Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'εκδόσεις ίκαρος'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.


Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 7 results

  1. Με το πρώτο βιβλίο του "Το Αϊβαλί" σκιτσάρισε τον ανθρώπινο πόνο που προκαλεί η ταραγμένη ιστορική στιγμή δίνοντας το πρώτο ιστορικό graphic novel. Στο δεύτερο βιβλίο του, "Ο Συλλέκτης" (εκδ. Ίκαρος), το πενάκι του στοχεύει κατευθείαν στην καρδιά του αναγνώστη και στην καρδιά ενός ζητήματος που, αν και πληγώνει αμέτρητες οικογένειες, ακόμα δεν έχει επαρκώς συζητηθεί. Συνθέτοντας έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο, που όμως δεν είναι τόσο κακός, ο γνωστός κομικογράφος και σκιτσογράφος στο «Ποντίκι», Soloup, κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος, με λόγο αφοπλιστικά λιτό και σκίτσο καθαρό, σχολιάζει το πολλαπλό τραύμα του διαζυγίου, το τραύμα του αποχωρισμού του ενός γονιού, του πατέρα, από το παιδί. Οι έξι αφηγήσεις εγκιβωτίζουν ουσιαστικά την ίδια ιστορία ιδωμένη από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Έρωτες που κατέρρευσαν, εντάσεις, φωνές και σιωπές, αλλά και αίθουσες δικαστηρίων, νόμοι, δίκες και διαφορετικά στρατόπεδα διαδέχονται τα καρέ του. Ωστόσο σ' αυτό το βιβλίο δεν υπάρχουν καλοί και κακοί. Υπάρχει το πρίσμα από το οποίο βλέπουν ο ένας τον άλλον. Ανάμεσα στο λευκό και σε διάφορους τόνους του γκρι που εικονογραφούν την αφήγηση, παρεμβάλλεται χρώμα στη διαφορετική εκδοχή της Κοκκινοσκουφίτσας. Ωστόσο ο Soloup σ' αυτό το βιβλίο δε συνομιλεί μόνο με το κλασικό παραμύθι των αδελφών Γκριμ. «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» του Λούις Κάρολ, »Η Δίκη« του Κάφκα αλλά και ο μύθος της σπηλιάς του Πλάτωνα αφήνουν τον απόηχό τους σ' αυτή τη διαδρομή, που αναζητά να ερμηνεύσει τα γιατί που οδηγούν στις »μαύρες σκιές" της απώλειας. Από ποια ανάγκη γεννήθηκε ο "Συλλέκτης"; Η ιστορία του «Συλλέκτη» είναι μια ακόμα σιωπηλή ιστορία, από αυτές που συμβαίνουν δυστυχώς κατά χιλιάδες γύρω μας. Ιδιωτικές τραγωδίες, όπως για παράδειγμα η αποξένωση ενός πατέρα από το παιδί του ύστερα από ένα διαζύγιο. Αφόρητο βάρος γι’ αυτούς που το ζουν. Κι όμως, τέτοιες ιστορίες περνάνε «στα ψιλά». Κανένας δεν ασχολείται σοβαρά σε κοινωνικό και θεσμικό επίπεδο με την επίλυσή του. Αυτή ήταν η αφετηρία. Οικογένεια, διαζύγιο, απώλεια, πληγωμένο παιδί, δικαιοσύνη είναι οι έννοιες που διατρέχουν το βιβλίο. Κυρίως όμως επικεντρώνεις στη θέση του πατέρα. Και ανατρέπεις τις στερεοτυπικές αντιλήψεις. Δύσκολο θέμα. Η μορφή του graphic novel σε διευκόλυνε να το διαχειριστείς; Το βιβλίο δεν ρίχνει ευθύνες σε κάποιον από τους εμπλεκομένους, στον μπαμπά, τη μαμά ή το παιδί. Και οι τρεις πλευρές είναι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θύματα ψυχολογικής βίας. Μιας άσχημης συνθήκης, της οποίας τα δικαστήρια και ο τρόπος που λειτουργούν δεν αποτελούν λύση αλλά μέρος του προβλήματος. Είναι πράγματι ένα δύσκολο θέμα. Ίσως η «λογοτεχνική» αφήγηση ενός graphic novel να μπορεί να αποδώσει το απαραίτητο συναισθηματικό βάθος που φέρνουν στις ζωές μας τέτοιες ή άλλες ανθρώπινες απώλειες. Στη δημόσια σφαίρα δεν έχει συζητηθεί επαρκώς αυτό το ζήτημα. Θεωρείς ότι ο "Συλλέκτης" δίνει αυτή την αφορμή; Αν και το βιβλίο κυκλοφορεί λιγότερο από ένα μήνα, οι ιδιαίτερα θερμές αντιδράσεις των αναγνωστών δείχνουν προς μια τέτοια κατεύθυνση. Επιχειρείς να σπάσεις στερεοτυπικές αντιλήψεις για τη θέση του πατέρα στην οικογένεια και τη σχέση του με το παιδί. Η ανατροπή της αφήγησης στο γνωστό παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας διευκολύνει τη συζήτηση γύρω από αυτό το θέμα; Η παραλλαγή της Κοκκινοσκουφίτσας των αδελφών Γκριμ, αλλά και η αλληγορία της Σπηλιάς του Πλάτωνα που υπάρχουν στον «Συλλέκτη» ελπίζω πως βοηθούν σε αυτό. Συχνά μέσα από τα παραμύθια και τις αλληγορίες λες πολύ περισσότερα και πιο κατανοητά πράγματα για δύσκολες καταστάσεις. Το ψηφιακό περιβάλλον που κυριαρχεί στην εποχή μας, διευκολύνει την ειλικρίνεια και την ανεκτικότητα γύρω από τις διαπροσωπικές, τις οικογενειακές σχέσεις; Θεωρητικά το Διαδίκτυο προσφέρει περισσότερες δυνατότητες έκφρασης κι επικοινωνίας, μεγαλύτερη ανεκτικότητα. Στην πράξη όμως, αν κρίνω από τον υποκριτικό συντηρητισμό πολλών αναρτήσεων και τον πληθωρισμό των συναισθημάτων - τόσες καρδούλες και τόσα φεϊσμπουκικά λάικ -, μάλλον συμβαίνει το αντίθετο. Περιπλανιόμαστε μόνοι σε κλειστούς κόσμους αυταρέσκειας και, αντί να επικοινωνούμε πραγματικά, εγκλωβιζόμαστε στα πλασματικά είδωλα του εαυτού μας. Στον "Συλλέκτη" ο κακός λύκος δεν είναι τόσο κακός όσο μάθαμε να τον θεωρούμε. Αλήθεια, πόσο κακός είναι ο λύκος του βιβλίου σου και ποιος ο πραγματικά κακός λύκος των παιδιών της εποχής μας; Στο graphic novel ο κακός λύκος είναι είδωλο. Μια σκιά, μια λανθάνουσα προβολή της πραγματικότητας. Ο θυμός του παιδιού το κάνει να βλέπει τον πατέρα ως απειλή. Στην πραγματικότητα, όμως, στη ζωή όλων των παιδιών που μεγαλώνουν σήμερα, οι πραγματικοί κακοί λύκοι μπορεί να βρίσκονται οπουδήποτε, μεταμφιεσμένοι - όπως στην πρώτη εκδοχή της Κοκκινοσκουφίτσας των Γκριμ - σε μια χαριτωμένη γιαγιάκα. Χαριτωμένοι λύκοι που βρίσκεις, από τα «αθώα» παιχνίδια στα τάμπλετ μέχρι τις «πατριωτικές» ιδέες που κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα πλέον και μέσα στα σχολεία. Τι σε οδήγησε να δομήσεις κατ' αυτόν τον τρόπο το βιβλίο; Τα έξι κεφάλαια είναι αυτόνομες διηγήσεις, όλες μαζί όμως συνθέτουν την ίδια ιστορία μέσα από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Το να βλέπουμε το ίδιο θέμα από διαφορετικές όψεις πλουτίζει την αντίληψή μας γι’ αυτό. Πώς θα χαρακτήριζες τον "Συλλέκτη"; Graphic novel, που σημαίνει πως είναι μια αφηγηματικά πιο εξελιγμένη φόρμα των κόμικς. Ταυτόχρονα είναι μια γραφή πολύ κοντά στον λογοτεχνικό λόγο. Έχει στοιχεία αυτοβιογραφικά; Χωρίζει πάντα μεγάλη απόσταση την πραγματική ζωή από μια έντεχνη αφήγηση. Παρ’ όλα αυτά το βιβλίο αναφέρεται σε προβλήματα που λίγο - πολύ αναγνωρίζουμε όλοι στον κοινωνικό μας περίγυρο, σε φίλους και συγγενείς. Έτσι, όσο φανταστικά κι αν είναι κάποια στοιχεία των έξι αφηγήσεων, δεν παύει να συμβαίνουν διαρκώς τα ίδια και χειρότερα στην καθημερινή ζωή. Σε ότι αφορά το σχέδιο, κι αυτό στην προκειμένη περίπτωση δεν ακολουθεί παραδοσιακές φόρμες ή, εν πάση περιπτώσει, αντλεί από διαφορετικές πηγές έκφρασης. Ποιες φόρμες ακολούθησες και ποιες ανέτρεψες σ' αυτό το graphic novel; Κατά τη διάρκεια του διδακτορικού μου πάνω στην ιστορία και τη σημειολογία των κόμικς είχα την ευκαιρία να μελετήσω σε βάθος τη λεκτική και οπτική αφήγηση σε σημαντικούς δημιουργούς της παγκόσμιας εναλλακτικής σκηνής. Πολλά από αυτά τα εφάρμοσα αρχικά στο «Αϊβαλί» και νομίζω πως σιγά - σιγά αρχίζω να βρίσκω τα δικά μου βήματα στη σημειολογία της αφήγησης. Με την εναλλαγή και την ένταση των καρέ, την ποσότητα του λόγου στην εικόνα, στον ρυθμό αφήγησης, στις χρωματικές εναλλαγές. Λειτούργησαν καλά στο «Αϊβαλί» και τώρα με τον «Συλλέκτη» ελπίζω να πηγαίνω λίγο παραπέρα. Γιατί επέλεξες την ασπρόμαυρη αφήγηση, την οποία σπας μόνο στην περίπτωση που αφηγείσαι - κι αυτή με πολύ λίγα χρώματα, κυρίως κόκκινο - τη νέα εκδοχή της Κοκκινοσκουφίτσας; Είναι από αυτά τα σημειολογικά πειράματα που σας είπα. Στις σελίδες του βιβλίου κυριαρχούν το μαύρο και οι τόνοι του γκρι. Παρ’ όλα αυτά, στο πέμπτο κεφάλαιο της Κοκκινοσκουφίτσας - που αποτελεί και το κλειδί της ιστορίας - συμβαίνει μια συναισθηματικά φορτισμένη μεταφορά και από τη δεύτερη παραλλαγή της Κοκκινοσκουφίτσας των αδελφών Γκριμ, στην εξίσου σκληρή παραλλαγή του «Συλλέκτη». Η ταυτόχρονη χρωματική μετάβαση από το ανάλαφρο πράσινο στο άγριο κόκκινο παρασύρει και εντείνει τη φόρτιση της αφήγησης. Το προηγούμενο graphic novel σου, το "Αϊβαλί", δεν έχει ξεχαστεί, τουναντίον τώρα κάνει τη διεθνή του καριέρα; Το «Αϊβαλί» αποδεικνύεται αρκετά ανθεκτικό στον χρόνο, τόσο στην Ελλάδα, όπου συνεχίζουν να έρχονται θερμά σχόλια αναγνωστών, όσο και έξω. Μετά τις μεταφράσεις του στα γαλλικά και τα τουρκικά, τώρα φαίνεται πως αρχίζει ένας νέος κύκλος μεταφράσεων σε αρκετές γλώσσες. Περιμένω κι εγώ με αγωνία να τις δω. "Ο Συλλέκτης" θα γίνει κι αυτός έκθεση; Ναι, πράγματι. Όπως και πριν από τέσσερα χρόνια με το «Αϊβαλί», ετοιμάζουμε τώρα μια μεγάλη έκθεση για τον «Συλλέκτη» στο Μουσείο Μπενάκη για τις αρχές του νέου χρόνου. Με συναυλία στα εγκαίνια, παράλληλες δράσεις και δυο σημαντικές ημερίδες. Μια για τα graphic novels στην Ελλάδα και μια δεύτερη για τη γονική αποξένωση, με καλεσμένους επιστήμονες από την Ευρώπη και την Αμερική. Περισσότερες λεπτομέρειες θα είμαστε σε θέση να ανακοινώσουμε σύντομα. Και το σχετικό link...
