Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'γεωργία ζάχαρη'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.

Categories

  • ΚΟΜΙΚΣ
    • ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
    • ΠΟΛΥΘΕΜΑΤΙΚΑ
    • ΤΕΥΧΗ
    • ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΑΡΩΣΕΙΣ
    • ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΟΜΙΚΣ
  • ΛΟΙΠΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΥΛΗΣ
    • ΕΝΘΕΤΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ
    • ΛΑΪΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
    • ΒΙΒΛΙΑ

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 8 results

  1. Οι δημιουργοί του “ΦΕΣΤΙΒΑΛ” σχολιάζουν 15 σκηνές-κλειδιά από το επετειακό κόμικ για το 60ό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Στην αρχή ήταν μια ιδέα. Για έναν έρωτα σε τρεις πράξεις, για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μιας σχέσης που γεννιέται, διαλύεται αναζωπυρώνεται. Στην αρχή ήταν ένα Φεστιβάλ. Για μια κινηματογραφική και πολιτιστική ιστορία που γράφεται στο παρελθόν, στο παρόν και το μέλλον. Όταν το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης θέλησε να γιορτάσει τα 60 του περήφανα χρόνια, έκανε πολλά όμορφα πράγματα, από το να στήσει μια από τις ωραιότερες διοργανώσεις του ever μέχρι το να απλώσει την οπτική του ιστορία διαμέσου της πόλης. Αλλά ίσως η πιο αναπάντεχη από όλες τις ιδέες ήταν ένα κόμικ. Το κόμικ με τον τίτλο, φυσικά, «ΦΕΣΤΙΒΑΛ», μια ερωτική ιστορία που διαπερνά τα χρόνια και τις εποχές. Όλα συμβαίνουν στη διάρκεια του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Πολλών Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, για την ακρίβεια. Ένα στο παρελθόν, όπου ο Σωτήρης γνωρίζει τη Ντάρια, εκείνος φερέλπις σκηνοθέτης, εκείνη ανερχόμενη κριτικός. Ένα στο σήμερα. Κι ένα στο αύριο. Η σχέση τους περνάει από κύματα (και από κυριολεκτικά τσουνάμι!) αλλά οι δυο τους δε σταματούν να βρίσκονται στην τροχιά ο ένας της άλλης. Μέσα από μια αφήγηση τριών πράξεων γεμάτη κινηματογραφικές αναφορές, από homage σε διάσημες σκηνές μέχρι την εμφάνιση πασίγνωστων δημιουργών και ηθοποιών από το μεγάλο παρελθόν του Φεστιβάλ, η δημιουργική τριάδα των Γιώργου Γούση, Παναγιώτη Πανταζή και Γεωργίας Ζάχαρη στήνει ένα μικρό ερωτικό έπος, γράμμα αγάπης για το σινεμά, σε χάρτινη μορφή. Το κόμικ το έχουμε παρουσιάσει παλιότερα όμως τώρα έρχεται το ίδιο να παρουσιαστεί στο κοινό του. Σήμερα στις.19.00 στο six d.o.g.s. το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης παρουσιάζει στην Αθήνα το κόμικ «ΦΕΣΤΙΒΑΛ» καθώς γίνεται παράλληλα διαθέσιμο προς πώληση στα βιβλιοπωλεία. (Στην παρουσίαση θα είναι διαθέσιμο προς πώληση σε προνομιακή τιμή.) Με αφορμή την παρουσίαση και την κυκλοφορία του κόμικ, ζητήσαμε από τους τρεις δημιουργούς να μας σχολιάσουν 15 σκηνές-κλειδιά της επικής ιστορίας τους, γεμάτης έρωτα, σινεμά και επιβλητικά τσουνάμι. (Αυτός είναι ο σχολιασμός κάθε σκηνής. Όπως και με την περίπτωση του commentary σε μια ταινία, εξυπακούεται πως συζητούνται σκηνές μέχρι και το τέλος της ιστορίας. Ακολουθούν spoilers για όλο το κόμικ). ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΟΥΡΙΣΜΑΚΙ ΣΤΟΝ ΤΖΑΡΜΟΥΣ Γιώργος: Όταν εξηγήσαμε ότι θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε το εύρημα με τα πολλά cameo, υπήρχαν στο μυαλό μας ήδη πολλοί συγκεκριμένοι. Π.χ. στο ταξί είχαμε βάλει τον Ντε Νίρο, και μας είπαν από το Φεστιβάλ να προσπαθήσουμε να είναι μόνο επισκέπτες της διοργάνωσης. Μας έδωσαν δύο μεγάλες λίστες με έλληνες και ξένους καλεσμένους. Γεωργία: Θέλαμε να βάλουμε τον Μπιλ Μάρεϊ στη σκηνή στην αρχή, αλλά τελικά μπήκε ο Τζάρμους. Γιώργος: Ένας που θα έπαιζε μεγάλο ρόλο για τον Σωτήρη, τον βασίσαμε πάνω στον Καουρισμάκι. Στήσαμε τη δράση πάνω σε αυτόν. Παναγιώτης: Ο οποίος έχει κανονικό ρόλο, έχουν σημασία στην έκβαση στο τρίτο κεφάλαιο οι συμβουλές του, ο Σωτήρης ακολουθεί αυτά που έχει μάθει. Γεωργία: Κι έχει και τη σκηνή που σπάει το αυγό στη μπύρα. Παναγιώτης: Που είναι από το «Wire». Θέλαμε κάτι ακραίο. Γιώργος: Μας είπαν να μην βάλουμε τον ίδιο τον Καουρισμάκι επειδή είναι μεθυσμένος. Τον βάλαμε τελικά να εμφανίζεται με γυαλιά και μουστάκι, και δεν έχει credit στο τέλος. ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΛΑΝΘΙΜΟΥ-ΦΙΛΙΠΠΟΥ Παναγιώτης: Αυτά που λέει ο Λάνθιμος στο cameo είναι βασισμένα σε πράγματα που έχει όντως πει. Δεν είναι κατά λέξη, και για οικονομία χώρου, αλλά το νόημα ήταν αυτό. Κι ο Σωτήρης τα κρατάει σαν διδαχή και πορεύεται βάσει αυτών που ακούει, που είναι όμως βασισμένα σε κάτι αληθινό. Ότι δεν καταλαβαίνω γιατί η ταινία αυτή δε μπορεί να είναι mainstream, κι εγώ τέτοιες ταινίες θέλω να κάνω. ΟΙ ΧΥΛΟΠΙΤΕΣ ΤΟΥ ΣΑΜΜΥ ΠΡΑΣΟΥΛΙΔΑ Γιώργος: Αυτές οι σκηνές είναι βασισμένες στις περιπέτειες του Σάμμυ Πρασουλίδα, είναι χυλόπιτες. Ένας άλλος καλλιτέχνης το έχει φτιάξει. Είναι ένας ήρωας που τρώει όλο χυλόπιτες και πολλές είναι σε Φεστιβάλ. Το αναφέραμε, και σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να είναι αυτός ο τύπος, ξέρεις, υπάρχει πάντα ένας άγνωστος που τον ξέρεις φατσικά όλα τα χρόνια που πας σε ένα Φεστιβάλ, που πάντα διακόπτει και λέει μια μαλακία δικιά του, μια ιστορία που πάντα έχει μια μικρή σχέση. Παναγιώτης: Έχει μια συμμετοχή σε κάθε κεφάλαιο, αλλά όσο περνάνε τα χρόνια τον αφήνουν όλο και λιγότερο να μιλήσει. Στο τέλος τον κόβουν κατευθείαν. CAMEO-ΦΑΣΩΜΑ Παναγιώτης: Η Γεωργία σκιτζάριζε έτσι [σ.σ. κάνει το σώμα σα να κρύβει αυτό που σχεδιάζει] και πολύ περήφανα μας έδειξε, “α, δείτε τι έκανα εδώ” [σ.σ. στη λεπτομέρεια του καρέ φαίνονται οι Γούσης-Πανταζής να φιλιούνται σε ένα πάρτυ]. Κι όταν είχαμε πάει στο τυπογραφείο λέει ο τυπογράφος θα ανοίξω μια τυχαία σελίδα για να δω αν έχετε κάνει σωστά τον διαχωρισμό των χρωμάτων. Κι ανοίγει αυτήν, και ζουμάρει εδώ, και σε μια 25άρα οθόνη για 10 λεπτά, είχε ανοίξει ένα εργαλείο του φώτοσοπ και πήγαινε πίξελ-πίξελ να κοιτάει λεπτομερώς κι εμείς να στεκόμαστε δίπλα έτσι σε όλη τη διάρκεια. [γελάνε όλοι] ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΟΛΗ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ Γεωργία: Το έχουμε ζήσει όλοι αυτό, θες πάρα πολύ να φασωθείς με κάποιον και ΟΛΟΙ γύρω σου φιλιούνται κι εσύ είσαι κάπως… Γιώργος: Οι μόνοι που πρέπει να φιληθούν είναι αυτοί οι δύο, αλλά φασώνονται όλοι οι άλλοι γύρω-γύρω. Παναγιώτης: Σκύλοι, πουλιά… Γιώργος: Κάτι παπαγάλοι... Παναγιώτης: Οι άλλοι κάνουν κουτρουβάλα και περνάνε από πάνω τους... Γιώργος: Ένα ζευγάρι μες στη θάλασσα… Κι όταν νομίζεις ότι θα φασωθούν τους διακόπτει ο Αγγελόπουλος. Η λογική λέει ότι και στην πραγματικότητα δεν θα το έκαναν. Ακόμα κι αν δεν έσπαγε ο τέταρτος τοίχος, δεν θα είχαν φιληθεί τότε. Παναγιώτης: Θα απάνταγε η Ντάρια όχι αλλά με άλλο τρόπο. Γιατί πάντα στην ιστορία το cameo εξηγεί την πραγματικότητα με έναν τρόπο πιο αστείο. Δεν ήταν ακόμα η ώρα. Γιώργος: Σχεδόν πάντα όταν εμφανίζεται κάποιος γνωστός, λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Λέει “ΌΧΙ” ή λέει “θα σε πληγώσει”. Παναγιώτης: Κι επίσης αυτή είναι η μόνη σελίδα που είναι ίδια όλα τα καρέ, και βλέπουμε αυτούς τους ανθρώπους να απομακρύνονται. Γιώργος: Σαν Αγγελόπουλος. Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ Παναγιώτης: Το αστείο ξεκίνησε όταν λέγαμε ότι το κάθε cameo θα εξηγεί τι γίνεται ή θα προοικονομεί. Εκεί πέρα έπεσε το “Γιάννης Προοικονομίδης” και υπήρχε σαν σκέτο αστείο. Από εκεί ξεκίνησε αυτό, όταν μας ήρθε σαν γενικότερη φόρμα ακούστηκε αυτό το αστείο. Γεωργία: Νομίζω όλοι θυμόμαστε να λέμε αυτό το αστείο πάνω-κάτω με έναν τρόπο, ήταν μια κοινή δημιουργία. Γιώργος: Έχει πλάκα ότι γαμάει συγκεκριμένα αυτή τη σκηνή, γιατί ο Νικολαϊδης φτιάχνει την ατμόσφαιρα με τον καπνό και ο Οικονομίδης την γαμάει. Πολλές φορές έχω ακούσει να λένε στον Γιάννη κάτι σχετικό, ότι ο κινηματογράφος του έχει σχέση με το Νικολαϊδη και ο Γιάννης πάντα λέει, “ο Νικολαϊδης κι εγώ δεν έχουμε καμία απολύτως σχέση, είμαστε το ανάποδο”. ΕΡΩΤΑΣ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ Γιώργος: Η ιστορία είναι στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Γεωργία: Ήταν το πρώτο πράγμα που υπήρξε. Παναγιώτης: Ήταν το pitch του Γιώργου αυτό. Γιώργος: Κι οι άνθρωποι του Φεστιβάλ πρότειναν να είναι ταυτόχρονα το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του Φεστιβάλ. Παναγιώτης: Το βιβλίο το πιτσάραμε με τρεις προτάσεις. Στην αρχή αυτός είναι φερέλπις σκηνοθέτης και εθελοντής, αυτή γράφει για σινεμά, ερωτεύονται και ξεκινούν την φάση τους, στο δεύτερο μέρος αυτός τα έχει καταφέρει κι αυτή έχει ανέβει στον χώρο αλλά μόλις έχουν χωρίσει, και στο τελευταίο αυτή είναι διευθύντρια του Φεστιβάλ κι αυτός δεν έχει καταφέρει να ξανακάνει καλή ταινία ως τότε. Έχοντας αυτό το πράγμα ως βάση, βγήκε αέρα το κόμικ. Γεωργία: Όπως και το ότι κάθε κεφάλαιο αρχίζει και τελειώνει στο ίδιο σκηνικό. Το πρώτο είναι τουαλέτα σε τουαλέτα, το δεύτερο σινεμά με σινεμά, και το τρίτο γραφείο με γραφείο. ΤΑ ΔΡΑΜΑΤΙΚΑ ΦΛΑΣΜΠΑΚΣ Παναγιώτης: Έχουν περάσει 7-10 χρόνια; Πρέπει να δούμε το πριν τους και το βλέπουμε σε αντιδιαστολή με το τώρα. Παλιά ήταν μαζί στο ξενοδοχείο και έκαναν τα όνειρά τους και τώρα είναι μόνη της. Αντίστοιχα ο Σωτήρης έχει φλάσμπακ όταν κάνει σεξ και πάει στην τουαλέτα σκατά, παρότι έχει περάσει μια νύχτα με μια ωραία κοπέλα, και το φλάσμπακ που βλέπει είναι οι ίδιοι να πλένουν τα δόντια τους και να ετοιμάζονται και να του λέει ωραίος είσαι, ενώ αυτός τώρα είναι χάλια. Θέλαμε τα φλάσμπακς να μπαίνουν στον χώρο που έχουν ζήσει μαζί κάτι. Γιώργος: Δεν βλέπουμε στην πραγματικότητα καμία ευτυχισμένη τους σκηνή. Όλα υπονοούνται. ΗΛΙΑ, ΡΙΧΤΟ Γιώργος: Εδώ βλέπουμε να γκρεμίζεται το Berlin αντί για το Βιετνάμ. Παναγιώτης: Η σκηνή έχει τρία στάδια, η σκηνή των κοριτσιών που ανακεφαλαιώνουν τι έχουν κάνει, τι θέλουνε. Τρεις φάσεις. Έξω από το μπαρ καθιστές με το ποτήρι, ακόμα τα λένε. Μετά συνεχίζουν στο ψιλικατζίδικο και μετά έξω από το Berlin που φτάνει να κατεδαφιστεί. Θυμάμαι ότι ήταν σα να μην τελείωνε ποτέ αυτή η σκηνή όταν την μελάνωνα. Εδώ έπρεπε να σχεδιάσω αυτοκίνητα που είναι το χειρότερό μου, ευτυχώς οι μπουλντόζες είναι κάπως πιο τετράγωνες άρα πιο εύκολες να ζωγραφιστούν. Πάντως κάθε σημείο της δράσης είναι βασισμένο είτε σε δικές μας φωτογραφίες είτε από google maps, πάντα είναι αναφορά, δεν έχουμε βγάλει τίποτα από το κεφάλι μας. Γιώργος: Και στο σινεμά, κατά πάσα πιθανότητα είναι πιο ενδιαφέρον, στον Κουροσάβα ας πούμε το βλέπουμε πάντα, στο φόντο κάτι κουνιέται ή οι χαρακτήρες, υπάρχει μια δράση, για να αποκτήσει ενδιαφέρον μια σκηνή διαλόγου. Παναγιώτης: Η μεγαλύτερη παγίδα είναι σκηνές διαλόγου που απλά μιλάνε. Κι αν λένε τα πιο σπουδαία πράγματα βαριέσαι. Κι εδώ λένε τα δικά τους, εδώ γίνεται η κατεδάφιση, αλλά η μπουλντόζα έχει εμφανιστεί από την αρχή της σκηνής. Ή τον Αρμένη τον προσέχεις εδώ αλλά έχει ήδη μπει στο πλάνο νωρίτερα. ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΤΣΟΥΝΑΜΙ Παναγιώτης: Εδώ είναι το αγαπημένο μου σερί σκηνών στο βιβλίο. Είχαμε πει στο δεύτερο μέρος θα βάλουμε πιο σουρεάλ στοιχεία. Στα κάστρα στο φλάσμπακ είναι ερωτευμένοι και δεν τους φοβίζει τίποτα, όταν έρχεται το τσουνάμι κοιτάνε ψύχραιμοι, “εδώ είμαστε ασφαλείς”. Είναι χαρούμενοι, ο Σωτήρης εξηγεί πώς θα τελειώνει η ταινία του… Γιώργος: Η Ντάρια λέει “θα κλάψει κόσμος”... Παναγιώτης: Και τελικά είναι αυτή που κλαίει, στην αρχή έξω από την πόρτα της προβολής. Πάνω στη χαρά τους φιλιούνται, παραλίγο να πέσουν κάτω, βλέπουν το τσουνάμι. Λέει “μη φοβάσαι, εδώ πάνω είμαστε ασφαλείς” και γυρνάμε στο παρόν και τους βλέπουμε σε ακριβώς ίδιο στήσιμο στο σήμερα κι είναι χάλια. Κι αυτό ΕΙΝΑΙ το τσουνάμι, γιατί αυτός έχει πάει ζωσμένος με εκρηκτικά να δυναμιτίσει την ατμόσφαιρα, της απαντάει επίτηδες σε όλα προβοκατόρικα κι άσχημα, αυτή κάνει υπομονή. Γιώργος: Το τσουνάμι προέκυψε επειδή από τα κάστρα φαινόταν η θάλασσα και λέμε… Αυτό γενικά τα δένει όλα, γιατί είχαμε σκεφτεί από πριν τη σκηνή με το μπαρ, να μπαίνει νερό κι αυτή να βυθίζεται σιγά-σιγά. Και μετά σκεφτήκαμε τη σκηνή με το τσουνάμι. Παναγιώτης: Αλλά όλοι οι άλλοι στο μπαρ θα μένουν ανεπηρέαστοι, αυτή θα πνίγεται. Γιώργος: Και μετά σκεφτήκαμε τη σκηνή με το τσουνάμι στο φλάσμπακ, οπότε δένει με αυτή τη σκηνή εδώ, που φτιάξαμε την πόλη να είναι βυθισμένη. Παναγιώτης: Αλλά είναι δικό της μόνο αυτό, δεν είναι για κανέναν άλλον. Η Θεσσαλονίκη στο Φεστιβάλ είναι μια πόλη που παρτάρει ο κόσμος, αλλά για αυτήν είναι ένα μέρος που έχει πνιγεί, τα καράβια έχουν αράξει στα κτίρια, αυτή πνίγεται κι οι άλλοι συνεχίζουν τη ζωή τους κανονικότατα και παρτάρουν και μόνο αυτή είναι που πνίγεται. Γιώργος: Μετά έρχεται η σκηνή-αναφορά στο «Αποκάλυψη Τώρα» που έπρεπε να χτιστεί, ο σουρεαλισμός έπρεπε να έχει μπει στην αφήγηση για να μην κλωτσήσει μετά. Παναγιώτης: Τα ελικόπτερα σε βάζουν στην ένταση της σκηνής και της όλης μάχης. Αλλά ακόμα και να μην πιάσεις την αναφορά στο “Αποκάλυψη Τώρα”, βλέπεις πολεμικά ελικόπτερα κι ακόμα και σε πρώτο επίπεδο λειτουργεί. Στα κόμικς μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε, οπότε θα βάλουμε ελικόπτερα αντί για ανεμιστήρες να τους φυσάνε τα μαλλιά για την ένταση. ΣΑΝ ΦΙΛΜ ΝΟΥΑΡ Γεωργία: Θυμάσαι πώς ξεκίνησε η φάση με το νουάρ; Παναγιώτης: Θυμάμαι θέλαμε να βάλουμε νουάρ και άρχισα να το γράφω σαν όνειρο. Γεωργία: Ήταν τελείως πλάκα στην αρχή, “να αρχίσουμε με νουάρ, σαν έγκλημα;”. Δεν περίμενα όταν έφτασα την επόμενη μέρα ότι θα μου πείτε “το γράψαμε”. [γελάνε] Γιώργος: Γράψαμε ότι ξεκινάει το τρίτο μέρος με μια νουάρ ανάκριση. “Πού ήσουν την επίμαχη νύχτα που ο Σωτήρης έχασε την καριέρα του;” Παναγιώτης: Πώς πρέπει να μπούμε με τη μία στο τρίτο κεφάλαιο, που ο άλλος δεν έχει κάνει στο ενδιάμεσο τίποτα; Γιώργος: Βλέπει εφιάλτη. Νιώθει ενοχές που έχασε την καριέρα του. Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ Γεωργία: Μας είχε ζητηθεί από το Φεστιβάλ να αναφερθεί στο κόμικ το VR. Επίσης είχαμε την ιδέα ότι στο τρίτο κεφάλαιο, που ειναι στο μέλλον, να βάλουμε διάφορα αστειάκια, να φοράνε άλλα ρούχα, να έχουν χόβερκραφτ αντί για πατίνια, αλλά δεν λειτουργούσε και ενσωματώσαμε εκεί το VR και ζητήσαμε από την Στέλλα Στεργίου να σχεδιάσει την σκηνή. Γιώργος: Στη λογική ότι αυτό που βλέπουμε είναι ένας άλλος κόσμος. Παναγιώτης: Στην αρχή είναι ο ένας, συναντάει ένα άλλο avatar και όταν βγάζουν τις κάσκες συνειδητοποιούν ότι είναι αυτοί οι δύο, που στο μεταξύ δεν μιλιούνται. Έχουν περάσει χρόνια. Γεωργία: Χαζεύαμε και λίγο Μιγιαζάκι όταν το γράφαμε. Θέλαμε να είναι κάτι πάρα πολύ ονειρικό. Παναγιώτης: Είναι κάτι άλλο, και θέλαμε να είναι ένα άλλο χέρι τελείως. ΑΠΟ ΤΟ ΓΗΠΕΔΟ ΣΤΟ ΠΑΤΣΑΤΖΙΔΙΚΟ Παναγιώτης: Όταν ήμασταν Θεσσαλονίκη και κάναμε έρευνα, είχαμε ανέβει στην Άνω Πόλη για να φωτογραφίσουμε τα κάστρα, και βλέπουμε από πάνω το Καυταντζόγλειο και την Τούμπα και λέω εγώ που μου αρέσει η μπάλα, πρέπει να βάλουμε κάπου μια σκηνή που θα πηγαίνουν γήπεδο, θα χαλαρώνουν, θα