Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'ΠΕΤΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥΛΙΑΣ'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.


Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 24 results

  1. Το ψηφιδωτό του χρόνου έσπασε. Η ιστορία που διηγείται ανακατεύτηκε. Μπορεί το σύνολο να ξαναγεννηθεί από τα κομμάτια του; Ο επίμονος αναγνώστης θα ανασυνθέσει την ιστορία από τα θραύσματα... Ο Πέτρος Χριστούλιας και ο Τάσος Ζαφειριάδης, το δίδυμο πίσω από τα Χαρακώματα, επιστρέφει μια νέο κόμικ ονόματι Ψηφιδωτό. Διηγούνται μια ιστορία μέσα από τον χώρο και το χρόνο με πρωταγωνιστή τον Κύριλλο, έναν άντρα που κρύβεται όταν οι Σταυροφόροι βιάζουν την γυναίκα του, σφάζουν και αυτήν και το παιδί τους και ως τιμωρία ο θάνατος τον αφήνει να περιπλανιέται μεταξύ ζωντανών και νεκρών για αιώνες με φόντο το Βυζάντιο στην παρακμή του. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική, με τα επεισόδια της ιστορίας του Κυρίλλου να εμφανίζονται στο κόμικ ανακατεμένα (π.χ. πρώτο κεφάλαιο είναι το χρονικά τελευταίο) αφήνοντας τον αναγνώστη να τα τοποθετήσει στην σωστή σειρά ανασυνθέτοντας το ψηφιδωτό της ιστορίας. Αυτή η ασυνήθιστη επιλογή αφήγησης είναι το στοιχείο που κάνει το κόμικ τόσο ιδιαίτερο. Πέρα από τις προσωπικές συμπάθειες στο στιλ γραφής του Ζαφειριάδη και το σχέδιο του Χριστούλια (τις οποίες έχω αμφότερες), το να επιλέξουν να ανακατέψουν την ιστορία τιμώντας τον τίτλο προσέφερε και σε αυτούς και στον αναγνώστη μια πρόκληση αν θέλετε, που κάνει το κόμικ πιο χαρακτηριστικό και ξεχωριστό. Νομίζω πως είναι ένα πείραμα που έπιασε και ελπίζω να τραβήξει βλέμματα γιατί του αξίζει. Για όσους πάντως μπερδευτούν με το έντυπο, μπορούν πάντα να διαβάσουν την ψηφιακή μορφή η οποία πρωτοδημοσιεύθηκε στο socomic.gr από 5/6/18 έως 28/11/18 ή να ακολουθήσουν την σειρά που είναι στημένες οι ψηφίδες στο εσώφυλλο (κάθε ψηφίδα αντιστοιχεί σε ένα κεφάλαιο και στο εσώφυλλο έχουν μπει με χρονολογική σειρά). Μόνο μείον της καλαίσθητης έκδοσης της Jemma Press με την ωραία αντίθεση που κάνει το χρυσό εξώφυλλο είναι αυτό το ίδιο το χρυσό εξώφυλλο. Χαράζει πανεύκολα και μετά από 1-2 μπες βγες σε τσάντα έχει γεμίσει μεγάλες γραμμές. Κυκλοφόρησε αρχικά στο ComicDom 2019 και αν και αντιμετωπίζεται ως fiction έργο, στον ενδιαφέροντα επίλογο οι δημιουργοί αναφέρουν διάφορα υπαρκτά ιστορικά στοιχεία που ενσωμάτωσαν στην ιστορία. *οι εσωτερικές σελίδες είναι από το socomic.gr ΕΔΩ μπορείτε να δείτε συνέντευξη των δημιουργών για το κόμικ
  2. Πηγή Πώς μπορείς να μιλήσεις για την υπερχιλιετή ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μέσα από λίγες πολύχρωμες ψηφίδες ενός παλαιού επιτοίχιου; Η απάντηση βρίσκεται στο «Ψηφιδωτό», ένα κόμικς που κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες από την πάντα δραστήρια Jemma Press. Το υπογράφουν δύο φίλοι και συνεργάτες από παλαιά: ο σεναριογράφος Τάσος Ζαφειριάδης (γνωστός και από τις δημοσιεύσεις του στον «Χάρτη») και ο σχεδιαστής Πέτρος Χριστούλιας. Το αποτέλεσμα είναι μια ενδιαφέρουσα συνάρθρωση αφήγησης και εικόνων που συνθέτει, κομματάκι-κομματάκι, το «Ψηφιδωτό». Ένα κόμικς που πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο ιστολόγιο socomic.gr, αποκαλύπτοντας τώρα, στην έντυπη εκδοχή του, τον ιδιαίτερο τρόπο ανάγνωσης που προβλέπει η κατασκευή του. Πρωτότυπο στη σύλληψη και καινοτόμο στον τρόπο που ζητά από τους αναγνώστες να διαβάσουν την ιστορία, το κόμικς δεν ακολουθεί την… πεπατημένη, από την πρώτη προς την τελευταία σελίδα. Ζητά, αντίθετα, να αναδιατάξουν τις 14 ψηφίδες-κεφάλαια του βιβλίου, βάζοντάς τα στη σωστή σειρά, ώστε να έχουν την γραμμική εξέλιξη της ιστορίας. Οδηγός και βοηθός σε αυτή την ιδιαίτερη διαδικασία ανάγνωσης (που θυμίζει ανασύσταση διαλυμένου ψηφιδωτού) είναι η χρωματική ταυτότητα κάθε μιας από τις 14 ψηφίδες που παρατίθενται στην αρχή του βιβλίου. Με οδηγό το χρώμα, αλλά και τη σειρά με την οποία είναι βαλμένα τα πετραδάκια, ο «επίμονος» (σύμφωνα με τον ορισμό των δύο δημιουργών) αναγνώστης μπορεί να διαβάσει, κινούμενος μπρος-πίσω στις σελίδες, τα αντίστοιχα κεφάλαια που ξεκλειδώνουν το νόημα της ιστορίας. Στις 96 σελίδες αυτής της καλαίσθητης έκδοσης, εικονογραφημένες με μαεστρία από τον Πέτρο Χριστούλια, ο έτερος των συμβαλλομένων, Τάσος Ζαφειριάδης, μπόλιασε την ιστορία του με ενδιαφέροντα ιστορικά, λαογραφικά, αλλά και φαντασιακά στοιχεία: Η μοιραία Δ΄ Σταυροφορία του 1201-1204, ο Μαύρος Θάνατος του 14ου αιώνα, τα έθιμα ταφής, τα μυθικά τζιν και τα ιφρίτ των Αράβων, η Πλατυτέρα, η ρωμαϊκή γέφυρα του Σεπτιμίου Σεβήρου στον Ευφράτη, όπου έχτισε τον τάφο του ο Διγενής Ακρίτας σύμφωνα με το ομώνυμο έπος, ο όσιος Σισώης που σε μεταβυζαντινές απεικονίσεις θρηνεί μπροστά στο λείψανο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μέχρι μια βυζαντινή εκδοχή κρεμμυδόσουπας με ψωμί… Η πληθώρα των στοιχείων που εμπλουτίζουν με την παρουσία τους τις λέξεις και τις εικόνες του κόμικς, αποτελούν μία επιπλέον πρόκληση για τους «επίμονους» που θα εντρυφήσουν στις σελίδες του. Αρκεί να έχουν κατά νου ότι δεν πρόκειται για ιστορικό αφήγημα, αλλά για μια παιγνιώδη ιστορία του φανταστικού. Πώς προέκυψε το «Ψηφιδωτό»; Τάσος Ζαφειριάδης: Οι προπαππούδες μου όταν πέρασαν με την ανταλλαγή πληθυσμών από την Μεσσήνη Ανατολικής Θράκης στην Ελλάδα κι εγκαταστάθηκαν στον Άγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης, ανάμεσα στα λιγοστά πράγματα που έφεραν μαζί τους ήταν και εννιά ψηφίδες από ένα παλιό ψηφιδωτό. Αυτά τα γυαλιστερά πετραδάκια τα κατέβαζε η βροχή από τα ερείπια ενός βυζαντινού φρουρίου στο χωριό (σήμερα ονομάζεται Μισινλί). Στα μάτια μου είχε μια μαγική ιδιότητα εκείνο το οικογενειακό κειμήλιο και η μυστηριώδης του προέλευση δυνάμωνε αυτήν την εντύπωση ακόμη περισσότερο. Αργότερα έμαθα ότι στο ίδιο μέρος βρισκόταν η ρωμαϊκή πόλη Δρουσιπάρα, με τη Βασιλική του μάρτυρα Αγίου Αλέξανδρου του Ρωμαίου, η οποία κάηκε ολοσχερώς από τους Αβάρους τον 6ο αιώνα. Οι ψηφίδες προέρχονταν άραγε από αυτή την εκκλησία ή κάποια μεταγενέστερη; Τι εικόνα σχημάτιζαν αυτές οι ψηφίδες; Η ιστορία του “Ψηφιδωτού” άρχισε να παίρνει σχήμα καθώς παρατηρούσα σε παλιές εκκλησίες τα βγαλμένα μάτια στα πρόσωπα των αγίων, τα βανδαλισμένα από πιστούς ή απίστους, που έδιναν μια πιθανή απάντηση. Μεγάλη επιρροή στο ύφος ήταν τα γραπτά του Σέρβου Μίλοραντ Πάβιτς. Το αγαπημένο μου Λεξικό των Χαζάρων, αλλά και άλλα έργα του, διακρίνονται από αυτό το –βαλκανικό και βυζαντινό– μείγμα μυθοπλασίας και ιστορίας, του οποίου η εγγύτητα στην ελληνική πραγματικότητα το έκαναν να μου φαίνεται πιο ανοίκειο και συναρπαστικό. Άλλο στοιχείο του έργου του είναι η μη γραμμική σειρά ανάγνωσης. Σύντομα αποφάσισα ότι κάθε κεφάλαιο θα ήταν μια ψηφίδα με διαφορετική απόχρωση. Όλες μαζί θα σχημάτιζαν μια ιστορία-ψηφιδωτό, προτρέποντας τον αναγνώστη να βάλει μια τάξη στη διαλυμένη πλοκή. Άρα θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς ένα κόμικς περιπλάνησης και φανταστικού με ύφος «βυζαντινό». Εννέα ψηφίδες με διαφορετική απόχρωση… Πότε και με ποιο τρόπο ενώθηκαν σε αυτή την σκόπιμα μπλεγμένη πλοκή; Τ.Ζ.: Η πρώτη εκδοχή του σεναρίου γράφτηκε το 2009. Δύο σχεδιαστές επρόκειτο να το σχεδιάσουν σε διαφορετικές φάσεις, αλλά ο χρόνος τελικά δεν τους το επέτρεψε. Η καθυστέρηση στον σχεδιασμό επέβαλλε κάθε τόσο προσθήκες και αλλαγές, με την τελική εκδοχή να είναι η πέμπτη ή έκτη, καθώς όσο περνάει ο καιρός, αλλάζει κανείς οπτική ή άποψη για το έργο του και θέλει να το βελτιώσει. Το έργο ανέλαβε τελικά τον ένατο χρόνο ο Πέτρος Χριστούλιας, ο οποίος και το ολοκλήρωσε, με τη πολύτιμη οικονομική συμβολή του socomic.gr, όπου και πρωτοδημοσιεύτηκε. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2019, άρα συνολικά πήρε δέκα χρόνια! Με ποιο τρόπο συνεργαστήκατε; Ποιοι ήταν οι τρόποι παρέμβασης, αλληλεπίδρασης και τελικής διαμόρφωσης της ιστορίας και της εικονογράφησης; Πέτρος Χριστούλιας: Το ότι η ιστορία ήταν ένα ψηφιδωτό βοήθησε και στο κομμάτι της οργάνωσης της παραγωγής. Ο Τάσος είχε ήδη το σενάριο σε μικρές ενότητες κεφάλαια και παρότι ο τελικός σκοπός ήταν να μπουν ανακατεμένα, τα ξεκινήσαμε ένα-ένα κατά κανόνα γραμμικά. Όπως δηλαδή δημοσιεύθηκε και στο socomic.gr αφού από ένα σημείο και μετά η εβδομαδιαία δημοσίευση μάς πρόλαβε. Σκηνή-σκηνή λοιπόν έστηνα τις σελίδες σε προσχέδια και τα έστελνα στον Τάσο. Εκτός μερικών εξαιρέσεων δε χρειάστηκε ιδιαίτερη συζήτηση πριν ξεκινήσω τα τελικά μολύβια, το μελάνωμα και το χρώμα. Αυτά είναι τα καλά της μακρόχρονης συνεργασίας. Ξέρει τι περιμένει ο ένας από τον άλλο και αφήνει χώρο. Τ.Ζ.: Ο Πέτρος ανέλαβε να δώσει στο κόμικς την τελική μορφή του, συμπληρώνοντας με μικρές πινελιές το κείμενο και τη δράση, όπου αυτός έκρινε απαραίτητο κατά το στήσιμο των σελίδων. Προχώρησε δηλαδή σε –τρόπον τινά– αποκατάσταση αρχαιοτήτων, σε μία περίοδο που εγώ ολοκλήρωνα το διδακτορικό μου και δεν είχα πολύ χρόνο να «επιβλέπω». Είχα ήδη αρκετό φωτογραφικό υλικό για αναφορά από βιβλία ή το διαδίκτυο, οπότε έδινα κάποιες σχετικές οδηγίες ανά κεφάλαιο που δουλευόταν, ώστε να ελαχιστοποιείται ο όγκος της δουλειάς που έπρεπε να γίνει άμεσα. Έγιναν πολλές αλλαγές στον διάλογο, αλλά ακόμα και στο σχέδιο, ακόμα και προσθήκες τελευταίας στιγμής, όπως π.χ. η αναφορά στον Όσιο Σισώη που θρηνεί μπροστά στο λείψανο του Μεγαλέξανδρου – έμπνευση κυριολεκτικά στο παρά πέντε πριν τη δημοσίευση. Πόση ιστορική αλήθεια και πόση φαντασία υπάρχουν στη σύνθεση του σεναρίου; Τ.Ζ.: Ο κεντρικός μύθος, η βασική πλοκή, παραμένει μία ιστορία φαντασίας. Αφότου υπήρχε αυτή έγινε έρευνα και δανείστηκα πολλά στοιχεία από σύγχρονες έρευνες, αλλά και κείμενα της περιόδου (έθιμα, θρύλοι, στολές, αρχιτεκτονική κ.ά.), ώστε να αποδίδεται όσο το δυνατόν γίνεται ένα βυζαντινό «άρωμα», χωρίς να χρησιμοποιείται το κατεξοχήν βυζαντινό εικονογραφικό ύφος της αγιογραφίας. Τα δάνεια επεκτάθηκαν και σε άλλες περιοχές, όπως π.χ. η Βενετία, ή κι εποχές, όπως τα μεταβυζαντινά μαρμαρένια αλώνια όπου μάχεται ο Διγενής Ακρίτας τον Θάνατο. Ελπίζω να πετύχαμε αυτήν την αίσθηση. Αγαπημένη μου λεπτομέρεια, η οποία μάλλον δεν είναι εμφανής με την πρώτη ανάγνωση, τα πουλιά των δημοτικών τραγουδιών πανταχού παρόντα ως θεατές της δράσης (πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε). Σε κάθε ψηφίδα εμφανίζεται και άλλο πουλί, ενώ στο κεφάλαιο που εμφανίζεται ο ξένος έχουμε μια νυχτερίδα! Ποιες προκλήσεις αντιμετωπίσατε και τι προβλήματα χρειάστηκε να επιλύσετε; Π.Χ.: Αρχικά έπρεπε να πάρουμε κάποιες αποφάσεις όσον αφορά στο ντιζάιν. Το καθαρό καρτουνίστικο σχέδιο που γενικά προτιμώ, φάνηκε να μας εξυπηρετεί μια χαρά, παρά το δραματικό ύφος της ιστορίας, ενώ το χρώμα του κάθε κεφαλαίου ήταν σημαντικό στοιχείο της αφήγησης, οπότε η παλέτα έπρεπε να είναι αποφασισμένη και καθαρή. Αυτοί οι αυτοπεριορισμοί όμως προσωπικά μόνο με βοηθούν και πιστεύω ότι περισσότερο δίνουν στη δουλειά παρά της στερούν ο,τιδήποτε. Τ.Ζ.: Το Βυζάντιο είναι μία χιλιόχρονη περίοδος για την οποία από τη μια έχουμε αποσπασματικές ή ελλιπείς πληροφορίες, από την άλλη όμως ο όγκος των πληροφοριών που έχουμε (αρχαιολογικά, ιστορικά, κ.λπ.) είναι ήδη τεράστιος για μη ειδικούς σαν κι εμάς. Αυτό σημαίνει πως ό,τι και να επιχειρήσει κανείς πραγματολογικά θα είναι λάθος, οπότε έπρεπε να συμφιλιωθούμε προκαταβολικά με αυτήν την αποτυχία. Η επιλογή της σειράς των κεφαλαίων ήταν ένα άλλο πρόβλημα προς επίλυση. Έπρεπε να βρούμε μία ισορροπία μεταξύ του τυχαίου και του πλήρως γραμμικού, ώστε να μην είναι ο αναγνώστης τελείως ξεκρέμαστος. Κάναμε τρεις εκδοχές και τις δοκιμάσαμε στέλνοντάς τις σε φίλους να μας πουν τι καταλαβαίνουν. Κάποια άλλα στοιχεία «βοηθούν» λίγο την ανάγνωση, είτε στο κείμενο είτε οπτικά, π.χ. η γενειάδα του πρωταγωνιστή. Υπάρχει φυσικά και ένα χρωματικό «λυσάρι» στο βιβλίο, ενώ στο socomic.gr η ιστορία ανέβηκε γραμμικά, γιατί ως webcomic θα ήταν μάλλον υπερβολικά πολύπλοκο αυτό το μπρος-πίσω. Πείτε μας λίγα λόγια για το στιλ με το οποίο αποδόθηκαν οι χαρακτήρες. Π.Χ.: Όσον αφορά στο στιλ του σχεδίου, πάντα με γοήτευαν οι σχεδιαστές που κρατούν μια ισορροπία μεταξύ της απλότητας και της ελευθερίας που τους προσφέρει το καρτουνίστικο στιλιζάρισμα και του απαραίτητου νατουραλισμού ώστε η εικόνα που περιγράφεται να έχει την υφή που χρειάζεται για να υπηρετήσει την ιστορία. Προσπάθησα να βρω αυτήν την ισορροπία για την συγκεκριμένη ιστορία του Τάσου. Ξέρω όμως ότι αυτή η προσέγγιση έχει και έναν υποκειμενισμό και κάποιος άλλος μπορεί να την σχεδίαζε πολύ διαφορετικά. Ελπίζω η προσωπική μου επιλογή να βρει ένα κοινό που θα το ικανοποιήσει. Τι βοηθήματα είχατε για τον σχεδιασμό των ρούχων, των όπλων, της αρχιτεκτονικής και του διακόσμου; Π.Χ.: Από τη στιγμή που σχεδιάζεις μια ιστορία που αναφέρεται σε συγκεκριμένη εποχή ακόμα και αν έχεις την δικαιολογία ότι πρόκειται για ιστορία με φανταστικά στοιχεία, πρέπει να ανατρέξεις σε πηγές. Φυσικά το καρτουνίστικο στιλ επιτρέπει λίγη γενικολογία αλλά πρέπει να δημιουργήσεις στον αναγνώστη μια υφή και μια γεύση της εποχής που αναφέρεσαι. Ο Τάσος όπως συνήθως συνόδευε το σενάριο με πλούσιες αναφορές εικόνας όπου χρειαζόταν αλλά χρειάστηκε και εγώ να κάνω πάντα την προσωπική μου έρευνα. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση της εικονογράφησης της Κωνσταντινούπολης λίγο πριν την άλωση, που χρειάστηκε να κατεβάσω από την βιβλιοθήκη μου τον σκονισμένο Β΄ τόμο της Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής του Χαράλαμπου Μπούρα, που είχα να τον ανοίξω από τα χρόνια της Σχολής Καλών Τεχνών. Τελικά, πόσο δύσκολη ήταν η μεταφορά αυτής της «θρυμματισμένης» ιστορίας σε κόμικς; Τ.Ζ.: Η επιλογή της μη γραμμικής αφήγησης ήταν μέρος της αρχικής έμπνευσης, γράφτηκε έτσι, άρα αυτή η δυσκολία ήταν εξαρχής στο παιχνίδι. Σίγουρα δεν είναι επιλογή φιλική προς όλους τους αναγνώστες. Αυτό που με δυσκόλεψε κυρίως όμως είναι ότι πήρε καιρό να υλοποιηθεί το κόμικς και όλες αυτές οι καθυστερήσεις επιβάλανε συνεχείς αλλαγές στο σενάριο. Όταν δουλεύεις κάτι τόσον καιρό, θέλει υπομονή, σε κυριεύουν οι αμφιβολίες για το αν βγάζει νόημα, αν είναι αποτελεσματικό κ.λπ. Σε αυτό εμπιστεύτηκα την κρίση του Πέτρου».
