Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'Γιώργος Γούσης'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.


Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 30 results

  1. Το κλασικό ποίημα της κρητικής μεσαιωνικής λογοτεχνίας, του Βιτσέντζου Κορνάρου, διασκευασμένο από τους Παπαμάρκο, Ράγκο και Γούση σε σχέδιο του Γούση. Χωρισμένο σε 5 μέρη, όπως και το αυθεντικό ποίημα στο οποίο υποψιάζομαι πως μένει πιστό. Το σχέδιο δένει πάρα πολύ με το περιεχόμενο αφού βγάζει την λαϊκή ελληνική τέχνη έτσι όπως την ξέρουμε στα έργα του Θεόφιλου κτλ ενώ εκεί που πρέπει αποκτά περισσότερες διαστάσεις με σύγχρονο σχεδιασμό και σκηνοθεσία. Χρωματισμός πάρα πολύ έντονος, δεν είναι κακός σε καμία περίπτωση αλλά θα ήθελα να δω πως θα φαινόταν σε άλλο τόνο. Η έκδοση πάρα πολύ καλή, με αυτάκια, χρυσά ανάγλυφα γράμματα στο εξώφυλλο και μέσα και προσεγμένη στη λεπτομέρεια εσωτερική διακόσμηση και γραφιστική επιμέλεια. Θα έλεγα πως είναι υποδειγματικό. Κυκλοφόρησε σε 2000 αντίτυπα, ενώ είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Δημήτρη Αρμάου.
  2. Πήγαμε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Περάσαμε καλά. Γυρίσαμε πίσω. Σας τα είπαμε. Αλλά κάτι χρωστάγαμε. Για την ακρίβεια, χρωστάγαμε εκείνο το πράγμα που ήταν ανάμεσα στα 2-3 πιο ενδιαφέροντα κατά τις μέρες του φεστιβάλ. Κατά μία έννοια, τα πιο ζουμερά στοιχεία της φετινής διοργάνωσης ήταν πράγματα που δεν περιορίζονταν άμεσα σε αυτό που λέμε κινηματογράφο. Το πρώτο (και καλύτερο με τρομερή διαφορά από οτιδήποτε άλλο) ήταν η παράσταση - μονόλογος - stand-up του αιώνιου μπαμπά μας, John Waters. Το δεύτερο, λοιπόν, ήταν ένα κόμικ. Για να είμαστε πιο ακριβείς, ειλικρινείς και συγκεκριμένοι, ήταν ένα κόμικ το οποίο περιμέναμε πώς και πώς να δούμε, να πιάσουμε, να μυρίσ-εχμ, να το πάρουμε τέλος πάντων. Ήδη εδώ και δύο μήνες γνωρίζαμε ότι το φεστιβάλ ετοίμαζε μια επετειακή έκδοση κόμικ για τα 60 χρόνια ζωής του, την οποία θα αναλάμβαναν να πραγματοποιήσουν 3 από τους πιο ενδιαφέροντες σύγχρονους καλλιτέχνες του πεδίου τους. Έτσι, οι Γιώργος Γούσης, Παναγιώτης Πανταζής και Γεωργία Ζάχαρη (όλοι εκ των οποίων έχουν συνδεθεί τα τελευταία χρόνια με τον αγαπημένο Μπλε Κομήτη που δυστυχώς πρόσφατα σταμάτησε τη λειτουργία του) έγραψαν και σχεδίασαν μια ερωτική ιστορία που μιλά ταυτόχρονα για το σινεμά, για την τέχνη αλλά και -ναι καλά μαντέψατε- για την ίδια τη ζωή. Πέρα από την πλάκα, το Φεστιβάλ (όπως είναι ο τίτλος του κόμικ) είναι μια δουλειά που καταφέρνει να συλλάβει με τρομερή αμεσότητα την φεστιβαλική εμπειρία μέσα από μια βαθιά ανθρώπινη και ειλικρινή ιστορία δύο ανθρώπων που το ζουν σε τρεις διαφορετικές περιόδους της ζωής του(ς). Ο Σωτήρης και η Ντάρια, οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες του κόμικ, αλληλοδιαπλέκονται με την ιστορία του φεστιβάλ καθώς μπλέκουν τα μπούτια τους από τη νεότητα μέχρι την ωριμότητα, προσφέροντας μια αφήγηση ολοκληρωμένη και ικανοποιητική σε όλα της: στην συνοχή, στο συναίσθημα, στα κλεισίματα του ματιού, στο σχέδιο, στην ευαισθησία, στο χιούμορ, στο δράμα, στο φινάλε. Ξέραμε ότι οι τρεις κομίστες έριξαν πολλή, εντατική και συλλογική δουλειά προκειμένου να κάνουν αυτό το κόμικ πραγματικότητα, κι έτσι ανυπομονούσαμε να μιλήσουμε μαζί τους ώστε να μας πούνε πώς έφτιαξαν αυτό που έφτιαξαν ώστε να γίνει αυτό που έγινε. Όπως μας πληροφορούν από το κοντρόλ, το Φεστιβάλ ήδη έχει αρχίσει να βρίσκεται διαθέσιμο προς πώληση σε βιβλιοπωλεία της χώρας, αλλά μέχρι να το πιάσετε στα χέρια σας μπορείτε να διαβάσετε την παρακάτω εκτενή συζήτηση που κάναμε με τους τρεις δημιουργούς του στην Θεσσαλονίκη. Ελπίζουμε να την απολαύσετε. Ας το πιάσουμε από την αρχή. Πότε και πώς ξεκίνησε αυτό το πράγμα και, κυρίως, πώς μπλέξατε έτσι; Γιώργος Γούσης: Τηλεφώνησαν σε μένα και μου είπαν ότι θέλουν να φτιάξουν ένα κόμικ με αφορμή τα 60 χρόνια του φεστιβάλ. Κάναμε ένα ραντεβού κι ήταν πολύ γενικό αυτό που μου είπανε. Ένα κόμικ για φεστιβάλ, αυτό. Στην αρχή μου φαινόταν ακατανόητο τι μπορεί να είναι. Ήξερα όμως σίγουρα τι δεν ήθελα να κάνω: κάτι πληροφοριακό, ιστορικό, μια αναδρομή κ.λ.π. Παναγιώτης Πανταζής: Κάτι που να μην είναι βαρετό τέλος πάντων. ΓΓ: Εγώ τους είπα ότι θα με ενδιέφερε να κάνω μια ανθρώπινη ιστορία. Μια ιστορία δύο ανθρώπων που με κάποιον τρόπο ζουν στο φεστιβάλ. Συμφώνησαν, και μου είπαν ότι θέλουν κάτι μεγάλο, φάση 80-100 σελίδες. Τους είπα λοιπόν ότι πρέπει να φτιαχτεί μια ομάδα, δεδομένου ότι αυτή η κουβέντα έγινε Απρίλιο προς Μάιο, οπότε δεν υπήρχε πολύς χρόνος. Έτσι μίλησα κι εγώ με τα παιδιά και μετά από 3-4 μέρες έγινε κι επίσημα η πρόταση: θα είμαστε τρεις, δεν θα είναι βοηθοί μου αλλά θα είμαστε ομάδα (ήταν σημαντικό για εμάς να υπάρχει μια ισότιμη σχέση), θα γράψουμε μια ερωτική ιστορία, ο ένας θα είναι σκηνοθέτης κι η άλλη θα είναι κριτικός κινηματογράφου. Κι αρχίσαμε να γράφουμε το σενάριο. Η πρόταση λοιπόν γίνεται στον Γιώργο κι αυτός έπειτα το προτείνει σε εσάς. Εσείς γιατί δεχτήκατε; Τι σας έπεισε εκείνη τη στιγμή; ΠΠ: Καλά εγώ γενικά γουστάρω να δουλεύω με τον Γιώργο. Δουλεύουμε παρέα χρόνια, είμαστε φίλοι και συνεργαζόμαστε ωραία. Θα ήταν λοιπόν και μια νέα πρόκληση να το κάνουμε αυτό το πράγμα. Πέρα απ’ το ότι από μόνο του θα ήταν μια μεγάλη κι ωραία δουλειά, ήθελα πρώτα απ’ όλα να κάνουμε ξανά μαζί κάτι με το Γιώργο. Γεωργία Ζάχαρη: Ή και να κάνουμε για πρώτη φορά μαζί κάτι. Με τον Γιώργο είχαμε δουλέψει μαζί σε δύο ιστορίες του Μπλε Κομήτη κι ήταν μια πολύ ωραία διαδικασία. Κάποια στιγμή λοιπόν με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: ‘Έχεις καμιά δουλειά το καλοκαίρι;” Ε, με το που το άκουσα απλά είπα ναι, ουάου, πού υπογράφω; Εγώ ας πούμε που γενικά έχω δουλέψει λιγότερο καιρό στον χώρο δεν είχα καν την αίσθηση του πόσο μεγάλο μπορεί να είναι όλο αυτό. Ήταν πολύ ωραία διαδικασία κι είμαι πολύ χαρούμενη που είχα την ευκαιρία να το κάνω αυτό τόσο νωρίς στην πορεία μου. ΓΓ: Θα υπήρχε ελευθερία, θα είχε καλή αμοιβή, θα ήταν σε καλές συνθήκες εργασίας μαζί με τους φίλους μου και θα είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε ένα μεγάλο κόμικ που δεν θα είναι κλασικά αφιερωματικό, χρονογραφικό ή πληροφοριακό – και να κάνουμε μια πραγματικά τωρινή και ζωντανή ερωτική ιστορία. Θέλαμε κάτι ουσιαστικό και σημερινό. ΠΠ: Κι ήταν επίσης μια ευκαιρία να φτιάξουμε κάτι που θα πάει σε ένα τελείως διαφορετικό κοινό από τα κόμιξ (που είναι ένα κοινό συγκεκριμένο και περιορισμένο) και θα είναι μια ιστορία που θα αφορά τον οποιονδήποτε. Είναι κάτι πιο μεγάλο. Το κόνσεπτ πώς πήρε την τελική του μορφή; ΠΠ: Θέλαμε κάθε κεφάλαιο από τα τρία να χωράει μέσα σε μία πρόταση. Στο πρώτο είναι νέοι, γνωρίζονται κι ερωτεύονται. Στο δεύτερο έχει ο καθένας την προσωπική του εξέλιξη αλλά έχουν χωρίσει. Στο τρίτο έρχεται το closure. ΓΓ: Το παρελθόν θα ήταν η νεότητά τους, το παρόν το peak της ενήλικης ζωής τους και το μέλλον εκεί που καταλαγιάζουν. ΓΖ: Κι αυτό που επεξεργάζεται το κόμικ είναι ουσιαστικά η σχέση ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη. Σας άγχωσε το ότι είναι ένα κόμικ που ουσιαστικά συνθέτει τις εμπειρίες τόσων πολλών ανθρώπων από το φεστιβάλ; Όχι το τι ταινίες είδανε, αλλά το ποιους ανθρώπους γνωρίσανε, με ποιους μιλήσανε, με ποιους πηδήχτηκαν, όλα αυτά. ΓΓ: Βασικά, αυτός ήταν ο σκοπός μας. Όταν ο πρώτος που το διάβασε μας είπε ότι “είναι πολύ φεστιβαλικό” κι ότι είναι όντως σα να είσαι στο φεστιβάλ, λέμε οκ, αυτό είναι. ΓΖ: Δείχνει ότι το έχεις ζήσει αυτό το πράγμα. Μια φίλη μου που σπουδάζει κινηματογράφο στη Θεσσαλονίκη και το ζει εδώ και πέντε χρόνια, μου είπε: “Α, είναι εγώ”. ΠΠ: Αλλά αυτό είναι το γαμάτο. Είδε τον εαυτό της η φίλη σου που σπουδάζει σινεμά, αλλά είδαν τον εαυτό τους και άνθρωποι που είναι 45 χρονών, ή και πιο μεγάλοι – είδαν πολλοί άνθρωποι τους εαυτούς τους μέσα σ’ αυτό. Αυτό είναι το πρώτο feedback που μας κάνει να χαιρόμαστε. Ότι πάρα πολλοί άνθρωποι αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους. Θέλω να γυρίσουμε στο πώς το δουλέψατε. Το σινεμά είναι πάντα μια πολύ συνεργατική τέχνη και εμπειρία. Τα κόμιξ μπορεί να γίνουν πολύ ατομική δουλειά. Εσείς όμως δουλέψατε εντελώς συλλογικά. ΠΠ: Σε εμάς όλα συνέβαιναν συλλογικά και ταυτόχρονα. Το συζητήσατε από πριν; Ψάξατε μια μεθοδολογία για να δουλέψετε συλλογικά; ΠΠ: Δεν το συζητήσαμε και πάρα πολύ. Αρχικά ήταν το γράψιμο, που ήταν το πιο εύκολο. Ήμασταν τρία άτομα σε ένα δωμάτιο, λέγαμε τις ιδέες μας και τις γράφαμε. Το γράφαμε σιγά σιγά, το διαβάζαμε, το ξαναγράφαμε. ΓΖ: Όλο αυτό βέβαια δεν είναι κάτι που συμβαίνει γενικά στα κόμιξ. ΠΠ: Ξέραμε γενικά τι χρειαζόμαστε και τι περιμένει ο ένας από τον άλλο. Για παράδειγμα, εγώ με τον Γιώργο έχουμε δουλέψει αρκετά μαζί, οπότε χρειαζόμασταν την Γεωργία που θα έφερνε μια διαφορετική φωνή. Κι επίσης ήταν απαραίτητη μια γυναικεία φωνή, γιατί ας πούμε αν το γράφαμε δυο άντρες, οκ, κάτι θα έβγαινε αλλά δεν θα έμοιαζε τόσο αυθεντική η γυναικεία φωνή. Και στο τέλος αυτές οι φωνές έφτασαν να μην ξεχωρίζουν, να μην καταλαβαίνεις ποιος έχει γράψει τι. ΓΓ: Υπήρχαν κι εύκολες λύσεις για να το δουλέψουμε. Για παράδειγμα, υπήρχαν τρία κεφάλαια. Θα μπορούσαμε να πάρουμε ένα ο καθένας. Για κάποιον λόγο, ίσως από διαίσθηση, δεν μας βγήκε αυτό. Μας βγήκε πολύ άνετα το άλλο, το να δουλέψουμε τα πάντα μαζί. Αλλιώς θα έμοιαζε με μια δουλειά που απλά δεν προλάβαινε να την κάνει ένας οπότε την έκαναν τρεις. Κι εγώ το είχα στο μυαλό μου να υπάρχει μια κίνηση στο σχέδιο, να είναι ένα πράγμα που είναι συνέχεια παλλόμενο. Έτσι, όπως θα άλλαζε συνεχώς η ιστορία που είναι αρκετά σουρεαλιστική, θα άλλαζε και το σχέδιο. Όλα ήταν ένα μείγμα. ΠΠ: Καταρχάς, στήσαμε γραφείο όλοι μαζί. Ήμασταν στο σπίτι μου κι έρχονταν καθημερινά 9 το πρωί τα παιδιά. Φεύγανε 10, 11, 12 το βράδυ – όσο χρειαζόταν κάθε φορά. Ήμασταν όλη μέρα μαζί. Τρία σχεδιαστήρια μέσα, όλα ταυτόχρονα. ΓΖ: Στο γράψιμο βγήκε οργανικά όχι μόνο το τι θα έκανε ο κάθε χαρακτήρας, αλλά και το πώς κατέληξε συνολικά το κόμικ. Κάποια στιγμή καταλάβαμε ότι κάναμε πράγματα με παρόμοιο τρόπο χωρίς να το έχουμε συζητήσει. ΠΠ: Ναι, συνειδητοποιήσαμε ότι κάθε κεφάλαιο τελειώνει όπως ξεκινάει. Στον ίδιο χώρο. Δεν το κάναμε επίτηδες, απλά μας βγήκε χωρίς συνεννόηση. Το πρώτο ξεκινάει και τελειώνει σε τουαλέτα, το δεύτερο σε αίθουσα σινεμά και το τρίτο σε γραφείο. Μου φαίνεται ότι όλο αυτό έχει έναν μικρο-ουτοπικό χαρακτήρα, δηλαδή το πώς να φτιάχνεις τέχνη ρίχνοντας τείχη κατά την διάρκεια. Κάνοντας συλλογικά κάτι που θεωρητικά γίνεται πιο εύκολα ατομικά, και κάνοντάς το και καλύτερα τελικά. ΓΖ: Ρίξαμε και τείχη σε προσωπικό επίπεδο. Επειδή χρειάζεται να βγάλεις πολύ συναίσθημα και πολλές δικές σου αναμνήσεις στο τι γράφεις, σίγουρα υπήρξαν φάσεις που μοιραστήκαμε πράγματα σε βαθμό ακραίο, σε φάση “ώπα ώπα ώπα”. Έχω μοιραστεί με τα παιδιά πράγματα που δεν θα μοιραζόμασταν αλλιώς. Ήθελα να στο ρωτήσω αυτό Γεωργία. Οι άλλοι δύο, όντας χρόνια συνεργάτες και φίλοι, είχαν μοιραστεί ήδη πολλά μεταξύ τους. Για σένα πώς λειτούργησε αυτή η δυναμική; ΓΖ: Είχε γίνει ένα καλό βήμα με την έννοια ότι με τον Γιώργο γνωριστήκαμε και συνεργαστήκαμε πρώτη φορά πέρσι τέτοια εποχή. Ήδη από τότε σε αυτό που δούλευα και επιμελούταν ο Γιώργος για τον Μπλε Κομήτη είχε αρχίσει να μπαίνει το βίωμα πολύ έντονα. Αλλά εδώ σίγουρα it got too real σε κάποιες φάσεις. Για μένα όμως είναι μόνο θετικό αυτό. ΠΠ: Είχε παίξει πάντως και λίγο bonding πριν ξεκινήσουμε να δουλεύουμε. Είχαμε έρθει και μαζί Θεσσαλονίκη να κάνουμε έρευνα για το κόμικ. ΓΓ: Πάντως νομίζω ότι το βασικό δεν είναι αν μπορείς να εκφράσεις τα συναισθήματά σου αλλά αν μπορείς να καταλαγιάσεις τον εγωισμό σου. Μου φαίνεται ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν έχει καταλαγιάσει επίσης μέσα σου το ποια θες να είναι η ψυχή της ιστορίας, το ποιον κοινό σκοπό υπηρετείς. ΠΠ: Πάντως τόση ώρα το λέμε λες και βγήκε νεράκι… Ντάξει, ήμασταν τυχεροί που κύλησε, αλλά προφανώς είχαμε και διαφωνίες και προβλήματα. Αλλά αυτό μας έδινε και κίνητρο. Είχε δυσκολίες που το έκαναν και πιο ενδιαφέρον στην τελική. Και μας έκανε κι ακόμα πιο χαρούμενους που το τελειώσαμε. Ξέρεις, ότι το κάναμε τελικά. ΓΓ: Ήταν και ρεκόρ χρονικό. Σχεδιάσαμε 180 σελίδες σε 2 μήνες. Κι ήταν και ένα προσωπικό στοίχημα: “Θα αντέξω με 2 ανθρώπους 12 ώρες τη μέρα επί 2 μήνες συνεχόμενα;” ΠΠ: Ακόμα και τον Δεκαπενταύγουστο πήγαμε όλοι μαζί στο εξοχικό του Γιώργου και δουλεύαμε. Ας πούμε για μένα που έχω δική μου οικογένεια ήταν περίεργο να είμαι τόσο μακριά τους. Αλλά σκέψου ότι ακόμα και τις διακοπές τις περάσαμε οι τρεις μας δουλεύοντας, απλά αλλάξαμε σκηνικό για να μην λαλήσουμε. Και μερικά πρωινά κάναμε και κανένα μπάνιο… Όχι εντάξει, καλά κάνατε και κάνατε μπάνιο, δεν κρίνουμε. Πείτε μου λίγο και για τα stories που ανεβάζατε συνεχώς στο Instagram αυτό το δίμηνο. Λειτουργούσε πολύ ιντριγκαδόρικα ως teasing. ΠΠ: Ναι, γιατί δεν είχαμε ανακοινώσει τίποτα για το πρότζεκτ. ΓΖ: Με έπιαναν φίλοι που δεν τους είχαμε πεί τίποτα και μου λέγανε “ΤΙ ΚΑΝΕΤΕ”. Ας πούμε η εικόνα που είχα εγώ ήταν ότι είχαν καταρρεύσει οι ζωές σας κι απλά σας βάλανε οι κοντινοί σας άνθρωποι σε καραντίνα μπας και την παλέψετε, σαν self-help κοινότητα. ΓΓ: Ήταν όντως μια απορία: “Τρεις κομίστες μαζί, τι κάνουνε;” ΠΠ: Και γιατί είναι συνέχεια μαζί, όλη μέρα, μέχρι το βράδυ; Τα stories λοιπόν τα κάναμε κυρίως ενδιάμεσα, στα διαλείμματα, όταν κουραζόμασταν. Ακούγαμε ό,τι να ‘ναι μουσική συνέχεια για να είμαστε όλοι ικανοποιημένοι κι έτσι μας έβγαιναν διάφορα πράγματα. ΓΓ: Ούτε καν οι συνάδελφοί μας στον χώρο των κόμιξ δεν ξέρανε τι κάνουμε. Έδινε την αίσθηση του απρόσμενου. Και θέλω να δω ποια θα είναι η αντίδρασή τους όταν το διαβάσουνε. Πάντως, βλέποντας τα stories κάθε μέρα (όχι ότι είμαι όλη μέρα στο ίντερνετ), αυτή η δημιουργική επαφή που είχατε έδωσε μια συνεκτική καλλιτεχνική υφή και σε αυτά. ΠΠ: Ναι, αναπτύξανε συγκεκριμένα μοτίβα οπτικά και