Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'εκδόσεις polaris'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Dr Paingiver's blog
  • Valt's blog
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • GCF about comics
  • Vet in madness
  • Θέμα ελεύθερο
  • Film
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Γερμανίκεια
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Κομικσόκοσμος
  • The Unstable Geek

Calendars

  • Εκδηλώσεις

Categories

  • ΚΟΜΙΚΣ
    • ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
    • ΠΟΛΥΘΕΜΑΤΙΚΑ
    • ΤΕΥΧΗ
    • ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΑΡΩΣΕΙΣ
    • ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΟΜΙΚΣ
  • ΛΟΙΠΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΥΛΗΣ
    • ΕΝΘΕΤΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ
    • ΛΑΪΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
    • ΒΙΒΛΙΑ

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 12 results

  1. Δεν ήταν μια συνηθισμένη, φυσιολογική χρονιά αυτή που φεύγει. Μια από τις πολλές συνέπειες της κυριαρχίας του ιού επί των ζωών μας ήταν και η ελάττωση της παραγωγής κόμικς. Λίγο πριν από το νέο έτος ξαναθυμόμαστε τα σημαντικότερα έργα του 2020 με την ευχή του χρόνου τέτοιες μέρες τα πράγματα να είναι καλύτερα. «Οι Όμηροι του Γκαίρλιτς» του Θανάση Πέτρου (εκδόσεις Ίκαρος) Ήρωες ή προδότες; Οι Όμηροι του Γκαίρλιτς στο περιθώριο (ή στην καρδιά;) του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου γίνονται οι ανώνυμοι πρωταγωνιστές σε μια ιστορία διχασμού και πολέμου. Ξεχασμένοι από όλους, έρμαια των παλινωδιών και της αναποφασιστικότητας της ελληνικής κυβέρνησης, οι Έλληνες φαντάροι ένιωσαν στο πετσί τους την έννοια της εγκατάλειψης. Ο Θανάσης Πέτρου παρουσιάζει έπειτα από εξαντλητική έρευνα και τεκμηρίωση τις ζωές αυτών των ανθρώπων σε μια από τις ελάχιστα γνωστές πτυχές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, στην οποία αντικατοπτρίζονται μοναδικά οι πολιτικές συνθήκες της εποχής. «Ληστές» των Γιάννη Ράγκου και Γιώργου Γούση (εκδόσεις Polaris) Στην Ήπειρο των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα, με κεντρικά πρόσωπα τους ληστές που λυμαίνονταν την ύπαιθρο αλλά και τις πόλεις, τοποθετείται η μυθοπλασία των Γιάννη Ράγκου (σενάριο) και Γιώργου Γούση (σχέδια). Μια ιστορία που μπορεί να έχει φανταστικούς πρωταγωνιστές, αλλά βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και είναι εμπνευσμένη από τη ζωή των αδελφών Ρέντζου. Νουάρ ατμόσφαιρα, ηθογραφία, ακρίβεια σε όλα τα πραγματολογικά στοιχεία και τα ιστορικά δεδομένα χαρακτηρίζουν αυτή την ιδιότυπη βιογραφία, από την οποία αναδύονται όλες οι κλασικές παθογένειες του νεοελληνικού κράτους και η διαχρονικά αμετάβλητη διαφθορά της εξουσίας. «Berlin» των Κυριάκου Αθανασιάδη και Νικόλα Κούρτη (εκδόσεις Jemma Press) Ένας λιγόλογος και φλεγματικός ιδιωτικός ντετέκτιβ που ασχολείται με μικροϋποθέσεις δέχεται μια δελεαστική πρόταση που μπορεί να αλλάξει (ή να τερματίσει) τη ζωή του. Αναλαμβάνει τη δουλειά αδιαφορώντας για τους κινδύνους. Αλλά αυτοί θα είναι τελικά απρόβλεπτοι και πολύ περισσότεροι σε μια θηριώδη, επιβλητική και απάνθρωπη μητρόπολη που λέγεται Μπερλίν. Σε μια πνιγηρή και κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και με πολλά στοιχεία εξπρεσιονιστικού και παραφυσικού τρόμου, η αυτοτελής νουάρ ιστορία των Αθανασιάδη και Κούρτη αποτελεί την αρχή μιας σειράς που αναμένεται να έχει πολλές ακόμη συνέχειες. «Στο δάσος» των Σπύρου Γιαννακόπουλου και Στέλλας Στεργίου (εκδόσεις Πατάκη) Ένα μοντέρνο παραμύθι που πλάθεται με σκοπό να ανατρέψει κάθε στερεότυπο και κάθε σύμβαση του είδους φιλοτεχνούν ο συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας Σπύρος Γιαννακόπουλος και η γνωστή από την υπέροχη εκδοχή του «Μικρού Πρίγκιπα» Στέλλα Στεργίου. Η συνταγή τα έχει όλα: μάγισσες, γίγαντες, τέρατα, νάνους, μαγεμένες βατραχίνες, πρίγκιπες και σκουπόξυλα. Αλλά τίποτα δεν πηγαίνει όπως συνηθίζεται σε παρόμοιες ιστορίες. Οι ανατροπές κρύβονται σε κάθε γωνιά αυτού του γοητευτικού δάσους που διαβάζεται εξίσου απολαυστικά από μικρούς και μεγάλους. «1800» του Θανάση Καραμπάλιου (εκδόσεις Jemma Press) Στο τέταρτο μέρος της βραβευμένης σειράς «1800», με τίτλο «Χάκι» (= εκδίκηση στα αρβανίτικα) ο Θανάσης Καραμπάλιος παρακολουθεί και καταγράφει τα επόμενα βήματα της οικογένειας των Καραμάνων λίγο πριν από την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Κλέφτες και αρματολοί, Έλληνες και Τούρκοι, στρατιώτες και χωρικοί, πλούσιοι και φτωχοί στην ακόμα ρευστή, σαν καζάνι που κοχλάζει, ελληνική ύπαιθρο, παρουσιάζονται με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια σε μια μυθοπλασία που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον μπλέκοντας πραγματικά πρόσωπα και fiction χαρακτήρες και προχωρώντας βήμα βήμα προς τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που θα ακολουθήσουν σε λίγα χρόνια. «Η γυναίκα με τα τραπουλόχαρτα» της Αλέξιας Οθωναίου (εκδόσεις Jemma Press) Μια σειρά από εγκλήματα με θύματα επιτυχημένους άνδρες στοιχειώνουν τη σκέψη και τη ζωή ενός ντετέκτιβ που πασχίζει να λύσει το μυστήριο στη βροχερή και αφιλόξενη Αθήνα μιας νουάρ και σκοτεινής ιστορίας. Σε κάθε κατακρεουργημένο πτώμα κρύβεται και ένα διαφορετικό τραπουλόχαρτο που οδηγεί στην επόμενη κίνηση σε μια παράδοξη και εφιαλτική παρτίδα πόκερ. Κι όλα αυτά στη βαριά σκιά ενός μεγάλου και μοιραίου έρωτα που αποτελεί μέρος της ίδιας παρτίδας, από την οποία κανείς από τους παίκτες δεν μπορεί να βγει. «Ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου» των Αγγελικής Δαρλάση και Δημήτρη Μαστώρου (εκδόσεις Μεταίχμιο) Ένα κλασικό βιβλίο της Άλκης Ζέη, μιας από τις σπουδαιότερες εκπροσώπους της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, προσαρμόζουν σε κόμικς η συγγραφέας Αγγελική Δαρλάση και ο Δημήτρης Μαστώρος. Η ιστορία ξεκινά μια μέρα πριν οι Ιταλοί κηρύξουν τον πόλεμο στην Ελλάδα το 1940 και εξελίσσεται μέχρι τη λήξη του πολέμου μέσα από τα μάτια και τη ζωή του μικρού Πέτρου που βλέπει τον εαυτό του να «ενηλικιώνεται» απότομα υπό καθεστώς κατοχής. Κι ας είναι μόνο εννιά χρονών όταν ακούει τις πρώτες σειρήνες. Η πείνα, οι διωγμοί, ο φόβος, ο θάνατος αλλά και η φιλία, η Αντίσταση, η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά εναλλάσσονται σε ένα υπέροχο βιβλίο που γεννά σπάνια συναισθήματα στον αναγνώστη. «Μετεωρίτες» των Τάκη Θεοδοσίου και John Antono (εκδόσεις Λόγος Slovo Α-Ω) Διευθυντής του Ελληνικού Μουσείου Μετεωριτών ο Τάκης Θεοδοσίου και πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς με επιστημονικές ανησυχίες ο Γιάννης Αντωνόπουλος, συνεργάζονται σε ένα σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα βιβλίο εκλαΐκευσης της επιστημονικής γνώσης. «Ταξίδι στη Γνώση» είναι ο υπότιτλός του και πράγματι προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία στον αναγνώστη του να μάθει τι ακριβώς είναι οι μετεωρίτες, από πού έρχονται, ποιες οι διαφορές τους, τι μας διηγούνται για την ιστορία του ηλιακού συστήματος, πόσο κινδυνεύουμε από αυτούς, πώς θα εκμεταλλευτούμε την ύπαρξή τους. «Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς» των Γιώργου Σκαμπαρδώνη και Δημήτρη Κερασίδη (εκδόσεις Μικρός Ήρως) Τέσσερις ρεμπέτες που μετέπειτα έγραψαν ιστορία, ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Γιώργος Μπάτης, ο Ανέστος Δελιάς και ο Στράτος Παγιουμτζής αποτέλεσαν την Τετράδα την Ξακουστή του Πειραιώς, μια ρεμπέτικη κομπανία που σχηματίστηκε το 1934. Η ιστορία τους βασίζεται στο βιβλίο «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας» του συγγραφέα Γιώργου Σκαμπαρδώνη, ενώ τα σχέδια φιλοτεχνεί ο Δημήτρης Κερασίδης και το εξώφυλλο ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ιστορία μιας παρέας που άφησε εποχή και μέσω αυτής η ιστορία του ρεμπέτικου ως κοινωνικού και καλλιτεχνικού φαινομένου αλλά και η κατάσταση της Ελλάδας την προπολεμική περίοδο. «All Hell Broke Loose» των Αντώνη Β. και Λέανδρου (εκδόσεις Skewed Press) Η Κόλαση στις εικόνες του Λέανδρου και τα κείμενα του Αντώνη Β. είναι οι σύγχρονες βρόμικες, εχθρικές και σκοτεινές μητροπόλεις και οι κολασμένοι πολίτες καίγονται στα καζάνια της. Αλλά δεν έχουν συνθηκολογήσει. Και κάποια μέρα ξεχύνονται στους δρόμους για να πάρουν εκδίκηση. Πάνω στις φωτογραφίες του Αντώνη Β. από το Όκλαντ της Νέας Ζηλανδίας, το Χονγκ Κονγκ και το Λος Αντζελες που θα μπορούσαν να έχουν ληφθεί από κάθε μεγαλούπολη της Δύσης, ο Λέανδρος στήνει τα δικά του σχέδια και παρουσιάζει ένα «πριν» απελπισίας και ένα φωτεινό «μετά» από το ξέσπασμα της βίας και της επανάκτησης της αξιοπρέπειας έστω κι αν το μέλλον θα είναι πάντα αβέβαιο και υπό διαμόρφωση. «Scary Tales» του Πάνου Ζάχαρη (εκδόσεις Jemma Press) Ο Κακός Λύκος, τα Τρία Γουρουνάκια, ο Κοντορεβιθούλης, η Κοκκινοσκουφίτσα, ο Πίτερ Παν, ο Πινόκιο, ο Λαγός κι η Χελώνα συμπρωταγωνιστούν στα «τρομακτικά παραμύθια» του Πάνου Ζάχαρη που δημοσιεύονται κάθε εβδομάδα στις σελίδες της Εφ. Συν. Ο τρόμος ωστόσο δεν προκύπτει από το περιεχόμενο των πρωτότυπων παραμυθιών αλλά από τις απολαυστικές παρωδίες του δημιουργού τους, από τους ευφυέστατους αναχρονισμούς του, από τη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα στην οποία παραπέμπουν. Όλα τα στριπάκια του Ζάχαρη αποτελούν μοναδικά χιουμοριστικά σχόλια πάνω στην εξοργιστική γύμνια των βασιλιάδων αλλά και την κομφορμιστική σιωπή των υπηκόων τους. «Καραντινιέροι» του Κλήμη Κεραμιτσόπουλου (αυτοέκδοση) Ως «μια αφ’ υψηλού και εκ του ασφαλούς θεώρηση καταστάσεων εγκλεισμού» χαρακτηρίζει σαρκαστικά και αυτοσαρκαστικά ο ίδιος ο δημιουργός το έργο του. Και καταγράφει τη διόλου αρμονική συμβίωση δύο συγκατοίκων στα χρόνια της καραντίνας και του κορονοϊού. «Τι μέρα είπαμε ότι είναι;» είναι η λιτή και λακωνική φράση που παίζει τον ρόλο του προλόγου για να ξεκινήσει ένα χιουμοριστικό «πιτζάμα πάρτι», με μόνους πρωταγωνιστές δύο φίλους σε κατάσταση απομόνωσης και σε διαρκή ανταγωνισμό για το ποιος θα ξεστομίσει την πιο απαισιόδοξη και φαρμακερή ατάκα. Αν όλα αυτά κάτι θυμίζουν στους περισσότερους από εμάς, δεν είναι τυχαίο. Όπως δεν είναι τυχαίο ότι τα ζούμε ακόμα και απ’ ότι φαίνεται θα συνεχίσουμε για πολύ ακόμα. Και το σχετικό link...