ξεφεύγουν από το όλο mood και θα πάνε σε ένα διαφορετικό περιβάλλον. Που όμως μπορεί επειδή είναι γήπεδο, και το γήπεδο σε κάνει κάφρο ή σε κάνει χαρούμενο ή σε βγάζει γενικά από τη συνηθισμένη τη διάθεσή σου, μπορεί να είναι αφορμή για να γίνει κάτι ξεκάρφωτο, όπως γίνεται το φιλί τους. Και κόλλησε και πολύ όμορφα το 2-0 του Νικόλα Τριανταφυλλίδη, ήταν το καταλληλότερο πλαίσιο να τον βάλουμε. Γιώργος: Και μετά στο πατσατζίδικο είναι μια σκηνή που λέγαμε να είναι αναφορά στον Ρόι Άντερσον, και γι’αυτό σκάει και το άλογο. Επειδή είμαστε στη Θεσσαλονίκη είναι ο Μέγας Αλέξανδρος, κι επειδή έχει έρθει ο Όλιβερ Στόουν καλεσμένο, ο Μέγας Αλέξανδρος είναι ο Κόλιν Φάρελ. Παναγιώτης: Και πάλι το cameo δίνει πάσα, λέει “και θα πάτε και για ποτό”. ΕΝΑΣ ΧΩΡΙΣΜΟΣ Γιώργος: Κάναμε μέρες να δούμε τι θα κάνουμε με αυτό, σε μία σκηνή έπρεπε να λήξει αυτή η σχέση. Γεωργία: Είχαμε το τέλος και δεν βρίσκαμε το ενδιάμεσο. Γιώργος: Οι άλλοι δύο, η Ντάρια με τον γκόμενό της είναι μια σχέση όπου δύο φίλοι, καθένας κάνει τη ζωή του, κι απλά συνυπάρχουν. Αλλά του Σωτήρη λέγαμε, “πώς θα λήξει;”. Και υπάρχουν εδώ αυτοί οι τρεις γκουρού, Κούνδουρος, Ζάννας, Κακογιάννης, που πάλι δεν του λένε ακριβώς ότι πρέπει να χωρίσεις, λένε ξέρεις εσύ τώρα. Μετά την βλέπει να χορεύει, κάνει τη ζωή της, και απλά βγαίνει έξω. ΣΤΟ ΦΙΝΑΛΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΣΤΑΜΑΤΑ Παναγιώτης: Η σκηνή ξεκινά χωρίς να τους δείχνει καθόλου. Κάνει μια γύρα στο δωμάτιο και τους βρίσκει, μετά τους ξαναχάνει. Γιώργος: Είναι πάνω στις αισθήσεις και στον χρόνο που πάει αργά. Σε όλο το υπόλοιπο κόμικ ο χρόνος πάει αργά κι εδώ 8-10 σελίδες υπάρχει στατικός διάλογος. Παναγιώτης: Αγαπάω και τη χορογραφία εδώ. Τους βλέπουμε σιγά σιγά εκείνον να γλιστράει κάτω, να φεύγει, και σταδιακά πλησιάζουν και έρχονται και τα χέρια μαζί. Ξέρουμε ότι κάπου πάμε. Και είναι αυτό πάνω στον αναγνώστη, αλλά προφανώς ξέρεις τι θα γίνει. Γιώργος: Δεν θα πούμε τι αποφασίσανε γιατί η φάση της όλης σχέσης είναι ότι χάνουν χρόνο. Παναγιώτης: Ακόμα και να μην κάνουν κάτι μεταξύ τους μετά, ήταν πιο σημαντικό να πουν αυτά που είπανε παρά να κάνουν σεξ άλλες δέκα φορές. Γιώργος: Κι όχι μόνο χάνουν χρόνο, αλλά και δεν έχουν βρει ακόμα την κατάλληλη στιγμή. Πάντα κάτι στη σχέση τους έχει να κάνει με τον χρόνο. Γι’αυτό στο τέλος καταλήγουμε στο ότι, απλώς, δεν έχουμε άλλες σελίδες. Που πάλι αφορά το σπάσιμο του τέταρτου τοίχου. Γεωργία: Με ρωτάνε πολλοί τι έγινε στο τέλος, άμα τελικά τα βρήκανε. Γιώργος: Η απάντηση είναι, “πού θες να ξέρω”. [γέλια] * To «ΦΕΣΤΙΒΑΛ» κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία. Το 60ό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης πραγματοποιήθηκε από τις 31 Οκτωβρίου-10 Νοεμβρίου. Και το σχετικό link...
  2. Indian

    ΦΕΣΤΙΒΑΛ

    Εκδοτική: Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (Ειδική έκδοση) Εκτύπωση: Πλέτσας - Καρδάρη Ο.Ε. Στο διάστημα 31/10 - 10/11/2019, πραγματοποιήθηκε το 60ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ένα γεγονός που είναι θεσμός στην Συμπρωτεύουσα και γίνεται κάθε φορά πόλος έλξης για νέους, αλλά και πιο έμπειρους του χώρου. Λόγω των εορτασμών της 60ης παρουσίας του Φεστιβάλ, αποφασίστηκε να δημιουργηθεί ένα κόμικ, που να έχει σχέση με αυτό και ταυτόχρονα να έχει την δική του υπόσταση. Έτσι, ζητήθηκε από τρεις ταλαντούχους δημιουργούς, τον Γιώργο Γούση, τον Παναγιώτη Πανταζή και την Γεωργία Ζάχαρη, να βάλουν την φαντασία τους να δουλέψει και να παράξουν έργο. Οι τρεις τους συνεργάστηκαν στενά από τον Μάιο έως τον Σεπτέμβριο του 2019 και το αποτέλεσμα είναι αυτός ο καλαίσθητος τόμος. Το έργο ακολουθεί την ζωή δύο βασικών πρωταγωνιστών, του Σωτήρη και της Ντάρια, οι οποίοι βρίσκονται στο Φεστιβάλ, ο ένας από την θέση του εθελοντή και η άλλη σαν cinema blogger. Μεταξύ τους θα αναπτυχθεί ένας έρωτας, που θα τους παρασύρει, θα τους απογειώσει και...θα τους τσακίσει. Το κόμικ χωρίζεται σε τρία κεφάλαια, τα οποία είναι και χρονικές περίοδοι. Έτσι, λοιπόν, έχουμε το πρώτο, που μας δείχνει το παρελθόν και την γνωριμία των δύο πρωταγωνιστών, το δεύτερο, που μας δείχνει τι γίνεται στο παρόν, και το τρίτο (και τελευταίο), το οποίο μας αποκαλύπτει τι συμβαίνει εννέα χρόνια αργότερα. Όλα διαδραματίζονται στην Θεσσαλονίκη, την εποχή του μεγάλου φεστιβάλ της. Μέσα από τις σελίδες του αποτίεται φόρος τιμής σε πάρα πολλά πρόσωπα του χώρου του κινηματογράφου, όπως σκηνοθέτες, ηθοποιοί, σεναριογράφοι, κριτικοί, κ.ά.. Το κόμικ είναι σκληρόδετο κι έχει χαρτί ματ. Στην αρχή υπάρχει μία μικρή εισαγωγή, ενώ μετά το πέρας της ιστορίας, ο αναγνώστης θα βρει το ευρετήριο των διάσημων προσώπων που περιέχονται (και δεν μιλάμε για ένα, ούτε δύο, αλλά για 70 άτομα ), καθώς επίσης και τα σύντομα βιογραφικά των δημιουργών και το Διοικητικό Συμβούλιο του Φεστιβάλ. Ας πω και την προσωπική μου άποψη… Η ιστορία είναι αρκετά προσεγμένη και το σενάριο, ως επί το πλείστον, θα το χαρακτηρίζαμε ένα σύγχρονο love story, με σεβασμό στις παλιές κινηματογραφικές καταβολές. Οι αναφορές που γίνονται στο Φεστιβάλ είναι εμφανείς (και θα έπρεπε, μιας και το κόμικ είναι βγαλμένο από τα σπλάχνα του), αλλά λειτουργούν μόνο ως όχημα για την εξέλιξη της ιστορίας. Σε καμία περίπτωση δεν υπερκαλύπτουν το σενάριο. Πρωτότυπη βρήκα την επιλογή των διάσημων προσώπων που πλαισιώνουν την πλοκή. Αρκετούς τους ήξερα, αλλά τους περισσότερους τους αγνοούσα. Οπότε στάθηκε πολύ χρήσιμο το ευρετήριο στο τέλος. Όσο περνούν οι σελίδες, βλέπουμε την εξέλιξη των δύο πρωταγωνιστών (επαγγελματικά και πνευματικά) και την πορεία της σχέσης και της ζωής τους. Οι δημιουργοί φαίνονται ρεαλιστές και δεν κοιτάζουν να ωραιοποιήσουν τις καταστάσεις. Μοιάζει σαν μία ιστορία αγάπης, επηρεασμένη από παλιές ασπρόμαυρες ταινίες, μόνο που εδώ η σκηνοθεσία και οι διάλογοι είναι των ημερών μας. Προσωπικά, λοιπόν, την βρήκα μία πολύ καλή δουλειά στον τομέα του σεναρίου. Η μοναδική μου ένσταση ήταν στο φινάλε, το οποίο θα το ήθελα λιγότερο σοφιστικέ. Όσον αφορά τον εικαστικό τομέα, κι εδώ υπήρχε έμπνευση και καλή μελέτη της Θεσσαλονίκης και του Φεστιβάλ. Οι χαρακτήρες δεν αποδίδονται άψογοι και πανέμορφοι, αλλά με τα όποια φυσιογνωμικά ελαττώματά τους, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο τον ρεαλισμό του κόμικ. Η αλήθεια είναι ότι το σχέδιο ήταν αρκετά άγουρο και στατικό, αλλά αυτό δεν με απέτρεψε από το να το απολαύσω. Θα πρέπει, επίσης να σταθούμε και στον χρωματισμό, ο οποίος έχει τις αποχρώσεις του μπλε. Προσωπικά, την επιλογή αυτή την βρήκα ξεκούραστη στο μάτι. Όσοι έχουν ξεφυλλίσει τον “Γλύπτη” και τους άρεσε, τότε δεν θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα. Ας παραθέσουμε και μερικά καρέ από το εσωτερικό για να πάρετε μία ιδέα. Δεν είναι σκαναρισμένα από εμένα, καθώς είναι δύσκολο να σκαναριστούν, χωρίς να τσακίσει το βιβλίο
