Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'Γιώργος Τραγάκης'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.

Categories

  • ΚΟΜΙΚΣ
    • ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
    • ΠΟΛΥΘΕΜΑΤΙΚΑ
    • ΤΕΥΧΗ
    • ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΑΡΩΣΕΙΣ
    • ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΟΜΙΚΣ
  • ΛΟΙΠΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΥΛΗΣ
    • ΕΝΘΕΤΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ
    • ΛΑΪΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
    • ΒΙΒΛΙΑ

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 3 results

  1. Τι κοινό έχουν οι ιστορίες του Κάφκα, του Μπάροουζ, του Μπρετόν, του Τζόις, του Καρυωτάκη; Και πώς είναι δυνατόν να εικονοποιηθούν τα γραπτά αυτών των συγγραφέων; Ο Γιώργος Τραγάκης, ένας από τους εμπειρότερους σύγχρονους Έλληνες δημιουργούς, το επιχειρεί με αριστοτεχνικό τρόπο συνθέτοντας μια μοναδική συλλογή από «Παράξενες Ιστορίες». Που συμπληρώνονται ιδανικά με πολλές δικές του, εξίσου «παράξενες», ιστορίες. ● Στις «Παράξενες Ιστορίες» σου κυριαρχούν ο θάνατος, ο εφιάλτης, η απελπισία. Πρόσωπα ανέκφραστα περιφέρουν την αβάσταχτη μοναξιά τους σε έναν μη γραμμικό χρόνο, σε τοπία σκοτεινά, μεταφυσικά, σιωπηλά και ταυτόχρονα τρομακτικά. Ποια ήταν η αφορμή γι’ αυτές τις «Παράξενες Ιστορίες»; Κάποια στιγμή, νομίζω τον χειμώνα του 2009, σκέφτηκα να κάνω μια κόμικς αυτοέκδοση βασισμένη σε κείμενα λογοτεχνών που δεν έγραφαν ιστορίες με συμβατικό τρόπο, δεν υπήρχε ο καλός και ο κακός, είχαν κάτι αποσπασματικό, η γλώσσα δεν υποδείκνυε μια συγκεκριμένη εικονογράφηση και το εσωτερικό στοιχείο ήταν ανώτερο από το φαινομενικό. Λέει ο Βόνεγκατ κάπου «να μη φοβάστε να αρχίσετε μια ιστορία από το τέλος επειδή χαλάει την έκπληξη» και μου έδωσε την ιδέα ότι το θέμα θα μπορούσε να είναι ο θάνατος, το οριστικό και αμετάκλητο τέλος και ταυτόχρονα την πρόκληση στο ποια θα μπορούσε να είναι η συνέχεια με μια τέτοια αρχή. ● Χρησιμοποιείς κείμενα του Κάφκα, του Τζόις, του Μπάροουζ, του Μπρετόν αλλά και του Καρυωτάκη, του Λαπαθιώτη, του Γονατά. Οι περισσότερες ιστορίες, που δεν είναι μάλιστα από τις πιο δημοφιλείς και γνωστές των συγκεκριμένων συγγραφέων, φαντάζομαι πως αποτελούν μεγάλη πρόκληση για όποιον επιχειρήσει να τους δώσει εικόνα και χρώμα. Δεν αισθάνθηκες κάποια ανασφάλεια, κάποιο δέος όταν αποπειράθηκες κάτι τέτοιο πρώτη φορά; Καθώς το μεγαλύτερο μέρος της σοβαρής λογοτεχνίας έχει δύο βασικά θέματα, τον έρωτα και τον θάνατο, ήταν εύκολο να διαλέξω τα πρώτα βήματα, που ήταν το «Καύκαλο» του Καρυωτάκη, το «Όνειρο» του Κάφκα και ένα απόσπασμα απ’ τον «Άδη» του Τζόις. Επειδή το κόστος της αυτοέκδοσης ήταν μεγάλο για μένα, η απόφαση να γίνουν οι ιστορίες ασπρόμαυρες ήταν αυτονόητη. Ενόσω δούλευα τις πρώτες ιστορίες συνάντησα ένα βράδυ τον Γιάννη Καλαϊτζή σε μια επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη κι όταν με ρώτησε τι