  2. Μια παρέα ηλικιωμένων συζητά για τις συλλογές γραμματοσήμων, πεταλούδων, καπακιών και άλλων άχρηστων αντικειμένων. Ένας μετανάστης έχει συλληφθεί από την αστυνομία με έγκλημά του ότι προσπάθησε να σώσει ένα πουλί από βέβαιο θάνατο. Μια γιαγιά με την εγγονή της παρατηρούν τις τρύπες στα σώματα των περαστικών. Τρύπες από τις απώλειες, από τους ανθρώπους που χάθηκαν. Ένας θάνατος γίνεται η αιτία μιας μεγάλης συμφιλίωσης. Αλλά είναι πια αργά, καθώς ο ένας από τους φίλους είναι πια νεκρός. Η κόρη της Κοκκινοσκουφίτσας πάει μια βόλτα στο δάσος και μαθαίνει την οδυνηρή αλήθεια της ιστορίας με τον κακό λύκο. Στο ίδιο δάσος που άνθρωποι συρρέουν μαζικά σε ένα σπήλαιο σαν του Πλάτωνα για να λυτρωθούν με μεταφυσικές αυταπάτες. Και κάποιος Διονύσης, αποτελεί το επίκεντρο όλων αυτών των ιστοριών. Μα το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να ξαναδεί το παιδί του. Κι αντί γι’ αυτό καταλήγει να γίνει ένας συλλέκτης πινακίδων από ταξί. Στο graphic novel «Ο Συλλέκτης» του Soloup, έξι διηγήματα με κοινό πυρήνα, συνθέτουν μια μεγάλη δραματική ιστορία για την οικογένεια, τη γονική αποξένωση, τη γραφειοκρατική παράνοια, την αδικία στη σύγχρονη Ελλάδα. Πριν από λίγο τελείωσα την ανάγνωση του βιβλίου σου και δεν σου κρύβω ότι χάλασα πολλά χαρτομάντιλα σκουπίζοντας τα δάκρυά μου. Ήταν στις προθέσεις σου να προκαλέσεις τέτοια συγκίνηση; Όταν προσπαθείς να αφηγηθείς μια τόσο φορτισμένη ιστορία, αυτή κατακλύζει πρώτα απ’ όλα εσένα που τη γράφεις. Δεν σκέφτεσαι αν η συγκεκριμένη αφήγηση θα συγκινήσει και άλλους. Το εύχεσαι και το ελπίζεις, βέβαια, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν σε απασχολεί και τόσο. Κυριαρχεί η έγνοια να διατυπώσεις με σαφήνεια τα ερωτήματα που «τρώνε» τον ήρωά σου και μετά να τον βάλεις μπροστά σε αυτά. Εκείνο που με απασχολούσε όσο δούλευα τον «Συλλέκτη» ήταν το τι στάση θα κρατούσε ο Διονύσης απέναντι στις παράλογες καταστάσεις που προέκυπταν στη ζωή του αλλά και τη γραφειοκρατική, σχεδόν καφκική, δικαιοσύνη που θεωρεί τους πατεράδες εξ αρχής «ενόχους μέχρι αποδείξεως του εναντίου». Ο αγώνας του ήρωα να σταθεί όρθιος χωρίς ταυτόχρονα να απομακρυνθεί από το παιδί του, τη Φωτεινούλα, είναι μάλλον εκείνα που προκαλούν τη συγκίνηση. Για να δούμε. Είσαι από τους πρώτους αναγνώστες του «Συλλέκτη» κι έτσι μου δίνεις ελπίδες ότι το graphic novel «λειτουργεί». Περιμένω με αγωνία τις αντιδράσεις των αναγνωστών. Πώς προέκυψε, ιδιαίτερα μετά το «Αϊβαλί» και την αιρετική ματιά σου πάνω στην πολυτάραχη ιστορία των σχέσεων Ελλάδας και Τουρκίας, ένα βιβλίο για την οικογένεια και τον αποχωρισμό; Έχω στα σκαριά αρκετά σενάρια που συνομιλούν με την Ιστορία. Το ένα μάλιστα είναι έτοιμο από την εποχή που δούλευα το «Αϊβαλί» και διαδραματίζεται την ίδια περίοδο. Ελπίζω μια μέρα να το δείτε ολοκληρωμένο. Προς το παρόν ήθελα συνειδητά ν’ αποφύγω τη γνωστή παγίδα που πέφτουν οι συγγραφείς καθώς, ύστερα από ένα πετυχημένο έργο, προσπαθούν να επαναλάβουν τον εαυτό τους. Ήταν πρόκληση λοιπόν το να ασχοληθώ με κάτι εντελώς διαφορετικό, πόσο μάλλον με ένα καυτό κοινωνικό ζήτημα όπως η ψυχολογική -και όχι μόνο- «κακοποίηση» των εμπλεκομένων σ’ ένα διαζύγιο. Τι σχέση έχει ο Αντώνης Νικολόπουλος με τον Διονύση της ιστορίας; Έχει το βιβλίο αυτοβιογραφικά στοιχεία ή είναι μια μυθοπλασία; Όπως ακριβώς το διατυπώνεις, εγώ λέγομαι Αντώνης, ο ήρωας, Διονύσης. Η ζωή είναι πάντα κάτι διαφορετικό από ένα βιβλίο. Η ιστορία ενός βιβλίου αποτελεί ένα κλειστό σύμπαν. Η ζωή, πάλι, είναι ανοιχτή. Αχαρτογράφητη, ανατρεπτική και απρόβλεπτη. Αυτά ακριβώς τα παράλογα -όπως τα περιγράφει ο Καμί- χαρακτηριστικά της «πραγματικότητας» είναι την ίδια στιγμή εκείνα που δίνουν τροφή στη μυθοπλασία και την έντεχνη δημιουργία: στα μυθιστορήματα, στα σενάρια, στις μουσικές και στους πίνακες ζωγραφικής. Θα έλεγα λοιπόν πως δεν έχει σημασία για κάποιον αναγνώστη αν η ιστορία ενός βιβλίου, όπως ο «Συλλέκτης», αφορά τον συγγραφέα όσο το ότι τα προβλήματα που θίγονται υπάρχουν παντού εκεί έξω. Ιστορίες που συχνά είναι πολύ πιο τραυματικές και επώδυνες από αυτήν του Διονύση και δηλητηριάζουν τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων. Υπάρχουν προβληματικά διαζύγια που αποξενώνουν τα παιδιά από τους γονείς τους, χωρίς καμιά ουσιαστική μέριμνα από τους θεσμούς (ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς κ.λ.π.) και μια δικαιοσύνη που καταλήγει ν’ αποτελεί μέρος του προβλήματος και όχι τη λύση του. Ένα ζήτημα που όλοι οι φορείς το γνωρίζουν, αλλά κανείς δεν μιλάει ανοιχτά γι’ αυτό. Οι ήρωες λοιπόν μπορεί να είναι φανταστικοί, τις καταστάσεις όμως που βιώνουν χιλιάδες άνθρωποι σαν τον Διονύση και δυστυχώς σε όλο τον κόσμο, μόνο μυθοπλασία δεν μπορείς να τις χαρακτηρίσεις. Το ξέρω πως θα γίνω αδιάκριτος αν ρωτήσω ποια είναι η κόρη της Κοκκινοσκουφίτσας στην οποία αφιερώνεις το βιβλίο. Αλλά θα το κάνω, μια και έχεις δημιουργήσει ολόκληρο κεφάλαιο γι' αυτήν. Το πέμπτο κεφάλαιο του graphic novel ξαναδιαβάζει το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας. Υπάρχουν άπειρες παραλλαγές του παραμυθιού, από τις πρώτες λαϊκές αφηγήσεις και την καταγραφή του Perrault μέχρι τις μέρες μας. Η πλέον διαδεδομένη και εικονογραφημένη εκδοχή είναι εκείνη των αδελφών Grimm. Το ενδιαφέρον είναι πως στην καταγραφή των Grimm –«συλλέκτες» παραμυθιών οι ίδιοι– παραθέτουν και μια δεύτερη παραλλαγή, σύμφωνα με την οποία είναι η ίδια η Κοκκινοσκουφίτσα εκείνη που σκοτώνει τον κακό λύκο. Αυτή η δεύτερη «Κοκκινοσκουφίτσα» γίνεται στο graphic novel η βάση για μια νέα ανάγνωση του παραμυθιού με αποδέκτη έναν σύγχρονο θεατή, την κόρη της Κοκκινοσκουφίτσας, δηλαδή. Είναι εκείνη που θα μπορούσε, με τη σχετική απόσταση από τις εντάσεις, να κατανοήσει πως τα σύγχρονα παραμύθια δεν έχουν μόνο καλούς και κακούς. Γιατί στον υπότιτλο χρησιμοποιείς τον χαρακτηρισμό «κακός λύκος» για τον πρωταγωνιστή σου; Τα πράγματα στη ζωή δεν είναι ή άσπρα ή μαύρα. Το ίδιο και οι άνθρωποι γύρω μας δεν είναι μόνο καλοί ή μόνο κακοί. Κάθε χαρακτήρας κρύβει πολλές προσωπικότητες και συναισθήματα. Από την άλλη, η περιγραφή των πραγμάτων εξαρτάται από το σημείο στο οποίο στεκόμαστε και τα βλέπουμε. «Κακός» είναι ένας λύκος γιατί κάποιος θέλει να τον δει ως τέτοιο. Κάποιος άλλος μπορεί να τον βλέπει αλλιώς. Γι’ αυτό και στα έξι κεφάλαια του graphic novel προσπάθησα να παρακολουθήσω την ίδια ιστορία του Διονύση, μέσα από διαφορετικές οπτικές γωνίες: του γείτονα, ενός καναρινιού, του παππού και της γιαγιάς, του λαγού και στο τέλος βέβαια να παρουσιάσω την ίδια την υποκειμενική ματιά του Διονύση για όσα βιώνει. Στο βιβλίο σου μπλέκεται αξεδιάλυτα η πραγματικότητα με τη φαντασία. Η Κοκκινοσκουφίτσα, η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, ένας πρόσφυγας που πασχίζει να σώσει ένα πουλάκι, ένα τεράστιο κλουβί στην κορυφή της Ακρόπολης, η Μικρή Λουλού γίνονται στοιχεία μιας πολυεπίπεδης αφήγησης. Εσύ πώς θα περιέγραφες με 100 λέξεις το βιβλίο σου; Δεν χρειάζονται τόσες λέξεις. Μόνο δύο αρκούν για να περιγράψουν τα συναισθήματα του κεντρικού χαρακτήρα του βιβλίου, στη βροχή κάτω από μια ομπρέλα: «Σιωπηλή κραυγή». Και το σπήλαιο του Πλάτωνα; Είμαστε όλοι δεμένοι και βλέπουμε μόνο σκιές; Και ποιοι είναι αυτοί που μας τις δείχνουν παραπλανώντας μας; Στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα υπάρχει η εξαιρετική αλληγορία της σπηλιάς. Ένα κείμενο που γράφτηκε σχεδόν 2.500 χρόνια πριν και περιγράφει με ανατριχιαστική διαύγεια –θα λέγαμε προφητικά– τους «ισμούς» που στη συνέχεια παρέλασαν στις ανθρώπινες κοινωνίες. «Ισμοί» που διαχρονικά