  3. Πήγαμε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Περάσαμε καλά. Γυρίσαμε πίσω. Σας τα είπαμε. Αλλά κάτι χρωστάγαμε. Για την ακρίβεια, χρωστάγαμε εκείνο το πράγμα που ήταν ανάμεσα στα 2-3 πιο ενδιαφέροντα κατά τις μέρες του φεστιβάλ. Κατά μία έννοια, τα πιο ζουμερά στοιχεία της φετινής διοργάνωσης ήταν πράγματα που δεν περιορίζονταν άμεσα σε αυτό που λέμε κινηματογράφο. Το πρώτο (και καλύτερο με τρομερή διαφορά από οτιδήποτε άλλο) ήταν η παράσταση - μονόλογος - stand-up του αιώνιου μπαμπά μας, John Waters. Το δεύτερο, λοιπόν, ήταν ένα κόμικ. Για να είμαστε πιο ακριβείς, ειλικρινείς και συγκεκριμένοι, ήταν ένα κόμικ το οποίο περιμέναμε πώς και πώς να δούμε, να πιάσουμε, να μυρίσ-εχμ, να το πάρουμε τέλος πάντων. Ήδη εδώ και δύο μήνες γνωρίζαμε ότι το φεστιβάλ ετοίμαζε μια επετειακή έκδοση κόμικ για τα 60 χρόνια ζωής του, την οποία θα αναλάμβαναν να πραγματοποιήσουν 3 από τους πιο ενδιαφέροντες σύγχρονους καλλιτέχνες του πεδίου τους. Έτσι, οι Γιώργος Γούσης, Παναγιώτης Πανταζής και Γεωργία Ζάχαρη (όλοι εκ των οποίων έχουν συνδεθεί τα τελευταία χρόνια με τον αγαπημένο Μπλε Κομήτη που δυστυχώς πρόσφατα σταμάτησε τη λειτουργία του) έγραψαν και σχεδίασαν μια ερωτική ιστορία που μιλά ταυτόχρονα για το σινεμά, για την τέχνη αλλά και -ναι καλά μαντέψατε- για την ίδια τη ζωή. Πέρα από την πλάκα, το Φεστιβάλ (όπως είναι ο τίτλος του κόμικ) είναι μια δουλειά που καταφέρνει να συλλάβει με τρομερή αμεσότητα την φεστιβαλική εμπειρία μέσα από μια βαθιά ανθρώπινη και ειλικρινή ιστορία δύο ανθρώπων που το ζουν σε τρεις διαφορετικές περιόδους της ζωής του(ς). Ο Σωτήρης και η Ντάρια, οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες του κόμικ, αλληλοδιαπλέκονται με την ιστορία του φεστιβάλ καθώς μπλέκουν τα μπούτια τους από τη νεότητα μέχρι την ωριμότητα, προσφέροντας μια αφήγηση ολοκληρωμένη και ικανοποιητική σε όλα της: στην συνοχή, στο συναίσθημα, στα κλεισίματα του ματιού, στο σχέδιο, στην ευαισθησία, στο χιούμορ, στο δράμα, στο φινάλε. Ξέραμε ότι οι τρεις κομίστες έριξαν πολλή, εντατική και συλλογική δουλειά προκειμένου να κάνουν αυτό το κόμικ πραγματικότητα, κι έτσι ανυπομονούσαμε να μιλήσουμε μαζί τους ώστε να μας πούνε πώς έφτιαξαν αυτό που έφτιαξαν ώστε να γίνει αυτό που έγινε. Όπως μας πληροφορούν από το κοντρόλ, το Φεστιβάλ ήδη έχει αρχίσει να βρίσκεται διαθέσιμο προς πώληση σε βιβλιοπωλεία της χώρας, αλλά μέχρι να το πιάσετε στα χέρια σας μπορείτε να διαβάσετε την παρακάτω εκτενή συζήτηση που κάναμε με τους τρεις δημιουργούς του στην Θεσσαλονίκη. Ελπίζουμε να την απολαύσετε. Ας το πιάσουμε από την αρχή. Πότε και πώς ξεκίνησε αυτό το πράγμα και, κυρίως, πώς μπλέξατε έτσι; Γιώργος Γούσης: Τηλεφώνησαν σε μένα και μου είπαν ότι θέλουν να φτιάξουν ένα κόμικ με αφορμή τα 60 χρόνια του φεστιβάλ. Κάναμε ένα ραντεβού κι ήταν πολύ γενικό αυτό που μου είπανε. Ένα κόμικ για φεστιβάλ, αυτό. Στην αρχή μου φαινόταν ακατανόητο τι μπορεί να είναι. Ήξερα όμως σίγουρα τι δεν ήθελα να κάνω: κάτι πληροφοριακό, ιστορικό, μια αναδρομή κ.λ.π. Παναγιώτης Πανταζής: Κάτι που να μην είναι βαρετό τέλος πάντων. ΓΓ: Εγώ τους είπα ότι θα με ενδιέφερε να κάνω μια ανθρώπινη ιστορία. Μια ιστορία δύο ανθρώπων που με κάποιον τρόπο ζουν στο φεστιβάλ. Συμφώνησαν, και μου είπαν ότι θέλουν κάτι μεγάλο, φάση 80-100 σελίδες. Τους είπα λοιπόν ότι πρέπει να φτιαχτεί μια ομάδα, δεδομένου ότι αυτή η κουβέντα έγινε Απρίλιο προς Μάιο, οπότε δεν υπήρχε πολύς χρόνος. Έτσι μίλησα κι εγώ με τα παιδιά και μετά από 3-4 μέρες έγινε κι επίσημα η πρόταση: θα είμαστε τρεις, δεν θα είναι βοηθοί μου αλλά θα είμαστε ομάδα (ήταν σημαντικό για εμάς να υπάρχει μια ισότιμη σχέση), θα γράψουμε μια ερωτική ιστορία, ο ένας θα είναι σκηνοθέτης κι η άλλη θα είναι κριτικός κινηματογράφου. Κι αρχίσαμε να γράφουμε το σενάριο. Η πρόταση λοιπόν γίνεται στον Γιώργο κι αυτός έπειτα το προτείνει σε εσάς. Εσείς γιατί δεχτήκατε; Τι σας έπεισε εκείνη τη στιγμή; ΠΠ: Καλά εγώ γενικά γουστάρω να δουλεύω με τον Γιώργο. Δουλεύουμε παρέα χρόνια, είμαστε φίλοι και συνεργαζόμαστε ωραία. Θα ήταν λοιπόν και μια νέα πρόκληση να το κάνουμε αυτό το πράγμα. Πέρα απ’ το ότι από μόνο του θα ήταν μια μεγάλη κι ωραία δουλειά, ήθελα πρώτα απ’ όλα να κάνουμε ξανά μαζί κάτι με το Γιώργο. Γεωργία Ζάχαρη: Ή και να κάνουμε για πρώτη φορά μαζί κάτι. Με τον Γιώργο είχαμε δουλέψει μαζί σε δύο ιστορίες του Μπλε Κομήτη κι ήταν μια πολύ ωραία διαδικασία. Κάποια στιγμή λοιπόν με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: ‘Έχεις καμιά δουλειά το καλοκαίρι;” Ε, με το που το άκουσα απλά είπα ναι, ουάου, πού υπογράφω; Εγώ ας πούμε που γενικά έχω δουλέψει λιγότερο καιρό στον χώρο δεν είχα καν την αίσθηση του πόσο μεγάλο μπορεί να είναι όλο αυτό. Ήταν πολύ ωραία διαδικασία κι είμαι πολύ χαρούμενη που είχα την ευκαιρία να το κάνω αυτό τόσο νωρίς στην πορεία μου. ΓΓ: Θα υπήρχε ελευθερία, θα είχε καλή αμοιβή, θα ήταν σε καλές συνθήκες εργασίας μαζί με τους φίλους μου και θα είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε ένα μεγάλο κόμικ που δεν θα είναι κλασικά αφιερωματικό, χρονογραφικό ή πληροφοριακό – και να κάνουμε μια πραγματικά τωρινή και ζωντανή ερωτική ιστορία. Θέλαμε κάτι ουσιαστικό και σημερινό. ΠΠ: Κι ήταν επίσης μια ευκαιρία να φτιάξουμε κάτι που θα πάει σε ένα τελείως διαφορετικό κοινό από τα κόμιξ (που είναι ένα κοινό συγκεκριμένο και περιορισμένο) και θα είναι μια ιστορία που θα αφορά τον οποιονδήποτε. Είναι κάτι πιο μεγάλο. Το κόνσεπτ πώς πήρε την τελική του μορφή; ΠΠ: Θέλαμε κάθε κεφάλαιο από τα τρία να χωράει μέσα σε μία πρόταση. Στο πρώτο είναι νέοι, γνωρίζονται κι ερωτεύονται. Στο δεύτερο έχει ο καθένας την προσωπική του εξέλιξη αλλά έχουν χωρίσει. Στο τρίτο έρχεται το closure. ΓΓ: Το παρελθόν θα ήταν η νεότητά τους, το παρόν το peak της ενήλικης ζωής τους και το μέλλον εκεί που καταλαγιάζουν. ΓΖ: Κι αυτό που επεξεργάζεται το κόμικ είναι ουσιαστικά η σχέση ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη. Σας άγχωσε το ότι είναι ένα κόμικ που ουσιαστικά συνθέτει τις εμπειρίες τόσων πολλών ανθρώπων από το φεστιβάλ; Όχι το τι ταινίες είδανε, αλλά το ποιους ανθρώπους γνωρίσανε, με ποιους μιλήσανε, με ποιους πηδήχτηκαν, όλα αυτά. ΓΓ: Βασικά, αυτός ήταν ο σκοπός μας. Όταν ο πρώτος που το διάβασε μας είπε ότι “είναι πολύ φεστιβαλικό” κι ότι είναι όντως σα να είσαι στο φεστιβάλ, λέμε οκ, αυτό είναι. ΓΖ: Δείχνει ότι το έχεις ζήσει αυτό το πράγμα. Μια φίλη μου που σπουδάζει κινηματογράφο στη Θεσσαλονίκη και το ζει εδώ και πέντε χρόνια, μου είπε: “Α, είναι εγώ”. ΠΠ: Αλλά αυτό είναι το γαμάτο. Είδε τον εαυτό της η φίλη σου που σπουδάζει σινεμά, αλλά είδαν τον εαυτό τους και άνθρωποι που είναι 45 χρονών, ή και πιο μεγάλοι – είδαν πολλοί άνθρωποι τους εαυτούς τους μέσα σ’ αυτό. Αυτό είναι το πρώτο feedback που μας κάνει να χαιρόμαστε. Ότι πάρα πολλοί άνθρωποι αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους. Θέλω να γυρίσουμε στο πώς το δουλέψατε. Το σινεμά είναι πάντα μια πολύ συνεργατική τέχνη και εμπειρία. Τα κόμιξ μπορεί να γίνουν πολύ ατομική δουλειά. Εσείς όμως δουλέψατε εντελώς συλλογικά. ΠΠ: Σε εμάς όλα συνέβαιναν συλλογικά και ταυτόχρονα. Το συζητήσατε από πριν; Ψάξατε μια μεθοδολογία για να δουλέψετε συλλογικά; ΠΠ: Δεν το συζητήσαμε και πάρα πολύ. Αρχικά ήταν το γράψιμο, που ήταν το πιο εύκολο. Ήμασταν τρία άτομα σε ένα δωμάτιο, λέγαμε τις ιδέες μας και τις γράφαμε. Το γράφαμε σιγά σιγά, το διαβάζαμε, το ξαναγράφαμε. ΓΖ: Όλο αυτό βέβαια δεν είναι κάτι που συμβαίνει γενικά στα κόμιξ. ΠΠ: Ξέραμε γενικά τι χρειαζόμαστε και τι περιμένει ο ένας από τον άλλο. Για παράδειγμα, εγώ με τον Γιώργο έχουμε δουλέψει αρκετά μαζί, οπότε χρειαζόμασταν την Γεωργία που θα έφερνε μια διαφορετική φωνή. Κι επίσης ήταν απαραίτητη μια γυναικεία φωνή, γιατί ας πούμε αν το γράφαμε δυο άντρες, οκ, κάτι θα έβγαινε αλλά δεν θα έμοιαζε τόσο αυθεντική η γυναικεία φωνή. Και στο τέλος αυτές οι φωνές έφτασαν να μην ξεχωρίζουν, να μην καταλαβαίνεις ποιος έχει γράψει τι. ΓΓ: Υπήρχαν κι εύκολες λύσεις για να το δουλέψουμε. Για παράδειγμα, υπήρχαν τρία κεφάλαια. Θα μπορούσαμε να πάρουμε ένα ο καθένας. Για κάποιον λόγο, ίσως από