσης, ως λέξη μοιάζει με τη λέξη κόμικς. Επιπλέον, η εμφάνιση ενός κομήτη είναι περιοδικό φαινόμενο με συγκεκριμένη περιοδικότητα, όπως το περιοδικό μας που θα εμφανίζεται κάθε τρεις μήνες. Το «μπλε» προστέθηκε στη συνέχεια από τον εκδότη, καθώς την εποχή που το κουβεντιάζαμε, διάβασε τυχαία ότι ήταν ορατός από τη Γη ο μπλε κομήτης Χόντα. Το θεωρήσαμε σημαδιακό. Ευχή μας και προσπάθειά μας είναι να εδραιωθεί ως Κομήτης, να είναι πάντα στην τροχιά των κομικς, να εμφανίζεται πάντα στην ώρα του και να βγαίνουν όλοι έξω για να τον παρατηρήσουν. Με άλλα λόγια, να είναι ένα περιοδικό-φαινόμενο για τα ελληνικά κόμικς. Απόσπασμα από την ιστορία του Γιώργου Γούση, βασισμένη στον χαρακτήρα του ντετέκτιβ Φιλ Πωτ του Παναγιώτη Μητσομπόνου Ποιος είχε την ιδέα για μια τέτοια έκδοση και σε ποιους ανήκουν οι πρωτοβουλίες για την κυκλοφορία του περιοδικού; Η ιδέα γεννήθηκε μέσα από συζητήσεις που είχαν οι εκδόσεις Polaris με εμένα και τον συγγραφέα Δημοσθένη Παπαμάρκο γύρω από το πώς και τι θα μπορούσαμε να κάνουμε εκδοτικά με την πληθώρα των εξαιρετικών δημιουργών που υπάρχουν στη χώρα και δεν συναντώνται με το ευρύ αναγνωστικό κοινό. Βλέπαμε, επίσης, ότι υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ των ανθρώπων που μπορούν να φτιάξουν και να εκδώσουν ένα γκράφικ νόβελ και των αυτοεκδόσεων όπου συναντάς πολλούς, νέους κυρίως δημιουργούς, με φοβερά προσόντα και υποσχέσεις και δεν μπορείς να τους βρεις παρά μόνο αν πέσει στα χέρια σου η αυτοέκδοσή τους. Καταλήξαμε ότι η φόρμα του περιοδικού είναι το καταλληλότερο μέσο που θα τα ένωνε όλα αυτά. Στέλλα Στεργίου Τι καινούργιο έρχεται να φέρει στα ελληνικά κόμικς; Ένα περιοδικό κόμικς πρέπει να έχει σκοπό να αναδείξει το καινούργιο και να αναθερμάνει το παλιό. Η προτεραιότητά μας είναι η ποιότητα της ύλης μας. Να υπάρχει γκάμα δημιουργών και απόψεων, να βοηθούνται οι δημιουργοί στο επίπεδο της επιμέλειας της δουλειάς τους, να δημιουργηθούν νέες δημιουργικές ομάδες, να συναντηθούν συγγραφείς με σχεδιαστές, να γίνει το περιοδικό ο λόγος για να εκφραστούν οι δημιουργοί και οι συγγραφείς και να αμειφθούν γι' αυτό. Είμαστε ανοιχτοί σε ιδέες και πιστεύουμε ότι ένα περιοδικό οφείλει να είναι ένας ζωντανός οργανισμός που προσαρμόζεται στα δεδομένα της εποχής. Ελπίδα μου είναι να δημοσιεύσουμε και πολλές ελληνικές ιστορίες σε διάφορα είδη αφήγησης, όπως για παράδειγμα συνέβη με την εξαιρετική έκθεση κόμικς με θέμα την απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς που έγινε πέρυσι. Απόσπασμα από το κόμικ των Γιώργου Φαραζή και Γλυκερίας Πατραμάνη Υπάρχει όμως το απαιτούμενο κοινό για να το στηρίξει; Από την εμπειρία του «9», της «Βαβέλ», του «Παρά