Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'δημήτρης βανέλλης'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.


Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 17 results

  1. Με αφορμή το "2018 Έτος Χαλεπά", το δίδυμο Βανέλλη & Πέτρου μας παραδίδει τη βιογραφία ενός μοναδικού γλύπτη, που είναι ταυτόχρονα και μια καταγραφή των προκαταλήψεων περί των ψυχικών νόσων, όπως και την αδυναμία αντιμετώπισής των (όχι μεγάλη διαφορά από το σήμερα δηλαδή). Βασισμένη σε πλούσια βιβλιογραφία, η ζωή του Χαλεπά απεικονίζεται σε ασπρόμαυρο (ή μάλλον γκριζόμαυρο) φόντο με τον Πέτρου να παραδίδει την πιο λεπτομερή δουλειά του, με πιστότητα απαραίτητη ώστε να λάμψει η μαστοριά και η έμπνευση του γλύπτη. Μαστοριά και από τους δύο συντελεστές του βιβλίου, η οποία αποτυπώθηκε και στις πωλήσεις με αποτέλεσμα το κόμικ να βρίσκεται ήδη στη 2η έκδοσή του. Για όποιον θέλει να διαβάσει ένα απόσπασμα από το βιβλίο εδώ...
  2. Ο Γιαννούλης Χαλεπάς, ο σημαντικότερος νεοέλληνας γλύπτης, ο πιο εμβληματικός νεοέλληνας εικαστικός καλλιτέχνης - Φειδίας και Θεόφιλος μαζί. «Είναι ανόητοι», έλεγε για τους αρχαίους αλλά και τους σύγχρονους Έλληνες «που παριστάνουν την Αθηνά με περικεφαλαία. Εγώ τη φαντάζομαι, θεά της σοφίας και βοσκοπούλα, με ένα αρνάκι στον ώμο της». Ο Γιαννούλης Χαλεπάς, που γεννήθηκε στα μισά του 19ου αιώνα στην Τήνο, αυτό το νησάκι-μήτρα των θεμελιωτών της νεοελληνικής ζωγραφικής και γλυπτικής. Ποιος άλλος τόπος μπορεί να καμαρώσει για έναν Λύτρα, έναν Γύζη, τον Φιλιππότη, τους Σώχους; Το γονίδιο αυτών των νησιωτών πρέπει να περιέχει δροσοσταλίδες από χρώμα και ψήγματα από μάρμαρο. Ο νεαρός Γιαννούλης, με τα σπινθηροβόλα δάχτυλα, που εκκινώντας από την Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου και το αθηναϊκό εργαστήρι του, όρμηξε να φουντάρει στο κενό από ένα παράθυρο δευτέρου ορόφου στη Σμύρνη, που έζησε δεκατέσσερα χρόνια τρόφιμος στο Φρενοκομείο Κερκύρας. Η δύσκολη ζωή πολλών ‘καταραμένων ποιητών’ αυτού του κόσμου, ωχριά μπροστά στη σιγανή του, κρυμμένη περιπέτεια. Ο μπαρμπά-Γιαννούλης Χαλεπάς, που σώρευε πηλό απ’ τα βουνά και τον εσμίλευε με τη γωνιώδη του ψυχή. Και έβοσκε τα πρόβατά του και (ίσως) ρωτούσε τους σπάνιους διαβάτες των ραχών, όταν θα έχανε κανένα κατσικάκι απ’ το πεδίο της όρασής του, «ε, εσύ, αιώρακα τας αίγας μου;». Για σαράντα χρόνια οι καλλιτέχνες ή φιλότεχνοι, μποέμ νεοέλληνες της εποχής τον είχαν χαμένο, οι περισσότεροι τον νόμιζαν νεκρό. Και όταν τον ανακάλυψαν εκ νέου, στα γεροντάματά του πια, πάμπτωχο να κάνει θελήματα στο χωριό του και να ζωγραφίζει τους τοίχους του πατρικού του σπιτιού, γιατί που να βρει ένα λευκό χαρτί... Ο μπαρμπά-Γιαννούλης δεν κράτησε κακία σε κανέναν. «Ελάτε στη Θεσσαλονίκη», τον προσκάλεσε κάποτε ο μουσικοσυνθέτης Αιμίλιος Ριάδης. «Ελάτε, να δείτε και τον Όλυμπο». «Έχω δει στη ζωή μου ψηλότερα βουνά», απάντησε ο πρωτομάστορας, «τον Γολγοθά». Πριν από λίγους μήνες η ζωή του έγινε κόμιξ-βιβλίο: «Γιαν. Χαλεπάς: Ο μύθος της νεοελληνικής γλυπτικής» τιτλοφορείται και ήδη κυκλοφορεί η δεύτερη έκδοσή του. Με σεβασμό και αγάπη στον μπaρμπά-Γιαννούλη, στο έργο και τη μνήμη του, με εμμονή στην ιστορική ακρίβεια των καρέ της ζωής του, ο Θανάσης Πέτρου σχεδίασε και ο Δημήτρης Βανέλλης έγραψε το σενάριο. Και έφτιαξαν μαζί μια ασπρόμαυρη κινηματογραφική ταινία στο χαρτί. Νομίζω πως πολύ θα το χαιρόταν αυτό το βιβλίο ο Γιαννούλης Χαλεπάς, γιατί μας μεταφέρει τον βίο του ολιγόλογα, όπως κι αυτός συνήθιζε να εκφράζεται, με σχέδια και ζωγραφιές από καρδιάς. Όμως, ακόμα και ο Θανάσης Πέτρου, που εντρύφησε στον βίο του Χαλεπά, παραδέχτηκε το προφανές για τέτοιες σκοτεινές ιδιοφυίες: «Πως να μπει κανείς στην ψυχοσύνθεση του Χαλεπά, πως να καταλάβεις τι έχει αλήθεια βιώσει; Μόνο η καρδούλα του το ήξερε». - Πριν ξεκινήσουμε να μιλάμε για τον ίδιο τον Χαλεπά, να πούμε δυο λόγια για το πως εσείς ξετυλίγετε σε αυτό το κόμιξ την ιστορία του; Ο Βανέλλης, ως συγγραφέας, έκανε ένα τέχνασμα: εφηύρε έναν αφηγητή, που είναι επισκεπτης στον Πύργο της Τήνου το 1915. Αυτός βρίσκει τον Χαλεπά, γέροντα πλέον, να κάνει θελήματα στο χωριό και να ζωγραφίζει σε ένα μαρμάρινο τραπέζι, χαράζοντάς το. Ρωτάει ποιος είναι - τον είχε ακουστά ως γλύπτη - και αναρωτιέται: «Είναι ζωντανός ο Χαλεπάς; Δεν έχει πεθάνει;». Ο αφηγητής ξεκινά να ψάχνει τη ζωή του Χαλεπά, αναζητά αρχεία, μιλάει με ανθρώπους και έτσι, σιγά σιγά, κτίζουμε μια εγκιβωτισμένη αφήγηση, όπου μέσα από τη δράση του αφηγητή, ανακαλύπτουμε γραμμικά την ιστορία του Χαλεπά. - Πάμε στην ίδια την ιστορία του μπαρμπά- Γιαννούλη; Μεταξύ των μεγάλων μαστόρων της τέχνης στη χώρα μας, αυτός περπάτησε μια από τις πιο σκοτεινές διαδρομές. Ο Χαλεπάς γεννήθηκε το 1851 στον Πύργο της Τήνου και από μικρός έδειξε ενδιαφέρον για την τέχνη. Ο πατέρας του ήθελε να τον σπουδάσει έμπορο - έφηβο ακόμα, τον έστειλε σε Εμπορική Σχολή στην Ερμούπολη της Σύρου, αλλά ο Χαλεπάς δεν ήθελε να ακολουθήσει τέτοιο μέλλον και έπεισε την οικογένειά του να σπουδάσει Καλές Τέχνες. - Η οικογένειά του είχε καλλιτεχνική φλέβα πάντως... Ναι, βέβαια. Ο πατέρας του ήταν σπουδαίος μαρμαροτεχνίτης. - Και το χωριό τους ολόκληρο είχε μεγάλη παράδοση σε αυτή την τέχνη. Όλα τα λατομεία μαρμάρου της Τήνου, γύρω από τον Πύργο βρίσκονται. Ο πατέρας του Χαλεπά μάλιστα έφτασε να έχει τρία υποκαταστήματα: στην Αθήνα, στο Βουκουρέστι και στα Αλάτσαρνα της Σμύρνης. Στο Μουσείο Μαρμαροτεχνίας (που δημιούργησε το Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τράπεζας Πειραιώς) στον Πύργο της Τήνου εκτίθεται ένα καταπληκτικό σχέδιο με μολύβι, ενός τέμπλου που είχε φτιάξει ο πατέρας του Χαλεπά. «Το 1870 σύσσωμη η οικογένεια Χαλεπά μετακομίζει στην Αθήνα- και εγκαθίστανται στην περιοχή γύρω από τις οδούς Μαυρομιχάλη και Ασκληπιού. Δούλευαν οι Τηνιακοί μαρμαρογλύπτες στην Ακαδημία που χτιζόταν τότε και έμεναν όλοι τους εκεί κοντά. Ο Γιαννούλης Χαλεπάς εγγράφεται στο Σχολείο των Τεχνών, όπως λεγόταν τότε η ΑΣΚΤ. Τελειώνει τις σπουδές του γρηγορότερα από το κανονικό και φεύγει στο Μοναχο με υποτροφία από το Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας της Τήνου. Η Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου ήταν τότε το πανευρωπαϊκό κέντρο των σπουδών ζωγραφικής και γλυπτικής. Ο Χαλεπάς διαπρέπει και στο Μόναχο - όντας πρωτοετής σπουδαστής - το γλυπτό του ‘Φιλοστοργία’ κερδίζει το πρώτο Βραβείο σε διαγωνισμό. Φτιάχνει τον ‘Σάτυρο’ και κερδίζει ξανά. Στην Ελλάδα, όμως, τα έργα του απορρίπτονται - δεν τα δέχονται σε εκθέσεις. Ο ίδιος απογοητεύεται και, περίπου ταυτόχρονα, για άγνωστους λόγους (ή μάλλον λόγω έλλειψης βύσματος) η υποτροφία του διακόπτεται. Όπως είπε πολλά χρόνια αργότερα ένας συμφοιτητής του στο Μόναχο, η ίδια υποτροφία δόθηκε αντί του Χαλεπά σε έναν άλλο Τήνιο φοιτητή Μηχανικής ή Θεολογίας που άφησε πρόωρα την τελευταία του πνοή, ψάχνοντας να βρει τον πάτο στο βαρέλι της μπύρας». «Χάνοντας την υποτροφία, ο Χαλεπάς δεν μπορεί πλέον να τα βγάλει πέρα στο Μόναχο, οπότε εγκαταλείπει τις σπουδές του, πηγαίνει στο Βουκουρέστι, όπου εργάζεται για λίγο στο εργαστήρι του πατέρα του, και επιστρέφοντας στην Αθήνα ανοίγει το πρώτο δικό του εργαστήρι γλυπτικής στην οδό Μητροπόλεως, πολύ κοντά στην πλατεία Συντάγματος. (Αν κατάφερα να υπολογίσω σωστά, ακριβώς δίπλα από το κτίριο που τώρα βρίσκονται τα KFC). Και όταν οι δικοί του φτιάχνουν καινούργιο σπίτι στη Μαυρομιχάλη, τους ακολουθεί και ξεκινάει νέο εργαστήριο εκεί. Στη Μαυρομιχάλη τον επισκέπτεται η μητέρα της (αποθανούσας) Σοφίας Αφεντάκη και του δίνει παραγγελία να φτιάξει την ‘Κοιμωμένη’. Εκεί συνέβη ένα περιστατικό (δεν είναι εντελώς επιβεβαιωμένο αλλά έτσι μαρτυρείται), ότι όταν ο Χαλεπάς ολοκλήρωσε το πήλινο πρόπλασμα σε φυσικό μέγεθος, η μητέρα της Αφεντάκη του έκανε κάποιες παρατηρήσεις. Αυτός τσαντίστηκε και το έσπασε. Μετά το κόλλησε ξανά, αλλά, πλέον, είχε πάρει την κατιούσα συναισθηματικά και ψυχολογικά - άρχισε να έχει κρίσεις. Νεαρός ήταν τότε, 27 χρονών, ερωτεύτηκε και μια συγχωριανή του, ανιψιά ενός βουλευτή από την Τήνο, αλλά δεν του τη δίνανε, γιατί ως καλλιτέχνη, τον θεωρούσαν παρακατιανό. Αυτή ήταν μια μεγάλη ερωτική απογοήτευση για τον Γιαννούλη - δούλευε την ίδια περίοδο ατελείωτες ώρες, 20ωρα κάθε μέρα». - Έπαθε burn out; Ναι, ήταν τελειομανής και «κάηκε». Έπαθε υπερκόπωση, άρχισαν οι κρίσεις μανιοκατάθλιψης. - Θυμάμαι κάτι που έχει γράψει ο Γ. Σκαμπαρδώνης, ότι πολλούς ανθρώπους τους τσακίζει το βάρος μιας μεγάλης ιδέας... Τέτοια περίπτωση ήταν και ο Χαλεπάς: εργασιομανής, τελειομανής, μοναχικός χαρακτήρας. Τελικά, καταλήγει από το 1880 να ζει ξανά στην Τήνο, όπου δεν κάνει απολύτως τίποτα. Υπάρχουν κάποιες μαρτυρίες του μεγαλύτερου αδερφού του, του Νικόλα που μας αναφέρει ο συγγραφέας (και βιογράφος του Χαλεπά) Στρατής Δούκας - είχε κρίσεις, μονολογούσε ή τσίριζε, φώναζε, ήταν κυκλοθυμικός έως επιθετικός καμιά φορά. «Ο Χαλεπάς ζούσε τότε στο πατρικό τους σπίτι, με τη μάνα του και τις δυο αδελφές του - και η μάνα του είχε ανέκαθεν αντιρρήσεις στην ενασχόληση του Γιαννούλη με την γλυπτική, θεωρούσε πως του έκανε κακό. Ούτε υπήρχαν τότε ψυχίατροι ή κάτι σχετικό - για τους ψυχικά ασθενείς η πιο διαδεδομένη ‘θεραπεία’ ήταν να τους πηγαίνουν σε μοναστήρια και να τους ‘διαβάζουν’ οι καλόγεροι... Τελικά του πρότειναν ψυχρολουσίες και θερμά λουτρά. Και πηγαίνει ο Χαλεπάς στα Αλάτσαρνα της Σμύρνης, όπου εκείνη την εποχή εργαζόταν ο αδελφός του, ‘κράταγε’ το εργαστήρι του πατέρα τους. Και κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας εκεί». - Ξέρουμε πώς; Προσπάθησε να πηδήξει από ένα παράθυρο, από τον δεύτερο όροφο - τον έπιασε και τον έσωσε ο αδερφός του. Τραυματίστηκε μόνο από τα σπασμένα γυαλιά. «Και μετά οι γιατροί του συνιστούν να ταξιδέψει. Επί ένα μήνα περιδιαβαίνει την Ιταλία: Ρώμη, Φλωρεντία, Πομπηία. Και εκεί, όπως λέει ο αδελφός του, βλέποντας τα έργα τέχνης, είχε αναλαμπές, έκανε σχόλια για τα αρχαία αγάλματα με καθαρό μυαλό. Το 1888, στα 37 του πλέον, είναι σε τραγική κατάσταση. Οι δικοί του δεν ξέρανε πως να τον βοηθήσουν - είχε δοκιμάσει όλες τις ιατρικές ‘θεραπείες’ της εποχής χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Τελικά, με βαριά καρδιά αποφάσισαν να τον στείλουνε στο Φρενοκομείο της Κέρκυρας, συνοδεία ενός ξαδέρφου του. Εδώ υπάρχει ένα ενδιαφέρον εύρημα της έρευνάς μας: η αυθεντική, μη λογοκριμένη διάγνωση με την οποία ο Χαλεπάς εισήχθη στο Φρενοκομείο. Η διάγνωση έχει γίνει από έναν γιατρό της Τήνου, είναι υπογεγραμμένη από την αστυνομία και αναφέρει ότι ο Χαλεπάς