Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'εκδόσεις μαμούθ'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.

Calendars

  • Εκδηλώσεις

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 3 results

  1. Είναι ένας θρύλος της Άγριας Δύσης. Αλλά τα καταφέρνει εξίσου καλά και στα υπερατλαντικά ταξίδια του. Οι Jul και Achdé, στο πνεύμα του Morris, μεταφέρουν τον Λούκυ Λουκ στο Παρίσι σε μια αρκετά διαφορετική και τολμηρή περιπέτεια με τον «φτωχό και μόνο καουμπόυ». Ο εμπνευστής και σχεδιαστής του Λούκυ Λουκ, Morris, πέθανε το 2001. Ο René Goscinny που υπέγραψε πολλά από τα σενάρια των περιπετειών του δημοφιλούς καουμπόυ είχε πεθάνει από το 1977. Ωστόσο «ο άνθρωπος που πυροβολεί πιο γρήγορα κι από τον ίσκιο του» δεν έμεινε ορφανός. Από το 2003 τις σχεδιαστικές τύχες του ανέλαβε ο Achdé σε συνεργασία με διάφορους σεναριογράφους και τα αποτελέσματα μέχρι τώρα είναι εντυπωσιακά. Τα 13 άλμπουμ που έχουν κυκλοφορήσει μετά τον θάνατο του Morris, χωρίς να υστερούν σε τίποτα σε σχέση με το ένδοξο παρελθόν, ανανεώνουν διαρκώς το ενδιαφέρον για τον Λούκυ Λουκ διατηρώντας τον διαρκώς στην επικαιρότητα των κόμικς. Αν, μάλιστα, σε αυτά προστεθούν και τα εξαιρετικά άλμπουμ εκτός σειράς «Ποιος Σκότωσε τον Λούκυ Λουκ» του Matthieu Bonhomme και «Ο Ντόλης δεν Απαντάει Πια» του Guillaume Bouzard, ο μύθος του μοναχικού καουμπόυ διαιωνίζεται και αποκτά όλο και περισσότερες, πιο ενήλικες προεκτάσεις. Το «Ένας Καουμπόυ στο Παρίσι» των Jul στο σενάριο και Achdé στα σχέδια (εκδόσεις Μαμούθ Κόμιξ, μετάφραση: Βασίλης Πουλάκος) είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση της νέας εποχής του Λούκυ Λουκ. Γιατί μπορεί να ξεκινά με τον Λούκυ Λουκ να οδηγεί τους αδελφούς Ντάλτον στη φυλακή, τον Άβερελ να ονειρεύεται φαγητά και τον Τζόε εκτός εαυτού να κοκκινίζει από την οργή του, αλλά στη συνέχεια η ιστορία ξεμακραίνει από κάθε πεπατημένη. Ο Λούκυ Λουκ συναντά τον Αύγουστο Μπαρτολντί, γλύπτη του Αγάλματος της Ελευθερίας που μεταφέρει το χέρι με τον πυρσό μέσα στις ερήμους της Άγριας Δύσης, προσπαθώντας να συγκεντρώσει χρήματα για την αποπεράτωση του έργου του και αποφασίζει να τον βοηθήσει. Έτσι, θα ταξιδέψει μαζί του σε ένα απολαυστικό Παρίσι, θα παραξενευτεί από την ύπαρξη μιας «μικρής πορσελάνινης λεκάνης στο μπάνιο», θα θαυμάσει τα gargoyles στους γοτθικούς ναούς, θα εκπλαγεί από τους ιμπρεσιονιστές ζωγράφους που ζωγραφίζουν «τα χρώματα πιο γρήγορα κι από τον ίσκιο τους», θα περπατήσει στη Σορβόννη, θα γίνει μάρτυρας ληστείας με δράστες τον Βερλέν και τον Ρεμπό. Το χιούμορ του Jul είναι συχνά αυτοσαρκαστικό και ιδιαίτερα τολμηρό, όπως στην περίπτωση που ο Λούκυ Λουκ δίνει την ταυτότητά του σε έναν φρουρό και αυτός τον επιπλήττει λέγοντας: «Μα αυτή η φωτογραφία είναι παλιά! Είστε ακόμα με τσιγάρο!» ή όταν βγάζει τα παπούτσια του για να αντικρίσει ο αναγνώστης τις τεράστιες τρύπες στις κάλτσες του. Αντίθετα από τα συνηθισμένα ο «κακός» της υπόθεσης είναι ένας ραδιούργος διευθυντής φυλακών, συγγραφέας του βιβλίου «50 Αποχρώσεις του Γκρι Τοίχου» σε μια φυλακή – κολαστήριο, ενώ το Άγαλμα της Ελευθερίας τελικά θα στηθεί στην είσοδο της Νέας Υόρκης αντί για μια τεράστια «πρότυπη» φυλακή. Μπορεί η Ελευθερία να μη φωτίζει και τόσο πολύ πια τον σύγχρονο κόσμο, αλλά γι’ αυτό δεν φταίει ο Μπαρτολντί. Ούτε, φυσικά, ο Λούκυ Λουκ. Και το σχετικό link...