φτιάχνω, άνοιξε διάπλατα τα μάτια του και είπε «επιτέλους, βρε παιδί μου, τόσα υπέροχα κείμενα έχουμε, μπράβο, συνέχισε». Με παρότρυνε να τα στείλω στον Άγγελο Μαστοράκη, που τότε ήταν διευθυντής του «9» της «Ελευθεροτυπίας», και τον γνώριζα από το '87, όταν μας είχε συστήσει ο Βάσος Γεώργας ένα ήσυχο μεσημέρι στα Εξάρχεια. Ο Άγγελος ενθουσιάστηκε όταν είδε τις πρώτες ιστορίες και μου είπε εκείνο το αξέχαστο «Θα δημοσιεύσω οτιδήποτε κάνεις» ενώ με πληροφόρησε ότι θα μπορούσα να έχω χρώμα αν το θέλω και δεν υπήρχε περιορισμός σ’ αυτό. ● Με ποιο μηχανισμό κατόρθωσες να ταιριάξεις τα κείμενα των εμβληματικών αυτών συγγραφέων με τρόπο που να δημιουργούν ένα ενιαίο και αρμονικό σύνολο; Και πώς ανάμεσα στις ιστορίες τους τοποθέτησες τις δικές σου εξίσου αρμονικά; Μία από αυτές, μάλιστα, είναι η «Στρατιά», ένα ιδιότυπο «μάθημα ιστορίας» για τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Μικρασιατική Καταστροφή… Οι ιστορίες έδιναν η μία στην άλλη τη σκυτάλη μ’ έναν «παράξενο» τρόπο. Ο θάνατος, ας πούμε, φλερτάριζε με το όνειρο και οι δυο έννοιες είχαν την υπόσταση και τα χαρακτηριστικά του εικοστού αιώνα. Ο εικοστός αιώνας βρίθει από ένα χάος ιστοριών που πολλές είναι σχεδόν άγνωστες και παραγκωνισμένες. Η Ιστορία, η πολιτικοκοινωνική ιστορία, είναι από πού θα την πιάσεις και με ποια ηθική θα αξιολογήσεις τη σημασία της. Δίπλα στη φωνή της Ιστορίας βρίσκεται και η φωνή της ποίησης και της λογοτεχνίας και δίπλα απ’ αυτήν, κάπου εκεί κοντά, η φωνή του μικρού ανθρώπου και έτσι πήρα το θάρρος να βάλω τις δικές μου «ιστορίες» μαζί μ’ αυτές των ιερών τεράτων. Ήταν βασισμένες σε παλιές ιδέες που εξακολουθούσαν να γυροφέρνουν μέσα μου, όχι τόσο με την ιδέα της εμμονής, όσο σαν μια προσωπική διαπίστωση που έπρεπε να ειπωθεί. ● Στον πρόλογό σου αναφέρεις ότι μέρος των ιστοριών σου δημιουργήθηκαν παράλληλα με την πολύπλευρη κρίση, οικονομική και όχι μόνο, στη χώρα μας. Μια κρίση που δημιούργησε μια εφιαλτικά σουρεαλιστική πραγματικότητα, η οποία εντέλει έγινε τρόπος ζωής. Τι ρόλο, πράγματι, έπαιξε η πολιτική και οικονομική πραγματικότητα στα έργα σου; Όσο οι έννοιες έδιναν η μία τη θέση της στην άλλη, όσο διαρκούσε αυτό το παιχνίδι της μεταμόρφωσης της σκέψης, έμοιαζε σαν το όλο εγχείρημα να λειτουργούσε και καθώς η κρίση, κοινωνική και οικονομική, χτυπούσε την Ελλάδα, φαινόταν να επαληθεύεται. Δεν υπήρχε κάτι προφητικό σ’ όλα αυτά, υπήρχε απλά μια λογική, σχεδόν μαθηματική, που οδηγούσε σε ανάλογα συμπεράσματα. Ταυτόχρονα με κινητήρια δύναμη τα κείμενα και την εναλλαγή των ιδεών συνέβαινε και η εναλλαγή της εικονοποίησής τους. Σουρεαλιστικές ιδέες, όνειρα και φαντασία με ξέβραζαν σ’ έναν ολοένα και πιο έντονο ρεαλισμό, μια πραγματικότητα, ένα κομμάτι της αλήθειας όπου αντικρίζεις τον άνθρωπο με όλα όσα κουβαλάει, ακόμα και με τα πιο περίεργα και ανεξήγητα... ● Τις ιστορίες σου συμπληρώνει ένας οιονεί επίλογος, μια συλλογή σχεδίων που τιτλοφορείς «Πινακοθήκη». Αποτελεί κάτι