  3. Μύθοι, θρύλοι και αλήθειες γύρω από το Βυζάντιο μπλέκονται σε μια εξαιρετική ιστορία των Τάσου Ζαφειριάδη και Πέτρου Χριστούλια. Μια ιστορία που μπορεί να διαβαστεί είτε γραμμικά είτε όπως προτείνουν οι δημιουργοί της. Είτε, κι αυτό είναι ίσως ακόμα πιο ενδιαφέρον, όπως επιθυμεί ο αναγνώστης. «Το 1923 οι προπαππούδες μου πέρασαν με την ανταλλαγή πληθυσμών από τη Μεσσήνη (ή Μεσινή) Ανατολικής Θράκης στη νέα τους πατρίδα, την Ελλάδα, κι εγκαταστάθηκαν στον Άγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης. Ανάμεσα στα λιγοστά πράγματα που έφεραν μαζί τους ήταν και εννιά ψηφίδες από ένα παλιό ψηφιδωτό. Οι επόμενες γενιές θυμούνται τις παλαιότερες να λένε πως αυτά τα γυαλιστερά πετραδάκια τα κατέβαζε η βροχή από τα ερείπια ενός βυζαντινού φρουρίου σε ένα ύψωμα της περιοχής. Μήπως υπήρχε εκεί κάποια παλιά εκκλησία; Τι εικόνα σχημάτιζαν αυτές οι ψηφίδες; Στα μάτια μου είχε μια μαγική ιδιότητα εκείνο το οικογενειακό κειμήλιο που δυνάμωνε ακόμη περισσότερο χάρη στη μυστηριώδη του προέλευση». Με αυτά τα λόγια ξεκινά ο Τάσος Ζαφειριάδης («Το Σκορποχώρι», «Οι Απίθανες Περιπέτειες του Σπιφ και του Σπαφ», «Ο Κυρ Κονγκ και Άλλες Ιστορίες» κ.ά.) το επιλογικό του σημείωμα στο «Ψηφιδωτό» (εκδόσεις Jemma Press) δίνοντας τις απαντήσεις στον αναγνώστη που έχει μόλις ολοκληρώσει το βιβλίο απολαμβάνοντάς το και ταυτόχρονα συλλέγοντας απορίες. Κι αυτό γιατί οι εννιά ιστορίες που ως ψηφίδες συνθέτουν το «Ψηφιδωτό» τοποθετούνται χωρίς τη χρονολογική σειρά με την οποία έλαβαν χώρα. Ο χρόνος δεν είναι γραμμικός και τα θραύσματα της αφήγησης δίνονται με μια φαινομενικά αυθαίρετη σειρά. Οι δημιουργοί του βιβλίου προτείνουν με την ολοκλήρωσή του μια νέα ανάγνωση που ακολουθεί τον πραγματικό χρόνο, έτσι όπως είχε παρουσιαστεί στην πρώτη του ηλεκτρονική δημοσίευση στην πλατφόρμα socomic.gr. Κάτι τέτοιο είναι συναρπαστικό σε δεύτερο χρόνο αν και όχι απαραίτητο καθώς η χιλιόχρονη βυζαντινή αυτοκρατορία καλύπτεται από ένα τόσο παχύ πέπλο μυστηρίου και είναι τόσα αυτά που δεν γνωρίζουμε και δεν μπορούμε να καταλάβουμε γι’ αυτήν που οι έννοιες του γεγονότος, του πραγματικού, του μυθικού, του φανταστικού, του επινοημένου κ.ά. είναι τόσο συγκεχυμένες. Σε μια τέτοια ιστορία, η αφήγηση δύσκολα μπορεί να είναι γραμμική. Μπορεί, μάλιστα, να ξεκινά από την τελευταία πράξη. Και να ξετυλίγεται προς τα πίσω ακολουθώντας τεθλασμένες διαδρομές και κάνοντας χρονικά άλματα στο πριν και στο μετά. Ο Σέργιος, πρωταγωνιστής της ιστορίας και προσωποποίηση της μοναξιάς και της στερημένης ελπίδας μετά την καταστροφή, ταξιδεύει στα πέρατα της αυτοκρατορίας όταν αυτή καταρρέει κουβαλώντας τις ψηφίδες απ’ τον Παντοκράτορα της κατεστραμμένης εκκλησίας του λεηλατημένου από τους Σταυροφόρους χωριού του. Εκτός από τις χρωματιστές πετρούλες, όμως, κουβαλά και την ενοχή για τον θάνατο της γυναίκας του και του μικρού παιδιού του. Όταν οι Σταυροφόροι έσπερναν τον τρόμο, αυτός κρύφτηκε στην κουφάλα ενός γέρικου πλάτανου. Και σώθηκε. Αναγκασμένος να ζει για πάντα στην κόλαση των αιώνιων ενοχών, να βλέπει αυτά που δεν βλέπουν οι άλλοι, να αντικρίζει τα αβάπτιστα παιδιά ως μαυρόφτερα πλάσματα και να σέρνει μαζί του τα σκαφτικά του εργαλεία ως όπλα που σκορπίζουν τον θάνατο μέχρι να επιστρέψει στον γνώριμο πλάτανο όχι πια για να κρυφτεί. Τη σαγηνευτική αφήγηση, εκτός από το πανέξυπνο σενάριο του Ζαφειριάδη, συνθέτουν και τα υπέροχα σχέδια του Χριστούλια («Χαρακώματα» και «Intra Muros» με τον Τάσο Ζαφειριάδη, η τριλογία του «Νυχτερίδα» κ.ά.) που με τα διαφορετικά του χρώματα (καθένα αντιστοιχεί σε καθεμιά από τις εννιά ψηφίδες) και την ικανότητά του να ελίσσεται ιδανικά μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, δημιουργεί πολύ δυνατές, ορισμένες σπαρακτικές, εικόνες. Ο ίδιος συμπληρώνει στον επίλογο του βιβλίου: «Όταν σχεδίαζα τον Σέργιο να περιπλανιέται μέσα στον χρόνο, δεν μπορούσα παρά να σκέφτομαι το θέμα της ανθρώπινης ζωής που απλώνεται στην Ιστορία: πέρα από υλικό παραδοσιακού παραμυθιού, δημοτικού τραγουδιού ή απόκρυφου κειμένου, θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως προσωποποίηση της παρακμής του αρχαίου κόσμου, από την απαρχή μέχρι το αναπόφευκτο τέλος του και την αντικατάστασή του από κάτι καινούργιο». Αυτό είναι εντέλει και το θέμα του «Ψηφιδωτού»: το αναπάντητο ερώτημα του πώς μπορεί να αφηγηθεί κάποιος την περιπέτεια της ανθρώπινης ζωής μέσα στον χρόνο όταν αυτή είναι αναπόφευκτα φιλτραρισμένη από μύθους, δοξασίες, πίκρες, απογοητεύσεις, μεταγενέστερες ερμηνείες και απανωτές επανεγγραφές της Ιστορίας από την πλευρά των εκάστοτε νικητών και της ηγεμονεύουσας κατά περιόδους άποψης. Κάποιες πιθανώς αδόκιμες επιλογές λέξεων, όπως οι «πιστοί» και «άπιστοι» από τον Ζαφειριάδη ή οι «βαρβαρικοί λαοί» από τον Χριστούλια στον επίλογο του βιβλίου δεν είναι ικανές να μειώσουν τη μεγάλη του αφηγηματική και σχεδιαστική αξία και την τοποθέτησή του στα σπάνια και διαφορετικά βιβλία της σύγχρονης ελληνικής παραγωγής. Και το σχετικό link...
  4. “Καλωσορίσατε στην Οδό Γάγγραινας, ένα γραφικό χαράκωμα του Δυτικού Μετώπου με μαγευτική θέα στο Ύψωμα 35, ένα τυπικό μέρος για να περάσει κανείς τον Μεγάλο Πόλεμο. Οι «κάτοικοι» της Οδού Γάγγραινας βρίσκονται συνεχώς σε αναβρασμό. Ασκήσεις, επιθέσεις, αναφορές, αγγαρείες… Σύντομα αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν χειρότερα πράγματα στα χαρακώματα από τους εχθρούς: η λάσπη, τα ποντίκια, οι λοχίες και η… ποίηση. Όταν έρχεται η ώρα, η επίθεση για 8η φορά στο Ύψωμα 35 είναι σχεδόν ανακουφιστική”! Μια συλλογή που έχοντας διαβάσει το μεγαλύτερο μέρος της ψηφιακά, ανυπομονούσα να δω και σε έντυπη μορφή. Σαν έκδοση είναι υπέροχη. Ενώ ψηφιακά τα Χαρακώματα δημοσιεύθηκαν ασπρόμαυρα με τόνους του γκρι, στην έντυπη έκδοση επιστρατεύτηκε η Σοφία Σπυρλιάδου (των Frogs & Dogs) και ανέλαβε να περάσει μπλε τόνους στις στολές των στρατιωτών. Εκείνο που ουσιαστικά κάνει την διαφορά είναι το ότι εκτός από τις ιστορίες των Χαρακωμάτων, περιλαμβάνονται και 22 σελίδες με σημειώσεις και σχόλια για τα γεγονότα στα οποία βασίστηκε (σχεδόν) η κάθε ιστορία. Ευχαριστούμε για τα εξώφυλλα της επανέκδοσης τον germanicus.
  5. Στα χρόνια που η παλιά αυτοκρατορία σιγά-σιγά καταρρέει οι κάτοικοι των ακριτικών χωριών δοκιμάζονται. Μπροστά στους εισβολείς θα ξεχωρίσουν οι ήρωες από τους δειλούς. Ο χρόνος τελικά σβήνει τα πάντα. Όταν όμως το κρίμα είναι τέτοιο που το δικαίωμα στη λύτρωση αφαιρείται, το τέλος απομακρύνεται και το ψηφιδωτό του χρόνου κατακερματίζεται. Ο αεικίνητος Τάσος Ζαφειριάδης και ο συνήθης συνένοχος Πέτρος Χριστούλιας ετοίμασαν νέο κόμικ. Το Ψηφιδωτό λαμβάνει χώρα στα χρόνια του Βυζαντίου, την εποχή που η εισβολή των Σταυροφόρων απειλεί με διάλυση την Αυτοκρατορία. Πρωταγωνιστής, τουλάχιστον από το πρώτο δείγμα που έχουμε, είναι ο Σέργιος, ένας απλός άνθρωπος της υπαίθρου, που μοχθεί για να θρέψει την οικογένειά του. Περιττό να πω πόσο ενθουσιασμένος είμαι. Ζαφειριάδης και Χριστούλιας είναι αγαπημένο δίδυμο και τα ιστορικά κόμικς λείπουν από την εγχώρια παραγωγή. Δεν ξέρω αν θα το παρακολουθώ συστηματικά, γιατί προτιμώ να το διαβάσω μια και καλή όταν τυπωθεί (το θεωρώ απίθανο να μην), αλλά σίγουρα θα τσεκάρω τις πρώτες καταχωρήσεις για να δω πώς κινείται. Συνολικά, θα είναι γύρω στις 70 σελίδες. Το ντεμπούτο του κόμικ έγινε σήμερα στο socomic. Καινούργιες σελίδες θα ανεβαίνουν κάθε Τρίτη και Τετάρτη.
  6. Από τα "Χαρακώματα, Ιστορίες από την οδό Γάγγραινας", Σπίρτα, κανείς; των Τάσου Ζαφειριάδη (ΤΑΖ) και Πέτρου Χριστούλια.