  2. Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι και τα σκάνδαλα διασπάθισης δημόσιου χρήματος. Ο Λουτσιάνο Παβαρότι και η Σοφία Λόρεν σε ταβέρνα. Η Βίνους και η Σερένα Γουίλιαμς σε έναν ακόμη αγώνα. Ο Αλέν Προστ σε ένα ξέσπασμα ειλικρίνειας. Η Μόνα Λίζα, ο Δαυίδ του Μικελάντζελο κι ο Βεζούβιος που εκρήγνυται. Όλα αυτά θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται σε ένα σύγχρονο δελτίο ειδήσεων. Είναι απλώς η νέα ιστορία του Αστερίξ. Ο Αστερίξ κι ο Οβελίξ μπορεί μέχρι σήμερα να είχαν γυρίσει σχεδόν ολόκληρο τον κόσμο, από την Ελβετία και το Βέλγιο μέχρι την Ελλάδα και τη Σκανδιναβία κι από τη μαγική Ανατολή και την Αίγυπτο μέχρι τη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ. Τη χώρα των φιλόδοξων κατακτητών τους, όμως, δεν την είχαν γνωρίσει από κοντά. Στη νέα τους περιπέτεια, «Ο Αστερίξ και ο Υπεριταλικός» (εκδόσεις Μαμούθ Κόμιξ) έχουν επιτέλους την ευκαιρία να ταξιδέψουν στην Ιταλία, για να πάρουν μέρος σε μια αρματοδρομία, να τη γυρίσουν απ' άκρη σ' άκρη και να συναντήσουν πρόσωπα και καταστάσεις βγαλμένα από τον 21ο αιώνα. Οι Jean-Yves Ferri και Didier Conrad, διάδοχοι των θρυλικών Rene Goscinny και Albert Uderzo, στην 37η κατά σειρά ιστορία με πρωταγωνιστές τους ανυπότακτους Γαλάτες και τρίτη δική τους, κάνουν μια αξιοπρεπέστατη επαγγελματική δουλειά, με χιουμοριστικό αποτέλεσμα στο γνωστό στιλ, μπολιασμένη με πολλά στοιχεία από την εποχή μας και διαρκείς αναφορές στην σύγχρονη πολιτική και κοινωνική κατάσταση. Οι ευφυείς αναχρονισμοί ήταν πάντα βασικό εργαλείο των δημιουργών του Αστερίξ στις περιπέτειές του ανά τον κόσμο. Και η συμμετοχή χαρακτήρων που είχαν τη μορφή –συχνά και τη συμπεριφορά– διάσημων προσώπων της εποχής μας έκανε αυτές τις περιπέτειες ακόμη πιο αστείες και ενδιαφέρουσες. Οι Ferri και Conrad εκμεταλλεύονται αυτό το τέχνασμα με απόλυτα επιτυχημένο τρόπο και ωθούν τον αναγνώστη σε μια απολαυστική αναζήτηση αυτών των προσώπων και των παραπομπών στο σήμερα. Στον Υπεριταλικό αγώνα αρματοδρομίας που ξεκινά υπό τις ευλογίες του Ιούλιου Καίσαρα από τη Μοντίσια (Μόντσα), έδρα της διάσημης πίστας για τη Φόρμουλα Ένα για να καταλήξει στη Νάπολη, δίπλα στον Βεζούβιο και την Πομπηία, οι Γαλάτες συναντούν μια σειρά από φαινομενικά αταίριαστες για την εποχή τους αλλά εντέλει διαχρονικές κι αναγνωρίσιμες φιγούρες. Στη γραμμή εκκίνησης θα σταθούν δίπλα σε δύο πριγκίπισσες από το μακρινό βασίλειο του Κους, που παραπέμπουν στη Βίνους και τη Σερένα Γουίλιαμς, στην Πάρμα θα τους σερβίρει ζαμπόν ο Λουτσιάνο Παβαρότι, στη Φλωρεντία θα απολαύσουν την αναγεννησιακή τέχνη, μιάμιση χιλιετία πριν αυτή δημιουργηθεί και θα τους χαμογελάσει η Μόνα Λίζα, στη Ρώμη θα φάνε μακαρόνια από τη Σοφία Λόρεν, λίγο πριν από τον τερματισμό θα διασταυρωθούν με τον μαυρισμένο Μπερλουσκόνι και τους μπράβους του. Και όταν πέσει η καρό σημαία, θα τους περιμένει ο λαοπλάνος Καίσαρας, για να εκμεταλλευτεί πολιτικά ακόμα και την υπεραξία μιας αρματοδρομίας. Το τσιμπούσι της επιστροφής είναι πάντα δεδομένο, με τους Γαλάτες πιο πλούσιους σε εμπειρίες από έναν σκληρό και άδικο κόσμο, αλλά τόσο ίδιο με τον δικό μας. Και το σχετικό link...