σαν «συμπέρασμα»; Σαν εικονογραφικό συμπλήρωμα; Ασχολιόμουν με τις ιστορίες αυτές μέχρι την παύση του «9» και όσες έμειναν αδημοσίευτες, τυπώθηκαν στον τόμο των «Παράξενων Ιστοριών». Η «Πινακοθήκη», κι αυτή μέσα στην επακόλουθη ανεξαρτησία της, συγγενεύει με αυτό το υλικό, είναι η «φυσική» του συνέχεια και καταλαβαίνω ότι δεν κλείνει μ’ ένα τέλος όλα όσα πρεσβεύει αυτή η συλλογή. ● Αν και είσαι ένας από τους παλαιότερους και εμπειρότερους Έλληνες δημιουργούς, είχαμε πολύ καιρό να δούμε κάποια δουλειά σου σε έκδοση μέχρι τις «Παράξενες Ιστορίες». Τώρα που έκλεισε αυτός ο κύκλος πώς προχωράς; Τους τελευταίους μήνες δουλεύω σε δύο εγχειρήματα. Το ένα είναι το γράψιμο. Είναι ένα είδος εσωτερικού μονολόγου αλλά ενίοτε «σκάνε» μικρές ιστορίες, πιο αφηγηματικές, όχι τόσο συμβατικές στη γλώσσα σαν κανονικά διηγήματα, αλλά αρκετά συγκροτημένες. Το δεύτερο είναι η ζωγραφική. Αν θα ενωθούν κάποια στιγμή, δεν ξέρω ακόμα. Είναι έργα σε εξέλιξη. ● Με την εμπειρία σου και τη συμμετοχή σου σε πολλά συλλογικά και εκδοτικά εγχειρήματα κατά το παρελθόν, πώς βλέπεις σήμερα την κατάσταση των ελληνικών κόμικς; Και ποια είναι η θέση σου σ’ αυτή τη σκηνή που όλο μεγαλώνει; Μου είναι δύσκολο να μιλήσω για την «κατάσταση» των ελληνικών κόμικς, γιατί κατά πολύ είναι κάτι που έβλεπα απ’ την αρχή τελείως υποκειμενικά. Το έβλεπα σαν μια μορφή τέχνης που ήθελε αφοσίωση, σεβασμό και τόλμη. Τα πρώτα χρόνια δεν τολμούσα να πω ότι είμαι ζωγράφος (ακόμα και τώρα δυσκολεύομαι) και το θέμα της δημοσίευσης ενός έργου ήταν κάτι ιερό – πόσο μάλλον η έκδοση ενός προσωπικού βιβλίου. Το σχέδιο έπρεπε να είναι κάτι περισσότερο από σταθερό και ευκολοανάγνωστο στυλ για τη διάρκεια μιας ιστορίας και η αφήγηση (εδώ θα θυμηθώ τον Μαστοράκη πάλι) έπρεπε να είχε κάτι να πει. Υπάρχει ένας προσωπικός αγώνας με οποιαδήποτε τέχνη κι αν ασχοληθείς και ένας ακόμα που έχει να κάνει με την κοινωνικοποίηση του έργου σου. Προσωπικά τον δεύτερο εγώ τον παραμερίζω συχνά. Δεν υπάρχουν πολλοί δρόμοι που να συμπορεύονται έναν καλλιτεχνικό δρόμο αναζήτησης. Μπορεί να υπάρξουν παραγγελίες, προσκλήσεις για συμμετοχές, ομαδικές εκθέσεις αλλά σπάνια λειτουργούν. Γενικώς τα πράγματα είναι μπερδεμένα. Ας πούμε, καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί ασχολούνται μαζί μου άνθρωποι που γουστάρουν υπερηρωικά κόμικς ή κάποιοι που απεχθάνονται την ποίηση. Δεν ξέρω, μπορεί να περίμεναν κάτι άλλο από μένα και τους απογοήτευσα. Θέλω να πω, δηλαδή, ότι δεν αισθάνομαι κομμάτι αυτού που λέγεται – πρόχειρα φοβάμαι – ελληνικά κόμικς και επειδή συχνά-πυκνά οι εκδόσεις που προκύπτουν απ’ τον «χώρο» είναι επιφανειακές, υποκριτικές ή εξ επί τούτου λογοτεχνικές ή μοντέρνες, δεν έχουν πραγματικά απήχηση. Δεν είναι ότι ο κόσμος πρέπει να εκπαιδευτεί σαν αναγνώστης των κόμικς, οι αναγνώστες είναι μια χαρά, και Σοπενχάουερ διαβάζουν και Θορό διαβάζουν και Σκαρίμπα και Αντόρνο. Εμείς πρέπει να διαβούμε το χάσμα... Και το σχετικό link...