ηχητικά. Είχαν ρόλους και χαρακτήρες. Με ένα καλό μοντάζ βγαίνει ένα video art πολύ καλύτερο από τα μισά experimental πράματα που βλέπουμε στα φεστιβάλ. ΠΠ: Κι επίσης βγαίνει ένα πολύ καλό ημερολόγιο του πώς μακραίνανε τα μαλλιά μου και τα γένια μου. Πώς ήταν λοιπόν όλο αυτό όταν τελείωσε η κοινοτική εμπειρία δουλειάς; Είχατε post-partum depression; ΓΓ: Εγώ ξανάρχισα να έχω τα προβλήματα που είχα και πριν. Δεν τα είχα κατά τη διάρκεια, και μετά επανήλθανε. Τα προβλήματα, τους προβληματισμούς, τα άγχη. ΠΠ: Κι εγώ. Είναι σημαντικό αυτό που λέτε. ΓΓ: Έχει και μια παθογένεια αυτό βέβαια. Ο μεγάλος κόπος, η μεγάλη ενέργεια, το μεγάλο δόσιμο, το όραμα να βγει κάτι που ξαφνικά σου τρώει όλη την ύπαρξη. Έχει μια παθογένεια λοιπόν, αλλά ταυτόχρονα λες: “τουλάχιστον έχω αυτό”. ΓΖ: Εμένα μου έχει δημιουργήσει ένα πολύ μεγαλύτερο δημιουργικό άγχος το τέλος του κόμικ. Ακόμα δε μπορώ να πιάσω μολύβι με άνεση. Κουράζομαι, δε θέλω. Είναι αυτό το πράγμα που κλείνει ένα πρότζεκτ στο οποίο είχες αφιερώσει ένα πάρα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής σου, των ιδεών σου και της δημιουργικότητάς σου. Αλλά μ’ έχει πιάσει και μια φάση τύπου: “πότε θα μπορέσω να έχω ξανά μια τόσο καλή ιδέα;”. Προφανώς το ξέρω ότι κάποια στιγμή θα έρθει, αλλά σου δημιουργεί ένα βαθύ υπαρξιακό άγχος. Σόρι κιόλας που εστιάζω τόσο πολύ στο κομμάτι της δημιουργικής διαδικασίας, αλλά αυτό με ενδιαφέρει περισσότερο. Εννοώ, το αποτέλεσμα είναι αυτό που είναι. Έχει φύγει πια από εσάς, το παίρνει ο άλλος και το κάνει ό,τι θέλει. ΓΖ: Ναι, κι εγώ νομίζω ότι είναι πολύ πιο ενδιαφέρον. Το να μιλήσουμε για κάθε καρέ δεν έχει νόημα. Διάβασέ το και θα καταλάβεις, ή βάλε εσύ την ερμηνεία σου. ΠΠ: Και δεν μας πέφτει και λόγος πλέον. Πιστεύετε ότι έκανε καλό στο κόμικ που δεν είστε από την Θεσσαλονίκη; ΠΠ: Ναι, εγώ το πιστεύω. Γιατί ξέραμε την πόλη μέσα από το context του φεστιβάλ περισσότερο παρά μέσα από την καθημερινότητα της Θεσσαλονίκης. Έτσι κι αλλιώς, τις μέρες του φεστιβάλ η Θεσσαλονίκη είναι κάτι άλλο – εικάζω. Επομένως εμείς ξέροντάς την σ’ αυτήν την μορφή εστιάσαμε σε αυτό. Αλλά έχουμε και σημεία άσχετα με το φεστιβάλ, κυρίως όταν οι ίδιοι οι χαρακτήρες θέλουν να βγουν από το context του φεστιβάλ. Πάνε στο γήπεδο, στο πατσατζίδικο κ.λ.π. ΓΓ: Ούτως ή άλλως, στο κόμικ ο ένας είναι Θεσσαλονικιός κι η άλλη δεν είναι, οπότε υπάρχουν κι οι δύο οπτικές γωνίες. Τι feedback έχετε μέχρι τώρα αυτές τις μέρες που είστε εδώ; ΓΖ: Πολύ θετικό. ΠΠ: Πολύ ενθουσιώδες, ναι. Αλλά θα μου άρεσε να συζητήσω και με κάποιον που θα μου πει τι δεν του άρεσε. ΓΓ: Νομίζω είναι τόσο συναισθηματική και ανθρώπινη η ιστορία που κανείς δεν κάθεται να αναλύσει τεχνικές κλπ. Σου λένε ότι συγκινήθηκαν, ότι γέλασαν. Πάντως, ως εξωτερικός προς τη δημιουργία κόμιξ αλλά έχοντας μια επαφή με το πώς είναι να δουλεύεις γύρω από την τέχνη στην Ελλάδα, έχω να πω ότι το Φεστιβάλ είναι μια μεγάλη δουλειά, φουλ επαγγελματική, για έναν μεγάλο θεσμό πολιτισμού κλπ. Ήσασταν λοιπόν εσείς οι τρεις αυτοί που το κάνανε – και μπράβο σας. Πώς το διαχειρίζεστε αυτό; ΠΠ: Πρώτα απ’ όλα, είναι ένας από τους λόγους που είμαστε περήφανοι. ΓΓ: Απ’ την αρχή μια αγωνία μου ήταν να μην πει κανείς ότι το αποτέλεσμα δεν είναι αντάξιο του μεγέθους της δουλειάς, γιατί τα δεδομένα ήταν γνωστά από την αρχή, πριν βγει το αποτέλεσμα. Ξέραμε ότι είναι μεγάλη δουλειά, μεγάλος θεσμός, ότι θα έχει όλα τα μάτια πάνω του. Πιστεύαμε όμως ότι θα είναι αντάξιο, κι ελπίζουμε να είναι κιόλας. Η ιδέα ήταν αυτή: όσο επαγγελματικές ήταν οι συνθήκες, άλλο τόσο επαγγελματικό να ήταν και το αποτέλεσμα. Το βρίσκω σημαντικό αυτό, γιατί εν γένει ο κόσμος είναι κάπως συνηθισμένος στο να αποδεικνύονται αρπαχτές τέτοια πράγματα. Ξέρεις, κάτι επετειακό, αφιερωματικό… ΓΓ: Ήταν στο χέρι μας να δώσουμε κάτι πρόχειρα φτιαγμένο, αλλά δεν το κάναμε. Είναι στάση ζωής το να δίνεις τον καλύτερό σου εαυτό σε όλα όσα κάνεις, είτε είναι μόνο για σένα είτε είναι για ένα μεγάλο έργο όπως εδώ. ΠΠ: Ήταν σημαντικό για μας ότι, μετά από τόσα χρόνια στον χώρο των κόμιξ με πολλές δυσκολίες, μπορούμε να πούμε ότι επιτέλους η αμοιβή έφτασε να ταιριάζει σε αυτό που κάνουμε. Μετά όμως δεν πικραίνεσαι λίγο παραπάνω που η κανονικότητα της δουλειάς στην τέχνη είναι γενικά τόσα λέβελ πιο κάτω σε δυνατότητες δίκαιης αμοιβής και αναγνώρισης; ΠΠ: Εγώ σκέφτομαι πώς θα ξαναγίνει να κάνω κι άλλη τέτοια δουλειά, που να ταιριάζει ο κόπος μου με την αμοιβή μου. ΓΓ: Απογοήτευση δεν είναι, γιατί είναι μια πραγματικότητα γνωστή. Απογοητεύεσαι όταν πετάς στα σύννεφα και ξαφνικά κάτι σε επαναφέρει στην πραγματικότητα. Να δούμε πώς θα πάει πάντως, μερικές φορές όταν γίνεται ένα βήμα αυτό μπορεί να σημαίνει κάτι θετικό και για την γενικότερη σκηνή και το γενικότερο καλό. Κάτι παρόμοιο συνέβη όταν βγήκε το Logicomix, όταν βγήκε ο Ερωτόκριτος κ.λ.π. To γεγονός ότι όλο αυτό ήταν μια τόσο ικανοποιητική εμπειρία σε τόσα πολλά επίπεδα εξισορρόπησε κάπως για εσάς το κλείσιμο του Μπλε Κομήτη; ΠΠ: Για όλους μας υπήρχε προσωπική εμπλοκή, οπότε μας επηρέασε. ΓΓ: Για μένα ήταν μια τρελά κωλόφαρδη συνθήκη, γιατί υποψιαζόμουν πως το περιοδικό μπορεί να μην έχει και πολύ μέλλον – όχι γιατί δεν πήγαινε καλά αλλά γιατί είχε φτάσει σε ένα επίπεδο που ήξερες ότι δεν θα καλυτερεύσει πια. Οπότε πλέον σπαταλούσαμε ενέργεια και χρήματα σε ένα πράγμα που εμείς θεωρούσαμε ότι είναι καλό αλλά έχει κι ένα ταβάνι. Αυτό το ταβάνι ήταν κάτι που είχε αρχίσει να με κουράζει. Έτσι, με το που έκλεισε το ένα πράγμα, ξεκίνησε ένα άλλο στο οποίο μπήκα κατευθείαν, έδωσα όλη μου την ενέργεια και το αποτέλεσμα μας χαροποίησε. Ήταν τυχερό για μένα το γεγονός ότι το ένα ήρθε και καπάκωσε το άλλο. Είναι σα να ερωτεύεσαι κατευθείαν αφού χωρίσεις, πράγμα σπάνιο γενικά. Κάτι ακόμα θέλω να σας ρωτήσω. Το κόμικ έχει κάτι πολύ ιδιαίτερο που νομίζω λείπει από το σύγχρονο ελληνικό σινεμά σε σημαντικό βαθμό. Αποπνέει μια αυθεντική φυσικότητα στο γράψιμο των χαρακτήρων και των διαλόγων, μοιάζουν τέλος πάντων αληθινοί άνθρωποι. Έχετε σκεφτεί ότι υπάρχει κάτι στην προσέγγισή σας που θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο στους Έλληνες σκηνοθέτες ή σεναριογράφους; ΠΠ: Εγώ χαίρομαι που το λες αυτό γιατί γενικότερα είναι από τις βασικές μου αγωνίες απ’ όταν πρωτοάρχισα να φτιάχνω τις δικές μου ιστορίες. Στην αρχή δούλευα πάνω στα σενάρια άλλων και μετά άρχισα να φτιάχνω τα δικά μου. Συνειδητοποίησα τελικά ότι αυτό μου αρέσει περισσότερο για διάφορους λόγους. Αλλά είναι μια πολύ βασική αγωνία για μένα αν οι άνθρωποι που γράφω μιλάνε σαν κανονικοί άνθρωποι ή αν μιλάνε σαν άνθρωποι-που-είδαμε-κάπου-αλλού-να-το-κάνουν. Αυτό είναι tricky φυσικά αν θα το καταφέρεις, αλλά το πώς κάποιοι δεν το καταφέρνουν καθόλου με εκπλήσσει μερικές φορές. Ίσως το κλειδί είναι να τσεκάρεις συνέχεια τον εαυτό σου και να μην νιώθεις ποτέ υπερβολικά σίγουρος γι’ αυτό που έκανες. ΓΓ: Το να φτιάχνεις ταινίες είναι μια διαδικασία-κυκεώνας με μίτινγκς πάνω σε