διαίσθηση, δεν μας βγήκε αυτό. Μας βγήκε πολύ άνετα το άλλο, το να δουλέψουμε τα πάντα μαζί. Αλλιώς θα έμοιαζε με μια δουλειά που απλά δεν προλάβαινε να την κάνει ένας οπότε την έκαναν τρεις. Κι εγώ το είχα στο μυαλό μου να υπάρχει μια κίνηση στο σχέδιο, να είναι ένα πράγμα που είναι συνέχεια παλλόμενο. Έτσι, όπως θα άλλαζε συνεχώς η ιστορία που είναι αρκετά σουρεαλιστική, θα άλλαζε και το σχέδιο. Όλα ήταν ένα μείγμα. ΠΠ: Καταρχάς, στήσαμε γραφείο όλοι μαζί. Ήμασταν στο σπίτι μου κι έρχονταν καθημερινά 9 το πρωί τα παιδιά. Φεύγανε 10, 11, 12 το βράδυ – όσο χρειαζόταν κάθε φορά. Ήμασταν όλη μέρα μαζί. Τρία σχεδιαστήρια μέσα, όλα ταυτόχρονα. ΓΖ: Στο γράψιμο βγήκε οργανικά όχι μόνο το τι θα έκανε ο κάθε χαρακτήρας, αλλά και το πώς κατέληξε συνολικά το κόμικ. Κάποια στιγμή καταλάβαμε ότι κάναμε πράγματα με παρόμοιο τρόπο χωρίς να το έχουμε συζητήσει. ΠΠ: Ναι, συνειδητοποιήσαμε ότι κάθε κεφάλαιο τελειώνει όπως ξεκινάει. Στον ίδιο χώρο. Δεν το κάναμε επίτηδες, απλά μας βγήκε χωρίς συνεννόηση. Το πρώτο ξεκινάει και τελειώνει σε τουαλέτα, το δεύτερο σε αίθουσα σινεμά και το τρίτο σε γραφείο. Μου φαίνεται ότι όλο αυτό έχει έναν μικρο-ουτοπικό χαρακτήρα, δηλαδή το πώς να φτιάχνεις τέχνη ρίχνοντας τείχη κατά την διάρκεια. Κάνοντας συλλογικά κάτι που θεωρητικά γίνεται πιο εύκολα ατομικά, και κάνοντάς το και καλύτερα τελικά. ΓΖ: Ρίξαμε και τείχη σε προσωπικό επίπεδο. Επειδή χρειάζεται να βγάλεις πολύ συναίσθημα και πολλές δικές σου αναμνήσεις στο τι γράφεις, σίγουρα υπήρξαν φάσεις που μοιραστήκαμε πράγματα σε βαθμό ακραίο, σε φάση “ώπα ώπα ώπα”. Έχω μοιραστεί με τα παιδιά πράγματα που δεν θα μοιραζόμασταν αλλιώς. Ήθελα να στο ρωτήσω αυτό Γεωργία. Οι άλλοι δύο, όντας χρόνια συνεργάτες και φίλοι, είχαν μοιραστεί ήδη πολλά μεταξύ τους. Για σένα πώς λειτούργησε αυτή η δυναμική; ΓΖ: Είχε γίνει ένα καλό βήμα με την έννοια ότι με τον Γιώργο γνωριστήκαμε και συνεργαστήκαμε πρώτη φορά πέρσι τέτοια εποχή. Ήδη από τότε σε αυτό που δούλευα και επιμελούταν ο Γιώργος για τον Μπλε Κομήτη είχε αρχίσει να μπαίνει το βίωμα πολύ έντονα. Αλλά εδώ σίγουρα it got too real σε κάποιες φάσεις. Για μένα όμως είναι μόνο θετικό αυτό. ΠΠ: Είχε παίξει πάντως και λίγο bonding πριν ξεκινήσουμε να δουλεύουμε. Είχαμε έρθει και μαζί Θεσσαλονίκη να κάνουμε έρευνα για το κόμικ. ΓΓ: Πάντως νομίζω ότι το βασικό δεν είναι αν μπορείς να εκφράσεις τα συναισθήματά σου αλλά αν μπορείς να καταλαγιάσεις τον εγωισμό σου. Μου φαίνεται ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν έχει καταλαγιάσει επίσης μέσα σου το ποια θες να είναι η ψυχή της ιστορίας, το ποιον κοινό σκοπό υπηρετείς. ΠΠ: Πάντως τόση ώρα το λέμε λες και βγήκε νεράκι… Ντάξει, ήμασταν τυχεροί που κύλησε, αλλά προφανώς είχαμε και διαφωνίες και προβλήματα. Αλλά αυτό μας έδινε και κίνητρο. Είχε δυσκολίες που το έκαναν και πιο ενδιαφέρον στην τελική. Και μας έκανε κι ακόμα πιο χαρούμενους που το τελειώσαμε. Ξέρεις, ότι το κάναμε τελικά. ΓΓ: Ήταν και ρεκόρ χρονικό. Σχεδιάσαμε 180 σελίδες σε 2 μήνες. Κι ήταν και ένα προσωπικό στοίχημα: “Θα αντέξω με 2 ανθρώπους 12 ώρες τη μέρα επί 2 μήνες συνεχόμενα;” ΠΠ: Ακόμα και τον Δεκαπενταύγουστο πήγαμε όλοι μαζί στο εξοχικό του Γιώργου και δουλεύαμε. Ας πούμε για μένα που έχω δική μου οικογένεια ήταν περίεργο να είμαι τόσο μακριά τους. Αλλά σκέψου ότι ακόμα και τις διακοπές τις περάσαμε οι τρεις μας δουλεύοντας, απλά αλλάξαμε σκηνικό για να μην λαλήσουμε. Και μερικά πρωινά κάναμε και κανένα μπάνιο… Όχι εντάξει, καλά κάνατε και κάνατε μπάνιο, δεν κρίνουμε. Πείτε μου λίγο και για τα stories που ανεβάζατε συνεχώς στο Instagram αυτό το δίμηνο. Λειτουργούσε πολύ ιντριγκαδόρικα ως teasing. ΠΠ: Ναι, γιατί δεν είχαμε ανακοινώσει τίποτα για το πρότζεκτ. ΓΖ: Με έπιαναν φίλοι που δεν τους είχαμε πεί τίποτα και μου λέγανε “ΤΙ ΚΑΝΕΤΕ”. Ας πούμε η εικόνα που είχα εγώ ήταν ότι είχαν καταρρεύσει οι ζωές σας κι απλά σας βάλανε οι κοντινοί σας άνθρωποι σε καραντίνα μπας και την παλέψετε, σαν self-help κοινότητα. ΓΓ: Ήταν όντως μια απορία: “Τρεις κομίστες μαζί, τι κάνουνε;” ΠΠ: Και γιατί είναι συνέχεια μαζί, όλη μέρα, μέχρι το βράδυ; Τα stories λοιπόν τα κάναμε κυρίως ενδιάμεσα, στα διαλείμματα, όταν κουραζόμασταν. Ακούγαμε ό,τι να ‘ναι μουσική συνέχεια για να είμαστε όλοι ικανοποιημένοι κι έτσι μας έβγαιναν διάφορα πράγματα. ΓΓ: Ούτε καν οι συνάδελφοί μας στον χώρο των κόμιξ δεν ξέρανε τι κάνουμε. Έδινε την αίσθηση του απρόσμενου. Και θέλω να δω ποια θα είναι η αντίδρασή τους όταν το διαβάσουνε. Πάντως, βλέποντας τα stories κάθε μέρα (όχι ότι είμαι όλη μέρα στο ίντερνετ), αυτή η δημιουργική επαφή που είχατε έδωσε μια συνεκτική καλλιτεχνική υφή και σε αυτά. ΠΠ: Ναι, αναπτύξανε συγκεκριμένα μοτίβα οπτικά και ηχητικά. Είχαν ρόλους και χαρακτήρες. Με ένα καλό μοντάζ βγαίνει ένα video art πολύ καλύτερο από τα μισά experimental πράματα που βλέπουμε στα φεστιβάλ. ΠΠ: Κι επίσης βγαίνει ένα πολύ καλό ημερολόγιο του πώς μακραίνανε τα μαλλιά μου και τα γένια μου. Πώς ήταν λοιπόν όλο αυτό όταν τελείωσε η κοινοτική εμπειρία δουλειάς; Είχατε post-partum depression; ΓΓ: Εγώ ξανάρχισα να έχω τα προβλήματα που είχα και πριν. Δεν τα είχα κατά τη διάρκεια, και μετά επανήλθανε. Τα προβλήματα, τους προβληματισμούς, τα άγχη. ΠΠ: Κι εγώ. Είναι σημαντικό αυτό που λέτε. ΓΓ: Έχει και μια παθογένεια αυτό βέβαια. Ο μεγάλος κόπος, η μεγάλη ενέργεια, το μεγάλο δόσιμο, το όραμα να βγει κάτι που ξαφνικά σου τρώει όλη την ύπαρξη. Έχει μια παθογένεια λοιπόν, αλλά ταυτόχρονα λες: “τουλάχιστον έχω αυτό”. ΓΖ: Εμένα μου έχει δημιουργήσει ένα πολύ μεγαλύτερο δημιουργικό άγχος το τέλος του κόμικ. Ακόμα δε μπορώ να πιάσω μολύβι με άνεση. Κουράζομαι, δε θέλω. Είναι αυτό το πράγμα που κλείνει ένα πρότζεκτ στο οποίο είχες αφιερώσει ένα πάρα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής σου, των ιδεών σου και της δημιουργικότητάς σου. Αλλά μ’ έχει πιάσει και μια φάση τύπου: “πότε θα μπορέσω να έχω ξανά μια τόσο καλή ιδέα;”. Προφανώς το ξέρω ότι κάποια στιγμή θα έρθει, αλλά σου δημιουργεί ένα βαθύ υπαρξιακό άγχος. Σόρι κιόλας που εστιάζω τόσο πολύ στο κομμάτι της δημιουργικής διαδικασίας, αλλά αυτό με ενδιαφέρει περισσότερο. Εννοώ, το αποτέλεσμα είναι αυτό που είναι. Έχει φύγει πια από εσάς, το παίρνει ο άλλος και το κάνει ό,τι θέλει. ΓΖ: Ναι, κι εγώ νομίζω ότι είναι πολύ πιο ενδιαφέρον. Το να μιλήσουμε για κάθε καρέ δεν έχει νόημα. Διάβασέ το και θα καταλάβεις, ή βάλε εσύ την ερμηνεία σου. ΠΠ: Και δεν μας πέφτει και λόγος πλέον. Πιστεύετε ότι έκανε καλό στο κόμικ που δεν είστε από την Θεσσαλονίκη; ΠΠ: Ναι, εγώ το πιστεύω. Γιατί ξέραμε την πόλη μέσα από το context του φεστιβάλ περισσότερο παρά μέσα από την καθημερινότητα της Θεσσαλονίκης. Έτσι κι αλλιώς, τις μέρες του φεστιβάλ η Θεσσαλονίκη είναι κάτι άλλο – εικάζω. Επομένως εμείς ξέροντάς την σ’ αυτήν την μορφή εστιάσαμε σε αυτό. Αλλά έχουμε και σημεία άσχετα με το φεστιβάλ, κυρίως όταν οι ίδιοι οι χαρακτήρες θέλουν να βγουν από το context του φεστιβάλ. Πάνε στο γήπεδο, στο πατσατζίδικο κ.λ.