  2. Το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ κάνει την πρώτη του εκδοτική κίνηση στον χώρο των κόμικς. Το πιο κρύο καλοκαίρι είναι μια πολύ όμορφη και προσεγμένη σε όλα τα επίπεδα έκδοση, κάτι που δεν έχουμε συνηθίσει σε έντυπα που διανέμονται δωρεάν. Η έκδοση περιλαμβάνει τρεις ιστορίες κόμικς, οι οποίες είναι βασισμένες σε πραγματικές αφηγήσεις προσφύγων, όπως τις κατέγραψαν σε συνεντεύξεις οι Μύριαμ Κλαπή (Βερολίνο), Ηλέκτρα Αλεξανδροπούλου (Αθήνα) και Αλίκη Κοσυφόγλου (Αθήνα). Οι ιστορίες είναι τυχαίες, χωρίς ιδιαίτερες κορυφώσεις. Την διασκευή των συνεντεύξεων σε κόμικ και την εικονογράφηση εκαναν οι Δήμητρα Αδαμοπούλου, Θανάσης Πέτρου και Γιώργος Τραγάκης, γνωστοι και καταξιωμένοι δημιουργοί και οι τρεις. Στην έκδοση συμπεριλαμβάνονται επίσης, το ποίημα της Ηλέκτρας Αλεξανδροπούλου "Ιδού εγώ", το κείμενο του Μιχάλη Παναγιωτάκη (Δημοσιογράφου-Αναλυτή) "10 σημεία για τη γεωπολιτική συγκυρία της προσφυγικής κρίσης" και το κείμενο του Κωστή Τσιτσελίκη (Καθηγητή στο πανεπιστήμιο Μακεδονίας-Προέδρου της Ελληνικής ένωσης για τα δικαιώματα του ανθρώπου) "Μεταναστευτικές πολιτικές στην Ελλάδα και την Ευρώπη: Ξέρουμε τι (δεν) θελουμε;". Το εξώφυλλο ειναι φωτογραφία του Μάριου Λώλου. Αξίζει να αναφερθεί πως η εκτύπωση έγινε στο ΚΕΘΕΑ ΣΧΗΜΑ+ΧΡΩΜΑ του οποίου η δράση, ειναι το λιγότερο αξιέπαινη και ενδιαφέρουσα. Σε προσωπικό επίπεδο, το βρήκα καταπληκτικό σε σκέψη και εκτέλεση. Χαίρομαι να βλέπω τέτοιες εκδόσεις, θα χαρώ να μπει σε όσο περισσότερα σχολεία γίνεται, μιας και όπως με πληροφόρησε η υπεύθυνη της έκδοσης Ιωάννα Μεϊτάνη, ειναι ενας βασικός στόχος της έκδοσης αυτής. Για αντίτυπα, επικοινωνήστε με το παράρτημα Ελλάδας στο 2103613769. Η έκδοση είναι επίσης διαθέσιμη στο διαδίκτυο http://rosalux.gr/publications
  3. Ο Σύρος πρόσφυγας, στην ιστορία του Γιώργου Τραγάκη, διασχίζει χιλιάδες χιλιόμετρα για να βρει μια ασφαλή γη Ο φράκτης στον Εβρο μετά από έναν χρόνο «Αριστερά» παραμένει στη θέση του. Οι πρόσφυγες πνίγονται στο Αιγαίο ή αντιμετωπίζονται σαν ανθρώπινα σκουπίδια στα σύνορα διάφορων ευρωπαϊκών κρατών. Όσοι καταφέρνουν να φτάσουν στον προορισμό τους αντιμετωπίζουν νέες δυσκολίες. Τρεις Ελληνες δημιουργοί μεταφέρουν σε κόμικς τις περιπέτειες των ανθρώπων που διάλεξαν να ζήσουν και αγωνίστηκαν για να το πετύχουν​. «Ιδού εγώ Ο Μετανάστης, ο Ξένος, ο Εξόριστος, ο Πρόσφυγας, ο Απατρις, ο Εκτοπισμένος αυτός που δεν θέλετε να δείτε αυτός που δεν έχει όνομα αυτός που πέρασε τη θάλασσα αυτός που άφησε πίσω του τη λεπτή κόκκινη γραμμή αυτός που φέρνει τους νεκρούς του