θρέφουν ανθρώπους και θρέφονται από τα μυαλά και τις σάρκες τους. Θρησκείες και ιδεολογίες που μέσα από θέσφατα, αφορισμούς, τσιτάτα και απόλυτες αλήθειες καλύπτουν τις ανησυχίες των μαζών προσφέροντάς τους εξιδανικευμένες λύσεις ή λυτρώσεις. Δεν έχει τόση σημασία, λοιπόν, σύμφωνα με τον ίδιο τον Πλάτωνα, ποιοι είναι κάθε φορά οι «παραπλανητές», όσο το ότι αυτό που γεννά και αναπαράγει τη συγκεκριμένη συνθήκη είναι η αδυναμία των ανθρώπινων κοινωνιών να αντικρίσουν κατάματα την αλήθεια της ύπαρξης. Στην προμετωπίδα χρησιμοποιείς μια φράση από τη «Δίκη» του Κάφκα: «Και τώρα σας συμβουλεύω να πάτε στο δωμάτιό σας, να κάτσετε ήσυχα και να περιμένετε τι θα αποφασίσουν για εσάς». Πώς προέκυψε η επιλογή αυτή; Όταν σε νεότερη ηλικία πρωτοδιάβαζα Κάφκα, μου φαινόταν υπερβολικός. Μεγαλώνοντας όμως, διαπιστώνω όλο και πιο συχνά πόσο «καφκικές» μπορεί να αποδεικνύονται αρκετές καταστάσεις στην πραγματική ζωή. Ένας πατέρας, για παράδειγμα, σαν τον Διονύση ο οποίος εντελώς αδικαιολόγητα δεν μπορεί να επικοινωνεί με το παιδί του, ενώ ταυτόχρονα είναι δέσμιος μιας παράλογης περιπέτειας δικαστικών αναβολών, δεν διαφέρει πολύ από τον Γιόζεφ Κ. στη «Δίκη» του Κάφκα, καθώς τον παρακολουθούμε να οδεύει προς την προδιαγεγραμμένη καταδίκη του. Μεταξύ άλλων, επιφυλάσσεις και μια σκληρή κριτική γεμάτη πικρία για την ελληνική δικαιοσύνη και την αστυνομία. Πόσο μπορεί να εμπιστευτεί ένας πολίτης σήμερα αυτούς τους θεσμούς; Εξαρτάται από ποια θέση κοιτάς, του θύτη ή του θύματος. Παρά το ότι αποτελούν ολοφάνερα και οι δύο θεσμικές εκφάνσεις τής εκάστοτε εξουσίας, τις αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά ως άτομα όταν καλείς, ας πούμε, το «100» και προστρέχεις στον αστυνομικό για να σε προστατέψει από μια αδικία, και διαφορετικά όταν σε βαράει ένας «μπάτσος» σε μια διαδήλωση. Από την άλλη, είναι παροιμιώδεις οι συμβάσεις, οι θεατρινισμοί και τα κατά συνθήκη ψεύδη που διαδραματίζονται στις αίθουσες των δικαστηρίων, με τα νομικά τερτίπια, τους τακτικισμούς των δικηγόρων, τους δασκαλεμένους ψευδομάρτυρες και τη γραφειοκρατία. Το σίγουρο πάντως, σε ότι αφορά το συγκεκριμένο πρόβλημα, είναι πως η ελληνική δικαιοσύνη βρίσκεται αρκετά πίσω από τις εξελίξεις στην Ευρώπη και στον κόσμο. Το σύνδρομο «γονικής αποξένωσης», για παράδειγμα, ταξινομήθηκε πρόσφατα από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας του ΟΗΕ (WHO) ως νόσος. Εδώ κανείς δεν νοιάζεται. Εγκλωβισμένη σε προκάτ αποφάσεις, αγνοώντας την έννοια της συνεπιμέλειας που κερδίζει παντού έδαφος και ρίχνοντας με ευκολία τα βάρη στους πατεράδες, η δικαιοσύνη όχι μόνο δεν προσφέρει λύσεις αλλά παραμένει μάλλον μέρος του προβλήματος. Είσαι ένας έμπειρος πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός χιουμοριστικών κόμικς εδώ και σχεδόν 30 χρόνια. Ξαφνικά προέκυψε το «Αϊβαλί» και τώρα ο «Συλλέκτης». Μήπως συνειδητοποίησες ότι μεγαλώνεις και θέλεις να προλάβεις να πεις κι άλλα πράγματα εκτός από το να κάνεις τους αναγνώστες να γελάνε; Η ζωή είναι απρόβλεπτη και χωράει τα πάντα, τόσο κωμωδίες όσο και δράματα. Κάθε νέα κατάσταση που συναντούμε, μας προβληματίζει διαφορετικά και απαιτεί άλλη αντιμετώπιση. Τα σκίτσα ύστερα από τόσα χρόνια μάλλον έχουν μετατραπεί στο μυαλό μου σε ενστικτώδη τρόπο σκέψης και αντίδρασης. Θα περιέγραφα λοιπόν ως ευτυχή συγκυρία το να σκιτσάρω χρησιμοποιώντας διαφορετικούς τρόπους -το χιούμορ, την πολιτική σάτιρα, τα graphic novels-, για πράγματα που μας απασχολούν όλους. Μια συνθήκη που σου παρέχει τη δυνατότητα σκέψης κι έκφρασης ενώ ταυτόχρονα σε αποστασιοποιεί από τις καταστάσεις. Είναι τα κόμικς ένα κατάλληλο μέσο και εργαλείο για να αφηγηθεί κάποιος τόσο δύσκολες ιστορίες, από πολιτικά και ιστορικά θέματα μέχρι τραυματικές προσωπικές εμπειρίες; Με έκπληξη μέσα από αυτά που ανακαλύπτω σιγά σιγά στη δουλειά μου αλλά και με τα όσα βλέπω, απολαμβάνω και θαυμάζω στις δουλειές τόσων σκιτσογράφων παντού στον κόσμο, ναι! Τα κόμικς, ώριμα πια, είναι ένα θαυμάσιο έντεχνο μέσο που συνεχίζει να εξελίσσεται, συνδυάζοντας τον λόγο με την εικόνα, ανακαλύπτοντας διαρκώς νέα αφηγηματικά μονοπάτια. Στην Ελλάδα μάλιστα βιώνουμε σήμερα την αξιοσημείωτη άνθησή τους, οφείλοντας τις γερές τους ρίζες στα χρόνια της «Βαβέλ» και του «Παρά Πέντε». Μετά τον «Συλλέκτη» τι να περιμένουμε: Έχεις βάλει μπροστά το επόμενο σχέδιό σου; Ο «Συλλέκτης» μόλις ξεκίνησε και το «Αϊβαλί» έχει ακόμα πολύ δρόμο. Ετοιμάζονται όμορφα πράγματα και για τα δύο. Από την άλλη, χρειάζεται μια χρονική απόσταση για να καταλάβεις τι είναι εκείνο που θα πάρει σειρά. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν ήδη πολλά διαφορετικά σενάρια σε αρκετά προχωρημένο στάδιο που περιμένουν. *Μια μικρή προδημοσίευση του «Συλλέκτη», που σε λίγες ημέρες θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία όλης της χώρας, μπορείτε να δείτε στο «Καρέ Καρέ». Ο Soloúp, πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες, είναι διδάκτωρ Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας (Πανεπιστήμιο Αιγαίου) κι έχει σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες στην Πάντειο. Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει 14 άλμπουμ με γελοιογραφίες και κόμικς του, η μελέτη «Τα Ελληνικά Κόμικς» (εκδ. Τόπος, 2012) και το graphic novel «Αϊβαλί» (εκδ. Κέδρος, 2014), το οποίο έχει μεταφραστεί στα γαλλικά και τα τουρκικά, έχει βραβευτεί ως «Καλύτερο κόμικς» και «Καλύτερο Σενάριο» στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς 2015 και έχει αποσπάσει το «Coup de Coeur 2016» στο 17ο φεστιβάλ Rendez-vous du Carnet De Voyage (Clermont Ferrand, Γαλλία). Το 2015 πραγματοποιήθηκε στο Μουσείο Μπενάκη η έκθεση «Αϊβαλί - ένα ταξίδι στο χρόνο» (Φεβρουάριος- Μάιος), που περιόδευσε στη συνέχεια για πάνω από 400 μέρες σε μουσεία, γκαλερί και βιβλιοθήκες σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Ο Soloúp έχει σχεδιάσει ζωντανά επί σκηνής (live drawing) συνοδεύοντας μουσικές παραστάσεις στο Μέγαρο Μουσικής (2017), στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, στο ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (2018) και αλλού, ενώ κατά καιρούς διοργανώνει workshops στο πλαίσιο μιας ευρύτερης έρευνας για το σκίτσο (γελοιογραφία - comics/graphicnovels) η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη. Info Το «Αϊβαλί», (εκδόσεις Κέδρος - 2014) του Soloup είναι μια σπονδυλωτή αφήγηση για το τραυματικό παρελθόν Ελλήνων και Τούρκων στα παράλια της Μικράς Ασίας και την Καταστροφή του 1922. Χρησιμοποιώντας κείμενα των Φώτη Κόντογλου, Ηλία Βενέζη, Αγάπης Βενέζη-Μολυβιάτη και Αχμέτ Γιορουλμάζ, ο Soloup ερευνά και ερμηνεύει τις αιτίες των γεγονότων, όσων προηγήθηκαν και όσων ακολούθησαν τη Συνθήκη της Λωζάννης, επιχειρώντας να αφυπνίσει τη μνήμη ώστε να αποφευχθεί η επανάληψη των λαθών κάθε πλευράς που οδήγησαν στην τραγωδία. Ο «Συλλέκτης», με υπότιτλο «Έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο» (εκδόσεις Ίκαρος) αποτελεί μια επίσης σπονδυλωτή ιστορία με κεντρικό πρόσωπο τον Διονύση, έναν πατέρα που βυθίζεται στην άβυσσο της γραφειοκρατίας πασχίζοντας απελπισμένα να ξαναδεί το παιδί του. Με τη χρήση εναλλακτικών εκδοχών γνωστών παραμυθιών, όπως η «Κοκκινοσκουφίτσα» και η «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», με αλληγορίες όπως το «Σπήλαιο» του Πλάτωνα και με τις διαφορετικές οπτικές γωνίες από τις οποίες ο αναγνώστης μαθαίνει τα γεγονότα, ο Soloup δημιουργεί ένα συγκινητικό έργο που διαβάζεται σαν παραμύθι. Αλλά, δυστυχώς, για τους πρωταγωνιστές του βιώνεται ως δράμα. Και το σχετικό link...