  7. Αντιγραφή από το οπισθόφυλλο "Στα μέσα του 20ου αιώνα κάπου κοντά στο λιμάνι του Πειραιά διαφορετικοί κόσμοι συγκρούονται.Το προλεταριάτο με τους αστούς.Η ανατολή με τη δύση.Η σκληρή πραγματικότητα της μεταπολεμικής Ελλάδας με την υπερηρωική φαντασία. Θα κερδίσει τελικά ο Καπετά-Νυχτερίδας την καρδιά της Θοδώρας?Το να τη ρίξει στο κρεβάτι είναι εύκολο.Για να την κερδίσει όμως πραγματικά,πρέπει να νικήσει το περιθώριο που της ασκεί τόση γοητεία." Πρόκειται για το γνωστό χιουμοριστικό web comic που φιλοξενήθηκε στο socomic.gr και το οποίο με την βοήθεια της Jemma γίνεται άλμπουμ...!Σαν έκδοση είναι πολύ όμορφη...!Έχει καλή ποιότητα χαρτιού και σκληρό εξώφυλλο (κάτι που προσωπικά νομίζω ότι δεν χρειαζόταν)...!Την τιμή του την βρήκα λίγο τσιμπημένη...! Στα συμπληρωματικά στοιχεία να πούμε ότι την σελιδοποίηση την έκανε ο Φραγκίσκος Ζουταλούρης,την εκτύπωση η εταιρεία Πλέτσας Κ. - Κάρδαρη Ζ. ΟΕ και την βιβλιοδεσία η εταιρεία Μάντης Ι. και Υιοί ΕΕ - Βιβλιοδετική Αττικής...!
  8. Ελληνικά κόμικς στο... μετρό του Πεκίνου; «ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΒΥΘΟ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑΣ» on line comic-μυθιστόρημα στα μανδαρινικά Πώς θα αντιδρούσατε αν σας έλεγαν ότι στο μετρό του Πεκίνου, στην καρδιά του Χειμώνα, σε ώρα αιχμής, εκατομμύρια στριμωγμένοι επιβάτες ταξιδεύουν, μέσα από τα κινητά τους, σε μια άλλη πραγματικότητα, τόσο όμορφη για να είναι αληθινή, τόσο φωτεινή και τόσο φιλόξενη για να είναι πραγματική, στη φύση του Ιονίου Πελάγους; Αυτή τη μοναδική εμπειρία σκοπεύει να προσφέρει στους κινέζους φίλους των κόμικς (manhua), η μη κερδοσκοπική AΛΑΣ PLAYFUL MEDIA, με την έκδοση του δωρεάν on line comic-μυθιστορήματος ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΒΥΘΟ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑΣ, στα μανδαρινικά. Πρόκειται για την ομάδα που στην προ-ολυμπιακών αγώνων Ελλάδα, είχε την ιδέα να δημιούργησει την LOOKOUT, τη μεγαλύτερων διαστάσεων δημόσια photo art gallery, που είδαμε ποτέ στη χώρα μας. 800 φωτογραφικά έργα από γνωστούς και άγνωστους δημιουργούς, από 41 χώρες, έντυναν για 11 συνεχόμενες νύχτες τις προσόψεις 17 εμβληματικών κτιρίων, επαναπροσδιορίζοντας την έννοια της τέχνης σε δημόσιο χώρο (public art) και στέλνοντας παντού το μήνυμα ότι η Αθήνα ως ένας ζωντανός κανβάς ανήκει σε όλους. Κινούμενη στο ίδιο πλαίσιο εκδημοκρατισμού και συμμετοχικότητας αλλά με περισσότερο χιούμορ και παιγνιώδη διάθεση η ΑΛΑΣ βάζει πλώρη για την Κίνα, την μεγαλύτερη αγορά κινητής τηλεφωνίας και τεχνολογίας αιχμής. “Έχουμε χρέος να ομορφύνουμε τη ζωή των νέων κινέζων - των ανθρώπων που θα ορίζουν τον πλανήτη του αύριο”, λέει ο Γιάννης Σκουρογιάννης, ο επί 18 έτη καλλιτεχνικός διευθυντής της AΛΑΣ. “Κάθε βδομάδα και για έναν ολόκληρο χρόνο, θα ανεβάζουμε ένα καινούργιο επεισόδιο στα κινεζικά social media. Με αυτόν τον τρόπο, οι περιπέτειες των ηρώων μας θα κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ως ενεργός δέκτης, πλέον, ο αναγνώστης θα συμμετέχει διαβάζοντας τη ΔΙΚΗ ΤΟΥ ιστορία κόμικς”, σημειώνει ο κ. Σκουρογιάννης, θυμίζοντας ποιες είναι οι πραγματικές δυνατότητες της ηλεκτρονικής μας εποχής. Αξιοποιώντας την πρόσφατη τάση εξωστρέφειας της Κίνας, την πλούσια κινέζικη κουλτούρα κόμικς και την αγάπη των κινέζων για την ελληνική φύση - το σημαντικότερο συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας μας - το ΤΑΞΙΔΙ σκοπεύει να φέρει πιο κοντά τους δύο πανάρχαιους πολιτισμούς, μέσα από μια νέα προσέγγιση του πάλαι ποτέ “Δρόμου του Μεταξιού”. Το ΤΑΞΙΔΙ διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή και αφορά στη φιλία δύο νέων, ενός Κινέζου και ενός Κεφαλλονίτη, ενώ προσπαθούν να λύσουν ένα περιβαλλοντολογικό μυστήριο που ταλανίζει τα νησιά του Ιονίου. Μυθιστόρημα ενηλικίωσης αλλά και ντετέκτιβ στόρυ με στοιχεία φαντασίας, το ΤΑΞΙΔΙ αγγίζει οικουμενικά θέματα, όπως παγκοσμιοποίηση, διαφορετικότητα, άνθρωπος και περιβάλλον. Το σενάριο υπογράφει ο Γιάννης Σκουρογιάννης και την επιμέλεια ο interactive storyteller Yiming Niu. Οι έλληνες δημιουργοί comics που συνέβαλαν στα δοκιμαστικά, είναι η Δανάη Κηλαηδόνη (DaΝi), ο Μάνος Λαγουβάρδος, ο Στάθης Πετρόπουλος, η Αγγελική Σαλαμαλίκη και ο Πέτρος Χριστούλιας. Απευθυνόμενο σε ηλικίες εξοικειωμένες με τον κινηματογράφο και τα κόμικς, τα social media και τα video games, το ΤΑΞΙΔΙ θα αξιοποιεί και τις δυνατότητες που προσφέρει η τεχνολογία της Εικονικής Πραγματικότητας (VR). “Στα έξτρα επεισόδια VR, οι δύο ντετέκτιβ ήρωές μας βουτάνε στο βυθό για να εξιχνιάσουν το μυστήριο. Παράλληλα, στον δικό μας κόσμο, οι αναγνώστες θα φορούν μάσκες VR και, μέσω του κινητού τους, θα μπορούν να ταξιδεψουν, από όποιο σημείο βρίσκονται, στο μαγικό κόσμο του Μεσογειακού βυθού και στις ομορφιές της Ελλάδας. Κανείς δεν θα θέλει να επιστρέψει από αυτό το ταξίδι!”, δηλώνει ο Γιάννης Σκουρογιάννης, ευχαριστημένος από τη θετική ανταπόκριση του κινεζικού κοινού που συνάντησε στην πρόσφατη επίσκεψή του στη Κίνα. Το πρώτο από τα συνολικά 48 επεισόδια του ελληνικού κόμικ θα σαλπάρει για το ταξίδι του στο WeChat, τη μεγαλύτερη social media πλατφόρμα κινητής τηλεφώνιας στην Ασία, με 900 εκ. χρήστες, στις αρχές του 2018. Την έκδοση του πολυμεσικού κόμικ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΒΥΘΟ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑΣ, που συμπίπτει με το Έτος Φιλίας Ελλάδας-Κίνας, υποστηρίζουν το Υπουργείο Πολιτισμού, το Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού, η Πρεσβεία της Ελλάδος στο Πεκίνο, η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων, ο Δήμος Κεφαλλονιάς, η PostScriptum και η Comicdom Press. Πηγή
  9. «Ο Άρχοντας των Δακτυλιδιών», το «Game of Thrones» και τόσα άλλα παραδείγματα του fantasy τα τελευταία χρόνια στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση, στη λογοτεχνία, στα κόμικς επιβεβαιώνουν το διαχρονικό ενδιαφέρον του κοινού για το είδος. Σε υπερβολικό βαθμό, ίσως. Όπου υπάρχει υπερβολή όμως, υπάρχει και αντίδραση. Μια μορφή αντίδρασης είναι και η παρωδία. Η «Νάνσι» (εκδόσεις Πατάκη) του Σπύρου Γιαννακόπουλου είναι μια απολαυστική παρωδία κάθε σύμβασης και κάθε μανιέρας των κλασικών παραμυθιών χωρίς να γίνεται προσβλητική. Ανατρέποντας τα κλισέ, αξιοποιεί με μαεστρία όλα τα συστατικά της παραδοσιακής συνταγής, συνδυάζοντάς τα, ωστόσο, με έναν εντελώς πρωτότυπο τρόπο. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύγχρονο παραμύθι για μεγάλα παιδιά με δράκους, ιππότες, μάγους, πριγκίπισσες, γκουβερνάντες και βασιλιάδες. Με ίντριγκες, δολοπλοκίες, προδοσίες, μονομαχίες και γάμους. Και, πάνω απ’ όλα, απρόβλεπτες εξελίξεις. Όλα τα παραπάνω απαιτούν βαθιά γνώση των «γραφών» και των ανάλογων «νόμιμων» κειμένων. Ο Γιαννακόπουλος δείχνει να τη διαθέτει και να τη μετουσιώνει σε ένα παιχνίδι ευρείας χρήσης εκπλήξεων που ο αναγνώστης ξέρει πως θα έρθουν και τις περιμένει ανυπόμονα, αλλά δεν φαντάζεται ποιες ακριβώς θα είναι. Ακόμα και στην πιο μικρή του λεπτομέρεια, το μυθιστόρημα κρύβει επιμελώς στοιχεία που ο αναγνώστης καλείται να ανακαλύψει: από τα ονόματα των πρωταγωνιστικών χαρακτήρων μέχρι τα τοπωνύμια και από τους ευφυείς αναχρονισμούς μέχρι τις περιγραφές των ενδυμασιών και των κτιρίων. Και είναι δομημένο σαν σελίδες και κεφάλαια από κόμικς. Σε αυτό βοηθάει τον συγγραφέα του η ιδιότητά του ως αρθρογράφου στην εφημερίδα «Καθημερινή» σε θέματα που άπτονται των κόμικς, αλλά και το μέχρι τώρα συγγραφικό του έργο («Ο Τρύφωνας από τη Δρακολανδία», «Πορτοκαλάδα με ανθρακικό», «Το κορίτσι με το ξύλινο σπαθί», όλα εντασσόμενα στην παιδική και εφηβική λογοτεχνία που μπορεί να διαβαστεί και από καλοπροαίρετους ενήλικες με το ίδιο ενδιαφέρον). Επιπλέον, το εισαγωγικό μέρος με τις εξαιρετικές εικονογραφήσεις του Πέτρου Χριστούλια προσφέρει και τα απαραίτητα οπτικά δεδομένα γνωριμίας με τα πρόσωπα του δράματος, «προειδοποιώντας» έξυπνα για την εσκεμμένη θεματική αυτοϋπονόμευση που θα ακολουθήσει. Με μια πριγκίπισσα που δεν θέλει να παντρευτεί με το ζόρι: «Αν δεν ήταν αυτός ο γενναίος ιππότης, τώρα μπορεί να ήσασταν ακόμη στον πύργο. Παγιδευμένη εκεί από αυτό τον δράκο. Ή, ακόμη χειρότερα, μπορεί αυτός ο δράκος να σας είχε φάει, να σας κατασπαράξει, να σας είχε κάνει μια μπουκιά. Λίγες νομίζετε είναι οι πριγκίπισσες που έχουν φαγωθεί από δράκους; Εγώ είμαι μεγάλη γυναίκα και έχουν φτάσει στ’ αυτιά μου ένα σωρό ιστορίες για πριγκίπισσες που δεν είχαν την τύχη σας. Αυτή την ανέλπιστη τύχη να σας σώσει αυτός ο ιππότης. Αχ, είστε τόσο τυχερή. Τόσο τυχερή που βρήκατε τον ιππότη σας. Τον ιππότη που περιμένατε όλη σας τη ζωή». «Κανέναν ιππότη δεν περίμενα ποτέ!» Και το σχετικό link...