Πέντε» κλπ., ξέρουμε ότι το κοινό που αγοράζει ένα περιοδικό κόμικς είναι ευρύ, είναι ο κόσμος που διαβάζει βιβλία, βλέπει σινεμά, πάει θέατρο κλπ. Επίσης πολλά κόμικς που έχουν εκδοθεί τα τελευταία χρόνια έχουν αξιοσημείωτες πωλήσεις. Αν συμπεριλάβουμε και ένα ποσοστό από την πληθώρα των νέων επισκεπτών στα συνέδρια και τα φεστιβάλ που γίνονται σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ένα κοινό λίγο-πολύ αχαρτογράφητο, τότε θα έλεγα πως όχι μόνο υπάρχει, αλλά μάλλον είναι και αρκετό. Μένει να το δούμε στην πράξη και φυσικά πιστεύω ότι δεν αρκεί να υπάρχει το κοινό για να αγοράσει οτιδήποτε, πρέπει να είναι καλό και το προϊόν για να το πάρει. Παναγιώτης Μητσομπόνος Θα υπάρχουν σταθεροί συνεργάτες ή θα εναλλάσσονται. Και η αραιή περιοδικότητα μήπως θα αποξενώσει τους αναγνώστες; Δυστυχώς λόγω περιορισμού του χώρου έμειναν απ’ έξω πολλοί σημαντικοί δημιουργοί, με τους οποίους όμως ελπίζω να συνεργαστούμε και να παρουσιάσουν δουλεία στο περιοδικό στη συνέχεια. Σκοπός μας είναι να εναλλάσσονται οι συνεργάτες και φυσικά να εμφανιστούν και νέοι που δεν έχουμε ξαναδεί και αξίζει η δουλειά τους. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν θα έχουμε και κάποιες μόνιμες ή περιστασιακές συνεργασίες με κάποιες σειρές ή ιστορίες που θα δημοσιεύονται σε συνέχειες. Η αραιή περιοδικότητα είναι κάτι που αποφασίσαμε ώστε να έχουμε αρκετό χρόνο για την αναζήτηση, τη δημιουργία και την επιμέλεια των ιστοριών που θα δημοσιεύουμε. Αυτό που έχουμε σκοπό να κάνουμε, και θα γίνει το πρώτο βήμα από το δεύτερο μόλις τεύχος, είναι να αυξήσουμε τις σελίδες και την ύλη του περιοδικού, κρατώντας σταθερή την τιμή. Το δεύτερο τεύχος θα έχει 16 σελίδες περισσότερες από το πρώτο. Προτιμούμε να βγάζουμε πιο αραιά ένα μεγαλύτερο και καλύτερο περιοδικό, παρά να κάνουμε βιαστικές επιλογές και εμείς και οι δημιουργοί. Μας ενδιαφέρει και η συλλεκτική αξία, το τεύχος να είναι ωραίο και σαν αντικείμενο. Ο Πέτρος Ζερβός μεταφέρει σε κόμικς το διήγημα «Παραλογή» από το «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου Πώς βλέπεις την κατάσταση των ελληνικών κόμικς σήμερα; Τι μπορούμε να περιμένουμε μέσα στο ζοφερό κλίμα της εποχής; Για να πάρουμε την απόφαση να εκδώσουμε ένα περιοδικό και προσωπικά εγώ να δεχτώ τη θέση του αρχισυντάκτη, είναι σαφές ότι πιστεύουμε πως η κατάσταση των ελληνικών κόμικς είναι σήμερα καλύτερη από ποτέ. Είναι η σωστή στιγμή για το κόμικ να κάνει το μεγάλο βήμα προς τα εμπρός, να μας δώσει σπουδαίες ιστορίες, άλμπουμ και δημιουργούς που να συναγωνίζονται ποιοτικά μεγάλους δημιουργούς του εξωτερικού. Ίσως τελικά το ζοφερό κλίμα της εποχής να είναι η μαγιά που φουσκώνει τη