  2. Η ιστορία των αδερφών Ρεντζαίων, των «βασιλιάδων της Ηπείρου», γίνεται έμπνευση για το ατμοσφαιρικό κόμικ «Ληστές», από τους δημιουργούς του Ερωτόκριτου. Μιλήσαμε με τον σεναριογράφο και σχεδιαστή Γιώργο Γούση για το μύθο και την αλήθεια αυτών των θρυλικών ιστοριών. Το φαινόμενο της ληστοκρατίας κυριάρχησε στο νεοελληνικό κράτος σχεδόν για έναν αιώνα, μέχρι και τα μέσα των 30s, με τη σύγκρουση παράδοσης και νεωτερικότητας να βρίσκεται στην καρδιά του. Από τη μία, έχεις το κράτος που σταδιακά οργανώνεται ως κάτι πιο σύγχρονο και κεντρικό, από την άλλη έχεις τις μικρές αυτόνομες κοινότητες των απομακρυσμένων βουνών. Σε αυτό το σκηνικό της Ελληνικής υπαίθρου των αρχών του αιώνα βλέπουμε πολλούς ληστές να εξαπλώνουν τη δράση τους, ανάμεσά τους αρκετοί ξακουστοί. Δύο εξ αυτών, τα αδέρφια Ρέντζου, δίνουν την έμπνευση σε δύο δημιουργούς να αναπτύξουν μια συναρπαστική, επική ιστορία κάπου ανάμεσα στο νουάρ, το γουέστερν, τη μαφιόζικη περιπέτεια και την ηθογραφία, με φόντο την Ήπειρο της γέννησης του 20ου αιώνα. Στο κόμικ Ληστές: Η Ζωή και ο Θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα (Εκδόσεις Polaris), οι Γιώργος Γούσης και Γιάννης Ράγκος εμπνέονται από τους Ρεντζαίους για να αφηγηθούν μια ιστορία κοντά μεν στην αλήθεια, αλλά και μακριά την ίδια στιγμή. Όπως εξάλλου συμβαίνει και με τους ίδιους τους πρωταγωνιστές αυτών των ιστοριών, τους ίδιους τους λήσταρχους, που βάσιζαν μεγάλο μέρος της φήμης τους σε μύθους γύρω από το όνομα και τη δράση τους στα απομονωμένα χωριά. Οι δημιουργοί του υπερ-επιτυχημένου Ερωτόκριτου επιστρέφουν με μια ακόμα εξαιρετική δουλειά, όπου το ασπρόμαυρο, ατμοσφαιρικό σχέδιο του Γούση ντύνει λεπτομερώς μελετημένα σκηνικά και μια μοναδική εκδοχή γλώσσας της εποχής, για να απολαύσουμε τελικά μια ιστορία χαρακτήρων και δράσης σε ένα βαθιά Ελληνικό σκηνικό, βγαλμένο από την καρδιά της νεοελληνικής παράδοσης. Το πρώτο από τα δύο προβλεπόμενα μέρη των Ληστών κυκλοφορεί ήδη στα βιβλιοπωλεία κι εμείς μιλήσαμε με τον δημιουργό Γιώργο Γούση για το φαινόμενο των ληστών, τι ήταν αυτό που βρήκε συναρπαστικό σε αυτές τις ιστορίες, και το ρόλο του μύθου και της προπαγάνδας σε κάθε τοπικό θρύλο. Για την σχέση του κόμικ με την αληθινή ιστορία των Ρεντζαίων Δεν είναι βασισμένο 100% στους Ρεντζαίους, θεωρούσα πως το να έχουμε τα ονόματα θα οδηγούσε κάποιον να πιστεύει ότι είναι ντοκουμέντο, ότι διαβάζει ιστορική έρευνα. Θέλαμε να μπορούμε να αυθαιρετήσουμε και να εξυπηρετήσουμε τη δική μας ιστορία εν τέλει. Στην αρχή η ιδέα ήταν να δούμε την ιστορία αυτών των 2 ανθρώπων. Συνειδητοποιήσαμε καταρχάς ότι δε μπορούσαμε να ξέρουμε διάφορα κομβικά σημεία της ζωής και των αποφάσεων που πήραν, δεν ξέραμε τους λόγους και δε μπορούσαμε καν να τους υποψιαστούμε. Οπότε γνωρίζαμε πως αναγκαστικά θα αυθαιρετούσαμε με έναν τρόπο. Οπότε αποφασίσαμε αφού δεν θέλαμε να εγκλωβιστούμε στην πραγματικότητα, να αλλάξουμε τα ονόματα ώστε να δικαιολογείται η αυθαιρεσία. Και το άλλο πρόβλημα όταν κάνεις ιστορική έρευνα είναι ότι δεν πρέπει να χαθείς. Υπάρχει δηλαδή και το αντίθετο, να διαβάζεις για αληθινά περιστατικά και να πεις, Αφού αυτό έγινε έτσι, γιατί να μην το βάλω κι αυτό μέσα; Γιατί δεν είναι μουσείο με εκθέματα. Μία ιστορία πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος. Για το πώς ήρθε σε επαφή με την ιστορία των Ρεντζαίων Πριν πολλά χρόνια είχε φτάσει σπίτι ένα βιβλίο, μια αυτοέκδοση του Νίκου Πάνου, ενός ανθρώπου που έκανε την έρευνά του από μεράκι. Λεγόταν Ρεντζαίοι: Οι Βασιλείς της Ηπείρου, και μου κίνησε την περιέργεια. Ήταν μια σκόρπια έρευνα, όχι δηλαδή μυθιστόρημα, αλλά διαβάζοντας την ιστορία με κέρδισε αγνά η αφήγηση και η εξέλιξη των χαρακτήρων. Ήταν συναρπαστική η ίδια η εξέλιξη της ζωής τους. Και είχε πολλά στοιχεία πολιτικά στο φόντο, πώς αλλάζανε τάξη, πώς από παράνομοι γίνονταν νόμιμοι, πως εγκολπίζονταν από πολιτικά στελέχη, από την αστυνομία. Ήταν από αυτές τις ιστορίες που μου αρέσει να βλέπω, έναν Scorsese ή ένα Κάποτε στην Αμερική. Είχε τέτοια στοιχεία η ίδια η ιστορία, οπότε με γοήτευσε και αποφάσισα να προσπαθήσω να το κάνω. Το χωριό των Ρεντζαίων είναι κοντά στο δικό μου αλλά δεν είναι ότι ήμουν ιστοριοδίφης. Θεώρησα είναι bigger than life η ιστορία, απλά αισθανόμουν κοντά στη νοοτροπία των ανθρώπων. Και υπάρχει μια σωματοδομή συγκεκριμένη, είναι πολύ Βαλκάνια. Κι έπειτα υπάρχει η ατμόσφαιρα της περιοχής, ομίχλη, υγρασία, που προσπάθησα να αναδείξω. Αυτοί οι άνθρωποι είναι κάπως βγαλμένοι από την πέτρα, από τη λάσπη, την ομίχλη. Αλλά όλα αυτά διαισθητικά, σαν μνήμες. Για το πώς πλέχτηκε η αλήθεια και η μυθοπλασία γύρω από τη μυθολογία των ληστών Όπου διαβάσαμε για ένα περιστατικό που μπορεί να φαινόταν όχι ρεαλιστικό αλλά ταίριαζε, το βάλαμε. Αλλά εφευρέθηκαν και τελείως σκηνές. Η σκηνή ας πούμε με τα αδέρφια στο ποτάμι είναι fiction, δεν έγινε έτσι. Με κάποιο τρόπο όμως σκότωσαν τους άλλους, οπότε εφηύραμε αυτή τη σκηνή που είναι πολύ δραματική και τελείως πάνω στους χαρακτήρες. Τρομερή πράξη βίας που λέει πράγματα όμως για αυτούς τους δύο. Το νόημα ήταν κάθε σκηνή να εξυπηρετεί και την πλοκή και τους χαρακτήρες. Σίγουρα δεν γύρισαν ας πούμε τον γιο από την απαγωγή με αυτό τον τρόπο, αλλά αυτή η σκηνή μου ήρθε στο μυαλό και λέω, Πρέπει να είναι έτσι! Εφηύραμε πολλά, που όμως έρχονταν εμπνευσμένα από αυτό τον κόσμο και από την ιστορία. Οι ίδιοι ληστές έχουν έτσι κι αλλιώς μια μυθολογία, οπότε έχει ενδιαφέρον τι είναι αλήθεια και τι είναι ψέματα. Για τη διάσταση του μύθου και της προπαγάνδας στις ιστορίες των ληστών Ακόμα κι αυτό το βιβλίο έχει μέσα συνεντεύξεις από βοσκούς ας πούμε, που ο καθένας λέει τη δική του εκδοχή της ιστορίας. Οι ίδιοι οι ληστές βασίζουν ένα μεγάλο κομμάτι της φήμης και της δράσης τους σε προπαγάνδα. Ο άλλος ο φοβισμένος ο βοσκός έχει ακούσει μια ιστορία από τη γιαγιά του κλπ. Έχει ενδιαφέρον και για το ίδιο το είδος. Το ληστρικό είναι genre, έχει συγκεκριμένους κανόνες και χαρακτήρες, και μεγάλο κομμάτι βασίζεται στο πώς οι ληστές μυθοποιούνται και γίνονται λαϊκοί ήρωες. Δε μπορείς λοιπόν να κάνεις ένα ντοκουμέντο, αλλά για μένα δεν έχει και νόημα να το κάνεις. Γιατί από τη φύση της ιστορίας υπάρχει το μυθικό στοιχείο. Είναι δυο άγριοι άνθρωποι που ζουν στα βουνά, είναι μυθικά πλάσματα. Οπότε σίγουρα βλέπεις και αντικρουόμενες αφηγήσεις αν διαβάσεις υλικό, αλλά και παραφουσκωμένα πράγματα, ο ένας τον βλέπει ως άγριο, ο άλλος ανθρώπινο. Αλλά εμείς επειδή αποφασίσαμε να είμαστε με τους χαρακτήρες, αποφασίσαμε να τους παρουσιάσουμε προσγειωμένους στη γη και να δούμε την ψυχανάλυσή τους. Δεν τους δικαιολογούμε δηλαδή, απλώς προσπαθούμε να τους κατανοήσουμε και να τους παρουσιάσουμε. Καταλαβαίνεις από πού προέρχονται τα τραύματά τους, ποια είναι τα κίνητρά τους κλπ. Για την έρευνα, από τη γλώσσα μέχρι τα περιστατικά της εποχής Με τον Γιάννη έπρεπε να εφεύρουμε μια γλώσσα που να μην είναι η πραγματική, γιατί η αληθινά πραγματική είναι δυσνόητη, έχει πολλές κοψιές. Κι έπειτα υπάρχει το διφορούμενο στοιχείο ότι στο κόμικ είναι γραπτός λόγος γιατί τον διαβάζεις γραπτό, αλλά είναι προφορικός γιατί είναι μέσα σε κάποια μπαλονάκια. Νομίζω βρήκαμε μια χρυσή τομή. Με λέξεις που σε πηγαίνουν στην εποχή, στη σύνταξη δεν υπάρχουν νεολογισμοί, δεν υπάρχει αργκό. Και ταυτόχρονα είναι δημοτική, δηλαδή καταλαβαίνει ο καθένας τι συμβαίνει. Το άλλο στην έρευνα είχε να κάνει με την ίδια την ιστορία που έπρεπε να βρούμε κάθε πτυχή, ακόμα και ψεύτικες μαρτυρίες ή δημοσιεύματα. Αυτό που γινόταν τότε ήταν ότι οι εφημερίδες στέλναν ανταποκριτές να πάρουν μια συνέντευξη ας πούμε, και ο ανταποκριτής γύρναγε πίσω με μια ψιλο-νουβέλα. Πήγα εκεί, τους συνάντησα, το μέρος μύριζε υγρασία… Κατάλαβες, έβαζαν σίγουρα μέσα και δικά τους, που αρκετά από αυτά όμως είχαν ενδιαφέρον μυθοπλαστικό. Τα κρατήσαμε, ακόμα και στοιχεία που δεν ήταν διασταυρωμένα από πολλές πλευρές. Τέλος το τρίτο στάδιο της έρευνας ήταν η αρχιτεκτονική, τα ρούχα, τα αντικείμενα. Εκεί με βοήθησε και η Ιουλία Σταυρίδου, που δυστυχώς πέθανε πρόσφατα. Είχε πολύ εκτενές υλικό από την εποχή. Την γνώριζα από τον Γιάννη Οικονομίδη με τον οποίο είχε δουλέψει, και επειδή έψαχνα υλικό εκείνης της εποχής, μου είπε ότι έχει κάνει κι η ίδια μεγάλη έρευνα λόγω των ταινιών του Αγγελόπουλου στις οποίες είχε δουλέψει. Έτσι έγινε κι αυτό το κομμάτι, που πιστεύω πάντα πρέπει να μένει αόρατο. Η σκηνογραφία είναι εκεί για να μην την παρατηρείς. Για να νιώθεις ότι είσαι σε ένα κόσμο πραγματικό, μια άλλη εποχή. Αφού κάναμε όλη την έρευνα βρισκόμασταν με τον Γιάννη Ράγκο και γράψαμε τη σκαλέτα, τη ροή, πώς εξελίσσεται η ιστορία σκηνή-σκηνή. Και προέκυψαν 4 μεγάλα κεφάλαια. Φαίνεται κι από τους τίτλους: Ριζά, δηλαδή οι πρόποδες του βουνού, Κορμί, η πλαγιά δηλαδή, το τρίτο είναι η Κορυφή και το τέταρτο ο Γκρεμός. Είναι η δομική εξέλιξη της ιστορίας. Και χωρίστηκε σε 2 κομμάτια που το πρώτο είναι η προέλευση και μετά η δράση στο βουνό και η παρανομία, και τα άλλα δύο είναι η δράση στην πόλη και η φυγή μέχρι τη σύλληψη – ένα πιο αστικό μέρος. Επειδή τραβάει πολλά χρόνια αυτό, θεώρησα ότι πρέπει να βγει και να φύγει από πάνω μου και να νιώθω ότι έχω κάτι που χρωστάω. Αλλά και επειδή από μόνο του θεωρώ ότι στέκει σαν ανάγνωσμα. Απλώς περιμένεις να διαβάσεις και τη συνέχεια. Για τη διαχρονικότητα του φαινομένου των ληστών Το φαινόμενο των ληστών έχει μια διαχρονικότητα και το είδαμε στην έρευνα διαβάζοντας το βιβλίο του Χόμπσμπαουμ, που λέγεται Ληστές. Παρατηρεί πως με έναν τρόπο είναι παγκόσμιο το φαινόμενο, έχει ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά από τη Γη του Πυρός μέχρι τη Μογγολία. Είτε σε μέρη τόσο απομονωμένα που δε μπορεί να φτάσει ο νόμος, και συνήθως μετά από μεγάλες καταστροφές, πλημμύρες κλπ, ή σε πάμφτωχα μέρη, όπου δεν υπάρχουν πόροι. Οι ληστές δρουν με τον ίδιο τρόπο, εμφανίζονται για τους ίδιους λόγους και υπάρχουν 3 διαφορετικές μορφές, ίδια χαρακτηριστικά που δρουν αντίστοιχα. Υπάρχουν οι Ρομπέν των Δασών, χρησιμοποιούν την προπαγάνδα του καλού και ίσως και από τη φύση τους έχουν τέτοια στοιχεία. Υπάρχουν οι ληστές-εκδικητές, σαν τους δικούς μου, που γίνονται ληστές από μια εκδίκηση κι έπειτα εξελίσσονται σε επαγγελματίες. Και οι ληστές-επαναστάτες, που σύντομα μετατρέπουν την δράση τους σε πολιτική, επαναστατική. Ταυτόχρονα καθένας μπορεί να έχει λίγο από όλα τα στοιχεία. Οι δικοί μου είναι πιο πολύ εγκληματίες, αλλά υπάρχει το ενδιαφέρον στοιχείο ότι αρχίζουν κι αυτοί προς το τέλος να αποκτούν την υπόσταση του… όχι επαναστάση, δεν κάνουν επαναστατική κίνηση, αλλά από το πώς φέρονται υπάρχει μια αποστροφή απέναντι στην εξουσία. Καταλαβαίνουν ότι χρησιμοποιήθηκαν. Και προκύπτει μέσα από αυτούς ένα σχόλιο για την εξουσία και το πώς δρα. Για την εξουσία μέσα από τα μάτια των χωρικών Η χωροφυλακή για πολλά χρόνια δεν έφτανε καν εκεί πάνω. Είχανε κέντρα αλλά στο βουνό που θες 5 ώρες μες στα χιόνια να πας, δεν πήγαιναν. Ο χωροφύλακας από την πλευρά των χωρικών ήταν αυτός που έρχεται καμιά φορά και μας δέρνει γιατί θέλει να μας ανακρίνει. Δεν υπάρχει καμία άλλη σχέση, γι’ αυτό και η κοντινότερη εξουσία που έχουν είναι ο ληστής. Αν θέλω κάποιος να μου λύσει το πρόβλημα, πάω στον ληστή. Αυτός είναι δικός μας. Για τη σύγκρουση δύο κόσμων, για τον παλιό απέναντι στον νέο Ενδιαφέρον στην ιστορία αυτή είναι ότι περνάνε στη νομιμότητα και μετά ξανά στην παρανομία, κι αυτό μου δίνει μια τεράστια γκάμα μυθοπλαστική και δραματουργική, αλλά έχει ενδιαφέρον και το να δεις πώς πάνε από το ένα στο άλλο. Εκεί υπάρχει ένα μεγάλο ερώτημα που δεν το λύσαμε στην έρευνα: Γιατί αφού είναι νόμιμοι, πλούσιοι και έχουν εξουσία, γίνονται ξανά κυνηγοί οι ίδιοι και ξαναβγαίνουν στην παρανομία; Είναι κάτι που έρχεται στο δεύτερο μέρος και σε εμάς έχει να κάνει με τους χαρακτήρες. Το πρώτο μέρος είναι πιο πολύ γουέστερν και το δεύτερο πιο πολύ μαφιόζικο, με περισσότερο αστικό τοπίο. Αλλά και τα δύο είναι το ίδιο πράγμα όσο αφορά το ότι βασίζεται στους χαρακτήρες. Είναι δύο κόσμοι που σίγουρα θα συγκρουστούν, το παρελθόν με το μέλλον, το σύγχρονο με το παλιό. Αλλά αυτοί είναι στη μέση. Μέχρι ένα σημείο το ισορροπούν καλά αλλά μετά αρχίζουν να αποκτούν περισσότερη δύναμη από όσοι οι άλλοι περίμεναν ότι θα αποκτούσαν. Οι ίδιοι ανήκουν σε έναν παλιό κόσμο, με μια άλλη ηθική, κάποια δεδομένα, κανόνες κλπ. Ο Κολοβός είναι από έναν πιο σύγχρονο κόσμο, είναι ένας μελλοντικός καπιταλιστής, έχει τρόπους να ελίσσεται. Επίσης οι δυο τους είναι αδέρφια κι έχει ενδιαφέρον ψυχαναλυτικό που συναντάμε δυο ανθρώπους που δεν συγκρούονται, αλλά δρουν σαν ένας. Οπότε μου φαινόταν σα να ήταν ο ληστής και το alter ego του, σα να βλέπει τον καθρέφτη και κάποιες φορές είναι σαν ο ένας να είναι ο καλός κι ο άλλος η κακή του πλευρά ή το ανάποδο. Μαζί δεν κάνουνε και χώρια δεν μπορούνε. Και υπάρχει συνεχώς ένα δίπολο που επιτρέπει κάποια πράγματα, σε μια σκηνή που πρέπει ας πούμε να πάρει μια μεγάλη απόφαση, αν ήταν ένας θα τον έβλεπες απλά σκεπτικό. Ενώ τώρα θα μιλήσει με τον «εαυτό» του. Έχει συνέχεια απέναντί του έναν καθρέφτη. Και το σχετικό link...