  10. Τριγυρνώ μες στην Αθήνα: Η νυχτερίδα ωρίμασε και βγήκε πάλι παγανιά Ο λόγος γίνεται προφανώς για το comic «Τριγυρνώ μες στην Αθήνα» του Πέτρου Χριστούλια, το δεύτερο της σειράς με πρωταγωνιστή τον Καπετάν Νυχτερίδα, το οποίο είναι υποψήφιο σε διάφορες κατηγορίες των φετινών βραβείων κόμικς, συμπεριλαμβανομένου του βραβείου καλύτερου κόμικ. Πρόκειται για μια σειρά κόμικς, τα οποία δημοσιεύτηκαν αρχικά διαδικτυακά στο socomic.gr και στη συνέχεια τυπώθηκαν απ’ την Jemma Press. Την πρώτη περιπέτεια του Καπετάν Νυχτερίδα την γνωρίσαμε πέρσι με το «Γυρνώ σαν Νυχτερίδα», ενώ στο comicdom-con Athens θα κυκλοφορήσει και η τρίτη περιπέτεια, την οποία αναμένουμε να διαβάσουμε. Το «Τριγυρνώ μες στην Αθήνα» σαν γενική εικόνα μας προσφέρει μια ωριμότερη προσπάθεια του Πέτρου Χριστούλια να αφηγηθεί την ιστορία του Καπετάν Νυχτερίδα. Ο Χριστούλιας αφού μας γνώρισε τους πρωταγωνιστές, την ιστορία και τη δικιά του μετεμφυλιακή Αθήνα στο «Γυρνώ σαν νυχτερίδα», αυτή τη φορά αναπτύσσει τις ιδέες του πιο άνετα και εμβαθύνοντας περισσότερο, όμως απ’ την άλλη δεν καταφέρνει να ξεπεράσει κάποια αρνητικά στοιχεία που υπήρχαν και στο πρώτο έργο. Αρχικά, λοιπόν, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι το «Τριγυρνώ μες στην Αθήνα» μας προσφέρει μια πιο ολοκληρωμένη ιστορία που έχει εμβαθύνει στην ατμόσφαιρα της μετεμφυλιακής Ελλάδας και στους χαρακτήρες της. Η Αθήνα της δεκαετίας του ’50 είναι στο επίκεντρο της ιστορίας. Είναι μια Αθήνα πολυδιάστατη, με διαφορετικούς ανθρώπους και διαφορετικές ιστορίες. Θα γνωρίσουμε την Αθήνα της «υψηλής κοινωνίας», μέσα από το ιατρείο του δρ. Μπουζιανόπουλου. Ο Μπουζιανόπουλος είναι μια τυπική φιγούρα ενός συντηρητικού της εποχής, με ιδιωτικό ιατρείο και φανερή οικονομική άνεση, ο οποίος μιλάει κοφτά στην καθαρεύουσα, χωρίς να σου αφήνει πολλά περιθώρια να τον συμπαθήσεις. Είναι άνθρωπος της ίδια πάστας με τον Μπουγιουρντόπουλο, το μαυραγορίτη που πλούτισε στην κατοχή, αλλά τα πλούτη του έμειναν κρυμμένα μετά το θάνατό του στην Απελευθέρωση. Οι μαυραγορίτες ήταν ένα φαινόμενο με μεγάλη έξαρση στην κατοχική Αθήνα και ιδιαίτερα την περίοδο του μεγάλου λιμού, όπου συγκέντρωσαν τεράστια πλούτη απ’ τη δυστυχία του λαού. Όμως συγκέντρωσαν και μεγάλο μίσος απ’ την κοινωνία και τις δυνάμεις της Αντίστασης. Η ιστορία του Μπουγιουρντόπουλου είναι μια απ’ τις τόσες ιστορίες των συνεργατών των κατακτητών, που ξεκοκάλισαν το λαό αφού επένδυσαν στον πόλεμο, την πείνα και τον θάνατο. Όμως (spoiler) τα πλούτη αποδείχτηκε ότι κανείς δεν τα παίρνει στον τάφο του, σε αντίθεση με το μίσος και την απαξίωση που θα κυνηγάει για πάντα τη μνήμη του. Απ’ την άλλη όμως στο «Τριγυρνώ μες στην Αθήνα» υπάρχει και η άλλη Αθήνα των απλών λαϊκών ανθρώπων, του «προλεταριάτου» που λέει και ο Καπετάν Νυχτερίδας, ο οποίος μπορεί να είναι πλούσιος, αλλά προτιμάει να συχνάζει στα δικά τους μέρη. Αυτή η Αθήνα διασκεδάζει στα ρεμπετάδικα ή απλά εκεί πίνει για να πνίξει τον πόνο της. Το ρεμπέτικο έχει μάλιστα εξέχουσα θέση σε όλο το κόμικ, αφού με έναν πολύ πρωτότυπο τρόπο ο Χριστούλιας έχει δημιουργήσει soundtrack στο κόμικ με τραγούδια του Τσιτσάνη, του Μητσάκη και άλλων. Η Αθήνα του ρεμπέτικου είναι και η Αθήνα ανθρώπων, κτηρίων και επαγγελμάτων για τα οποία ακούγαμε μικροί και ίσως έχουμε δει σε παλιές ελληνικές ταινίες. Οι Αθηναίοι πηγαίνουν τα παιδιά τους το βράδυ στον Καραγκιόζη, ο οποίος εμφανίζεται με ζωντανή ορχήστρα. Ασκούν επαγγέλματα, τα οποία δεν υπάρχουν σήμερα, όπως ο παγοπώλης, ο θυρωρός ή ακόμα και η χαρτορίχτρα που διαβάζει το φλιτζάνι. Και όλοι αυτοί ζουν σε μια πόλη με κτήρια με σιδερένια ασανσέρ που βρίσκει κανείς πια μόνο σε πολύ παλιές πολυκατοικίες. Και φυσικά είναι μια Αθήνα που περιπολείται από αστυνομικούς που περισσότερο θυμίζουν χωροφύλακες με τα καπέλα που κρύβουν το πρόσωπό τους και όποια υποψία προσωπικότητας και ανθρωπιάς, με την αυταρχική φωνή και το αυστηρό ύφος. Σε αυτή την Αθήνα τριγυρνά ο Καπετάν Νυχτερίδας, ο οποίος δεν έχει ξεπεράσει παλιότερα κουσούρια που κουβαλάει από το «Γυρνώ σαν Νυχτερίδα». Ίσως το βασικότερο κουσούρι του είναι ότι θα μπορούσε και να μην υπάρχει στην ιστορία. Η προσπάθεια μιας μεταφοράς – παρωδίας του Μπάτμαν στη μετεμφυλιακή Ελλάδα παραμένει ασταθής, αφού ο Καπετάν Νυχτερίδας δεν έχει καταφέρει να μας αποδείξει την αξία του ως πρωταγωνιστής μαζί με τον πιστό του Ρόμπιν, τον Δεκαοχτούρα. Και αυτή τη φορά ο Καπετάν Νυχτερίδας δεν έχει να μας προσφέρει πολλά αστεία, πέρα από γκάφες που προκαλούν εύκολο γέλιο. Όμως αυτή τη φορά και η ίδια η ιστορία του Καπετάν Νυχτερίδα παρουσιάζεται πιο ώριμη. Πέρα από την έξυπνη εξέλιξη της ιστορίας με ανατροπές και δουλεμένους χαρακτήρες που τη βοηθάνε να προχωρήσει, το μεγάλο ατού της νέας ιστορίας του Χριστούλια είναι ότι βρήκε έναν κακό που χρειαζόταν το κόμικ. (Από εδώ και πέρα όντως ακολουθούν spoiler για το τέλος της ιστορίας.) Ο δρ. Μπουτζιανόπουλος, ο οποίος είναι θύμα του μαυραγορίτη Μπουγιουρντόπουλου μετά το θάνατο της γυναίκας του δεν έχει πλέον κανέναν ενδοιασμό να γίνει θύτης και να σκοτώσει τον εκμεταλλευτή του. Με έναν τυπικό μονόλογο villain αλλά και με όλα τα χαρακτηριστικά του ιδιοφυούς εγκληματία της μετεμφυλιακής Ελλάδας, που μιλάει σαν να απειλεί τους ήρωές μας και αφηγείται τα γεγονότα στην καθαρεύουσα ο Μπουζιανόπουλος συμπλήρωνε ένα μεγάλο κενό στην ιστορία και μας άφησε τελικά με μια ωραία γεύση. Με το «Τριγυρνώ μες στην Αθήνα» οι ιστορίες του Καπετάν Νυχτερίδα, παρά τα κάποια ελαττώματα που παραμένουν, έχουν πια βρει το σωστό δρόμο, έχουν ωριμάσει και έχουν τη δυνατότητα να μας προσφέρουν κι άλλες όμορφες στιγμές στο μέλλον. Και πώς αλλιώς να αποχαιρετήσουμε αυτό το κόμικ; Με το να του ευχηθούμε καλή επιτυχία στα βραβεία την Παρασκευή, αλλά και βάζοντας να ακούσουμε το soundtrack του… Πηγή
  11. Για τρίτη συνεχόμενη φορά μετά το "Γυρνώ σαν την νυχτερίδα" και το "Τριγυρνώ μες την Αθήνα",η θρυλική παρωδία του Σκοτεινού ιππότη ξαναέρχεται στα χέρια μας...! Η έκδοση κυκλοφόρησε στο ComicDom 2017,από την JEMMA και δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις δύο προηγούμενες εκδόσεις...!Γι'ακόμα μία φορά ο Πέτρος Χριστούλιας μας ξεναγεί στην "ασπρόμαυρη" Αθήνα του μεταπολέμου και μας πλημμυρίζει με έξυπνο χιούμορ κι όμορφες μελωδίες...!Το κόμικ πρωτοκυκλοφόρησε σε συνέχειες στο SoComic...! Περιέχει 4 κεφάλαια...! Για ένα καθαρό κούτελο Εμπορική πανήγυρις Βραδινή παράσταση Ρουφιανιά και κουτσομπολιό Επίσης υπάρχει κι ένα μικρό παράρτημα με την λίστα των τραγουδιών που ακούστηκαν,καθώς κι ένα σύντομο βιογραφικό του δημιουργού...! Η σελιδοποίηση έγινε από τον Φραγκίσκο Ζουταλούρη,την εκτύπωση την ανέλαβε η εταιρεία Πλέτσας Κ. - Κάρδαρη Ζ. ΟΕ και την βιβλιοδεσία η εταιρεία Μάντης Ι. και Υιοί ΕΕ - Βιβλιοδετική Αττικής...! Η έκδοση της JEMMA είναι κι αυτή την φορά απίστευτη κι ανθεκτικότατη...! Αφιέρωμα στον Πέτρο Χριστούλια
  12. Μετά το «Γυρνώ σαν Νυχτερίδα» (2015) και το «Τριγυρνώ μες στην Αθήνα» (2016), ο Πέτρος Χριστούλιας και ο wannabe «υπερήρωάς» του παραμένουν πιστοί στο ετήσιο ραντεβού τους με τους αναγνώστες. Το τρίτο μέρος των περιπετειών του Νυχτερίδα με τον εξομολογητικό τίτλο «Αφού μ’ Αρέσει να Γυρνώ» μόλις κυκλοφόρησε. Και είναι εξίσου απολαυστικό. Οι υπερηρωικές παρωδίες έχουν κατακλύσει τα κόμικς τα τελευταία τριάντα χρόνια. Μετά τον αποδομητικό οδοστρωτήρα του 1986 με τον «Σκοτεινό Ιππότη» του Frank Miller και τους «Watchmen» των Alan Moore και Dave Gibbons, οι μασκοφόροι ήρωες με τις μπέρτες, τα κολάν και τα βρακιά πάνω από το παντελόνι έγιναν αντικείμενο ανελέητης σάτιρας και σκληρής κριτικής από το ίδιο τους το μέσο. Ωστόσο, ακόμα και αυτή η πρωτότυπη, κάποτε, τάση δείχνει να έχει πλέον κορεστεί. Για να ανανεωθεί και να παραμείνει επίκαιρη η θεματολογία της απαιτεί φρέσκο χιούμορ, νέα σεναριακά ευρήματα και τοποθέτηση της δράσης σε ακόμη πιο ανοίκεια «σύμπαντα» και «περιβάλλοντα». Ένα τέτοιο επινόησε ο Πέτρος Χριστούλιας πριν από τρία χρόνια και τοποθέτησε εντός του έναν αξύριστο μεσήλικα με αυτοσχέδια στολή που θέλει να μοιάσει στον Μπάτμαν και ονειρεύεται να γίνει κάποτε λαϊκός ήρωας. Και έχει πολλούς λόγους να προσπαθεί να το πετύχει μια και ζει στον μουντό Πειραιά και στη σκοτεινή Αθήνα της δεκαετίας του 1950. Που δεν μοιάζουν καθόλου με τις glamorous αναπαραστάσεις τους στον παλιό εμπορικό κινηματογράφο. Αλλά σφύζουν από φτώχεια, μιζέρια, ασφαλίτες, πόρνες, κουτσαβάκια και χαφιέδες. Ιδανικοί τόποι για τη δράση ενός υπερήρωα που μπορεί να μη σώζει τον κόσμο από θεομηνίες, βιβλικές καταστροφές, πυρηνικούς πολέμους, εισβολές εξωγήινων και παρανοϊκούς εξουσιομανείς αλλά τουλάχιστον καταφέρνει να βοηθήσει τον φίλο του τον Ανέστο που έχει μεταμφιεστεί σε ουρακοτάγκο ως μέλος ενός περιφερόμενου μπουλουκιού. Και να τον προτρέψει να μπαρκάρει με προορισμό μια «λαϊκή δημοκρατία» για να γλιτώσει από τους διώκτες του. Στο «Αφού μ’ Αρέσει να Γυρνώ» (εκδ. Jemma Press, πρώτη δημοσίευση στην πλατφόρμα socomic.gr) ο πιστός και αγράμματος sidekick με το όνομα Δεκαοχτούρας είναι και πάλι στο πλευρό του Νυχτερίδα που διασταυρώνεται με χαρακτηριστικές φιγούρες των 50's όπως τον Μίμη τον Άτλα, την «Ασώματο Κεφαλή του Πλάτωνος», έναν ρουφιάνο κάπελα, ρεμπέτες και χορεύτριες. Σε μια Ελλάδα ουδόλως εξωραϊσμένη αλλά αποδιδόμενη με μεγεθυμένα τα χαρακτηριστικά της μετεμφυλιακής παθογένειάς της, με τη σκληρή Δεξιά να έχει κυριαρχήσει και να ευαγγελίζεται την πρόοδο πάνω στα κορμιά των αντιφρονούντων «ηττημένων». Σ’ αυτήν την Ελλάδα, η ταμπέλα για την τουαλέτα γράφει «Αποχωρητήριο», αλλά επειδή κανείς από τους θαμώνες του κουτουκιού δεν την καταλαβαίνει, δίπλα είναι συμπληρωμένο χειρόγραφα το ξεκάθαρο και κατανοητό «Καμπινές», τα ρεμπετάδικα ονομάζονται «Τα δυο Περιστέρια» ή «Χατζή Μπαξέ», ο κόσμος διασκεδάζει στην «Εμπορική Πανήγυρη» και τρώει πάστες στα ζαχαροπλαστεία, οι αυλές είναι γεμάτες λάσπες και στις πλατείες ανάμεσα στους χωματόδρομους δεσπόζει το άγαλμα του Αδαμάντιου Κοραή, βορά στις κουτσουλιές. Κι ο Δεκαοχτούρας πασχίζει να πείσει τον Νυχτερίδα: «Πρέπει να ξεπεράσεις την επίδραση του Υπερεγώ σου. Η δομή αυτή του ασυνείδητου που αντιπροσωπεύει τις ηθικές και κοινωνικές αξίες είναι που κρύβει πίσω από τις μάσκες τις πραγματικές σου δυνατότητες». Και το σχετικό link...
  13. Όπως πληροφορουμαστε και απο το οπισθοφυλλο η εκδοση αυτη συγκεντρωνει για πρωτη φορα ολα τα επεισοδια που δημοσιευθηκαν αρχικα μεσα απο τις σελιδες του 9. Επισης στο τελος υπαρχει εξτρα υλικο, με σχολια του Τασου Ζαφειριαδη, προσχεδια και σχεδια αλλων δημιουργων. Προκειται για μονοσελιδες ιστοριες ενιοτε χιουμοριστικες και ενιοτε πιο μελαγχολικες που περιγραφουν τις εντυπωσεις του δημιουργου απο την ζωη στην Αθηνα. Παρολο που σαν γνησιο τεκνο της πολης που δεν μπορω να με φανταστω να την εγκαταλειπω, δεν συμμεριζομαι την οπτικη του σεναριογραφου αυτο δεν σημαινει οτι δεν μου αρεσε. Αντιθετως το θεωρω ενα αρκετα καλο "αυτοβιογραφικο" κομικ με αρκετα πετυχημενο χιουμορ. Ακομα με εντυπωσιασε η ιδεα του σε-σμικρυνση-πρωταγωνιστη που αφηνει την πολη να παιρνει τον πρωτο ρολο ενω αυτος προσπαθει να επιβιωσει στους ρυθμους της. Φανταζομαι οτι σε ανθρωπους που αφησαν τον τοπο καταγωγης τους για να πανε σε μια μεγαλη πολη να ζησουν θα τους αρεσει ακομα περισσοτερο και σιγουρα θα βρουν αρκετα σημεια με τα οποια θα ταυτιστουν. Το σχεδιο ειναι πολυ πετυχημενο και δενει με το υφος των ιστοριων και η εκδοση ειναι πολυ προσεγμενη και σιγουρα τα αξιζει τα χρηματα της. Για την εκδοση του αλμπουμ Intra Muros απο την Ελευθεροτυπια δες ΕΔΩ Επισης χρησιμα λινκς : Αφιέρωμα στον Πέτρο Χριστούλια - Αφιέρωμα στον Τάσο Ζαφειριάδη Ομαδοποίηση για τη Συλλογή Εννέα
  14. Αντιγραφή από το οπισθόφυλλο...! Πρόκειται για την συνέχεια των περιπετειών του Καπετάν Νυχτερίδα,της παρωδίας του Batman,από τον Πέτρο Χριστούλια...!Φιλοξενήθηκε κι αυτό στην ιστοσελίδα socomic.gr (εκτός από τις σελίδες 75,76,77) και ήρθε στα χέρια μας σε χάρτινη μορφή από την Jemma...! Περιέχονται τέσσερα κεφάλαια : Ου γαρ έρχεται μόνον Ο γάμος του Καραγκιόζη Το είπε το φλιτζάνι Εκείνο το κρύο πρωινό Στις τελευταίες σελίδες υπάρχει μία λίστα με πληροφορίες από τα τραγούδια που "ακούστηκαν",καθώς επίσης κι ένα σύντομο βιογραφικό του δημιουργού...! Η σελιδοποίηση έγινε από τον Φραγκίσκο Ζουταλούρη,την εκτύπωση την ανέλαβε η εταιρεία Πλέτσας Κ. - Κάρδαρη Ζ. ΟΕ και την βιβλιοδεσία η εταιρεία Μάντης Ι. και Υιοί ΕΕ - Βιβλιοδετική Αττικής...! Η έκδοση είναι στα ίδια ακριβώς επίπεδα με το άλμπουμ "Γυρνώ σαν νυχτερίδα"...!Σκληρό εξώφυλλο και γυαλιστερό χαρτί...!Εξακολουθώ να πιστεύω ότι δεν χρειαζόταν τέτοια ποιότητα...!Ίσως η τιμή να ήταν καλύτερη τότε...! Κι ένα "making of" του κόμικ...!
