Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'Κώστας Γραμματόπουλος'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.

Categories

  • ΚΟΜΙΚΣ
    • ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
    • ΠΟΛΥΘΕΜΑΤΙΚΑ
    • ΤΕΥΧΗ
    • ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΑΡΩΣΕΙΣ
    • ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΟΜΙΚΣ
  • ΛΟΙΠΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΥΛΗΣ
    • ΕΝΘΕΤΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ
    • ΛΑΪΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
    • ΒΙΒΛΙΑ

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 3 results

  1. Αλιευθέν από εδώ Ποιός είναι ο καλλιτέχνης που ζωγράφιζε τα αλφαβητάρια της παιδικής μας ηλικίας; Το έργο του Κωνσταντίνου Γραμματόπουλου μας θυμίζει ωραία πράγματα μιας άλλης εποχής Ο Κώστας Γραμματόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1916 και καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών κατά τα έτη 1934-1940, έχοντας καθηγητή ζωγραφικής τον Ουμβέρτο Αργυρό και χαρακτικής τον Γιάννη Κεφαλληνό. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος το 1940, ο Κεφαλληνός έθεσε το Εργαστήριο Χαρακτικής και τους μαθητές του στην υπηρεσία του Έθνους. Ο Γραμματόπουλος μαζί με τη Βάσω Κατράκη και τον Τάσσο (Αλεβίζο) τυπώνουν αφίσες με πατριωτικό περιεχόμενο, «εθνικής σκοπιμότητας», όπως τις αποκαλούσε το υπουργείο Στρατιωτικών που τις είχε παραγγείλει. Οι «Γυναίκες της Πίνδου» και «Εμπρός της Ελλάδος παιδιά» είναι από τις πιο γνωστές αφίσες που δημιούργησε. Το 1944 πραγματοποιεί την πρώτη του εργασία, μία σειρά προσωπογραφιών μεγάλων Ελλήνων λογοτεχνών για το περιοδικό «Νέα Εστία» – ανάμεσά τους ο Σικελιανός, ο Παλαμάς, ο Βενέζης, ο Τερζάκης. Το 1949 αναλαμβάνει να εικονογραφήσει το Αλφαβητάριο - Τα Καλά Παιδιά του Οργανισμού Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, για το οποίο πήρε το πρώτο βραβείο, μεταξύ 44 χωρών, στη Διεθνή Έκθεση Διδακτικού Βιβλίου στο Λέκεν του Βελγίου και το 1956 το Αλφαβητάριο, που διδάχτηκε μέχρι το 1978, με εξαίρεση την περίοδο της δικτατορίας. Η Άννα, η Λόλα, η Έλλη και ο Μίμης θα συντροφέψουν χιλιάδες παιδιά και μέχρι σήμερα παραμένουν οικείοι και αγαπητοί, συνεχίζοντας την πορεία τους στον χρόνο. Ο ίδιος θα πει στην τελευταία του συνέντευξη στον Ντίνο Γιώτη: «… Τα αλφαβητάρια μιλάνε στην ψυχή των ανθρώπων. Αν τα ανοίξετε, θα καταλάβετε». Για το Αλφαβητάριο του 1949 ο Γιάννης Τσαρούχης έγραψε: «Αυτό το βιβλίο και μια αφίσα του ΕΑΜ μου έδωσαν χαρά κι ελπίδα. Ευχαριστώ τον Γραμματόπουλο». Το 1954 φεύγει με κρατική υποτροφία στο Παρίσι όπου παρακολουθεί μαθήματα στα École Supérieure des Beaux Arts, École Estienne και École Métίers d’ Αrt. Πραγματοποιεί την πρώτη του έκθεση στην γκαλερί Σαρλά το 1958 και επιστρέφει στην Ελλάδα το 1959. Θα πει γι’ αυτήν του την επιλογή: «Βλακεία μου! Δεν το θεωρώ εξυπνάδα που γύρισα. Έπρεπε να μείνω. Στο Παρίσι μου ανοίγονταν μεγάλες προοπτικές. Φυλάω ακόμα τα δημοσιεύματα των εφημερίδων της εποχής. Η Σουζάν ντι Κονέ, η τότε μεγαλύτερη γκαλερίστα