δημιουργικότητα. Απόσπασμα από την ιστορία των Μιχάλη Διαλυνά και Δημοσθένη Παπαμάρκου Μέχρι σήμερα σε γνωρίζαμε ως έναν νέο και πολύ επιτυχημένο δημιουργό. Τώρα θα σε δούμε και ως αρχισυντάκτη. Πώς συνδυάζονται αυτές οι ιδιότητες; Είναι δύσκολο, αλλά προσπαθώ να μη συνδυάζονται! Τα έργα και οι καλλιτέχνες που θα δημοσιεύονται στο περιοδικό δεν θα κρίνονται με το προσωπικό μου κριτήριο, είμαι εδώ για να βοηθώ τους νεότερους στα τεχνικά και στη διαδικασία της δημιουργίας από την εμπειρία μου και να λέω συμβουλευτικά την άποψή μου, ακόμα και αν αυτή δεν εισακουστεί από κάποιους δημιουργούς· προφανώς στο τελικό αποτέλεσμα έχει μεγαλύτερη βαρύτητα η δική τους άποψη. Επίσης δεν είμαι μόνος μου σε αυτή τη διαδικασία, υπάρχει και η εκδοτική ομάδα αλλά και συνεργάτες του οίκου που σέβομαι και συμβουλεύομαι τη γνώμη τους και το κριτήριό τους. Με ενδιαφέρει οι ιστορίες που θα δημοσιεύουμε να είναι κατ' αρχάς κατανοητές, να έχουν αισθητική, άποψη, να αφορούν όσο το δυνατόν πιο μεγάλη μερίδα του αναγνωστικού κοινού, να είναι τα γράμματα και τα μπαλονάκια σωστά, να διαβάζονται άνετα κλπ. Επίσης προσπαθώ να συνδέω συγγραφείς με δημιουργούς ή να προτείνω συνεργασίες, διασκευές από λογοτεχνικά κείμενα, κάποια ιδέα για σειρά κλπ. Από το επόμενο τεύχος, για παράδειγμα, θα υπάρχει μια σειρά κόμικς για ελληνικά εγκλήματα. Θα τη γράφει ο Γιάννης Ράγκος, που έχει τρομερό δημοσιογραφικό αρχείο πάνω στο θέμα και κάθε φορά θα σκιτσάρει διαφορετικός δημιουργός. Από κει και πέρα δεν υπάρχει κανείς περιορισμός, αντιθέτως, επιδιώκουμε να δούμε δουλείες που θα μας εκπλήξουν, που δεν τις περιμέναμε και δεν μπορούσαμε να τις φανταστούμε. Σχέδιο εξωφύλλου: Παναγιώτης Πανταζής. Δεξιά ο Γιώργος Γούσης. Ο Γιώργος Γούσης γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τη συλλογή σύντομων ιστοριών κόμικς «Ιστορίες από τις αθώες εποχές» (εκδ. ΚΨΜ). Ως εικονογράφος και σχεδιαστής κόμικς έχει εργαστεί στον τύπο («ΒΗΜΑMEN», «ΒΗMAgazino», «9» της «Ελευθεροτυπίας», «Lifo», «Athens Voice» κ.α.) και στον χώρο των εκδόσεων βιβλίου. Το graphic novel «Ερωτόκριτος», που δημιούργησε μαζί με τους Δημοσθένη Παπαμάρκο και Γιάννη Ράγκο στο σενάριο, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Polaris το 2016. Τι λένε οι δημιουργοί Συνεργάτες του «Μπλε Κομήτη» θα είναι μια πλειάδα Ελλήνων δημιουργών κόμικς, με διαφορετικά στιλ, τεχνοτροπίες και καλλιτεχνική διαδρομή. Ρωτήσαμε τον Αντώνη Βαβαγιάννη («Κουραφέλκυθρα», «Οι Προτελευταίοι» κ.ά.) αν υπάρχει κοινό στην Ελλάδα που μπορεί να στηρίξει ένα τέτοιο περιοδικό. «Η απλή και εύκολη απάντηση είναι “όχι δεν υπάρχει”. Οι εποχές της “Βαβέλ” και του “Παρά Πέντε” έχουν φύγει και δεν πρόκειται να ξαναγυρίσουν. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν υπάρχει κοινό που αγαπάει τα κόμικς στην Ελλάδα και ακόμα περισσότερο δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εξαιρετικοί Έλληνες δημιουργοί. Άρα η ερώτηση είναι αν μπορούμε εμείς, όσοι εμπλεκόμαστε στον “Μπλε Κομήτη”, να χτίσουμε αυτό το κοινό που θα στηρίξει και θα αγαπήσει κάτι καινούργιο. Όχι μόνο αυτούς που μεγαλώσανε αγοράζοντας περιοδικά και τους λείπει αυτό το υπέροχο συναίσθημα που νιώθεις όταν πρωτοανοίγεις μια καινούργια ανθολογία κόμικς που την περίμενες για μήνες, αλλά και νέο κοινό που θα θέλει να στηρίξει κάτι πραγματικά αξιόλογο. Δύσκολο; Σίγουρα. Αλλά, διάολε, θα το προσπαθήσουμε!» Θα καταφέρει, όμως, να αντέξει στον χρόνο ένα αμιγώς ελληνικό περιοδικό με κόμικς; Ο Παναγιώτης Πανταζής («Common Comics», «Μαρμελάδα Κεράσι» κ.ά.) μας απαντά: «Ένα καινούργιο ελληνικό περιοδικό ελπίζω πως έρχεται να γίνει σημείο, ένα τοπόσημο για όποιον ασχολείται με κόμικς στην Ελλάδα. Με την ιδιότητα του δημιουργού βρίσκομαι από την αρχή στο χτίσιμο ενός σπιτιού που ξανασυναντώ παλιότερους και σύγχρονούς μου, οργανωνόμαστε, συνεργαζόμαστε και προχωράμε. Αυτό που με κάνει πιο χαρούμενο, ωστόσο, είναι πως το καινούργιο περιοδικό δίνει τη δυνατότητα σε νέα παιδιά με ταλέντο να δουν πώς είναι η δουλειά σου να αφήνει πίσω την όμορφη μεν, αλλά ασφαλή φάση του ερασιτεχνισμού και να περνάει στον επαγγελματικό χώρο, όπου έχεις τη χαρά να πληρώνεσαι για να κάνεις αυτό που αγαπάς, να βλέπεις τη δουλειά σου να φτάνει σε μέρη όπου πριν δεν γινόταν και να βελτιώνεσαι λόγω των απαιτήσεων. Αν θα αντέξει στον χρόνο, θα το ξέρουμε όταν έχει περάσει ο απαιτούμενος χρόνος. Ως τότε, ξέρω πως όσοι συμμετέχουμε, σε κάθε σημείο της πορείας, θα έχουμε δώσει τον καλύτερό μας εαυτό». Και το σχετικό link...
  13. Όπως μας πληροφορεί ο Παναγιώτης στο οπισθόφυλλο του τόμου, ο Κεράσης είναι ένας κεραμιδόγατος που αγαπάει τα κρουασάν (φροντίζει να τα κλέβει από τα περίπτερα με κάθε ευκαιρία) και το χιπ χοπ. Είναι κρυφά (ή και όχι και τόσο κρυφά) ερωτευμένος με τη Φουφού όπου με αφετηρία το Πολύγωνο και ακτίνα δράσης το σύμπαν, ..., ζουν και αναπνέουν μέρα με τη μέρα. Άλλη μια πολύ όμορφη δουλειά του Παναγιώτη Πανταζή στο γνώριμο ύφος του, όπου για άλλη μια φορά μπλέκει την καθημερινότητα με την αστική ποίηση. Μόνο που αυτήν τη φορά το κάνει με πολύ πιο γλυκό τρόπο. Αξίζει να σημειωθεί πως τον Μάιο, στο TheComicCon, κυκλοφορούσε ήδη η δεύτερη έκδοση. Τα επεισόδια της σειράς εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στο socomic.gr ενώ πρόσφατα ξεκίνησε και η δεύτερη σεζόν Ευχαριστούμε για το 2ο εξώφυλλο την Kabuki.