έπασχε από άνοια, νυχτερινούς αυνανισμούς και ονειρώξεις». «Μετά βρήκαμε μια στατιστική του 1877 από τον διευθυντή του Φρενοκομείου - Χριστόφορος Τσιριγώτης λεγόταν και θεωρείται ο πρώτος Έλληνας ψυχίατρος του 19ου αι. Σπουδαγμένος στην Ιταλία, αυτός έφερε στην Ελλάδα τις πιο καινοτόμες και επιστημονικές, με τα τότε δεδομένα, ιδέες και θεραπείες για τις ψυχικές νόσους. Γράφει λοιπόν ο Τσιριγώτης, διαφωνώντας προφανώς, ότι το ”Φρενοκομείο Κερκύρας” λειτουργούσε για πολλά χρόνια ως ψυχιατρείο και φυλακή μαζί. Οι ψυχικά ασθενείς συμβίωναν με βαρυποινίτες και εγκληματίες. Ανακαλύψαμε επίσης τα ΦΕΚ εκείνων των εποχών, τα οποία και όριζαν τον κανονισμό λειτουργίας του Φρενοκομείου: ποιοι γίνονταν δεκτοί, υπό ποιες προϋποθέσεις, πως διαβιούσαν εκεί. Και διαπιστώσαμε ότι το Φρενοκομείο λειτουργούσε ταξικά - όσοι τρόφιμοι συνεισέφεραν οικονομικά ανήκαν στην ”Α΄τάξη”, μπορούσαν να έχουν κάποια αντικείμενα ως προσωπικά είδη και καλύτερο σιτηρέσιο. Αυτοί που δεν μπορούσαν να πληρώσουν, ζούσαν διαφορετικά: δούλευαν περισσότερο και ξυπνούσαν νωρίτερα. Τι σημασία είχε αυτό στη δική μας αφήγηση; Ο Χαλεπάς αρχικά βρισκόταν στην ‘Α΄ τάξη’, όμως κάποια στιγμή ο πατέρας του πτώχευσε... Τότε υποβιβάστηκε, με τις ανάλογες συνέπειες στην καθημερινότητά του στο Φρενοκομείο». - Πιστεύεις ότι το εννοεί πρακτικά και όχι ψυχολογικά; Μάλλον ναι. Δεν ξέρανε τι να τους κάνουνε τους ψυχικά ασθενείς τότε. Σύμφωνα με τον Κανονισμό του Φρενοκομείου έπρεπε να εργάζονται «κατά την ειδικότητα και την ικανότητά τους». Τρέχα γύρευε... Στην πραγματικότητα τους ανέθεταν (υποτίθεται) αγροτικές εργασίες και τους έβαζαν να κουβαλάνε νερό με κόσκινα. Άντε να ποτίσεις τους μπαχτσέδες με κόσκινο... - Το γόπινγκ μου θυμίζει... Ναι, αγγαρείες για να περνάνε την ώρα τους. Ο Χαλεπάς πρέπει όμως να έφτιαχνε κάποια πράγματα ακόμα και εκείνη την περίοδο. Αυτό είναι επιβεβαιωμένο από ένα αγαλματίδιο εννιά εκατοστών που βρέθηκε πολύ αργότερα, τη δεκαετία του ’40 - το είχε κρατήσει ένας φύλακας. Ίσως του τα χαλούσαν, πιθανότατα δεν του επέτρεπαν να ασχολείται με την τέχνη του, αλλά με λάσπη, με πηλό, με ότι έβρισκε, αυτός έφτιαχνε πράγματα. Πάντως ελάχιστα στοιχεία έχουμε για εκείνα τα χρόνια. Αναφέρει ο ίδιος ο Χαλεπάς σε κατοπινή συνέντευξή του ότι η ζωή του στο Φρενοκομείο ήταν ‘έξι μέρες Μεγάλη Βδομάδα και μια μέρα Πάσχα’, ίσως εννοώντας ότι έξι μέρες μένανε σχεδόν νηστικοί και μια μόνο μέρα τρώγανε κανονικά». «Το 1902 ο Χαλεπάς βρίσκεται στο Φρενοκομείο δώδεκα χρόνια. Εκείνη τη χρονιά πεθαίνει ο πατέρας του. Περνάνε άλλα δύο χρόνια και απο-ασυλοποιείται, τον παραλαμβάνει η μητέρα του. Η γνωμάτευση από τον τότε διευθυντή του Φρενοκομείου σημειώνει ότι δεν είναι ανήσυχος πλέον, ότι εξακολουθεί να πάσχει από άνοια αλλά είναι ήρεμος πια. Ο Γιαννούλης Χαλεπάς, ο σημαντικότερος Έλληνας γλύπτης έμεινε στο ‘Φρενοκομείο Κερκύρας’ 13 χρόνια, 10 μήνες και κάποιες μέρες. Και όλα αυτά τα χρόνια δεν τον επισκέφθηκε κανείς - απαγορευόντουσαν οι επισκέψεις γιατί θεωρούνταν επιζήμιες για τους τρόφιμους, ότι τους αναστάτωναν και δεν τους έκανε καλό να βλέπουν οικεία πρόσωπα». «Ο Χαλεπάς έμεινε για λίγες μέρες στην Αθήνα, πάντα μαζί με τη μάνα του. Και γρήγορα έφυγαν για να εγκατασταθούν εκ νέου μόνιμα στην Τήνο, στο χωριό τους. Αργότερα είπε ο Χαλεπάς ότι την τελευταία νύχτα του στο Φρενοκομείο είδε ένα περίεργο όνειρο - ότι τον μετέφερε στην ράχη του ένα θαλάσσιο κήτος και τον απόθεσε στην Παναγία της Τήνου. Στην Τήνο ξεκίνησε καινούργιος Γολγοθάς για τον Χαλεπά - από το 1904 έως το 1916, οπότε πεθαίνει η μάνα του, βόσκει πρόβατα και ότι έργο τέχνης φτιάχνει, το καταστρέφει η μάνα του γιατί θεωρεί ότι η τέχνη του τον τρέλανε. Αυτός σχεδιάζει και αυτή του τα σκίζει, αυτός μαζεύει πηλό από τα βουνά, φτιάχνει προπλάσματα και αυτή τα σπάει. Ζει ο Χαλεπάς μέσα σε μια καθημερινή, συνεχή καταπίεση». - Η σχέση του Χαλεπά με τη μάνα του χρήζει ιδιαίτερης μνείας. Ήταν ένα οιδιπόδειο, καταπιεστικό σύμπλεγμα. Μια αμόρφωτη γυναίκα βλέπει το παιδί της να τρελαίνεται και επειδή αυτός ασχολείται με πάθος με την τέχνη, αυτή, απλοϊκά θεωρεί πως η τέχνη ευθύνεται για το κακό που τον βρήκε. Δεν έχει άλλο τρόπο να ερμηνεύεσει την αποκλίνουσα συμπεριφορά του και προσπαθεί να τον αποτρέπει όπως μπορεί. «Είναι πάμφτωχοι πλέον - και η μια αδερφή του, η Κατερίνα, αυτοκτονεί. Και ένας αδελφός του, ταλαντούχος κιθαρίστας, πέφτει από τη γέφυρα της Χαλκίδας, αυτόχειρας κι αυτός. Η οικογένεια είχε, μάλλον, ένα περίεργο γονίδιο, σκοτεινό. Μέχρι όμως να πεθάνει η μάνα του, κάποιοι ομότεχνοί του στην Αθήνα τον ανακαλύπτουνε - ο γλύπτης Σώχος τον επισκέπτεται. Στις αθηναϊκές εφημερίδες γράφονται άρθρα για αυτόν και γίνεται ευρέως γνωστό ότι ο Γιαννούλης Χαλεπάς είναι ζωντανός». - Η «Κοιμωμένη» του ήταν ήδη αναγνωρισμένο έργο τέχνης. Ναι, η «Κοιμωμένη» ήταν ήδη περίφημη, ο Χαλεπάς ακόμα και εν τη απουσία του ήταν ‘όνομα’ στους καλλιτεχνικούς κύκλους. Αλλά ο ίδιος είχε χαθεί, οι περισσότεροι τον θεωρούσαν απλώς νεκρό. Σήμερα γνωρίζουμε την πραγματική ιστορία, αλλά όταν οι άνθρωποι αυτοί τότε ανακάλυπταν εκ νέου τον Χαλεπά, έμοιαζε με αστυνομικό ρεπορτάζ. Σαν να έλεγαν «Ποιος στο διάολο είναι λοιπόν αυτός ο Χαλεπάς; Ναι, τον ξέραμε το 1876, αλλά τι απέγινε μετά; Σαράντα χρόνια τι έκανε, που βρισκόταν;. Όταν αντιλήφθηκαν ότι είναι ζωντανός, άρχισαν να τον επισκέπτονται στην Τήνο - ο Αλαβάνος, που ήταν Τηνιακός και αντιπρόεδρος της Βουλής, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, δημοσιογράφοι και φιλότεχνοι, μποέμ τύποι της εποχής, όπως ο Νίκος Βέλμος, που ανέπτυξε μια πραγματικά φιλική σχέση μαζί του. Κάποιοι του στέλνουν χρήματα, ή προσπαθούν να λάβει επιχορηγήσεις». «Και με τον θάνατο της μητέρας του, ο ίδιος ο Χαλεπάς ξεκίνησε πάλι να δουλεύει. Ζει στο πατρικό του σπίτι, μόνος πλέον, βόσκει τα πρόβατά του και μετά ζωγραφίζει - ακόμα και δίχως τα απαιτούμενα υλικά, γιατί ούτε χαρτιά δεν έχει. Και επειδή δεν έχει υλικά, όλο το σπίτι είναι ζωγραφισμένο, οι τοίχοι, τα πάντα. (Το σπίτι του ανακαινίστηκε τη δεκαετία του ’70 και καλύφθηκαν όλα αυτά τα σχέδια. Φέτος ξεκίνησε μια προσπάθεια να βγει το χρώμα και να αποκαλυφθούν τα σχέδιά του, που είναι όλα καμωμένα με κάρβουνο). Κάποια στιγμή δεν έχει άλλο χώρο να ζωγραφίσει και βρίσκει τα κιτάπια του πατέρα του, τα βιβλία της επιχείρησής του. Και αρχίζει να σχεδιάζει σ’ αυτά. Έχουν βρεθεί περισσότερα από είκοσι τέτοια εμπορικά κατάστιχα, όλα τους σχεδιασμένα από τον Γιαννούλη». - Τι σχεδιάζει εκείνη την περίοδο; Μη έχοντας καμία επαφή με τα τεκταινόμενα στον χώρο της Τέχνης για σαράντα χρόνια, σχεδιάζει με έναν απροσδόκητο, πολύ εξπρεσιονιστικό τρόπο, σα να ανακάλυψε μόνος του τη μοντέρνα τέχνη. Συνδυάζει ο Χαλεπάς τότε στοιχεία κλασικά, που τα έχει σπουδάσει, με έναν έντονα ιδιοσυγκρασιακό, σύγχρονο τρόπο. Φτιάχνει διπρόσωπα αγάλματα - στη μια τους όψη απεικονίζει τον Δία και στην άλλη τον Άγιο Γεώργιο. Αποπειράται τέτοιες, παράξενες εκ πρώτης μίξεις, μάλλον θεωρώντας την τέχνη ενιαία, από την αρχαία Ελλάδα μέχρι σήμερα. Και θέλει με το έργο του να δείξει αυτή τη συνέχεια. Στο έργο του έχει φοβερές εμμονές: φτιάχνει εννέα διαφορετικές εκδοχές του Σάτυρου, δεκατρείς εκδοχές της Μήδειας, όπου προφανώς εξωτερικεύει το ακανθώδες ζήτημα της σχέσης με τη μητέρα του. «Το 1930 τον επισκέπτεται στον Πύργο η γυναίκα του αδερφού του και τον βρίσκει σε τρισάθλια κατάσταση. Δεν έχει εισοδήματα, το σπίτι του είναι υποθηκευμένο, τη νύχτα σκεπάζεται με μια παμπάλαια χλαίνη και φοράει κουρέλια. Αποφασίζουν να τον φέρουνε στο σπίτι τους στην Αθήνα. Και τον Αύγουστο του 1930 ο Χαλεπάς έρχεται στην Αθήνα για να ζήσει μέχρι και τον θάνατό του σε ένα σπίτι που ακόμη υπάρχει, στην οδό Δαφνομήλη, στα ριζά του Λυκαβηττού. Βρίσκει εκεί ένα οικογενειακό περιβάλλον - τον αγαπάνε, τον φροντίζουν και ο ίδιος εργάζεται ακατάπαυστα στο υπόγειο του σπιτιού, σε κακές όμως συνθήκες. Το καλοκαίρι με πολλή ζέστη, αλλά και τον χειμώνα με το κρύο, τα προπλάσματά του σπάνε, καταστρέφονται. Αυτό συνέβαινε γιατί ο Χαλεπάς είχε έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο να δουλεύει - δεν έβαζε ‘αρματούρα’, δηλαδή σιδερένιο σκελετό για να σταθεροποιεί το άγαλμα. Δούλευε κατευθείαν με πηλό, γιατί είχε τόση μανία να παράγει έργο που ήθελε τον πιο γρήγορο τρόπο δουλειάς». - Και γιατί ήταν ένας εντελώς γήινος δημιουργός. Όντως. Ο Χαλεπάς δεν χρησιμοποιούσε καν εργαλεία - μόνο τα χέρια του. Όλα τα έκανε με τα δάχτυλά του, άντε και καμιά σπάτουλα. «Το 1934, στα 83α γενέθλιά του, βραβεύεται από την Ακαδημία Αθηνών. Έστω και στα γεροντάματά του, έζησε την αναγνώριση του έργου του. Διανοούμενοι της εποχής και δημοσιογράφοι τον επισκέπτονταν, ήθελαν να τον γνωρίσουν, να μιλήσουν μαζί του. Ενας από αυτούς, ο Θωμόπουλος, τον είχε χαρακτηρίσει «άξεστο, πρωτόγονο πετροκόπο» εξαιτίας του τρόπου δουλειάς και του χαρακτήρα του. Ήταν εντυπωσιακός, η μανία και η όρεξη που είχε μάγευε τους πάντες». - Ήταν αυθόρμητος, ζωώδης. Ισχύει. Όχι ότι δεν έκανε σχέδια - πρώτα σχεδίαζε τα πάντα σε χαρτί. Αλλά δούλευε πάντα από καρδιάς. «Τον Απρίλιο του 1938, 87 χρονών πλέον, παθαίνει εγκεφαλικό. Για κάποιους μήνες μένει κατάκοιτος, με το δεξί του χέρι παράλυτο. Δεν μπορεί πια να δουλέψει και τον Σεπτέμβριο του ΄38, καταλήγει. Το βιβλίο μας σταματάει εκεί, στον θάνατό του. Η ιστορία του Χαλεπά δεν τελειώνει τότε βέβαια - τα χρόνια που ακολούθησαν το έργο του ταξίδεψε σε εκθέσεις στη Νέα Υόρκη, σχέδιά του εκτέθηκαν στο Παρίσι. Ο Μαρίνος Καλλιγάς συγκέντρωσε μεγάλο μέρος του έργου του, έγιναν εκθέσεις και εκδόσεις αφιερωματικές». - Η τελευταία, σκάρτη κιόλας, δεκαετία της ζωής του Χαλεπά, ήταν μάλλον και η ευτυχέστερη, η πιο κανονική... Στη ζωή του Χαλεπά μάλλον τίποτα δεν ήταν κανονικό. Πάντως και εμείς χωρίζουμε το βιβλίο σε τρία μέρη - και το τελευταίο το ονομάσαμε «Αναγέννηση»: δεν περιέχει μόνο την τελευταία του δεκαετία, αλλά την περίοδο της ζωής του από το 1916 και μετά. Οι ιστορικοί τέχνης έχουν χαρακτηρίσει αυτή την περίοδο της τέχνης του Χαλεπά ως ‘μετά-λογική’, επειδή τότε το έργο του παίρνει μια διαφορετική τροπή. - Υπήρξε ένας «άγιος» της τέχνης; Σίγουρα - και η μορφή του, τόσο ασκητική, σε αυτό προσιδίαζε. Ένας ξερακιανός, λιγομίλητος γέρος, ανεπιτήδευτος εντελώς. Σε ένα από τα δημοσιεύματα για αυτόν, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, τον περιγράφει ως έναν άνθρωπο που έχει απωλέσει τις κοινωνικές του δεξιότητες και αναρωτιέται αν είχε τέτοιες δεξιότητες ποτέ... Για αυτό και στο κόμιξ μας ο Χαλεπάς, παρότι