  3. Λίγα χρόνια μετά το graphic novel του Ερωτόκριτου, οι Γιώργος Γούσης και Γιάννης Ράγκος καταπιάνονται ξανά με το ελληνικό παρελθόν. Είναι πολύ εντυπωσιακό αυτό που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια με τα ελληνικά κόμιξ. Κι όχι, δεν αναφέρομαι μόνο στην επανάκτηση της δημοτικότητας και του κούλνες τους, στην δημιουργική κι εκδοτική άνθιση της σκηνής, στην έκδοση περιοδικών που επιχειρούν να αποτυπώσουν αυτήν την στιγμή και να την προχωρήσουν παρακάτω. Όλα αυτά ισχύουν φυσικά, κι είναι πολύ όμορφες εξελίξεις τόσο για τους ανθρώπους που αγαπήσαμε το μέσο του κόμικ σε μια προηγούμενη περίοδο της ζωής μας και της ζωής του, όσο και για αυτούς που το ανακαλύπτουν και το αγαπούν τώρα, στη νέα του άνοιξη. Εδώ όμως αναφέρομαι σε κάτι πιο συγκεκριμένο, σε ένα ιδιαίτερο ρεύμα που ενυπάρχει εντός της διαδικασίας που περιγράψαμε παραπάνω και το οποίο την ωθεί στα πιο φιλόδοξά της όρια. Μιλάω λοιπόν για μια τάση κόμιξ που αναπτύσσεται, με αξιοσημείωτη συνοχή και φροντίδα, μέσα από μια διαρκή επεξεργασία του βαθέως ελληνικού παρελθόντος, των γενικών εθνικών και ειδικών τοπικών αφηγήσεων, αλλά και της ίδιας της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας κατά το πέρασμά της στην νεωτερικότητα. Πριν από 4 χρόνια κυκλοφορεί μια φαινομενικά παράξενη έκδοση. Ο δημιουργός κόμιξ Γιώργος Γούσης μαζί με τον συγγραφέα Δημοσθένη Παπαμάρκο και τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Γιάννη Ράγκο διασκευάζουν σε κόμικ τον Ερωτόκριτο του Βιτσέντζου Κορνάρου. Η έκδοση που προκύπτει δεν έχει τίποτα από την ξεραΐλα και τη μιζέρια που συνήθως περιβάλλει ως αύρα την επαφή με τις απαρχές της νεοελληνικής λογοτεχνίας μέσω της σχολικής εκπαίδευσης ή της ακαδημίας. Αντιθέτως, πρόκειται για ένα ζωηρό fantasy ιπποτικό έπος που όσο πηγάζει από μια ερευνητική αφοσίωση στο κείμενο και την εποχή του, άλλο τόσο προέρχεται από ένα genre πάθος που θέλει να επικοινωνήσει με την pop κουλτούρα του φανταστικού η οποία μοιραία διαμόρφωσε εμάς και την εποχή μας. Έπειτα οι εκδόσεις Polaris μετά την τεράστια απήχηση του Ερωτόκριτου, προχωρούν στην έκδοση δύο ακόμα τίτλων που εμβαθύνουν στο πρότζεκτ «νεοελληνική λογοτεχνία σε graphic novel», τα Μυστικά του Βάλτου της Πηνελόπης Δέλτα που διασκευάζουν οι Παναγιώτης Πανταζής και Γιάννης Ράγκος, και τον Ζητιάνο του Ανδρέα Καρκαβίτσα από τον Kanellos Cob με τον Γιάννη Ράγκο στην επιμέλεια του σεναρίου. Όπως ίσως έχετε παρατηρήσει ακόμα κι οι λιγότερο παρατηρητικοί, το όνομα του Ράγκου διατρέχει όλη αυτήν την υπο-διαδρομή του σύγχρονου ελληνικού κόμικ. Και τώρα ξανά στις εκδόσεις Polaris, o Ράγκος συνεργάζεται εκ νέου με τον Γιώργο Γούση (κάτι που είχαν ξανακάνει πρόσφατα όχι μόνο στον Ερωτόκριτο αλλά και στον Μπλε Κομήτη) για το graphic novel Ληστές: Η ζωή και ο θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα που κυκλοφόρησε πρόσφατα, τον Οκτώβριο του 2020. Οι Ληστές λοιπόν αποτελούν με έναν τρόπο τομή και συνέχεια όσον αφορά την προαναφερθείσα πορεία. Από τη μία πλευρά δεν αποτελούν μεταφορά κάποιου λογοτεχνικού κειμένου, αλλά βασίζονται στην ιστορική έρευνα που έκαναν οι δύο δημιουργοί τους πάνω στο φαινόμενο της ληστείας στην Ήπειρο κατά τις αρχές του 20ού αιώνα κι ειδικότερα πάνω στη ζωή και τη δράση των αδερφών Ρέτζου, των Ρετζαίων, οι οποίοι αποτέλεσαν την πραγματική βάση για την δημιουργία της ιστορίας του Γιάννη και του Θύμιου Ντόβα που αφηγείται το κόμικ. Μ’ αυτήν την έννοια τυπικά δεν αποτελούν συνέχεια του πρότζεκτ μεταφοράς νεοελληνικής λογοτεχνίας σε κόμιξ. Από την άλλη πλευρά, όσον αφορά την θεματολογία και την προβληματική που αναπτύσσουν οι Ληστές, αποτελούν όχι μόνο συνέχεια αλλά και δημιουργικό ξεπέρασμα του ήδη τρομερά ενδιαφέροντος πρότζεκτ προς την κατεύθυνση της πρωτότυπης ιστορικής έρευνας κι επακόλουθα της πρωτότυπης μυθοπλαστικής αφήγησης. Τα Μυστικά του Βάλτου και ο Ζητιάνος αφορούν αμφότερα την κοινωνική κατάσταση στη Μακεδονία και την Θεσσαλία λίγο πριν και λίγο αφότου αυτές προσαρτηθούν στο ελληνικό κράτος κατά το μεταίχμιο ανάμεσα στον 19ο και τον 20ό αιώνα. Μ’ αυτήν την έννοια αποκαλύπτουν ένα πολύπλοκο κοινωνικό, γλωσσικό, πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό περιβάλλον που φωτίζει με έναν διαφορετικό τρόπο τις μέχρι τώρα κυρίαρχες εθνικές αφηγήσεις πάνω στην εδραίωση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας μέσα από τη σχέση της με το έθνος-κράτος. Στους Ληστές, αυτή η διαδικασία προχωράει παρακάτω, στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, όταν η σύγκρουση παράδοσης και νεωτερικότητας εκδηλωνόταν σε ένα διπλό επίπεδο: αφενός στη σχέση του κράτους και του νόμου με τα προϋπάρχοντα δίκτυα κοινωνικής και οικονομικής εξουσίας στην ελληνική επικράτεια, κι αφετέρου στη σχέση ανάμεσα στους παλιότερους κώδικες τιμής/επικοινωνίας ή τρόπους ζωής και τις απαιτήσεις συμμόρφωσης στα ήθη ή ενσωμάτωσης στους θεσμούς της σύγχρονης εποχής. Όπως καταλαβαίνετε οι Ληστές είναι ένα εικονογραφημένο αφήγημα αντιθέσεων και συγκρούσεων. Αυτές οι αντιθέσεις και συγκρούσεις όμως δεν αναπαριστώνται με κάποια ακαδημαϊκή τυπικότητα ή τακτοποίηση ούτε με κάποια λαογραφική φολκλόρ διάθεση. Αντιθέτως ξεδιπλώνονται με την παλλόμενη ένταση της αναμπουμπούλας και της μανούρας, ενώ εικονογραφούνται με την καυλερή genre αισθητική ενός σκληροτράχηλου, ασπρόμαυρου, βίαιου western (κυκλοφορώντας σχεδόν ταυτόχρονα με το κινηματογραφικό Digger, υπέροχη σύμπτωση). Σ’ αυτό εδώ το παράδοξο western η παρουσία του frontier, του ρευστού συνόρου προς κατάκτηση και ξεπέρασμα από τις δυνάμεις του καινούριου είναι φυσικά κομβική. Εδώ το frontier είναι διαρκώς κινούμενο, με τους αδερφούς Ντόβα να διαπραγματεύονται την ύπαρξή τους στον καινούριο εκμοντερνισμένο κόσμο μέσα από μια σειρά λυκοσυμμαχιών και λυκοσυμπράξεων με τους νέους θεσμούς της σύγχρονης πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Ταυτόχρονα, όπως και στην Άγρια Συμμορία του Sam Peckinpah που διαδραματίζεται την ίδια ακριβώς εποχή στην άλλη πλευρά του πλανήτη, το frontier στενεύει γύρω τους και πνίγει τους τραγικούς ληστές σαν θηλιά: ο θαυμαστός νέος κόσμος δεν είναι γι’ αυτούς. Μπορεί η ζωή των Ντοβαίων να αναπαρίσταται με τρόπο συναρπαστικό, αλλά οι Ράγκος και Γούσης είναι προσεκτικοί στο να μην τους μυθοποιήσουν και δοξολογήσουν παραπάνω απ’ όσο τους αντιστοιχεί και τους πρέπει. Μ’ αυτήν την έννοια, η ισορροπία ανάμεσα στην αισθητικοποίηση και την αποστασιοποίηση είναι πολύ πετυχημένη κι αποτελεί ίσως την σημαντικότερη αρετή του κόμικ. Παρόλα αυτά, οι δημιουργοί κάθε άλλο παρά κρύβονται από τον αντιφατικό αλλά πραγματικό κοινωνικό χαρακτήρα της ληστείας στον ελλαδικό χώρο από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι και την εποχή που χοντρικά ολοκληρώνεται η αφήγηση, δηλαδή έναν ολόκληρο αιώνα σχεδόν (1830-1930). Υπάρχει μια αποσιωπημένη παράδοση ανταρσίας και παραβατικότητας που συχνά συναντήθηκαν μεταξύ τους μέσα από το φαινόμενο της ληστείας. Η Ήπειρος εκείνης της περιόδου, ως άγριος και παραμεθόριος τόπος, είχε πολύ έντονη ληστρική δραστηριότητα μέχρι και αρκετά μετά από την κατάκτησή της από τον ελληνικό στρατό. Οι κλέφτες έβγαιναν στο βουνό κι άλλαζαν σύνορα σαν τα πουκάμισα προκειμένου να μην τους πιάσουν. Την εποχή που διαδραματίζονται οι Ληστές, το ελληνικό κράτος αναγκάζεται να προχωρήσει στην πικρή διαπίστωση ότι οι απόπειρες εκσυγχρονισμού του προσκρούουν στα αναχρονιστικά δίκτυα εξουσίας που έχουν εγκαθιδρύσει οι ληστές με τους ντόπιους πολιτευτές. Έτσι οι κάτοικοι της περιοχής πολύ συχνά προτιμούν την εξουσία των ληστών από αυτήν του κράτους. Κατά μία έννοια, η Ήπειρος του μεσοπολέμου που αφηγείται το κόμικ στιγματίστηκε από τη σχέση του ληστή και του σταυρωτή (όπως χαρακτήριζαν τους κρατικούς αξιωματούχους), με τους ληστές της εποχής να διχάζονται ανάμεσα στις συμμαχίες με τους Φιλελεύθερους ή τους Εθνικόφρονες, και πιο συγκεκριμένα τους Ρετζαίους να συντάσσονται με το Βενιζέλο και τους Κουμπαίους να συντάσσονται με το Λαϊκό Κόμμα. Κι ενώ αυτή η ψυχρή υπολογιστική πλευρά της δύναμης των ληστών είναι πέρα για πέρα τεκμηριωμένη και χειροπιαστή, από την άλλη η ληστρική μυθολογία συνεχίζει να ασκεί επίμονα τη γοητεία της. Ο μεγάλος ιστορικός Eric Hobsbawm έχει δείξει πολύ αναλυτικά τις κοινωνικές και ηθικές ρίζες της λατρείας των ληστών, αφού πρόκειται για εχθρούς του νόμου αλλά φίλους των ηθικών κανόνων των λαϊκών τάξεων. Ως σημάδι της παρακμής των φεουδαρχικών θεσμών και της ηθικής τους, αλλά κι ως μορφή αντίδρασης στον αναδυόμενο καπιταλιστικό εκμοντερνισμό, οι ληστές αποτέλεσαν πολύ συχνά την πρώτη ύλη για τους μύθους και τους θρύλους μιας ρομαντικής αντίστασης προς τον σύγχρονο κόσμο (γι’ αυτό και θα τους συναντήσουμε εξίσου συχνά στα λαϊκά τραγούδια των ανώνυμων δημιουργών αλλά και στους εκλεπτυσμένους στίχους των ρομαντικών ποιητών). Το είπαμε και πριν: οι Ληστές αφηγούνται μια σκοτεινή και συγκρουσιακή ιστορία. Κι όπως φαίνεται ήταν αναπόφευκτο, αφού οι σελίδες της μετάβασης στο σύγχρονο, καπιταλιστικό, εθνικά ομογενοποιημένο ελληνικό κράτος είναι βαμμένες με πολύ αίμα. Όλα αυτά με ενδιαφέρουν προσωπικά πάρα πολύ από ιστορική και πολιτική σκοπιά, αλλά δεν υπονοώ ότι το κόμικ αποτελεί κάποιου είδους ιδεολογική ιστορική δήλωση. Αντίθετα προσπαθεί μάλλον να απελευθερώσει τις κρυμμένες δυνάμεις της ιστορικής πραγματικότητας μέσα από την εικόνα και το δράμα, χωρίς να φλυαρεί γι’ αυτές με κυριολεκτικό τρόπο, όπως κάνω εγώ ας πούμε εδώ από την σκοπιά του αρθρογράφου. Παρόλα αυτά, η παλιά Ελλάδα του μεσοπολέμου που αποκαλύπτουν οι Ληστές δεν έχει καμία σχέση με την εξιδανικευμένη απεικόνιση του παρελθόντος που προσφέρουν οι κυρίαρχες αφηγήσεις, απ’ τις οποίες θα μπουχτίσουμε από το νέο έτος που θα γιορτάζεται πλουσιοπάροχα (ή και όχι) η 200ή επέτειος από το 1821. Μ’ αυτήν την έννοια, το κόμικ των Γούση και Ράγκου επικοινωνεί με την πολύ ενδιαφέρουσα άτυπη καλλιτεχνική συνομοταξία που μοιάζει να καταπιάνεται με μια επανεπινόηση του παρελθόντος και της παράδοσης (όπως έχει σημειωθεί πετυχημένα ξανά και ξανά) μέσα από νέα αισθητικά εργαλεία. Όχι πια σαν επανανακάλυψη μιας δήθεν χαμένης κι ευγενούς αυθεντικότητας που επικυρώνει εκ νέου την αδιαμφισβήτητη ομοψυχία του έθνους, όπως έκαναν αμέτρητες φουρνιές καλλιτεχνών που στράφηκαν προς την παράδοση κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, αλλά περισσότερο σαν εξερεύνηση των παραδόσεων και των ιστοριών που ανθίζουν στο περιθώριο της κυρίαρχης εθνικής αφήγησης. Έτσι θα μπορούσαμε να βάλουμε τους Ληστές δίπλα στο Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου και τις Παγανιστικές Δοξασίες του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη (αμφότερα των εκδόσεων Αντίποδες), που τα τελευταία χρόνια αποτέλεσαν σημεία αναφοράς για τις υπο-εθνικές παραδόσεις που πριμοδοτούν το αλλόκοτο, το αποκλίνον, το φυγόκεντρο και το ετερόδοξο (κάτι που στα κόμιξ ξανάκανε τρόπον τινά πριν χρόνια ο Γιάννης Καλαϊτζής στα σπουδαία Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης και Τυφών). Και όπως είπαμε και πριν, αυτό δεν συμβαίνει μέσα από τα μουχλιασμένα εργαλεία της χασμουρητής πατριδογνωσίας αλλά με μια οργανική ενσωμάτωση των πιο παθιάρικων πλευρών της pop κουλτούρας, από τη λογοτεχνία και τα video games μέχρι το σινεμά και την τηλεόραση: το horror, το fantasy, το noir, το western. Όλα τα όμορφα πράγματα δηλαδή. Με αφορμή την κυκλοφορία των Ληστών λοιπόν, ζήτησα από τον Γιώργο Γούση και τον Γιάννη Ράγκο να φτιάξουν μια λίστα με 5 ελληνικές ταινίες και 5 ελληνικά βιβλία για όσους θέλουν να εντρυφήσουν περισσότερο σε μια σκοτεινή ιστορική/λαογραφική ματιά πάνω στο εθνικό παρελθόν που να περιβάλλεται από μια ιδιαίτερη genre αύρα. Αυτοί ανταποκρίθηκαν κι έτσι μου έστειλαν τα εξής: ΤΑΙΝΙΕΣ – «Οι βοσκοί» του Νίκου Παπατάκη (1967) Τα πρόσωπα, οι ερμηνείες, και η σκηνοθεσία μιας βαθιά ανατρεπτικής και μοντέρνας ταινίας. Κλασικό παράδειγμα όπου η ηθογραφία δεν είναι απλά η επιδερμική αναπαράσταση μιας εποχής. – «Ο φόβος» του Κώστα Μανουσάκη (1966) Θρίλερ στην ελληνική επαρχία, στην ουσία του υπαρξιακό, άρα και πολιτικό. Καλλιτεχνικό επίτευγμα σε κάθε του πεδίο (σκηνοθεσία, σενάριο, φωτογραφία, μουσική) με το κάθε ένα από αυτά να αναδεικνύει τα υπόλοιπα. – «Αναπαράσταση» του Θόδωρου Αγγελόπουλου (1970) Το ντεμπούτο του πιο αναγνωρισμένου Έλληνα σκηνοθέτη με ένα μη γραμμικό «αστυνομικό» στα χωριά της Ηπείρου, βασισμένο σε αληθινό έγκλημα. Ταινία σταθμός για το νέο Ελληνικό σινεμά, αλλά και για τον ίδιο τον Αγγελόπουλο που ανακαλύπτει εδώ το κινηματογραφικό του σύμπαν στην πιο ανεπιτήδευτη μορφή του. – «Λόλα» του Ντίνου Δημόπουλου (1964) Στην εποχή που το εμπορικό ελληνικό σινεμά βρίσκεται στο ζενίθ του, παράγει την «Λόλα», ένα κλασικό νουάρ το οποίο ενώ πατάει στα πρότυπα του αμερικάνικου κινηματογράφου, δεν πέφτει στην παγίδα της αντιγραφής. Παρά τις μικρές δόσεις “μελό”, παραμένει μία από τις κορυφαίες νουάρ ταινίες της εγχώριας κινηματογραφικής παραγωγής με ένα σούπερ καστ της εποχής (Κούρκουλος, Καρέζη, Παπαγιαννόπουλος). – «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο» του Βασίλη Γεωργιάδη (1966) Βασισμένος στα πρότυπα του γουέστερν, ο Νίκος Φώσκολος γράφει ένα από τα καλύτερά του σενάρια με φόντο την αγροτική εξέγερση του Κιλελέρ (αρχές 20ου αιώνα) και τον πρωτεργάτη της Μαρίνο Αντύπα ως έναν από τους χαρακτήρες. Ο Γεωργιάδης σκηνοθετεί το σενάριο και παρουσιάζει μια εμβληματική ταινία με σκηνές ανθολογίας για το ελληνικό σινεμά και φτάνει ως τα Όσκαρ του 1966, υποψήφια για καλύτερη ξενόγλωσση ταινία. ΒΙΒΛΙΑ – “Πίστομα” (διήγημα από τις “Κορφιάτικες ιστορίες”) του Κωνσταντίνου Θεοτόκη (1899) Πυκνό (μόλις 650 λέξεις), νατουραλιστικό, βαθύ ψυχογράφημα ενός ληστή που, μετά από την χορήγηση αμνηστίας, επιστρέφει στο χωριό του και βυθίζεται στην ανθρώπινη κτηνωδία. Ένα αληθινό αριστούργημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. – “Οι λησταί στα πρόθυρα των Αθηνών” του Μ. Καραγάτση (1952/2001) Ληστρικό μυθιστόρημα, βασισμένο στην υπόθεση της σφαγής στο Δήλεσι (1870), αλλά με σαφείς συνδηλώσεις για την (τότε) ιστορική και πολιτική συνθήκη (Εμφύλιος πόλεμος και πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια). – “Το μυστικό του Άσπρου Βράχου” του Γιάννη Μαρή (1959) Το πρώτο ιστορικό αστυνομικό μυθιστόρημα στην Ελλάδα, γραμμένο από τον εισηγητή της αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα και “εμποτισμένο” με στοιχεία από την παράδοση των λαϊκών ληστρικών αφηγημάτων. – “Το κιβώτιο” του Άρη Αλεξάνδρου (1975) “Ορεινή” πολιτική περιπέτεια στα χρόνια του Εμφυλίου, με εντελώς αυτόφωτη σύλληψη και δομή, αλληγορία – μεταξύ άλλων – της σταθερής οδύνης της ύπαρξης. – “Μπέσα για μπέσα ή ο άλλος Φώτης” του Νίκου Μπακόλα (1998) Το φαινόμενο των “ληστών των ορέων”, κοιταγμένο μέσα από την “κουλτούρα της ανταρσίας”, μαζί με το δημιουργικό “αναποδογύρισμα” των αρχετυπικών μοτίβων της ληστρικής φιλολογίας. Και το σχετικό link...