  14. Tου κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνου και του τροχού που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνου, και του καιρού τ’ αλλάματα που αναπαημό δεν έχου, μα στο καλό κ’ εις το κακό περιπατούν και τρέχου και των αρμάτω οι ταραχές, έχθρητες και τα βάρη, του Eρωτα η εμπόρεση και της φιλιάς η χάρη, αυτάνα μ’ εκινήσασι τη σήμερον ημέρα ν’ αναθιβάλω και να πω τα κάμαν και τα φέρα σ’ μια κόρη κ’ έναν άγουρο που μπερδευτήκα ομάδι σε μια φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι. Kι όποιος του πόθου εδούλεψε εισέ καιρό κιανένα ας έρθη για ν’ αφουκραστή ό,τι ,ναι εδώ γραμμένα. Aφουκραστήτε το λοιπό... Το έμμετρο ερωτικό μυθιστόρημα του Βιτσέντζου Κορνάρου αποτέλεσε για αιώνες το δημοφιλέστερο ανάγνωσμα του ελληνισμού. Kαι παρόλο που επικρίθηκε ως ευτελές λαϊκό δημιούργημα («εξάμβλωμα» το χαρακτηρίζει ο Kοραής και «μυθιστόρημα για τις υπηρέτριες» ο Mιστριώτης), επηρέασε όσο κανένα άλλο κείμενο τη νεοελληνική ποίηση από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη. Σήμερα θεωρείται ως ένα από τα αριστουργήματα της Αναγέννησης σε πανευρωπαϊκή κλίμακα. Αυτό το ιπποτικό έπος του Κορνάρου κυκλοφορεί τώρα για πρώτη φορά σε graphic novel, χάρη στην πρωτότυπη ιδέα τριών δημιουργών. Ο Γιώργος Γούσης (σχέδιο) και οι Δημοσθένης Παπαμάρκος και Γιάννης Ράγκος (σενάριο) μετέτρεψαν την κλασική έμμετρη μυθιστορία των αρχών του 17ου αιώνα σε ένα ελληνικό fantasy, στο οποίο συνυπάρχουν ανεκπλήρωτοι έρωτες και ισχυροί δεσμοί φιλίας, πολιτικές συμμαχίες και βίαιες μάχες, κώδικες τιμής και φεμινιστικά «μοτίβα», με το στοιχείο της μαγείας να διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο. Ο Γ. Γούσης επιλέγει κινηματογραφικά πλάνα και μαζί με τον Παναγιώτη Πανταζή (συνεργάστηκε στο χρώμα) επιλέγουν ποπ χρώματα δημιουργώντας σύγχρονες και ταυτόχρονα παραμυθένιες εικόνες. Παράλληλα, καθώς η ιστορία του Ερωτόκριτου -αν και τυπικά εξελίσσεται στην αρχαία Αθήνα- χρησιμοποιεί στοιχεία από ποικίλες ιστορικές εποχές και διαφορετικούς πολιτισμούς (κλασική αρχαιότητα, Βυζάντιο, Αναγέννηση, Ενετοκρατία κ.α.), η εικονογράφηση συνθέτει έναν κόσμο που δεν ανταποκρίνεται σε καμία συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα, αλλά αντλεί από στοιχεία της ελληνικής τέχνης όλων των περιόδων, με τον ίδιο τρόπο που η γλώσσα του Κορνάρου αντλεί από την ελληνική γλωσσική παράδοση. Στους διαλόγους υιοθετείται ένας λιτός και στρωτός νεοελληνικός λόγος, με απόλυτο σεβασμό στο πρωτότυπο κείμενο του Κορνάρου. Στην αφήγηση περιλαμβάνονται αυθεντικά αποσπάσματα (δεκαπεντασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι στην κρητική διάλεκτο) με ελάχιστες προσαρμογές, ως μια σκόπιμη «σύνδεση» με το γλωσσικό ιδίωμα του εμβληματικού αυτού έργου. Παρακάτω μπορείτε να πάρετε μια ιδέα του έργου μέσα από τις πρώτες, εντυπωσιακές σελίδες του βιβλίου. Και το σχετικό link...