  3. Ο Λούκυ Λουκ, ένας από τους δημοφιλέστερους ήρωες των ευρωπαϊκών κόμικς, κράτησε σταθερά τα βασικά στοιχεία του χαρακτήρα του επί σχεδόν εβδομήντα χρόνια. Ο Gillaume Bouzard με μια νέα περιπέτεια αποδομεί τα κλισέ και τις συμβάσεις και συστήνει έναν διαφορετικό Λούκυ Λουκ. Ίσως λιγότερο έξυπνο, αλλά σίγουρα περισσότερο αστείο. Στην πραγματική ζωή «τα ράσα δεν κάνουν τον παπά» και η παροιμία αυτή έχει νόημα και κρύβει δίδαγμα. Στα κόμικς, όμως, μπορεί και να τον κάνουν. Σίγουρα, τα ρούχα έκαναν τον Λούκυ Λουκ. Ο πασίγνωστος καουμπόι φορούσε την ίδια κι απαράλλαχτη στολή από το 1946 που τον πρωτοσχεδίασε ο Βέλγος Morris (1923 – 2001) και δεν πρέπει καν να την έβγαλε από πάνω του επί επτά ολόκληρες δεκαετίες. Μέχρι που το 2016 τον ανέλαβε ο Gillaume Bouzard για μία και μοναδική ιστορία που λειτουργεί ως φόρος τιμής στον θρυλικό διώκτη των παρανόμων της Άγριας Δύσης μέσω της παρωδίας και της αναθεώρησης όλων των κλισέ και των συμβάσεων. Είχε προηγηθεί το εσκεμμένα παραπλανητικό «Ποιος σκότωσε τον Λούκυ Λουκ» του Matthieu Bonhomme (εκδόσεις Γράμματα), σε πιο σκοτεινό, ενήλικο και ρεαλιστικό ύφος, με τον Λούκυ Λουκ, φυσικά, να παραμένει ζωντανός. Ο Bouzard στο «Ο Ντόλης δεν απαντάει πια» (εκδόσεις Μαμούθ Κόμιξ, μετάφραση: Άγγελος Φιλιππάτος) επιλέγει να παρουσιάσει μια άλλη διάσταση της ζωής και της προσωπικότητας του Λούκυ Λουκ: πιο κωμική και λιγότερο «ηρωική». Η ιστορία ξεκινά με κάποιον ημίγυμνο άντρα, με πλούσια γενειάδα και μακριά μαλλιά να ιππεύει το άλογό του με κατεύθυνση, μέσα από ερήμους και αφιλόξενα βραχώδη τοπία, μια μικρή πόλη της Άγριας Δύσης. Προορισμός του ο κουρέας. Από εκεί θα βγει ο γνωστός Λούκυ Λουκ! Προβληματισμένος έντονα γιατί ο Ντόλης (που επιτέλους έγινε αρσενικό άλογο και στα ελληνικά, όπως ήταν ανέκαθεν στα γαλλικά και σε κάθε άλλη γλώσσα) είναι μουτρωμένος και δεν του μιλά πια. Αφού αναλύσουν με τον εισαγγελέα της πόλης το πρόβλημα με τον εθισμό στο σανό (υπαινικτική καταγγελία της υπερβάλλουσας πολιτικής ορθότητας που επέβαλε την απόσυρση του τσιγάρου από τα χείλη του Λούκυ Λουκ και την αντικατάστασή του από ένα άχυρο), ο Λούκυ θα αναλάβει ακόμη μια υπόθεση με τους αδελφούς Ντάλτον στο επίκεντρο. Αυτή τη φορά, όμως, οι φυλακισμένοι γραφικοί κακοποιοί είναι τα θύματα και όχι οι θύτες. Η μαμά Ντάλτον έχει πέσει θύμα απαγωγής και ο Λούκυ Λουκ πρέπει να τους βοηθήσει να την ελευθερώσουν. Τέσσερις διαφορετικοί Ντάλτον, με εξέχουσα φυσιογνωμία τον Άβερελ που, αντί για ψηλός, είναι ένας υπέρβαρος και παχύσαρκος αγαθός