  3. «Το Γρα-Γρου ξεκίνησε ως χάνι, έγινε κουρείο και τελικά εστιατόριο. Κοιμούνταν δυο και τρεις μέρες μέσα και την έβγαζαν με φασολάδες και σούπες, τσάι και κονιάκ», λένε οι δημιουργοί του. Γρα-Γρου. Γρα-Γρου. Περίεργο όνομα – μόνο αν το επαναλάβεις μερικές φορές, ίσως με λίγο γρέζι στη φωνή σου, μπορεί και να υποψιαστείς από που προέρχεται. Ατμοσφαιρικό εξώφυλλο, ποτισμένο ένα βαθύ μπλε που το φως του λυχναριού του δίνει χροιά ηλεκτρική – δυο άνθρωποι βαδίζουνε μια ανηφόρα που το τέλος της δε φαίνεται. Θέλω να το μεγεθύνω σε διαστάσεις πόστερ. Κόμιξ είναι το Γρα-Γρου. Το καλύτερο ελληνικό κόμιξ για το 2017 σύμφωνα με το ComicDom, όπου απέσπασε και το βραβείο καλύτερου σεναρίου. Συνάντησα στο Παγκράτι τους δυο από τους τρεις συνδημιουργούς του: τον συγγραφέα Γιάννη Παλαβό (που μαζί με τον Τάσο Ζαφειριάδη υπογράφουν το σενάριο) και τον σχεδιαστή Θανάση Πέτρου που σκηνοθέτησε τις λέξεις σε εικόνες. Αντί συστάσεων να αναφέρω μόνο πως ο Γ. Παλαβός με τη συλλογή διηγημάτων του «Αστείο» τιμήθηκε το 2013 με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, ενώ ο Θανάσης Πέτρου έχει σχεδιάσει σε κόμιξ άλλα τρία λογοτεχνικά έργα. «Ήταν ένα στοίχημα αν θα αρέσει. Γιατί είναι ένα πολύ παράξενο, ιδιαίτερο κόμιξ. Άρεσε – και το χαρήκαμε πολύ», λέει ο Γ. Παλαβός. Αν αρχίσεις και μόνο να το φυλλομετράς, θα διαπιστώσεις αμέσως πόσο ανεπιτήδευτο, λιγόλογο και «μετρημένο» είναι – «θέλαμε το κείμενο να λειτουργεί ως συμπλήρωμα στη σιωπή. Το κόμιξ έχει πολύ “άδειο”, είναι βασισμένο στην ατμόσφαιρα και το σχέδιο», μου λένε οι δημιουργοί του. Ζαφειριάδης, Παλαβός και Πέτρου έχουν συνεργαστεί ξανά στο «Πτώμα», ένα κόμιξ που κατάφερε να μεταφραστεί και στα γαλλικά. Το Γρα-Γρου είναι ένα πρότζεκτ που ξεκίνησε ως ιδέα το 2012, μέστωσε, δουλεύτηκε ξανά και ξανά, μέχρι το φθινόπωρο του 2017, οπότε κυκλοφόρησε – ως απτό έργο τέχνης. Εικόνες, λέξεις, μουσική (από το ιδιοσυγκρασιακό soundtrack του Μιχάλη Σιγανίδη) – σαν κινηματογραφική ταινία που αποδόθηκε με ειλικρίνεια και δεξιοτεχνία στο χαρτί. To Γρα-Γρου θα παρουσιαστεί το Σάββατο 5 Μαΐου στις 21:00 στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης (αίθουσα «Ματαρόα», Περίπτερο 13). Θα μιλήσουν οι συγγραφείς Ηλίας Παπαμόσχος και Νώντας Τσίγκας, καθώς και οι δημιουργοί του κόμιξ. - Τι ήταν το Γρα-Γρου; (Γ. Παλαβός): Το Γρα-Γρου ήταν ένα εστιατόριο στα σύνορα των νομών Κοζάνης και Ημαθίας, σε μια άκρη της παλιάς εθνικής οδού που ένωνε τη Δυτική με την Κεντρική Μακεδονία. Ήταν ένα χαμηλό κτήριο που έχτισαν πρόσφυγες από τη Σάντα του Πόντου σ’ έναν ορεινό τόπο, στα 1000 μ. υψόμετρο, με πολύ ομίχλη, δριμύ κρύο το χειμώνα και χιόνι, δυο μέτρα συχνά. Ξεκίνησε ως χάνι, έγινε κουρείο και τελικά εστιατόριο. Ήταν ένα μέρος με ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, περιτριγυρισμένο από δάσος με καστανιές. Καστανιά ονομάζεται και το ποντιακό χωριό πάνω από το Γρα-Γρου, και λίγο ψηλότερα στο βουνό είναι η Παναγία Σουμελά. Πολλοί ταξιδιώτες σταματούσαν στο Γρα-Γρου. Κι όταν έριχνε πολύ χιόνι, εγκλωβιζόταν κόσμος εκεί – κοιμούνταν δυο και τρεις μέρες μέσα στο εστιατόριο και την έβγαζαν με φασολάδες και σούπες, τσάι και κονιάκ. Το Γρα-Γρου ήταν σαν φάρος στην ομίχλη, ένα καταφύγιο μέσα στην αγριάδα του τοπίου. - Το ήξερες σαν μέρος; (Γ. Παλαβός): Ήταν διάσημο και πολύ αγαπητό στους Βορειοελλαδίτες. Εμείς από το χωριό μου, το Βελβεντό της Κοζάνης, σταματούσαμε εκεί όταν πηγαίναμε στη Βέροια ή στη Θεσσαλονίκη. Επίσης, ο πατέρας μου ήταν φορτηγατζής, σταματούσε πάντα στο Γρα-Γρου κι έχω ακούσει κι απ’ αυτόν πολλές ιστορίες. Αλλά και ο Τάσος Ζαφειριάδης, που γράψαμε μαζί το σενάριο, είχε περάσει πολλές φορές παλιότερα από κει στον δρόμο για Θεσσαλονίκη κατά τις οικογενειακές εξορμήσεις προς τα δυτικά. (Θ. Πέτρου): Θεσσαλονικιός όντας, έχω κάνει κι εγώ πολλές φορές αυτόν τον δρόμο, το ήξερα ως μαγαζί και ως ιδιαίτερο σημείο, αλλά δεν είχα σταματήσει ποτέ. - Το Γρα-Γρου δούλευε, λοιπόν, με τους διερχόμενους οδηγούς και τα ΚΤΕΛ; (Γ. Παλαβός): Υπήρχε κι ένα άλλο μέρος, η Ζωοδόχος Πηγή, λίγο πιο πάνω στον ίδιο δρόμο, με αρκετά σουβλατζίδικα και τουριστικά καταστήματα που πουλούσαν σουβενίρ, γκλίτσες κλπ. Τα λεωφορεία έκαναν στάση εκεί. Το Γρα-Γρου είχε λιγότερο κόσμο, τρόπον τινά «ρέκτες» – σταματούσαν εκεί όσοι ήθελαν να φάνε συγκεκριμένα και καλομαγειρεμένα φαγητά. Φημιζόταν για τη φασολάδα του, το χοιρινό με λάχανο, τα μανιτάρια από το βουνό, ενώ ξακουστό ήταν το ρυζόγαλό του. Οι διερχόμενοι αποτελούσαν τον κύριο όγκο της πελατείας του, αλλά πήγαιναν εκεί, για το ποιοτικό φαγητό του, και άνθρωποι από τη Θεσσαλονίκη ή τη Βέροια. Είχε έναν διαφορετικό χαρακτήρα το Γρα-Γρου, ήταν σύμβολο και τοπόσημο, και σίγουρα όχι τουριστικό. - Πότε άρχισε να λειτουργεί; (Γ. Παλαβός): Ως εστιατόριο τη δεκαετία του ’60, και μέχρι να κλείσει το δούλεψαν τρεις οικογένειες, όλες από το χωριό Καστανιά. Πρώτα η οικογένεια Χειμωνίδη, έπειτα γύρω στο ’70 η οικογένεια Λιανίδη και τέλος ορισμένοι συγγενείς τους. - Και πότε έκλεισε; (Γ. Παλαβός): Μόλις ξεκίνησε να λειτουργεί η Εγνατία. Την επόμενη μέρα δεν πέρασε κανένας. Γιατί να κάνεις μια ώρα δρόμο, μπορεί και τρεις αν έβρισκες μπροστά σου κάμποσα πούλμαν και φορτηγά, όταν μέσω της Εγνατίας η απόσταση Βέροιας-Κοζάνης είναι είκοσι λεπτά, μια συνεχόμενη ευθεία με σήραγγες και γέφυρες; Έκλεισε την επομένη. (Θ. Πέτρου): Ο δρόμος ήταν «Κατάρα» νούμερο δύο... Μετά την Εγνατία αχρηστεύτηκε. Και δεν μπορούσε να «ζήσει» το μαγαζί με τους δέκα θαμώνες που θα έρθουν από τη Θεσσαλονίκη το Σάββατο, ούτε με δυο παππούδες που θα κατέβουν απ’ το χωριό για να πιουν καφέ. Μετά από λίγους μήνες γκρεμίστηκε και, πλέον, δεν μπορεί να ξαναχτιστεί στο ίδιο σημείο. Ο νόμος απαγορεύει πλέον να χτίσεις οτιδήποτε σε απόσταση μικρότερη των έξι μέτρων από τον δρόμο – και δεν υπάρχουν έξι μέτρα εκεί, είναι γκρεμός. - Δεν έχουμε πει ακόμα πώς πήρε αυτό το τόσο χαρακτηριστικό όνομά του. (Γ. Παλαβός): Από τον ήχο των μηχανών καθώς ανέβαιναν τη δύσκολη ανηφόρα. Υπήρχε ένα σπίτι ακριβώς δίπλα στο Γρα-Γρου κι αυτός που έμενε εκεί δεν μπορούσε να κοιμηθεί από το «γρα-γρου» των αυτοκινήτων που άλλαζαν ταχύτητα για να βγάλουν την ανηφόρα. - Και πώς το εστιατόριο «Γρα-Γρου» έγινε κόμιξ; (Γ. Παλαβός): Η ιδέα ήταν του Τάσου Ζαφειριάδη. Ξεκίνησε με την εικόνα μιας γέφυρας που χάνεται στην ομίχλη. Φαντάσου ένα γεφύρι και να βλέπεις μόνο μέχρι τη μέση του, να μην ξέρεις τι βρίσκεται απέναντι. Στο σημείο δεν υπήρχε γεφύρι, συνδυάστηκε όμως στο μυαλό του Τάσου η εικόνα μιας τέτοιας, επινοημένης γέφυρας, με το Γρα-Γρου, κάπως σαν «φυλάκιο» δίπλα της. Ήταν, λοιπόν, μια ιδέα του Τάσου, αλλά κι εγώ, γνωρίζοντας το μέρος, μπορούσα να την καταλάβω: στο σημείο όπου ήταν χτισμένο το πραγματικό Γρα-Γρου, ένιωθες την ένταση του περάσματος. Όταν μου πρότεινε ο Τάσος να δουλέψουμε μαζί ένα σενάριο πάνω σ’ αυτή την πρώτη εικόνα και αίσθηση, δέχτηκα αμέσως. - Πώς καταλήξατε στην ιστορία και τους χαρακτήρες; Η πρώτη ιδέα είναι αρκετά αφαιρετική. (Γ. Παλαβός): Το καλοκαίρι του 2012 ήρθε ο Τάσος στο Βελβεντό και δυο μέρες συζητούσαμε – αποκρυσταλλώσαμε τον βασικό κορμό της πλοκής και τους χαρακτήρες. Υπάρχει ένα πέρασμα, μια γέφυρα που δεν ξέρουμε πού οδηγεί, υπάρχει ο ιδιοκτήτης του Γρα-Γρου, ο οποίος λειτουργεί σαν φύλακας του περάσματος, και μια κοπέλα που θέλει να περάσει απέναντι αλλά