μίτινγκς συνεχώς, και χάνεται εύκολα η μπάλα ακόμα κι αν έχεις μια καλή ιδέα στο μυαλό σου. Ακόμα στα κόμιξ υπάρχει μια μεγάλη ελευθερία. Έχεις μια ωραία ιδέα, την ζωγραφίζεις, βγαίνει. Έχει ακόμα αυτή την γοητεία του πράγματος που λέει ότι εφόσον μπορείς να το ονειρευτείς τότε μπορείς και να το κάνεις. ΓΖ: Ναι, εντάξει, αλλά μόνο αν ξέρεις να γράφεις κιόλας. ΓΓ: ΟΚ, ο άλλος μπορεί να μην το έχει κιόλας, ναι. Πολλές φορές ο άλλος θέλει απλά να κάνει μια ταινία, και για την κάνει μπορεί και να πουλήσει την ψυχή του στον διάολο. Για μένα δεν ξεκινάει απ’ το ότι απλά θέλω να κάνω ένα κόμικ. Ξεκινάει απ’ το ότι θες να πεις αυτήν την γαμημένη ιστορία. Έχεις ανάγκη να την πεις, και θα βρεις έναν τρόπο. Πιστεύετε ότι την συγκεκριμένη ιστορία θα την είχατε πει με κάποιον άλλον τρόπο αν δεν είχε κάτσει αυτό το κόμικ; ΓΖ: Κάποιες πλευρές της σίγουρα. Αλλά αν το είχε κάνει ο καθένας μόνος του τότε θα είχε βγει κάτι πολύ διαφορετικό. Ήμασταν 3 άνθρωποι που βάλαμε φουλ τις εμπειρίες μας μέσα σε αυτό. Έχει ένα εύρος εμπειριών και συναισθημάτων που δεν θα το είχε αν το έκανε ο καθένας μόνος του. Δεν θα ήταν το ίδιο. ΓΓ: Εγώ πάντα σκεφτόμουν ότι θα ήθελα να κάνω ένα love story, κάτι που θα βγει κατευθείαν από το συναίσθημα. Κι αυτή εδώ ήταν η καλύτερη ευκαιρία για να το κάνω. Θέλω να μάθω δύο τελευταία πράγματα. Πρώτον, ποιος είπε την λέξη ερωτιδέας ώστε να την βάλετε μέσα; ΓΓ: Εγώ το σκέφτηκα. Δεύτερον, ποιος σκέφτηκε το λογοπαίγνιο Προοικονομίδης; ΓΓ: Πάλι εγώ. Μάλιστα. O Γιώργος Γούσης γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα. Από το 2006 έχει συνεργαστεί ως εικονογράφος και δημιουργός κόμικ με την πλειονότητα των εντύπων και των εκδοτικών οίκων της Ελλάδας. Το 2012 κυκλοφόρησε την συλλογή σύντομων ιστοριών «Αθώες Εποχές» (εκδόσεις ΚΨΜ), ενώ το 2016 συνεργάστηκε με τους συγγραφείς Δημοσθένη Παπαμάρκο και Γιάννη Ράγκο για την διασκευή του Ερωτόκριτου του Βιτσέντζου Κορνάρου σε κόμικ (εκδόσεις Polaris). Aπό το 2017 έως και το 2019 ήταν αρχισυντάκτης στο περιοδικό με κόμικ «Μπλε Κομήτης». O Παναγιώτης Πανταζής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα, όπου ζει και ζωγραφίζει. Σταθερός συνεργάτης του περιοδικού «9» τα τελευταία 5 χρόνια της κυκλοφορίας του, δημοσίευσε το πρώτο άλμπουμ του με κόμικς το 2007 (Common Comics #1, Giganto). Ακολουθούν 15 κυκλοφορίες σε συνεργασία με εκδοτικούς οίκους όπως Giganto, ΚΨΜ, Jemma, 9η Διάσταση ή σε αυτοεκδόσεις. Από το 2011 έχει κυκλοφορήσει πάνω απο 400 online comic strips σε σειρές στο socomic.gr (Kλειδωμένος Ρυθμός, Mαρμελάδα Κεράσι, King Panda Forever κα). Είναι συνεργάτης του περιοδικού «Μπλε Κομήτης» (Polaris) από το πρώτο τεύχος. Πιο πρόσφατη κυκλοφορία του, το «Στα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα, σε σενάριο Γιάννη Ράγκου, από τις εκδόσεις Polaris (Mάρτιος 2018). Η Γεωργία Ζάχαρη γεννήθηκε το 1994 στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία και Θεωρία της Τέχνης στην ΑΣΚΤ. Δραστηριοποιείται στον χώρο των κόμικς από το 2017. Έχει δείξει δουλειά της σε πέντε αυτοεκδόσεις, ενώ έχει συνεργαστεί σε δύο ιστορίες με το περιοδικό «Μπλε Κομήτης». Το 2018 τιμήθηκε με το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Καλλιτέχνη στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς. Και το σχετικό link...
  3. Καταξιωμένοι σκιτσογράφοι, 14 στον αριθμό, με... όπλο το πενάκι τους, τεκμήρια και ιστορικά δεδομένα, έγραψαν τις δικές τους, σκληρές ιστορίες για την Αθήνα της περιόδου 1941-1944. Πείνα, κακουχίες, δολοφονίες, τρομοκρατία και μια απίστευτη σκληρότητα. Έτσι έζησε τη γερμανική κατοχή η Αθήνα (1941-1944), ενώ είναι ενδεικτικό πως στον λιμό του χειμώνα 1941-1942 πέθαιναν καθημερινά περίπου 700 άτομα. Εικόνες της πρωτοφανούς αγριότητας που στοίχειωσαν την συλλογή μνήμη, αλλά και καθημερινές στιγμές, με τη ζωή να συνεχίζεται σε πολλά σπίτια, καταγράφει μια ειδική έκδοση, που αποτελεί την πρώτη με ιστορίες της Κατοχής σε κόμικ. Δεκατέσσερις καταξιωμένοι comic artists, χρησιμοποιώντας τεκμήρια και ιστορικά δεδομένα, δημιούργησαν τις δικές τους σκληρές ιστορίες, κάποιες από τις οποίες είναι βασισμένες σε ντοκουμέντα, κάποιες άλλες σε προσωπικές μαρτυρίες και κάποιες μυθοπλαστικές, όλες όμως αφορούν την Αθήνα κατά την ταραγμένη περίοδο της ναζιστικής Κατοχής. "Πουθενά", Λέανδρος «Στόχος μας δεν ήταν να παρουσιάσουμε ένα ηρωικό πρότυπο. Η Αθήνα την περίοδο εκείνη δεν ήταν μόνο αντάρτες και δοσίλογοι, αντιστασιακοί και μαυραγορίτες, η ζωή δεν ήταν άσπρο-μαύρο. Η κοινωνία έχασε ένα μεγάλο μέρος από τον συνεκτικό της ιστό, αλλά η καθημερινότητα συνεχιζόταν στις γειτονιές και μέσα στα σπίτια. Θέλαμε να κάνουμε ένα πάντρεμα της ιστορίας και της δημόσιας ιστορίας, με εικόνες και λόγια που συγκινούν μέχρι σήμερα», λέει στο «Έθνος της Κυριακής», ο ιστορικός τέχνης και διδάσκων το μάθημα Ιστορία των Κόμικ στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, Γιάννης Κουκουλάς, ο οποίος επιμελήθηκε την έκδοση μαζί με τον ιστορικό, Μενέλαο Χαραλαμπίδη. Το βιβλίο έχει τίτλο «Ένα γλυκό ξημέρωμα», δανειζόμενο το αγραμμοφώνητο ρεμπέτικο τραγούδι του ΕΛΑΣίτη λοχαγού, Νίκου Δημόπουλου ή Τούντα, που αφορά το μπλόκο της Κοκκινιάς. Ο Τούντας δολοφονήθηκε λίγες μέρες μετά την τραγωδία της Νίκαιας και κανείς δεν γνωρίζει την μουσική που «έντυνε» τους στίχους του. «Ένα πρωί ξημέρωμα, δεκαεφτά Αυγούστου, οι Γερμανοί μας σκότωσαν, έτσι για χάρη γούστου», ειρωνεύονταν στο «Ένα γλυκό ξημέρωμα». "Σκιές στο μνημείο", Σπύρος Δερβενιώτης Με τον ίδιο τίτλο παρουσιάστηκε και η έκθεση με τις ιστορίες της κατοχικής Αθήνας, οι οποίες εδώ και έναν μήνα κυκλοφορούν σε έντυπη έκδοση από την Jemma Press και θα παρουσιαστούν σε περίπου έναν μήνα στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο της 18ης Έκθεσης Κόμικς και Επιτραπέζιων Παιχνιδιών, που θα γίνει στην Αποθήκη Γ΄ στο λιμάνι. Η έκδοση αυτή διατηρεί την μνήμη μέσω της τέχνης των κόμικς απέναντι στο διαχρονικά απάνθρωπο πρόσωπο του ναζισμού. Η αποτροπή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον στηρίζεται στη γνώση της ιστορίας και των γεγονότων. «Όλοι οι comic artists έχουν ως σημείο αναφοράς την ίδια χρονική περίοδο, την ίδια πόλη, την ίδια συνθήκη. Αλλά καθένας τους δημιουργεί μια διαφορετική ιστορία, εξίσου συναρπαστική», δηλώνει ο κ. Κουκουλάς, προσθέτοντας ότι οι σκοτσογράφοι παρακολούθησαν σεμινάρια, workshops και είδαν πλούσιο αρχειακό υλικό πριν σχεδιάσουν το κείμενό τους. "Ο τερματοφύλακας", Γιώργος Γούσης Μια από τις πιο χαρακτηριστικές ιστορίες είναι αυτή του Σπύρου Δερβενιώτη, που έχει τίτλο «Σκιές στο Μνημείο» και αφορά στην ηρωική πράξη δύο νέων φοιτητών, του Μανόλη Γλέζου και του Απόστολου (Λάκη) Σάντα, που ανέβηκαν στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης και κατέβασαν την σβάστικα από τον Παρθενώνα, την νύχτα της 30ης προς 31η Μαΐου 1941, χωρίς να λείπει η αντιπαραβολή με τους σύγχρονους εκφραστές της φασιστικής ιδεολογίας στην Ελλάδα και το ναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής. Ο Πέτρος Ζερβός, ένας από τους πολύ γνωστούς σκιτσογράφους της χώρας, γράφει την ιστορία της ανατίναξης των γραφείων της ελληνικής ναζιστικής οργάνωσης ΕΣΠΟ, τον Σεπτέμβριο του 1942, στην πλατεία Κάνιγγος. Την ανατίναξη οργάνωσαν και εκτέλεσαν στελέχη της αντιστασιακής οργάνωσης ΠΕΑΝ και το εγχείρημά τους είχε ως αποτέλεσμα να σκοτωθούν περίπου 30 μέλη της ΕΣΠΟ, ανάμεσά τους και ο αρχηγός της, φιλοναζιστής γιατρός, Σπύρος Στεροδήμος. Οι Γερμανοί κατάφεραν να συλλάβουν τα τέσσερα μέλη της οργάνωσης ΠΕΑΝ που ήταν παρόντα, και ο επικεφαλής τους, αξιωματικός της πολεμικής αεροπορίας, Κωνσταντίνος Περρίκος εκτελέστηκε στο σκοπευτήριο της Καισαριανής, ενώ η νεαρή δασκάλα Ιουλία Μπίμπα μεταφέρθηκε, μετά από φρικτά βασανιστήρια που υπέστη, σε στρατόπεδο της Γερμανίας, όπου αποκεφαλίστηκε. Ο Ζερβός σκιτσάρει όλη την ιστορία έγχρωμη και αφήνει ασπρόμαυρη την τελευταία σκηνή, αυτή του αποκεφαλισμού της Μπίμπα. "Φιλί", Πέτρος Ζερβός Ο πολυβραβευμένος, Τάσος Μαραγκός, μελέτησε μια φωτογραφία εποχής από την οδό Σταδίου, που δείχνει ένα μικρό κορίτσι νεκρό με κομμένο το ένα του πόδι. Υπάρχει ένα προηγούμενο στιγμιότυπο από το σημείο που δείχνει το ίδιο κορίτσι αρτιμελές και ένα τραβηγμένο σενάριο -παρότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να το επιβεβαιώνουν- θέλει κάποιους να έκοψαν το πόδι του παιδιού για να το… καταναλώσουν. Αυτή η εκδοχή, που ωστόσο είναι ακραία, περνά μέσα από την ιστορία του Τάσου Μαραγκού, στην οποία μια ομάδα αντιστασιακών εισβάλλουν στην κατοικία ενός Έλληνα δοσίλογου που γευματίζει με τον Γερμανό συνεργάτη του και τους δολοφονούν, ενώ διαπιστώνουν ότι το γεύμα τους αποτελείται από… ανθρώπινα μέλη. "Σουλτς και Σαχτ", Soloup Εξίσου ενδιαφέρουσες είναι και οι άλλες ιστορίες που τις γράφουν οι: Τόμεκ Γιοβάνης, Γιώργος Γούσης, Δημήτρης Καμένος, Λέανδρος, Θόδωρος Μπαργιώτας, Soloup, Αλέξια Οθωναίου, Αλέκος Παπαδάτος, Θανάσης Πέτρου, Γιώργος Φαραζής, Πέτρος Χριστούλιας. «Πρόκειται για ένα σπουδαίο υλικό, μια ανθολογία ιστοριών κόμικ υψηλής ποιότητας και μοναδική περίπτωση τέτοιας θεματικής σε όλο τον κόσμο», σημειώνει ο κ. Κουκουλάς, προσθέτοντας πως ήδη συζητιέται η μετάφραση του βιβλίου και η κυκλοφορία του σε ευρωπαϊκές χώρες - αργότερα και στην Γερμανία. Και το σχετικό link...
  4. Οι ταινίες, οι επισκέπτες, τα στιγμιότυπα και οι προσωπικότητες του σινεμά, διατρέχουν την έκδοση που είναι αφιερωμένη στα 60 χρόνια της διοργάνωσης. Ο Σωτήρης είναι ένας σκηνοθέτης που φτάνει στο peak της δημιουργικότητάς του αποσπώντας το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, αλλά μετά πέφτει σε τέλμα και όλες οι προσπάθειές του για να βγει μπροστά, δεν έχουν αποτέλεσμα. Η Ντάρια είναι μια νέα, σχετικά άσημη δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου που καλύπτει το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, η καριέρα της εκτοξεύεται και φτάνει κάποια στιγμή να γίνει διευθύντρια της διοργάνωσης. Οι δυο τους συναντιούνται ένα φθινοπωρινό απόγευμα στη Θεσσαλονίκη, γνωρίζονται, ερωτεύονται, ζουν το πάθος στην πόλη, μετά η σχέση τους περνάει κρίση, χωρίζουν και στο τέλος…τι; Η ερωτική ιστορία του Σωτήρη και της Ντάρια, μπλέκεται με εκείνη του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, καθώς κινούνται αγαπιούνται μεγαλώνουν σε τρεις εποχές του θεσμού: στο παρόν, στο παρελθόν και στο μέλλον του. Με αυτή την ερωτική ιστορία, την οποία μετέφεραν στο χαρτί μέσα από ένα εξαιρετικό κόμικ τρεις comic artists, οι Γιώργος Γούσης, Παναγιώτης Πανταζής και Γεωργία Ζάχαρη, γιορτάζει τα 60χρονά του το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Το κόμικ που έχει τον τίτλο «Φεστιβάλ» είναι μια καλαίσθητη έκδοση 180 σελίδων, με σκληρό εξώφυλλο που θα πουλιέται τις ημέρες του Φεστιβάλ, δηλαδή από τις 31 Οκτωβρίου ως τις 10 Νοεμβρίου στους χώρους του και στη συνέχεια σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία. Την σχέση του Σωτήρη και της Ντάρια, κατευθύνουν και σχολιάζουν, άχρονα, άνθρωποι που μέσα στις δεκαετίες του Φεστιβάλ έχουν δουλέψει γι΄αυτό ή του έχουν προσφέρει και κείμενά τους. Ο αείμνηστος Θόδωρος Αγγελόπουλος δεν θα μπορούσε παρά να είναι ο εαυτός του, αλλά ο Αμερικανός σκηνοθέτης, Τζιμ Τζάρμους, για πολλούς ίσως ο ιδανικός εκφραστής του ανεξάρτητου σινεμά και πάντως σίγουρα μια από τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες του παγκόσμιου σινεμά, ξαφνιάζει ευχάριστα στο ρόλο ενός…τεχνίτη μπουγάτσας. Ο Τζάρμους βρέθηκε το 2013 στη Θεσσαλονίκη -ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα-, στο 54ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης με αφορμή την προβολή της ταινίας του «Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί» και ασφαλώς γεύτηκε τις μπουγάτσες Θεσσαλονίκης, ενώ σίγουρα θα απολαύσει το εικονογραφικό αποτέλεσμα - η έκδοση κυκλοφορεί και στα αγγλικά. Ο Σταύρος Τσιώλης που έφυγε πριν λίγους μήνες από τη ζωή, γνωστός και για την τριλογία «Γυναίκες» στο κόμικ έχει τον ρόλο ενός… περιπτερά και γνωρίζει πως η ηρωίδα που τον πλησιάζει για να πάρει καπνό κάνει προσπάθεια να κόψει το κάπνισμα. «Βρε μαναράκι μου, αφού το έκοψες το άτιμο πριν πεντακόσιες δύο μέρες», της λέει, ενώ γοητευτικός και αινιγματικός στέκεται σε έναν σταθμό τρένων ο Νίκος Νικολαΐδης. Στην ιστορία παρεμβαίνουν ακόμη αστέρες του ελληνικού σινεμά όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη και ο Θανάσης Βέγγος, αλλά και ο Νίκος Κούνδουρος, ο διάσημος Ιταλός συνθέτης, Νάνι Μορέτι και πολλοί άλλοι. «Ήταν σχεδόν επιβεβλημένο στο μυαλό όλων μας να κάνουμε μια επετειακή έκδοση για τα 60 χρόνια του φεστιβάλ, αλλά θέλαμε να είναι κάτι περισσότερο από μια απαρίθμηση ταινιών, επισκεπτών, στιγμιότυπων, αριθμών», λέει στο «Έθνος της Κυριακής», ο υπεύθυνος προγράμματος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Γιώργος Κρασσακόπουλος και προσθέτει: «οπότε αναζητούσαμε έναν τρόπο να συλλάβουμε κάτι από την αίσθηση και την εμπειρία του φεστιβάλ, την σχέση του με την πόλη, τους δημιουργούς, το κοινό και η ιδέα για ένα κόμικ έμοιαζε ιδανική. Σαν μια "ταινία σε χαρτί" που χωράει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του Φεστιβάλ, τους ανθρώπους και τις ταινίες που το καθόρισαν και κυρίως όλα όσα δεν μπορούν να μετρηθούν και να κατηγοριοποιηθούν σε μια τυπική αναδρομή στην ιστορία του, γιατί καταγράφονται κυρίως στην καρδιά των όσων το ζουν κάθε χρόνο». Η ομάδα εργασίας των comic artists Οι άνθρωποι του Φεστιβάλ απευθύνθηκαν τον περασμένο Απρίλιο στον Γιώργο Γούση, έναν comic artist που έχει συνεργαστεί ως εικονογράφος και δημιουργός κόμικ με την πλειονότητα των εντύπων και των εκδοτικών οίκων της Ελλάδας. Ο 33χρονος καλλιτέχνης, απέσπασε τον Σεπτέμβριο το Βραβείο Β΄ Καλύτερης Ταινίας για την μικρού μήκους ταινία του «Χειροπαλαιστής», στις Νύχτες Πρεμιέρας 2019, το οποίο και μοιράστηκε -όταν το παρέλαβε- με τον Γιώργο Κουτσαλιάρη, τον οποίο αποκάλεσε ως «συν-σκηνοθέτη». «Η