μαζί του, πάνω του, μέσα του αυτός που δεν ήθελε να πολεμήσει…» Έτσι ξεκινά το σπαρακτικό ποίημα της Ηλέκτρας Αλεξανδροπούλου με τίτλο «Ιδού Εγώ», που «προλογίζει» την έκδοση «Το πιο κρύο καλοκαίρι – Τρεις πραγματικές ιστορίες προσφύγων» του ελληνικού παραρτήματος του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ. Το βιβλίο, με εξώφυλλο του Μάριου Λώλου, περιλαμβάνει τρεις συγκλονιστικές αφηγήσεις προσφύγων μεταφερμένες σε κόμικς από ισάριθμους Ελληνες δημιουργούς, καθώς και κείμενα του Μιχάλη Παναγιωτάκη («10 σημεία για τη γεωπολιτική συγκυρία της προσφυγικής κρίσης») και του Κωστή Τσιτσελίκη («Μεταναστευτικές πολιτικές στην Ελλάδα και την Ευρώπη: Ξέρουμε τι (δεν) θέλουμε;»). Οι δυο νεαροί Αφγανοί, στην ιστορία της Δ. Αδαμοπούλου, ετοιμάζονται για το μεγάλο ταξίδι. Ό,τι και να πάρουν μαζί τους δε θα είναι αρκετό. Στο εισαγωγικό τους σημείωμα, οι Martin Schirdewan, διευθυντής του Ευρωπαϊκού Γραφείου του Ιδρύματος, και Ιωάννα Μεϊτάνη, συντονίστρια του παραρτήματος στην Ελλάδα, επισημαίνουν: «Οι ιστορίες είναι βασισμένες σε πραγματικές αφηγήσεις προσφύγων που συναντήσαμε στην Αθήνα και στο Βερολίνο. Είναι ιστορίες τυχαίες, χωρίς ιδιαίτερες κορυφώσεις. Διαλέξαμε να τις μετατρέψουμε σε κόμικς για να ξεγελάσουμε τη δραματικότητα χωρίς να χάσουμε τη λεπτομέρεια της αφήγησης. Τα βασικά πρόσωπα των ιστοριών μας είναι άνθρωποι που θα μπορούσαν ίσως να είναι μέλη της οικογένειάς μας, φίλοι μας, γείτονες. Είναι όμως σίγουρα άνθρωποι που στο κοντινό μέλλον θα γίνουν οι συνάνθρωποί μας στις κοινωνίες μας, στους τόπους μας. Ας τους υποδεχτούμε». Τις συνεντεύξεις των προσφύγων πήραν οι Μύριαμ Κλαπή, Ηλέκτρα Αλεξανδροπούλου και Αλίκη Κοσυφολόγου και τη μεταφορά σε κόμικς ανέλαβαν οι Γιώργος Τραγάκης, Θανάσης Πέτρου και Δήμητρα Αδαμοπούλου. Πρωταγωνιστές στην ιστορία της Αδαμοπούλου («Προς τη Δύση») είναι ο Σαΐντ και ο Αλαμντάρ, δυο παιδικοί φίλοι από το Αφγανιστάν, δεκαέξι και δεκαεφτά χρόνων αντίστοιχα, που για να ξεφύγουν από τις επιθέσεις των Ταλιμπάν ο πρώτος και από την έκρυθμη κατάσταση στο Πακιστάν όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια ο δεύτερος περπατούσαν επί ενάμιση μήνα μέχρι να φτάσουν στα τουρκικά παράλια, από εκεί στην Ελλάδα και εντέλει στη Φρανκφούρτη και στο Όσλο. Απόσπασμα από το κόμικς της Δήμητρας Αδαμοπούλου «Θα ήθελα να τους γνωρίσω από κοντά, όχι τόσο για τη δουλειά μου αλλά σε προσωπικό επίπεδο, γιατί από το κείμενο της συνέντευξής τους που μου δόθηκε είδα πόσο δυνατοί άνθρωποι είναι και πόσο κουράγιο έχουν παρά τα όσα έχουν περάσει. Ο ένας από