πρωταγωνιστής, ελάχιστα μιλάει. Λέει μετρημένες φράσεις, όπως διασώζονται σε δημοσιεύματα της εποχής. - Ο ίδιος ο Χαλεπάς είχε μιλήσει για τη ζωή του; Είχε δώσει κάποιες συνεντεύξεις, που τις έχουμε εντάξει στο κόμιξ ως πρωτότυπο υλικό. Και αντλήσαμε πολλά στοιχεία από τον μοναδικό επί της ουσίας βιογράφο του Χαλεπά, τον Στρατή Δούκα. Οι δυο τους είχαν συνδεθεί και με ειλικρινή φιλία. Βάσει αυτού του υλικού προσπαθήσαμε να κάνουμε μια μη μυθιστορηματική αφήγηση, να σταθούμε στα επιβεβαιωμένα γεγονότα και να μην πλάσουμε δικές μας ιστορίες μέσα στην αυθεντική ιστορία του Χαλεπά. - Νομίζω δεν είναι πολλά τα ολοκληρωμένα έργα του Χαλεπά. Καταρχήν, για πολλά χρόνια έργα του Χαλεπά όπως η «Φιλοστοργία» ή ο «Σάτυρος» θεωρούνταν χαμένα. Τα ανακάλυψε ένας δημοσιογράφος - ο πατέρας του Χαλεπά τα είχε δώσει σε έναν συγχωριανό τους, που τα φυλούσε στο σπίτι του στον Πύργο. Σήμερα ο «Σάτυρος» εκτίθεται στην Εθνική Πινακοθήκη, ενώ η «Φιλοστοργία», μαζί με άλλα πρωτότυπα έργα του Χαλεπά, βρίσκονται στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού στη Χώρα της Τήνου. Ο Χαλεπάς επίσης, στην πραγματικότητα δεν έκανε σχεδόν τίποτα σε μάρμαρο. - Η «Κοιμωμένη»; Η «Κοιμωμένη» είναι σε μάρμαρο αλλά δεν τη σμίλευσε ο Χαλεπάς. Δυο Τηνιακοί μαρμαρογλύπτες της εποχής αντέγραψαν σε μάρμαρο («ξεχόντρισαν» όπως είχε πει ο Χαλεπάς) το πρόπλασμα που αυτός είχε ετοιμάσει. Ο ίδιος ο Χαλεπάς έχει κάνει έναν άγγελο σε ένα ταφικό μνημείο στο Βουκουρέστι και ελάχιστες προτομές. Πηλό δούλευε κυρίως και λίγα ακόμη έργα του είναι σε γύψο. Έχει κάνει βέβαια εκατοντάδες σχέδια - κάποια ανήκουν στην Εθνική Πινακοθήκη και κάποια σε απογόνους της οικογένειας Χαλεπά. - Πως αποφάσισες να καταπιαστείς με την περίπτωση Χαλεπά; Τι σε συγκίνησε, περισσότερο, σε αυτόν; Το έργο του είναι σαφώς καταπληκτικό - είναι το έργο μιας ιδιοφυίας. Αλλά αν δεις πέρα από αυτό, αν αρχίσεις και ψάχνεις τη ζωή του, θα εκτιμήσεις νομίζω, ότι μέσα σ’ αυτόν τον κυκεώνα που έζησε, δεν έχασε ποτέ το πάθος του. - Ο πυρήνας του παρέμεινε ίδιος. Ναι, υπήρχε μια βαθιά, ιδιοσυγκρασιακή αλλά ακλόνητη δομή στο μυαλό, στην καρδιά και στην ψυχή του που διψούσε για τέχνη, για καθαρή, αγνή τέχνη. Όσα βάσανα κι αν πέρασε, όση καταπίεση κι αν υπέστη - από τη μητέρα του, τον κοινωνικό του περίγυρο, τις συμβάσεις της εποχής, τη μοναξιά του και τις υλικές στερήσεις - αυτή η δίψα συνέχισε να υπάρχει και να κυριαρχεί μέσα του, άσβεστη και ασίγαστη. - Ήταν δύσκολο να τον σκιτσάρεις; Έκανα κάποιες έγχρωμες απόπειρες. Κατέληξα σε μια διχρωμία - το σχέδιο είναι ασπρόμαυρο με γκρίζες αποχρώσεις για να μοιάζει με τα υλικά που μεταχειριζόταν ο Χαλεπάς και με το έργο του. Μου φάνηκε παράταιρο να βάλω χρώματα σε ένα άγαλμα που το πρωτότυπο είναι σε μάρμαρο ή σε πηλό. Αυτή η έλλειψη του χρώματος ταίριαζε κιόλας περισσότερο να εικονογραφήσει την ιστορία του Χαλεπά, που ήταν ένα με την τέχνη του - που τέχνη και ζωή του ήταν αδύνατο να ξεχωρίσουν. Και το σχετικό link...
  3. Μαρμαρογλύπτης στην Τήνο κι από κει στην Αθήνα και στο Μόναχο, δίπλα σε μεγάλους καλλιτέχνες, ο Γιαννούλης Χαλεπάς οδηγήθηκε στην τρέλα, στην απομόνωση, στους εξευτελισμούς για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Οι Δημήτρης Βανέλλης και Θανάσης Πέτρου φιλοτεχνούν μια συναρπαστική βιογραφία του «μύθου της νεοελληνικής γλυπτικής», την κατάδυσή του στην άβυσσο της παραφροσύνης και την αναγέννησή του λίγο πριν από το τέλος της ζωής του. Η ζωή και το έργο του Τηνιακού γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά (1851-1938) σκεπάζονται από ένα τεράστιο «αν». Αν είχε γεννηθεί σε μια δυτικοευρωπαϊκή χώρα αντί για την επαρχία της Ελλάδας σε μια ταραγμένη περίοδο, αν δεν βασανιζόταν στο μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του από ψυχολογικά προβλήματα, αν δεν είχε περάσει δεκαετίες έγκλειστος σε ιδρύματα, αν η οικογένειά του μπορούσε να του προσφέρει περισσότερα, αν διέθετε τα μέσα και τα υλικά για να δημιουργήσει απρόσκοπτα όλα όσα σκαρφιζόταν η φαντασία του, όλα όσα οραματιζόταν, αν η πολιτεία και οι συνάδελφοί του είχαν ανακαλύψει νωρίτερα το ταλέντο και το μεγαλείο του; Αν σε μια εποχή που η τέχνη άλλαξε οριστικά και αμετάκλητα κατεύθυνση και οι πρωτοπορίες πειραματίζονταν αδιάκοπα προκαλώντας διαδοχικές καλλιτεχνικές επαναστάσεις στο πλαίσιο μιας τυρβώδους μετάβασης από το κλασικό στο μοντέρνο αυτός δεν ήταν σιδηροδέσμιος σε σκοτεινά, υγρά υπόγεια; Τα ατέλειωτα «αν» θα μείνουν για πάντα αναπάντητα. Αυτό που έχει μείνει είναι ένα μοναδικό αλλά μικρό σε όγκο έργο και πολλές εικασίες για τη ζωή του, τη σκέψη του, την προσωπικότητά του που τον κατέστησαν «μύθο της νεοελληνικής γλυπτικής», όπως τον χαρακτηρίζει ο υπότιτλος του νέου βιβλίου των Δημήτρη Βανέλλη και Θανάση Πέτρου (εκδόσεις Πατάκη). «Γιαν Χαλεπάς» ήταν η υπογραφή του και αυτός είναι και ο τίτλος της ελεύθερης βιογραφίας του που φωτίζει τη σκοτεινή και δύσκολη ζωή του, παρουσιάζει τα σπουδαιότερα έργα του, μα πάνω απ’ όλα αποπειράται να ερμηνεύσει τις πηγές της έμπνευσής του και τις αφορμές πίσω από τα γλυπτά του. Οι Βανέλλης και Πέτρου έχουν συνεργαστεί πολλές φορές κατά το παρελθόν, προσαρμόζοντας σε κόμικς ορισμένα από τα εμβληματικά έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας («Παραρλάμα και Άλλες Ιστορίες του Δημοσθένη Βουτυρά», «Το Γιούσουρι και Άλλες Φανταστικές Ιστορίες» με διηγήματα των Καβάφη, Καρκαβίτσα, Καρυωτάκη, Ροδοκανάκη, Νικολαΐδη, Παπαδιαμάντη, «Η Μεγάλη Βδομάδα του Πρεζάκη», του Καραγάτση), αλλά είναι η πρώτη φορά που φιλοτεχνούν μια βιογραφία και μάλιστα ενός εικαστικού καλλιτέχνη. Προς τούτο, εργάστηκαν επί σειρά ετών μελετώντας έργα με επιτόπια έρευνα και συλλέγοντας αντικειμενικά στοιχεία, έγγραφα, τεκμήρια και επιστολές, επιχειρώντας να είναι όσο το δυνατόν πιο ακριβείς στις περιγραφές και τις εκτιμήσεις τους. Εκεί, όμως, που τα ίχνη χάνονται, προσθέτουν τη δική τους εκδοχή και, καλλιτεχνική αδεία, ερμηνεύουν με τον δικό τους τρόπο τα γεγονότα και τα αποτελέσματά τους στο έργο του Χαλεπά. Εμπλουτίζουν την αφήγησή τους με δημοσιογραφικά άρθρα εφημερίδων, καλλιτεχνικές κριτικές και δημόσια διατυπωμένες απόψεις της εποχής και την ίδια στιγμή «αυθαιρετούν» αναπόφευκτα παρουσιάζοντας τα ξεσπάσματα του γλύπτη, τη μοναξιά του και τη βύθισή του στην παράνοια και την αποξένωση. Κι αυτό είναι που κάνει τη βιογραφία του Χαλεπά ένα νέο, αυτόνομο έργο, με τη δική του αυταξία, ικανό να συγκινήσει ακόμα και τον αναγνώστη που δεν είναι καθόλου εξοικειωμένος με τη γλυπτική των αρχών του περασμένου αιώνα αλλά επιθυμεί να γνωρίσει τις συνθήκες της καλλιτεχνικής δημιουργίας στην Ελλάδα του 1900, τις απόψεις για την ψυχική υγεία και τους πάσχοντες, τη βαναυσότητα των «θεραπειών», τη στάση του κράτους και των θεσμών του απέναντι στους καλλιτέχνες κ.λ.π. Γεννημένος στο νησί των γλυπτών, την Τήνο, ο Γιαννούλης Χαλεπάς έμαθε από μικρός να σμιλεύει την πέτρα και όταν η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα είχε την ευκαιρία να σπουδάσει στο Σχολείο των Τεχνών. Από εκεί βρέθηκε στη Βασιλική Ακαδημία του Μονάχου αλλά, όταν ο Ναός της Ευαγγελίστριας Τήνου αποφάσισε να διακόψει την υποτροφία του για να τη δώσει σε έναν φοιτητή μηχανικής, επέστρεψε στην Αθήνα και από κει στη γενέτειρά του. Εργαζόταν οργιωδώς και είχε αρχίσει να αναγνωρίζεται όταν το 1879 άρχισε η περιπέτεια της ψυχικής υγείας του. Κλείστηκε στο φρενοκομείο της Κέρκυρας όταν ήταν 37 ετών και έμεινε εκεί 14 χρόνια. Όταν επέστρεψε στην Τήνο ως «ακίνδυνος» αλλά και στιγματισμένος με τη στάμπα του «τρελού», έγινε βοσκός και έκανε θελήματα για τους συγχωριανούς του που τον κορόιδευαν και τον περιγελούσαν. Μέχρι που στα τέλη της δεκαετίας του 1910 έρχεται η «ανάσταση». Μετά τον θάνατο της καταπιεστικής μητέρας του, φαίνεται πως ο Γιαννούλης, που πλησιάζει τα εβδομήντα χρόνια του, ξεπερνάει κάποια από τα προβλήματά του και δουλεύει και πάλι συστηματικά. Τον επισκέπτονται καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι και κριτικοί. Μετακομίζει στην Αθήνα για τα τελευταία χρόνια της ζωής του, όπου τιμάται από διάφορους φορείς, παίρνει επαίνους, βραβεία και μετάλλια για το σύνολο του έργου του, έστω κι αν είχε ζήσει περίπου πέντε δεκαετίες στην αφάνεια. Χτυπημένος από ημιπληγία, πέθανε το 1938, καθηλωμένος στο κρεβάτι του αλλά αναγνωρισμένος από όλους ως ο μεγαλύτερος Έλληνας γλύπτης μετά την αρχαιότητα. Γράφουν οι Βανέλλης και Πέτρου: «Λένε ότι μέχρι το τέλος περίμενε από το κράτος να του παραχωρήσει ένα εργαστήριο. Ήθελε να δουλέψει και πάλι μεγάλες συνθέσεις. Τον τιμούσαν όλοι, εργαστήριο όμως δεν του παραχωρήθηκε ποτέ». Τα σπουδαιότερα γλυπτά του, όπως η «Αναπαυομένη», η «Κοιμωμένη», ο «Μέγας Αλέξανδρος Ζων και Νεκρός» κ.ά., δημιουργημένα με πενιχρά μέσα και με πρωτότυπες μεθόδους, αποτελούν εμβληματικά έργα της νεότερης ελληνικής τέχνης της οποίας υπήρξε χαρακτηριστικός «εκπρόσωπος». Το μοναδικό έργο του και την ταραγμένη ζωή του μάς συστήνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η εξαιρετική δουλειά των Βανέλλη και Πέτρου. Ο Ένδοξος Παράφρων Τα παθήματα του Χαλεπά, του περηφανεστέρου Ελληνος καλλιτέχνου, προεκάλεσαν συγκίνησιν εις τον Καλλιτεχνικόν Κόσμον και εις τον κόσμον των Γραμμάτων. Το τραγικόν καλλιτεχνικόν του τέλος, όπερ περιέγραψα εις δύο μου χρονογραφήματα, προεκάλεσε άρθρα και χρονογραφήματα, έλαβον δε πλήθος επιστολών και ποιήματα ακόμη αφιερωμένα εις τον ταλαίπωρον Χαλεπάν. Όλα αυτά δεικνύουν ότι υπάρχει ενταύθα κάποιος κόσμος ζων και κινούμενος, είναι δε ούτος ο πνευματικός λεγόμενος κόσμος της Ελλάδος. Είνε τόσον μεγάλη η αξίωσις όπως το κράτος, ή ο ναός της Ευαγγελιστρίας, ήτις τόσους και τόσους καλοέθρεψε, να διαθέτη 300 δραχμάς ετησίως προς περίθαλψιν ενός ενδόξου παράφρονος; Διάβολε, εις αυτόν τον τόπον εχύθησαν με το σακκί τα χρήματα προς ανθρώπους οι οποίοι προσέφεραν υπηρεσίας, διά τας οποίας ως αμοιβή μόλις θα ήρκει η αγχόνη και εφειδωλεύθη ένα κομμάτι ξηρό ψωμί εις εκείνον όστις, όταν περάσουν δύο-τρεις γενεαί και θα σβύσει όλη αυτή η λάμψις του θορυβούντος σήμερον όχλου, θα αποτελή την δόξαν της γενεάς καθ’ ην εγεννήθη, η οποία όμως δεν ηδυνήθη ούτε να τον εκτιμήση δημιουργούντα, ούτε να τον περιθάλψη όταν τρελλός και πεινών διέτρεχε τα βουνά της Τήνου βόσκων τα ολίγα γίδια της αδελφής του. Άρθρο του Θεόδωρου Βελλιανίτη, δημοσιευμένο στις 4 Φεβρουαρίου 1915 όπως περιλαμβάνεται στο βιβλίο των Πέτρου και Βανέλλη (με την πρωτότυπη ορθογραφία αλλά σε μονοτονικό σύστημα για πρακτικούς λόγους). Και το σχετικό link...