  15. The_Sandman

    ΗΛΕΚΤΡΑ

    Η "Ηλεκτρα" ειναι η ιστορια δυο ανθρωπων που ζουνε μαζι, και εχουν ως αποκλειστικη ενασχοληση και εργο ζωης την δημιουργια μιας μηχανης που δεν σταματαει να εξελισσεται και να εξαπλωνεται, μεχρι τη στιγμη που θα φτασει να ειναι το ιδιο τους το σπιτι. Ωσπου ο ενας απο τους δυο πεθαινει. Μου αρέσει πολύ ο τρόπος που o Pan Pan καταφέρνει να συνδυάσει τα κόμικς του με την (αστική) ποίηση: η ατμόσφαιρα, οι διάλογοι, η σκηνοθεσία, η ροή, όλα παρουσιάζονται με έναν εντελώς ποιητικό τρόπο. Όχι ψευτοκουλτουριάρικο όπως τα ελληνικά κόμικς της δεκαετίας του '90 αλλά με τρόπο ζωντανό, σύγχρονο. Μπορεί να μην απευθύνεται σε όλους, είμαι σίγουρος όμως ότι έχει το κοινό του. Μέσα σ'αυτό, κι εγώ.
  16. Δύο ελληνικά κόμικς γίνονται ταινίες Η Αλκηστη Πουλοπούλου, η Δήμητρα Ματσούκα, ο Γιάννης Βασαρδάνης και η Nalyssa Green πρωταγωνιστούν στην κινηματογραφική μεταφορά δύο κόμικς. Δημιουργοί τους, η Αλέξια Οθωναίου και ο Παναγιώτης Πανταζής Δεν υπάρχουν πολύ σοβαροί λόγοι να αρχίσει κάποιος μια συζήτηση για δύο ελληνικά κόμικς που μεταφέρονται ή μεταφέρθηκαν πρόσφατα στον κινηματογράφο, με αντιστοιχίες σε μεγάλες παραγωγές, του Χόλιγουντ κυρίως. Σύμφωνοι, ταινίες όπως οι «Σούπερμαν» του Ρίτσαρντ Ντόνερ, «Μπάτμαν» του Τιμ Μπάρτον ή «Σκοτεινός Ιππότης» του Κρίστοφερ Νόλαν, η «Αστερίξ και Οβελίξ: επιχείρηση Κλεοπάτρα» του Αλέν Σαμπά ή ένα σωρό ακόμα (άντε και εκείνοι οι «300» του Ζακ Σνάιντερ) είναι τόσο δημοφιλείς, που για πολλούς δίνουν τον τόνο. Η Ελλάδα, όμως, που παρακολούθησε την πρώτη σχετική προσπάθεια το 2012 με το «Getting my penis back» (σε σκηνοθεσία Κώστα Γούναρη από το ομότιτλο κόμικ του Γιώργου Γούση) και τη δεύτερη το 2013 με τα «Χρονικά του Δρακοφοίνικα: Αδάμαστος» (του Θάνου Κερμίτση, που βασίστηκε στη δουλειά του Γιάννη Ρουμπούλια), είναι άλλη περίπτωση. Χωρίς συσκέψεις μανατζαραίων ή γραφήματα με τάσεις της αγοράς. Με άλλα μεγέθη, πιο ανθρώπινα. Στο παράδειγμα ας πούμε του Παναγιώτη Πανταζή, γνωστού και ως Pan-Pan, που το 2009 κυκλοφόρησε το «Τώρα πια ξυπνάω με τον ήλιο» (Giganto Books), η ιδέα για μια μικρού μήκους ταινία ήταν επίσης του Κώστα Γούναρη. Προσέγγισε τον κομίστα ο οποίος του ζήτησε να γράψει ο ίδιος το σενάριο, επειδή η ιστορία ήταν προσωπική και ήθελε να