  4. Οι Ληστές δέσποζαν στην ελληνική επαρχία για σχεδόν έναν αιώνα εγκαθιδρύοντας ανάλογα με τις συνθήκες σχέσεις αγάπης και μίσους με το νεοελληνικό κράτος, με τους χωρικούς, με τη χωροφυλακή αλλά και μεταξύ τους. Οι Γιάννης Ράγκος και Γιώργος Γούσης μιλούν στην «Εφ. Συν.» για τους εμπνευσμένους από αληθινά γεγονότα δικούς τους «Ληστές». «Οι Ντοβαίοι έχουν δικούς τους ανθρώπους παντού. Κανείς δε λέει λέξη, άλλοι γιατί τους αγαπούν και άλλοι γιατί τους φοβούνται», λέει ο ένστολος εκπρόσωπος του ελληνικού κράτους για να εξηγήσει το πώς παραμένουν ασύλληπτα τα δυο αδέρφια που πρωταγωνιστούν στους «Ληστές» (εκδόσεις Polaris) των Γιάννη Ράγκου (σενάριο) και Γιώργου Γούση (σχέδιο). Για να πάρει την απάντηση: «Τότε, αγαπητέ, την εξουσία έχουν αυτοί, κι όχι οι δικοί σου». Γι’ αυτή την εξουσία οι Ντοβαίοι, βασισμένοι στη ζωή των αδελφών Ρεντζαίων που έγιναν θρύλος της Ηπείρου με τη δράση τους, τις πράξεις τους και τη βία που τους χαρακτήριζε, έζησαν στα άκρα. «Μπας και πλαστήκαμε να ζούμε για πάντα;» φωνάζει ο ένας απ’ αυτούς αψηφώντας τον θάνατο και τους νόμους. Στον πρώτο τόμο των «Ληστών», που αποτελεί μια ελεύθερη μυθοπλασία και ταυτόχρονα μια συναρπαστική και καθηλωτική ιστορία κόμικς στην Ήπειρο των πρώτων δεκαετιών του προηγούμενου αιώνα, οι Ράγκος και Γούσης, μετά από εξαντλητική τεκμηρίωση και σχεδόν δεκαετή έρευνα και εργασία, καταγράφουν τη ζωή (και τον θάνατο) των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα και παράλληλα τις σκοτεινές διαστάσεις της ληστοκρατίας στην Ελλάδα. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα ελληνικά κόμικς («1800», «Όμηροι του Γκαίρλιτς», «Αϊβαλί» κ.ά.) ασχολούνται με τη νεότερη ελληνική Ιστορία. Πώς ξεκίνησε η δική σας ιδέα, τι νέο έχει να κομίσει; Γιώργος Γούσης: Η ιδέα ξεκίνησε δέκα χρόνια νωρίτερα, πριν από κάθε άλλο ελληνικό κόμικς για το παρελθόν. Και τα πρώτα κριτήρια ήταν εντελώς αφηγηματικά. Είχαν να κάνουν με την ίδια την ιστορία των Ληστών και όχι τόσο με το ότι η καταγωγή τους ήταν από την πατρίδα μου. Ούτε εμπορικά ήταν τα κίνητρα, μια και τότε στους εκδότες και τους δημιουργούς δεν είχε ακόμα επικρατήσει η τάση της επιστροφής στην ελληνική επαρχία του παρελθόντος. Γιάννης Ράγκος: Ο Γιώργος μού έστειλε ένα mail το 2011, δεν γνωριζόμασταν τότε, και μου έλεγε ότι ήθελε να φτιάξει μια ιστορία για τους ληστές σε μια περιοχή κοντά στο χωριό του κι αν με ενδιέφερε να συνεργαστούμε. Με ενδιέφερε πολύ γιατί γνώριζα την ιστορία και επιπλέον είχε μόλις κυκλοφορήσει το non fiction αστυνομικό μυθιστόρημά μου «Μυρίζει Αίμα», με παρόμοια μέθοδο εργασίας που βασίζεται επίσης σε πραγματικά περιστατικά, αλλά πάνω απ’ όλα γιατί πάντα ήθελα να ασχοληθώ με το σενάριο των κόμικς. Έτσι όταν ήρθε η πρόταση του Γιώργου ήταν σαν να απαντούσε σε μια δική μου ανάγκη πολλών ετών. Αυτή η επιστροφή στο παρελθόν μήπως γίνεται υπερβολή και εμμονή πια; Γιάννης Ράγκος: Νομίζω πως επιστρέφουμε σε μια νέου τύπου ηθογραφία. Η οικονομική και κοινωνική κρίση στην Ελλάδα μάς ανάγκασε να πιαστούμε από έναν κορμό σταθερών σημείων, να βρούμε ένα σημείο αναφοράς, να ξαναδούμε το παρελθόν μας και το εθνικό και το ατομικό. Στο πλαίσιο αυτό εξηγείται αυτή η στροφή στην ιστορία μας και την ηθογραφία μας, όχι όμως με ένα βλέμμα πατριδολαγνικό, προγονολατρικό ή νοσταλγικό, αλλά με ένα νέο κοίταγμα. Αυτή είναι μια τάση γενικότερη, δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Γιώργος Γούσης: Κάτι τέτοιο ισχύει και από την άποψη της εικόνας. Της εικόνας που δεν μπορεί να σου προσφέρει, ας πούμε, το ελληνικό σινεμά για λόγους μπάτζετ. «Ληστές - Η ζωή και ο θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα» είναι ο τίτλος σας. Χωρίς καμιά διευκρίνιση αν πρόκειται για φανταστική ιστορία, για μυθοπλασία, για ντοκουμέντο, για βιβλίο τεκμηρίωσης. Ήταν συνειδητή επιλογή να προτιμήσετε την ασάφεια από το να χαρακτηρίσετε το βιβλίο σας; Σε ποια προθήκη βιβλιοπωλείου θα θέλατε να τοποθετείται; Γιώργος Γούσης: Προτιμήσαμε να αναφέρεται το «η ζωή και ο θάνατος» για να δηλώνεται πως είναι μια ολοκληρωμένη ιστορία που σηματοδοτεί και το τέλος του φαινομένου της Ληστείας. Η αλήθεια είναι πως είχαμε πολλές συζητήσεις και με τον εκδότη για το αν πρέπει να αναφέρεται κάτι όπως «εμπνευσμένο από αληθινά περιστατικά», αλλά αποφασίσαμε να μπει κάτι τέτοιο μόνο στο οπισθόφυλλο. Δεν αισθάνομαι ότι είναι κάτι πιο συγκεκριμένο. Ούτε αισθάνομαι ότι είναι ένα ιστορικό βιβλίο. Σκοπός του δεν είναι να μιλήσει για την ελληνική Ιστορία. Κατά βάση είναι ένα έργο για δυο χαρακτήρες, έχει μια προσωποκεντρική πλοκή. Μάλλον μυθιστόρημα θα ήταν αν δεν επρόκειτο για κόμικς. Επιλέξαμε να μην του βάλουμε ταμπέλες γιατί αφορά όλον τον κόσμο και όχι μόνο αναγνώστες συγκεκριμένων ειδών. Γιάννης Ράγκος: Πρόκειται για μια μυθοπλασία. Κρατάμε κάποια κεντρικά σημεία της ζωής των αδελφών Ρέντζου, όμως παίρνουμε ελευθερίες. Δεν είναι ένα docudrama για τη ζωή των Ρεντζαίων. Παίρνουμε αφορμή από τη ζωή τους για να κάνουμε μια δική μας ιστορία. Δεν κάνουμε βιογραφία. Είναι σαν να παίρνεις ένα βάζο, να το σπας σε χίλια κομμάτια και στη συνέχεια να τα ξανακολλάς, όχι όμως ξαναφτιάχνοντας το ίδιο βάζο αλλά ένα άλλο πρωτότυπο βάζο από τα ίδια κομμάτια. Άρα είναι μια μυθοπλασία που διαδραματίζεται σε έναν συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο και σε συγκεκριμένο κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό και ηθογραφικό περιβάλλον το οποίο θέλουμε να αποδώσουμε. Δεν διεκδικεί δάφνες ιστορικού τεκμηρίου, αλλά το πραγματολογικό κομμάτι είναι απολύτως τεκμηριωμένο, τα ρούχα, τα όπλα, ο τρόπος ομιλίας, τα πάντα είναι αποτέλεσμα μεγάλης έρευνας και των δυο μας. Πώς προσεγγίσατε μεθοδολογικά την έρευνά σας; Γιώργος Γούσης: Βασιστήκαμε πολύ στο βιβλίο του Νίκου Πάνου, ενός ιστοριοδίφη από το χωριό που κατάγονταν οι Ρεντζαίοι, «Ρεντζαίοι, οι βασιλείς της Ηπείρου», με μαρτυρίες έστω κι αν πολλές φορές ήταν αντικρουόμενες, υπερβολικές ή μυθοπλαστικού τύπου, με άρθρα από την εποχή κ.λ.π. Χρησιμοποιήσαμε συνεντεύξεις των Ρεντζαίων μετά τη σύλληψή τους που σίγουρα ήταν διανθισμένες και με φανταστικά στοιχεία. Αξιοποιήσαμε πάρα πολλά ακόμα βιβλία. Συγκεντρώσαμε ένα μεγάλο υλικό και αρχίσαμε τις συζητήσεις πάνω σε μια σκαλέτα. Όταν καταλήξαμε στην αλληλουχία των σκηνών, ο Γιάννης έφτιαξε ένα πρώτο κείμενο, εγώ τα πρώτα σχέδια, το ξανασυζητήσαμε και εντέλει φτιάχτηκε το τελικό πάνω στο οποίο δούλεψα, πάντα σε επαφή με τον Γιάννη. Γιάννης Ράγκος: Όπως κάθε κόμικς, έτσι και το δικό μας ήταν ένα work in progress μέχρι να φτάσει στο τυπογραφείο. Άλλες πηγές που χρησιμοποιήσατε; Γιώργος Γούσης: Μας βοήθησε πολύ και η Ιουλία Σταυρίδου που έφυγε πρόσφατα από κοντά μας, ενδυματολόγος και σκηνογράφος του Αγγελόπουλου, του Παπαστάθη, του Βούλγαρη, του Οικονομίδη μεταξύ άλλων. Μας συμβούλευσε με τα βιβλία και τα αρχεία της ως προς τις φορεσιές, τα σπίτια κ.λ.π. Κι έτσι συγκεντρώθηκε ένα τεράστιο υλικό από φωτογραφίες και ντοκουμέντα. Για να επιλέξουμε μορφές, φυσιογνωμίες κ.λ.π. κάναμε ένα ιδιότυπο casting μέσω φωτογραφιών. Αλλά όλα αυτά είναι εκεί με σκοπό να περνούν απαρατήρητα για να μην αποσπούν τον αναγνώστη από την πλοκή. Γιάννης Ράγκος: Ο Γιώργος άλλωστε έχει και μια σχέση βιωματική με τον χώρο, με το περιβάλλον, με το τοπίο καθώς κατάγεται από κει. Ένα περιβάλλον που υπάρχει αλλά πρέπει να περνά απαρατήρητο. Όπως η σκηνή μετά τη δολοφονία ενός ομήρου που διαδραματίζεται στο αρχαίο θέατρο της Δωδώνης. Βρήκαμε από την αρχαιολογική υπηρεσία φωτογραφίες του θεάτρου της εποχής και τοποθετήσαμε εκεί τους ληστές ως μια υπόμνηση, ένα υπόρρητο κείμενο ότι αυτοί οι άνθρωποι γνώριζαν ότι είχαν μια σχέση με το κλέος και το κάλλος της αρχαίας Ελλάδας, ζούσαν στα ερείπιά της έστω κι αν δεν ήξεραν πολλά γι’ αυτήν. Πολύτιμα ήταν επίσης και κάποια φωτογραφικά λευκώματα του Κώστα Μπαλάφα από κοντινές εποχές με αυτή του βιβλίου που μας βοήθησαν στην ατμόσφαιρα. Έχει κάποιο «ηθικό δίδαγμα» ή πολιτικό πρόταγμα το βιβλίο; Συνιστά κάποια προτροπή προς τον αναγνώστη; Αποτελεί κάποια μεταφορά, παραπομπή ή αλληγορία; Γιάννης Ράγκος: Είναι ένα βιβλίο για το σήμερα, μια αλληγορία για το κάθε σήμερα. Αφού η ανθρώπινη φύση παραμένει ίδια στο βάθος των αιώνων κι εμείς προσπαθούμε να μπούμε στην ψυχή δυο ανθρώπων, γράφουμε μια ιστορία για την ανθρώπινη φύση. Για το τι σημαίνει σε κάθε εποχή νομιμότητα και παρανομία, για το σε ποιους νόμους οφείλει να υπακούει ο άνθρωπος όπως έχει τεθεί από την Αντιγόνη και τον Οιδίποδα Τύραννο μέχρι τον Ντοστογιέφσκι. Για τα ηθικά διλήμματα και τους κώδικες τιμής, για τον έρωτα, για τις σχέσεις διαπλοκής μεταξύ εξουσίας και παραεξουσίας. Ηθικό δίδαγμα όμως σαφώς δεν υπάρχει και δε μας ενδιέφερε να υπάρχει. Η τέχνη οφείλει να θέτει τις επίμαχες ερωτήσεις. Όχι να δίνει απαντήσεις. Απαντήσεις μπορεί να δώσει η επιστήμη, η φιλοσοφία και ενδεχομένως η θρησκεία. Ο τρόπος όμως που θα τεθούν τα ερωτήματα εμπεριέχει και το σπέρμα της άποψης του καλλιτέχνη. Εμείς δεν προσπαθούμε να ηθικολογήσουμε. Ούτε να δικαιολογήσουμε ή να καταδικάσουμε κανέναν. Προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τα ιστορικά, κοινωνικά, ψυχαναλυτικά και υπαρξιακά αίτια που συνόδευαν αυτούς τους ανθρώπους. Γιώργος Γούσης: Πάνω απ’ όλα είναι ένα έργο πλοκής. Δεν είχαμε στόχο να μιλήσουμε π.χ. μόνο για τη φτώχεια ή για τον χρηματισμό ή για την εμπλοκή της πολιτικής. Όμως όλα αυτά περνούν από την πλοκή, από τη σχέση, για παράδειγμα, των ληστών με την άρχουσα τάξη και με τον καπιταλισμό. Από το πώς αυτοί οι Ληστές κατάφερναν τόσα χρόνια να επιβιώνουν και μάλιστα να γίνουν μέρος της εξουσίας, να συνεργαστούν με οικονομικούς παράγοντες, ακόμα και με βουλευτές. Κάποια στιγμή όμως έγιναν πιο ισχυροί από την κρατική και οικονομική εξουσία, εντέλει έγιναν και ρέμπελοι, όχι επαναστάτες ή ιδεολόγοι, αλλά με την έννοια της σιχαμάρας γι’ αυτό που έβλεπαν και αναπόφευκτα ήρθε η σύγκρουση που σήμανε και το τέλος τους. Αλλά η άρχουσα τάξη λειτουργεί πάντα υπόγεια και δεν θα τιμωρηθεί ποτέ για τέτοιες σχέσεις. Κι αυτή είναι ακόμα μία σαφής σχέση με το σήμερα. Από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νέας γενιάς Ελλήνων δημιουργών κόμικς, ο Γιώργος Γούσης («Ερωτόκριτος», «Ιστορίες από τις αθώες εποχές» κ.ά.) έχει δημοσιεύσει δουλειές του σε πλήθος εντύπων και συλλογικών εκδόσεων ενώ υπήρξε αρχισυντάκτης στο περιοδικό κόμικς «Μπλε Κομήτης». Πρόσφατα σκηνοθέτησε την ταινία μικρού μήκους «Χειροπαλαιστής» που βραβεύτηκε στις «Νύχτες Πρεμιέρας» και κατέκτησε το βραβείο ΙΡΙΣ της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Δημοσιογράφος, ερευνητής και συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας, ο Γιάννης Ράγκος έχει συνεργαστεί με τον Γιώργο Γούση και τον Δημοσθένη Παπαμάρκο στον «Ερωτόκριτο», με τον Παναγιώτη Πανταζή στα «Μυστικά του Βάλτου» και με τον Canellos Cob στον «Ζητιάνο», έχει γράψει σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και θεατρικές παραστάσεις, ενώ έρευνές του έχουν μεταφερθεί στη λογοτεχνία και έχουν περιληφθεί σε ιστορικές εκδόσεις και επιστημονικά συγγράμματα. Και το σχετικό link...