δειλιάζει. Κεντρικοί ήρωες της ιστορίας είναι αυτοί οι δυο, αλλά, όπως σ’ έναν τροχό, υπάρχουν κι άλλοι χαρακτήρες που εξακτινώνονται γύρω τους. Οι περισσότεροι είναι άνθρωποι που θέλουν να περάσουν, αλλά δειλιάζουν. Ανέλαβα να γράψω το κομμάτι της ιστορίας που εκτυλίσσεται στο σήμερα και ο Τάσος το άλλο μισό, που εκτυλίσσεται στον 16ο αιώνα. - Υπάρχει κι ένα χωροχρονικό παιχνίδι, δηλαδή; (Γ. Παλαβός): Ναι, η ιστορία διαθέτει ένα μεταφυσικό στοιχείο, καθώς δεν ξέρουμε τι συμβαίνει στην άλλη μεριά της γέφυρας. Για να χτιστεί, όμως, μια γέφυρα, ξεκινάς ταυτόχρονα από τις δύο πλευρές, ώστε να ενωθούν τα δυο κομμάτια στο μέσον της. Έπρεπε να εξηγήσουμε πώς χτίστηκε αυτή η γέφυρα, που η μια της πλευρά είναι άγνωστη. Έγραψε, λοιπόν, ο Τάσος μια ιστορία που εκτυλίσσεται στην οθωμανική περίοδο, όπου ένας αρχιτέκτονας αναλαμβάνει κατά παραγγελία του Σουλτάνου να φτιάξει μια τέτοια γέφυρα. Ο χαρακτήρας του αρχιτέκτονα βασίζεται στον περίφημο Μιμάρ Σινάν, τον αρχιτέκτονα του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. (Θ. Πέτρου): Στη Βέροια, στην Μπαρμπούτα – όπως λέγεται η εβραϊκή συνοικία της πόλης –, υπάρχει μια γέφυρα που ο θρύλος λέει ότι την έφτιαξε ο Σινάν, για αυτό και λέγεται «Γέφυρα του Σινάν». Καμία σχέση, όμως, δεν είχε ο κατασκευαστής της με τον ξακουστό αρχιτέκτονα, απλώς ήταν αφιερωμένη σε κάποιον Σινάν, μπέη της περιοχής. Αν περάσεις τώρα απ’ τη Βέροια, υπάρχει ακόμα η γέφυρα, αλλά σχεδόν δεν φαίνεται, την έχουν τσιμεντώσει. «Η ιστορία τού σήμερα εκτυλίσσεται τρεις μήνες προτού ανοίξει η Εγνατία και τρεις μήνες μετά, οπότε το σημείο έχει πια ερημώσει. Δεν θα πω περισσότερα, γιατί θα κάνουμε spoiler», μου λέει ο Γιάννης Παλαβός όταν τον ρωτάω για το πώς συνδέονται οι δυο ιστορίες. «Η ιστορία του 16ου αιώνα δείχνει πώς δείλιασε ο αρχιτέκτονας να δώσει κάτι παραπάνω από τον εαυτό του στο εγχείρημα της κατασκευής της γέφυρας. Σύμφωνα με την παράδοση, για να φτιάξουμε ένα γεφύρι, κάποιος ή κάτι θυσιάζεται. Ο αρχιτέκτονας δεν τολμά να θυσιάσει ένα κομμάτι του εαυτού του, ενώ κάποιοι χαρακτήρες της ιστορίας τού σήμερα τολμούν – ίσως φτιάχνουν οι ίδιοι μια νοητή γέφυρα, πάντως δίνουν κάτι απ’ τον εαυτό τους και τη διασχίζουν. Κάνουν το βήμα. Αυτό είναι το θέμα των δυο ιστοριών: τι θυσιάζεις προκειμένου να κάνεις ένα τέτοιο βήμα». «Ένα βήμα που, ίσως, οδηγεί σε μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας», λέει ο Θανάσης Πέτρου. (Γ. Παλαβός): Οι δυο ιστορίες τέμνονται και με άλλους τρόπους, όπως ο Άγιος Χριστόφορος, που είναι ο προστάτης των οδοιπόρων και των ταξιδιωτών. Το Γρα-Γρου γκρεμίστηκε, αλλά το εκκλησάκι του Αγίου Χριστοφόρου, ακριβώς απέναντί του, υπάρχει ακόμα. Στο κόμιξ, και στις δυο ιστορίες του, υπάρχει ένα σκυλί που λειτουργεί ως ψυχοπομπός, συνοδεύοντας μέχρι ένα νοητό όριο όσους θέλουν να περάσουν απέναντι. Λέγεται Φόρης και είναι ενσάρκωση του Αγίου Χριστοφόρου. (Θανάσης Πέτρου): Ο Άγιος Χριστόφορος απεικονίζεται με δύο τρόπους, ως μια τεράστια μορφή που κρατάει στα χέρια έναν μικρό Ιησού ή ως κυνόμορφος. Αυτή είναι η παραδοσιακή απεικόνιση του αγίου, με κεφάλι και όψη σκύλου. Ο σκύλος, ο Φόρης, είναι ο τρίτος πρωταγωνιστής του κόμιξ και, κατά κάποιον τρόπο, συνδέει τις δυο ιστορίες. - Θανάση, να μιλήσουμε για το πώς σχεδίασες; (Θ. Πέτρου): Όταν τα παιδιά μου έστειλαν το σενάριο, αρχίσαμε να κάνουμε μικροδιορθώσεις στους διαλόγους. Όταν καταλήξαμε, ξεκίνησα το ντεκουπάζ, να χωρίζω δηλαδή το κείμενο σε σελίδες – από 35 σελίδες κείμενο, βγήκαν 90 σελίδες κόμιξ. Το κείμενο είναι πολύ περιορισμένο, ήταν εξαρχής λακωνικό, με ελλειπτικούς διαλόγους, αλλά και όσο δουλεύαμε το κόμιξ, συνεχώς κόβαμε. Και μετά ξεκίνησα να ετοιμάζω προσχέδια για κάθε σελίδα. Έκανα διάφορες δοκιμές, χρωματικές και σχεδιαστικές, συζητούσαμε με τα παιδιά, διορθώναμε και πάλι διορθώναμε... Κάποια στιγμή κατασταλάξαμε πώς θέλουμε να είναι. - Πόσον χρόνο σου πήρε; (Θ. Πέτρου): Την τελική κόπια τη σχεδίασα και τη χρωμάτισα σε έξι μήνες, 15 σελίδες ανά μήνα. Δούλευα «πλακωμένος»... Αλλά ήταν τόσο καλή η προετοιμασία, που μετά έβγαιναν γρήγορα οι σελίδες. - Είναι αλήθεια ότι κάποιοι χαρακτήρες του κόμιξ μοιάζουν με υπαρκτά πρόσωπα; (Θ. Πέτρου): Ο Τάσος και ο Γιάννης κάνουν εμφάνιση στο κόμιξ... (γελάει). Οι χαρακτήρες σε κάθε κόμιξ θέλουν κι αυτοί ψάξιμο όσον αφορά την εμφάνισή τους. Μου αρέσει να μεταφέρω στα κόμιξ μου φάτσες που ξέρω ή που βλέπω τυχαία. Όταν ξεκίνησα να σχεδιάζω τον βασικό ήρωα, τον κυρ Κώστα, είχα σκεφτεί να μοιάζει με τον Χαρίλαο Φλωράκη. Μετά είπαμε να τον κάνω σαν τον Αργύρη Μπακιρτζή. (Γ. Παλαβός): Ο οποίος ενθουσιάστηκε, του άρεσε πολύ. Παρουσιάσαμε το Γρα-Γρου στην Κοζάνη και ο Μπακιρτζής οδήγησε 270 χιλιόμετρα από την Καβάλα για να έρθει, μίλησε κιόλας, ήταν πολύ θερμός κι ήταν μεγάλη χαρά για μας. - Το είχατε πει στον Μπακιρτζή ότι θα τον μεταφέρετε σε κόμιξ; (Θ. Πέτρου): Ναι, αν και κάποια στιγμή μπορεί και να το είχε ξεχάσει... (γελάει). Και ο Μιχάλης Σιγανίδης που έχει γράψει τη μουσική μοιάζει με τον παπά της ιστορίας, ενώ ο πρωτομάστορας της ιστορίας του 16ου αιώνα μοιάζει μ’ έναν πρωτομάστορα του 18ου αιώνα που κάπου είδα μια απεικόνισή του. - Όσον αφορά την ατμόσφαιρα στο σχέδιο και, κυρίως, στο χρώμα; (Θ. Πέτρου): Θα μπορούσα να το έχω κάνει πιο κρύο, πιο παγερό. Εκτός από τα νυχτερινά, που είναι σκοτεινά, στις υπόλοιπες σελίδες δεν είναι τόσο «βόρεια» τα χρώματα. Ειδικά το φλας μπακ είναι σε θερμά χρώματα, ώχρες, πορτοκαλί. Στις υπόλοιπες σκηνές έπρεπε να δείξω το κρύο, αλλά αν το έκανα πιο έντονο, θα έβγαινε μουντό και άτονο, «ξεπλυμένο» κάπως. Δεν είχα ξανασχεδιάσει χιόνια σε τόσο μεγάλη έκταση και ήταν πρόκληση για μένα να φτιάξω την κατάλληλη ατμόσφαιρα. Δοκίμασα, διόρθωσα, παράτησα – αλλά κάποια στιγμή καταλήγεις, δεν μπορεί να είναι αέναη αυτή η αναζήτηση. Όσον καιρό το φτιάχναμε, δεν είχαμε αναζητήσει εκδότη, οπότε ήμασταν από την αρχή ως το τέλος και οι επιμελητές της δουλειάς μας. - Χρειάστηκε έρευνα από μέρους σας; (Γ. Παλαβός): Ναι, πήγαμε στο σημείο, είδαμε τα ερείπια, βγάλαμε φωτογραφίες. Επίσης, η ποιήτρια και μεταφράστρια Μαρία Τοπάλη με φιλοξένησε στο σπίτι της στην Καστανιά τρεις μέρες, με σύστησε σε ντόπιους, μίλησα με παλιούς θαμώνες, κατέγραψα εμπειρίες. Κι ακόμα, ένα κομμάτι της ιστορίας του 16ου αιώνα είναι γραμμένο στα «κουδαρίτικα», τη συνθηματική γλώσσα των «πετράδων» που έχτιζαν τα γεφύρια. Κι εδώ χρειάστηκε έρευνα. - Είναι βλάχικα ή αρβανίτικα; (Γ. Παλαβός): Είναι μια κατασκευασμένη από τους μαστόρους γλώσσα για να μην τους καταλαβαίνουν τ’ αφεντικά και να μην αποκαλύπτονται στους ξένους τα μυστικά της τέχνης τους. (Θ. Πέτρου): «Κούδα» σε αυτή τη συνθηματική γλώσσα είναι η πέτρα, εξού και «κουδαρίτικα». (Γ. Παλαβός): Ο Τάσος έκανε έρευνα, βρήκε λεξικά. Μάλιστα, στο τέλος του βιβλίου έχουμε κι ένα γλωσσάρι, που όποιος θέλει μπορεί να το συμβουλευτεί. - Με τις οικογένειες που δούλεψαν το Γρα-Γρου μιλήσατε; (Γ. Παλαβός): Δεν τους συνάντησα στο χωριό, μένουν μόνιμα στη Βέροια. Αλλά μίλησα μαζί τους τηλεφωνικά, με τον κ. Χειμωνίδη και τον κ. Λιανίδη. Μάλιστα ο κ. Λιανίδης, με τη μητέρα του, την κυρία Κλειώ που μαγείρευε είκοσι χρόνια στο Γρα-Γρου, ήρθαν και στην παρουσίαση του βιβλίου στη Βέροια, πήραν τον λόγο και ήταν πολύ συγκινητικό. «Πάντως δεν κάναμε κόμιξ την ιστορία του μαγαζιού (Γρα-Γρου), ούτε του χωριού (Καστανιά). Το