αυτούς μάλιστα ταξίδεψε μόνος του, δεκαέξι χρόνων παιδί. Πώς βρίσκεις δύναμη στα δεκαέξι σου να ξεκινήσεις τέτοιο ταξίδι και να αρχίσεις μια καινούργια ζωή σε μια ξένη χώρα χωρίς καν να μιλάς τη γλώσσα; Είναι απίστευτο το ότι το πέτυχε και ταυτόχρονα διατηρούσε το χιούμορ του και έλεγε αστεία καθώς του έπαιρναν τη συνέντευξη! Σέβομαι και θαυμάζω απεριόριστα αυτά τα παιδιά» τονίζει στην «Εφ.Συν.» η Δήμητρα Αδαμοπούλου. Η εικοσιτετράχρονη Χίμπα, στην ιστορία του Θανάση Πέτρου, φτάνει στη Μυτιλήνη για να συνειδητοποιήσει ότι νέα προβλήματα μόλις αρχίζουν Στην ιστορία του Θανάση Πέτρου («Ακόμα λίγους μήνες»), παρακολουθούμε την περιπέτεια της εικοσιτετράχρονης Χίμπα που έφυγε μαζί με την κόρη της από το Χαλέπι αρχικά και από τη Δαμασκό στη συνέχεια για να συναντήσει τον σύζυγό της στη Γερμανία. Περπάτημα στην Τουρκία, φουρτουνιασμένο Αιγαίο, μούσκεμα στη Μυτιλήνη με βοήθεια μόνο από τους εθελοντές, Αθήνα, Βελιγράδι και ύπνος στα πάρκα, νηστικοί και ταπεινωμένοι σε Ουγγαρία, Αυστρία, Μόναχο, Βερολίνο. Πώς είναι δυνατό να αποδοθεί σε κόμικς ένα τέτοιο ταξίδι επιβίωσης; Και σε ποιες λεπτομέρειες πρέπει να εστιάσει ο δημιουργός; «Δεν ήταν και τόσο εύκολη δουλειά, μια και έπρεπε να προκύψει ένα σενάριο που να σέβεται την πρωτότυπη αφήγηση και να είναι προσαρμοσμένο στους ρυθμούς και στις ανάγκες που έχουν τα κόμικς ως μέσο. Έδωσα μεγαλύτερο βάρος στο να δημιουργήσω μια αίσθηση ενιαίας ατμόσφαιρας, είτε πρόκειται για την ηλιόλουστη Λέσβο είτε για τη βροχερή Γερμανία» επισημαίνει ο Θανάσης Πέτρου. Απόσπασμα από το κόμικς του Θανάση Πέτρου Ένας ανώνυμος σαραντάχρονος Σύρος από τη Δαμασκό αφηγείται τη δική του βασανιστική πορεία στην ιστορία του Γιώργου Τραγάκη («Το πιο κρύο καλοκαίρι»). Η γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά του έμειναν πίσω μέχρι αυτός να προετοιμάσει το έδαφος για να τους υποδεχθεί. Συλληφθείς αρχικά από τη συριακή αστυνομία κατά τις πρώτες διαδηλώσεις εναντίον του καθεστώτος, κυνηγημένος στη συνέχεια από τον ISIS, διέσχισε σε άθλιες συνθήκες τη Συρία και την Τουρκία και με βάρκα έφτασε στην Ελλάδα για να καταλήξει αρχικά στην Ουγγαρία και μετά στο Αϊζενχούτενστατ. Παρά τα προβλήματα και τις συνεχείς προσβολές και ταπεινώσεις, προτιμά, περιμένοντας να γίνει δεκτή η αίτηση ασύλου του, να κλείσει την αφήγησή του λέγοντας για κάποιους από τους Γερμανούς που τον βοηθούν να ενταχθεί: "Γνώρισα μερικούς ανθρώπους που μας φέρονται σαν αδέρφια. Είναι απλοί, καλοί, ανοιχτόμυαλοι άνθρωποι". Για τους Ελληνες θα μπορούσε να λεχθεί κάτι τέτοιο; «Δυστυχώς σε όλη την Ευρώπη έχουμε αυτό που, εύκολα θα λέγαμε, μεγάλη ποικιλία ψυχοσυνθέσεων με απεριόριστα απρόβλεπτη συμπεριφορά. Είμεθα ικανοί για το καλύτερο και το χειρότερο» απαντά στην «Εφ.