την έχει από κοντά. Τελικά το έγραψαν παρέα χωρίς συγκλονιστικές αλλαγές: και στο πανί ο πρωταγωνιστής, έπειτα από έναν επώδυνο χωρισμό οχυρώνεται στο σπίτι του για να προστατεύσει τον εγωισμό του, που τελικά γιγαντώνεται μέχρι η φούσκα του να σπάσει με την ανθρώπινη επαφή. «Δεν φοβήθηκα ότι κάποιο σημείο της αφήγησης ή της γενικότερης αίσθησης είναι αδύνατο να μεταφερθεί, γιατί ο Κώστας γνωρίζει τη δουλειά μου και την ατμόσφαιρά της» λέει ο Παναγιώτης, ο οποίος είναι και μουσικός: το κόμικ του συνοδευόταν και από ένα δικό του, συμπληρωματικό της ανάγνωσης σάουντρακ, που χρησιμοποιήθηκε στην ταινία, στους τίτλους αρχής. Τον χάρτινο ήρωα με το όνομα Jonsie, βέβαια, τον υποδύεται ο ηθοποιός Κώστας Βασαρδάνης. Η Αλέξια Οθωναίου έβγαλε την «Τσακισμένη αυγή» το 2012, από τη Jemma Press. Κάποια στιγμή ήρθε σε επαφή μαζί της ο σκηνοθέτης Βασίλης Χριστοφιλάκης και της είπε τη σκέψη του. Συζήτησαν τους όρους υλοποίησής της και αφού βρέθηκε κοινό έδαφος, αποφάσισαν να προχωρήσουν. Αυτό που την ενδιέφερε, ήταν οι χαρακτήρες και οι μεταξύ τους σχέσεις να παραμείνουν αυτούσιες. Εχουμε εξάλλου να κάνουμε με έναν bon viveur επιχειρηματία, ένα call girl, έναν βετεράνο εκτελεστή και μια νεαρή σερβιτόρα, των οποίων οι ζωές σε μια ανώνυμη μητρόπολη συνδέονται έπειτα από ένα ατύχημα. ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟ ΣΕΝΑΡΙΟ. Η Αλέξια θέλησε να γράψει η ίδια το σενάριο, προσθαφαιρώντας μερικές σκηνές, ώστε να λειτουργεί εξίσου καλά. «Στον κινηματογράφο, βέβαια, το τελικό έργο είναι προϊόν σκληρής δουλειάς πολλών ανθρώπων» λέει και για αυτό, ξέροντας ότι κάποια κομμάτια της πλοκής δύσκολα θα «μεταφράζονταν», δούλεψε και εκείνη σκληρά για το επιθυμητό σεναριακό αποτέλεσμα. Το casting για τη διασκευή του δικού της κόμικ περιλαμβάνει τους Νίκο Ψαρρά, Nalyssa Green, Τάκη Μόσχο, Ιωάννα Τριανταφυλλίδου, Αλκηστη Πουλοπούλου, Δήμητρα Ματσούκα και Μάνο Βακούση. Το «Τώρα πια ξυπνάω με τον ήλιο» προβλήθηκε στις Νύχτες Πρεμιέρας και στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, ενώ στις 27 Οκτωβρίου θα προβληθεί στον κινηματογράφο Τριανόν. Η κινηματογραφική μεταφορά της «Τσακισμένης αυγής» θα είναι έτοιμη κάπου τον χειμώνα, με σκοπό να βγει την άνοιξη στις αίθουσες. Στις ίδιες, ενδεχομένως, που οι δύο