κόμιξ Γρα-Γρου είναι μια δική μας ιστορία μυθοπλασίας. Έτσι, το πραγματικό Γρα-Γρου, ένα μέρος θρυλικό, απαθανατίστηκε σ’ ένα έργο τέχνης». - Το soundtrack του Γρα-Γρου; Προσωπικά με εντυπωσίασε ως προσθήκη στη δουλειά σας. (Θ. Πέτρου): Ο Μιχάλης Σιγανίδης δεν έχει φτιάξει ένα «μουσικό χαλί», δεν είναι το κλασικό soundtrack που θα βάλεις να παίζει ενώ διαβάζεις το βιβλίο. Ο Σιγανίδης έγραψε ένα δεύτερο Γρα-Γρου, έκανε μια δική του, προσωπική ανάγνωση της ιστορίας και έδωσε μια δική του ερμηνεία, μουσική και ηχητική. Στο soundtrack παίζουν εξαιρετικοί μουσικοί και, νομίζω, πρέπει ο αναγνώστης να δώσει προσοχή στις μουσικές συνάψεις που έχει φτιάξει ο Σιγανίδης – αξίζει να διαβάσεις το βιβλίο και να ακούσεις μετά τη μουσική του, ξεχωριστά. - Όμως η μουσική ακολουθεί τη ροή της ιστορίας; (Θ. Πέτρου): Είναι χωρισμένη σε κομμάτια αντίστοιχα με τις σκηνές του βιβλίου. - Και πώς ακούς τη μουσική; Το κόμιξ δεν συνοδεύεται από CD. (Θ. Πέτρου): Αν έχεις στο τηλέφωνό σου ένα QR Reader, απλώς θα κάνεις ανάγνωση του QR code που υπάρχει στο βιβλίο. Μπορείς όμως να χρησιμοποιήσεις και το σχετικό λινκ, που επίσης υπάρχει στο βιβλίο, και να ακούσεις το soundtrack σε live streaming. Μέσα σε έξι μήνες το Γρα-Γρου έχει πουλήσει περίπου 3.000 αντίτυπα. «Μεγάλη επιτυχία σε μια εποχή που οι πωλήσεις των κόμιξ σε όλον τον κόσμο βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση, και ειδικά για ένα κόμιξ που δεν είναι σαν αυτό που περιμένεις να διαβάσεις», μου λέει ο Θανάσης Πέτρου. «Δεν απευθυνόμαστε στον δεκαοκτάχρονο που διαβάζει Σούπερμαν και Μπάτμαν». - Χωρίς να τον αποκλείετε, φαντάζομαι. (Θ. Πέτρου): Δεν τον αποκλείουμε, καθόλου. Απλώς δεν είναι όλα για όλους. Ούτε υπάρχει ιδεατός αναγνώστης, κατ’ εμέ. Όμως αυτός που διαβάζει Σούπερμαν δεν θα διαβάσει το Γρα-Γρου ούτε τα Μυστικά του Βάλτου. Μακάρι να το κάνει, αλλά δεν θα τα ξεφυλλίσει καν. Είναι εντελώς διαφορετική η αισθητική. - Σε ποιους απευθύνεστε, λοιπόν; Αν μπορούσαμε να ορίσουμε target group σ’ ένα βιβλίο που δεν έχει γίνει μ’ αυτόν τον σκοπό. (Γ. Παλαβός): Σ’ ένα κοινό καλλιεργημένων, ανοιχτόμυαλων ανθρώπων που αγαπούν τη λογοτεχνία και δεν σνομπάρουν τα κόμιξ, αλλά αναγνωρίζουν ότι είναι μια σοβαρή, ώριμη μορφή τέχνης. Σε σοβαρούς αναγνώστες που, όπως θα διαβάσουν ένα καλό μυθιστόρημα ή θα παρακολουθήσουν μια καλή ταινία, ανάλογα θα εκτιμήσουν ένα καλό κόμιξ. - Εμπεριέχει ένα καλτ στοιχείο το Γρα-Γρου; Και δεν χρησιμοποιώ αρνητικά τον όρο «καλτ». (Γ. Παλαβός): Το καλτ έχει, ίσως, ένα στοιχείο ειρωνικό ή μπορεί να αποπνέει μια νοσταλγία για την «παλιά Ελλάδα» και όλα τα σχετικά... Εμένα δεν με αφορά αυτό. Το Γρα-Γρου ήταν για μένα κάτι ζωντανό, σύμβολο των παιδικών μου χρόνων και μέρος της προσωπικής μου ιστορίας. «Κάποτε ο Σπύρος Δερβενιώτης είχε πει “κάνω κόμιξ αυτά που θα ήθελα να διαβάσω”. Τα δικά μου κόμιξ δεν είμαι σίγουρος ότι είναι αυτά που θα ήθελα να διαβάσω, είναι πάντως αυτά που θέλω να κάνω εγώ, που “είμαι εγώ”», λέει ο Θανάσης Πέτρου. «Θα συνεργαστείτε ξανά οι τρεις σας;» τον ρωτάω. «Κάτι θα κάνουμε. Για να τριτώσει το κακό», μου απαντάει γελώντας. Και το σχετικό link...
  4. until
    Την Τετάρτη 29 Νοεμβρίου στις 19:00, οι εκδόσεις Ίκαρος και το MatchPoint café σάς προσκαλούν στην παρουσίαση του graphic novel «Γρα-Γρου» των Τάσου Ζαφειριάδη, Γιάννη Παλαβού και Θανάση Πέτρου, σε μουσική του Μιχάλη Σιγανίδη. Θα μιλήσουν ο εικαστικός και διευθυντής του Τμήματος Kόμικς του ΑΚΤΟ Γιώργος Μπότσος, ο συγγραφέας Αβραάμ Κάουα και οι δημιουργοί του «Γρα-Γρου». Στον εκθεσιακό χώρο MatchPoint Arts N’ More θα λειτουργεί από τις 27 ως τις 29 Νοεμβρίου έκθεση με σελίδες του κόμικς. MatchPoint café (Αινιάνος 1, Αθήνα 104 34 - σταθμός Βικτώρια) Τ. 210 8250898
  5. Στο τελευταίο Comicdom Con είχαμε και τα προηγούμενο διάστημα είχαμε τα Ελληνικά Βραβεία Κόμικ, έναν θεσμό που προωθείται για την διάδοση της καλλιτεχνικής πλευράς των κόμικ και των δημιουργών τους, αλλά και την διεύρυνση του κοινού! Αποκορύφωμα της διαδικασίας και της τελετής στάθηκε η βράβευση της Δημοκρατίας από τις Εκδόσεις Ίκαρος, το κόμικ με σενάριο του Αβραάμ Κάουα, σχέδιο των Αλέκου Παπαδάτου και Αnna Di Donna. Κατά την γνώμη μας το αποτέλεσμα αυτό ήταν κάτι παραπάνω από δίκαιο, όχι γιατί οι υπόλοιπες συμμετοχές ((Γυρνώ σαν Νυχτερίδα, Η Μεγάλη βδομάδα του Πρεζάκη,Σκορποχώρι,Übermensch) ήταν κακές, κάθε άλλο. Όμως η Δημοκρατία κατάφερε να παρουσιάσει με εξαιρετικό τρόπο ένα μεγάλο εύρος θεμάτων με αξιοθαύμαστο βάθος που αξίζουν την προσοχή μας. Για το έργο αυτό, αλλά και για πιο γενικά και πάντα ενδιαφέροντα ζητήματα, επικοινωνήσαμε με τον Αβραάμ Κάουα, έναν σπουδαίο συγγραφέα, μεταφραστή και θεωρητικό που μας έχει απασχολήσει πολλές φορές στο παρελθόν, τόσο με μεταφράσεις (Σούπερκραχ κ.α) όσο και με τρομερά έργα, διασκευασμένα (Übermensch κ.α) αλλά και πρωτότυπα (Ο Προσκεκλημένος κ.α). Παρακάτω η κουβέντα μας! Έχετε ασχοληθεί με διασκευές ιστοριών από βιβλία, μεταφράσεις και πρωτότυπες ιστορίες. Ποιες είναι οι δυσκολίες του κάθε χώρου, και ποιες οι χαρές που προσφέρει σε έναν δημιουργό; Σε μια διασκευή, η κύρια δυσκολία είναι να διατηρήσεις το πνεύμα και τα νοήματα του πρωτοτύπου, προσδίδοντας συνάμα κάτι μοναδικά «δικό σου» αλλά και που να συνδέεται με τη νέα φόρμα στην οποία προσαρμόζεις την ιστορία. Κοινώς, πρέπει να μην χαλάσεις ό,τι είναι καλό, και να το κάνεις κάτι άλλο όσο καλύτερα γίνεται. Η ίδια δυσκολία υπάρχει και στη μετάφραση σε ό,τι αφορά το πέρασμα στη νέα γλώσσα, και η χαρά και στις δύο περιπτώσεις βγαίνει όταν ξεπερνάς επιτυχώς τη δυσκολία αυτή. Η χαρά της πρωτότυπης ιστορίας, από την άλλη, είναι απλά να την τελειώσεις και αυτή να προσφέρει απόλαυση στο κοινό. Η χαρά της οποιασδήποτε δημιουργίας, με άλλα λόγια. Η ελληνική κόμικ σκηνή έχει γνωρίσει μια μεγάλη άνοδο τα τελευταία χρόνια.Τι νομίζετε ότι είναι αυτό που σπρώχνει τους δημιουργούς να συνεχίζουν εν μέσω κρίσης και το κοινό να στηρίζει τους καλλιτέχνες, οικονομικά και κοινωνικά; Άσχετα με τις συνθήκες κρίσης ή τις περιοδικές φάσεις ανόδου της σκηνής, το μόνο που σπρώχνει τους δημιουργούς να συνεχίζουν να δημιουργούν είναι η ίδια η δημιουργία, και αυτό θα έκαναν, πιστεύω, σε κάθε εποχή. Σίγουρα δεν εξαρτάται αυτό από κάποια στήριξη του κοινού, γιατί τις πιο πολλές φορές το κοινό δεν είναι αρκετά μεγάλο για να συντηρήσει τους δημιουργούς παρά την καλή του διάθεση. Και ό,τι πιστεύω για τους δημιουργούς, μπορεί να ειπωθεί και για το κοινό. Όποιοι γουστάρουν να διαβάζουν, θα το κάνουν, γι’ αυτό και μόνο το λόγο. Έχετε γράψει πολλά βιβλία και συλλογές διηγημάτων. Δημιουργικά, κατά πόσο διαφέρουν από το σενάριο ενός κόμικ; Νιώθετε περιορισμό από την φόρμα, σας πιέζει η εικόνα; Όλες οι ιστορίες γράφονται για να διαβαστούν από τους άλλους, από το κοινό. Στο σενάριο, γράφεις πιο άμεσα για κάποιον άλλον, τον σχεδιαστή, που θα λειτουργήσει ως ο σκηνοθέτης ή ως ο διευθυντής φωτογραφίας που μέσα από τον φακό του θα φιλτράρει την ιστορία για το κοινό. Πρέπει να συναρπάσεις αυτόν πρώτα, να τον εμπνεύσεις για να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη. Ίσως πασχίζεις σε πιο μικρό καμβά και με λιγότερο κείμενο από όσο σε ένα διήγημα ή μυθιστόρημα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο κόπος στη δημιουργία μιας σειράς ποιημάτων χαϊκού είναι λιγότερο σημαντικός από εκείνον για τη δημιουργία ενός