  5. O σχεδιαστής κόμιξ και σκηνοθέτης Γιώργος Γούσης υπέγραψε στη διάρκεια του τελευταίου χρόνου δύο από τις καλύτερες ελληνικές δουλειές στα πεδία του κόμιξ και του σινεμά. Το graphic novel «Ληστές» εξιστορεί και «αναπαριστά» δεξιοτεχνικά την ιστορία των τελευταίων λήσταρχων της ελληνικής υπαίθρου, των αδελφών Ρετζαίων που έδρασαν στο πρώτο τέταρτο του 20ου αι. στην Ήπειρο. Στο κόμιξ οι Ληστές αλλάζουν όνομα – οι δημιουργοί πήραν έτσι την ελευθερία να προσθέσουν δικά τους, fiction στοιχεία σε ένα έργο που, όμως, βασίζεται με μεγάλη ακρίβεια στην πραγματική ιστορία. Ο Γούσης, μαζί με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Γιάννη Ράγκο που συνεργάστηκε στο σενάριο, δούλευαν αυτό το βιβλίο αρκετό καιρό – είχαμε ξαναμιλήσει στη HuffPostGreece πριν από περίπου ενάμιση χρόνο. Τα κόμιξ του Γούση μοιάζουν ήδη με φιλμ στο χαρτί, hard copy σινεμά – το πέρασμά του στον κινηματογράφο και η επιτυχία του πρώτου του μικρού μήκους ντοκιμαντέρ «Ο Χειροπαλαιστής», ούτε τυχαία ούτε πρόσκαιρα είναι. Οι «Ληστές (μέρος α΄)» κυκλοφόρησαν στα βιβλιοπωλεία στις 7 Οκτωβρίου (εκδόσεις Polaris) σε έναν καλαίσθητο τόμο που μπορεί να αποτελεί item για κάθε βιβλιοθήκη. Και τα δυο ιστορίες ηπειρώτικες: λόγια σταράτα και συννεφιασμένα χρώματα. «Η ιστορία των Ληστών ξεκινάει στην Ήπειρο που βρίσκεται ακόμα υπό οθωμανική κατοχή, το 1909: σε μια φτωχή, αγροτική οικογένεια, δολοφονείται ο πατέρας», λέει ο Γιώργος Γούσης όταν του ζητάω να περιγράψουμε τον πυρήνα, να πιάσουμε τον μίτο της ιστορίας. «Τα δυο ανήλικα αγόρια βρίσκονται ορφανά και ζούνε με τη μάνα τους σε μεγάλη φτώχεια. Λίγα χρόνια μετά, 18-19 χρονών πλέον, μαθαίνουνε ποιος σκότωσε τον πατέρα τους. Και αποφασίζουν να εκδικηθούν – είναι τέτοια η φύση των χαρακτήρων τους, αλλά και πολύ μεγάλες οι δυσκολίες που τους έχουν διαμορφώσει. Υλοποιώντας αυτή την εκδίκηση, βρίσκονται μπροστά στο δίλημμα της παρανομίας: ή θα συλληφθούν από την αστυνομία ή θα φύγουν στα βουνά». «Εκεί αρχίζουν να δρουν ως επαγγελματίες ληστές και περνάνε τα επόμενα 8- 9 χρόνια κρυμμένοι. Το όνομά τους, η φήμη τους, αλλά κι ο φόβος και το δέος απέναντί τους γιγαντώνονται. Διάφοροι τοπικοί οικονομικοί παράγοντες τους εγκολπώνουν και τους χρησιμοποιούν – στη σπείρα που δημιουργείται αυτοί οι τυπικά νομοταγείς, ευυπόληπτοι πολίτες λειτούργησαν ως εγκέφαλοι ενώ οι Ρετζαίοι ήταν τα εκτελεστικά όργανα στο πεδίο της δράσης». Γιώργος Γούσης «Το 1925 ο δικτάτορας Θ. Πάγκαλος προσπάθησε να δώσει τέλος στο φαινόμενο της ληστοκρατίας, εκδίδοντας έναν νόμο που αμνήστευε όποιον ληστή παρέδιδε στις αρχές το κεφάλι ενός άλλου παράνομου. Ο σκοπός προφανής: να αλληλοεξοντωθούν οι σπείρες. Αυτό έπραξαν και τα δύο αδέλφια, με έναν τρόπο που βλέπουμε στο βιβλίο». Με έναν πολύ σκληρό τρόπο. Χαρακτηριολογικό θα έλεγα. Γιατί απεικονίζει πολύ παραστατικά πλέον τη δομή αυτών των δύο χαρακτήρων. Αγαθά (ή υπεραισιόδοξα όσον αφορά το σήμερα) σκεπτόμενος μπορεί κάποιος να πει «αυτά δεν συμβαίνουν σήμερα», δύο εγκληματίες που βαρύνονται με δεκάδες δολοφονίες να αμνηστεύονται. Μάλιστα με μόνη προϋπόθεση να φέρουν πεσκέσι στις αρχές ένα ανθρώπινο κεφάλι... Το φοβερό είναι ότι αμνηστεύονται βάσει νόμου, ούτε με μπαξίσι, δάχτυλο κάποιου βουλευτή ή θεόσταλτη επέμβαση. Οι Ληστές, τόσο στο κόμιξ όσο και οι Ρετζαίοι στην πραγματικότητα ήταν από τους τελευταίους πρωταγωνιστές του ληστρικού φαινομένου. Ζουν και δρούνε σε μια μεταιχμιακή περίοδο, οπότε το έγκλημα από ληστρικό, «του βουνού», αρχίζει να γίνεται αστικό. Και ταυτόχρονα καπιταλιστικό. Πρώην παράνομοι στο περιβάλλον της πόλης αναδεικνύονται σε «παράγοντες»: σταδιοδρομούν ως αστυνομικοί, πρόεδροι επιχειρήσεων, εργολάβοι. Το έγκλημα ως εικόνα λειαίνεται: μπαίνει κάτω από το χαλί κομψών σαλονιών. Πολύ επίκαιρα όλα αυτά. Ναι, νομίζω μοιάζουν πολύ σημερινά, εύκολα έχουμε σύγχρονες προβολές τους σε αντίστοιχους τέτοιους ανθρώπους. Καθαρίζουν κόσμο αλλά μπορεί να είναι εξαιρετικά αγαπητοί σε μεγάλη μερίδα του κοινού. Τα παραδείγματα κάνουνε μπαμ. Όσον αφορά τους Ληστές, εσύ που εντρύφησες τόσο στην ιστορία τους, πόσο μπορεί να ταυτίστηκες μαζί τους προσπαθώντας να μπεις στο πετσί των χαρακτήρων τους; Εννοώ να τους συμπάθησες κάπως, ακόμα κι αν είναι/ ήταν καθάρματα; Κάθε άνθρωπος έχει περισσότερες πλευρές από το καλός/ κακός. Σίγουρα εμπεριέχει «ρίσκο» και είναι ενδιαφέρον να καταπιάνεται όποιος δημιουργός με «κακούς», αμφιλεγόμενους πρωταγωνιστές αλλά αυτό το ζήτημα η δραματουργία το έχει λύσει από τον καιρό του Σαίξπηρ μέχρι το πιο πρόσφατο αμερικάνικο σινεμά (βλ. Ο Νονός, Scarface). Ναι, προσπαθούμε να «μπούμε» στους χαρακτήρες αλλά δεν τους καθαγιάζουμε – είναι ενδιαφέροντες γιατί κινούνται εκτός ορίων αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι συμπαθητικοί κιόλας. Δεν τους δικαιολογούμε λοιπόν – φτιάχνουμε μόνο έναν χάρτη του κόσμου τους και αφήνουμε τον αναγνώστη να σκεφτεί. Να μιλήσουμε λίγο για το σχέδιο του κόμιξ; Σε μένα φάνηκε να χρωματίζεις τέλεια τον τόπο και την εποχή της δράσης. Και οι άνθρωποι, σα να τους φόρες στολή παραλλαγής για να είναι ενταγμένοι στο τοπίο, μέρος του. Αποφάσισα πολύ γρήγορα το ύφος του σχεδίου, αυτό το ασπρόμαυρο σχέδιο με τους τόνους να έχουν την αίσθηση της ακουαρέλας, του γκρι. Αυτό προφανώς είναι και μια επιρροή που έχουμε όλοι μας από τις ασπρόμαυρες εικόνες αυτής της εποχής, μεταφερόμαστε μέσω αυτών των χρωμάτων πιο εύκολα στο τότε. Αλλά και τα στοιχεία του νουάρ και του μπάλκαν γουέστερν που έχει η ιστορία των Ληστών με κατεύθυναν στο ασπρόμαυρο. Ειδικά όταν ο τόπος, το σκηνικό της ιστορίας είναι η Ήπειρος όπου τα τοπία είναι συχνά ομιχλώδη και άχρωμα. Οι άνθρωποι με τη μίξη αυτών των τριών χρωμάτων – άσπρο, μαύρο, γκρι – μετατρέπονται κάπως σε σύμβολα, φαίνονται πέτρινοι, κομμένοι με γωνίες. Το χρώμα μπορεί να τους έκανε πιο ρεαλιστικούς τυπικά αλλά θα αποδυνάμωνε το κοντράστ των χαρακτήρων τους. Μου έκανε εντύπωση ότι οι Ληστές θα ολοκληρωθούν ως δίτομη έκδοση. Μαζί με τον δεύτερο τόμο θα είναι περίπου 260 σελίδες συνολικά. Ο πρώτος τόμος τελειώνει όταν οι Ληστές μπαίνουν στα Γιάννενα, νομιμοποιούνται και παύουν (για κάποιον καιρό) να είναι ληστές. Αυτό λειτουργεί σαν ένα πρώτο κλείσιμο της ιστορίας – μετά αρχίζει μια δεύτερη περίοδος της ζωής τους. Φαντάζομαι η μεγάλη έκταση του κόμιξ είναι ανάλογη της «πόρωσής» σου με τη δημιουργία του. Προέκυψε αυθόρμητα, φυσικά. Γιατί αυτό το κόμιξ εξιστορεί όλη τη ζωή των δύο βασικών χαρακτήρων του, έχει την (κινηματογραφική) λογική του «Κάποτε στην Αμερική». Ξέραμε από την αρχή ότι θα είναι μεγάλο. Θεωρήσαμε ότι θα έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον να ασχοληθούμε με όλη τη γκάμα της ζωής αυτών των ανθρώπων και πως οι ίδιοι εξελίσσονται σαν χαρακτήρες, παρά να επικεντρωθούμε σε ένα γεγονός. «Η δουλειά για να βγει αυτό το βιβλίο κράτησε περίπου τρία χρόνια. Αλλά το είχα στο μυαλό μου από το 2012 – το «πάγωνα» για να κάνω άλλα πράγματα, τον Ερωτόκριτο, τον Μπλε Κομήτη». «Με τον Γιάννη (Ράγκο) γράφουμε τώρα το σενάριο για τον δεύτερο τόμο και σύντομα θα ξεκινήσω να σχεδιάζω», λέει ο Γ. Γούσης. «Καλό θα είναι να κυκλοφορήσει κι αυτός σχετικά σύντομα, ίσως μέσα στα επόμενα δύο χρόνια για να ολοκληρωθεί το πρότζεκτ των Ληστών. Δεν με «καίει» η εμπορική του συνέχεια πάντως, θέλω μόνο να βγει όπως πρέπει». Νομίζω ότι οι «Ληστές» είναι ένα σενάριο που θα μπορούσε να μεταφερθεί εξαιρετικά στον κινηματογράφο. Δεν θελήσαμε να φτιάξουμε ένα κόμιξ για να γίνει μετά ταινία. Παρόλα αυτά η υπόθεσή του και ο τρόπος που έχουμε αφηγηθεί την ιστορία – με σκηνές, χωρίς αφηγητή και voiceover – είναι τέτοιος που θα μπορούσε να μεταφερθεί και στην οθόνη, ίσως σαν σειρά δέκα επεισοδίων. Ένα τέτοιο εγχείρημα θα ήταν κοστοβόρο, αλλά αν γινόταν σωστά θα μπορούσε να είναι και εμπορικό. Και το σχετικό link...