π. ΓΓ: Ούτως ή άλλως, στο κόμικ ο ένας είναι Θεσσαλονικιός κι η άλλη δεν είναι, οπότε υπάρχουν κι οι δύο οπτικές γωνίες. Τι feedback έχετε μέχρι τώρα αυτές τις μέρες που είστε εδώ; ΓΖ: Πολύ θετικό. ΠΠ: Πολύ ενθουσιώδες, ναι. Αλλά θα μου άρεσε να συζητήσω και με κάποιον που θα μου πει τι δεν του άρεσε. ΓΓ: Νομίζω είναι τόσο συναισθηματική και ανθρώπινη η ιστορία που κανείς δεν κάθεται να αναλύσει τεχνικές κλπ. Σου λένε ότι συγκινήθηκαν, ότι γέλασαν. Πάντως, ως εξωτερικός προς τη δημιουργία κόμιξ αλλά έχοντας μια επαφή με το πώς είναι να δουλεύεις γύρω από την τέχνη στην Ελλάδα, έχω να πω ότι το Φεστιβάλ είναι μια μεγάλη δουλειά, φουλ επαγγελματική, για έναν μεγάλο θεσμό πολιτισμού κλπ. Ήσασταν λοιπόν εσείς οι τρεις αυτοί που το κάνανε – και μπράβο σας. Πώς το διαχειρίζεστε αυτό; ΠΠ: Πρώτα απ’ όλα, είναι ένας από τους λόγους που είμαστε περήφανοι. ΓΓ: Απ’ την αρχή μια αγωνία μου ήταν να μην πει κανείς ότι το αποτέλεσμα δεν είναι αντάξιο του μεγέθους της δουλειάς, γιατί τα δεδομένα ήταν γνωστά από την αρχή, πριν βγει το αποτέλεσμα. Ξέραμε ότι είναι μεγάλη δουλειά, μεγάλος θεσμός, ότι θα έχει όλα τα μάτια πάνω του. Πιστεύαμε όμως ότι θα είναι αντάξιο, κι ελπίζουμε να είναι κιόλας. Η ιδέα ήταν αυτή: όσο επαγγελματικές ήταν οι συνθήκες, άλλο τόσο επαγγελματικό να ήταν και το αποτέλεσμα. Το βρίσκω σημαντικό αυτό, γιατί εν γένει ο κόσμος είναι κάπως συνηθισμένος στο να αποδεικνύονται αρπαχτές τέτοια πράγματα. Ξέρεις, κάτι επετειακό, αφιερωματικό… ΓΓ: Ήταν στο χέρι μας να δώσουμε κάτι πρόχειρα φτιαγμένο, αλλά δεν το κάναμε. Είναι στάση ζωής το να δίνεις τον καλύτερό σου εαυτό σε όλα όσα κάνεις, είτε είναι μόνο για σένα είτε είναι για ένα μεγάλο έργο όπως εδώ. ΠΠ: Ήταν σημαντικό για μας ότι, μετά από τόσα χρόνια στον χώρο των κόμιξ με πολλές δυσκολίες, μπορούμε να πούμε ότι επιτέλους η αμοιβή έφτασε να ταιριάζει σε αυτό που κάνουμε. Μετά όμως δεν πικραίνεσαι λίγο παραπάνω που η κανονικότητα της δουλειάς στην τέχνη είναι γενικά τόσα λέβελ πιο κάτω σε δυνατότητες δίκαιης αμοιβής και αναγνώρισης; ΠΠ: Εγώ σκέφτομαι πώς θα ξαναγίνει να κάνω κι άλλη τέτοια δουλειά, που να ταιριάζει ο κόπος μου με την αμοιβή μου. ΓΓ: Απογοήτευση δεν είναι, γιατί είναι μια πραγματικότητα γνωστή. Απογοητεύεσαι όταν πετάς στα σύννεφα και ξαφνικά κάτι σε επαναφέρει στην πραγματικότητα. Να δούμε πώς θα πάει πάντως, μερικές φορές όταν γίνεται ένα βήμα αυτό μπορεί να σημαίνει κάτι θετικό και για την γενικότερη σκηνή και το γενικότερο καλό. Κάτι παρόμοιο συνέβη όταν βγήκε το Logicomix, όταν βγήκε ο Ερωτόκριτος κ.λ.π. To γεγονός ότι όλο αυτό ήταν μια τόσο ικανοποιητική εμπειρία σε τόσα πολλά επίπεδα εξισορρόπησε κάπως για εσάς το κλείσιμο του Μπλε Κομήτη; ΠΠ: Για όλους μας υπήρχε προσωπική εμπλοκή, οπότε μας επηρέασε. ΓΓ: Για μένα ήταν μια τρελά κωλόφαρδη συνθήκη, γιατί υποψιαζόμουν πως το περιοδικό μπορεί να μην έχει και πολύ μέλλον – όχι γιατί δεν πήγαινε καλά αλλά γιατί είχε φτάσει σε ένα επίπεδο που ήξερες ότι δεν θα καλυτερεύσει πια. Οπότε πλέον σπαταλούσαμε ενέργεια και χρήματα σε ένα πράγμα που εμείς θεωρούσαμε ότι είναι καλό αλλά έχει κι ένα ταβάνι. Αυτό το ταβάνι ήταν κάτι που είχε αρχίσει να με κουράζει. Έτσι, με το που έκλεισε το ένα πράγμα, ξεκίνησε ένα άλλο στο οποίο μπήκα κατευθείαν, έδωσα όλη μου την ενέργεια και το αποτέλεσμα μας χαροποίησε. Ήταν τυχερό για μένα το γεγονός ότι το ένα ήρθε και καπάκωσε το άλλο. Είναι σα να ερωτεύεσαι κατευθείαν αφού χωρίσεις, πράγμα σπάνιο γενικά. Κάτι ακόμα θέλω να σας ρωτήσω. Το κόμικ έχει κάτι πολύ ιδιαίτερο που νομίζω λείπει από το σύγχρονο ελληνικό σινεμά σε σημαντικό βαθμό. Αποπνέει μια αυθεντική φυσικότητα στο γράψιμο των χαρακτήρων και των διαλόγων, μοιάζουν τέλος πάντων αληθινοί άνθρωποι. Έχετε σκεφτεί ότι υπάρχει κάτι στην προσέγγισή σας που θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο στους Έλληνες σκηνοθέτες ή σεναριογράφους; ΠΠ: Εγώ χαίρομαι που το λες αυτό γιατί γενικότερα είναι από τις βασικές μου αγωνίες απ’ όταν πρωτοάρχισα να φτιάχνω τις δικές μου ιστορίες. Στην αρχή δούλευα πάνω στα σενάρια άλλων και μετά άρχισα να φτιάχνω τα δικά μου. Συνειδητοποίησα τελικά ότι αυτό μου αρέσει περισσότερο για διάφορους λόγους. Αλλά είναι μια πολύ βασική αγωνία για μένα αν οι άνθρωποι που γράφω μιλάνε σαν κανονικοί άνθρωποι ή αν μιλάνε σαν άνθρωποι-που-είδαμε-κάπου-αλλού-να-το-κάνουν. Αυτό είναι tricky φυσικά αν θα το καταφέρεις, αλλά το πώς κάποιοι δεν το καταφέρνουν καθόλου με εκπλήσσει μερικές φορές. Ίσως το κλειδί είναι να τσεκάρεις συνέχεια τον εαυτό σου και να μην νιώθεις ποτέ υπερβολικά σίγουρος γι’ αυτό που έκανες. ΓΓ: Το να φτιάχνεις ταινίες είναι μια διαδικασία-κυκεώνας με μίτινγκς πάνω σε μίτινγκς συνεχώς, και χάνεται εύκολα η μπάλα ακόμα κι αν έχεις μια καλή ιδέα στο μυαλό σου. Ακόμα στα κόμιξ υπάρχει μια μεγάλη ελευθερία. Έχεις μια ωραία ιδέα, την ζωγραφίζεις, βγαίνει. Έχει ακόμα αυτή την γοητεία του πράγματος που λέει ότι εφόσον μπορείς να το ονειρευτείς τότε μπορείς και να το κάνεις. ΓΖ: Ναι, εντάξει, αλλά μόνο αν ξέρεις να γράφεις κιόλας. ΓΓ: ΟΚ, ο άλλος μπορεί να μην το έχει κιόλας, ναι. Πολλές φορές ο άλλος θέλει απλά να κάνει μια ταινία, και για την κάνει μπορεί και να πουλήσει την ψυχή του στον διάολο. Για μένα δεν ξεκινάει απ’ το ότι απλά θέλω να κάνω ένα κόμικ. Ξεκινάει απ’ το ότι θες να πεις αυτήν την γαμημένη ιστορία. Έχεις ανάγκη να την πεις, και θα βρεις έναν τρόπο. Πιστεύετε ότι την συγκεκριμένη ιστορία θα την είχατε πει με κάποιον άλλον τρόπο αν δεν είχε κάτσει αυτό το κόμικ; ΓΖ: Κάποιες πλευρές της σίγουρα. Αλλά αν το είχε κάνει ο καθένας μόνος του τότε θα είχε βγει κάτι πολύ διαφορετικό. Ήμασταν 3 άνθρωποι που βάλαμε φουλ τις εμπειρίες μας μέσα σε αυτό. Έχει ένα εύρος εμπειριών και συναισθημάτων που δεν θα το είχε αν το έκανε ο καθένας μόνος του. Δεν θα ήταν το ίδιο. ΓΓ: Εγώ πάντα σκεφτόμουν ότι θα ήθελα να κάνω ένα love story, κάτι που θα βγει κατευθείαν από το συναίσθημα. Κι αυτή εδώ ήταν η καλύτερη ευκαιρία για να το κάνω. Θέλω να μάθω δύο τελευταία πράγματα. Πρώτον, ποιος είπε την λέξη ερωτιδέας ώστε να την βάλετε μέσα; ΓΓ: Εγώ το σκέφτηκα. Δεύτερον, ποιος σκέφτηκε το λογοπαίγνιο Προοικονομίδης; ΓΓ: Πάλι εγώ. Μάλιστα. O Γιώργος Γούσης γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα. Από το 2006 έχει συνεργαστεί ως εικονογράφος και δημιουργός κόμικ με την πλειονότητα των εντύπων και των εκδοτικών οίκων της Ελλάδας. Το 2012 κυκλοφόρησε την συλλογή σύντομων ιστοριών «Αθώες Εποχές» (εκδόσεις ΚΨΜ), ενώ το 2016 συνεργάστηκε με τους συγγραφείς Δημοσθένη Παπαμάρκο και Γιάννη Ράγκο για την διασκευή του Ερωτόκριτου του Βιτσέντζου Κορνάρου σε κόμικ (εκδόσεις Polaris). Aπό το 2017 έως και το 2019 ήταν αρχισυντάκτης στο περιοδικό με κόμικ «Μπλε Κομήτης». O Παναγιώτης Πανταζής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα, όπου ζει και ζωγραφίζει. Σταθερός συνεργάτης του περιοδικού «9» τα τελευταία 5 χρόνια της κυκλοφορίας του, δημοσίευσε το πρώτο άλμπουμ του με κόμικς το 2007 (Common Comics #1, Giganto). Ακολουθούν 15 κυκλοφορίες σε συνεργασία με εκδοτικούς οίκους όπως Giganto, ΚΨΜ, Jemma, 9η Διάσταση ή σε αυτοεκδόσεις. Από το 2011 έχει κυκλοφορήσει πάνω απο 400 online comic strips σε σειρές στο socomic.gr (Kλειδωμένος Ρυθμός, Mαρμελάδα Κεράσι, King Panda Forever κα). Είναι συνεργάτης του περιοδικού «Μπλε Κομήτης» (Polaris) από το πρώτο τεύχος. Πιο πρόσφατη κυκλοφορία του, το «Στα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα, σε σενάριο Γιάννη Ράγκου, από τις εκδόσεις Polaris (Mάρτιος 2018). Η Γεωργία Ζάχαρη γεννήθηκε το 1994 στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία και Θεωρία της Τέχνης στην ΑΣΚΤ. Δραστηριοποιείται στον χώρο των κόμικς από το 2017. Έχει δείξει δουλειά της σε πέντε αυτοεκδόσεις, ενώ έχει συνεργαστεί σε δύο ιστορίες με το περιοδικό «Μπλε Κομήτης». Το 2018 τιμήθηκε με το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Καλλιτέχνη στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς. Και το σχετικό link...