ομηρικού έπους. Όσο για τη φόρμα, υπάρχουν πράγματα για τα οποία τα κόμικς, σαν το σινεμά, είναι ιδανικά, και υπάρχουν άλλα τα οποία είναι πιο ιδανικά για πρόζα. Πάντα εξαρτάται από το πώς θα προσεγγίσεις μια ιστορία, αλλά όλες οι φόρμες έχουν η καθεμιά τη χάρη ή τη δυσκολία τους ανάλογα. Ο Λέανδρος είναι καλλιτέχνης, αλλά όταν έρχεται η ώρα πολεμά ενάντια στους Σπαρτιάτες και μετά τους Πέρσες. Τι θα έπρεπε να καταλάβουν από αυτό οι σημερινοί καλλιτέχνες; Τίποτε. Ναι, ο Λέανδρος είναι καλλιτέχνης, αλλά πριν από αυτό είναι άνθρωπος και κοινωνικό ον. Δεν είναι μια προτροπή ή ένα κήρυγμα για τη θέση του καλλιτέχνη ως πεφωτισμένου οραματιστή ή πρωτοπόρου κοινωνικού αγωνιστή ή κάτι άλλο, είναι ένας άνθρωπος με τους δικούς μας δισταγμούς, τις αδυναμίες και τα πιστεύω μας, ο οποίος αντιδρά στις συνθήκες και στον κόσμο στον οποίο ζει. Από αυτό οι αναγνώστες θα πάρουν αυτό που θέλουν, όχι κάτι που θα τους επιβάλλουμε εμείς. Πως νομίζετε πως θα ήταν η ιστορία του Λέανδρου αν εξελισσόταν σήμερα; Θα υπήρχε Κλεισθένης; Αν θεωρήσουμε ότι η ιστορία του Λέανδρου είναι η ιστορία της δημοκρατίας, η ιστορία του ανθρώπου μέσα στο σύνολο και του σύστημα, τότε εξελίσσεται και σήμερα, γύρω μας, κάθε μέρα, με τον ίδιο τρόπο. Όσο για το αν θα υπήρχε Κλεισθένης, είναι μεγάλο θέμα, όπως είναι στην ιστορία μας μεγάλο θέμα το αν και τότε υπήρξε Κλεισθένης. Είναι ο Κλεισθένης κάποιος με σαφή κίνητρα, πράξεις και επιρροή, ή κάποιος που τον αντιλαμβανόμαστε όπως θέλουμε σύμφωνα με τις προσδοκίες και τις προκαταλήψεις μας; Πως προέκυψε η Δημοκρατία ως ιδέα και πόσο άλλαξε στην πορεία της δημιουργίας της; Η ιδέα ήταν στο μυαλό του Αλέκου Παπαδάτου χρόνια πριν συνεργαστούμε, και γεννήθηκε από την επιθυμία του να κάνει μια ιστορία πολιτικής και ιδεών, όπου το φόντο των μεταρρυθμίσεων του Κλεισθένη θα αναδείκνυε έναν διαχρονικό προβληματισμό για την ανθρώπινη κατάσταση. Αυτό ήταν πάντα το πλαίσιο στο οποίο μείναμε πιστοί δουλεύοντας μαζί, άσχετα από τις πολλές λεπτομέρειες που τροποποιήθηκαν και εξελίχτηκαν στην πορεία, όπως γίνεται σε κάθε ιστορία. Κάποια πράγματα, ας πούμε, τα οποία προστέθηκαν ενώ δουλεύαμε, ήταν η Ηρώ, ο ρόλος της Αθηνάς και των θεών και η σχέση του Λέανδρου με το θείο, η Μέδουσα και ο συμβολισμός της, αλλά και η εμφάνιση του Αισχύλου και του Κυνέγειρου στην ιστορία. Τι αποκομίσατε από την συνεργασία με έναν τόσο διακεκριμένο κομίστα όπως τον Αλέκο Παπαδάτο δημιουργικά, ποια στοιχεία που πριν δεν υπήρχαν στην γραφή σας θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε από εδώ και πέρα; Ο Αλέκος με τίμησε και με τιμά με τη φιλία και την εμπιστοσύνη του. Είναι ένας εξαίρετος δημιουργός και αφηγητής, που τόνωσε στο έπακρο την πεποίθηση μου ότι μπορώ να δώσω και το πιο «δύσκολο» πράγμα σε έναν σχεδιαστή του ταλέντου του και αυτός να βρει έναν τρόπο όχι μόνο να το αποδώσει, αλλά να το κάνει ολότελα κόμικ, μια οπτική αφήγηση σε πλήρη συζυγία με το κείμενο. Αυτά θέλω να τα κουβαλήσω μαζί μου σε ό,τι κάνω στο μέλλον, μαζί με την ενισχυμένη από εκείνον θέληση να προσπαθώ να «πω» κάτι διαφορετικό σε κάθε ιστορία και να ανοίξω τα φτερά μου σε όλα τα είδη ιστοριών που θα ήθελα να πω. Ήταν πιο εύκολη η προώθηση της Δημοκρατίας στο εξωτερικό ή εδώ; Δεν μπορώ να ξεχωρίσω το τι έγινε στην κάθε περίπτωση. Η Δημοκρατία ξεκίνησε από την αρχή ως μια διεθνής πρόταση, προορισμένη να γίνει στα αγγλικά και να πλασαριστεί σε διεθνείς εκδοτικούς οίκους, πολλοί από τους οποίους πίστεψαν αρκετά σε αυτήν ώστε να υπογράψουν συμβόλαιο μαζί μας βάσει της πρότασης αυτής, σε συνδυασμό βέβαια με το γεγονός ότι το έδαφος είχε προετοιμαστεί από την επιτυχία του Logicomix. Χωρίς αυτήν, δεν νομίζω ότι θα είχαμε την ίδια θετική ανταπόκριση από εκδότες, αν και κριτικοί και κοινό αντιμετωπίζουν τη Δημοκρατία πιο πολύ ως αυθύπαρκτη οντότητα, όπως και θα έπρεπε. Στην Ελλάδα, ναι, αγκαλιάστηκε με μια ζεστασιά που μας συγκινεί, είναι άλλωστε κάτι που αγγίζει μια οικεία χορδή, αλλά και πάλι, μεγάλο μέρος της προώθησης της είναι το ντόμινο της αποδοχής στο εξωτερικό. Εκτός από σεναριογράφος και συγγραφέας έχετε ασχοληθεί και ακαδημαϊκά με τα κόμικ και την συνεισφορά τους. Θεωρείτε πως, εκτός από το κοινό, είναι έτοιμο και το πολιτιστικό κατεστημένο να αναγνωρίσει την συνεισφορά τους στην Ελλάδα; Για πόσο καιρό ακόμα προβλέπετε πως θα έχουν την ταμπέλα του παιδικού; Βάσει της εμπειρίας μου, τόσο το ευρύ κοινό όσο και η πλειοψηφία ακαδημαϊκών και πολιτιστικών παραγόντων ανθίστανται στην ιδέα των κόμικς ως ένα μέσο εξίσου πολύπλευρο και για όλες τις ηλικίες όσο το σινεμά ή η λογοτεχνία. Οι νεότεροι πάντως πείθονται σίγουρα πιο εύκολα, εν μέρει λόγω του ότι ο πολιτισμός μας είναι πλέον αμιγώς οπτικός. Έχετε δηλώσει πως η αρχική ιδέα για την Δημοκρατία υπήρχε ήδη όταν κληθήκατε να συμμετάσχετε ως σεναριογράφος. Εάν σας είχαν καλέσει από την αρχή τι θα αλλάζατε στα πιο βασικά χαρακτηριστικά της ιστορίας; Αυτό, όπως λέμε στην επιστημονική φαντασία, είναι μια εναλλακτική πραγματικότητα. Και όπως θα απαντούσα στην ερώτηση «Τι θα γινόταν αν η Γερμανία κέρδιζε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο;», θα ήταν μια άλλη ιστορία. Ειλικρινά, δεν ξέρω. Μπορεί τίποτα. Μπορεί πολλά. Για μένα, πάντως, το ζητούμενο όταν ανέλαβα να γράψω το σενάριο ήταν να κάνω την ιστορία «δική μου» όσο ήταν και του Αλέκου, και νιώθω ότι το πέτυχα. Αγαπημένος σας χαρακτήρας στην Δημοκρατία, εκτός από τον Λέανδρο; Όλοι τους έχουν κάτι προσωπικό και οικείο, αλλά αν έπρεπε να διαλέξω έναν; Ο Κλεισθένης. Χάρηκα αφάνταστα να τον γράφω, εν μέρει γιατί ήταν ο πιο γκρίζος και πολύπλευρος χαρακτήρας στην ιστορία, και τόσο γι’ αυτό, όσο και λόγω της αινιγματικής του φύσης, του έδωσα την περιπαικτική διάθεση και την ικανότητα να χειραγωγεί καταστάσεις και συνομιλητές που έχει ένας αγαπημένος μου ήρωας κόμικς, ο John Constantine. Μιας και είναι της επικαιρότητας το Civil War, εσείς ποια πλευρά διαλέγετε; Στα πρωτότυπα κόμικς της Marvel, μου ήταν αγόγγυστα εύκολο να διαλέξω την πλευρά του Captain America – ήταν αυτός που υποστήριζε τα ατομικά δικαιώματα, την ελευθερία έκφρασης και σκέψης, την αντίθεση στον περιορισμό τους που αντιπροσώπευε η κυβέρνηση και ο Iron Man στο όνομα μιας υποτιθέμενης ασφάλειας, σε μια ξεκάθαρη αναφορά στα μετά την 11η Σεπτεμβρίου μέτρα που πήρε η κυβέρνηση Μπους. Ένα πράγμα που αποπειράται όμως η κινηματογραφική μεταφορά της ιστορίας (πολύ έξυπνα, και βάσει της αρχής που λέγαμε παραπάνω, ότι μια προσαρμογή πρέπει να έχει κάτι δικό της και ιδανικό για τη νέα της φόρμα) είναι η εξίσωση των υπερηρώων με όπλα μαζικής καταστροφής, καθώς και η εμφατική τοποθέτηση της ιστορίας σε έναν κόσμο όπου η κρίση τους, η αξιοπιστία και η ηθική τους ανωτερότητα συχνά είναι ελαττωματικές και λαθεμένες, ενώ οι ίδιοι πέφτουν συχνότατα θύματα πλάνης, με καταστροφικά αποτελέσματα. Είναι ένα πιο ηθικά περίπλοκο σύμπαν, αντιπροσωπεύει την σημερινή Αμερική του τέλους της προεδρίας Ομπάμα, και κάνει πιο δύσκολο να διαλέξεις ξεκάθαρα μια πλευρά. Μπαίνω λοιπόν στην ταινία προσκείμενος στην «Team Cap», εφόσον όμως οι δημιουργοί έχουν κάνει τη δουλειά τους όσο καλά δείχνουν, θα δυσκολευτώ να μην αναγνωρίσω τα δίκια της «Team Iron Man». Τι μπορούμε να περιμένουμε στο μέλλον; Κάποια άμεσα σχέδια; Έχω δύο μίνι σειρές κόμικς που κυκλοφορούν αυτή τη στιγμή στην Αμερική, το Queen of Vampires και το Arhian: Head Huntress, και ανάλογα με το πώς θα πάνε ελπίζω να συνεχίσω τόσο με κάποιες ακόμα τέτοιες σειρές όπως και με προσωπικά projects. Καιρού επιτρέποντος, έχω κι ένα νέο μυθιστόρημα που έχω αρχίσει να δουλεύω, ένα αστυνομικό θρίλερ με κάποια στοιχεία φανταστικού που διαδραματίζεται στη δεκαετία του 1960. Πηγή