δημιουργοί μπορεί να είδαν στο παρελθόν κάποιο από εκείνα τα χολιγουντιανά αντίστοιχα που λέγαμε. Εχουν, αλήθεια, κάποιο παράδειγμα μεταφοράς κόμικ που να έκανε καλά τη δουλειά του; Το «Ghost World» του Ντάνιελ Κλόους, λέει ο Παναγιώτης, σε σκηνοθεσία Τέρι Ζουίγκοφ, που «μπορεί να οδήγησε αλλού την ιστορία, αυτό όμως δεν είναι τόσο σημαντικό όσο η ατμόσφαιρα». Για την Αλέξια, αξιόλογα παραδείγματα είναι το «Sin City» του Φρανκ Μίλερ και το «Persepolis» της Μαριάν Σατραπί, όχι μόνο γιατί έμειναν πιστά στο σενάριο, αλλά και γιατί διατήρησαν την ατμόσφαιρα και το βάθος των κόμικς. Και ποια ταινία δεν τα κατάφερε; Το «Watchmen» του Ζακ Σνάιντερ, βρίσκει σύμφωνους και τους δύο. «Στο κόμικ, κάθε καρέ έχει δυο - τρία επίπεδα ανάγνωσης που, όπως έλεγε και ο συγγραφέας του Αλαν Μουρ, απαιτούν χρόνο από τον αναγνώστη» λέει ο Παναγιώτης. «Η ταινία το αγνόησε, ίσως όμως και να μην μπορούσε να κάνει αλλιώς». Τόσο διαφορετικά είναι δύο μέσα που αφηγούνται ιστορίες με τη βοήθεια εικόνας και λόγου; «Το κοινό αυτό στοιχείο είναι το προφανές» λέει ο Παναγιώτης και εξηγεί ότι τα κόμικς αφήνουν περισσότερο «χώρο» στον αναγνώστη, αφού η μαγεία τους συνίσταται στο αν τα καρέ δίνονται τόσο καλά ώστε εκείνος - παρατηρώντας τα όση ώρα επιθυμεί - να φτάσει στο ενδιάμεσό τους. Η Αλέξια προσυπογράφει: «Στο κόμικ ο αναγνώστης συμπληρώνει με τη φαντασία του την απόσταση μεταξύ των καρέ» λέει και δύσκολα διαφωνεί κανείς. Ενα ερώτημα πάντως είναι αν όλα αυτά, εφαρμοσμένα στην ελληνική εκδοχή μιας κινηματογραφικής μεταφοράς, δίνουν στην Οθωναίου και στον Πανταζή την αίσθηση ακόμα μιας ώθησης προς τα εμπρός της εγχώριας ένατης τέχνης. Για την πρώτη, η δουλειά της οποίας συγκεντρώνεται στο www.alexiaothonaiou.com, «προσπάθειες όπως οι δικές μας ή όπως εκείνη του Γιάννη Ρουμπούλια είναι από τις πρώτες. Θα χρειαστεί επομένως να περάσουν λίγα χρόνια για να ψηλαφίσουμε την επιρροή τους». Για τον δεύτερο, για τον οποίο μπορεί κανείς να μάθει περισσότερα στο postnoise.com, «ό,τι στρέφει το φως στα κόμικς με καλό τρόπο, καλό είναι». ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ πηγή: ΤΑ ΝΕΑ [15/10/2014] + Η «Τσακισμένη Αυγή» από το χαρτί στο σινεμά.[Παπανικολάου Νατάσα, Εθνος, 9/8/2014]
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.