  4. Οι ταινίες, οι επισκέπτες, τα στιγμιότυπα και οι προσωπικότητες του σινεμά, διατρέχουν την έκδοση που είναι αφιερωμένη στα 60 χρόνια της διοργάνωσης. Ο Σωτήρης είναι ένας σκηνοθέτης που φτάνει στο peak της δημιουργικότητάς του αποσπώντας το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, αλλά μετά πέφτει σε τέλμα και όλες οι προσπάθειές του για να βγει μπροστά, δεν έχουν αποτέλεσμα. Η Ντάρια είναι μια νέα, σχετικά άσημη δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου που καλύπτει το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, η καριέρα της εκτοξεύεται και φτάνει κάποια στιγμή να γίνει διευθύντρια της διοργάνωσης. Οι δυο τους συναντιούνται ένα φθινοπωρινό απόγευμα στη Θεσσαλονίκη, γνωρίζονται, ερωτεύονται, ζουν το πάθος στην πόλη, μετά η σχέση τους περνάει κρίση, χωρίζουν και στο τέλος…τι; Η ερωτική ιστορία του Σωτήρη και της Ντάρια, μπλέκεται με εκείνη του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, καθώς κινούνται αγαπιούνται μεγαλώνουν σε τρεις εποχές του θεσμού: στο παρόν, στο παρελθόν και στο μέλλον του. Με αυτή την ερωτική ιστορία, την οποία μετέφεραν στο χαρτί μέσα από ένα εξαιρετικό κόμικ τρεις comic artists, οι Γιώργος Γούσης, Παναγιώτης Πανταζής και Γεωργία Ζάχαρη, γιορτάζει τα 60χρονά του το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Το κόμικ που έχει τον τίτλο «Φεστιβάλ» είναι μια καλαίσθητη έκδοση 180 σελίδων, με σκληρό εξώφυλλο που θα πουλιέται τις ημέρες του Φεστιβάλ, δηλαδή από τις 31 Οκτωβρίου ως τις 10 Νοεμβρίου στους χώρους του και στη συνέχεια σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία. Την σχέση του Σωτήρη και της Ντάρια, κατευθύνουν και σχολιάζουν, άχρονα, άνθρωποι που μέσα στις δεκαετίες του Φεστιβάλ έχουν δουλέψει γι΄αυτό ή του έχουν προσφέρει και κείμενά τους. Ο αείμνηστος Θόδωρος Αγγελόπουλος δεν θα μπορούσε παρά να είναι ο εαυτός του, αλλά ο Αμερικανός σκηνοθέτης, Τζιμ Τζάρμους, για πολλούς ίσως ο ιδανικός εκφραστής του ανεξάρτητου σινεμά και πάντως σίγουρα μια από τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες του παγκόσμιου σινεμά, ξαφνιάζει ευχάριστα στο ρόλο ενός…τεχνίτη μπουγάτσας. Ο Τζάρμους βρέθηκε το 2013 στη Θεσσαλονίκη -ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα-, στο 54ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης με αφορμή την προβολή της ταινίας του «Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί» και ασφαλώς γεύτηκε τις μπουγάτσες Θεσσαλονίκης, ενώ σίγουρα θα απολαύσει το εικονογραφικό αποτέλεσμα - η έκδοση κυκλοφορεί και στα αγγλικά. Ο Σταύρος Τσιώλης που έφυγε πριν λίγους μήνες από τη ζωή, γνωστός και για την τριλογία «Γυναίκες» στο κόμικ έχει τον ρόλο ενός… περιπτερά και γνωρίζει πως η ηρωίδα που τον πλησιάζει για να πάρει καπνό κάνει προσπάθεια να κόψει το κάπνισμα. «Βρε μαναράκι μου, αφού το έκοψες το άτιμο πριν πεντακόσιες δύο μέρες», της λέει, ενώ γοητευτικός και αινιγματικός στέκεται σε έναν σταθμό τρένων ο Νίκος Νικολαΐδης. Στην ιστορία παρεμβαίνουν ακόμη αστέρες του ελληνικού σινεμά όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη και ο Θανάσης Βέγγος, αλλά και ο Νίκος Κούνδουρος, ο διάσημος Ιταλός συνθέτης, Νάνι Μορέτι και πολλοί άλλοι. «Ήταν σχεδόν επιβεβλημένο στο μυαλό όλων μας να κάνουμε μια επετειακή έκδοση για τα 60 χρόνια του φεστιβάλ, αλλά θέλαμε να είναι κάτι περισσότερο από μια απαρίθμηση ταινιών, επισκεπτών, στιγμιότυπων, αριθμών», λέει στο «Έθνος της Κυριακής», ο υπεύθυνος προγράμματος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Γιώργος Κρασσακόπουλος και προσθέτει: «οπότε αναζητούσαμε έναν τρόπο να συλλάβουμε κάτι από την αίσθηση και την εμπειρία του φεστιβάλ, την σχέση του με την πόλη, τους δημιουργούς, το κοινό και η ιδέα για ένα κόμικ έμοιαζε ιδανική. Σαν μια "ταινία σε χαρτί" που χωράει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του Φεστιβάλ, τους ανθρώπους και τις ταινίες που το καθόρισαν και κυρίως όλα όσα δεν μπορούν να μετρηθούν και να κατηγοριοποιηθούν σε μια τυπική αναδρομή στην ιστορία του, γιατί καταγράφονται κυρίως στην καρδιά των όσων το ζουν κάθε χρόνο». Η ομάδα εργασίας των comic artists Οι άνθρωποι του Φεστιβάλ απευθύνθηκαν τον περασμένο Απρίλιο στον Γιώργο Γούση, έναν comic artist που έχει συνεργαστεί ως εικονογράφος και δημιουργός κόμικ με την πλειονότητα των εντύπων και των εκδοτικών οίκων της Ελλάδας. Ο 33χρονος καλλιτέχνης, απέσπασε τον Σεπτέμβριο το Βραβείο Β΄ Καλύτερης Ταινίας για την μικρού μήκους ταινία του «Χειροπαλαιστής», στις Νύχτες Πρεμιέρας 2019, το οποίο και μοιράστηκε -όταν το παρέλαβε- με τον Γιώργο Κουτσαλιάρη, τον οποίο αποκάλεσε ως «συν-σκηνοθέτη». «Η πρόταση ήταν ενδιαφέρουσα και τιμητική, αλλά ο χρόνος πίεζε και η πρώτη μου σκέψη ήταν πως έπρεπε να συγκροτηθεί μια ομάδα», μας λέει ο Γιώργος Γούσης. Η ομάδα απαρτίζονταν από τον 27χρονο Παναγιώτη Πανταζή που έχει κυκλοφορήσει από το 2011 πάνω από 400 online comic strips σε σειρές, ενώ η πιο πρόσφατη κυκλοφορία του είναι «Τα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα σε σενάριο του Γιάννη Ράγκου, από τις εκδόσεις Polaris. Μαζί τους και η 25χρονη απόφοιτος της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών, Γεωργία Ζάχαρη, η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο των κόμικ από το 2017, ενώ το 2018 απέσπασε το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Καλλιτέχνης στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς. Στην πρώτη τους κιόλας συνάντηση οι τρεις comic artists συμφώνησαν ότι το Φεστιβάλ Κινηματογράφου κάνει παρέμβαση στη ζωή κάποιων ανθρώπων, οπότε η υπόθεση έπρεπε να έχει ως βάση μια ερωτική ιστορία δύο ανθρώπων που συμμετέχουν σε αυτό, σε μια αναδρομή για μεγάλο χρονικό διάστημα. «Παρατηρούμε την εξέλιξη μιας σχέσης 15-20 χρόνων, σε τρία φεστιβάλ. Η Θεσσαλονίκη πρωταγωνιστεί έντονα, φαίνεται ο χαρακτήρας της, κάποια τοπόσημα, στοιχεία που την αναδεικνύουν και το αποτέλεσμα είναι πολύ… φεστιβαλικό», δηλώνει ο Γ. Γούσης και χαρακτηρίζει το έργο «αστείο, αλλά και συγκινητικό». Το κόμικ διατρέχει τους ανθρώπους, του Φεστιβάλ, τα τοπία της πόλης, την οργάνωση του θεσμού, την τέχνη που εμπνέεται από την εικόνα και τον ήχο. Αλλά το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης δεν είναι μόνο οι ταινίες: είναι οι μέρες και οι νύχτες, οι σκοτεινές αίθουσες, τα φωτεινά πρωινά στη θάλασσα και η κοσμοσυρροή στα μπαρ, οι γνωριμίες, οι συνεργασίες και οι συμπαραγωγές, οι συζητήσεις για το τι επιφυλάσσει το μέλλον. Στρέφοντας το βλέμμα ταυτόχρονα προς το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον και τιμώντας μια τέχνη που εμπνέεται από την εικόνα, την ιστορία και τους ήρωες, όπως κάνει και το ίδιο το σινεμά, το Φεστιβάλ θα παρουσιάσει σε λίγες μέρες το… Φεστιβάλ, ένα κόμικ φτιαγμένο από νέους δημιουργούς, μπολιασμένο από όλους του παλιότερους. «Όποιος επισκέπτεται το Φεστιβάλ και συμμετέχει σε αυτό είτε ως θεατής, ως σκηνοθέτης, ως κριτικός, ως παραγωγός, θα αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα στο κόμικ. Αλλά κι όποιος δεν έχει σχέση με την διοργάνωση, θα το ευχαριστηθεί. Πιστεύω ότι και οι δυο θα το διαβάσουν και του χρόνου, αλλά και μετά από χρόνια. Γιατί δεν είναι μια απλή αναδρομή, δεν είναι ένα ιστορικό κείμενο, είναι μια ωραία ιστορία που τα συνδυάζει όλα», εξηγεί ο Γ. Γούσης. Και το σχετικό link...