  6. Στο graphic novel ξεδιπλώνονται η ζωή και τα έργα των αγωνιστών μιας πρωτότυπης αντίστασης, που άφησαν το αποτύπωμά τους στην ελληνική περιπέτεια. Ρομπέν των δασών, αγωνιστές μιας πρωτόγονης αντίστασης, φοβεροί εκδικητές, ή απλώς "ηττημένοι" στην ίδια τους τη χώρα, οι ληστές άφησαν το δικό τους αποτύπωμα στην ελληνική περιπέτεια. Φαινόμενο παλιό και με βαθιές ρίζες, η ληστοκρατία επικράτησε στις απαρχές του νεοελληνικού κράτους, ωστόσο ακόμα παραμένει σελίδα ανοιχτή στην ελληνική ιστοριογραφία, που επιδέχεται συστηματικής ιστορικής έρευνας και μελέτης. Όσο για την τέχνη, ένα ποίημα του Εμπειρίκου, ο "Μεγαλέξανδρος" του Θόδωρου Αγγελόπουλου, η ταινία "Τον Καιρό των Ελλήνων" του Λάκη Παπαστάθη και ίσως κάποιοι πίνακες του Εγγονόπουλου, είναι τα μόνα παραδείγματα που έρχονται στον νου. Στα ράφια των βιβλιοπωλείων όμως, μόλις προχθές βρήκε τη θέση του το πρώτο graphic novel επικεντρωμένο στη ληστοκρατία. Οι "Ληστές - Η ζωή και ο θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα - Μέρος Α'» σε σενάριο Γιάννη Ράγκου και σενάριο και εικονογράφηση Γιώργου Γούση (εκδόσεις Polaris), αναλαμβάνουν να ιχνηλατήσουν μια εποχή και ένα φαινόμενο, τη σύγκρουση δύο κόσμων. "Η περίοδος της ληστοκρατίας έχει ελάχιστα αξιοποιηθεί από οποιαδήποτε μορφή τέχνης. Ως terra incognita, αποτέλεσε τη μεγάλη πρόκληση για μας" λέει ο συγγραφέας Γιάννης Ράγκος εξηγώντας ότι, "εκτός από κάποια έργα της φουστανέλας, δεν έχουμε πολλές απεικονίσεις αυτού του φαινομένου που να συνδέονται με το κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό και ιστορικό περιβάλλον της εποχής. Αυτό ακριβώς θελήσαμε να αναδείξουμε". Παράλληλα όμως, "επειδή μας ελκύουν οι άνθρωποι με τραγικό πεπρωμένο, άλλωστε οι 'ευτυχισμένοι άνθρωποι' σπάνια έχουν ενδιαφέρουσες ιστορίες, μας ενδιέφερε να βυθιστούμε και στον ψυχισμό των δύο ηρώων, όχι για να δικαιολογήσουμε τις πράξεις τους αλλά για να παρουσιάσουμε τις διαφορετικές όψεις της ζωής και της δράσης τους". Στην Ήπειρο των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα και τη μεγάλη σύγκρουση της παράδοσης με τη νεωτερικότητα, την αντιπαράθεση του συγκεντρωτικού κράτους με τις αυτόνομες κοινότητες, μας μεταφέρουν οι "Ληστές". Οι αδελφοί Γιάννης και Θύμιος Ντόβας, παίρνοντας εκδίκηση για την άγρια δολοφονία του πατέρα τους, ακολουθούν τον μοναδικό δρόμο που απομένει, την παρανομία. "Δύο άνθρωποι με τραγικό πεπρωμένο, που κατάφεραν να αναρριχηθούν στην πιο απρόσιτη κορυφή του βουνού και αντί να απολαύσουν τη θέα από ψηλά, βούτηξαν στο κενό νοσταλγώντας την εθιστική αίσθηση της ανάβασης" τους περιγράφει ο Γ. Ράγκος. Στο graphic novel ξεδιπλώνεται ανάγλυφα η άνοδος και η πτώση τους. Αποτυπώνονται αδρά οι μεταξύ τους σχέσεις αλλά και οι έρωτές τους, η σχέση με τους συντρόφους τους και οι διαφοροποιήσεις τους, όπως και η νέα περίοδος που ξεκινάει με την αμνήστευσή τους. Ενώ ο Γιάννης ενσωματώνεται πλήρως στην αστική ζωή και το σύστημα, γίνεται χωροφύλακας-επιχειρηματίας, ο μικρός αδελφός του, ο Θύμιος, παραμένει ιδιοσυγκρασιακά συνδεδεμένος με τη ζωή και τους "νόμους" του βουνού. "Το βουνό δεν είναι μόνο ένας γεωγραφικός τόπος" διευκρινίζει ο Γιάννης Ράγκος. "Είναι περισσότερο ένα συμβολικό πεδίο, που συνοψίζει μια ολόκληρη αντίληψη για τη ζωή και τον κόσμο, η οποία συγκρούεται με την πόλη και το νεωτερικό της πλαίσιο. Δεν είναι τυχαίο που οι τελευταίοι ληστές την περίοδο της Κατοχής εντάχθηκαν στον ΕΛΑΣ. Για τον λόγο αυτό στους 'Ληστές' επιλέξαμε να δώσουμε όλη την πορεία της ζωής τους, την άνοδο και την πτώση τους, μέσα από την περιγραφή ενός βουνού, από τους πρόποδές του μέχρι την κορυφή και από εκεί στους γκρεμούς, δηλαδή την ηθική και βιολογική πτώση τους". Αντλώντας έμπνευση από τους Ρετζαίους, διαβόητους λήσταρχους των αρχών του 20ού αι. που έδρασαν στην Ήπειρο και τη Θεσπρωτία, οι "Ληστές", σύμφωνα με τον σεναριογράφο τους, "συνδυάζουν τη νουάρ ατμόσφαιρα με την ηθογραφία, τη μαφιόζικη δράση με την ελληνική εκδοχή της γουέστερν κουλτούρας, τον ληστρικό 'κώδικα τιμής' με τη διαφθορά της εξουσίας, το ιστορικό αφήγημα με τις σύγχρονες μορφές του οργανωμένου εγκλήματος". Και το σχετικό link...
  7. Επιχειρώντας να καλύψει το κενό στις ανθολογίες σύγχρονων, ποιοτικών εναλλακτικών κόμικς για ενηλίκους, ο Μπλε Κομήτης έβαλε ψηλά τον πήχη από την πρώτη μέρα της έκδοσής του. Φτάνοντας στο έβδομο τεύχος του, αποδεικνύει ότι μπορεί να φτάσει ακόμα ψηλότερα. Απόσπασμα από το εξώφυλλο του τεύχους 6 του «Μπλε Κομήτη», σχεδιασμένο από τον Ηλία Κυριαζή Τα πρώτα τεύχη μιας περιοδικής έκδοσης είναι τα δυσκολότερα. Η θλιβερή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ελληνική εκδοτική παραγωγή τα κάνει ακόμη πιο δύσκολα. Κάθε έντυπο στην αρχή του πρέπει να βρει τα βήματά του, να διαμορφώσει το προφίλ του, να επιλέξει τους συνεργάτες του, να αποδείξει τη συνέπειά του και, πάνω απ’ όλα, να πείσει τους αναγνώστες του. Ο Μπλε Κομήτης (εκδόσεις Polaris), διμηνιαίος πλέον και έχοντας ήδη συμπληρώσει έξι τεύχη (το έβδομο θα βρίσκεται σε λίγες ημέρες στα βιβλιοπωλεία και τα περίπτερα όλης της Ελλάδας), υπό την αρχισυνταξία του δημιουργού κόμικς Γιώργου Γούση («Ιστορίες από τις Αθώες Εποχές», «Ερωτόκριτος» κ.ά.), πάει από το καλό στο καλύτερο, πείθοντας ακόμα και τους πιο δύσπιστους και επιφυλακτικούς για την αναγκαιότητα ενός περιοδικού με σύγχρονα κόμικς για ενήλικο κοινό μετά τη Βαβέλ, το Παρά Πέντε, τη Γαλέρα, το Mov, το Εννέα κ.ά. Ιδιαίτερα τα νέα κόμικς που εγκαινιάστηκαν στο έκτο τεύχος αφήνουν πολλές υποσχέσεις για τη νέα μορφή του περιοδικού, που μπαίνει στη δεύτερη περίοδό του και, όπως σημειώνεται στο editorial, «ξεκινά με νέες ελληνικές και ξένες μεγάλες σειρές, χωρίς, ωστόσο, να αγνοούνται οι μικρότερες αυτοτελείς ιστορίες αλλά και οι νέοι καλλιτέχνες». Απόσπασμα από τη σειρά «Ληστές» των Γιάννη Ράγκου και Γιώργου Γούση Βαθιά πολιτικό και οδυνηρά σπαρακτικό μέσα στο πικρό του χιούμορ, το «Kobane Calling» του Ιταλού δημιουργού Zerocalcare είναι μια συγκλονιστική αυτοβιογραφική σειρά και παράλληλα ένα οδοιπορικό στο κουρδικό Κομπάνι και στην αυτόνομη δημοκρατική Ροζάβα εν καιρώ πολέμου. Η έναρξη της σειράς, μάλιστα, συνοδεύεται και από μια κατατοπιστική συνέντευξη του Ιταλού καλλιτέχνη στον Θοδωρή Παπαδημητρόπουλο. Η «Σατανία» των Kerascoet και Fabien Vehlmann, από την άλλη, είναι μια ιστορία τρόμου που εξελίσσεται στα έγκατα της Γης, με πρωταγωνιστές μια ομάδα σπηλαιολόγων κατά την αναζήτηση ενός εξαφανισμένου φίλου τους. Τη ζωή και τον θάνατο των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα, περιβόητων και δημοφιλών παρανόμων στην Ήπειρο των αρχών του εικοστού αιώνα, περιγράφει η σειρά «Ληστές» των Γιάννη Ράγκου και Γιώργου Γούση, ενώ η «Άρπη» των Ηλία Κυριαζή και Έλενας Γώγου αποτελεί μια δυστοπική, μετααποκαλυπτική σειρά, με την έννοια της Θεοκτονίας στο επίκεντρο. Οι «Μέρες Λατρείας» των Στρατή Ρέλλου και Παναγιώτη Πανταζή επαναφέρουν τον αναγνώστη στη σύγχρονη εποχή και στις εφηβικές ανησυχίες κάπου στην ελληνική επαρχία, ενώ τον Μπλε Κομήτη συμπληρώνουν ο Αντώνης Βαβαγιάννης με δύο προσωπικές σειρές του («Ο Θάνατος» και «Αληθινά Κουραφέλκυθρα»), η Γεωργία Ζάχαρη με τη γλυκιά, αυτοβιογραφική «Ζάχαρη» και η Ίριδα Μούζου με τη «Ραλλού». Στο εξώφυλλο του τεύχους 6 του «Μπλε Κομήτη» ο Ηλίας Κυριαζής σχεδιάζει την «Άρπη», την ηρωίδα του ομώνυμου κόμικ σε σενάριο του Κυριαζή και σχέδιο της Έλενας Γώγου Με τέτοια έργα που καλύπτουν σχεδόν όλα τα είδη της πλούσιας σύγχρονης παραγωγής κόμικς, ο Μπλε Κομήτης φαίνεται να φτάνει, μόλις έξι τεύχη μετά την πρώτη κυκλοφορία του, σε επίπεδα σπάνιας ωριμότητας. Έτσι, θα παραμείνει σίγουρα για καιρό ακόμη «στην τροχιά των κόμικς», όπως λέει και ο επιτυχημένος υπότιτλός του. Και το σχετικό link...
  8. Μετά τον "Ερωτόκριτο", ο Γιάννης Ράγκος και ο Παναγιώτης Πανταζής συνεργάζονται ξανά και ξανασυστήνουν στο αναγνωστικό κοινό ένα τα πιο δημοφιλή και "παιδικά" βιβλία των τελευταίων 80 ετών. «Τα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα εδώ και τρεις μήνες συστήνονται με έναν διαφορετικό τρόπο στο αναγνωστικό κοινό: Μέσα από το graphic novel που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Polaris», το σκοτεινό μυθιστόρημα παίρνει τη μορφή κόμικ και ζωντανεύει εκ νέου τις συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων μέσα από φιλοτεχνημένα καρέ. Δράστες της πρωτοβουλίας είναι ο Παναγιώτης Πανταζής και ο Γιάννης Ράγκος, δύο από τους πιο αξιόλογους Έλληνες δημιουργούς. Ο Γ. Ράγκος έχει συνεργαστεί με τον Γ. Γούση και τον Δ. Παπαμάρκο για τον «Ερωτόκριτο» ενώ ο Π. Πανταζής είναι μόνιμος συνεργάτης των περιοδικών «9» και «Μπλε κομήτης» κι έχει δημοσιεύσει πάνω από δεκαπέντε βιβλία με κόμικς. Μένοντας πολύ κοντά στο κείμενο της Δέλτα, το δημιουργικό δίδυμο κατάφερε να μεταφέρει καρέ-καρέ τις συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν στα εδάφη που βρίσκονταν υπό την κατοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι δύο πλευρές βρέθηκαν στα όπλα, διεκδικώντας η καθεμιά το δικό της κομμάτι. Ο Παναγιώτης Πανταζής (αριστερά) και ο Γιάννης Ράγκος (δεξιά) Όπως εξηγούν στο News 24/7 οι δύο δημιουργοί, η μεταφορά ήταν πολύ δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία καθώς κλήθηκαν να "στριμώξουν" ένα έργο 600 σελίδων στις 114 σελίδες του graphic novel. Γιατί επιλέξατε να κάνετε τη μεταφορά των «Μυστικών του Βάλτου» σε κόμικ; Γιάννης Ράγκος (Γ.Ρ.): «Πρόκειται, αναμφισβήτητα, για ένα από τα πιο εμβληματικά νεοελληνικά μυθιστορήματα. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι από την πρώτη του κυκλοφορία του, το 1937, έως τουλάχιστον το 2005 είχε ανατυπωθεί από τον εκδοτικό οίκο "Εστία", που το εξέδωσε, περισσότερες από 320 φορές. Βεβαίως, σε ένα βαθμό αυτό οφείλεται στο ότι είναι πλήρως ενταγμένο στον ονομαζόμενο «λογοτεχνικό κανόνα», ιδιαίτερα τις προηγούμενες δεκαετίες. Αυτό ωστόσο δεν μειώνει στο παραμικρό την προφανή γοητεία που ασκεί διαχρονικά στους αναγνώστες. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που διαθέτει αναμφισβήτητες λογοτεχνικές αρετές, ενώ ταυτόχρονα τοποθετεί τη δράση του σε μια περίοδο (Μακεδονικός Αγώνας), που ελάχιστες φορές έγινε αντικείμενο μυθοπλαστικής επεξεργασίας. Από την άλλη, αποτελεί και ένα κείμενο που διαθέτει άφθονη "πρώτη ύλη" προς εικονογράφηση - μάχες, συγκρούσεις χαρακτήρων, "σκληρές" προσωπικές ιστορίες κ.λ.π. -, κάτι που επίσης μας ενδιέφερε κατά τη διαδικασία μεταφοράς του σε μια άλλη τέχνη όπως αυτή των κόμικς.» Ένα έργο 600 σελίδων "στριμώχθηκε" στις 114 σελίδες του graphic novel Συγκυριακά, η έκδοση του κόμικ, συμπίπτει με την επίλυση του Σκοπιανού, ενός εθνικού ζητήματος που χρονίζει. Έπαιξε αυτό ρόλο στην επιλογή του έργου ή απλά ήταν μια χρονική συγκυρία; Γ.Ρ.: «Η προεργασία για το κόμικ ξεκίνησε ήδη από το 2015 κι ενώ δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμα η δουλειά για το προηγούμενο κόμικ (graphic novel) των Εκδόσεων Polaris «Ερωτόκριτος», στο οποίο ο Παναγιώτης (στο colouring) και εγώ (ως συν-σεναριογράφος με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο) είχαμε ενεργή εμπλοκή. Επομένως, η «παραγωγή» των «Μυστικών του Βάλτου» - η συγγραφή του σεναρίου και ο σχεδιασμός των 108 σελίδων του - διήρκεσε σχεδόν τρία χρόνια, σε μια εντελώς «ανύποπτη» από την άποψη της πολιτικής συγκυρίας περίοδο. Έτσι, όπως αντιλαμβάνεστε, η κυκλοφορία του κόμικ την προηγούμενη άνοιξη, όταν το ζήτημα του Σκοπιανού είχε αναδυθεί εκ νέου στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, δεν αποτελούσε παρά ένα τυχαίο γεγονός και δεν είχε καμία σχέση με τις δικές μας προθέσεις, οι οποίες ήταν αποκλειστικά καλλιτεχνικές». Χρειάστηκαν πάνω από τρία χρόνια δουλειάς για να γίνει η σωστή μεταφορά του μυθιστορήματος της Π. Δέλτα σε κόμικ Πώς είναι η διαδικασία να μετατραπεί ένα μυθιστόρημα σε εικόνες, καρέ και λίγες ατάκες; Παναγιώτης Πανταζής (Π.Π.): Είναι μια πρόκληση το να μεταφέρεις ένα έργο τέχνης από ένα μέσο σε κάποιο άλλο. Πράγματα που έχουν υπόσταση και νόημα ως λέξεις σε ένα μυθιστόρημα, σε ένα κόμικς μπορεί να μην φτάσουν καν στην επιφάνεια ενός balloon σε κάποιο καρέ, και να μείνουν ως περιγραφές στο σενάριο που θα κάνει εικόνα ο σχεδιαστής. Χρειάζεται να μπορέσεις να μεταφράσεις την οικονομία της λογοτεχνίας στην οικονομία του κόμικς. Και γι' αυτό χρειάζεται στενή συνεργασία σεναριογράφου και σχεδιαστή, για να επικοινωνεί ο ένας στον άλλον τι μπορεί να περάσει τα όρια ανάμεσα στα μέσα και σε τι μορφή. Δέκα σελίδες λογοτεχνίας μπορεί να αντιστοιχούν σε μια εικόνα ή μια γραμμή στο σενάριο να χρειάζεται δέκα σελίδες με εικόνες για να αποδοθεί όμορφα.» Γιατί επιλέγετε κλασικές ιστορίες; Είναι πιο εύκολο ή πιο δύσκολο από τη μεταφορά ενός πρωτότυπου σεναρίου; Γ.Ρ.: Μα δεν αφορά την ευκολία ή τη δυσκολία της δουλειάς. Η μεταφορά ενός μυθιστορήματος σε κόμικ, ειδικά όταν πρόκειται για ένα τόσο γνωστό και δημοφιλές κείμενο, παρουσιάζει μεν την "ευκολία" της έτοιμης πλοκής και των δοσμένων χαρακτήρων, αλλά από την άλλη ανεβάζει σημαντικά τον βαθμό δυσκολίας σχετικά με το πόσο "πιστή" στο πρωτότυπο θα είναι μια τέτοια μεταφορά, που θα πρέπει πρωτίστως να υπηρετεί τους αφηγηματικούς κώδικες του άλλου μέσου (του κόμικ), χωρίς εντούτοις να απομακρύνεται από τους κεντρικούς άξονες του αυθεντικού κειμένου. Σε κάθε περίπτωση, ας μην ξεχνάμε πως τα "Μυστικά του Βάλτου", όπως άλλωστε και ο «Ερωτόκριτος», εντάσσονται στη σειρά των Εκδόσεων Polaris για τη διασκευή σε graphic novels κλασικών κειμένων της νεοελληνικής λογοτεχνίας.» Ένα σχόλιο σας για το κόμικ στην Ελλάδα. Έχει διαδοθεί τα τελευταία χρόνια κρίνετε, πωλούνται περισσότερο από πριν και αν ναι γιατί; Π.Π.: «Δεν γνωρίζω αριθμούς πωλήσεων συνολικά, για να μπορέσω να κρίνω αν έχει μεγαλώσει το αναγνωστικό κοινό. Ξέρω όμως πως αυτή την στιγμή, στον χώρο των δημιουργών, συσσωρεύεται ενέργεια μεγαλύτερη από όση έχω δει ποτέ, στα 15 χρόνια που ασχολούμαι με αυτό. Νέοι δημιουργοί που φέρνουν νέες οπτικές εμφανίζονται διαρκώς. Ένα ακόμη συν είναι ότι πλέον ο χώρος μας, σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν, έχει πολύ περισσότερες γυναίκες δημιουργούς, ΛΟΑΤΚΙ άτομα, παιδιά μεταναστών και προσφύγων, και μπορούμε να δούμε δουλειές με ακόμη μεγαλύτερο εύρος ερεθισμάτων.» Μπορεί να βιοποριστεί ένας νέος κομίστας σήμερα; Π.Π.: «Για αυτό θα χρειαστεί να ρωτήσετε κάποιον νέο κομίστα. Υποψιάζομαι πως δεν είναι εύκολο, είναι κάτι που χρειάζεται σκληρή δουλειά και τύχη για τις κατάλληλες συγκυρίες.» Στιγμιότυπο από την επίσημη παρουσίαση του κόμικ Έχετε ήδη μεταφέρει τον «Ερωτόκριτο» στην Ένατη Τέχνη. Τα επόμενα σχέδιά σας; Π.Π.: «Σχεδιάζω μια coming of age σειρά που θα αρχίσει να εμφανίζεται στον Μπλε Κομήτη από το επόμενο τεύχος του. Και είμαι στο στάδιο προσχεδίων για διάφορα άλλα πράγματα, που δεν είναι ανακοινώσιμα για την ώρα.» Γ.Ρ.: «Από την πλευρά μου, καθώς προέρχομαι από το χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας, γράφω ένα καινούργιο αστυνομικό μυθιστόρημα, ενώ παράλληλα βρίσκομαι στο στάδιο της προώθησης του πρόσφατου συλλογικού τόμου με βαλκανικές αστυνομικές ιστορίες «BalkaNoir» (εκδόσεις Καστανιώτη), που επιμεληθήκαμε (και συμμετέχουμε με ένα διήγημά μας) μαζί με τον φίλο συγγραφέα Βασίλη Δανέλλη. Σε ότι αφορά το κόμικ, με τον κομίστα Γιώργο Γούση δουλεύουμε εδώ και αρκετό καιρό μια πρωτότυπη ιστορία, που θα αρχίσει να δημοσιεύεται σε συνέχειες από το επόμενο (Δεκεμβρίου 2018) τεύχος του περιοδικού «Μπλε Κομήτης» και κατόπιν θα κυκλοφορήσει σε άλμπουμ.» Το εξώφυλλο του graphic novel "Τα Μυστικά του Βάλτου" Και το σχετικό link...