πρόταση ήταν ενδιαφέρουσα και τιμητική, αλλά ο χρόνος πίεζε και η πρώτη μου σκέψη ήταν πως έπρεπε να συγκροτηθεί μια ομάδα», μας λέει ο Γιώργος Γούσης. Η ομάδα απαρτίζονταν από τον 27χρονο Παναγιώτη Πανταζή που έχει κυκλοφορήσει από το 2011 πάνω από 400 online comic strips σε σειρές, ενώ η πιο πρόσφατη κυκλοφορία του είναι «Τα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα σε σενάριο του Γιάννη Ράγκου, από τις εκδόσεις Polaris. Μαζί τους και η 25χρονη απόφοιτος της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών, Γεωργία Ζάχαρη, η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο των κόμικ από το 2017, ενώ το 2018 απέσπασε το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Καλλιτέχνης στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς. Στην πρώτη τους κιόλας συνάντηση οι τρεις comic artists συμφώνησαν ότι το Φεστιβάλ Κινηματογράφου κάνει παρέμβαση στη ζωή κάποιων ανθρώπων, οπότε η υπόθεση έπρεπε να έχει ως βάση μια ερωτική ιστορία δύο ανθρώπων που συμμετέχουν σε αυτό, σε μια αναδρομή για μεγάλο χρονικό διάστημα. «Παρατηρούμε την εξέλιξη μιας σχέσης 15-20 χρόνων, σε τρία φεστιβάλ. Η Θεσσαλονίκη πρωταγωνιστεί έντονα, φαίνεται ο χαρακτήρας της, κάποια τοπόσημα, στοιχεία που την αναδεικνύουν και το αποτέλεσμα είναι πολύ… φεστιβαλικό», δηλώνει ο Γ. Γούσης και χαρακτηρίζει το έργο «αστείο, αλλά και συγκινητικό». Το κόμικ διατρέχει τους ανθρώπους, του Φεστιβάλ, τα τοπία της πόλης, την οργάνωση του θεσμού, την τέχνη που εμπνέεται από την εικόνα και τον ήχο. Αλλά το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης δεν είναι μόνο οι ταινίες: είναι οι μέρες και οι νύχτες, οι σκοτεινές αίθουσες, τα φωτεινά πρωινά στη θάλασσα και η κοσμοσυρροή στα μπαρ, οι γνωριμίες, οι συνεργασίες και οι συμπαραγωγές, οι συζητήσεις για το τι επιφυλάσσει το μέλλον. Στρέφοντας το βλέμμα ταυτόχρονα προς το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον και τιμώντας μια τέχνη που εμπνέεται από την εικόνα, την ιστορία και τους ήρωες, όπως κάνει και το ίδιο το σινεμά, το Φεστιβάλ θα παρουσιάσει σε λίγες μέρες το… Φεστιβάλ, ένα κόμικ φτιαγμένο από νέους δημιουργούς, μπολιασμένο από όλους του παλιότερους. «Όποιος επισκέπτεται το Φεστιβάλ και συμμετέχει σε αυτό είτε ως θεατής, ως σκηνοθέτης, ως κριτικός, ως παραγωγός, θα αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα στο κόμικ. Αλλά κι όποιος δεν έχει σχέση με την διοργάνωση, θα το ευχαριστηθεί. Πιστεύω ότι και οι δυο θα το διαβάσουν και του χρόνου, αλλά και μετά από χρόνια. Γιατί δεν είναι μια απλή αναδρομή, δεν είναι ένα ιστορικό κείμενο, είναι μια ωραία ιστορία που τα συνδυάζει όλα», εξηγεί ο Γ. Γούσης. Και το σχετικό link...
  5. Μια ερωτική ιστορία που μιλά ταυτόχρονα για σινεμά, τέχνη, αλλά και για την ίδια τη ζωή. Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης συμπληρώνει 60 χρόνια - έξι δεκαετίες που συνδέουν πολλά, κάτω από έναν τίτλο. Τον Νίκο Κούνδουρο και τον Φίνο, με τον Τζιμ Τζάρμους και την ψηφιακή εποχή. Την ΕΜΣ και τον β′ εξώστη με την Κατρίν Ντενέβ και τους νέους Έλληνες δημιουργούς. Τον Χρυσό Αλέξανδρο με το Πρώτο Πλάνο. Τον Θερμαϊκό με το παγκόσμιο σινεμά. «Για να γιορτάσουμε το 60ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και όλα αυτά που το χαρακτηρίζουν και το συνθέτουν, για να μιλήσουμε για όλα αυτά που αγαπάμε και για όλους αυτούς που αγάπησαν το Φεστιβάλ, ετοιμάσαμε μια ξεχωριστή έκδοση. Στρέφοντας το βλέμμα ταυτόχρονα προς το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον και τιμώντας μια τέχνη που εμπνέεται από την εικόνα, την ιστορία και τους ήρωες, όπως κάνει και το ίδιο το σινεμά, το Φεστιβάλ παρουσιάζει το… Φεστιβάλ, ένα κόμικ φτιαγμένο από νέους δημιουργούς, μπολιασμένο από όλους τους παλιότερους» αναφέρει το ΦΚΘ για το κόμικ «Φεστιβάλ» που θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά και στα αγγλικά (ακόμη μία ευχάριστη έκπληξη για τα 60χρονα γενέθλια). Οι comic artists , Παναγιώτης Πανταζής και Γεωργία Ζάχαρη, έγραψαν και σχεδίασαν μια ερωτική ιστορία που μιλά ταυτόχρονα για σινεμά, τέχνη, αλλά και για την ίδια τη ζωή. Άλλωστε το Φεστιβάλ δεν είναι μόνο οι ταινίες: είναι οι μέρες και οι νύχτες, οι σκοτεινές αίθουσες, τα φωτεινά πρωινά στη θάλασσα και η κοσμοσυρροή στα μπαρ, οι γνωριμίες, οι συνεργασίες κι οι συμπαραγωγές, οι συζητήσεις για το τι επιφυλάσσει το μέλλον. Οι δύο ήρωες, ο Σωτήρης και η Ντάρια, μπλέκονται με την ιστορία του Φεστιβάλ, καθώς κινούνται, αγαπιούνται, μεγαλώνουν και ωριμάζουν σε τρεις εποχές του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον του. Τη σχέση τους κατευθύνουν και σχολιάζουν, άχρονα, άνθρωποι που μέσα στις δεκαετίες του Φεστιβάλ έχουν δουλέψει γι′ αυτό ή του έχουν προσφέρει τις ταινίες και τα κείμενά τους. Από τον Νάνι Μορέτι στον Θόδωρο Αγγελόπουλο, αγαπημένοι κινηματογραφιστές και ηθοποιοί κάνουν την εμφάνισή τους (μέσα από τα καρέ του κόμικ) στον αστικό ιστό της Θεσσαλονίκης, αλλά και στους χώρους του Φεστιβάλ. Όταν ήμουν μικρός έβλεπα τον εαυτό μου ως πρωταγωνιστή στα κόμικ και τις ταινίες. Μεγάλωσα πιστεύοντας ότι αυτό το όνειρο μπορεί να γίνει πραγματικότητα. Ελβις Πρίσλεΐ. Η ομάδα πίσω από το κόμικ O Γιώργος Γούσης γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα. Από το 2006 έχει συνεργαστεί ως εικονογράφος και δημιουργός κόμικ με την πλειονότητα των εντύπων και των εκδοτικών οίκων της Ελλάδας. Το 2012 κυκλοφόρησε την συλλογή σύντομων ιστοριών «Αθώες Εποχές» (εκδόσεις ΚΨΜ), ενώ το 2016 συνεργάστηκε με τους συγγραφείς Δημοσθένη Παπαμάρκο και Γιάννη Ράγκο για την διασκευή του Ερωτόκριτου του Βιτσέντζου Κορνάρου σε κόμικ (εκδόσεις Polaris). Aπό το 2017 έως και το 2019 ήταν αρχισυντάκτης στο περιοδικό με κόμικ «Μπλε Κομήτης». O Παναγιώτης Πανταζής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα, όπου ζει και ζωγραφίζει. Σταθερός συνεργάτης του περιοδικού «9» τα τελευταία 5 χρόνια της κυκλοφορίας του, δημοσίευσε το πρώτο άλμπουμ του με κόμικς το 2007 (Common Comics #1, Giganto). Ακολουθούν 15 κυκλοφορίες σε συνεργασία με εκδοτικούς οίκους όπως Giganto, ΚΨΜ, Jemma, 9η Διάσταση ή σε αυτοεκδόσεις. Από το 2011 έχει κυκλοφορήσει πάνω από 400 online comic strips σε σειρές στο socomic.gr (Kλειδωμένος Ρυθμός, Mαρμελάδα Κεράσι, King Panda Forever κα). Είναι συνεργάτης του περιοδικού «Μπλε Κομήτης» (Polaris) από το πρώτο τεύχος. Πιο πρόσφατη κυκλοφορία του, το «Στα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα, σε σενάριο Γιάννη Ράγκου, από τις εκδόσεις Polaris (Mάρτιος 2018). Η Γεωργία Ζάχαρη γεννήθηκε το 1994 στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία και Θεωρία της Τέχνης στην ΑΣΚΤ. Δραστηριοποιείται στον χώρο των κόμικς από το 2017. Έχει δείξει δουλειά της σε πέντε αυτοεκδόσεις, ενώ έχει συνεργαστεί σε δύο ιστορίες με το περιοδικό «Μπλε Κομήτης». Το 2018 τιμήθηκε με το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Καλλιτέχνη στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς. Και το σχετικό link...