  5. Μια ερωτική ιστορία που μιλά ταυτόχρονα για σινεμά, τέχνη, αλλά και για την ίδια τη ζωή. Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης συμπληρώνει 60 χρόνια - έξι δεκαετίες που συνδέουν πολλά, κάτω από έναν τίτλο. Τον Νίκο Κούνδουρο και τον Φίνο, με τον Τζιμ Τζάρμους και την ψηφιακή εποχή. Την ΕΜΣ και τον β′ εξώστη με την Κατρίν Ντενέβ και τους νέους Έλληνες δημιουργούς. Τον Χρυσό Αλέξανδρο με το Πρώτο Πλάνο. Τον Θερμαϊκό με το παγκόσμιο σινεμά. «Για να γιορτάσουμε το 60ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και όλα αυτά που το χαρακτηρίζουν και το συνθέτουν, για να μιλήσουμε για όλα αυτά που αγαπάμε και για όλους αυτούς που αγάπησαν το Φεστιβάλ, ετοιμάσαμε μια ξεχωριστή έκδοση. Στρέφοντας το βλέμμα ταυτόχρονα προς το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον και τιμώντας μια τέχνη που εμπνέεται από την εικόνα, την ιστορία και τους ήρωες, όπως κάνει και το ίδιο το σινεμά, το Φεστιβάλ παρουσιάζει το… Φεστιβάλ, ένα κόμικ φτιαγμένο από νέους δημιουργούς, μπολιασμένο από όλους τους παλιότερους» αναφέρει το ΦΚΘ για το κόμικ «Φεστιβάλ» που θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά και στα αγγλικά (ακόμη μία ευχάριστη έκπληξη για τα 60χρονα γενέθλια). Οι comic artists , Παναγιώτης Πανταζής και Γεωργία Ζάχαρη, έγραψαν και σχεδίασαν μια ερωτική ιστορία που μιλά ταυτόχρονα για σινεμά, τέχνη, αλλά και για την ίδια τη ζωή. Άλλωστε το Φεστιβάλ δεν είναι μόνο οι ταινίες: είναι οι μέρες και οι νύχτες, οι σκοτεινές αίθουσες, τα φωτεινά πρωινά στη θάλασσα και η κοσμοσυρροή στα μπαρ, οι γνωριμίες, οι συνεργασίες κι οι συμπαραγωγές, οι συζητήσεις για το τι επιφυλάσσει το μέλλον. Οι δύο ήρωες, ο Σωτήρης και η Ντάρια, μπλέκονται με την ιστορία του Φεστιβάλ, καθώς κινούνται, αγαπιούνται, μεγαλώνουν και ωριμάζουν σε τρεις εποχές του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον του. Τη σχέση τους κατευθύνουν και σχολιάζουν, άχρονα, άνθρωποι που μέσα στις δεκαετίες του Φεστιβάλ έχουν δουλέψει γι′ αυτό ή του έχουν προσφέρει τις ταινίες και τα κείμενά τους. Από τον Νάνι Μορέτι στον Θόδωρο Αγγελόπουλο, αγαπημένοι κινηματογραφιστές και ηθοποιοί κάνουν την εμφάνισή τους (μέσα από τα καρέ του κόμικ) στον αστικό ιστό της Θεσσαλονίκης, αλλά και στους χώρους του Φεστιβάλ. Όταν ήμουν μικρός έβλεπα τον εαυτό μου ως πρωταγωνιστή στα κόμικ και τις ταινίες. Μεγάλωσα πιστεύοντας ότι αυτό το όνειρο μπορεί να γίνει πραγματικότητα. Ελβις Πρίσλεΐ. Η ομάδα πίσω από το κόμικ O Γιώργος Γούσης γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα. Από το 2006 έχει συνεργαστεί ως εικονογράφος και δημιουργός κόμικ με την πλειονότητα των εντύπων και των εκδοτικών οίκων της Ελλάδας. Το 2012 κυκλοφόρησε την συλλογή σύντομων ιστοριών «Αθώες Εποχές» (εκδόσεις ΚΨΜ), ενώ το 2016 συνεργάστηκε με τους συγγραφείς Δημοσθένη Παπαμάρκο και Γιάννη Ράγκο για την διασκευή του Ερωτόκριτου του Βιτσέντζου Κορνάρου σε κόμικ (εκδόσεις Polaris). Aπό το 2017 έως και το 2019 ήταν αρχισυντάκτης στο περιοδικό με κόμικ «Μπλε Κομήτης». O Παναγιώτης Πανταζής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα, όπου ζει και ζωγραφίζει. Σταθερός συνεργάτης του περιοδικού «9» τα τελευταία 5 χρόνια της κυκλοφορίας του, δημοσίευσε το πρώτο άλμπουμ του με κόμικς το 2007 (Common Comics #1, Giganto). Ακολουθούν 15 κυκλοφορίες σε συνεργασία με εκδοτικούς οίκους όπως Giganto, ΚΨΜ, Jemma, 9η Διάσταση ή σε αυτοεκδόσεις. Από το 2011 έχει κυκλοφορήσει πάνω από 400 online comic strips σε σειρές στο socomic.gr (Kλειδωμένος Ρυθμός, Mαρμελάδα Κεράσι, King Panda Forever κα). Είναι συνεργάτης του περιοδικού «Μπλε Κομήτης» (Polaris) από το πρώτο τεύχος. Πιο πρόσφατη κυκλοφορία του, το «Στα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα, σε σενάριο Γιάννη Ράγκου, από τις εκδόσεις Polaris (Mάρτιος 2018). Η Γεωργία Ζάχαρη γεννήθηκε το 1994 στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία και Θεωρία της Τέχνης στην ΑΣΚΤ. Δραστηριοποιείται στον χώρο των κόμικς από το 2017. Έχει δείξει δουλειά της σε πέντε αυτοεκδόσεις, ενώ έχει συνεργαστεί σε δύο ιστορίες με το περιοδικό «Μπλε Κομήτης». Το 2018 τιμήθηκε με το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Καλλιτέχνη στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς. Και το σχετικό link...
  6. Όταν η «Ορέστεια» του Αισχύλου γίνεται κόμικ Η έκθεση «Oresteia Reversed» συγκεντρώνει 23 σύγχρονους καλλιτέχνες. Καλλιτέχνες από τον χώρο των κόμικς, καλλιτέχνες με αφετηρία τις εικαστικές τέχνες, επανεξετάζουν έννοιες όπως το Δίκαιο, η Δικαιοσύνη, η Πόλις, ο Πολίτης, η Αυτοδικία, η Νέμεσις, η Ύβρις, η Δημοκρατία, η Ισονομία και Ισοτιμία, η Προσωπική και Συλλογική Ευθύνη. Η έκθεση κόμικς «Oresteia Reversed» στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης από την Τρίτη 10 έως την Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου, συγκεντρώνει 23 σύγχρονους καλλιτέχνες οι οποίοι δημιουργούν πρωτότυπες ιστορίες από την τριλογία του Αισχύλου Ορέστεια, με έμφαση στις Ευμενίδες. «Οι συμμετέχοντες δημιουργοί πειραματίζονται με χρώματα, έντονες φωτοσκιάσεις, ρεαλιστικό και υπερρεαλιστικό σχέδιο, αποδομούν την τραγωδία και εντοπίζουν σε αυτή διαχρονικά ζητήματα, τα οποία μεταφέρουν στο σήμερα και στο φανταστικό μέλλον μέσα από τις δικές τους ιστορίες. Οι νέες ιστορίες καθρεφτίζουν σε συχνές περιπτώσεις το σύγχρονο Ορέστη και υπενθυμίζουν ότι οι ίδιοι προβληματισμοί παραμένουν αέναοι μέσα στη κοινωνία και σε πολλές περιπτώσεις τη δομούν» σημειώνει η ιστορικός τέχνης Νικόλ Λεβέντη. Συμμετέχουν οι καλλιτέχνες: Ρενέ Αγγελίδου (Fokshee), Δήμητρα Αδαμοπούλου, Δημήτρης Αναστασίου, Θωμάς Βαλιανάτος, BLEΣΣΕD, Γιάννης Γαλαίος, Γεωργία Ζάχαρη, Αυγή Κανάκη, Βάλια Καπάδαη, Θανάσης Καραμπάλιος, Θωμάς Κεφάλας, Kristanz, Δέσποινα Μανώλαρου, Γιώργος Μικάλεφ, Mekl, Μάριος Μπόρας, No Budget Epics, Αλκυόνη Παπακωνσταντοπούλου (Poisoner), Βαγγέλης Παππάς, Νίκος Τσουκνίδας - Μαρία Καραζάνου, Στέλλα Στεργίου, Νίκος Τσουκνίδας, Ρομπέρτα Γιαϊτζόγλου Watkinson. Info Εγκαίνια: Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου στις 19:30. Ώρες λειτουργίας: καθημερινά και Σαββατοκύριακα 18:00-22:00. Είσοδος Ελεύθερη Επιμέλεια: Καλλιόπη Λιαδή, Εικαστικός, Καλλιτεχνική Σύμβουλος του Προγράμματος. Η έκθεση αποτελεί μέρος των δράσεων του ερευνητικού και καλλιτεχνικού προγράμματος Μεγάλες Αφηγήσεις - Η Επιστροφή το οποίο διερευνά τη συνάντηση της Αρχαίας Ελληνικής Τραγωδίας με τις Πολιτικές Επιστήμες. --- Πηγή
  7. Τιμή: 4,5€ Η αυτοέκδοση αυτή εμφανίστηκε για πρώτη φορά στους πάγκους του ComicDom 2017. Πρόκειται για ένα σύντομο urban fantasy σε σχέδιο, σενάριο και χρώμα της Γεωργίας Ζάχαρη. Στο κόμικ αυτό πρωταγωνιστεί μία νεαρή ηρωίδα, η Κλειώ, η οποία ζει σε μια σύγχρονη μορφή της Αθήνας, που κατοικείται από μυθικά πλάσματα. Η Κλειώ συναντάει την Μέδουσα και με ένα μοναδικό χάρισμα γλιτώνει από το βλέμμα της που πετρώνει όποιον την κοιτάξει κατάματα. Η Κλειώ, ο φίλος της ο Φρανς και η μέδουσα, καθώς και πολλά πλάσματα βγαλμένα από την αρχαιότητα συγκροτούν το καστ της ιστορίας με φόντο το αστικό τοπίο της Αθήνας. Γενικά η ιστορία έχει αργό ρυθμό, συχνά απότομη εναλλαγή της τοποθεσίας και σύντομους διαλόγους. Υπάρχει απουσία κεντρικής αφήγησης και δίνεται έμφαση κάθε φορά στα ίδια τα μπαλονάκια και στο ρυθμό των καρέ, χωρίς να δίνονται διευκρινίσεις για τους χαρακτήρες και τις τοποθεσίες. Αφήνει γενικά μια σχετική αυτονομία στον αναγνώστη. Το σχέδιο είναι λιτό, το ίδιο και ο χρωματισμός, ενίοτε μάλιστα χρησιμοποιούνται και πιο γκρίζα και ασπρόμαυρα καρέ. Είναι ένα όμορφο, ανάλαφρο κόμικ, που, απ' όσο μου είπε η δημιουργός, θα συνεχιστεί. Λογικό, μιας και η ιστορία δεν προλαβαίνει να αναπτυχθεί πλήρως και οι χαρακτήρες έχουν πολλά να αποκαλύψουν ακόμα. Προτείνεται!
  8. germanicus

    BACK HOME(S)

    Ένα κούτσικο (10 εκ ύψος, 13 πλάτος) κομιξάκι από τη Γεωργία Ζάχαρη. Χωρίς λόγια αφηγείται μόνο με εικόνες μια ιστορία γύρω από απουσία, επιστροφή, διακοπές, αναμνήσεις, συντροφικότητα, αγάπη. Έτσι νομίζω τουλάχιστον Διότι κάπου με έχασε Μια γλύκα όμως (με ολίγη από μελαγχολία) μου την άφησε Κυκλοφόρησε σε 200 κομμάτια με εξώφυλλα που είχαν διαφορετικό χρώμα (υπήρχε τουλάχιστον και σε κίτρινο ) Ευχαριστούμε για το εναλλακτικό εξώφυλλο τον GreekComicFan.
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.