του Παρισιού, μου ζητούσε επίμονα να μείνω. “Αν σε εμπνέει τόσο πολύ η Ελλάδα, πήγαινε δυο μήνες και ξαναέλα” μου έλεγε. Δεν την άκουσα. Σηκώθηκα κι έφυγα». Στην Ελλάδα τον καλούν «το ελληνικό τοπίο, το φως, οι θάλασσες, και ακόμα η ελληνική μυθολογία». Τη δεκαετία του ’50 η ελληνική χαρακτική γνωρίζει μεγάλη άνθηση, ακολουθώντας την ανάπτυξη της τυπογραφίας. Ο Γραμματόπουλος αρχίζει να εγκαταλείπει τις ασπρόμαυρες χαλκογραφίες και ξυλογραφίες, δημιουργώντας έγχρωμες ξυλογραφίες μεγάλων διαστάσεων. Τα χρώματά του είναι γαλάζια, γκρίζα και γεώδη, «χρώματα εγκεφαλικά» κατά τον Παντελή Πρεβελάκη, αυτό όμως που χαρακτηρίζει τα έργα του είναι η χρήση του λευκού. «Η καινοτομία στη δουλειά μου και στη ζωγραφική και στην ξυλογραφία είναι η ανακάλυψη του λευκού χρώματος. Ως τότε το χρησιμοποιούσαν σε ανάμειξη μαζί με άλλα χρώματα. Εγώ το χρησιμοποιώ αυτούσιο για πρώτη φορά στην Ελλάδα και στην Ευρώπη για να εκφράσω το ελληνικό φως και το ελληνικό τοπίο» λέει. Ο «λυρικός-αναλυτικός κυβισμός» του, όπως τον ονομάζει η Μαριλένα Κασιμάτη, εκφράζεται απόλυτα, όταν αντικαθιστά τις πλάκες από λειασμένο ξύλο με σανίδα, ένα φτηνό και μαλακό υλικό που του επιτρέπει να φτιάχνει ξυλογραφίες σε ασυνήθιστα μεγάλες διαστάσεις. «Με τις έγχρωμες χαράξεις κατάργησε τον διαχωρισμό ανάμεσα στη ζωγραφική και τη χαρακτική. Έκαμε έγχρωμες χαράξεις που είναι πραγματικοί ζωγραφικοί πίνακες» σημειώνει ο Νίκος Αλεξίου. Η μυθολογία και το ελληνικό τοπίο κυριαρχούν στο έργο του Γραμματόπουλου, ο οποίος δίνει, σύμφωνα με τη διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, μια «πρωτότυπη εκδοχή της νεότερης ελληνικής τοπιογραφίας», από την οποία δεν απομένει «παρά μονάχα το απόσταγμα της αίσθησης, της συγκίνησης, μετουσιωμένο σε αφηρημένες γραμμές, ρυθμούς και χρώματα». Ο Γραμματόπουλος, παράλληλα με τη χαρακτική, ζωγραφίζει ελαιογραφίες, οι οποίες συνομιλούν άμεσα με το χαρακτικό του έργο. «Χαράκτη και ζωγράφο του Αιγαίου με ονειρικά πλάνα που αλληλοκαλύπτονται σαν πέπλα πάνω από τη θάλασσα μαζί με μυθικές μορφές» τον έχουν χαρακτηρίσει και, σύμφωνα με τον ίδιο, «το Αιγαίο ήταν μια πολύ μεγάλη πηγή έμπνευσης…». Γράφει ο Νίκος Αλεξίου: «Ο Γραμματόπουλος ψεύδεται όταν φιλοτεχνεί εκείνους τους απίθανους πίνακες που αποκαλεί “Αιγαίο”. Μέσα σε αυτό τον περιεκτικό τίτλο θέλησε να περικλείσει τον μυθοπλαστικό απόηχο τούτης της θάλασσας που προσδιόρισε τη μοίρα του τόπου μας και των ανθρώπων της. Να συλλάβει την αισθητική της συγκίνηση, από τους αιωνόβιους δρόμους που περπάτησαν περίλαμπρες μορφές τέχνης, πρωτόγνωροι φιλοσοφικοί στοχασμοί και διασταυρώθηκαν λαοί και πολιτισμοί. Εμπνεύστηκε ο Γραμματόπουλος από τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά που ουσιαστικά ήταν πατήματα στη διακίνηση της Ιστορίας, που μετέφερε ρυθμούς και αρμονίες, στοχασμούς και θρησκείες, ανατάσεις και καταπτώσεις». «Με τόλμη και ευρηματικότητα προκαλεί την κοινή οπτική αίσθηση για να αγγίξει τον ήλιο, τη σοφία, τον ρυθμό, την αρμονία και το κάλλος. Παράλληλα, οι αιθέριες γυναικείες μορφές του, με την προσεκτική και ευαισθητοποιημένη