  4. Θανάσης Πέτρου - Δημήτρης Βανέλλης Γιαννούλης Χαλεπάς Ο μύθος της νεοελληνικής γλυπτικής Εκδόσεις: Πατάκη Σελ.: 176 Το graphic novel που κυκλοφόρησε πρόσφατα με την υπογραφή των δύο σημαντικότερων εκπροσώπων του στη χώρα μας, του Θανάση Πέτρου στο σχέδιο και του Δημήτρη Βανέλλη στο σενάριο, αναφέρεται στη ζωή και το έργο του Γιαννούλη Χαλεπά, του κορυφαίου Έλληνα γλύπτη, μιας συναρπαστικής προσωπικότητας, του οποίου το θηριώδες ταλέντο δεν άντεξε ούτε η ιδιαίτερη πατρίδα του, αλλά φευ ούτε και η χώρα του. Έζησε μέσα στη δίνη της υπαρξιακής του αγωνίας, τραγικά μόνος και απελπιστικά αβοήθητος, μέσα σε ένα περιβάλλον εχθρικό απέναντι στη μεγαλοφυΐα του. Ο Σολωμός και ο Χαλεπάς υπήρξαν οι δύο πρώτες προσωπικότητες του Ελληνισμού που με το έργο τους έθεσαν τα θεμέλια της αδιαμόρφωτης ακόμα φυσιογνωμίας του νεοσύστατου κρατιδίου. Και οι δύο κατάφεραν να συνδέσουν αριστοτεχνικά τη χώρα με το ένδοξο παρελθόν της, πράγμα που υπήρξε πρωταρχική εθνική μέριμνα. Με την πένα του ο Σολωμός και με τη σμίλη του ο Χαλεπάς κατάφεραν να σηματοδοτήσουν μια νέα αρχή για τη συγκρότηση μιας νεοελληνικής ταυτότητας. Το μέγεθος του καλλιτέχνη Χαλεπά, τον οποίο έτσι κι αλλιώς βάραινε μια κακιά διά βίου μοίρα, δεν μπόρεσε να βολευτεί στα στενά πνευματικά πλαίσια της εποχής του. Όχι ότι δεν υπήρξαν σύγχρονοί του – ως μονάδες και με θεσμικό ρόλο – που μερίμνησαν για τον άνθρωπο και το έργο, ωστόσο οι πραγματικές δυνατότητες της χώρας μάλλον αδίκησαν αυτόν τον μοναδικό γλύπτη της νεότερης ιστορίας μας. Πριν από όλα, ο Χαλεπάς είχε να παλέψει με την προσωπική του μοίρα υπό το βάρος της ασυμμάζευτης καλλιτεχνικής του μεγαλοφυΐας, αυτός μόνος του, δίχως κανένα στήριγμα. Οι πραγματικές συνθήκες του βίου του αποδείχτηκαν ιδιαίτερα εχθρικές και ακατάλληλες προκειμένου να καταφέρει ο καλλιτέχνης να αφοσιωθεί απρόσκοπτα στο έργο του. Και αυτή η συνθήκη αποτυπώνεται εύστοχα στο graphic novel. Η μυθιστορηματική ζωή του Ο γλύπτης γεννήθηκε στον Πύργο της Τήνου, σε ένα χωριό με μεγάλη παράδοση στην τέχνη του μαρμάρου. Έτσι, η κλίση του καλλιτέχνη βρήκε την πρώτη της ύλη με έτοιμο το σφυρί και το καλέμι που υπήρχαν στο σπίτι του πάτερα του, Ιωάννη Χαλεπά, σημαντικού μαρμαροτεχνίτη, ο οποίος συντηρούσε ομόρρυθμη εταιρεία με συγγενείς γλύπτες από τη μεριά της γυναίκας του Ειρήνης, της μοιραίας για τον Χαλεπά γυναίκας, της γυναίκας που προσπάθησε να προστατεύσει το παιδί της από την ίδια του τη μεγαλοφυΐα! Από τη μία, έχουμε ένα ιδανικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο θα άρχιζε απρόσκοπτα να ξεδιπλώνεται το αστείρευτο ταλέντο του Γιαννούλη, κι από την άλλη, ένα περιβάλλον οικογενειακό και κοινωνικό που αδυνατούσε εξ αντικειμένου να παρακολουθήσει, να κατανοήσει, να συνδράμει και πολύ περισσότερο να αναδείξει αυτή την καλλιτεχνική μεγαλοφυΐα που τον καθιστούσε ουσιαστικά απόκληρο και τραγικά μόνο! Μετά το δημοτικό, οι γονείς του τον στέλνουν στη γειτονική Σύρο, η οποία ήταν τότε το πιο σημαντικό πνευματικό κέντρο στην Ελλάδα. Εκεί, ο νεαρός Χαλεπάς ολοκληρώνει τις εγκύκλιες σπουδές του, έχοντας πάντα στο μυαλό του τη γλυπτική. Το 1869 βρίσκεται στην Αθήνα να σπουδάζει γλυπτική στη Σχολή Καλών Τεχνών του Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Στη διάρκεια των σπουδών του αρχίζει να γίνεται φανερή η καλλιτεχνική του ιδιοφυΐα. Τα έργα του, που ξεχωρίζουν ήδη, χτίζουν την καλλιτεχνική του φήμη. Κορυφαίο έργο της εποχής εκείνης είναι ένας «Σάτυρος», τον όποιο αγόρασε η Τράπεζα της Ελλάδος αρκετά χρόνια αργότερα, το 1937. Στη συνέχεια, ο Χαλεπάς ετοιμάζει τις βαλίτσες του για το Μόναχο, με υποτροφία του Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελίστριας Τήνου. Η φοίτησή του στην Ακαδημία του Μονάχου δίνει στον νεαρό Χαλεπά τη δυνατότητα να έρθει σε επαφή με τα σύγχρονα καλλιτεχνικά ρεύματα της Ευρώπης και να βρεθεί σε ένα απαιτητικότερο καλλιτεχνικό περιβάλλον, απόλυτα αντάξιό του. Ήδη, πρωτοετής φοιτητής παίρνει την τολμηρή απόφαση να αναμετρηθεί σε έναν διαγωνισμό με ελληνικό θέμα λαμβάνοντας το πρώτο βραβείο μαζί με τρεις χιλιάδες μάρκα. Η συνέχεια των σπουδών του είναι εντυπωσιακή και οι αλλεπάλληλες βραβεύσεις του (το 1874 παίρνει το πρώτο βραβείο της Ακαδημίας για το έργο του «Παραμύθι της Πεντάμορφης») επιβεβαιώνουν την ξεχωριστή του κλίση. Μετά την αιφνίδια διακοπή της υποτροφίας του, ο Χαλεπάς επιστρέφει στην Αθήνα, σε ηλικία μόλις 24 ετών. Εκεί, αποκτά δικό του πλέον εργαστήριο και αρχίζει να εργάζεται ως γλύπτης. Περί το 1878, εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα τρέλας, τα οποία εντείνονται με την πάροδο των χρόνων, με αποτέλεσμα το 1888 να μεταφερθεί στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας, στο οποίο μένει ως το 1902, οπότε τον παίρνει η μητέρα του στην Τήνο. Έχοντας σχηματίσει την πεποίθηση ότι η αιτία της τρέλας του ήταν το πάθος του για τη γλυπτική, η μητέρα του αποφασίζει να… του απαγορεύσει την ενασχόληση με την τέχνη του! Ως τον θάνατό της το 1916, ότι πρόπλασμα φτιάχνει ο Γιαννούλης το σπάει η μητέρα του… Μετά τον θάνατό της, ο καλλιτέχνης έμεινε μόνος, ελεύθερος να ασχοληθεί εκ νέου με τη μεγάλη του αγάπη, αυτήν τη φορά, ωστόσο, μέσα στην απόλυτη ένδεια και με το στίγμα του τρελού… Όταν το 1925 οργανώθηκε μια έκθεση με τα νέα του έργα στην Αθήνα, ο ξεχασμένος Χαλεπάς ήρθε εκ νέου στην επικαιρότητα. Το 1930, έπειτα από την ευγενική πρωτοβουλία της ανιψιάς του, μετακομίζει στην Αθήνα και ζει εκεί τα υπόλοιπα χρόνια του βίου του, εργαζόμενος αδιάκοπα – ως την τελευταία του πνοή, το 1938. Ο Θανάσης Πέτρου και ο Δημήτρης Βανέλλης καταφέρνουν να συμπυκνώσουν όλη την πολυκύμαντη ζωή του καλλιτέχνη με αξιοθαύμαστη αίσθηση του μέτρου και της οικονομίας, δίχως να αφήνουν αφηγηματικά κενά και παρά την τεράστια δυσκολία να αναδειχθεί η ταραγμένη εσωτερικότητα του καλλιτέχνη. Το έργο του Το έργο του Χαλεπά χωρίζεται σε τρεις περιόδους. Η πρώτη καλλιτεχνική περίοδος χρονολογείται από το 1870 έως το 1878 και περιλαμβάνει τα νεανικά έργα του Χαλεπά. Η εποχή αυτή ολοκληρώνεται με τον εγκλεισμό του στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Στην περίοδο αυτήν περιλαμβάνεται το διασημότερο γλυπτό της ιστορίας της νεοελληνικής Τέχνης, η περίφημη «Κοιμωμένη», που βρίσκεται στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας. Στα έργα αυτής της περιόδου ξεχωρίζει η άψογη τεχνική, η ακαδημαϊκή αντίληψη, όπως εκφράζεται από τη ρεαλιστική απεικόνιση των έργων μέσα από την ιδανική εκδοχή του κλασικισμού που διαπνέει τον 19ο αιώνα. Η δεύτερη και μεγαλύτερη χρονικά περίοδος του έργου του ξεκινά το 1902, μετά την έξοδό του από το ψυχιατρείο και την εγκατάστασή του στην Τήνο, όπου έζησε και εργάστηκε υπό αντίξοες συνθήκες ως το 1930. Τα υπόλοιπα οχτώ χρόνια της ζωής του, ως το 1938 που αφήνει την τελευταία του πνοή, συγκροτούν την τρίτη καλλιτεχνική περίοδο, αυτήν των Αθηνών. Κοινή συνισταμένη των δυο τελευταίων καλλιτεχνικών περιόδων του καλλιτέχνη είναι το γεγονός ότι κανένα έργο του δεν ολοκληρώνεται στο μάρμαρο. Ότι σώζεται, είναι σε προπλάσματα σε πηλό, τα οποία μεταφέρθηκαν σε γύψο. Βασική πηγή από όπου αντλεί την έμπνευσή του είναι η αρχαία μυθολογία – όπως ακριβώς και των αρχαίων ομοτέχνων του! Η περιπέτειά του με την τρέλα δεν αφήνει ανεπηρέαστο το έργο του. Στη διάρκεια της δεύτερης περιόδου, ο καλλιτέχνης απομακρύνεται από τη ρεαλιστική αποτύπωση και στρέφεται στη σκοτεινή εσωτερικότητα – η μορφή παραδίδει τη σκυτάλη στο νόημα. Βασικό του μέλημα ως το τέλος του βίου του είναι η σύνθεση των θεματικών του αναζητήσεων μέσα από την εκφραστική λιτότητα. «Το αστήρικτον άγαλμα στηρίζεται επί της γενικής ύλης του πηλού, διότι καταστρέφεται με την ανατομικήν οστεολογίαν» επισημαίνει σε ένα ιδιόχειρο σημείωμά του. Οι σχέσεις των όγκων και οι ιδανικές ισορροπίες γίνονται οι έμμονες ιδέες των αναζητήσεών του. Από αυτές τις δυο περιόδους του Χαλεπά έχει επίσης σωθεί μια σειρά σχεδίων που ιχνογραφούν ιδέες και εμπειρίες. Όσα μάλιστα ανήκουν στην τρίτη περίοδο μοιάζουν με σπαράγματα των θεμάτων εκείνων που κέντριζαν τον καλλιτέχνη να δημιουργήσει στο μάρμαρο. Στα ιχνογραφήματα αυτής της περιόδου βλέπουμε την τάση του γηραιού πλέον Χαλεπά να επιστρέφει στις θεματολογικές εμμονές των νεανικών του χρόνων. Ο μεγάλος τραγικός Ο τραγικός μυθιστορηματικός βίος του Χαλεπά επιβεβαιώνει τη μοίρα της μεγαλοφυΐας, αυτήν που θέλει τον ξεχωριστό άνθρωπο να βασανίζεται από την ίδια του την ύπαρξη. Η τέχνη του Χαλεπά από τα πρώτα της βήματα, τότε που με απαράμιλλη δεξιοτεχνική πιστότητα αναπαριστούσε τον κόσμο του ωραίου, έως τα έσχατα εκείνα όταν αναζητούσε με επιμονή την τελείωση μέσα από τις καλλιτεχνικές ανατροπές που εισήγαγαν τη νεωτερικότητα στην τέχνη του, τοποθετεί τον μεγάλο καλλιτέχνη – και την Ελλάδα μαζί – στην καλλιτεχνική πρωτοπορία της ευρωπαϊκής γλυπτικής! Πρόκειται για μια έκδοση σημαντική, που την καθιστά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα το γεγονός ότι τα graphic novels απευθύνονται κυρίως στον νεαρόκοσμο, φέρνοντάς τον σε επαφή με μια από τις συναρπαστικότερες προσωπικότητες του νεότερου ελληνισμού. Και το σχετικό link...