  9. «Τα μυστικά του βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα εδώ και τρεις μήνες συστήνονται με έναν διαφορετικό τρόπο στο αναγνωστικό κοινό. Μέσα από το εικονογραφημένο βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Polaris» το αριστούργημα της Πηνελόπης Δέλτα παίρνει τη μορφή κόμιξ και οι συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων ζωντανεύουν ξανά. Δράστες της τωρινής πρωτοβουλίας είναι ο Παναγιώτης Πανταζής και ο Γιάννης Ράγκος, δύο από τους πιο αξιόλογους Έλληνες δημιουργούς. Ο Ράγκος έχει συνεργαστεί με τον Γούση και τον Παπαμάρκο για τον «Ερωτόκριτο» ενώ ο Πανταζής είναι μόνιμος συνεργάτης των περιοδικών «9» και «Μπλε κομήτης» κι έχει δημοσιεύσει πάνω από δεκαπέντε βιβλία με κόμικς. Ιδιαίτερα χαρούμενος με αυτή τη δουλειά δηλώνει στα nea.gr ο Παναγιώτης Πανταζής. Ο 36χρονος εικονογράφος δούλεψε τρία χρόνια για να ολοκληρώσει αυτό το έργο αλλά το αποτέλεσμα τον αντάμειψε. «Δεν είχα διαβάσει ολόκληρο το βιβλίο, μόνο κάποια αποσπάσματα όταν ήμουν μικρότερος» μου λέει ο ίδιος και συνεχίζει: «Πρώτη φορά το διάβασα ολόκληρο στα 33 μου. Είναι νομίζω ένα σκοτεινό βιβλίο που μιλάει με αρκετά ωμό τρόπο για πολλά πράγματα. Με ξάφνιασε που θεωρούνταν το πρωτότυπο έργο παιδικό. Βέβαια γράφτηκε το 1936 και οι συνθήκες ήταν τότε πολύ διαφορετικές». Αναρωτιέμαι πως μπορεί να φαίνεται σε έναν ενήλικο αυτό το έργο της Δέλτα που το έχουμε συνδυάσει με την εφηβική ηλικία. «Είναι πολύ γοητευτικό» απαντάει με βεβαιότητα ο Παναγιώτης. «Σε πιάνει σε διαφορετικά πράγματα όταν το διαβάζεις σε μεγαλύτερη ηλικία. Όταν είσαι μικρός μπορεί να μείνεις λίγο στις ηρωικές πράξεις, μεγαλώνοντας όμως συνειδητοποιείς ότι περιγράφει με πολύ δυνατό τρόπο και τρισδιάστατους χαρακτήρες τα προσωπικά δράματα του καθενός. Αυτό που μου έμεινε ήταν οι ματαιώσεις που ζει ο καθένας μπροστά στο σκοπό που προσπαθεί να πετύχει». Και πως όλο αυτό γίνεται κόμιξ; «Πρώτα το έκανε σενάριο ο Ράγκος γιατί από μόνο του το έργο είναι 600 σελίδες. Και εγώ ξεκίνησα την έρευνα. Μελέτησα τις μορφές που είχαν οι άνθρωποι εκείνη την εποχή, τα ρούχα, τον τρόπο που ζούσαν. Με βοήθησαν πολύ το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, βιβλία και διαδικτυακές αναφορές. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι πήγα και έκανα 400 χιλιόμετρα road trip στην Μακεδονία. Έκανα επιτόπια έρευνα στους τόπους που είχαν πάει οι χαρακτήρες. Μπορεί ο βάλτος να είναι πια αποξηραμένος αλλά η αίσθηση του τόπου είναι αρκετά δυνατή». Τρία χρόνια συνολικά, ένα χρόνο που χρειάστηκε για τον σχεδιασμό και δύο για την προετοιμασία και την μελέτη, αφιέρωσε ο Παναγιώτης για αυτή τη δουλειά, την πρώτη του εικονογράφηση σε έργο εποχής. Αυτή τη στιγμή είναι στο τυπογραφείο η δεύτερη έκδοση. «Είμαστε ικανοποιημένοι, πουλήθηκαν τρεις χιλιάδες σε τρεις μήνες. Επενδύσαμε χρόνο και διάθεση και χαίρομαι πολύ που άρεσε». Κλείνοντας την κουβέντα μου με τον Παναγιώτη τον ρωτάω ποιος είναι ο αγαπημένος του ήρωας του βιβλίου. «Ο Βασίλης Ανδρεάδης, που έχει κίνητρα προσωπικά και επιστρέφει για να εκδικηθεί. Τότε βρίσκει ένα κομμάτι της ζωής του που νόμιζε ότι είχε χάσει. Μου αρέσει πολύ ο τρόπος που σκιαγραφείται ο χαρακτήρας του. Παρόλο που το βιβλίο έχει πολλά ιστορικά πρόσωπα, αυτός ο φανταστικός ήρωας είναι ο αγαπημένος μου και σε αυτό συμφωνεί και ο Γιάννης». Και το σχετικό link...
  10. Συνήθως χαρακτηρίζουμε –λανθασμένα– «κομήτη» κάποιον ή κάτι που εμφανίζεται μία φορά και μετά εξαφανίζεται. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι οι κομήτες πάντα επιστρέφουν. Ο «Μπλε Κομήτης», ένα νέο περιοδικό κόμικς για ενήλικο κοινό, έπειτα από μακρά ανομβρία στον χώρο του περιοδικού τύπου, υπόσχεται να είναι πιστός στα τακτικά ραντεβού του. Ο αρχισυντάκτης του και δημιουργός κόμικς, Γιώργος Γούσης, μιλά στην «Εφ.Συν.» για τις προσδοκίες του. Γιατί «Μπλε» και γιατί «Κομήτης»; Όταν ψάχναμε όνομα για το περιοδικό, είχα κολλήσει στη λέξη «κομήτης», επειδή μου έκανε λίγο ρετρό και νοσταλγικό, μου θύμιζε pulp περιοδικά της δεκαετίας του 1980 και, επίσης, ως λέξη μοιάζει με τη λέξη κόμικς. Επιπλέον, η εμφάνιση ενός κομήτη είναι περιοδικό φαινόμενο με συγκεκριμένη περιοδικότητα, όπως το περιοδικό μας που θα εμφανίζεται κάθε τρεις μήνες. Το «μπλε» προστέθηκε στη συνέχεια από τον εκδότη, καθώς την εποχή που το κουβεντιάζαμε, διάβασε τυχαία ότι ήταν ορατός από τη Γη ο μπλε κομήτης Χόντα. Το θεωρήσαμε σημαδιακό. Ευχή μας και προσπάθειά μας είναι να εδραιωθεί ως Κομήτης, να είναι πάντα στην τροχιά των κομικς, να εμφανίζεται πάντα στην ώρα του και να βγαίνουν όλοι έξω για να τον παρατηρήσουν. Με άλλα λόγια, να είναι ένα περιοδικό-φαινόμενο για τα ελληνικά κόμικς. Απόσπασμα από την ιστορία του Γιώργου Γούση, βασισμένη στον χαρακτήρα του ντετέκτιβ Φιλ Πωτ του Παναγιώτη Μητσομπόνου Ποιος είχε την ιδέα για μια τέτοια έκδοση και σε ποιους ανήκουν οι πρωτοβουλίες για την κυκλοφορία του περιοδικού; Η ιδέα γεννήθηκε μέσα από συζητήσεις που είχαν οι εκδόσεις Polaris με εμένα και τον συγγραφέα Δημοσθένη Παπαμάρκο γύρω από το πώς και τι θα μπορούσαμε να κάνουμε εκδοτικά με την πληθώρα των εξαιρετικών δημιουργών που υπάρχουν στη χώρα και δεν συναντώνται με το ευρύ αναγνωστικό κοινό. Βλέπαμε, επίσης, ότι υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ των ανθρώπων που μπορούν να φτιάξουν και να εκδώσουν ένα γκράφικ νόβελ και των αυτοεκδόσεων όπου συναντάς πολλούς, νέους κυρίως δημιουργούς, με φοβερά προσόντα και υποσχέσεις και δεν μπορείς να τους βρεις παρά μόνο αν πέσει στα χέρια σου η αυτοέκδοσή τους. Καταλήξαμε ότι η φόρμα του περιοδικού είναι το καταλληλότερο μέσο που θα τα ένωνε όλα αυτά. Στέλλα Στεργίου Τι καινούργιο έρχεται να φέρει στα ελληνικά κόμικς; Ένα περιοδικό κόμικς πρέπει να έχει σκοπό να αναδείξει το καινούργιο και να αναθερμάνει το παλιό. Η προτεραιότητά μας είναι η ποιότητα της ύλης μας. Να υπάρχει γκάμα δημιουργών και απόψεων, να βοηθούνται οι δημιουργοί στο επίπεδο της επιμέλειας της δουλειάς τους, να δημιουργηθούν νέες δημιουργικές ομάδες, να συναντηθούν συγγραφείς με σχεδιαστές, να γίνει το περιοδικό ο λόγος για να εκφραστούν οι δημιουργοί και οι συγγραφείς και να αμειφθούν γι' αυτό. Είμαστε ανοιχτοί σε ιδέες και πιστεύουμε ότι ένα περιοδικό οφείλει να είναι ένας ζωντανός οργανισμός που προσαρμόζεται στα δεδομένα της εποχής. Ελπίδα μου είναι να δημοσιεύσουμε και πολλές ελληνικές ιστορίες σε διάφορα είδη αφήγησης, όπως για παράδειγμα συνέβη με την εξαιρετική έκθεση κόμικς με θέμα την απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς που έγινε πέρυσι. Απόσπασμα από το κόμικ των Γιώργου Φαραζή και Γλυκερίας Πατραμάνη Υπάρχει όμως το απαιτούμενο κοινό για να το στηρίξει; Από την εμπειρία του «9», της «Βαβέλ», του «Παρά Πέντε» κλπ., ξέρουμε ότι το κοινό που αγοράζει ένα περιοδικό κόμικς είναι ευρύ, είναι ο κόσμος που διαβάζει βιβλία, βλέπει σινεμά, πάει θέατρο κλπ. Επίσης πολλά κόμικς που έχουν εκδοθεί τα τελευταία χρόνια έχουν αξιοσημείωτες πωλήσεις. Αν συμπεριλάβουμε και ένα ποσοστό από την πληθώρα των νέων επισκεπτών στα συνέδρια και τα φεστιβάλ που γίνονται σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ένα κοινό λίγο-πολύ αχαρτογράφητο, τότε θα έλεγα πως όχι μόνο υπάρχει, αλλά μάλλον είναι και αρκετό. Μένει να το δούμε στην πράξη και φυσικά πιστεύω ότι δεν αρκεί να υπάρχει το κοινό για να αγοράσει οτιδήποτε, πρέπει να είναι καλό και το προϊόν για να το πάρει. Παναγιώτης Μητσομπόνος Θα υπάρχουν σταθεροί συνεργάτες ή θα εναλλάσσονται. Και η αραιή περιοδικότητα μήπως θα αποξενώσει τους αναγνώστες; Δυστυχώς λόγω περιορισμού του χώρου έμειναν απ’ έξω πολλοί σημαντικοί δημιουργοί, με τους οποίους όμως ελπίζω να συνεργαστούμε και να παρουσιάσουν δουλεία στο περιοδικό στη συνέχεια. Σκοπός μας είναι να εναλλάσσονται οι συνεργάτες και φυσικά να εμφανιστούν και νέοι που δεν έχουμε ξαναδεί και αξίζει η δουλειά τους. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν θα έχουμε και κάποιες μόνιμες ή περιστασιακές συνεργασίες με κάποιες σειρές ή ιστορίες που θα δημοσιεύονται σε συνέχειες. Η αραιή περιοδικότητα είναι κάτι που αποφασίσαμε ώστε να έχουμε αρκετό χρόνο για την αναζήτηση, τη δημιουργία και την επιμέλεια των ιστοριών που θα δημοσιεύουμε. Αυτό που έχουμε σκοπό να κάνουμε, και θα γίνει το πρώτο βήμα από το δεύτερο μόλις τεύχος, είναι να αυξήσουμε τις σελίδες και την ύλη του περιοδικού, κρατώντας σταθερή την τιμή. Το δεύτερο τεύχος θα έχει 16 σελίδες περισσότερες από το πρώτο. Προτιμούμε να βγάζουμε πιο αραιά ένα μεγαλύτερο και καλύτερο περιοδικό, παρά να κάνουμε βιαστικές επιλογές και εμείς και οι δημιουργοί. Μας ενδιαφέρει και η συλλεκτική αξία, το τεύχος να είναι ωραίο και σαν αντικείμενο. Ο Πέτρος Ζερβός μεταφέρει σε κόμικς το διήγημα «Παραλογή» από το «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου Πώς βλέπεις την κατάσταση των ελληνικών κόμικς σήμερα; Τι μπορούμε να περιμένουμε μέσα στο ζοφερό κλίμα της εποχής; Για να πάρουμε την απόφαση να εκδώσουμε ένα περιοδικό και προσωπικά εγώ να δεχτώ τη θέση του αρχισυντάκτη, είναι σαφές ότι πιστεύουμε πως η κατάσταση των ελληνικών κόμικς είναι σήμερα καλύτερη από ποτέ. Είναι η σωστή στιγμή για το κόμικ να κάνει το μεγάλο βήμα προς τα εμπρός, να μας δώσει σπουδαίες ιστορίες, άλμπουμ και δημιουργούς που να συναγωνίζονται ποιοτικά μεγάλους δημιουργούς του εξωτερικού. Ίσως τελικά το ζοφερό κλίμα της εποχής να είναι η μαγιά που φουσκώνει τη δημιουργικότητα. Απόσπασμα από την ιστορία των Μιχάλη Διαλυνά και Δημοσθένη Παπαμάρκου Μέχρι σήμερα σε γνωρίζαμε ως έναν νέο και πολύ επιτυχημένο δημιουργό. Τώρα θα σε δούμε και ως αρχισυντάκτη. Πώς συνδυάζονται αυτές οι ιδιότητες; Είναι δύσκολο, αλλά προσπαθώ να μη συνδυάζονται! Τα έργα και οι καλλιτέχνες που θα δημοσιεύονται στο περιοδικό δεν θα κρίνονται με το προσωπικό μου κριτήριο, είμαι εδώ για να βοηθώ τους νεότερους στα τεχνικά και στη διαδικασία της δημιουργίας από την εμπειρία μου και να λέω συμβουλευτικά την άποψή μου, ακόμα και αν αυτή δεν εισακουστεί από κάποιους δημιουργούς· προφανώς στο τελικό αποτέλεσμα έχει μεγαλύτερη βαρύτητα η δική τους άποψη. Επίσης δεν είμαι μόνος μου σε αυτή τη διαδικασία, υπάρχει και η εκδοτική ομάδα αλλά και συνεργάτες του οίκου που σέβομαι και συμβουλεύομαι τη γνώμη τους και το κριτήριό τους. Με ενδιαφέρει οι ιστορίες που θα δημοσιεύουμε να είναι κατ' αρχάς κατανοητές, να έχουν αισθητική, άποψη, να αφορούν όσο το δυνατόν πιο μεγάλη μερίδα του αναγνωστικού κοινού, να είναι τα γράμματα και τα μπαλονάκια σωστά, να διαβάζονται άνετα κλπ. Επίσης προσπαθώ να συνδέω συγγραφείς με δημιουργούς ή να προτείνω συνεργασίες, διασκευές από λογοτεχνικά κείμενα, κάποια ιδέα για σειρά κλπ. Από το επόμενο τεύχος, για παράδειγμα, θα υπάρχει μια σειρά κόμικς για ελληνικά εγκλήματα. Θα τη γράφει ο Γιάννης Ράγκος, που έχει τρομερό δημοσιογραφικό αρχείο πάνω στο θέμα και κάθε φορά θα σκιτσάρει διαφορετικός δημιουργός. Από κει και πέρα δεν υπάρχει κανείς περιορισμός, αντιθέτως, επιδιώκουμε να δούμε δουλείες που θα μας εκπλήξουν, που δεν τις περιμέναμε και δεν μπορούσαμε να τις φανταστούμε. Σχέδιο εξωφύλλου: Παναγιώτης Πανταζής. Δεξιά ο Γιώργος Γούσης. Ο Γιώργος Γούσης γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τη συλλογή σύντομων ιστοριών κόμικς «Ιστορίες από τις αθώες εποχές» (εκδ. ΚΨΜ). Ως εικονογράφος και σχεδιαστής κόμικς έχει εργαστεί στον τύπο («ΒΗΜΑMEN», «ΒΗMAgazino», «9» της «Ελευθεροτυπίας», «Lifo», «Athens Voice» κ.