  15. Ένας Γερμανός ψυχολόγος, που έρχεται στην Αθήνα, μη μπορώντας να κατανοήσει την ψυχολογία των Ελλήνων που αντιστέκονται στους ναζί. Ένας γέρος, πρώην μέλος της οργάνωσης ΟΠΛΑ, που περιγράφει σε έναν δημοσιογράφο το πώς σκότωσε Έλληνες προδότες. Ένας πατέρας, που έχασε τον γιο του από Γερμανούς και βρίσκει τη δύναμη να συγχωρήσει τους γείτονές του, που δεν τον έσωσαν γιατί φοβήθηκαν. Κεντρικό πρόσωπο στο σκίτσο του Δημήτρη Καμένου ένας Γερμανός ψυχολόγος Πρόκειται για μερικές από τις 15 πραγματικές ή φανταστικές ιστορίες από την Αθήνα της Κατοχής, της Αντίστασης και της Απελευθέρωσης, που διηγούνται μέσα από κόμικς κορυφαίοι δημιουργοί. Τα έργα θα παρουσιαστούν στο κοινό από σήμερα και μέχρι το τέλος Οκτωβρίου, στην έκθεση «Ένα γλυκό ξημέρωμα. Ιστορίες κόμικς για την Κατοχική Αθήνα», που θα στεγαστεί στο Πολιτιστικό Κέντρο «Μελίνα» στην Αθήνα, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «12 Οκτωβρίου - Η Αθήνα Ελεύθερη». «Με τις εκδηλώσεις έχουμε δύο στόχους. Ο πρώτος είναι να προκαλέσουμε το ενδιαφέρον των πολιτών για την Ιστορία. Δεύτερον, να γιορτάσουμε την Απελευθέρωση της Αθήνας, ένα πολύ σημαντικό γεγονός, που το έχουμε παραμελήσει», εξηγεί ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης, που είναι και ο ένας από τους επιμελητές των εκδηλώσεων. Οι εκδηλώσεις έχουν στόχο να φέρουν το κοινό σε επαφή με την επιστημονική έρευνα. «Η διδακτορική μου διατριβή αφορούσε την Κατοχή και την Αντίσταση στην Αθήνα. Το 2012 ξεκίνησα με τη διοργάνωση περιπάτων σε περιοχές της Αθήνας που συνδέονται με σημαντικά γεγονότα εκείνης της περιόδου. Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν τεράστια. Πέρυσι, για πρώτη φορά, διοργανώθηκαν εκδηλώσεις, ενώ φέτος φιλοδοξούμε να έχουν μεγαλύτερη κλίμακα, ενώ έχουμε εντάξει ένα σύνολο δράσεων», επισημαίνει. Υλικό Σκίτσο του Γιώργου Γούση για την εκτέλεση των 200 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής Μία από αυτές τις δράσεις είναι και η έκθεση κόμικς. Ο ιστορικός δούλεψε στενά με τους δημιουργούς, παρέχοντάς τους υλικό για να στηρίξουν το έργο τους, ενώ διοργανώθηκαν workshops για την προετοιμασία της έκθεσης. «Οι Γερμανοί απαγόρευαν τις κάμερες. Συνεπώς, υπάρχουν λίγα βίντεο μερικών δευτερολέπτων, καθώς και σκόρπιες φωτογραφίες που αφορούσαν κυρίως οικογενειακές στιγμές», λέει από την πλευρά του ο επιμελητής της έκθεσης Γιάννης Κουκουλάς. «Ανταλλάξαμε απόψεις, τους δώσαμε αρχεία, φωτογραφίες και στοιχεία τεκμηρίωσης. Αφού κάναμε την προεργασία, καταστάλαξαν στο θέμα τους. Κάποιες ιστορίες είναι πραγματικές, ενώ κάποιες άλλες αποτελούν μυθοπλασία, που στηρίζεται όμως σε πραγματικά γεγονότα. Όμως το ενδιαφέρον και στις δύο πλευρές, είναι το υποκειμενικό στοιχείο των δημιουργών, ακόμη και στις πραγματικές ιστορίες», σημειώνει. Σύμφωνα με τον κ. Κουκουλά, η έκθεση είναι εναρμονισμένη στο πλαίσιο των εκδηλώσεων, ενώ ένας από τους στόχους της είναι «να αποδείξουμε ότι τα κόμικς, ως μορφή τέχνης, είναι αντάξια της σημαντικότητας του γεγονότος. Αυτό ήταν ακόμη και για εμάς ερώτημα, αλλά νομίζω ότι η απάντηση είναι καταφατική». Η αποτύπωση της σύγχρονης Ιστορίας σε κόμικς ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα για τους δημιουργούς. «Η σύγχρονη Ιστορία θεωρείται από πολλούς ταμπού, καθώς θίγονται δύσκολα ζητήματα που άπτονται της πολιτικής και της ιδεολογίας. Υπάρχει ένας φόβος να προσεγγίζουμε τέτοια θέματα», λέει από την πλευρά του ο Soloup, γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς που μετέχει στην έκθεση. Ο ίδιος δηλώνει πολύ ικανοποιημένος με το «υψηλό επίπεδο της έκθεσης», ενώ εστίασε την εργασία του στην αναζήτηση ισορροπιών, ανάμεσα στην τότε εποχή και στο σήμερα. Αναζήτηση στοιχείων Νεκρός από τις σφαίρες των ναζί. Από τον Πέτρο Χριστούλια Ο Πέτρος Ζερβός κάνει λόγο για μια «ενδιαφέρουσα έκθεση, που αφορά μια κρίσιμη περίοδο της Ελλάδας. Οι πληγές είναι ακόμη ανοιχτές». Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετώπισε ήταν η αναζήτηση στοιχείων, πώς ήταν η Αθήνα εκείνη την εποχή. «Η ιστορική έρευνα έχει αναδείξει πληθώρα στοιχείων και πληροφοριών. Κάποια από αυτά απουσιάζουν από μία αμιγώς επιστημονική παρουσίαση. Όμως, αποτελούν χρήσιμο υλικό για μία καλλιτεχνική δημιουργία. Εκεί θέλαμε να δείξουμε πώς λειτουργούσε η πόλη, πώς ήταν η ζωή για παράδειγμα στην Πανεπιστημίου ή στο Κολωνάκι. Υπέφεραν όλοι; Υπήρχαν κάποιοι που διασκέδαζαν;», σημειώνει ο κ. Χαραλαμπίδης. «Τα κόμικς βοηθούν να συζητηθεί η περίοδος της Κατοχής με έναν τρόπο που δεν είναι κλασικός. Δεν θέλαμε να περιγράψουμε ούτε την ηρωική αντίσταση, ούτε τη στερεοτυπική εικόνα. Θέλαμε να δείξουμε καθημερινές ιστορίες ανθρώπων που ζούσαν στην πόλη, με εικόνες που αντικατοπτρίζουν το ιστορικό κλίμα και τις κοινωνικές καταβολές», λέει από την πλευρά του ο Γιώργος Φαραζής. Ο διερμηνέας και οι δύο αεροπόροι Ιστορία Soloup Το ανθρώπινο πρόσωπο δύο Γερμανών αεροπόρων, του Σουλτς και του Σαχτ, παρουσιάζει ο Soloup, που διηγείται μια πραγματική ιστορία με αφηγητή τον πατέρα του. «Ο παππούς μου γνώριζε γερμανικά και τον είχαν επιτάξει ως διερμηνεία. Γνώρισε τους δύο 20χρονους στρατιωτικούς το 1942, στο φρουραρχείο του Ασπροπύργου. Παρά τον φόβο τους, χαλάρωσαν με τον παππού μου και του έλεγαν ότι ήταν ενάντια στον πόλεμο. Μάλιστα, φοβόντουσαν ότι θα χάσουν τη ζωή τους πέφτοντας με το αεροπλάνο. Αργότερα μάθαμε ότι οι φόβοι τους επαληθεύθηκαν κι ότι έτσι έχασαν τη ζωή τους», περιγράφει ο δημιουργός του κόμικ. Σύμφωνα με τον Soloup, στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκονται οι προκαταλήψεις. «Στην αρχή, οι Γερμανοί έχουν τη μορφή γάτας, παραπέμποντας στο "Μάους" του Σπίγκελμαν, όπου εμφανίζονται άγριοι και κακοί. Όμως, ουσιαστικά, πίσω από αυτήν την κυρίαρχη εικόνα, ήταν δύο αεροπόροι, με ανθρώπινο πρόσωπο, που κι αυτοί έπεσαν θύματα του πολέμου», εξηγεί, προσθέτοντας «δεν είναι όλα άσπρο ή μαύρο. Έχουν πολλές αποχρώσεις». Η ανατίναξη των γραφείων Ιστορία Πέτρου Ζερβού Στις 20 Σεπτεμβρίου 1942, στη συμβολή των οδών Πατησίων και Γλάδστωνος, μέλη της αντιστασιακής οργάνωσης ΠΕΑΝ, ανατίναξαν τα γραφεία της ΕΣΠΟ, που συνεργαζόταν με τους Γερμανούς για να στρατολογήσει Έλληνες στην εκστρατεία κατά της ΕΣΣΔ. Η κορυφαία αυτή αντιστασιακή πράξη, με πρωταγωνίστρια τη νεαρή δασκάλα Ιουλία Μπίμπα που ανέλαβε να μεταφέρει τη βόμβα, βρίσκεται στο επίκεντρο του κόμικ που δημιούργησε ο Πέτρος Ζερβός. «Μου έκανε εντύπωση το θάρρος της και ο ηρωισμός της. Μάλιστα την τιμώρησαν πιο αυστηρά από τους υπόλοιπους, καθώς την καταδίκασαν δις εις θάνατον και την εκτέλεσαν με αποκεφαλισμό στη Γερμανία», λέει ο κ. Ζερβός. Ο ίδιος γνώριζε την ιστορία από φοιτητής του Πολυτεχνείου, περνώντας συνεχώς από το σημείο της ανατίναξης. «Πολλοί απ' όσους μετείχαν, εκτελέστηκαν. Έμαθα για την ιστορία μέσα από τις αφηγήσεις όσων επιβίωσαν. Όμως το μεγάλο πρόβλημα ήταν να βρω στοιχεία για την εικόνα της Αθήνας εκείνη την εποχή», σημειώνει. Η πόρνη και η παγίδα στον αξιωματικό Ιστορία Γιώργου Φαραζή «Η ιστορία μου είναι μυθοπλαστική. Αφορά το πώς η εμπειρία του πολέμου ανέτρεψε τη ζωή ανθρώπων που έκαναν τα πάντα για να επιβιώσουν. Τέτοιου είδους εμπειρίες ανατρέπουν κοινωνικά standards. Πολλές γυναίκες αναγκάστηκαν να στραφούν στην πορνεία», επισημαίνει ο Γιώργος Φαραζής. Το κόμικ του αφορά την ιστορία μιας πόρνης που για να επιβιώσει προσέγγισε έναν μαυραγορίτη με μεγάλη ισχύ και μαζί επισκέπτονται στέκια μαυραγοριτών Γερμανών πρακτόρων και αξιωματικών. Παρά την κοινωνική της κατρακύλα, τον οδηγεί σε μπλόκο ανταρτών, που τον εκτελούν. «Είναι στην ουσία μια ιστορία ενός κομματιού της κοινωνίας που επέλεξε να βάλει ένα ανάχωμα στην κοινωνική κατρακύλα», εξηγεί ο δημιουργός. «Τοποθέτησα τα στέκια σε πραγματικά σημεία, αφού κάναμε ταυτοποίηση με τον Μ. Χαραλαμπίδη. Το στέκι των μαυραγοριτών βρίσκεται στη Στοά του Βιβλίου, ενώ το μπλόκο στην αρχή της Πανεπιστημίου. Προσπάθησα να είμαι όσο πιο κοντά στις πραγματικές αναφορές», σημειώνει. Και το σχετικό link...
  16. Ένας Έλληνας Μπάτμαν στη σκιά της Ακρόπολης Σαν κάθε vigilante που σέβεται τον εαυτό του, ο Νυχτερίδας απεχθάνεται τους μπάτσους και το δηλώνει ανεπιφύλακτα Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς Το είδος της υπερηρωικής παρωδίας δεν είναι κάτι καινούργιο. Οι μεταμορφώσεις των σωτήρων της ανθρωπότητας σε ό,τι πιο παράταιρο και τα «ταξίδια» τους στα πιο ανοίκεια μέρη, σε μακρινές εποχές, αποτελούν σταθερή και συχνά επιτυχημένη συνταγή. Μία παρωδία με τον Μπάτμαν στη μεταπολεμική Αθήνα δεν είναι όμως και πολύ συνηθισμένη. Μήπως όμως δεν παρωδείται ο Μπάτμαν αλλά η εικόνα μας για την μεταπολεμική Αθήνα; Μετά το βραβευμένο (καλύτερο διαδικτυακό κόμικς στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς 2015) «Γυρνώ σαν Νυχτερίδα», μια αστική, σατιρικά ερωτική περιπέτεια στην Τρούμπα της δεκαετίας του 1950 με πρωταγωνιστή έναν μασκοφόρο κατ’ εικόνα αλλά όχι κατ’ ομοίωση του Μπάτμαν, ο Πέτρος Χριστούλιας επιστρέφει στον αλλόκοτο χαρακτήρα και τον τοποθετεί στα σοκάκια της μεταπολεμικής Αθήνας με το «Τριγυρνώ Μες στην Αθήνα» (εκδόσεις Jemma Press). Βοηθός του, «sidekick» όπως θα χαρακτηριζόταν σε έναν συμβατικό υπερηρωικό τίτλο, ας πούμε κάτι σαν Robin, είναι ο Δεκαοχτούρας, ένα πεινασμένο χαμίνι της μεταπολεμικής περιόδου και φλεγματικός μπάτλερ του ο Αλμπερτ (με σπεσιαλιτέ του τα γεμιστά), κατ’ αντιστοιχία με τον Αλφρεντ του αυθεντικού Μπάτμαν. Ο καπετάν Νυχτερίδας του Χριστούλια δεν διαθέτει καμιά υπερηρωική δύναμη, όπως άλλωστε και το «πρωτότυπό» του. Ο Μπάτμαν, ωστόσο, είναι τουλάχιστον πολυμήχανος, ευρηματικός, μυώδης και οικονομικά εύρωστος. Ο Νυχτερίδας έχει κοιλίτσα, είναι αξύριστος, φτωχός κι επιρρεπής στο αλκοόλ και στους έρωτες «με την πρώτη ματιά». Για αδιευκρίνιστους και τεχνηέντως συσκοτισμένους λόγους, φορά ένα φτηνό και παλιομοδίτικο υπερηρωικό κοστούμι, μάσκα, μπέρτα και μπότες που δεν φαίνεται να του χρησιμεύουν σε τίποτε. Οδηγεί όμως ένα «εντυπωσιακό» αυτοκίνητο, με κομπολόι κρεμασμένο στον καθρέφτη του, όχι ακριβώς στα πρότυπα του μπάτμομπιλ. Κι από τις περιπέτειές του στις ταράτσες δεν αντικρίζει το Γκόθαμ αλλά μπουγάδες, απλωμένα σώβρακα, καμινάδες, κεραμίδια, ακάλυπτους, παράγκες και αυλές με πηγάδια σε μια ασπρόμαυρη και ρημαγμένη Αθήνα που πασχίζει να ξεπεράσει το τραύμα της κατοχής και του εμφυλίου, χωρίς να τα καταφέρνει και πολύ καλά. Το σήμα στη στολή του (θα ήθελε να) παραπέμπει στην αφαιρετική νυχτερίδα του Μπάτμαν αλλά μοιάζει περισσότερο με κακοσχεδιασμένο κουνούπι. Και οι εχθροί του δεν θυμίζουν καθόλου τους φαντεζί ψυχοπαθείς και εκκεντρικούς εγκληματίες Joker, Riddler, Two-Face, Penguin κ.ά. αλλά είναι κουτσαβάκια, πορτοφολάδες και παλιοί κατοχικοί μαυραγορίτες. Ασε που πονάει αφάνταστα ο ώμος του με πιθανότητες αρθριτικών… Η Αθήνα του ’50 και τα χαρακτηριστικά σημεία της παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πλοκή (αριστερά) όπως επίσης και ένας πρώην μαυραγορίτης της κατοχής (κέντρο) αλλά πίσω απ' όλα κρύβεται ένας μεγάλος (και ανεκπλήρωτος) έρωτας (δεξιά) Η Αθήνα που αναπλάθει ο Χριστούλιας, ως εξωτικός, ανεξερεύνητος και αφιλόξενος τόπος για έναν Πειραιώτη wannabe υπερήρωα («Δεν μου αρέσει να ανεβαίνω στην Αθήνα. Ειδικά το Κολωνάκι με όλους αυτούς τους ξιπασμένους αστούς» μονολογεί ο Νυχτερίδας) είναι το πιο εντυπωσιακό κομμάτι αυτής της σύνθεσης. Ασπρόμαυρη, βρόμικη και καθόλου λαμπερή όπως θέλουν να την παρουσιάζουν οι νοσταλγοί ενός εξωραϊσμένου και ωραιοποιημένου παρελθόντος κατά το οποίο, τάχα, όλα ήταν πιο αληθινά, πιο αγνά και πιο όμορφα. Τα ασανσέρ είναι συχνά χαλασμένα, οι παγοπώλες κάνουν χρυσές δουλειές καθώς τα ψυγεία είναι ακόμα πολυτέλεια, στα καταστήματα κάτω από την Ακρόπολη πωλούνται «Υφάσματα», «Νεωτερισμοί» και «Υποδήματα», στα ταβερνεία και στα καταγώγια η ρετσίνα πάει κι έρχεται, πλανόδιοι κουλουράδες και εφημεριδοπώλες διαλαλούν την πραμάτειά τους και η διασκέδαση του πληθυσμού είναι το Θέατρο Σκιών με τον Καραγκιόζη σε πρώτο ρόλο αλλά και το μπαρμπούτι και τα ρεμπετάδικα. Αυτοί που διαχρονικά παραμένουν ίδιοι είναι οι αστυνομικοί («Α, όλα κι όλα! Εγώ δεν έχω σχέση με τους μπάτσους» ξεκαθαρίζει ο Νυχτερίδας στον Φιόγκο σε μια σκηνή, ενώ σε μια άλλη η δράση εξελίσσεται μπροστά από το 16ο Αστυνομικό Τμήμα φέρνοντας στον νου τον γκαφατζή, μεταμφιεσμένο σε αστυνομικό Κώστα Χατζηχρήστο) και οι ηλικιωμένες γυναίκες που διαβάζουν τον καφέ. Σε αυτήν την Αθήνα προσπαθεί να βάλει τάξη ο καπετάν Νυχτερίδας, ωσάν νέος Δον Κιχώτης, όταν δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα ούτε με τον Αργύρη, τον αυστηρό αδερφό της όμορφης Ασημίνας. Οι λεπτομέρειες στην αναπαράσταση αυτής της Αθήνας, άλλες καλά κρυμμένες στα περιθώρια των εικόνων κι άλλες αμεσότερες, και οι αναφορές-παραπομπές στην πολιτική ιστορία της, ακόμα και τη μεταγενέστερη της δεκαετίας του ’50, δημιουργούν ένα μωσαϊκό από καταστάσεις και γεγονότα που αποσιωπούν οι τουριστικοί οδηγοί. Οι χαφιέδες που καιροφυλακτούν και καταδίδουν, το κτίριο (της Μάρφιν; ) που τυλίγεται στις φλόγες και πάνω απ’ όλα η κατοχική Αθήνα με τους μαυραγορίτες και τις γερμανικές περιπόλους, τον αγκυλωτό σταυρό και τους νεκρούς από έλλειψη φαρμάκων και τροφίμων αποδίδονται ως ψηφίδες της ιστορίας αυτής της πόλης, ενός κοντινού παρελθόντος που θέλει να ξεχάσει. Και το πιο παράξενο; Αποδίδονται με χιουμοριστικό τρόπο μέσα από τις παρανοϊκές περιπέτειες ενός διαταραγμένου κι αλλοπαρμένου, κατά τα άλλα συμπαθέστατου και φιλόδοξου μεσήλικα. Και με το ιδιαίτερο, ελκυστικό σχεδιαστικό στυλ του Πέτρου Χριστούλια (βραβείο καλύτερου Ελληνα σχεδιαστή το 2015) που με την ίδια δεξιοτεχνία εικονογραφεί κωμικές και τραγικές σκηνές, πρόσωπα-καρικατούρες και πρόσωπα εκφραστικά, σκηνές μέσα σε ένα αμάξι και απόψεις μιας ολόκληρης πόλης από «ευρυγώνιο» φακό. Το «Τριγυρνώ μες στην Αθήνα» του Πέτρου Χριστούλια (εκδόσεις Jemma Press) είναι το σίκουελ του βραβευμένου «Γυρνώ σαν Νυχτερίδα» και δημοσιεύτηκε σε πρώτη φάση στον ιστότοπο socomic.gr Σε μια φαινομενικά ανορθόδοξη ιστορία που σε πρώτη ανάγνωση στοχεύει στην αποδόμηση των στερεοτύπων αλλά ουσιαστικά σχολιάζει την ανθρωπολογικά σύνθετη Ιστορία μιας συγκεκριμένης περιόδου. Με χιούμορ που προκύπτει από το (όχι και τόσο) ανοίκειο των καταστάσεων. Πηγή Αφιέρωμα στον Πέτρο Χριστούλια Ακολoυθήστε τα λινκ για να διαβάσετε και τις πολύ ωραίες παρουσιάσεις των δύο έργων, αμφότερες από τον Indian.