απλοποίηση, αναδίδουν ένα δυνατό ερωτικό και τρυφερό ύφος, μια αισθησιακή γλυκύτητα. Η ζωγραφική και η χαρακτική του, λουσμένες από το μεσογειακό φως, το γαλάζιο του αιθέρα και τον ρόγχο του πελάγους αποκαλύπτουν το προσωπικό του αλφάβητο, μια εικονογραφία, η οποία προκαλεί το όνειρο της ποιητικής ενατένισης του πραγματικού» αναφέρει ο Τάκης Μαυρωτάς. Διορίστηκε καθηγητής του Εργαστηρίου Χαρακτικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών το 1959, διαδεχόμενος τον δάσκαλό του και ανανεωτή της χαρακτικής, Γιάννη Κεφαλληνό. Θα παραμείνει καθηγητής ως το 1985. Σε αντίθεση με τη διδασκαλία του Κεφαλληνού, ο Γραμματόπουλος θεωρούσε ότι η ύλη και η τεχνική ενός έργου πρέπει να φαίνονται. «Εκείνο που θέλησα ήταν να ελευθερώσω τους μαθητές μου. Να τους δώσω να καταλάβουν ότι σε κάθε ύλη που θα επιλέγουμε θα πρέπει να εκφράζονται. Και όχι μ’ αυτή την ύλη αλλά να απομιμηθούν μια άλλη ύλη». Αντικατέστησε τον τίτλο «σπουδαστής» της Σχολής με αυτόν του «νέου καλλιτέχνη». Όπως έλεγε ,«καλλιτέχνης είναι κανείς από τη στιγμή που θα πιάσει το μολύβι στο χέρι του και σπουδαστής ως το τέλος της ζωής του». Το καλοκαίρι ο Γραμματόπουλος, με τη βοήθεια χορηγών, συνήθιζε να πηγαίνει με τους σπουδαστές του Εργαστηρίου του στον Μόλυβο, όπου περνούσαν την περίοδο των διακοπών ζωγραφίζοντας. Μαθητές του υπήρξαν σπουδαίοι ζωγράφοι και χαράκτες όπως ο Αχιλλέας Δρούγκας, ο Γιάννης Ψυχοπαίδης, ο Βασίλης Χάρος και η Άρια Κομιανού. Λέει για τον Γραμματόπουλο η Άρια Κομιανού στον Εμμανουήλ Μαυρομμάτη: «Μπήκα (σ.σ. στην ΑΣΚΤ) το ’60. Το ’59 μπήκε εκείνος – γινόταν γι’ αυτόν τότε πολύ μεγάλος ντόρος. Οι μαθητές του, που είχανε μπει πρώτοι, ήτανε κατενθουσιασμένοι, μιλούσανε με τα καλύτερα λόγια, ήτανε το καινούργιο πνεύμα. Ήτανε γλυκύτατος και στη διδασκαλία και στη συμπεριφορά απέναντί μας, διάβαζε, μας μετέφερε βιβλία γαλλικά, είχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον… Τελικά, δεν φεύγαμε ούτε ώρα από το εργαστήριο. Λατρεύαμε τη χαρακτική, απόδειξη ότι όλη αυτή η φουρνιά, η δική μου φουρνιά, όλοι έχουν δουλέψει, δεν εγκατέλειψε κανένας. Επειδή ο ίδιος ήτανε πολύ κοντά μας, όλοι διδαχθήκαμε, όλοι μάθαμε». Ανάμεσα στα έργα του Γραμματόπουλου θα συναντήσουμε και την εικονογράφηση εκατό και πλέον βιβλίων, όπως αυτά της Πηνελόπης Δέλτα, του Παντελή Πρεβελάκη και του Νικηφόρου Βρεττάκου. Φιλοτέχνησε και αρκετά από τα δημοφιλή, ακόμα και σήμερα, «Κλασσικά Εικονογραφημένα, όπως τα «Περσέας και Ανδρομέδα» και «Θησέας και Μινώταυρος». Το 1972 του απονέμεται το Χρυσό Μετάλλιο Χαρακτικής για το «Αιγαίο» στην Μπιενάλε της Φλωρεντίας,. Το 1974 φιλοτεχνεί το Εθνόσημο της Ελληνικής Δημοκρατίας, το οποίο εξακολουθεί να χρησιμοποιείται στις σφραγίδες των δημόσιων υπηρεσιών. Ένας από τους τελευταίους κορυφαίους Έλληνες καλλιτέχνες της γενιάς του ’30, ο Κώστας Γραμματόπουλος έφυγε από τη ζωή τον Οκτώβριο του 2003, σε ηλικία 87 ετών, ύστερα από πολύχρονη ασθένεια. Άφησε πίσω του σπουδαίο καλλιτεχνικό έργο και γενιές χαρακτών στις οποίες, όπως λέει η Άρια Κομιανού: «Εκείνος έδινε την πραγματική έννοια του δημιουργού…».