α.) και στον χώρο των εκδόσεων βιβλίου. Το graphic novel «Ερωτόκριτος», που δημιούργησε μαζί με τους Δημοσθένη Παπαμάρκο και Γιάννη Ράγκο στο σενάριο, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Polaris το 2016. Τι λένε οι δημιουργοί Συνεργάτες του «Μπλε Κομήτη» θα είναι μια πλειάδα Ελλήνων δημιουργών κόμικς, με διαφορετικά στιλ, τεχνοτροπίες και καλλιτεχνική διαδρομή. Ρωτήσαμε τον Αντώνη Βαβαγιάννη («Κουραφέλκυθρα», «Οι Προτελευταίοι» κ.ά.) αν υπάρχει κοινό στην Ελλάδα που μπορεί να στηρίξει ένα τέτοιο περιοδικό. «Η απλή και εύκολη απάντηση είναι “όχι δεν υπάρχει”. Οι εποχές της “Βαβέλ” και του “Παρά Πέντε” έχουν φύγει και δεν πρόκειται να ξαναγυρίσουν. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν υπάρχει κοινό που αγαπάει τα κόμικς στην Ελλάδα και ακόμα περισσότερο δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εξαιρετικοί Έλληνες δημιουργοί. Άρα η ερώτηση είναι αν μπορούμε εμείς, όσοι εμπλεκόμαστε στον “Μπλε Κομήτη”, να χτίσουμε αυτό το κοινό που θα στηρίξει και θα αγαπήσει κάτι καινούργιο. Όχι μόνο αυτούς που μεγαλώσανε αγοράζοντας περιοδικά και τους λείπει αυτό το υπέροχο συναίσθημα που νιώθεις όταν πρωτοανοίγεις μια καινούργια ανθολογία κόμικς που την περίμενες για μήνες, αλλά και νέο κοινό που θα θέλει να στηρίξει κάτι πραγματικά αξιόλογο. Δύσκολο; Σίγουρα. Αλλά, διάολε, θα το προσπαθήσουμε!» Θα καταφέρει, όμως, να αντέξει στον χρόνο ένα αμιγώς ελληνικό περιοδικό με κόμικς; Ο Παναγιώτης Πανταζής («Common Comics», «Μαρμελάδα Κεράσι» κ.ά.) μας απαντά: «Ένα καινούργιο ελληνικό περιοδικό ελπίζω πως έρχεται να γίνει σημείο, ένα τοπόσημο για όποιον ασχολείται με κόμικς στην Ελλάδα. Με την ιδιότητα του δημιουργού βρίσκομαι από την αρχή στο χτίσιμο ενός σπιτιού που ξανασυναντώ παλιότερους και σύγχρονούς μου, οργανωνόμαστε, συνεργαζόμαστε και προχωράμε. Αυτό που με κάνει πιο χαρούμενο, ωστόσο, είναι πως το καινούργιο περιοδικό δίνει τη δυνατότητα σε νέα παιδιά με ταλέντο να δουν πώς είναι η δουλειά σου να αφήνει πίσω την όμορφη μεν, αλλά ασφαλή φάση του ερασιτεχνισμού και να περνάει στον επαγγελματικό χώρο, όπου έχεις τη χαρά να πληρώνεσαι για να κάνεις αυτό που αγαπάς, να βλέπεις τη δουλειά σου να φτάνει σε μέρη όπου πριν δεν γινόταν και να βελτιώνεσαι λόγω των απαιτήσεων. Αν θα αντέξει στον χρόνο, θα το ξέρουμε όταν έχει περάσει ο απαιτούμενος χρόνος. Ως τότε, ξέρω πως όσοι συμμετέχουμε, σε κάθε σημείο της πορείας, θα έχουμε δώσει τον καλύτερό μας εαυτό». Και το σχετικό link...
  11. Ο Σέξπιρ στο πάρκο Στράτφορντ Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς Δύο από τις σημαντικότερες και πιο πολυδιαβασμένες τραγωδίες του Σέξπιρ, οι «Μάκμπεθ» και «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», γίνονται θεατρικές παραστάσεις όταν οι άνθρωποι κοιμούνται. Τα ζώα του πάρκου Στράτφορντ ανεβαίνουν στο σανίδι και υποδύονται τους διάσημους σεξπιρικούς χαρακτήρες, αλλοιώνοντας αρκετά το περιεχόμενο και προσφέροντας γέλιο. Για να εισπράξουν το χειροκρότημα των φίλων τους μέχρι το πρωί, όταν η παρουσία των ανθρώπων θα διακόψει την τέχνη. Οι μεταφορές κλασικών λογοτεχνικών έργων σε κόμικς δεν είναι κάτι νέο. Εχουν γίνει πια, όμως, τόσο πολλές που ορισμένες φορές, όταν προσπαθούν να παραμείνουν με νύχια και με δόντια «πιστές» στο πρωτότυπο, καταντούν ανιαρές. Γι’ αυτό και οφείλουν να ανανεώνονται, να προσθέτουν ή/και να αφαιρούν στοιχεία, να προσαρμόζουν το έργο στα νέα συμφραζόμενα, να το επικαιροποιούν και όχι να «υποτάσσονται» σε αυτό στον βωμό ενός καταναγκαστικού σεβασμού, θεωρώντας το «ιερό» κείμενο, ταμπού ή θέσφατο. Οι Ιαν Λέντλερ (σενάριο) και Ζακ Τζιαλόνγκο (σχέδια) δίνουν τη δική τους εκδοχή σε δύο κλασικές σεξπιρικές τραγωδίες, στο «Μάκμπεθ» (απόδοση: Δέσποινα Παπαγιαννοπούλου) και στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» (απόδοση: Απόστολος Ζαρρής), που μόλις κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Polaris. Με πρωταγωνιστές ζώα σε έναν ιδιότυπο ζωολογικό κήπο, στο πάρκο Στράτφορντ, οι Αμερικανοί δημιουργοί ξανααφηγούνται τις τραγωδίες του θρυλικού θεατρικού συγγραφέα, μεταφέροντας τα σκηνικά και τον τόπο του δράματος σε έναν αλλόκοτο αλλά και τρυφερό κόσμο. Είναι εύκολο να «φας» τους πολιτικούς αντιπάλους σου. Μετά έρχεται η δυσπεψία… Τα έγκλειστα ζώα, βορά στα μάτια των περίεργων καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, όταν όλοι οι επισκέπτες αποχωρούν και τα κλουβιά κλειδώνονται για να κυλήσει μια ήσυχη νύχτα, βγαίνουν από τα «κελιά» τους και επιδίδονται στην τέχνη τους. Κάποια κρατούν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους μετά από κοπιώδεις πρόβες, κάποια άλλα γίνονται κομπάρσοι και τα υπόλοιπα παίρνουν θέση στην πλατεία και τα θεωρεία για να απολαύσουν την παράσταση. Που κι αυτή με τη σειρά της είναι προσαρμοσμένη στις δυνατότητες και τις απαιτήσεις του κόσμου των ζώων. Στον «Μάκμπεθ», την πρώτη από τις δύο σεξπιρικές τραγωδίες των Λέντλερ και Τζιαλόνγκο, όταν πέφτει η νύχτα, η τίγρη, οι κροκόδειλοι, οι μαϊμούδες, η καμηλοπάρδαλη, οι νυχτερίδες και όλη η τοπική πανίδα συγκεντρώνεται στο αυτοσχέδιο θέατρο για να χειροκροτήσει το λιοντάρι που υποδύεται τον αριβίστα και μετέπειτα βασιλιά της Σκοτίας. Που δεν θα διστάσει, ακολουθώντας τις μυρωδιές από τη σούπα των τριών μαγισσών, να ταξιδέψει στα βάθη του βάλτου και να πάρει τον «χρησμό»: «Γύρνα, βάζε, βράζε, ανακάτωνε. Καίγε, φωτιά, και τρίζε! Κόχλαζε, νερό! Μάκμπεθ, φάε τον βασιλιά! Η τραγωδία αρχίζει. Κάνε τον μια χαψιά. Σαν χάμπουργκερ μυρίζει!.» Τότε το λιοντάρι συνειδητοποιεί πως δεν πεινάει για φαγητά αλλά για εξουσία. Και καταβροχθίζει τον βασιλιά-κουκουβάγια μέσα σε ένα λουτρό αίματος που «λογοκρίνεται» από τους δημιουργούς με το τέχνασμα της εμφάνισης ενός αργοπορημένου ελέφαντα στην παράσταση, ο οποίος ψάχνει τη θέση του, στερώντας από τους υπόλοιπους θεατές τη θέα μέχρι τη σκηνή. Ο Μάκμπεθ θα γίνει βασιλιάς, αλλά οι τύψεις θα αρχίσουν να τον κατατρύχουν και η κατάσταση θα επιδεινωθεί από την εξουσιαστική μανία της βασίλισσας και την έρευνα που ξεκινά ο ντετέκτιβ Μακντάφ. Στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», η σκηνική δράση μεταφέρεται σε μια φάρμα της Βερόνα και στο γειτονικό δάσος, ενώ το γνωστό ζευγάρι συνθέτουν ένας τυχοδιώκτης και ανήσυχος κόκορας (αν και τον ρόλο εποφθαλμιούσε ο γύπας…) και μια ευαίσθητη αρκουδίτσα. Ο κόκορας το σκάει από τη φάρμα, ερωτεύεται την αρκούδα του δάσους, αλλά η οικογένειά της αρνείται την ολοκλήρωση της σχέσης λόγω της ταπεινής καταγωγής του Ρωμαίου. Ο γνωστός ελέφαντας εμφανίζεται και πάλι στο θέατρο, μαζί με μια φίλη του αυτή τη φορά, για να ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων από τους υπόλοιπους θεατές και ακολουθεί το διάλειμμα –ένα από τα εξυπνότερα τεχνάσματα των Λέντλερ και Τζιανλόγκο–, με το καγκουρό να ρωτάει τη μαϊμού: «Πώς σου φαίνεται η παράσταση, μικρέ μου;» για να πάρει την απάντηση: «Καλή είναι. Αλλά στο "Μάκμπεθ" είχαν σκοτώσει περισσότερους πριν το διάλειμμα» και τους σκαντζόχοιρους να σκέφτονται αν θα ήταν έξυπνη κίνηση να μετακομίσουν σε μια φάρμα για να τους χαϊδεύουν παιδάκια. Η τραγωδία θα ολοκληρωθεί με τον γνωστό τρόπο και τον διπλό θάνατο που γεμίζει δάκρυα τα μάτια των αποσβολωμένων και συνεπαρμένων ζώων. Και την υπόσχεση του ιδιότυπου θιάσου ότι η επόμενη παράσταση του πάρκου Στράτφορντ θα είναι κωμωδία! Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζονται οι Λέντλερ και Τζιανλόγκο τα πρωτότυπα έργα για να τα μεταπλάσουν σε κάτι νέο είναι ευφυέστατος και διόλου βλάσφημος προς αυτά. Ωστόσο, το ποσοστό της επέμβασής τους είναι ασυνήθιστα υψηλό για αντίστοιχες απόπειρες, σε βαθμό που ακόμα και η πλήρης άγνοια του πρωτοτύπου να μην είναι απαγορευτική για την κατανόηση και την απόλαυση των νέων έργων. Η επιλογή τους να αφηγηθούν δύο κλασικά και πασίγνωστα έργα θα μπορούσε να θεωρηθεί κοινότοπη και εκ του ασφαλούς. Ομως, η ανάθεση των ρόλων σε ζώα μόνο συνηθισμένη δεν είναι. Επιπλέον, τα ζώα δεν γίνονται απλώς πρωταγωνιστές αλλά υποδύονται τους σεξπιρικούς χαρακτήρες, δημιουργώντας έτσι τρία επίπεδα στο μετα-μυθοπλαστικό παιχνίδι που στήνεται αριστοτεχνικά: σε πρώτο επίπεδο ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με ένα κλασικό έργο που αποτελεί ούτως ή άλλως μυθοπλασία, σε δεύτερο επίπεδο η μυθοπλασία τροποποιείται ως προσαρμογή με πολλούς βαθμούς ελευθερίας στη μεταγραφή της σε κόμικς και σε τρίτο επίπεδο το πρωτότυπο παρουσιάζεται ως θεατρικό έργο στο οποίο πρωταγωνιστούν φανταστικά όντα - ηθοποιοί και όχι τα φανταστικά όντα του πρωτοτύπου. Αυτό το συνειδητά πολυεπίπεδο και οντολογικά συσκοτισμένο μπέρδεμα ανάμεσα στο πρωτότυπο, την αναπαράστασή του, την ιδιοποίησή του και την προσαρμογή του σε ένα νέο έργο τέχνης είναι και η πεμπτουσία μεγάλου μέρους της μεταμοντέρνας αφήγησης στα κόμικς, στον κινηματογράφο, στη λογοτεχνία. Ο «Μάκμπεθ» και το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» (εκδόσεις Polaris) είναι τα δύο πρώτα σεξπιρικά έργα που ανεβάζουν τα ζώα του πάρκου Στράτφορντ. Θα ακολουθήσουν και άλλα Οι προσαρμογές σε κόμικς κλασικών έργων του παρελθόντος αποκτούν νόημα στην εποχή μας όταν κρατούν αποστάσεις από τα πρωτότυπα. Ο πρόσφατος «Δον Κιχώτης» του Rob Davis, η «Μεταμόρφωση» του Κάφκα από τον Peter Kuper και τόσα άλλα σύγχρονα κόμικς «πάτησαν» σε κάτι γνωστό, αλλά δεν ισχυρίστηκαν ότι το «μεταφέρουν» ούτε αξίωσαν να αποτελέσουν την εικονογραφημένη εκδοχή του. Εγιναν νέα έργα με αυταξία και ενδιαφέρον, ανεξαρτήτως πρωτοτύπου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η καλή γνώση του πρωτοτύπου δεν τους προσθέτει βαρύτητα και σημασία. Στην περίπτωση των «Μάκμπεθ» και «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», και μόνο η ανοίκεια και απρόσμενη εκδοχή τους σε κόμικς με χιούμορ και με πρωταγωνιστές που φέρονται μερικώς σαν άνθρωποι αλλά διατηρούν και πολλά από τα ζωώδη χαρακτηριστικά τους είναι αρκετή για να τα κατατάξει στις ενδιαφέρουσες και ρηξικέλευθες ιδέες. Κάτι που δεν είναι και τόσο συχνό φαινόμενο των καιρών μας. Πηγή
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.