  5. Ο γνωστός κομίστας εμπνεύστηκε από τη συναρπαστική και συγκινητική ζωή του κορυφαίου μας γλύπτη, από το ψυχιατρείο μέχρι την αποθέωση, και συνεργαζόμενος στο σενάριο με τον Δημήτρη Βανέλλη μάς προτείνει να βυθιστούμε μέσα της, καρέ καρέ. Πόσο Γιαννούλη Χαλεπά μπορεί να καταναλώσει ένας αναγνώστης; Πολύ, πάρα πολύ. Δεν πάει καιρός που η Ρέα Γαλανάκη με την έξοχη νουβέλα της «Αθηνά-βοσκοπούλα» δήλωνε ότι «ο Χαλεπάς είναι ένας άγιος και τον προσκυνώ». Και να που τώρα αποκτήσαμε κι ένα γκράφικ νόβελ που έχει τίτλο απλώς το όνομά του, «Γιαννούλης Χαλεπάς». «Είναι η πραγματική του υπογραφή», μας λέει ο γνωστός κομίστας Θανάσης Πέτρου, που έκανε τα σκίτσα, αλλά και το σενάριο, παρέα με τον μόνιμο πια συνεργάτη του Δημήτρη Βανέλλη. Και είναι αξιοθαύμαστη η καινούργια τους δουλειά. Γυρνάς με απόλαυση τις 176 σελίδες της προσεγμένης έκδοσης (Πατάκης), ξαναρουφάς όλη τη ζωή του Χαλεπά (1831-1938), σε καρέ ζωγραφισμένα με φροντίδα, ομορφιά και ιστορική πιστότητα. «Μέσα στο 2018, που ήταν Έτος Χαλεπά, ξαναδιάβασα γι' αυτόν διάφορα, κυρίως βιογραφίες, όπως του Χρήστου Σαμουηλίδη», λέει ο Θανάσης Πέτρου. «Ήξερα για τον Χαλεπά μέσες άκρες, όπως όλοι μας, ότι κάποια στιγμή είχε τρελαθεί, ότι είχε μια δύσκολη σχέση με τη μητέρα του, ότι μόνο προς το τέλος της ζωής του αναγνωρίστηκε ως μεγάλος και τρανός. Όσο πιο πολύ το έψαχνα τόσο περισσότερο με συνέπαιρνε, "θα μπορούσαμε να το κάνουμε γκράφικ νόβελ", σκέφτηκα και το πρότεινα στον Δημήτρη Βανέλλη». Το σενάριο άρχισε να γράφεται ενώ η έρευνα κρατούσε και δεν άφηνε τίποτα στην τύχη, ούτε από την εποχή ούτε από το ίδιο το πλούσιο έργο του Χαλεπά. «Σχεδίασα όλα τα έργα του», τονίζει με έμφαση, «έχω βάλει μέσα στα καρέ μου ακόμα και τα πιο άγνωστά του, για δυνατούς λύτες αυτά», λέει και γελάει. Διάλεξε να υπάρχει ένας κεντρικός αφηγητής, ένας σύγχρονος του Χαλεπά, που επισκέπτεται τον Πύργο της Τήνου το 1915 και «συναντά εκεί έναν παππού, που σχεδιάζει σε ένα τραπέζι και τον στέλνουν να φέρει νερό από τη βρύση». Μετά την κηδεία του Χαλεπά, στην οποία καταλαβαίνουμε ότι έχει παραστεί, αφηγείται στην παρέα του τη συναρπαστική ιστορία αυτού του ανθρώπου. Εφημερίδες της εποχής, φωτογραφίες, σπάνια ντοκουμέντα, τα πάντα τέθηκαν στην υπηρεσία ενός κόμικς, που, όπως λέει ο Θανάσης Πέτρου, «ήθελε να αποφύγει τους υψηλούς συναισθηματικούς τόνους, αλλά να έχει μια προσέγγιση αποστασιοποιημένη, όχι, όμως, στεγνή και να κινείται στη γραμμή ενός ντοκιμαντέρ. Να είμαστε, δηλαδή, όσο το δυνατόν πιο κοντά στις μαρτυρίες για τον Χαλεπά, ακόμα κι αν είναι λίγες, γιατί ο μοναδικός πραγματικός του βιογράφος είναι ο Στρατής Δούκας, που τον έζησε, ήταν φίλος του και έχει γράψει μόνο διασταυρωμένα πράγματα». Φρόντισε και ο ίδιος να ενσωματώσει ει δυνατόν στη διήγηση νέα, αποκαλυπτικά στοιχεία, όπως για παράδειγμα για τις συνθήκες στο Δημόσιο Ψυχιατρείο Κέρκυρας, εκεί όπου κλείστηκε ο Χαλεπάς για «άνοια» από το 1888 έως το 1901. «Με βοήθησαν πολύ στατιστικές που άφησε ο Χριστόδουλος Τσιριγώτης, από τους πρώτους Έλληνες ψυχιάτρους του 19ου αιώνα, διευθυντής του ψυχιατρείου κατά το 1887, αλλά και μετέπειτα διευθυντές του. Διαβάζοντας Εφημερίδες της Κυβερνήσεως ανακάλυψα με έκπληξη τον ταξικό χαρακτήρα του ψυχιατρείου - όποιος είχε χρήματα και πλήρωνε, όπως ο Χαλεπάς στην αρχή του εγκλεισμού του, είχε καλύτερο φαγητό και διαμονή. Όταν ο πατέρας του φαλίρισε, κατάντησε "να ζει εις βάρος του Δημοσίου", δηλαδή άθλια». Πήγε, άραγε, στην Τήνο, με μολύβι και χαρτί στο χέρι, να δει τον τόπο που έθρεψε τον μεγάλο καλλιτέχνη και να σχεδιάσει; «Και με φωτογραφική μηχανή... Δυο φορές. Ήθελα αληθοφάνεια. Δυστυχώς υπάρχει μόνο μία φωτογραφία του Χαλεπά στα νιάτα του, 20 χρονών, και πολλές, φυσικά, σε μεγάλη ηλικία. Στο πρόσωπό του δούλεψε, λοιπόν, η φαντασία μου, τον προσάρμοσα στο σχέδιό μου. Σε άλλα πράγματα, όμως, έκανα πραγματικό αγώνα για να είμαι πιστός - βρήκα ακόμα και μια φωτογραφία της εκκλησίας στα Αλάτσατα, που δούλευε στο τέμπλο της ο αδελφός του, τότε που είχαν στείλει εκεί τον Γιαννούλη για λουτρά. Όταν ήρθε στην Αθήνα, η Ακαδημία Αθηνών χτιζόταν ακόμα -Σιναία Ακαδημία την έλεγαν- ήταν γιαπί. Πάλι, λοιπόν, έπρεπε να βρω φωτογραφίες της...». Ο γνωστός κομίστας Θανάσης Πέτρου και δίπλα το εξώφυλλο Συναρπαστική η δουλειά του κομίστα. Μια τελευταία, μόνο, απορία, που με τρώει. Η ίδια η τέχνη του Χαλεπά πόσο επηρέασε το ύφος του σκίτσου του; Θέλησε μια υπόγεια, έστω, συνομιλία μαζί της; «Πριν ξεκινήσεις να κάνεις μια τέτοια δουλειά, περνάς από φάση δοκιμών, πολλών δοκιμών. Ακόμα και με χρώμα, που, όμως, τελικά καθόλου δεν με ικανοποιούσε, μου φαινόταν πολύ περίεργο και ψεύτικο να χρωματίσω γλυπτά από πηλό και γύψο. Κατέληξα στη διχρωμία, το βιβλίο δεν είναι ασπρόμαυρο». Ας ελπίσουμε, αν και δεν είναι δύσκολο, αυτό το ωραιότατο κόμικς να βρει γρήγορα το κοινό του. «Ξέρω πως για το κλασικό κοινό των κόμικς, ίσως, φανεί λίγο περίεργο, λίγο έξω από τα συνηθισμένα», παραδέχεται ο Θανάσης Πέτρου. «Θέλω, όμως, όπως άλλωστε έγινε με τις προηγούμενες δουλειές μας με τον Δημήτρη Βανέλλη, που ήταν διασκευές λογοτεχνικών έργων, να αγγίξουμε ένα πιο μεγάλο κοινό». Και το σχετικό link...
  6. Το Λεξικοπωλείο και οι Εκδόσεις Πατάκη σας προσκαλούν την Τετάρτη 29 Μαΐου 2019 στις 19:30 στην παρουσίαση του graphic novel των Θανάση Πέτρου και Δημήτρη Βανέλλη «Γιαννούλης Χαλεπάς. Ο μύθος της νεοελληνικής γλυπτικής». Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι: Λήδα Καζαντζάκη, ιστορικός τέχνης Γιώργος Μπότσος, δημιουργός κόμικς, εικαστικός και οι δημιουργοί του βιβλίου Θανάσης Πέτρου & Δημήτρης Βανέλλης «Λένε ότι η ιδιοφυΐα βρίσκεται πολύ κοντά στην παράνοια. Πράγματι, αρκετοί μεγάλοι καλλιτέχνες κατέληξαν σε ιδρύματα με αμφίβολη θεραπευτική αξία. Στη ζωή του Γιαννούλη Χαλεπά όμως, του σημαντικότερου ίσως Νεοέλληνα γλύπτη, δεν υπάρχουν μόνο μια ελπιδοφόρα άνοιξη και μια κατάβαση στην κόλαση. Υπάρχει και μια αναπάντεχη ανάσταση, μια απρόσμενη επανεμφάνιση της ιδιοφυΐας, η οποία μάλιστα μας έδωσε έργα πολύ πιο προσωπικά από τα παλιά. Η βασανισμένη του ζωή, ακόμα και μετά την αναζωπύρωση της δημιουργικότητας, είναι που μας συγκίνησε τόσο πολύ, γι’ αυτό και προσπαθήσαμε να τη μεταφέρουμε σε εικόνες. Μερικοί πιστεύουν ότι ο Χαλεπάς είναι κάτι σαν άγιος. Ποιος ξέρει; Το σίγουρο είναι ότι η ιστορία του δεν μοιάζει με καμιά άλλη».
  7. until
    Το Λεξικοπωλείο και οι Εκδόσεις Πατάκη σας προσκαλούν την Τετάρτη 29 Μαΐου 2019 στις 19:30 στην παρουσίαση του graphic novel των Θανάση Πέτρου και Δημήτρη Βανέλλη «Γιαννούλης Χαλεπάς. Ο μύθος της νεοελληνικής γλυπτικής». Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι: Λήδα Καζαντζάκη, ιστορικός τέχνης Γιώργος Μπότσος, δημιουργός κόμικς, εικαστικός και οι δημιουργοί του βιβλίου Θανάσης Πέτρου & Δημήτρης Βανέλλης «Λένε ότι η ιδιοφυΐα βρίσκεται πολύ κοντά στην παράνοια. Πράγματι, αρκετοί μεγάλοι καλλιτέχνες κατέληξαν σε ιδρύματα με αμφίβολη θεραπευτική αξία. Στη ζωή του Γιαννούλη Χαλεπά όμως, του σημαντικότερου ίσως Νεοέλληνα γλύπτη, δεν υπάρχουν μόνο μια ελπιδοφόρα άνοιξη και μια κατάβαση στην κόλαση. Υπάρχει και μια αναπάντεχη ανάσταση, μια απρόσμενη επανεμφάνιση της ιδιοφυΐας, η οποία μάλιστα μας έδωσε έργα πολύ πιο προσωπικά από τα παλιά. Η βασανισμένη του ζωή, ακόμα και μετά την αναζωπύρωση της δημιουργικότητας, είναι που μας συγκίνησε τόσο πολύ, γι’ αυτό και προσπαθήσαμε να τη μεταφέρουμε σε εικόνες. Μερικοί πιστεύουν ότι ο Χαλεπάς είναι κάτι σαν άγιος. Ποιος ξέρει; Το σίγουρο είναι ότι η ιστορία του δεν μοιάζει με καμιά άλλη».
  8. Μετά το Παραρλάμα και το Γιούσουρι, οι εκδόσεις Τόπος, κάνουν ένα ακόμα μεγάλο βήμα. Προχωράνε στην έκδοση της Μεγάλης Βδομάδας του Πρεζάκη, την απόδοση δηλαδή σε κόμικ ενός μυθιστορήματος το Μ. Καραγάτση. Με τους ίδιους συντελεστές, τον Θανάση Πέτρου στο σχέδιο και τον Δημήτρη Βανέλλη στο σενάριο που προεξοφλούν την άριστη ποιότητα της μεταφοράς. Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, όπου το συνάντησα, χαρακτηρίζεται σαν σατιρικό. Κατά την δική μου άποψη είναι μιά ακόμα Ελληνική τραγωδία. Διηγείται με γλαφυρό τρόπο την κοινωνική (και όχι μόνο) απομόνωση ενός εξαρτημένου από τα ναρκωτικά ανθρώπου. Περισσότερο ακόμα και από εγκληματίες, πολιτικούς καταζητούμενους, διεφθαρμένους επιχειρηματίες κλπ, κλπ. Τόσο η απόδοση, όσο και η έκδοση στέκονται στα ψηλά στάνταρτς των δύο προηγούμενων έργων. Θεωρώ ότι αυτή η προσπάθεια πρέπει να συνεχιστεί. Η Ελληνική λογοτεχνία έχει πολλά διαμάντια να μας δώσει και ο Τόπος μας τα δίνει με ένα υπέροχο τρόπο.