  17. Εντός (και εκτός) των Τειχών Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς Στα σύγχρονα κόμικς οι τσιμεντένιοι όγκοι των πόλεων, οι αφιλόξενοι κι επικίνδυνοι δρόμοι, τα σκοτεινά διαμερίσματα, οι βρόμικοι ακάλυπτοι γίνονται σκηνικά που επηρεάζουν καθοριστικά τις ανθρώπινες ζωές και τείχη που τις εγκλείουν αναπόδραστα. Οπως αυτή του πρωταγωνιστή στο «Intra Muros» (εκδ. Ενατη Διάσταση) των Τάσου Ζαφειριάδη και Πέτρου Χριστούλια. «Πρέπει να βγω έξω! Είμαι πλέον οργανικό μέρος του σπιτιού μου. Εγώ είμαι ο πυρήνας, και οι κατσαρίδες τα ριβοσώματα. Οι τοίχοι είναι η κυτταρική μου μεμβράνη - ημιπερατή. Το σπίτι μου είναι κύτταρο και ούτε καν είναι δικό μου. Το νοικιάζω… Απόπτωση!» μονολογεί ο πρωταγωνιστής του «Intra Muros». Εχοντας τη μορφή του Τάσου Ζαφειριάδη, ενός από τους πιο ευφυείς και παραγωγικούς δημιουργούς κόμικς της χώρας μας. Τα σχέδια υπογράφει ο Πέτρος Χριστούλιας, σε ακόμη μία σπουδαία συνεργασία των δύο καλλιτεχνών μετά τα «Χαρακώματα» και το «Σλαπ». Δεν πρόκειται, όμως, για μια καινούργια δουλειά, αλλά για τη συγκεντρωτική έκδοση των ιστοριών που δημοσιεύονταν στο περιοδικό «9» της «Ελευθεροτυπίας» και είχαν κυκλοφορήσει σε τόμο το 2010. Περιλαμβάνονται, ωστόσο, και αρκετές αδημοσίευτες, τότε, σελίδες αλλά και πλούσια «extras», προσχέδια, επεξηγηματικά σημειώματα, πειραματικά κι εναλλακτικά εξώφυλλα, σχέδια φίλων (Μαραγκός, Frogs and Dogs, Διαλυνάς, Κιουτσιούκης, Τσίλης, Κυριακάκης, Σταμπουλής, ακόμα και Moebius!). Η συνειδητοποίηση του εγκλεισμού συρρικνώνει ακόμη περισσότερο τον «τοσοδούλη» φυλακισμένο «εντός των τειχών» Στο επίκεντρο βρίσκεται η ατέρμονη αστική περιπέτεια ενός νέου ανθρώπου που πασχίζει να προσαρμοστεί σε μια εχθρική πόλη με όπλα του την καλπάζουσα φαντασία και την προσωπική, σουρεαλιστική μεταμόρφωση των αντικειμενικών δυσχερειών σε ατομικές λύσεις. «Η πόλη μου είναι βυθισμένη στην ομίχλη. Φεύγω για μεταπτυχιακό σε άλλη πόλη. Το σπίτι μου είναι ένα τεράστιο κύτταρο και το νοικιάζω. Απαίσιες πλατείες. Εμπορικά κέντρα. Κεραίες και ηλιακοί θερμοσίφωνες. Ακάλυπτοι και φωταγωγοί. Αχτένιστες ταράτσες. Καφές και διαδίκτυο. Φαγητό σε πακέτο. Κλιματιστικά που στάζουν. Εξαέρωση. Κρυμμένα μηνύματα. Αϋπνία. Φυγή στο φανταστικό. Ο κόσμος μεγαλώνει ή εγώ μικραίνω; Ή απλώς νιώθω ότι πρέπει να μεγαλώσω απ' την αρχή;» αναρωτιέται ο Ζαφειριάδης, συνοψίζοντας σε αυτές τις ρητορικές ερωτήσεις τα αδιέξοδα ενός ανθρώπου που νιώθει εγκλωβισμένος. Αλλά δεν το βάζει κάτω και επινοεί επαναληπτικά το προσωπικό του μικρο-σύμπαν. Το κατασκευάζει κάθε μέρα με διαφορετικό τρόπο ώστε να τον χωρά και να γίνεται υποφερτό. Επιστρατεύει την αστείρευτη φαντασία του και το ελεύθερο παιχνίδι, βρίσκει ερείσματα στις συμφιλιωτικές διαθέσεις με τον «κόσμο εκεί έξω» που κάθε άνθρωπος διαθέτει και που συνήθως ανταγωνίζονται σε μια άνιση διελκυστίνδα με την απάθεια, την απόσυρση ή ακόμα και το μίσος. Ο Μισέλ Ντε Σερτό στο βιβλίο του «Επινοώντας την καθημερινή πρακτική – Η πολύτροπη τέχνη του πράττειν» (εκδ. Σμίλη) υπερασπίζεται με σθένος τις υποτιμημένες και αχαρτογράφητες ως «ταπεινές και ανάξιες» πρακτικές επιβίωσης, που σχηματίζουν, ωστόσο, νησίδες ελευθερίας, μετατρέποντας την τάχα a priori και τελεσίδικη παθητικότητα του καταναλωτή σε δημιουργικότητα και επινοητικότητα. Σε αντιδιαστολή με τη σφοδρότητα της κριτικής του Φουκό απέναντι στη μικροφυσική της εξουσίας, όπως αναλύεται στο «Επιτήρηση και Τιμωρία», o Ντε Σερτό γράφει: « Αυτοί οι “τρόποι του πράττειν” συνιστούν τις χιλιάδες πρακτικές μέσω των οποίων οι χρήστες επανιδιοποιούνται τον χώρο που οργανώνεται από τις τεχνικές της κοινωνικοπολιτιστικής παραγωγής. Θέτουν ερωτήματα ανάλογα και αντίθετα με όσα πραγματεύεται το βιβλίο του Φουκό: ανάλογα, εφόσον το ζητούμενο είναι να διακρίνουμε τις σχεδόν μικροβιακές τελέσεις που θρασομανούν στο εσωτερικό των τεχνοκρατικών δομών και εκτρέπουν τη λειτουργία τους εφαρμόζοντας μια πληθώρα “τακτικών” αρθρωμένων πάνω στις “λεπτομέρειες” της καθημερινής πρακτικής· αντίθετα, εφόσον το ζητούμενο δεν είναι πια να διευκρινίσουμε πώς η βία της επιβεβλημένης τάξης μεταλάσσεται σε πειθαρχική τεχνολογία, αλλά να φέρουμε στο φως τις λαθραίες μορφές που προσλαμβάνει η σκόρπια, μαστορευτική και τακτικού τύπου δημιουργικότητα των ομάδων ή των ατόμων που έχουν πιαστεί εφεξής στα δίχτυα της “επιτήρησης”. Οι διαδικασίες αυτές και τα τεχνάσματα των καταναλωτών συνθέτουν, σε τελική ανάλυση, το δίκτυο μιας αντιπειθαρχίας». Από τις μεγαλύτερες αρετές του «Intra Muros» είναι ο αυτοσαρκασμός του αφηγητή του, που δεν διστάζει να παραλληλίσει το «δράμα» της καθημερινότητάς του με το ταξίδι του Οδυσσέα ή να παραβεί τις «ηθικές» του αξίες για μια σοκολάτα Στο πλαίσιο αυτών των πολύμορφων καθημερινών πρακτικών και τεχνασμάτων αντιπειθαρχίας και εναντίωσης στη νομοτέλεια, ο αυτοσαρκαστικά μικροσκοπικός -όχι όμως πάντα- πρωταγωνιστής του «Intra Muros» επανιδιοποιείται το ανθρωπογενές περιβάλλον της πόλης, μυρίζει τη ρίγανη στον μπαχτσέ της διπλανής πολυκατοικίας, παίρνει τη Θεσσαλονίκη ολόκληρη πάνω στο ποδήλατό του, εξαφανίζει από τον χάρτη την πλατεία Ομονοίας, κόβει βόλτες πάνω σε μαγικό ιπτάμενο χαλί, απολαμβάνει τα θερινά σινεμά, τα διατηρητέα κτίρια και το φθινοπωρινό ψιλόβροχο, ταξιδεύει στους λαβυρινθώδεις υπονόμους, φτιάχνει με το μυαλό του φανταστικούς αστερισμούς και αλυχτά στο σεληνόφως, συνομιλεί με τα αγάλματα και με τους εξωγήινους που σταμάτησαν πάνω απ’ τη γειτονιά. Δεν μένει όμως μόνο “intra muros”. “Γκρεμίζει” τα τείχη και βγαίνει έξω από τα φυσικά ή εγκεφαλικά σύνορα της πόλης. Συχνά-πυκνά οι ιστορίες αλλάζουν τίτλο και γίνονται Extra Muros. Ο Ζαφειριάδης ταξιδεύει ως εξερευνητής στη ζούγκλα, γίνεται σιωπηλός αστροναύτης κι αγναντεύει τον γαλάζιο πλανήτη, βυθίζεται στα Χαρακώματα του Μεγάλου Πολέμου, μεταμορφώνεται σε πιλότο και γαζώνει γερμανικά μαχητικά, μάχεται με τον δράκο για τα μάτια μιας πριγκίπισσας, γαντζώνεται στα αστέρια, παίζει φλογέρα στα πρόβατα και περιδιαβαίνει την πόλη χίλια χρόνια μετά. Οι αποδράσεις του, βέβαια, δεν έχουν πάντα αίσια κατάληξη. Επιβιβάζεται σε ρώσικο πύραυλο κι εκτοξεύεται από μια κονστρουκτιβιστική κατασκευή, όπως ο Πύργος του Τάτλιν, για να προσσεληνωθεί στο μάτι του φεγγαριού του Ζορζ Μελιές από το Ταξίδι στη Σελήνη, ψαρεύει αρβύλες στους πάγους δίπλα σε απορημένες φώκιες και τρέπεται σε φυγή μετά τη μονομαχία του στην Αγρια Δύση, μια και είναι τόσο μικροσκοπικός που δεν μπορεί να σηκώσει καν το πιστόλι. Στα φανταστικά αυτά ταξίδια “στο μυαλό του Τάσου Ζαφειριάδη”, ο ιδανικός συνεπιβάτης είναι τα καταπληκτικά σχέδια του Πέτρου Χριστούλια που εικονογραφεί την πόλη από κάθε οπτική γωνία: από ψηλά, από κάτω προς τα πάνω, από μπαλκόνια και ταράτσες, από πλατείες, πεζοδρόμια και παγκάκια. Αποδίδει κτίρια, δρόμους, γέφυρες, τοπόσημα και μνημεία άλλοτε ως καφκικά κι αβάσταχτα τσιμεντένια θηρία κι άλλοτε ως εύπλαστα, δαντελένια κι αέρινα κοσμήματα. Που μορφοποιούνται και σχηματοποιούνται στη βάση της προσωπικής διάθεσης και της ψυχολογίας του ανθρώπου εντός τους και δίπλα τους. Μνημεία και αγάλματα γίνονται τόποι «μαρτυρίου» και εξομολόγησης για τον ενοχικό πρωταγωνιστή. Η πλήρης έκδοση του «Intra Muros» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ενατη Διάσταση «Λέγεται ότι ο Τζόις ισχυρίστηκε πως αν ποτέ το Δουβλίνο καταστρεφόταν, θα μπορούσε να ξαναχτιστεί ολόιδιο τούβλο προς τούβλο με βάση τον Οδυσσέα του. Επιτρέψτε μου να αναρωτηθώ ποια πόλη θα μπορούσε άραγε να χτιστεί από τις σελίδες του “Intra Muros”. Αν προσέξει κανείς την εικονογράφηση, θα δει ότι εμφανίζονται άλλοτε λεπτομέρειες της γειτονιάς των Εξαρχείων και άλλοτε του Πύργου Αθηνών στου Γουδή, εκεί όπου μέναμε για χρόνια ο Πέτρος κι εγώ αντιστοίχως. Από την άλλη, δεν λείπει ούτε η Μητέρα Θεσσαλονίκη. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, γιατί τη Θεσσαλονίκη λίγο-πολύ την κουβαλάω μέσα μου και δεν μπορώ να της ξεφύγω εύκολα […] Ολες οι πόλεις μοιάζουν σε κάποιο βαθμό, είναι παραλλαγές στο ίδιο θέμα – σ’ αυτό το αόρατο δίκτυο το οποίο επενδύουν το μπετόν και τα τούβλα και τα καλώδια και οι εμπειρίες μας» σημειώνει επιλογικά ο Τάσος Ζαφειριάδης. Και ακριβώς εδώ έγκειται η πλήρης αντίθεση του «Intra Muros» με την ατυχή και αποϊστορικοποιημένη υπεραπλούστευση του Ελύτη στην, περιέργως κι ανεξήγητα, τόσο δημοφιλή και αναπαραχθείσα φράση του: «Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις». Και πού είναι οι εμπειρίες μας; To «Intra Muros» είναι ένα μωσαϊκό από εμπειρίες, ένα ψηφιδωτό φτιαγμένο από πόλεις και όνειρα. Και αχαλίνωτη φαντασία. Τέτοια που ισοπεδώνει κάθε τείχος. Πηγή Παρουσίαση της έκδοσης, όπου περιλαμβάνονται και λινκ για τους δημιουργούς, αλλά και για την πρώτη έκδοση του έργου από την Ελευθεροτυπία.