  2. Από τον Παπαφλέσσα (αριστερά) μέχρι τον Μιαούλη (δεξιά) η εικονογραφία βασίζεται σε ζωγραφικά έργα καλλιτεχνών του 19ου αιώνα, ενώ δεσπόζουν τα σύμβολα όπως η σημαία και κυριαρχούν η λεβεντιά και η γενναιότητα. Τα Κλασσικά Εικονογραφημένα των εκδόσεων Ατλαντίς (Πεχλιβανίδης) έφεραν τη δεκαετία του 1950 στην Ελλάδα μια πλειάδα έργων της παγκόσμιας κλασικής λογοτεχνίας (Οι Άθλιοι, Μεγάλες Προσδοκίες, Έγκλημα και Τιμωρία, Μόμπυ Ντικ, Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, Δον Κιχώτης, Άμλετ κ.ά.) διασκευασμένων και προσαρμοσμένων σε κόμικς. Από τα μέσα της δεκαετίας όμως, επιχειρώντας να διευρύνουν το κοινό τους, εμπλούτισαν τη σειρά με θέματα ελληνικού ενδιαφέροντος και ιστορίες από την αρχαιότητα, το Βυζάντιο και το 1821, σε τεύχη που κυκλοφορούσαν αποκλειστικά στην ελληνική αγορά και ήταν δημιουργημένα από Έλληνες συγγραφείς, σεναριογράφους, ζωγράφους, εικονογράφους, χαράκτες κ.λπ. Έχοντας την κατάλληλη άδεια από τους Αμερικανούς εκδότες, ανέθεσαν σε σημαντικούς δημιουργούς το έργο αυτό (Βασίλης Ρώτας, Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, Νίκος Ρούτσος στα σενάρια, Κώστας Γραμματόπουλος, Άκης Αβαγιανός, Παύλος Βαλασάκης, Βασίλης Ζήσης, Νίκος Καστανάκης, Γιάννης Δραγώνας, Μέντης Μποσταντζόγλου στα σχέδια) και προχώρησαν στην έκδοση μιας σειράς τίτλων γύρω από την ελληνική επανάσταση που όλοι χαρακτηρίζονταν από την αποθέωση της ελληνικής ψυχής, τους ηρωισμούς, το απαράμιλλο θάρρος, το πάθος για την ελευθερία, το ακατάβλητο πνεύμα. Και, φυσικά, από τις αναγκαίες κορόνες περί του μεγαλείου της θρησκείας, της τρισχιλιετούς και αδιαιρέτου ελληνικής ιστορίας, της αυτοθυσίας και της αυταπάρνησης. Οι ήρωες της Επανάστασης στις εικόνες των εξωφύλλων, παραπέμπουν στη βυζαντινή αγιογραφία Ατσαλάκωτοι μπουρλοτιέρηδες Διάσημοι συγγραφείς, όπως ο Βασίλης Ρώτας, και δεξιοτέχνες εικονογράφοι, όπως ο Κώστας Γραμματόπουλος, είναι υπεύθυνοι για τον μεγαλύτερο αριθμό τευχών της σειράς Σχεδόν στο σύνολο των έργων που αφορούν την ελληνική επανάσταση επαναλαμβάνονται, είτε στα προλογικά σημειώματα είτε στα κείμενα του εκάστοτε αφηγητή, οι γνωστές ρητορείες περί αδάμαστου ελληνισμού, αναμασώνται ηθικοπλαστικού τύπου διδάγματα και επανέρχονται κλισέ εκφράσεις και στερεοτυπικά απαράλλαχτα υμνητικά λογύδρια για την ανδρεία, τη γενναιότητα, την αποφασιστικότητα, την αφοσίωση, την ανιδιοτέλεια, την πίστη, το έθνος, την πατρίδα, την ορθοδοξία, την εθνεγερσία. Η γλώσσα αυτή σε συνδυασμό με τις εικόνες που στηρίζονταν σε μια εύκολα χειραγωγήσιμη και διαχειρίσιμη σχεδιαστική «καθαρότητα» και απλοποίηση συνέθεταν σε κάθε αυτοτελή ιστορία ένα μικρό παραμύθι που, στην περιρρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα της μετεμφυλιακής Ελλάδας και με τη Δεξιά να επικρατεί εξοντώνοντας και εξορίζοντας τους πολιτικούς αντιπάλους της, συνόδευε τον κυρίαρχο κρατικό λόγο όπως εκφραζόταν και επιβαλλόταν στα σχολικά βιβλία, στις γιορτές και στις παρελάσεις, στις εθνικές αφηγήσεις. Δεν είχαν σημασία και τόσο πολύ η ιστορική ακρίβεια, ο αναστοχασμός, η διαλεκτική, η τεκμηρίωση, η σχέση της ελληνικής επανάστασης με άλλες εξεγέρσεις της εποχής της, η σύνθεση του επαναστατικού υποκειμένου, το πολιτικό στοιχείο. Το μόνο ή ένα από τα λίγα που ενδιέφεραν τους συντελεστές των Κλασσικών Εικονογραφημένων ήταν να περιγράψουν σε αδρές γραμμές αυτά που, λίγο-πολύ, μάθαιναν τα παιδιά στα σχολεία χρησιμοποιώντας μια γλώσσα απλή και κατανοητή, χωρίς υπαινιγμούς και «κινδύνους» για παρεξηγήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι το μεγαλύτερο μέρος των εξωφύλλων των Κλασσικών Εικονογραφημένων που αφορούσαν το 1821 αποτελούσαν ταυτόχρονα τις αλήστου μνήμης εικόνες στις σχολικές αίθουσες (ορισμένες χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα!) που ανασύρονταν σε κάθε εθνική εορτή, καρφώνονταν με πινέζες ή στερεώνονταν με σελοτέιπ και κάλυπταν με τα βλοσυρά και αποφασιστικά πρόσωπα των ηρώων τοίχους και διαδρόμους, πάντα σε γαλανόλευκο φόντο, ανάμεσα σε καριοφίλια και αρχαιοπρεπή τσιτάτα προορισμένα να συντελούν στην εθνική ανάταση, με ισχυρές δόσεις κιτς. Παράδοξο ήταν, ωστόσο, το γεγονός ότι η πλειονότητα των δημιουργών που συνεργάστηκαν και φιλοτέχνησαν τα εγχώρια Κλασσικά Εικονογραφημένα ήταν προοδευτικοί καλλιτέχνες αριστερών καταβολών, με θητεία -προγενέστερα αλλά και μεταγενέστερα- σε εντελώς διαφορετικά έντυπα. Μια εξήγηση δίνει ο Γιάννης Σκαρπέλος, πρόεδρος του Τμήματος Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου, στο αναλυτικότατο και διεξοδικό βιβλίο του Ιστορική Μνήμη και Ελληνικότητα στα Κόμικς (εκδόσεις Κριτική, 2000): «Είναι επικίνδυνα απλουστευτική η στάση όσων καταδικάζουν τα Κλασσικά Εικονογραφημένα ως λιανοπωλητές του αμερικανικού πολιτιστικού ιμπεριαλισμού, επειδή τα διένεμε η σύζυγος του Αμερικανού Πρέσβη στα ορφανοτροφεία. Και την θεωρούμε ως επικίνδυνα απλουστευτική, διότι μέσα από την αξιολογική κρίση και απόρριψη τα διαγράφουν, παραβλέποντας το γεγονός ότι τα τεύχη των Κλασσικών Εικονογραφημένων επανεκδίδονταν ως τα τέλη τουλάχιστον της δεκαετίας του ’70, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του ’90 επιχειρήθηκε μια ακόμη επανέκδοσή τους. Τα Κλασσικά Εικονογραφημένα μίλησαν για το παρελθόν σε πολλές γενιές, εξοικειώνοντάς τες με μια εκδοχή του η οποία μπορούσε να συμβαδίζει ταυτόχρονα με τις αριστερές πεποιθήσεις των δημιουργών και με τις δεξιές αντιλήψεις που επιβάλλονταν στην κοινωνία. »Πιστεύουμε ότι η ιδεολογική ισορροπία ανάμεσα στα δύο, αλλά και το γεγονός ότι είναι μία από τις λίγες σειρές με τόσο μακροχρόνια και συστηματική παρουσίαση του παρελθόντος, καθιστά εύλογη την ενασχόληση με αυτήν, και τη συσχέτιση με τις υπόλοιπες εκδοχές του παρελθόντος που αναπτύσσονται την ίδια περίοδο, τους υπόλοιπους λόγους για το παρελθόν – πολιτικούς ή εκπαιδευτικούς». Από την άλλη, δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα τεύχη συνέβαλαν στη φιλαναγνωσία και είχαν μια αναμφισβήτητη εκπαιδευτική και παιδαγωγική διάσταση, καθώς έδιναν στα παιδιά την ευκαιρία να διαβάσουν ολοκληρωμένες ιστορίες και να παρακολουθήσουν εικονοποιημένα τα περιστατικά που λαμβάνουν χώρα σε αυτές. Οι εικόνες, τα πορτρέτα, οι τοπιογραφίες και οι πολυπληθείς σκηνές μάχης βασίζονταν εν πολλοίς στη διαδεδομένη εικονογραφία της ελληνικής επανάστασης, όπως την είχαν διαμορφώσει ζωγράφοι του δέκατου ένατου αιώνα, μεταξύ των οποίων ο Ευγένιος Ντελακρουά, ο Καρλ Κρατσάιζεν, ο Θεόδωρος Βρυζάκης, ο Διονύσιος Τσόκος, ο Πέτερ Φον Ες, ο Λουντοβίκο Λιπαρίνι, ο Τζοβάνι Μπότσι κ.ά., ορισμένοι μάλιστα εξ αυτών έχοντας ιδία πείρα, καθώς βρέθηκαν στην Ελλάδα το 1821 και τα χρόνια που ακολούθησαν. Ο εξωραϊσμός των πολεμικών σκηνών, η ωραιοποίηση των ηρώων, οι ευθυτενείς κορμοστασιές, οι ατσαλάκωτες και ολόλευκες φουστανέλες, τα γυαλιστερά καριοφίλια, τα φροντισμένα μουστάκια εν καιρώ πολέμου συνέβαλαν σε μια εικόνα εορταστικού πανηγυριού παρά θανατηφόρων μαχών σώμα με σώμα. Τα κείμενα, αν και υπέπιπταν συχνά σε έναν ηθικοδιδακτικό και πατερναλιστικό τρόπο αφήγησης, μιλώντας για ηρωισμούς, μαρτυρικούς θανάτους, θρυλικές εφορμήσεις και επικούς θριάμβους, ήταν πάντα προσεγμένα ως προς το γλωσσικό μέρος. Και με εξαίρεση ορισμένες υπερβολές, για παράδειγμα στον ρόλο της θρησκείας, εμφορούνταν από μια εξύμνηση του προτάγματος για ελευθερία, για αγώνα, για εξέγερση. Μέσα στις αντιφάσεις τους, τα Κλασσικά Εικονογραφημένα για την ελληνική επανάσταση προσφέρουν ψήγματα γνώσης για το ιστορικό παρελθόν αλλά, ακόμη περισσότερο, αποτελούν αποτυπώματα της χρονικής συγκυρίας κατά την οποία δημιουργήθηκαν, μιας ταραγμένης και σκοτεινής περιόδου της σύγχρονης Ελλάδας. Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.