  9. Τα κόμικς για να δημιουργήσουν αφηγήσεις και ιστορίες απαιτούν σενάριο και σχέδια. Συχνά, όμως, το πρώτο από αυτά τα θεμελιώδη συστατικά υποτιμάται. Ο σεναριογράφος κόμικς Δημήτρης Βανέλλης μιλά στην «Εφ.Συν.» για τη σημασία του σεναρίου και τη συνεργασία του με σπουδαίους Έλληνες σχεδιαστές. Ο Δημήτρης Βανέλλης είναι ένας από τους ελάχιστους Έλληνες σεναριογράφους κόμικς με συνέπεια και διάρκεια στη δουλειά του εδώ και περισσότερα από 25 χρόνια. Έχει συνεργαστεί με σημαντικούς σχεδιαστές (Σπύρος Δερβενιώτης, Ηλίας Κυριαζής, Λάζαρος Ζήκος, Μαρία-Ηλέκτρα Ζογλοπίτου κ.ά.) και ιστορικά έντυπα («Βαβέλ», «Σινεμά», «Εννέα» κ.ά.) ενώ επί σειρά ετών υπήρξε μέλος της πρωτοποριακής εικαστικής ομάδας ΜΜ με τον Ηλία Ταμπακέα, τον Σταύρο Ντίλιο, τον Γαβριήλ Παγώνη κ.ά. Τα τελευταία χρόνια προσαρμόζει σε κόμικς μικρές ή μεγαλύτερες ιστορίες σπουδαίων Ελλήνων λογοτεχνών («Παραρλάμα και άλλες Ιστορίες» του Δημοσθένη Βουτυρά, «Το Γιούσουρι και άλλες Φανταστικές Ιστορίες» των Κωνσταντίνου Καβάφη, Ανδρέα Καρκαβίτσα, Κώστα Καρυωτάκη, Πλάτωνα Ροδοκανάκη, Νίκου Νικολαΐδη, Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, «Η Μεγάλη Βδομάδα του Πρεζάκη» του Μ. Καραγάτση, όλα σε σχέδια του Θανάση Πέτρου) και τα σχέδιά του για το μέλλον είναι τολμηρά και μεγάλα. Ένα γνωστό αστείο μεταξύ των ανθρώπων που ασχολούνται με τα κόμικς είναι το πόσο «παραμελημένοι» είναι οι σεναριογράφοι. Νιώθετε έτσι μερικές φορές; Όχι και τόσο. Είναι αλήθεια ότι σχεδόν πάντα μπαίνει μπροστά το όνομα του σχεδιαστή. Είναι επίσης αλήθεια ότι στην πραγματικότητα η δουλειά είναι ακριβώς 50-50 και ότι προφανώς το κόμικς δεν θα υπήρχε αν δεν υπήρχε οποιοσδήποτε από τους δύο. Ωστόσο, αυτό το 50% του σχεδιαστή βρίσκεται τοποθετημένο στη «βιτρίνα». Δηλαδή, κάποιος που θα ξεφυλλίσει ένα κόμικς σε βιβλιοπωλείο θα δει σε πρώτη φάση μόνο την εικόνα (το σενάριο έρχεται αφού αρχίσεις να διαβάζεις), οπότε το αν θα τον τραβήξει και θα προχωρήσει παρακάτω, τις περισσότερες φορές εξαρτάται από την εικόνα. Άρα... Έχετε συνεργαστεί μέχρι τώρα με σημαντικούς Έλληνες σχεδιαστές, όπως ο Σπύρος Δερβενιώτης, ο Θανάσης Πέτρου και άλλοι. Πώς καταφέρνετε κάθε φορά να δημιουργείτε κάποιο σενάριο που να ταιριάζει σε συγκεκριμένο σχεδιαστή; Αυτό είναι μία πολυτέλεια που ισχύει σε μικρές και «φτωχές», σε μέγεθος αγοράς, χώρες όπως η Ελλάδα. Η πολυτέλεια, τουλάχιστον όσον αφορά εμένα, έγκειται στο ότι όλους τους κατά καιρούς συνεργάτες τούς γνώριζα από πριν, είχαμε φιλική σχέση και ήξερα και τη δουλειά και την αισθητική τους. Οπότε, γνωρίζοντάς τους, μπορώ, όταν έχω μια ιδέα, πριν καν αρχίσω να την αναπτύσσω, να ξέρω σε ποιον θέλω να την προτείνω, σε ποιον ταιριάζει. Ευτυχώς ή δυστυχώς δεν βρισκόμαστε απέναντι σε «βιομηχανίες» τύπου Marvel, όπου πληρώνεσαι για να εκτελείς παραγγελίες. Στην Ελλάδα δεν ζούμε που δεν ζούμε από τα κόμικς, οπότε ας μη στερούμαστε τουλάχιστον τη χαρά να έχουμε καλή και φιλική σχέση με τον συνεργάτη μας και να ξέρουμε τι του ταιριάζει. Και αυτό αποτελεί συμβουλή και για τους νέους Έλληνες δημιουργούς που ψάχνουν για συνεργάτη, σχεδιαστή ή σεναριογράφο. Απόσπασμα από «Το Γιούσουρι» σε σενάριο του Δημήτρη Βανέλλη και σχέδια του Θανάση Πέτρου (εκδ. Τόπος) Τα τελευταία χρόνια δείχνετε να έλκεστε περισσότερο από τις μεταφορές σε κόμικς γνωστών έργων Ελλήνων συγγραφέων του παρελθόντος. Πώς ξεκινήσατε να το κάνετε; Ξεκίνησε από μια ιδέα του επιμελητή των απάντων του Βουτυρά, του Βάσια Τσοκόπουλου, ο οποίος κάποια στιγμή πρότεινε: «Γιατί δεν κάνεις κόμικς το “Παραρλάμα;”» (πρόκειται για το γνωστότερο ίσως διήγημα του συγγραφέα). Η ιστορία δημοσιεύτηκε στο αείμνηστο «9», μετά δημοσιεύτηκε κι άλλη ιστορία του Βουτυρά και μετά ο Θανάσης Πέτρου λέει: «Δεν κάνουμε κι ένα άλμπουμ μόνο με ιστορίες του Βουτυρά;». Κι έτσι ξεκίνησε όλο αυτό. Δεν σας κρύβω ότι στη δημιουργία των δύο άλλων άλμπουμ που ακολούθησαν μας ώθησε η εξαιρετική υποδοχή που γνώρισε το «Παραρλάμα». Πόσο δύσκολο είναι να προσαρμοστούν στην εξ ανάγκης αφαιρετική και γλωσσικά λιτή φόρμα των κόμικς πασίγνωστα λογοτεχνικά έργα; Ποιοι κίνδυνοι ελλοχεύουν και πώς τους ξεπερνάτε; Είναι όντως δύσκολο. Αλλά για να είσαι καλός στη δουλειά σου, πρέπει απαραίτητα να διαθέτεις τη δυνατότητα αυτής ακριβώς της προσαρμογής. Το πρώτο πράγμα στο οποίο πρέπει να τα καταφέρνεις είναι να διακρίνεις τα σημαντικά σημεία της ιστορίας, τα απαραίτητα για τη ροή της αφήγησης και να αναδεικνύεις κυρίως αυτά. Και, φυσικά, σε καθαρά λεκτικό επίπεδο, να μπορείς να προσαρμόσεις με λιγότερα λόγια τα όσα εκτενώς περιγράφει ο συγγραφέας. Επίσης, να ισορροπείς σωστά ανάμεσα στο τι απ’ αυτά που γράφει θα γίνει εικόνα (δίχως να χρειάζεται λόγο) και τι απαιτεί και κείμενο, το οποίο πρέπει βέβαια να είναι λιτότερο, περιληπτικότερο και, όπως σωστά λέτε, αφαιρετικό, διατηρώντας όμως το νόημα και την ουσία τόσο της πλοκής όσο και της σκέψης του συγγραφέα. Αν δεν έχεις αυτές τις ικανότητες, μην κάνεις μεταφορά λογοτεχνικού έργου. Γράψε κάτι δικό σου. Βασικός κίνδυνος είναι το να πλατειάσεις προσπαθώντας να πεις όσα ακριβώς γράφει ο συγγραφέας, με τον τρόπο που τα γράφει, να μην καταφέρεις να βγάλεις την ουσία, να μην κάνεις τον σωστό συνδυασμό εικόνας – κειμένου από κάτι που αρχικά είναι μόνο κείμενο. Τότε υπάρχουν προβλήματα στη ροή ή μπορεί η ιστορία να γίνει βαρετή ή και ακατανόητη. «Φανούρης Άπλας» σε σενάριο Δ. Βανέλλη και Δ. Καλαϊτζή και σχέδια του Σ. Δερβενιώτη (εκδ. Μαμούθ) και «Το Γιούσουρι» σε σενάριο του Δημήτρη Βανέλλη και σχέδια του Θανάση Πέτρου (εκδ. Τόπος) Ποιο λογοτεχνικό έργο ξένου συγγραφέα θα θέλατε να προσαρμόσετε σε κόμικς και ποιο πιστεύετε ότι θα ήταν αδύνατο να προσαρμοστεί; Χμμμ… Πιθανώς κάποια από τα μυθιστορήματα ή διηγήματα συγγραφέων επιστημονικής φαντασίας που αγαπώ. Κάποια του Μπάλαρντ, του Μπράντμπερι, του Ντικ… Αδύνατη νομίζω ότι ίσως (και δώστε παρακαλώ ιδιαίτερο βάρος σ’ αυτό το «ίσως») είναι η προσαρμογή σχεδόν πειραματικών, σχεδόν μη αφηγηματικών κειμένων, όπως ας πούμε του Τζόις. Ποτέ δεν ξέρει όμως κανείς… Από τους μεγάλους συγγραφείς της ελληνικής λογοτεχνίας που έχετε προσαρμόσει έργα τους σε κόμικς (Βουτυράς, Καβάφης, Καραγάτσης, Καρκαβίτσας, Ροδοκανάκης, Παπαδιαμάντης κ.ά.) ποιος ήταν ο πιο δύσκολος; Φοβηθήκατε για κάποιον πως δεν θα τα καταφέρετε; Φοβηθήκατε πιθανές αντιδράσεις; Φυσικά ο Παπαδιαμάντης. Και ιερό τέρας είναι, και υπάρχει διάχυτη η άποψη «μην τον αγγίζετε αυτόν», και είναι το θέμα της ιδιαίτερης γλώσσας του, η οποία, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, πρέπει να αλλάξει και να προσαρμοστεί σε σύγχρονα ελληνικά στα μπαλονάκια ενός κόμικς, πράγμα μη αποδεκτό από πολλούς… Δεν ξέρω αν τα καταφέραμε. Εσείς θα μας πείτε. Βιβλία των Δημήτρη Βανέλλη και Θανάση Πέτρου με έργα της ελληνικής λογοτεχνίας προσαρμοσμένα σε κόμικς (εκδ. Τόπος) Εκτός από σεναριογράφος κόμικς είστε και συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας. Ποιες διαφορές υπάρχουν ανάμεσα στα δύο είδη; Πόσο διαφορετική είναι η μεθοδολογία εργασίας; Τεράστιες διαφορές. Ας πω επιγραμματικά (και κάπως απλοϊκά) ότι ο συγγραφέας «κάνει ό,τι γουστάρει» (ανεξάρτητα από το αν το αποτέλεσμα είναι τελικά καλό ή κακό), ενώ ο σεναριογράφος κόμικς έχει όλους αυτούς τους περιορισμούς λόγω της «αφαιρετικής και λιτής γλώσσας» που προαναφέρατε (επίσης ανεξαρτήτως του καλού ή κακού τελικού αποτελέσματος). Σε πρώτο επίπεδο απλώς και μόνο λόγω έλλειψης χώρου. Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι ο σεναριογράφος είναι υποχρεωμένος να σκέφτεται με εικόνες, να περιγράφει την εικόνα που περιέχεται σε κάθε καρέ, είτε αυτό είναι βουβό είτε όχι, ενώ ο συγγραφέας ουδεμία τέτοια υποχρέωση έχει. Μπορεί κάλλιστα να γράψει, ας πούμε, μια εκτενέστατη συζήτηση δύο τύπων που απλώς κάθονται σε ένα καφέ και μιλάνε και αυτό να έχει τεράστιο λογοτεχνικό, ακόμα και φιλοσοφικό ενδιαφέρον. Άντε να το κάνεις κόμικς αυτό… Θεωρώ ότι ουσιαστικά συγγραφέας και σεναριογράφος αποτελούνται από διαφορετική «καλλιτεχνική στόφα», γι’ αυτό και στατιστικά είναι λίγοι αυτοί που τα κάνουν αμφότερα. Εργάζεστε επίσης ως βιβλιοθηκονόμος στην ΑΣΚΤ. Οι φοιτητές και διδάσκοντες της σχολής, εικαστικοί και θεωρητικοί, σας γνωρίζουν ως τον συμπαθέστατο και παντογνώστη άνθρωπο περί των βιβλίων τέχνης. Πώς κατορθώνετε να συνδυάζετε τόσο διαφορετικές ιδιότητες; Ή δεν είναι εντέλει πολύ διαφορετικές; Ελπίζω να είναι αλήθεια τα καλά σας λόγια. Στην πραγματικότητα είναι αρκετά απλό. Αρκεί να αγαπάς και να ενδιαφέρεσαι αληθινά για την τέχνη γενικά (εννοώ για αρκετές τέχνες, όχι μόνο μία). Από εκεί και πέρα, το να γνωρίζεις σε βάθος τα πράγματα που τις αφορούν είναι θέμα προσωπικής καλλιέργειας, η οποία –και αυτό είναι το σημαντικότερο– δεν προέρχεται από υποχρέωση, αλλά από προσωπικό ενδιαφέρον ή να είναι κάτι σαν παιχνίδι για σένα. Τότε μπορούν να συνδυαστούν πολλά πράγματα. Όσο για το «δεν είναι εντέλει πολύ διαφορετικές», ε, δεν είναι τυχαίο ότι η τέχνη των κόμικς συνδυάζει εικαστικό και λογοτεχνικό στοιχείο… Απλώς, και θα πρέπει να το τονίσω αυτό, παρά το ότι αυτές είναι οι δύο βασικές τέχνες στις οποίες πατά, ποτέ να μην ξεχνάμε ότι το τελικό αποτέλεσμα είναι κάτι εντελώς διαφορετικό και αυτόνομο ως τέχνη, είναι δηλαδή μια άλλη τέχνη και όχι το απλό άθροισμα των δύο. Άλλωστε σε καλλιτεχνικά θέματα, ποτέ ένα κι ένα δεν κάνει δύο. Κάνει κάτι διαφορετικό. Μερικές απλές σκέψεις για την τόσο σύνθετη τέχνη του κινηματογράφου θα σας πείσουν γι' αυτό. Απόσπασμα από το «Παραρλάμα» σε σενάριο του Δ. Βανέλλη και σχέδια του Θ. Πέτρου (εκδ. Τόπος) Και από δω και πέρα τι να περιμένουμε; Μετά από τόσες μεγάλες επιτυχίες ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια; Τα όνειρά σας; Σχέδια αρκετά. Προχωράμε ήδη δύο κόμικς ταυτόχρονα, για τα οποία θα μου επιτρέψετε να μην πω τίποτα, αφού ακόμα αργεί η έκδοσή τους. Όνειρα; Εκτός από το προφανές, ότι θα επιθυμούσα να είμαι καλός σ’ αυτό που κάνω, θα κρατήσω τα υπόλοιπα για τυχόν ψυχαναλυτή (αν και, μεταξύ μας, δεν με βλέπω να πηγαίνω ποτέ σε τέτοιον). Και το σχετικό link...
  10. Στο τεύχος # 361 του περιοδικού Έψιλον της Ελευθεροτυπίας,που κυκλοφόρησε στις 08/03/1998,έχουμε ένα άρθρο σχετικό με τον κόσμο της Ένατης Τέχνης...! Ο Άρης Μαλανδράκης ρωτάει μερικούς από τους ανθρώπους του χώρου για το ποιες είναι οι αγαπημένες τους ηρωίδες κόμικς...!Τα άτομα που ερωτήθηκαν είναι ο Ανδρέας Ζαφειράτος,ο Δημήτρης Βανέλλης,ο αείμνηστος Γιάννης Καλαϊτζής,ο Γιώργος Μπότσος,o Κώστας και Δημήτρης Βιτάλης και η Σοφία Μιλάσεβιτς...! Όσοι έχετε την περιέργεια να μάθετε τις προτιμήσεις τους,μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω...! Κι όσοι θέλετε να το κατεβάζετε σαν μεμονωμένο αρχείο,ζήλεψα από τον GCF και το έκανα κι εγώ σε cbr μορφή...! ΗΡΩΙΔΕΣ ΚΟΜΙΞ Μαλανδράκης Άρης,Ελευθεροτυπία - Έψιλον,08031998.cbr Να επισημάνω ότι η δεύτερη σελίδα του άρθρου είναι ουσιαστικά η πρώτη και πρέπει να μπήκε κατά λάθος στο στήσιμο του περιοδικού...!Εγώ τις έβαλα με την σειρά που έχουν δημοσιευθεί...! Καλή σας ανάγνωση...!