  6. Κάνοντας για το 2014 έναν εγχώριο εκδοτικό απολογισμό για τον χώρο των κόμικς, θυμόμαστε τις ελληνικές δημιουργίες. Η χρονιά που μας πέρασε άφησε δουλειές όμορφες, ενδιαφέρουσες και ολοκληρωμένες. Από αυτές επιλέξαμε τις αγαπημένες μας πέντε (κι ένα bonus track). Είναι ξεκάθαρο: το επίπεδο των δημιουργών στη χώρα μας έχει ανέβει. Το «Αϊβαλί» (εκδ. Κέδρος), το οδοιπορικό του Soloup στη μικρασιατική πόλη, ήταν μια μεγάλη έκπληξη, ιδίως αν αναλογιστούμε το μέχρι πρότινος γελοιογραφικό ύφος του δημιουργού. Ο Soloup αλλάζει το σχέδιο σε σχέση με ό,τι τον είχαμε συνηθίσει, ερευνά, διαβάζει, φωτογραφίζει, παντρεύει την παράδοση με τη σύγχρονη σκιτσογραφία, ακροβατεί ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν και, θέτοντας πρωταγωνιστές τρεις Ελληνες Αϊβαλιώτες συγγραφείς, τον Φώτη Κόντογλου, τον Ηλία Βενέζη, την Αγάπη Βενέζη–Μολυβιάτη κι έναν Τούρκο, τον Αχμέτ Γιορουλμάζ, και με φόντο ματωμένα κεφάλαια της ιστορίας, εστιάζει στο ανθρώπινο δράμα και συνθέτει ένα γκράφικ νόβελ (448 σελίδων!) που γοητεύει. Τα «Χαρακώματα – ιστορίες από την οδό Γάγγραινας» (εκδ. Jemma) των Τάσου Ζαφειριάδη και Πέτρου Χριστούλια έρχονται 100 χρόνια μετά την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι ένα κόμικς άλμπουμ που συλλέγει ολοσέλιδα στριπ με ιστορίες των Γάλλων στρατιωτών στο Δυτικό Μέτωπο. Εκεί, οι εγκλωβισμένοι στρατιώτες προσπαθούν να συμφιλιωθούν, όσο τους επιτρέπεται, με την εφιαλτική καθημερινότητα, έχοντας στο πλευρό τους έναν ισχυρό σύμμαχο: το χιούμορ. Καρτουνίστικο σχέδιο, διακωμώδηση της τραγικότητας, λεπτή ειρωνεία, αιφνιδιαστικές ατάκες και στο βάθος βομβαρδισμένα τοπία, αδέσποτες σφαίρες και λάσπες. Μικρά ανέκδοτα, βασισμένα σε ιστορικά ντοκουμέντα. Οι αναμετρήσεις με τους απέναντι, τους «Ξινολάχανους», διασκεδάζουν. Η «Παναγιά η Χελιδονού» (εκδ. Comicdom Press) είναι η διασκευή σε γκράφικ νόβελ του ομώνυμου διηγήματος της Γαλλίδας συγγραφέως Marguerite Yourcenar από τον Γιώργο Τσιαμάντα. Μέσα από τα όμορφα, γήινα και εναρμονισμένα με το ύφος της ιστορίας σχέδια του δημιουργού, ακολουθούμε τον καλόγερο Θεράπων που εγκαθίσταται κάπου μεταξύ Αχαρνών και Κηφισιάς και εξοργίζεται όταν βλέπει ότι οι κάτοικοι καλούν τους παλιούς θεούς. Καίει τις ελιές που ο κουφαλιασμένος κορμός τους κρύβει δαίμονες, γκρεμίζει αιωνόβια πλατάνια στη σκιά των οποίων στήνονται παγανιστικές γιορτές. Και αποφασισμένος να φυλακίσει μια για πάντα τις Νύμφες, χτίζει στην είσοδο της σπηλιάς τους μία εκκλησία. Η «Θαυμαστή καμήλα» (εκδ. Ικαρος) είναι ένα κόμικς παραμύθι του διάσημου Ευγένιου Τριβιζά όπως το σχεδίασε ο Νίκος Κούτσης, όπου η αιώνια παιδική αφέλεια του πρώτου ταίριαξε με το έντονο σχεδιαστικό ταμπεραμέντο του δεύτερου. Ο Νίκος Κούτσης αγαπάει και σχεδιάζει τους σούπερ ήρωες, όμως η προσγείωσή του στον παραμυθένιο κόσμο μοιάζει ομαλή και είναι ξεκάθαρο πως απόλαυσε τη συνεργασία. Μέσα από ζωντανά σχέδια, ζωηρούς χρωματισμούς και ανατολίτικες μυρωδιές, ακολουθούμε τη σύντομη και διδακτική ιστορία μιας όμορφης, ντελικάτης και ματαιόδοξης καμήλας που ήθελε να γίνει πιο όμορφη, με οποιοδήποτε κόστος. Τα «Κουραφέλκυθρα» του Αντώνη Βαβαγιάννη (εκδ. Jemma) με την πρώτη ματιά, τουλάχιστον στο σχεδιαστικό τους κομμάτι, δεν σου γεμίζουν το μάτι. Απλοϊκές γραμμές, ναΐφ χαρακτήρες, άγαρμπο στήσιμο που θυμίζουν ένα κακέκτυπο του Southpark. Και όμως, αυτό το βιβλίο συλλέγει κάποια από τα πιο έξυπνα στριπάκια που έχουμε διαβάσει εδώ και καιρό. Αποστομωτικά λογοπαίγνια, γελοιογραφίες, υπερβολές, ανέκδοτα και χοντράδες. Ο θείος Αιμίλιος όταν ανοίγει το στόμα του δεν λέει να το κλείσει, η μαθήτρια δημοτικού Ζοζεφίνα έχει εξωπραγματικές απορίες (ο Βαβαγιάννης στο επάγγελμα είναι δάσκαλος), ο πελάτης εστιατορίου βρίσκει συνεχώς κάτι στη σούπα του (ένας φόρος τιμής στον παλιό, καλό Αρκά). Ενα πανηγύρι παρωδίας τραγελαφικών καταστάσεων και τελικής ατάκας. Τέλος, και εμβόλιμα σε αυτή την πεντάδα των ελληνικών κόμικς, τη χρονιά που πέρασε, ήρθε μία σημαντική έκδοση που μας βοηθά να κατανοήσουμε τη μαγεία, αλλά και το θεωρητικό υπόβαθρο αυτής της αφηγηματικής τέχνης. Στα ελληνικά είδαμε το σημαντικό «Κατανοώντας τα κόμικς» του Scott McCloud (εκδ. Webcomics, μτφ. Νίκος Καμπουρόπουλος, πρώτη έκδοση 1993), ντοκιμαντέρ με τη μορφή κόμικς που προσδιορίζει, αναλύει και αποδομεί… τα κόμικς. Στημένο με ιδιοφυή και θαρραλέο τρόπο, είναι ένα ανάγνωσμα που αφήνει να φανούν νέα δεδομένα στον τρόπο που διαβάζουμε και αξιολογούμε μια κόμικς ιστορία, ένα εγχειρίδιο για νέους δημιουργούς, ένα εργαλείο για όσους διδάσκουν το κόμικς (αποτελεί βασική βιβλιογραφία στο σχετικό τμήμα της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών) και μια υπενθύμιση πως οι δυνατότητες των κόμικς είναι απεριόριστες. Ιδού και το σχετικό λινκ.
  7. Δύο ισχυρά ονόματα στο χώρο της τέχνης με έκαναν να πάρω το κόμικς αυτο χωρίς δεύτερη σκέψη ξέρωντας ότι θα πάρω κάτι καλό. .Τριβιζάς,λεξοπλάστης, φαντασία με έξυπνο χιούμορ,ιστορίες με δίδαγμα και αρκετες φορές απαισιοδοξο τέλος όπως είναι και στην πραγματική ζωή,γνωστος και στο εξωτερικό ,με αρκετά βραβεία και διακρίσεις στην κατοχή του. Κούτσης,ένας απο τους πολύ καλούς κομίστες που έχουμε που η δουλειά του ταξιδεύει έξω απο τα συνορά μας και μάλιστα σε απαιτητικό κοινό όπως των Η.Π.Α. ΥΠΟΘΕΣΗ Μία καμήλα έχει ένα όνειρο,να γίνει ανάλαφρη σαν ελάφι απαλλαγωντας απο την πλάτης της την καμπούρα της.Το αφεντικό της ένας βεδουίνος που την αγαπα και την εκτιμά πολυ δεν της χαλάει το χατήρι.Αλλά αυτή η επιπό­­­­λαιη απόφαση θα έχει και τις συνέπειες της. ΜΗΝΥΜΑ Αλληγορικό παραμύθι σχετικά με την ματαιοδοξία και τις αλόγιστες επεμβάσεις αισθητικής που γίνονται δίχως σκέψεις. ΙΣΤΟΡΙΑ / ΣΕΝΑΡΙΟ Δεν ξέρω αν προΰπήρχε σαν ιστορία πριν αλλά πρόκειται για ενα μικρό διήγημα δίχως πολλά και περιττά λόγια,περίτεχνα γραμμένο με την γνωστή δόση χιούμορ του συγγραφέα. ΣΧΕΔΙΟ/ΧΡΩΜΑ Μία μικρή ιστορία που θα μπορούσε να ξεδιπλωθεί σε ένα δισέλιδο ή το πολυ τρισέλιδο γίνεται κόμικς 27 σελίδων αλλά δεν με κούρασε καθόλου του εναντίον χάρηκα και απόλαυσα τα υπέροχα σχέδια και τα καταπληκτικά χρώματα του Νίκου που με μαεστρία έφτιαξε. ΤΕΧΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ Αλλά δυστηχως υπάρχουν και τα αρνητικά που αφορουν το τεχνικό μέρος,που κατά την γνώμη μου επηρεάζει άσχημα το καλλιτεχνικό μέρος.Ενώ περιγράφεται σαν Graphic novel για μένα δεν είναι.Το κόμικς είναι μόλις 27 σελίδες μέσα σε 80 σελίδες απο κουίζ,πληροφορίες για πίνακες διάσημων ζωγράφων που απεικόνισαν καμήλες στα έργα τους,και gallery του Νίκου που δεν είναι τίποτα άλλο απο μαυρόασπρες σελίδες του κόμιξ δίχως μπαλονάκια.Αρκετά χοντρες σελίδες για το προφανές,να φαίνεται πιο χορταστικό και να ανέβει η τιμή στα 17.90 που κατά εμένα είναι αρκετά τσιμπημένη τιμή.Αλλά Τριβιζας είναι αυτός πουλάει. Ο ΒΕΔΟΥΙΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ. Υ.Γ.Επειδή δεν ήξερα που να κατατάξω το αλμπουμ το έβαλα εδω εσεις βαλτε το εκει που αρμοζει καλύτερα.
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.