  6. Ο Γιώργος Γούσης γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα. Σύμφωνα με τον ίδιο, η επαφή του με τα κόμικς σε μικρή ηλικία δεν ήταν ιδιαίτερα θερμή. Διάβαζε τα κλασικά, Αστερίξ, Λούκυ Λουκ, Disney. Μεγαλώνοντας όμως, ήρθε σε επαφή με πιο ενήλικα αναγνώσματα, μέσα από το περιοδικό 9. Ενόσω σπούδαζε γραφιστική στο ΤΕΙ Αθήνας, πήρε μέρος στον διαγωνισμό νέων ταλέντων που διοργάνωνε ετησίως το 9 και κέρδισε το τρίτο βραβείο. Αυτό, το 2005. Έκτοτε, ολοένα και βελτίωνε το σχέδιό του και σύντομες ιστορίες του εμφανίζονταν στο 9, τη Γαλέρα, την Athens Voice και το Ποντίκι. Ορισμένες από αυτές τις δημιουργίες, αλλά και μεταγενέστερες, συγκεντρώθηκαν αργότερα στον τόμο Ιστορίες από τις Αθώες Εποχές (2011). Σιγά-σιγά, το όνομα του Γούση άρχισε να εμφανίζεται σε αυτόνομες εκδόσεις, τόσο εγχώριες, όσο και του εξωτερικού. Το 2008 δημιούργησε, μαζί με τους ανερχόμενους τότε Παναγιώτη Πανταζή, Δημήτρη Ταξή, Μιχάλη Διαλυνά και Αναστάσιο Τσιάτσιο το Lynch, ενώ την ίδια χρονιά δουλειές του συμπεριελήφθησαν στις ανθολογίες Outlaw Territory vol. 1 και Popgun vol. 3 της Image. Το 2011 συμμετείχε στο δεύτερο τεύχος του Big Bang! Comix. Το διάστημα που ακολούθησε, ο Γούσης προσανατολίστηκε στην εικονογράφηση, συνεργαζόμενος κυρίως με περιοδικά όπως τα Athens Voice και Σινεμά για τον σχεδιασμό εξωφύλλων και εσωτερικών σελίδων. Βέβαια, δεν απομακρύνθηκε πλήρως από την 9η τέχνη, δημιουργώντας σύντομες ιστορίες για την Εφημερίδα των Συντακτών και άλλα έντυπα. Το 2016 ο Γούσης ξανασυστήθηκε στο κοινό μέσα από τη συνεργασία του με τους Δημοσθένη Παπαμάρκο και Γιάννη Ραγκό για το graphic novel Ερωτόκριτος, μεταφορά του κλασικού έργου του Βιτσέντζου Κορνάρου. Ο Ερωτόκριτος, ίσως το πιο πολυσυζητημένο κόμικ από την εποχή του Logicomix, χάρισε στον Γούση τη διάκριση του Καλύτερου Σχεδίο στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς και αποτέλεσε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Ο Γιώργος Γούσης αποτελεί (συν)εμπνευστή και επικεφαλής του Μπλε Κομήτη, ενός περιοδικού αφιερωμένου στα κόμικς που συγκεντρώνει νέα ταλέντα και ήδη γνωστά ονόματα. Προσωπική γνώμη: ο Γούσης, παρά την περιορισμένη σχετικά βιβλιογραφία του, είναι ένας από τους καλύτερους Έλληνες σχεδιαστές. Ντελικάτες γραμμές, καλή σκηνοθεσία και ικανότητα διαφοροποίησης στυλ. Το τελευταίο ίσως να οφείλεται στο εύρος επιρροών που έχει, από τα αμερικανικά indie, στα σύγχρονα BD έως και τα manga. Στο GC μπορείτε να διαβάσετε τη σύντομη ιστορία Αύγουστος
  7. Πολυθεματικό περιοδικό των εκδόσεων Polaris σε αρχισυνταξία Γιώργου Γούση. Όπως λέει στο editorial του πρώτου τεύχους, έχει παπούδες Κλασσικά Εικονογραφημένα, Μικρό Ήρωα και Μίκυ Μάους, γονείς και θείους Κολούμπρα, Μαμούθ, Βαβέλ και Παρα Πέντε, μεγάλα ξαδέρφια 9 και mov και πλήθος άλλων μακρινών συγγενών. Πνευματικό παιδί του κομίστα Γούση και του λογοτέχνη Παπαμάρκου υπό τη στέγη των εκδόσεων Polaris. Φιλοξενεί (στο πρώτο τεύχος έστω) ιστορίες Ελλήνων δημιουργών και μερικά άρθρα. Συζήτηση για την είδηση της επικείμενης κυκλοφορίας του εδώ. Καλοτάξιδο Περιεχόμενα 1ου τεύχους Εξώφυλλο : PanPan σελίδα 2 : μονοσέλιδο κόμικ "Ο Θάνατος" του Αντώνη Βαβαγιάννη 3 : editorial 4-5 : στήλη ειδήσεων "Στη τροχιά των κόμικ" του Σπύρου Γιαννακόπουλου 5 : μονόστηλο επιλογών "Top 5 Comics" του Πέτρου Ζερβού 6-9 : κόμικ "Καρμανιόλα" σεν. Γλυκερία Πατραμάνη, σχ. Γιώργος Φαραζης 10-25 : κόμικ "Παραλογή" Πέτρος Ζερβός βασισμένη στο ομώνυμο διήγημα του Δημοσθένη Παπαμάρκου από το Γκιακ 16-29 : συνέντευξη του σκηνοθέτη Γιάννη Οικονομίδη στον Γιάννη Ράγκο με εικονογράφηση Αχιλλέα Χρηστίδη 30-34 : κόμικ "Ντετέκτιβ Φιλ Πωτ" του Γιώργου Γούση, βασισμένη στον ομώνυμο χαρακτήρα κόμικ του Μητσομπόνου 35 : μονοσέλιδο κόμικ "Diet Orchestra" του Τάσου Ζαφειριάδη 36-43 : κόμικ σε συνέχεια "Γυμνά οστά" των Μιχάλη Διαλυνά και Δημοσθένη Παπαμάρκου 44-49 : διήγημα "Το παιχνίδι των κατόπτρων" της Ιωάννας Μπουραζοπούλου σε εικονογράφηση Δημήτρη Καμμένου 50-53 : κόμικ "Ο Επιδιορθωτής" του Παναγιώτη Μητσομπόνου. 54-55 : κόμικ "Σήμερα είμαι ένα μικρό παιδί" σεν. Ειρήνη Λουτα, σχ. Aniro 56-57 : κόμικ "Ο Πολυμήχανος" του Πανάγου Γερακάκη 58-61 : κόμικ "3,04" των Στέλλα Στεργίου και Νίκου Κιχεμ 62-63 : συνέντευξη του δημιουργού graffiti WD (Wild Drawing) στον Αλέξανδρο Σιμόπουλο 64-65 : κόμικ "Στο παγκάκι στη γωνία" του Ευάγγελου Ανδρουτσόπουλου 66 : μονοσέλιδο κόμικ " Τελευταία σελίδα" του Κλήμη Κεραμιτσόπουλου Ευχαριστούμε για τα υπόλοιπα εξώφυλλα τους Indian, albertus magnus, kabuki & GeoTrou.
  8. Ανθολογία με έργα 14 δημιουργών για την κατοχή. Τα ολιγοσέλιδα κόμικ είχαν δημιουργηθεί για την ομώνυμη έκθεση που έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2016 στο πολιτιστικό κέντρο Μελίνα Μερκούρη. Στην ανάρτηση για την εκδήλωση μπορείτε να δείτε τις διαφορετικές τεχνοτροπίες των δημιουργών καθότι το σκανάρισμα σελίδας από το κόμικ είναι δύσκολο. Απ'ότι βλέπω ο μόνος που λείπει από την ανθολογία είναι ο Γεώργιος Τραγάκης. Περιεχόμενα: σ.5 Πρόλογος, Γιάννης Κοκουλάς σ.7 Εισαγωγή, Μενέλαος Χαραλαμπίδης σ.12 Μαύρες Ελιές, Τόμεκ Γιοβάνης σ.17 Ο Τερματοφύλακας μιλάει για τον Μεγάλο Αγώνα, Γιώργος Γούσης σ.22 Σκιές στο Μνημείο, Σπύρος Δερβενιώτης σ.27 Το Φιλί, Πέτρος Ζερβός σ.32 Το Πείραμα, Δημήτρης Καμένος σ.37 Πουθενά, Λέανδρος σ.42 Das Roastbeef, Τάσος Μαραγκός σ.47 Το Ρεβίθι, Θοδωρής Μπαργιώτας σ.52 Η Μπερέτα, Αλέξια Οθωναίου σ.57 Η Καπαρτίνα, Αλέκος Παπαδάτος σ.62 Ξεροκόμματο, Θανάσης Πέτρου σ.67 Σουλτς και Σαχτ, Soloup σ.72 Μέλπω, Γιώργος Φαραζής σ.77 Μαθημένοι, Πέτρος Χριστούλιας Πριν από κάθε ιστορία προηγείται μια σελίδα με φωτογραφία του δημιουργού και ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα. Το κόμικ πρωτοκυκλοφόρησε 30/8 στο 48ο φεστιβάλ βιβλίου στο Ζάππειο. Διαφορετικές τεχνοτροπίες, διαφορετικές εμπνεύσεις, διαφορετικές αφηγήσεις. Αλλού είναι καθαρή μυθοπλασία, αλλού είναι ιστορίες της προφορικής παράδοσης, αλλού μεταφορές λογοτεχνικού έργου, αλλού απόδοση ιστορικών γεγονότων. Άνισο, όπως ίσως κάθε ανθολογία, αλλά ενδιαφέρον. Κάποιες ιστορίες μου μίλησαν πολύ. Σχετικά άρθρα 14 δημιουργοί για την απελευθέρωση της Αθήνας [Ιατρού Γιάννης, efsyn.gr, 31/08/2019] Η κατοχική Αθήνα με την πένα των σκιτσογράφων [Τζουμερκιώτη Κατερίνα, Έθνος, 10/10/2016] Ένα γλυκό ξημέρωμα [Αντωνόπουλος Γιάννης, edromos.gr, 11/10/2016]