  11. Όταν η λογοτεχνία γίνεται εικόνα Η λογοτεχνία τροφοδοτεί με σενάρια τα κόμικς. Βλέπουμε όχι μόνο ξένους, αλλά και εγχώριους δημιουργούς να καταπιάνονται με κάποιο αγαπημένο τους ανάγνωσμα, δημοφιλές και πολυδιαβασμένο, ή κάτι πιο προσωπικό, ένα λιγότερο γνωστό μυθιστόρημα ή διήγημα που σημαίνει πολλά γι’ αυτούς, και να το αποδίδουν ως γκράφικ νόβελ. Και τελευταία έχουμε δει αξιόλογες τέτοιες δουλειές. Πέρσι ο Γιώργος Τσιαμάντας διασκεύασε το διήγημα «Η Παναγιά η Χελιδονού» της Γαλλίδας συγγραφέως Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Το εγχείρημα ήταν πετυχημένο, ο δημιουργός με ένα προσωπικό στυλ, που αποτυπώνει το βουκολικό στοιχείο της ελληνικής φύσης, την παγανιστική μυθολογία και τις εκκλησιαστικές παραδόσεις, επέτρεψε να βγει μια όμορφη κόμικς ιστορία (εκδ. Comicdom Press). Την ίδια χρονιά, ο Soloup εξέπληξε τους πάντες με το «Αϊβαλί» (εκδ. Κέδρος), αυτό το αριστούργημα για τη μικρασιατική πόλη του τότε και του σήμερα, το οποίο «πάτησε» σε κείμενα των Αϊβαλιωτών λογοτεχνών, των Ελλήνων Φώτη Κόντογλου, Ηλία Βενέζη, Αγάπης Βενέζη-Μολυβιάτη και του Τούρκου Αχμέτ Γιορουλμάζ. Και, βέβαια, είναι ο σεναριογράφος Δημήτρης Βανέλλης και ο σχεδιαστής Θανάσης Πέτρου που έχουν ξεκινήσει μια σειρά κόμικς βασιζόμενοι στην ελληνική λογοτεχνία, μια πρωτοβουλία που εγκαινιάστηκε από τις εκδόσεις Τόπος. Με την πρώτη τους απόπειρα να κυκλοφορεί το 2011, με τίτλο «Παραρλάμα και άλλες ιστορίες του Δημοσθένη Βουτυρά», και τη δεύτερη το 2012, «Το Γιούσουρι και άλλες φανταστικές ιστορίες», βασισμένες σε κείμενα των Καβάφη, Καρυωτάκη, Καρκαβίτσα, Ροδοκανάκη, Νικολαΐδη του Κύπριου και Παπαδιαμάντη, τώρα, στην τρίτη τους προσπάθεια και σίγουρα πιο έμπειροι, δοκιμάζονται στον Μ. Καραγάτση. Ο Πέτρου και ο Βανέλλης μεταφέρουν σε κόμικς το λιγότερο γνωστό διήγημα του Καραγάτση «Η Μεγάλη Βδομάδα του Πρεζάκη» και κάνουν έξοχη δουλειά. Σε άρτια δουλεμένα και στημένα καρέ, και διατηρώντας τον ζωηρό, αληθοφανή λόγο και τον μυθοπλαστικό χαρακτήρα του Ελληνα λογοτέχνη, αφηγούνται τη αλληγορική περιπλάνηση ενός ανθρώπου εξαρτημένου από την ηρωίνη. Το σκηνικό είναι ο Πειραιάς τη δεκαετία του ’30. Ο ναρκομανής Χρήστος Νεζερίτης είναι ένας ανεπιθύμητος από την κοινωνία, ένας παρίας, που έχει τη δική του παράλληλη Εβδομάδα των Παθών. Οταν θα βρεθεί σε έναν καφενέ, για να τον περιγελάσουν, θα τον βάλουν να αφηγηθεί κάτι. Εκείνος θα πει μια παραβολή για έναν πλούσιο που πάντρευε την κόρη του, αλλά η υψηλή κοινωνία αρνείται την πρόσκληση. Και στο τραπέζι του γάμου, σε κάποιον άλλον Μυστικό Δείπνο, «μαζεύτηκαν λέτσοι και πειναλέοι και απένταροι αριστοκράτες». Αφού τελειώσει την αφήγησή του, ο Πρεζάκης διώκεται κλοτσηδόν από τον καφενέ. Τον περιμαζεύει η μητέρα του και του φέρεται στοργικά. Ομως εκείνος θα κυλήσει πάλι στην πρέζα, θα βρεθεί στη φυλακή και θα κατηγορηθεί από την αστυνομία ως κομμουνιστής, λόγω της ιστορίας που είχε πει στον καφενέ. Πεθαίνει στο κρατητήριο από υπερβολική δόση. Και ανασταίνεται. Εχει μια δεύτερη ευκαιρία να δει τη ζωή καθαρός πλέον, εξαγνισμένος. Κοινωνική σάτιρα Η «Μεγάλη Βδομάδα του Πρεζάκη» είναι μια σάτιρα απέναντι στην κοινωνία. Μια κριτική απέναντι στην υποκριτική φιλευσπλαχνία των θρησκόληπτων, στη στάση και τις διδαχές της Εκκλησίας, στον ρόλο της εξουσίας. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που δεν άντεξε τις πληγές που του άφησε μια γυναίκα που ήταν «πολύ όμορφη και πολύ έξυπνη γι’ αυτόν», και βρήκε τη σκοτεινή λύτρωση στα ναρκωτικά. Και ο τρόπος που αυτό το διήγημα έχει περάσει στο χαρτί ως κόμικς είναι υποδειγματικός. Ο Βανέλλης φτιάχνει ένα ταχύ και συμπαγές σενάριο, με ουσία και αμεσότητα. Και ο Πέτρου, ένας χαρισματικός σχεδιαστής όπου τα καρέ του ξεχωρίζουν τόσο για τη λεπτομέρεια και τους χρωματισμούς όσο και για την εκφραστικότητα των πρόσωπων (ο οποίος πρόσφατα είδε το «Πτώμα» που είχε συνδημιουργήσει με τους Τάσο Ζαφειριάδη και Γιάννη Παλαβό να μεταφράζεται στα γαλλικά), υφαίνει εικόνες γεμάτες ζωντάνια. Είτε πρόκειται για ρεαλιστικές σκηνές όπου πετυχαίνει το πνεύμα της εποχής, είτε για τη διάσταση του ονειρικού κατά το καταραμένο γαλήνεμα του ήρωα από την πρέζα. Πηγή
  12. Η Μεγάλη Βδομάδα του πρεζάκη «Ιστορίες αμαρτίας και αγιοσύνης» ονομάζεται η συλλογή διηγημάτων του Μ. Καραγάτση, που εκδόθηκε πριν έξι χρόνια από το Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σε επιμέλεια Στρατή Πασχάλη. Πρόκειται για αταξινόμητα διηγήματα του συγγραφέα (1908-1960), που γράφηκαν σε μια περίοδο είκοσι περίπου χρόνων, με συνεκτικό ιστό το υπόβαθρο των ιστοριών που ανθολογούνται. Μιλούν για τη σκοτεινή πλευρά της ζωής, την ανθρώπινη κατάντια, αλλά και τη μαρτυρική εξιλέωση των ταπεινών (αντι)ηρώων που έπλασε ο συγγραφέας του «Γιούγκερμαν». Ένα από τα διηγήματα αυτά μεταφέρθηκε στις σελίδες των κόμικς, με ένα graphic novel που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Τόπος. Είναι η «Μεγάλη Βδομάδα του πρεζάκη», ένα από τα λιγότερο γνωστά διηγήματα του Μ. Καραγάτση και -ταυτόχρονα- ένα από τα πιο «αιρετικά» στο συγγραφικό του έργο. Η πρωτότυπη αλληγορική σάτιρα με θέμα τον εθισμό στις ουσίες, την κατάπτωση, τον θάνατο και την αλληγορική επαναφορά στη ζωή ενός χρήστη, αποκτά μια άλλη δυναμική με τη γλώσσα των εικόνων. Το κόμικς υπογράφουν ο σεναριογράφος Δημήτρης Βανέλλης και ο σχεδιαστής Θανάσης Πέτρου: ένα δημιουργικό δίδυμο που έχει… ειδικευθεί στην όσμωση λογοτεχνίας και κόμικς («Παραρλάμα και άλλες ιστορίες του Δημοσθένη Βουτυρά», «Το Γιούσουρι και άλλες φανταστικές ιστορίες» βασισμένο σε διηγήματα των Καβάφη, Καρυωτάκη, Παπαδιαμάντη κ.ά.). Η «Μεγάλη Βδομάδα του πρεζάκη», εξαιρετική στην εικονογράφηση και καλοδουλεμένη στην πλοκή, αναπτύσσεται σε επτά κεφάλαια που ακολουθούν, ημερολογιακά, την Εβδομάδα των Παθών. Ξεκινά μια Μεγάλη Δευτέρα, στα χρόνια του ’30, με τον Νυμφίο και τερματίζεται την Κυριακή του Πάσχα, με τη συμβολική λύτρωση. «Η ωραία μυθολογία της Μεγάλης Εβδομάδας αξιοποιείται στο έπακρο εδώ», σημειώνει στον πρόλογο του άλμπουμ ο Άρης Μαραγκόπουλος, «με την έννοια ότι η “σταύρωση” και η “ανάσταση” του ήρωα, καθώς παραπέμπει στο δραματικό μαρτύριο του Ιησού, επιτρέπει το διάβασμα της ιστορίας υπό διαφορετικές οπτικές γωνίες. Έτσι, το μαρτύριο του περιθωριακού πρεζάκη σε σύγκριση με το μαρτύριο του θεϊκού προτύπου μπορεί να θεωρηθεί ακόμα και ασεβές από τον δογματικό πιστό/αναγνώστη (…) Από μια αντίθετη, όμως, γωνία το ίδιο αυτό μαρτύριο του “ταπεινού και καταφρονεμένου”, στεφανωμένο από τη θεία άλω της αλληγορίας, διαβάζεται ως λυτρωτική διέξοδος, ως ρεαλιστική πιθανότητα στην καθημερινή τρέλα που συνοδεύει το ταξίδι της ζωής». Το graphic novel των Θανάση Πέτρου και Δημήτρη Βανέλλη «Η Μεγάλη Βδομάδα του πρεζάκη», παρουσιάζεται την Τρίτη 19 Μαΐου στο θέατρο Πορεία (Τρικόρφων 3-5 & 3ης Σεπτεμβρίου 69, στάση ΗΣΑΠ Βικτώρια, τηλ. 210-8210082). Θα μιλήσουν οι: Μιχάλης Αρφαράς, χαράκτης, καθηγητής ΑΣΚΤ, Άρης Μαραγκόπουλος, συγγραφέας-εκδότης, Γιώργος Μπότσος, δημιουργός κόμικς, ζωγράφος, διευθυντής του τμήματος σκίτσο-κόμικς-καρτούν του εκπαιδευτικού οργανισμού ΑΚΤΟ. Το λινκ εδώ. Παρουσίαση της έκδοσης εδώ. Υπενθυμίζω ότι η εκδήλωση στην οποία αναφέρεται ο συγγραφέας λαμβάνει χώρα σήμερα (δείτε και εδώ).
  13. Δεν ήταν και πολύ συνηθισμένη η μεταφορά κειμένων της νεοελληνικής λογοτεχνίας σε κόμικς. Μέχρι που ανέλαβαν δράση οι Δημήτρης Βανέλλης (σενάρια) και Θανάσης Πέτρου (σχέδια). Μετά το «Παραρλάμα» του Δημοσθένη Βουτυρά και το «Γιούσουρι», βασισμένο σε διηγήματα των Καβάφη, Καρυωτάκη, Παπαδιαμάντη κ.ά., οι δύο καλλιτέχνες επιστρέφουν με το «Η Μεγάλη Βδομάδα του Πρεζάκη», του Μ. Καραγάτση (εκδ. Τόπος). Ο Θανάσης Πέτρου μάς εξηγεί τα πώς και τα γιατί. O «Μυστικός Δείπνος» των απόκληρων, με τον Πρεζάκη ανάμεσά τους, θα έχει άσχημη κατάληξη. Και έτσι ξεκινά η Μεγάλη Εβδομάδα των παθών του. • Μετά τη μεταφορά σε κόμικς των έργων του Δημοσθένη Βουτυρά, του Καβάφη, του Καρυωτάκη, του Παπαδιαμάντη, ακολουθεί τώρα ο Μ. Καραγάτσης. Πώς έγινε η επιλογή αυτή; Και μάλιστα για ένα από τα λιγότερο γνωστά διηγήματά του; Το καλοκαίρι του 2014, συζητούσαμε με τον Δημήτρη Βανέλλη και τους υπεύθυνους των εκδόσεων Τόπος για τη δεύτερη έκδοση από το «Γιούσουρι», το οποίο ήταν εξαντλημένο, και για το ενδεχόμενο να συνεχίσουμε με ένα τρίτο άλμπουμ στην ίδια σειρά με διασκευές λογοτεχνικών κειμένων σε κόμικς. Συμφωνήσαμε ότι όλους μάς ενδιέφερε μια τρίτη προσπάθεια. Ο Βανέλλης μού πρότεινε κάποια κείμενα και ανάμεσά τους ήταν «Η Μεγάλη Βδομάδα του Πρεζάκη» του Μ. Καραγάτση, το διάβασα, μου άρεσε. Το προτείναμε στους εκδότες, στους οποίους επίσης άρεσε και ξεκινήσαμε να δουλεύουμε. Βασική προϋπόθεση για την επιλογή μας ήταν το κείμενο να είναι κατάλληλο ώστε να διασκευαστεί σε κόμικς και νομίζω ότι το διήγημα του Καραγάτση ήταν απολύτως ταιριαστό. Για να έλθει η λύτρωση και η «απελευθέρωση» του Πρεζάκη προηγήθηκε το ταξίδι του στον Παράδεισο και στην Κόλαση. Και η απόρριψή του από παντού. • Στα προηγούμενα έργα σας με τον Δ. Βανέλλη προτιμούσατε ολιγοσέλιδες ιστορίες με πιο συμπυκνωμένη αφήγηση. Τώρα ξετυλίγετε την ιστορία σε 64 σελίδες. Γιατί αυτή η «αλλαγή»; Στο «Παραρλάμα» κάναμε πολλά διηγήματα ενός συγγραφέα, στο «Γιούσουρι» είχαμε πολλούς συγγραφείς με ένα διήγημα, ο συνδυασμός που μας έλειπε ήταν ένα διήγημα και ένας συγγραφέας. Για να απαντήσω πιο σοβαρά, το να διαχειριστείς μια αφήγηση που εκτείνεται πέρα από τις 15-20 σελίδες είναι μια πολύ ωραία πρόκληση. Πρέπει να ψάξεις αρκετά τον ρυθμό της αφήγησης, τη σχεδιαστική ομοιογένεια, την ατμόσφαιρα που καλείσαι να δημιουργήσεις. Επιπλέον έχουμε κατά νου να χτυπήσουμε κάποιες πόρτες στο εξωτερικό, οπότε είναι πιο εύκολο να έχεις θετική ανταπόκριση με μια ενιαία ιστορία, παρά με μια συλλογή από ολιγοσέλιδα κόμικς, κάτι που δεν συνηθίζεται εκδοτικά στην Ευρώπη. • Δεν φοβηθήκατε μήπως κατηγορηθείτε για ασέβεια και προσβολή προς τα θεία, ιδιαίτερα με την κυκλοφορία του βιβλίου τη Μεγάλη Εβδομάδα; Όχι, τι και ποιον να φοβηθούμε; Πρόκειται για μια σάτιρα. Ενδεχομένως, κάποιοι να ενοχληθούν, αλλά υπάρχει άραγε μη ενοχλητική σάτιρα; Εάν δεν ενοχληθεί κανένας, μάλλον πρόκειται για σαπουνόπερα και όχι για σάτιρα. • Ο Πρεζάκης είναι ένας «δε-χωράω-πουθενά» τύπος, γι' αυτό γίνεται συμπαθής και παραμένει ανθρώπινος. Πώς προσέγγισες τη σχεδιαστική του απόδοση; Ο Πρεζάκης του Καραγάτση μού έγινε ιδιαίτερα συμπαθής διαβάζοντας το διήγημα. Ναι, είναι ένας χαρακτήρας που έχει απογοητευτεί, που έχει παραστρατήσει και βουλιάζει μέσα στον κοινωνικό του περίγυρο, αλλά ακόμα κι όταν προσπαθεί να κλέψει δεν γίνεται ένας άνθρωπος που κυριαρχείται από κακία, δεν το κάνει από ιδιοτέλεια, θέλει να ικανοποιήσει την παρέα του. Επομένως και σχεδιαστικά ήθελα να στήσω έναν ήρωα που ναι μεν είναι ταλαιπωρημένος αλλά, παρά τις ανομίες του, δεν γίνεται αποκρουστικός. • Τελικά πόσο δύσκολο είναι να εικονοποιείς ένα λογοτεχνικό κείμενο; Επιζητείς την ιστορική ακρίβεια (ρούχα εποχής, τοποθεσίες κ.λπ.) ή είναι πιο ελεύθερη η μεταφορά; Σε κάθε περίπτωση, πριν ξεκινήσω το σχέδιο, υπάρχει μια μεγάλη φάση αναζήτησης τεκμηρίων, φωτογραφιών, εικόνων. Ο «Πρεζάκης» διαδραματίζεται στον Πειραιά. Είναι μια πόλη που δεν την ξέρω, δεν ξέρω τη χωροταξία της, δεν έχω ζήσει εκεί. Επιπλέον η αφήγηση είναι τοποθετημένη αρκετές δεκαετίες πίσω, οπότε έπρεπε με κάποιο τρόπο να βρω σχετικό υλικό, όχι τόσο για την τοπογραφική ακρίβεια, αλλά για να δημιουργήσω μια αληθοφανή ατμόσφαιρα. Δεν ξέρω αν έχω κάνει μεγάλες αστοχίες, άλλωστε κάποια τοπωνύμια ουσιαστικά ήταν αδύνατον να τα πιστοποιήσω με φωτογραφικό υλικό της εποχής. Για παράδειγμα, δεν βρήκα τίποτε για τη γέφυρα όπου ήταν ο φόρος στο Μοσχάτο, πέρα από κάποιες περιγραφές, οπότε αναγκαστικά αυτοσχεδίασα. • Στα έργα σου συχνά συνεργάζεσαι με άλλους σεναριογράφους και κυρίως με τον Δημήτρη Βανέλλη. Λειτουργείς καλύτερα όταν σχεδιάζεις τα σενάρια άλλων δημιουργών. Ναι, προτιμώ να σχεδιάζω με σενάρια άλλων. Τα σενάρια που έχω ξεκινήσει μόνος μου τα τελευταία χρόνια είναι πολύ μεγάλα και θέλουν πολλούς μήνες αφιέρωσης και δουλειάς, οπότε, προς το παρόν, τα έχω στο ψυγείο. Προτιμώ την έκπληξη που θα μου προσφέρει η ανάγνωση ενός έτοιμου σεναρίου, το οποίο θα με βάλει στο δικό του σύμπαν. Με τον Βανέλλη έχουμε μια ιδιαίτερη σχέση, επόμενο είναι. Έχουμε φτιάξει πάνω-κάτω 300 σελίδες κόμικς παρέα. Έχουμε βρει το δικό μας modus operandi. Στο σενάριο τον πρώτο λόγο τον έχει φυσικά αυτός, χωρίς όμως κάτι τέτοιο να σημαίνει ότι και εγώ δεν εκφράζω την άποψή μου. Το ίδιο ισχύει αντίστοιχα και για το σχέδιο. Εγώ σχεδιάζω, βλέπουμε τις σελίδες και τις συζητάμε. Πρόκειται για μια διαδικασία αλληλεπίδρασης και επικοινωνίας. Στην περίπτωση του «Πρεζάκη», ο Βανέλλης έκανε από μόνος του κάποια σκαριφήματα με το στήσιμο της κάθε σελίδας, πριν μου στείλει το σενάριο. Κάποια στιγμή μού τα έδωσε και τελικά το δικό του προσχέδιο έμοιαζε πολύ με τη δική μου σελίδα. Η Μεγάλη Βδομάδα του Πρεζάκη, βασισμένη στο ομότιτλο διήγημα του Μ. Καραγάτση, σε σενάριο του Δημήτρη Βανέλλη και σχέδια του Θανάση Πέτρου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος. • Είσαι πτυχιούχος της Γαλλικής Φιλολογίας και γλωσσολόγος, παίζεις μπουζούκι, κάνεις μεταφράσεις και εικονογραφήσεις. Ποια πτυχή του εαυτού σου συμπληρώνει η δημιουργία κόμικς; Τα κόμικς υπάρχουν στη ζωή μου απ' τα παιδικά μου χρόνια αδιάκοπα, παλιότερα ως αναγνώσματα και πλέον ως μια δημιουργική διαδικασία. Έχω ασχοληθεί με πολλά και ετερόκλητα πράγματα στη ζωή μου, αλλά η δημιουργία κόμικς εδώ και αρκετό καιρό απορροφά ένα πολύ μεγάλο μέρος της ενέργειας και της διάθεσής μου, χωρίς να χάνεται η ερωτική έλξη που νιώθω για την ίδια την τέχνη των κόμικς. • Και ως αναγνώστης ποια κόμικς προτιμάς; Σαφώς η προτίμησή μου ήταν και είναι τα ευρωπαϊκά κόμικς. Αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι όσο περνάει ο καιρός διαβάζω όλο και λιγότερα κόμικς. Πάντως, πρόσφατα κατενθουσιάστηκα με τις «Τρεις Σκιές» του Cyril Pedrosa. Εξαιρετική αφήγηση και πολύ όμορφο σχέδιο. • Στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα εξακολουθούν, παρά την κρίση, να δημιουργούνται, να πωλούνται και να διαβάζονται κόμικς. Πού αποδίδεις αυτήν την ανθεκτικότητα του είδους; Το ότι «δημιουργούνται και διαβάζονται κόμικς στην Ελλάδα» είναι σίγουρο, το ότι «πωλούνται» είναι υπό συζήτηση. Τα κόμικς μοιάζουν να ευημερούν στην Ελλάδα κυρίως γιατί υπάρχουν ακόμα δημιουργοί που επιμένουν να δουλεύουν με ελάχιστα έως ανύπαρκτα έσοδα, ενώ ταυτόχρονα εμφανίζονται διαρκώς νέοι και ορεξάτοι δημιουργοί που καταπιάνονται κυρίως με τις αυτοεκδόσεις. • Ως δάσκαλος τι συμβουλεύεις τους φοιτητές σου για να γίνουν επιτυχημένοι δημιουργοί, πέραν των τεχνικών ικανοτήτων και δεξιοτήτων; Λίγες είναι οι συμβουλές μου: πολλή δουλειά, πολύ διάβασμα, όχι μόνο κόμικς, κριτική ματιά και αυτοκριτική. Ποιος είναι Ο Θανάσης Πέτρου. Φωτογραφία: Δήμητρα Παντούλια Ο Θανάσης Πέτρου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1971. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία και έκανε μεταπτυχιακό στην Κοινωνιογλωσσολογία. Το 2002 κέρδισε το πρώτο βραβείο στον Διαγωνισμό Κόμικς (κατηγορία Νέα Ταλέντα) που διοργανωνόταν από το «9» της «Ελευθεροτυπίας» και από το 2004 έγινε μόνιμος συνεργάτης του «9». Το 2005 αποφοίτησε με άριστα από τον ΑΚΤΟ και πλέον διδάσκει στο τμήμα Sketch-Comics-Cartoon. Κόμικς του έχουν δημοσιευτεί στο «9», στη «Γαλέρα», στη «Βαβέλ», στη «Σχεδία» και αλλού. Έργα του είναι «Ο Τυμπανιστής και οι Φίλοι του», σε σενάρια των Δ. Βανέλλη, Π. Ζερβού, Π. Κούστα, Α. Παπαδόπουλου και δικά του (εκδ. Βιβλιοπέλαγος, 2008), «Παραρλάμα και Αλλες Ιστορίες» του Δημοσθένη Βουτυρά, σε σενάριο του Δ. Βανέλλη (εκδ. Τόπος, 2011), «Το Πτώμα», σε σενάριο των Τ. Ζαφειριάδη και Γ. Παλαβού (εκδ. Jemma Press), «Το Γιούσουρι και άλλες Φανταστικές Ιστορίες» σε σενάρια του Δ. Βανέλλη, βασισμένα σε διηγήματα των Καβάφη, Καρυωτάκη, Παπαδιαμάντη κ.ά. (εκδ. Τόπος, 2012), «Αctors», (εκδ. Cartoonark, 2013). Έχει βραβευτεί στα Comicdom Awards και στα βραβεία ΕΒΓΕ. Και το σχετικό link...