γίγαντας που παρακαλά τον γιατρό να του τοποθετήσει γαστρικό δακτύλιο, συμμαχούν με τον αιώνιο εχθρό τους και ξεκινούν το ταξίδι προς τη μαμά τους. Ο Τζόε, όπως πάντα, δηλώνει καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού το μίσος του προς τον Λούκυ Λουκ αλλά η αδυναμία του να τον εξοντώσει, όντας υπό καθεστώς επιτήρησης, τον ωθεί σε όλο και πιο ξεκαρδιστικές απειλές: «Θα τον σκοτώσω», «Θα του κάνω τα μούτρα κρέας», «Θα του σπάσω τον σβέρκο», «Θα του κόψω τα πόδια», «Θα ξυριστώ στο κρεβάτι του», «Θα του πλέξω μάλλινο πουλόβερ», «Θα τον κολλήσω γρίπη» κ.ά.). Οι αναφορές και οι παραπομπές σε πολλές γνωστές περιπέτειες του παρελθόντος είναι συνεχείς και γίνονται ένα πρωτότυπο «κυνήγι του θησαυρού» που προκαλεί τον αναγνώστη να κατεβάσει από τα ράφια του τους παλαιούς τόμους του «Λούκυ Λουκ» για να βρει τους παραλληλισμούς. Μέχρι που εμφανίζονται ακόμη περισσότεροι παλαιοί γνώριμοι που έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς με τον Λούκυ Λουκ και η ιστορία απογειώνεται με ένα απρόσμενο και αναπάντεχο φινάλε. Πιο απολαυστική σκηνή σ’ αυτή την ευφυέστατη εκδοχή της μυθολογίας του Λούκυ Λουκ είναι η στιγμή που ο άφοβος καουμπόι («ο άνθρωπος που είχε τη φαεινή ιδέα να πυροβολήσει τον ίσκιο του», όπως μας πληροφορεί σαρκαστικά το οπισθόφυλλο, και όχι «ο άνθρωπος που πυροβολεί πιο γρήγορα κι από τον ίσκιο του», όπως ξέραμε μέχρι σήμερα) μετά από παροτρύνσεις πείθεται ότι για να αναθερμάνει τη σχέση του με τον Ντόλη πρέπει να προχωρήσει σε ριζικές αλλαγές στην εμφάνισή του. Έτσι, αποφασίζει να αλλάξει ρούχα. Και η ριζοσπαστική τομή στην οποία προβαίνει είναι να φορέσει κόκκινο πουκάμισο και κίτρινο φουλάρι αντί για τα καθιερωμένα κίτρινο πουκάμισο και κόκκινο φουλάρι. Και, ω του θαύματος, κανείς δεν τον αναγνωρίζει. Οι μεν Ντάλτον γιατί πάσχουν από Δαλτωνισμό (!), οι δε υπόλοιποι γιατί θεωρούν αδιανόητο να άλλαξε ρούχα ο ίδιος κι απαράλλαχτος επί επτά δεκαετίες καουμπόι. Με τέτοια τεχνάσματα και τέτοιες ιδέες αλλά πάντα με σεβασμό στον Morris και στον δημοφιλή χαρακτήρα του, ο Gillaume Bouzard προσφέρει μια ολόφρεσκη και πρωτότυπη παρωδιακού τύπου «διασκευή» που αναθερμαίνει το ενδιαφέρον του κοινού και κρατά ζωντανό τον μύθο του Λούκυ Λουκ. Κι όσο κι αν στενοχωρεί κάποιους η μεταμοντέρνου τύπου αυτή «βλασφημία» απέναντι σ’ ένα ιερό τέρας των κόμικς, είναι ο μόνος τρόπος ώστε αυτό να διατηρηθεί στην επικαιρότητα και να αποφευχθεί η σταδιακή παρακμή του και το πέρασμά του στη λήθη. Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.