  18. Η εκδήλωση αυτή δεν λαμβάνει χώρα στην Ελλάδα αλλά στην Ιταλία, και συγκεκριμένα στη Ρώμη και την Art Gallery "Tricromia". Μας αφορά όμως άμεσα: H Ελλάδα της κρίσης μέσα από τα μάτια 6 Ελλήνων καλλιτεχνών: Μιχάλης Κουντούρης Πέτρος Χριστούλιας Soloup Θανάσης Δήμου Θανάσης Πέτρου Γιώργος Μπότσος To opening είναι στις 30 Σεπτεμβρίου. Δεν βλέπω κάπου πόσο θα διαρκέσει.
  19. «Γυρνώ σαν Νυχτερίδα» Θα μπορούσες να τον πεις και Μπάτμαν, τον γνωστό Άνθρωπο-Νυχτερίδα. Άσχετα αν ο ίδιος λέγεται Καπετάν-νυχτερίδας. Έχει και αυτός ως κρησφύγετο ένα μέγαρο. Άσχετα αν δεν βρίσκεται στο Μπρίστολ Τάουνσιπ (12 χιλιόμετρα έξω από το Γκόθαμ Σίτι), αλλά στο Καβούρι (10 χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα). Έχει επίσης έναν νεαρό βοηθό. Άσχετα αν δεν τον λένε Ρόμπιν, αλλά Δεκαοχτούρα (επειδή, ως τσιλιαδόρος, προειδοποιεί μιμούμενος τη φωνή του πουλιού). Φοράει και αυτός μια στολή παρόμοια με εκείνη του διάσημου μασκοφόρου εκδικητή. Άσχετα αν τον ρωτάνε μήπως είναι αδερφή, επειδή με αυτά τα ρούχα μοιάζει με «τοιούτο θεατρίνο». Τέλος, έχει χάσει και αυτός τους γονείς του όταν ήταν παιδί. Άσχετα αν αυτό δεν έγινε στο Γκόθαμ Σίτι αλλά στην Κοκκινιά, όταν τους έφαγε μπαμπέσικα κάποιος τζουτζές σε ένα σκοτεινό στενοσόκακο. Αυτά (και πολλά ακόμα) συμβαίνουν σε ένα κόμικς όπου όλα τα άσχετα, τελικά γίνονται σχετικά. Το άλμπουμ με τίτλο «Γυρνώ σαν Νυχτερίδα» υπογράφει ο Πέτρος Χριστούλιας και κυκλοφορεί σε μια καλαίσθητη έκδοση από την Jemma Press με την υποστήριξη της So Comic. Πρόκειται για μια σπαρταριστή ιστορία που μεταφέρει τους αναγνώστες στα μέσα του 20ού αιώνα, κάπου κοντά στο λιμάνι του Πειραιά και στην κακόφημη Τρούμπα. Εκεί όπου, σύμφωνα με τα λεγόμενα του δημιουργού, συγκρούονται δύο διαφορετικοί κόσμοι: το προλεταριάτο με τους αστούς και η Ανατολή με τη Δύση. Πώς προέκυψε η ιδέα αυτής της «ελληνοποίησης» που φέρνει σε επαφή, όπως γράφεις στο οπισθόφυλλο του άλμπουμ, «τη σκληρή πραγματικότητα της μεταπολεμικής Ελλάδας με την υπερηρωική φαντασία»; «Το δημιουργικό κίνητρο για αυτήν την ιστορία ήταν ακριβώς αυτή η δυναμική που δημιουργείται αν κάνεις αυτόν τον απροσδόκητο συνδυασμό. Αν τοποθετήσεις δηλαδή έναν χαρακτήρα αρχετυπικό από την ποπ κουλτούρα των αμερικάνικων κόμικς μέσα σε ένα πολύ πιο ρεαλιστικό πλαίσιο, που τοποθετείται μάλιστα σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο της Ελλάδας. Αυτό το παιχνίδι απελευθέρωσε συνειρμούς όπως τον χαρακτήρα ντυμένο Καπετάν-νυχτερίδα μέσα στην ταβέρνα νταλκαδιασμένο, αξύριστο και τύφλα από τη ρετσίνα, να ακούει την κομπανία που παίζει το τραγούδι "Γυρνώ σαν νυχτερίδα". Συστατικά μιας υπερηρωικής ιστορίας όμως είναι το ρομάντζο και η σύγκρουση με το κακό, που συνήθως έχει σχέση και με τον υπόκοσμο». Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε έναν υπόκοσμο τελείως διαφορετικό, ιδίως στην εποχή που αναφέρεται η ιστορία σου... «Όσον αφορά τον ελληνικό υπόκοσμο σύμφωνα με την κατά πολλούς αιρετική άποψη του Ηλία Πετρόπουλου που διαφαίνεται μέσα από το έργο του, τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά όπως σε άλλες χώρες του δυτικού κόσμου. Εδώ ο λαός τουλάχιστον ένα μεγάλο κομμάτι του δεν εμπιστεύθηκε ποτέ την κεντρική εξουσία για ιστορικούς λόγους. Πολλές φορές έβλεπε στον υπόκοσμο μια σχέση με τους περιθωριοποιημένους αγωνιστές εναντίον μιας εξουσίας που τους είχε επιβληθεί απ' έξω. Έτσι ο Καπετάν-νυχτερίδας προσπαθώντας να διεκδικήσει -παρά την αστική του καταγωγή- τον ρόλο του λαϊκού ήρωα στον Πειραιά του '50, είχε απέναντί του μια πολύ πιο γκρίζα πραγματικότητα από ό,τι οι υπερήρωες στην αμερικανική μητρόπολη. Εδώ οι ρόλοι του εχθρού και του συμμάχου δεν είναι πάντα καθαροί. Όσον αφορά το θέμα της ερωτικής ιστορίας, πάλι ο ήρωας αποδομείται. Δημιουργούνται αφορμές για αστείες καταστάσεις, αφού η αγαπημένη του Θοδώρα μοιάζει περισσότερο σαν να έχει βγει από τον κόσμο της "Στέλλας " του Κακογιάννη παρά με τους διεκπεραιωτικούς γυναικείους χαρακτήρες των παλιών αμερικάνικων υπερηρωικών κόμικς». Το άλμπουμ έχει ένα πλούσιο «σάουντρακ» από λαϊκά και ρεμπέτικα. Τι σε οδήγησε σε αυτά, πέρα από το σημειολογικά ενδιαφέρον κομμάτι του Δημήτρη Γκόγκου (Μπαγιαντέρα) που έδωσε και τον τίτλο; «Η μουσική της περιόδου ίσως να ήταν το απαραίτητο βιωματικό στοιχείο που έδεσε την ιστορία. Λέω βιωματικό γιατί πέρασα μια περίοδο, όταν έμενα στη Θεσσαλονίκη, που πήγαινα και άκουγα αυτή τη μουσική σε ταβέρνες της πόλης. Επέλεξα αυτήν την εποχή, στη μέση της τελευταίας περιόδου του ρεμπέτικου γιατί είχα μαζέψει υλικό από αυτήν μου την εμπειρία. Σε αυτά τα τραγούδια βρήκα επίσης πολύ όμορφες αφηγήσεις που έδεναν και προωθούσαν την πλοκή. Όπως "Τα νιάτα τα μπερμπάντικα" που συνεπής στον χαρακτήρα τραγουδάει η Θοδώρα και "Ο ζητιάνος της αγάπης" που παραγγέλνει για να χορέψει ο Νυχτερίδας. Όταν ξεφυλλίζω το βιβλίο τα ακούω μέσα μου και θα πρότεινα σε όποιον δεν τα έχει υπ’ όψιν του να τα ακούσει όταν πέσει πάνω τους διαβάζοντας την ιστορία». Παρουσίαση της έκδοσης Πηγή
  20. Το είχε αναφέρει εδώ ο Χριστούλιας, και τώρα έχουμε την πλήρη είδηση. Αυτή είναι η πρώτη Ελληνική μπύρα με κόμικς στην ετικέτα της! Πρωτότυπη δουλειά για την Marea με υπογραφή του γραφίστα Ανδρέα Ρεμούντη! Ο 44χρονος Ανδρέας Ρεμούντης είναι ένας γνωστός και επιτυχημένος γραφίστας της αθηναϊκής αγοράς. Ο ίδιος είναι εμπνευστής της πρώτης ελληνικής μπύρας που κυκλοφορεί και διατίθεται στα ράφια σουπερμάρκετ αλλά και σε ψαγμένες μπυραρίες «ενδεδυμένη» με κόμικς. Του Κώστα Τσαούση - newmoney.gr Πρότεινα στον Ανδρέα να λειτουργήσει ως storyteller. Το αποδέχθηκε. Ιδού το αποτέλεσμα- η προσωπική του διαδρομή, η ιδέα για τη μπύρα και το τελικό αποτέλεσμα: «Κεφαλονίτης, που έζησε παιδικά χρόνια στην Αυστραλία και σπούδασε γραφιστική στη Νέα Υόρκη. Επέλεξα, μέσα του 1990, να επιστρέψω στην Ελλάδα διότι πίστευα (και συνεχίζω να πιστεύω) ότι εδώ είναι καλύτερα, δημιουργικότερα. Ασχολήθηκα με εκδόσεις σχετικές με τον κινηματογράφο, και σχεδίασα το περιοδικό Κινηματογραφιστής, την ελληνική εκδοχή του American Cinematographer. Ακολούθησαν τα έντυπα, τα βιβλία και η εφημερίδα των κινηματογραφικών Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, η εφημερίδα του Φεστιβάλ Αθηνών, τα δυο περιοδικά βιβλίου, Athens Review of Books και Books Journal, και πολλά πολλά ακόμα. Σε μεγάλο βαθμό, στη δουλειά μου, περιστοιχίζομαι από φίλους. Δυο απ’ αυτούς, αποφάσισαν να κάνουν μια μικροζυθοποιία – κυκλοφόρησαν την μπίρα Delphi και, ακολούθως, έψαχναν μια ιδέα για να λανσάρουν τη νέα ετικέτα τους, τη Marea. Η ονομασία της μπίρας εκείνης, ο τίτλος που παρέπεμπε στον ποιητή της θάλασσας Νίκο Καββαδία (έχει γράψει ομότιτλο ποίημα) και τα κόμικς του Ούγκο Πρατ με τον Κόρτο Μαλτέζε μου έδωσαν μια, πρωτότυπη ισχυρίζομαι, ιδέα: η νέα ετικέτα να κυκλοφορεί με ένα κόμικς στριπ με θέμα ναυτικό. Ρώτησα φίλους και αναζητήσαμε σχεδιαστή με αγγελία. Τα υπόλοιπα, στα ράφια μεγάλων σουπερμάρκετ και ψαγμένων μπιραριών. Με κάθε νέα παρτίδα, η ετικέτα αλλάζει, προστίθεται μια νέα ιστορία…». Οι δύο της μικροζυθοποιιας που παράγει τη μπίρα Marea είναι η κα Ντία Παπανικολάου και ο κ. Γιώργος Κωστόπουλος. Η εταιρεία έχει τις παραγωγικές της εγκαταστάσεις στην Δροσιά, μια περιοχή λίγο έξω από την Χαλκίδα, στη βοιωτική πλευρά της ευβοϊκής πρωτεύουσας. Η Marea είναι μια Double Malt Ale μπίρα, που παρασκευάζεται από 5 δημητριακά και διακρίνεται από τη μεστη της γεύση και το άρωμα εσπεριδοειδών και αποξηραμένων φρούτων. Διπλοζύμωτη αφιλτράριστη και απαστερίωτη, με βαθύ χρυσαφί χρώμα και πορτοκαλί ανταύγειες, συνδυάζει την ελαφρώς γλυκιά γεύση των δημητριακών με την πικράδα του λυκίσκου, αφήνοντας μια έντονη και με διάρκεια επίγευση. Τέλος, στην εφαρμογή του project συμμετείχαν ο δημοσιογράφος Ηλίας Κανέλης που είναι ο υπεύθυνος για το σενάριο και ο Πέτρος Χριστούλιας για τα κόμικς.
  21. Κάνοντας για το 2014 έναν εγχώριο εκδοτικό απολογισμό για τον χώρο των κόμικς, θυμόμαστε τις ελληνικές δημιουργίες. Η χρονιά που μας πέρασε άφησε δουλειές όμορφες, ενδιαφέρουσες και ολοκληρωμένες. Από αυτές επιλέξαμε τις αγαπημένες μας πέντε (κι ένα bonus track). Είναι ξεκάθαρο: το επίπεδο των δημιουργών στη χώρα μας έχει ανέβει. Το «Αϊβαλί» (εκδ. Κέδρος), το οδοιπορικό του Soloup στη μικρασιατική πόλη, ήταν μια μεγάλη έκπληξη, ιδίως αν αναλογιστούμε το μέχρι πρότινος γελοιογραφικό ύφος του δημιουργού. Ο Soloup αλλάζει το σχέδιο σε σχέση με ό,τι τον είχαμε συνηθίσει, ερευνά, διαβάζει, φωτογραφίζει, παντρεύει την παράδοση με τη σύγχρονη σκιτσογραφία, ακροβατεί ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν και, θέτοντας πρωταγωνιστές τρεις Ελληνες Αϊβαλιώτες συγγραφείς, τον Φώτη Κόντογλου, τον Ηλία Βενέζη, την Αγάπη Βενέζη–Μολυβιάτη κι έναν Τούρκο, τον Αχμέτ Γιορουλμάζ, και με φόντο ματωμένα κεφάλαια της ιστορίας, εστιάζει στο ανθρώπινο δράμα και συνθέτει ένα γκράφικ νόβελ (448 σελίδων!) που γοητεύει. Τα «Χαρακώματα – ιστορίες από την οδό Γάγγραινας» (εκδ. Jemma) των Τάσου Ζαφειριάδη και Πέτρου Χριστούλια έρχονται 100 χρόνια μετά την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι ένα κόμικς άλμπουμ που συλλέγει ολοσέλιδα στριπ με ιστορίες των Γάλλων στρατιωτών στο Δυτικό Μέτωπο. Εκεί, οι εγκλωβισμένοι στρατιώτες προσπαθούν να συμφιλιωθούν, όσο τους επιτρέπεται, με την εφιαλτική καθημερινότητα, έχοντας στο πλευρό τους έναν ισχυρό σύμμαχο: το χιούμορ. Καρτουνίστικο σχέδιο, διακωμώδηση της τραγικότητας, λεπτή ειρωνεία, αιφνιδιαστικές ατάκες και στο βάθος βομβαρδισμένα τοπία, αδέσποτες σφαίρες και λάσπες. Μικρά ανέκδοτα, βασισμένα σε ιστορικά ντοκουμέντα. Οι αναμετρήσεις με τους απέναντι, τους «Ξινολάχανους», διασκεδάζουν. Η «Παναγιά η Χελιδονού» (εκδ. Comicdom Press) είναι η διασκευή σε γκράφικ νόβελ του ομώνυμου διηγήματος της Γαλλίδας συγγραφέως Marguerite Yourcenar από τον Γιώργο Τσιαμάντα. Μέσα από τα όμορφα, γήινα και εναρμονισμένα με το ύφος της ιστορίας σχέδια του δημιουργού, ακολουθούμε τον καλόγερο Θεράπων που εγκαθίσταται κάπου μεταξύ Αχαρνών και Κηφισιάς και εξοργίζεται όταν βλέπει ότι οι κάτοικοι καλούν τους παλιούς θεούς. Καίει τις ελιές που ο κουφαλιασμένος κορμός τους κρύβει δαίμονες, γκρεμίζει αιωνόβια πλατάνια στη σκιά των οποίων στήνονται παγανιστικές γιορτές. Και αποφασισμένος να φυλακίσει μια για πάντα τις Νύμφες, χτίζει στην είσοδο της σπηλιάς τους μία εκκλησία. Η «Θαυμαστή καμήλα» (εκδ. Ικαρος) είναι ένα κόμικς παραμύθι του διάσημου Ευγένιου Τριβιζά όπως το σχεδίασε ο Νίκος Κούτσης, όπου η αιώνια παιδική αφέλεια του πρώτου ταίριαξε με το έντονο σχεδιαστικό ταμπεραμέντο του δεύτερου. Ο Νίκος Κούτσης αγαπάει και σχεδιάζει τους σούπερ ήρωες, όμως η προσγείωσή του στον παραμυθένιο κόσμο μοιάζει ομαλή και είναι ξεκάθαρο πως απόλαυσε τη συνεργασία. Μέσα από ζωντανά σχέδια, ζωηρούς χρωματισμούς και ανατολίτικες μυρωδιές, ακολουθούμε τη σύντομη και διδακτική ιστορία μιας όμορφης, ντελικάτης και ματαιόδοξης καμήλας που ήθελε να γίνει πιο όμορφη, με οποιοδήποτε κόστος. Τα «Κουραφέλκυθρα» του Αντώνη Βαβαγιάννη (εκδ. Jemma) με την πρώτη ματιά, τουλάχιστον στο σχεδιαστικό τους κομμάτι, δεν σου γεμίζουν το μάτι. Απλοϊκές γραμμές, ναΐφ χαρακτήρες, άγαρμπο στήσιμο που θυμίζουν ένα κακέκτυπο του Southpark. Και όμως, αυτό το βιβλίο συλλέγει κάποια από τα πιο έξυπνα στριπάκια που έχουμε διαβάσει εδώ και καιρό. Αποστομωτικά λογοπαίγνια, γελοιογραφίες, υπερβολές, ανέκδοτα και χοντράδες. Ο θείος Αιμίλιος όταν ανοίγει το στόμα του δεν λέει να το κλείσει, η μαθήτρια δημοτικού Ζοζεφίνα έχει εξωπραγματικές απορίες (ο Βαβαγιάννης στο επάγγελμα είναι δάσκαλος), ο πελάτης εστιατορίου βρίσκει συνεχώς κάτι στη σούπα του (ένας φόρος τιμής στον παλιό, καλό Αρκά). Ενα πανηγύρι παρωδίας τραγελαφικών καταστάσεων και τελικής ατάκας. Τέλος, και εμβόλιμα σε αυτή την πεντάδα των ελληνικών κόμικς, τη χρονιά που πέρασε, ήρθε μία σημαντική έκδοση που μας βοηθά να κατανοήσουμε τη μαγεία, αλλά και το θεωρητικό υπόβαθρο αυτής της αφηγηματικής τέχνης. Στα ελληνικά είδαμε το σημαντικό «Κατανοώντας τα κόμικς» του Scott McCloud (εκδ. Webcomics, μτφ. Νίκος Καμπουρόπουλος, πρώτη έκδοση 1993), ντοκιμαντέρ με τη μορφή κόμικς που προσδιορίζει, αναλύει και αποδομεί… τα κόμικς. Στημένο με ιδιοφυή και θαρραλέο τρόπο, είναι ένα ανάγνωσμα που αφήνει να φανούν νέα δεδομένα στον τρόπο που διαβάζουμε και αξιολογούμε μια κόμικς ιστορία, ένα εγχειρίδιο για νέους δημιουργούς, ένα εργαλείο για όσους διδάσκουν το κόμικς (αποτελεί βασική βιβλιογραφία στο σχετικό τμήμα της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών) και μια υπενθύμιση πως οι δυνατότητες των κόμικς είναι απεριόριστες. Ιδού και το σχετικό λινκ.