  14. Η κουλτούρα των κόμικ στην Ελλάδα Η Συνέντευξη Ο σκιτσογράφος, Θανάσης Πέτρου, και ο σεναριογράφος Δημήτρης Βανέλλης μιλάνε στο Κόκκινο και στην εκπομπή του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, "Και λίγα λέω", για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το κόμικ στην Ελλάδα, με αφορμή την επανέκδοση του "Παραρλάμα και άλλες ιστορίες", ένα τολμηρό γραφιστικό αφήγημα βασισμένο σε εννιά συναρπαστικές ιστορίες του Δημοσθένη Βουτυρά. To έργο του Δημοσθένη Βουτυρά (1871-1958) αποτελεί μοναδική περίπτωση στη νεοελληνική λογοτεχνία. Οι παράξενες, σκοτεινές ιστορίες του, με πρωταγωνιστές ταπεινές φιγούρες που εξεγείρονται, συχνά με απελπισμένη αγριότητα, ενάντια στη μοίρα τους, διαβάζονται με αμείωτο ενδιαφέρον εδώ και έναν αιώνα. Pararlama, a graphic novel / Παραρλάμα, το κόμικ Το Παραρλάμα και άλλες ιστορίες (Εκδόσεις Τόπος), με εικονογράφηση του Θανάση Πέτρου, κείμενα του Δημήτρη Βανέλλη και επίβλεψη του Βάσια Τσοκόπουλου (επιμελητή των Απάντων του Δημοσθένη Βουτυρά), είναι ένα τολμηρό γραφιστικό αφήγημα βασισμένο σε εννιά συναρπαστικές ιστορίες του Βουτυρά, με θέμα την απληστία, την προδοσία, τον ανεκπλήρωτο έρωτα, το ανυποχώρητο μίσος, τον μεταφυσικό τρόμο. Πηγή: stokokkino.gr (22 Σεπτεμβρίου 2014) Η παρουσίαση της έκδοσης εδώ αφιέρωμα στον Θανάση Πέτρου
  15. Παραρλάμα & Το Γιούσουρι: Ελληνική λογοτεχνία και κόμικ Σχετικά πρόσφατα είχα μερικές λεκτικές διενέξεις με εκπροσώπους των ελληνικών κόμικ που με στεναχώρησαν ελαφρά (μου χτυπάει πάντα άσχημα να βλέπω ταλαντούχους ανθρώπους να μην είναι και οι καλύτεροι… χαρακτήρες), με έκαναν όμως να καταλάβω πόσο πολύ “πονάνε” την προσπάθεια που γίνεται για αυτή την παραγνωρισμένη τέχνη εντός των συνόρων, σε σημείο μάλιστα που υπερασπίζονται την προσπάθεια και όχι το αποτέλεσμα. Το Fridge έχει αποδείξει πολλάκις πως είναι δίπλα τους, προβάλλοντας τη δουλειά είτε ανεξάρτητων δημιουργών είτε πιο γνωστών, στον έτσι κι αλλιώς περιορισμένο κύκλο αναγνωστών της Ελλαδίτσας μας. Παρακολουθώντας συστηματικά την πορεία του ελληνικού κόμικ και των δημιουργών του τα τελευταία 20 χρόνια (ναι, αλήθεια Ηλία μου… το κάνω), έφτασα σε μερικά συμπεράσματα που με χαρά βλέπω να ισοπεδώνονται τα τελευταία πέντε χρόνια. Ποτέ ας πούμε δεν μου άρεσε η θεματολογία των σεναρίων: γελοιογραφίες, σύγχρονη σάτιρα, πολιτική σάτιρα, εικονογραφημένα ανέκδοτα, σεξιστικό χιούμορ — παρατηρείτε κάτι κοινό σε όλα αυτά; Οι ελάχιστοι που έκαναν τον κόπο να σκεφτούν κάτι πιο πολύπλοκο, κάτι πιο “βαθύ”, έπεφταν στη λούμπα την κακής αντιγραφής των προτύπων τους. Μπορεί οι εποχές της Βαβέλ να είναι ρομαντικές, όμως είναι στο 9 της Ελευθεροτυπίας που μπήκαν οι βάσεις μιας καινούργιας γενιάς που άρχισε να φιλτράρει τις επιρροές της και να ψάχνει το δικό της στίγμα. Κατά την προσωπική μου γνώμη (που ελπίζω κάποιοι να την σεβαστούν γιατί αυτό είναι στο κάτω κάτω… μια γνώμη), το πρόβλημα στο θέμα σενάριο παραμένει ακόμα, όμως η εξέλιξη της τέχνης θα βγάλει και καινούργιους παραμυθάδες… είμαι σίγουρος. Τα δύο κόμικ για τα οποία θα σας μιλήσω σήμερα έχουν πολλά κοινά στοιχεία. Το πιο προφανές από αυτά είναι οι δημιουργοί τους: ο Θανάσης Πέτρου, ένας από τους κορυφαίους εικονογράφους στη χώρα μας (και έχουμε πολλούς Ηλία μου — στο σχέδιο πάντα είχαμε καταπληκτικά χέρια), και ο Δημήτρης Βανέλλης, σεναριογράφος και συγγραφέας, που ανέλαβε να διασκευάσει τα κείμενα που χρησιμοποιήθηκαν στις δύο συλλογές. Θανάσης Πέτρου (αριστερά), Δημήτρης Βανέλλης (δεξιά) Ύστερα είναι ότι έχουμε να κάνουμε με συλλογές κόμικ ιστοριών που βασίζονται σε διηγήματα Ελλήνων συγγραφέων. Στο “Παραρλάμα” έχουμε μια επιλογή έργων του Δημοσθένη Βουτυρά, ενός παραγνωρισμένου αλλά τρομερά ξεχωριστού συγγραφέα που γεννήθηκε κάπου στα 1870 και πέθανε το 1958. Στο “Γιούσουρι” έχουμε μικρής έκτασης δουλειές των Καβάφη, Καρυωτάκη, Καρκαβίτσα, Νικολαΐδη, Ροδοκανάκη, Παπαδιαμάντη, που τα δένει η κοινή τους θεματολογία περί του φανταστικού (μια θεματολογία κάπως παρεξηγημένη στη χώρα μας — αν ανακαλύψουμε πως πάρα πολλοί και γνωστοί Έλληνες συγγραφείς έχουν ασχοληθεί με το είδος, μπορεί να αλλάξουμε γνώμη γι’ αυτό). Αυτό το πάντρεμα λογοτεχνίας (και μάλιστα λογοτεχνίας μια άλλης εποχής) και κόμικ, παρόλο που δεν είναι κάτι εντελώς πρωτότυπο (έτσι κι αλλιώς έχουμε μια μεγάλη πολιτιστική κληρονομιά στον γραπτό λόγο που την υπερασπιζόμαστε αρκετά συχνά ακόμα και στην ένατη τέχνη) είναι όμως τόσο ουσιαστικό και τόσο καθηλωτικό, απεικονίζοντας έναν άλλον κόσμο, πρόσωπα παράξενα που ανήκουν σε άλλο χρόνο (και τουλάχιστον σε εμένα θύμισαν ήρωες του Eisner), που δεν γίνεται να μην βυθιστείς στις ιστορίες, έστω κι αν κάποιες φορές οι καταστάσεις μένουν μετέωρες. Επειδή έχω διαβάσει όλα τα διηγήματα που χρησιμοποιούνται στο “Γιούσουρι” και το “Παραρλάμα”, ξέρω πως ο Δ. Βανέλλης είχε πολύ δύσκολο έργο. Η προσπάθεια του να συμπυκνώσει τα νοήματα, την ιστορία, τους χαρακτήρες και τις εικόνες σε ένα κόμικ περιορισμένων σελίδων, τον υποχρέωσε σε κάποιους συμβιβασμούς οι οποίοι κάποιες φορές δεν απελευθερώνουν ούτε το διήγημα, ούτε το κόμικ. Κάποιες ελάχιστες φορές, με κάνουν όμως να σκέπτομαι πως ίσως θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κάποιο άλλο διήγημα. Περί ορέξεως όμως… Τα δύο αυτά έργα δεν τα επιλέγω τυχαία. Παρότι προέρχονται από δύο ανθρώπους που δεν βρίσκονται στην πρώτη τους νιότη (αν και μια χαρά σαραντάρηδες είναι… περίπου), εκπροσωπούν αυτή τη στροφή που ανέφερα παραπάνω. Εντάξει, μπορεί να μην είναι ακριβώς στροφή μιας και πολλοί από αυτούς τους δημιουργούς ασχολούνταν με παρόμοιες θεματολογίες σχεδόν από τότε που ξεκίνησαν, τα τελευταία όμως χρόνια απαγκιστρώνεται ο κύκλος από το αδιέξοδο του ελληνικού χιούμορ. Και το “Παραρλάμα” (που το συμπαθώ κάπως περισσότερο μιας κι έχει πιο “περίεργες” ιστορίες που απελευθερώνουν την φαντασία του Πέτρου) αλλά και το “Γιούσουρι”, είναι δύο δουλειές που στέκονται επάξια στο ίδιο ράφι με γνωστά ξένα graphic novels. Δεν ξέρω ποιες υπήρξαν οι επιδιώξεις των δημιουργών τους, τη δική μου καρδιά πάντως την κατέκτησαν και χωρίς καν να χρησιμοποιήσουν τα πιο εντυπωσιακά τους κόλπα. Ελπίζω πως αυτά τα αναμένουμε στο μέλλον.
  16. Τον Δημήτρη Βανέλλη τον γνωρίσαμε μέσα απο τις σελίδες της Βαβέλ..Επίσης γράφει σενάρια κόμικς για πολλούς δημιουργούς του χώρου, που δημοσιεύονται στο 9 της Ελευθεροτυπίας στην Βαβέλ και σε άλλα...Επίσης γράφει άρθρα για το "9", το "Σινεμά" τα "Φανταστικά Χρονικά" και αλλού, ενώ σε σενάρια δικά του εκδόθηκαν τέσσερα άλμπουμ της σειράς Φανούρης Άπλας απο την Μαμουθκομικς. Το συγκεκριμένο βιβλίο τώρα περιέχει εφτά διηγήματα: Όνειρα (εικονογράφηση: Γιώργος Τραγάκης), Γοργόνα (εικονογράφηση: Σόλης Μπαρκής), Η λατρεία του ακέφαλου Θεού (εικονογράφηση: Λάζαρος Ζήκος), Τρεις μαρτυρίες για τη Σόνια (εικονογράφηση: Κρίτωνας Παπαδόπουλος), Έξω από την Κόλαση (εικονογράφηση: Ηλίας Ταμπακέας), Ασμόλ (εικονογράφηση: Ανδρέας Ζαφειράτος), Η πόλη και ο δράκος (εικονογράφηση: Σπύρος Δερβενιώτης). Εξώφυλλο από τον Λάζαρο Ζήκο... Σε τόπους και χρόνους παράξενους συμβαίνουν οι εφτά ιστορίες του βιβλίου αυτού: Στον απελευθερωτικό και αμφίσημο κόσμο του ονείρου, με τα θολά όρια ανάμεσα στην απόλαυση και τον εφιάλτη· στο χρόνο ( ; ) λίγες μέρες μετά το θάνατο· στο βυθό, ανάμεσα στους αιώνιους θρύλους που τον στοιχειώνουν· στη μελλοντική ουτοπία των Θόλων και την εύθραυστη ισορροπία με ό,τι τους περιβάλλει· στη μυθική καρδιά της Αφρικής, τόσο κοντά και τόσο μακριά μας ταυτόχρονα... Σε τόπους, τέλος, κατοικημένους απ' τους δράκους των παιδικών μας χρόνων. Πολλά μπορεί να σας περιμένουν εκεί. Εσείς όμως, που συνηθίζετε τις περιπλανήσεις στα μονοπάτια του φανταστικού, είσαστε προετοιμασμένοι: Τα πράγματα δεν είναι πάντοτε όπως φαίνονται. (από το οπισθόφυλλο)
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.