Συν.» ο Γιώργος Τραγάκης. Το τέλος του τεράστιου ταξιδιού μπορεί να είναι αίσιο για λίγους. Όχι για όλους. Aπόσπασμα από τη συμμετοχή του Γιώργου Τραγάκη. Πώς μπορεί, όμως, μια τέτοια έκδοση με εξαιρετικής ποιότητας έργα τέχνης να συμβάλει στη βελτίωση των ζωών των προσφύγων; Σε ποιους απευθύνεται και ποιος είναι ο στόχος των τριών δημιουργών κόμικς που συμμετέχουν; «Η βοήθεια προς τους πρόσφυγες δεν είναι ανάγκη να γίνεται πάντα απευθείας και να είναι μόνο οικονομική. Η έκδοση προσπαθεί να επικοινωνήσει ένα θέμα που σε πολλούς μπορεί να μην είναι τόσο γνωστό όσο σε άλλους» επισημαίνει ο Γιώργος Τραγάκης. Και ο Θανάσης Πέτρου συμπληρώνει: «Το βιβλίο προσπαθεί να κάνει γνωστές στο ευρύ κοινό τις ταλαιπωρίες που βιώνουν άνθρωποι οι οποίοι διεκδικούν το αυτονόητο, να ζουν δηλαδή σε ένα ασφαλές περιβάλλον μακριά από τον πόλεμο. Δείχνει, επιπλέον, ότι δεν πρόκειται για ανθρώπους "εξωπραγματικούς", η Χίμπα είναι μια κοπέλα που σπούδαζε γραφιστική στο πανεπιστήμιο. Ελπίζω να το διαβάσουν και άνθρωποι που δεν ασχολούνται με τα κόμικς». «Το πιο κρύο καλοκαίρι» με τις ιστορίες των Γιώργου Τραγάκη, Θανάση Πέτρου και Δήμητρας Αδαμοπούλου, σε εξώφυλλο του Μάριου Λώλου, κυκλοφορεί από το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ Τέλος, η Δήμητρα Αδαμοπούλου δηλώνει ότι στόχος της είναι οι νέοι και όλοι όσοι δεν κατανοούν το πρόβλημα που βρίσκεται πίσω από τις αιτίες της προσφυγιάς: «Θα ήθελα να διαβάσουν αυτήν την ιστορία οι νέοι κυρίως άνθρωποι που πιστεύουν ότι οι πρόσφυγες δεν έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν από το να θαλασσοπνίγονται στο Αιγαίο. Για να δουν ότι οι πρόσφυγες έχουν κι εκείνοι οικογένεια και φίλους και μια ολόκληρη ζωή που καταστράφηκε πίσω στην πατρίδα τους. Και ότι αυτά που πέρασαν για να φτάσουν ώς εδώ εμείς τα βλέπουμε μόνο στις ταινίες. Θέλω να τη διαβάσουν νέοι άνθρωποι που βλέπουν τον πρόσφυγα ως κάτι μακρινό και απειλητικό και να μπουν λίγο στη θέση αυτών των ανθρώπων, να καταλάβουν, όχι με τη λογική αλλά με το συναίσθημα». «Το πιο κρύο καλοκαίρι - Τρεις πραγματικές ιστορίες προσφύγων» διατίθεται δωρεάν από το Παράρτημα Ελλάδας του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ. Η έκδοση είναι διαθέσιμη στο διαδίκτυο, ενώ για αντίτυπα επικοινωνήστε με το Ίδρυμα (τηλ. 210 3613769, Καλλιδρομίου 17, 10680, Αθήνα). Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.