  22. Ένας παραμυθάς απ’ τη Χαλκίδα Ο Πέτρος Χριστούλιας μιλάει για το επάγγελμα του κομίστα, αλλά και για τη ζωή στη Χαλκίδα Όπου και να επιλέγαμε να συναντήσουμε τον κομίστα και εικονογράφο Πέτρο Χριστούλια, ένα είναι σίγουρο: η Χαλκίδα δεν θα μπορούσε να λείπει από τη συζήτηση. Γι” αυτό και αποφασίσαμε να τον επισκεφτούμε στην πόλη του -και συγκεκριμένα στο αγαπημένο του καφέ-, ώστε να μιλήσουμε μαζί του στο καθημερινό του περιβάλλον και να τον φωτογραφίσουμε εκεί ακριβώς που αγαπά να ζει και να δημιουργεί. «Εχω ήδη δύο χρόνια που έφυγα από την Αθήνα και ζω στη Χαλκίδα, στο μέρος από όπου κατάγομαι και μεγάλωσα», μας εξηγεί καθώς ο σερβιτόρος φέρνει τα ποτά μας. Συγκεκριμένα, όπως λέει, όταν τελείωσε το σχολείο έφυγε για Θεσσαλονίκη ώστε να σπουδάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών. Στη συνέχεια μετακόμισε στην Αθήνα και τα Εξάρχεια, όπου έζησε και δούλεψε περίπου για μία επταετία, για να αποφασίσει τελικά πρόσφατα να επιστρέψει στη γενέτειρά του. «Δυστυχώς με την κρίση ξεκίνησε να χάνεται το urban στοιχείο από το κέντρο της πόλης. Η γοητεία που μου ασκούσε το αστικό τοπίο χάθηκε, και τη θέση της πήρε η ασχήμια κι ένα πρόσωπο πολύ σκληρό». Η απόφαση να μετακομίσει μία… ώρα πιο βόρεια από το κέντρο της Αθήνας δεν ήταν δύσκολη, αφού πάντοτε διατηρούσε δεσμούς με τη Χαλκίδα. Την επισκεπτόταν συχνά, μια και συνεργαζόταν με το Εργαστήρι Τέχνης της πόλης, ενώ εκεί εξέδωσε και το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Σελίδες και σκίτσα από την ιστορία της Χαλκίδας» το 1997. «Το Εργαστήρι Τέχνης, που ιδρύθηκε πριν από 35 χρόνια από τον δήμαρχο Γιάννη Σπάνο και τους ζωγράφους Χαρίκλεια και Δημήτρη Μυταρά, είναι για μένα, αλλά και όλα τα παιδιά που μεγάλωσαν εδώ, πνεύμονας πολιτισμού. Κι αυτό κυρίως εξαιτίας των σημαντικών καθηγητών που δίδασκαν και διδάσκουν», υποστηρίζει. Ο ίδιος εξάλλου πέρασε από εκεί ως μαθητής και επέστρεψε λίγα χρόνια αργότερα για να διδάξει -τι άλλο;- κόμικ. «Αγαπάω τη διδασκαλία, να μεταδίδω πράγματα. Το τμήμα κόμικ που έχω αναλάβει τώρα αποτελείται από ενήλικες και έφηβους. Για την ακρίβεια είμαστε 12 με 15 άτομα που φέρνουμε εις πέρας ομαδικά πρότζεκτ». Η σχέση του με τα παιδιά είναι άριστη και θεωρεί μάλιστα πως η ζωγραφική είναι κάτι έμφυτο. «Τα παιδιά πάντα θα έχουν την ανάγκη να παρατηρήσουν, να μάθουν, να ζωγραφίσουν», τονίζει. «Αυτό που χρειάζονται είναι το κατάλληλο ερέθισμα». Ετσι, για να καταφέρει να τραβήξει την προσοχή μικρών και μεγάλων, ανέλαβε την περασμένη χρονιά να διασκευάσει ο ίδιος ένα διήγημα του Νίκου Τριανταφυλλόπουλου, αναγνωρισμένου επιμελητή του Παπαδιαμάντη, το οποίο είχε σχέση με τη Χαλκίδα. Στη συνέχεια ανέθεσε στους μαθητές του να το εικονογραφήσουν. Το αποτέλεσμα ήταν ένα εξαιρετικό εικονογραφημένο παιδικό παραμύθι που λίγους μήνες αργότερα κυκλοφόρησε και στα βιβλιοπωλεία. Συνεχίζοντας την κουβέντα μαζί του, καταλαβαίνουμε από πρώτο χέρι ότι δεν πρόκειται για έναν κομίστα που σχεδιάζει ιστορίες κλεισμένος στο καβούκι του. Αντιθέτως, ο Πέτρος εικονογραφεί παιδικά βιβλία -η μεγάλη του αγάπη-, σχεδιάζει επιτυχημένες ιστορίες όπως «Τα χαρακώματα» και το «Σλαπ», φτιάχνει μικρά στριπάκια για την ετικέτα της μπίρας Marea, μέχρι και αφίσες όπως αυτές της καλοκαιρινής εκστρατείας του Future Library. Αυτή την περίοδο μάλιστα ασχολείται με τον επόμενό του ήρωα -υπερήρωα για την ακρίβεια- που ακούει στο όνομα «Καπετάν Νυχτερίδας» και ζει στην Τρούμπα τη δεκαετία του ’50. «Ο ήρωας θυμίζει γνωστά στερεότυπα από αντίστοιχους σούπερ ήρωες αλλά στην ουσία είναι αστός που βρίσκεται στο λούμπεν και χαμηλοταξικό περιβάλλον της Τρούμπας. Ερωτεύεται τη Θοδώρα, μία τραγουδίστρια σε ταβέρνα, και προσπαθεί να κερδίσει το ενδιαφέρον της νικώντας τη γοητεία που ασκεί σε αυτή το περιθώριο. Στα μάτια της είναι κατ” αρχήν φλώρος», λέει χαμογελώντας, «αλλά τελικά διαπιστώνει ότι είναι πιο εύκολο να τη ρίξει στο κρεβάτι παρά να την κερδίσει πραγματικά». Αυτόματα αναρωτιέται κανείς γιατί την εποχή των χολιγουντιανών παραγωγών, των σκοτεινών υπερηρώων και της ψηφιακής επανάστασης, ο Πέτρος διαλέγει έναν ήρωα που δεν ταιριάζει όχι μόνο με την εποχή μας, αλλά και με την ηλικία του. «Θέλω να πιστεύω», απαντά, «από ειλικρίνεια. Η έμπνευσή μου ξεκινά από τη σχέση που είχα ως φοιτητής με τη μουσική της εποχής. Είχα συγκεντρώσει αρκετές πληροφορίες για την κατάσταση που επικρατούσε, και προσπαθώντας να είμαι ειλικρινής στη δουλειά μου, χρησιμοποίησα αυτό το background, το οποίο βρίσκω τρομερά ενδιαφέρον. Πήρα τα στερεότυπα της υπερηρωικής φαντασίας, φυσικά με έναν χιουμοριστικό τρόπο, και τα τοποθέτησα μέσα στον ρεαλισμό της μεταπολεμικής Ελλάδας. Και απ’ ό,τι φαίνεται αυτό το δίπολο έδεσε». Οσο αντισυμβατικός όμως και αν είναι ο υπέρηρωας του Πέτρου, δεν παύει να είναι ένας ακόμη υπερήρωας. «Μπορεί να μην τους χρειαζόμαστε καθόλου στην πραγματικότητα τους σούπερ ήρωες, στα κόμικ όμως η ύπαρξή τους είναι απαραίτητη. Ο δημιουργός χρειάζεται μια εμβληματική εικόνα, μια φιγούρα που περνά στη συλλογική συνείδηση. Και στη δική μου περίπτωση πρόκειται για ένα στερεότυπο που χρησιμοποιώ σαν όχημα για να πάω σε μια ιστορία και μια εποχή που έχει να κάνει με τις δικές μου προσωπικές εμμονές». Πέρα από τον «Καπετάν Νυχτερίδα», ο Πέτρος συνεχίζει να σχεδιάζει το «Σλαπ», μια εξαιρετική δουλειά σε σενάριο του Τάσου Ζαφειριάδη και του Λουκά Τσουκνίδα. Για τους μη γνωρίζοντες, είναι ένα κόμικ σε συνέχειες που αποτελείται πάντα από τρία καρέ με έντονο το στοιχείο της επανάληψης. Ο ένα χαρακτήρας λέει ένα κλισέ και μέχρι το τρίτο καρέ έχει προλάβει να φάει… σφαλιάρα. «Η ιστορία παρωδεί τον τρόπο που γίνεται ο διάλογος στην Ελλάδα και δεν είναι τίποτα άλλο από μία επανάληψη μεταξύ της αναμάσησης της έτοιμης πληροφορίας και της βίας». Οσο για τη δουλειά του στην μπίρα Marea, που σημειωτέον παρασκευάζεται στην Εύβοια, εξηγεί ταπεινά πως δεν έκανε κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που κάνει συνήθως. «Η εταιρεία γνώριζε τη δουλειά μου και ήρθε σε επαφή μαζί μου. Ηταν δική τους η ιδέα να μπει για πρώτη φορά μια ιστορία κόμικ σε ετικέτα μπίρας. Εγώ απλά ανέλαβα την εικονογράφηση σε σενάρια του δημοσιογράφου Ηλία Κανέλλη». Αναπόφευκτα η κουβέντα πηγαίνει και στον χώρο του ελληνικού κόμικ γενικότερα. Η άποψη ότι ο κλάδος αναπτύσσεται σταθερά τα τελευταία χρόνια βρίσκει και τον ίδιο σύμφωνο, χωρίς να παραγνωρίζει βέβαια πως παραμένουμε μία πολύ μικρή αγορά σε σχέση με το εξωτερικό. «Στο παρελθόν δεν υπήρχαν πολλοί Ελληνες δημιουργοί. Υπήρχε βέβαια η «Βαβέλ» με τον πειραματικό της χώρο, ο Αρκάς, ο Γιάννης Καλαϊτζής και ορισμένοι άλλοι που άφησαν το δικό τους στίγμα». Η μεγάλη στροφή παρατηρεί πως πραγματοποιείται μετά την κυκλοφορία του «9» της «Ελευθεροτυπίας». «Τα τελευταία 15 περίπου χρόνια δημιουργήθηκε μια γενιά που έδωσε στον χώρο μεγάλη και σημαντική παραγωγή. Σημαντικό ρόλο έπαιξε και παίζει φυσικά και το Comicdom, που είναι ένα συνέδριο λίγο πιο κοντά στα αμερικάνικα πρότυπα. Ετσι πλέον βλέπει κανείς μια σκηνή πολύ πιο ενεργή και να γίνονται παραγωγές, εκδόσεις, αλλά και αυτοεκδόσεις. Ολο αυτό μόνο καλό μπορεί να είναι για τον χώρο». Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως οι κομίστες περνούν μια ζωή χαρισάμενη. Υπάρχουν πολλές δυσκολίες, οι οποίες ωστόσο ξεπερνιούνται αν έχεις ανοιχτούς τους ορίζοντές σου. «Ο κομίστας είναι ένα ακόμη ελεύθερο επάγγελμα όπως πολλά άλλα. Το θετικό είναι πως σου επιτρέπει να ασχοληθείς με μία ευρεία γκάμα πραγμάτων για να εξασφαλίσεις τα προς το ζειν. Αλλά να ασχολείσαι αποκλειστικά με τα κόμικ στην Ελλάδα είναι πολύ δύσκολο», συμπληρώνει και καταλήγει: «Αν όμως έχεις χρόνο, όρεξη και πάνω από όλα αγάπη για τη δουλειά, μπορείς να ζήσεις από αυτή». Το λινκ εδώ. Αφιέρωμα στον Πέτρο Χριστούλια
  23. Εδώ έχουμε μια εικονογραφημένη έκδοση η οποία περιέχει 4 ιστορίες που εκτυλίσσονται όπως μαρτυρά και ο τίτλος σε πόλεις και μάλιστα μελανουπόλεις!! Οι ιστορίες είναι οι εξής:1.Ο ΔΙΑΚΟΠΤΗΣ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΡΟΛΟΙ, 2.LAZARUS & ΤΟ ΜΠΟΥΚΑΛΙ, 3.Η ΚΟΠΕΛΑ ΤΩΝ 47 ΜΟΙΡΩΝ, 4.ΟΙ ΠΡΙΓΚΙΠΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ "Στους δρόμους των «Mελανουπόλεων», ο χρόνος σταματά με το απλό γύρισμα ενός διακόπτη πίσω από ένα παλιό ρολόι. Η τελειότητα αποτυπώνεται στο πρόσωπο μιας νεαρής κοπέλας όταν ο ήλιος το φωτίζει υπό γωνία 47ο. Ο ωκεανός ξεβράζει αντικείμενα τέχνης και μια παρέα αναλαμβάνει να σταματήσει τη διαμάχη δύο επιβλητικών πύργων. Στους δρόμους των «Μελανουπόλεων» η καθημερινότητα αποκτά μια παραμυθένια διάσταση." Με το που το άρχισα να το διαβάζω η πρώτη μου αίσθηση ήταν ότι δεν μου έκανε κλικ αλλά καθώς το συνέχισα με αισιοδοξία, στο τέλος της ανάγνωσης μου άφησε μια πάρα πολύ ικανοποιητική αίσθηση!!!Τελικά μου άρεσε πάρα πολύ και έκανα καλά που το συνέχισα παρόλη την αρχική γεύση!! :) Μία έκδοση που ξεφεύγει από τα κόμικς, με απλό λόγο και εικόνες που με το συνδυασμό τους σε βάζουν σε μια ταξιδιάρικη διάθεση,σαν να παίρνεις το ρόλο των ηρώων στις ιστορίες...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.