  9. Αδελφοί Ρετζαίοι: Η ζωή και ο θάνατος των τελευταίων λήσταρχων των ελληνικών βουνών Ένα κόμιξ σαν βαλκανικό γουέστερν- και η πραγματική ιστορία πίσω από αυτό. Ήπειρος, 1909, λίγα χρόνια πριν την απελευθέρωση και την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος- στο Ανώγι, ένα απομονωμένο, ορεινό χωριό, ζωοκλέφτες δολοφονούν έναν κτηνοτρόφο συντοπίτη τους όταν αυτός τους κατήγγειλε στις οθωμανικές αρχές. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1916 οι δύο γιοι του, ο Γιάννης και ο Θύμιος Ρέντζος σκοτώνουν τους φονιάδες του πατέρα τους και περνάνε στην παρανομία. Το κίνητρο της εκδίκησης λειτούργησε σαν θρυαλλίδα μιας καταιγιστικής ιστορίας: για την επόμενη 20ετία τα δύο αδέρφια, οι λήσταρχοι Ρεντζαίοι, οι «βασιλείς της Ηπείρου» όπως πολλοί τους αποκαλούσαν, αιματοκύλισαν την ευρύτερη περιοχή. Φόνοι, ληστείες, απαγωγές: 80 νεκροί και εκατομμύρια δραχμές η λεία των δύο αδερφών και της συμμορίας τους. Οι ληστές είναι αδίστακτοι- το 1925 ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος δελεάζει με αμνηστία όποιον παράνομο παραδοθεί, ‘προσκομίζοντας’ στις Αρχές ως ‘πεσκέσι’ της μεταμέλειάς του το κεφάλι ενός άλλου ληστή: οι Ρεντζαίοι εκτελούν εν ψυχρώ δύο συντρόφους τους και τους αποκεφαλίζουν. Το επίσημο κράτος όχι μόνο τους συγχωρεί αλλά και τους εγκολπώνει και αποπειράται να τους χρησιμοποιήσει- οι πρώην ληστές καθοδηγούν αποσπάσματα της χωροφυλακής στην καταδίωξη άλλων παρανόμων που δρουν στα ηπειρώτικα βουνά. Οι Ρεντζαίοι, επιχειρηματίες και στον κατασκευαστικό τομέα πλέον, ζούνε σε αρχοντικό μέσα στα Γιάννενα και συναναστρέφονται την ‘καλή κοινωνία’ της πόλης. Το 1926 όμως πραγματοποιούν τη ληστεία της Πέτρας, την πιο πολύνεκρη ληστεία στα ελληνικά χρονικά: στη διαδρομή από Πρέβεζα προς Γιάννενα ‘χτυπάνε’ μια χρηματαποστολή της Εθνικής Τράπεζας. Φράζουν το δρόμο με κορμούς δέντρων και έφιπποι γαζώνουν το αυτοκίνητο. Ο απολογισμός της γκαγκστερικής ενέδρας: 8 νεκροί και 15 εκατομμύρια δραχμές... Οι Ρεντζαίοι διαφεύγουν στα Βαλκάνια και λίγα χρόνια αργότερα συλλαμβάνονται στη Βουλγαρία- εκτελούνται το πρωί της 5ης Μαρτίου του 1930 στην τάφρο του φρουρίου της Κέρκυρας. Η ζωή και η δράση τους, σχετικά άγνωστη στο ευρύ κοινό, συναρμολογεί ένα ελληνικό γουέστερν που κάνει τον διάσημο Νταβέλη να φαντάζει ‘σχολιαρόπαιδο’: ο δημιουργός κόμιξ Γιώργος Γούσης και ο δημοσιογράφος και συγγραφέας (true crime stories) Γιάννης Ράγκος, μετά τον ‘Ερωτόκριτο’ συνεργάζονται ξανά και ορμώμενοι από την πραγματική ιστορία των Ρεντζαίων, κατασκευάζουν ένα φιλμ νουάρ με μολύβι σε χαρτί. Τα δυο πρώτα επεισόδια αυτής της hard copy κινηματογραφικής ταινίας έχουν κυκλοφορήσει στα τεύχη 6 και 7 του περιοδικού «Μπλε Κομήτης» (εκδόσεις Polaris). Και όταν η σειρά τελειώσει, θα ‘δεθεί’ και θα κυκλοφορήσει σε ένα συναρπαστικό, ογκώδες graphic novel των 200 σελίδων. «Δεν μεταφέρουμε στο κόμιξ επακριβώς την ιστορία των Ρεντζαίων», λέει ο Γιάννης Ράγκος. «Για αυτό και ονομάζουμε τους κεντρικούς μας χαρακτήρες Γιάννη και Θύμιο Ντόβα. Κρατάμε τον καμβά των βασικών γεγονότων, αλλά υπάρχει και η μυθοπλασία. Πολλά κομμάτια της ζωής των Ρεντζαίων δεν τα ξέρουμε καν- κι επίσης, το πρωτογενές υλικό δεν είναι πάντα αξιοποιήσιμο ή ενδιαφέρον». -Μια εμμονή με την ιστορική ακρίβεια μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος του έργου; (Γούσης) Πολλές φορές ο δημιουργός μένει τόσο πιστός στα πραγματικά γεγονότα που τελικά η ιστορία καταντάει βαρετή. Εμείς εμπνεόμαστε από την πραγματική ιστορία των Ρεντζαίων, δεν πειθαναγκαζόμαστε να την αναπαράγουμε εντελώς πιστά. (Ράγκος) Είναι διαφορετικό το εμπνευσμένο (inspired by) από το βασισμένο (based on)- το δεύτερο είναι πιο κοντά στο πραγματικό γεγονός. -Να μιλήσουμε για τον πυρήνα της ιστορίας; (Γούσης) Είναι η ζωή και ο θάνατος δύο ληστών, που είναι και αδέρφια. Ουσιαστικά είναι μια σάγκα που εξιστορεί όλη τους τη ζωή, από παιδιά, το 1909, όταν συμβαίνει το περιστατικό της ζωοκλοπής και του θανάτου του πατέρα, και τελειώνει με το θάνατό τους. Το τέλος τους γίνεται σαφές από την πρώτη σκηνή- έτσι ξεκινάει το βιβλίο, με τις τελευταίες ώρες πριν την εκτέλεσή τους. «Θα έχει 4 κεφάλαια το βιβλίο, των 50 περίπου σελίδων το καθένα», λέει ο Γ. Γούσης. «Στο πρώτο κεφάλαιο βλέπουμε πως έγιναν ληστές, το δεύτερο είναι η δράση τους στο βουνό, έως και τη νομιμοποίησή τους (παίρνουν αμνηστία κάποια στιγμή), το τρίτο είναι η δράση τους ως νόμιμοι, αμνηστευμένοι, επιχειρηματίες αλλά και διώκτες ληστών...» Λειτούργησαν δηλαδή όχι μόνο σαν «κλέφτες» αλλά και σαν «αρματολοί» (με την οθωμανική χρήση του όρου) οι Ρετζαίοι... (Ράγκος) Ναι, μπήκαν στην υπηρεσία του κράτους και κυνηγούσαν τους μέχρι πρότινος συντρόφους τους. -Ως παρακρατικοί; (Ράγκος) Όχι, επισήμως. Ως χωροφύλακες. Πως σήμερα το FBI χρησιμοποιεί έναν χάκερ; Ήταν άνθρωποι που είχαν το know how και οδηγούσαν τα αποσπάσματα της χωροφύλακης στην καταδίωξη άλλων ληστών. (Γούσης) Είχαν μισθό και όπλα από τη χωροφυλακή. Μόνο στολή δε γνωρίζω αν φορούσαν. «Το τρίτο μέρος τελειώνει με το αν θα γίνει ή όχι η μεγάλη ληστεία που διοργανώνουνε (Ληστεία της Πέτρας). Το τέταρτο κεφάλαιο ξεκινάει με τη ληστεία και αναπτύσσει όλη τους τη δράση μέχρι τη σύλληψή τους. Η φυγή στα Βαλκάνια, στην Αλβανία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία μετά». (Ράγκος) Εκεί συλλαμβάνονται, εκδίδονται στην Ελλάδα, δικάζονται, καταδικάζονται και εκτελούνται. Το φαινόμενο της ληστοκρατίας ξεκίνησε αμέσως μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους- οι Ρεντζαίοι ήταν οι τελευταίοι «ληστές των ορέων». -Ο Παλαιοκώστας σήμερα; Μερικοί τον θεωρούν «ληστή του βουνού». (Γούσης) Οι Ρεντζαίοι ενσάρκωναν τον νόμο στο βουνό- ο Παλαιοκώστας δεν ασκεί νόμο, κρύβεται στο βουνό. «Οι πρώτοι ληστές τις δεκαετίες του 1830, 1840 είναι πρώην κλεφταρματολοί που δεν ενσωματώνονται, ούτε ως στρατιωτικοί ή αστυνομικοί, στους θεσμούς του νεοσύστατου κράτους», λέει ο Γιάννης Ράγκος. «Αισθάνονται προδομένοι, ανεβαίνουν πάλι στα βουνά και γίνονται παράνομοι. Αυτό το φαινόμενο κράτησε περίπου 100 χρόνια. Οι Ρεντζαίοι είναι οι τελευταίοι και με την εκτέλεσή τους ουσιαστικά τελειώνει και όλη αυτή η περίοδος. Είναι ένα φαινόμενο γενικευμένο που δεν αφορά μονο την Ελλάδα- υπάρχει μια καταπληκτική μελέτη του Χοπςμπάουμ (Οι Ληστές), που την χρησιμοποιήσαμε ως μελέτη τεκμηρίωσης και αναφέρεται σε όλα τα παρόμοια φαινόμενα και παραδείγματα, από τον Ρομπέν των Δασών έως τη Νότια Αμερική και τα Βαλκάνια, ενώ αναφέρεται και στην Ελλάδα». «Η ληστεία είναι το αποτέλεσμα της σύγκρουσης του προ- νεωτερικού και του νεωτερικού κράτους», συνεχίζει ο Γ. Ράγκος. «Αναπτύσσεται κυρίως στα βουνά, σε απομονωμένες περιοχές και προ- νεωτερικές κοινωνίες. Η νεωτερική μορφή της εξουσίας, θεσμοί όπως το κράτος, η αστυνομία, η δικαιοσύνη, συγκρούονται μαζί της. Σταδιακά οι περιοχές αυτές ξεφεύγουν από την απομόνωση, με την τεχνολογική πρόοδο, τα έργα υποδομής- τότε η ληστεία ξεκινά να φθίνει και σιγά σιγά χάνεται. Γιατί χάνεται και το πεδίο επί του οποίου δημιουργήθηκε». -Είχε και κοινωνική αποδοχή η ληστεία συχνά. (Ράγκος) Ο Πάντσο Βίλα, ο ηγέτης της επανάστασης στο Μεξικό το 1910, ληστής ήταν. Οι Ρεντζαίοι δεν ήταν κοινωνικοί ληστές όμως, δεν έγιναν ληστές εξαιτίας κάποιου κοινωνικού οράματος, τύπου Salvatore Giuliano (1922- 1950), ούτε Ρομπέν των Δασών- δεν έκλεβαν από τους πλούσιους για να τα δώσουν στους φτωχούς. Η δράση που ανέπτυξαν ήταν καθαρά ποινική- δεν είχε καμία κοινωνική προέκταση. Εκτελούσαν συμβόλαια ως πληρωμένοι δολοφόνοι, έκαναν ληστείες και απαγωγές εκβιάζοντας για λύτρα. (Γούσης) Οι Ρεντζαίοι ήταν ληστές- εκδικητές. Πήραν εκδίκηση για τη δολοφονία του πατέρα τους και επειδή το αίμα φέρνει κι άλλο αίμα, για να γλιτώσουν το κυνήγι της αστυνομίας και του αντίπαλου σογιού, έγιναν παράνομοι. Χωρικοί τους μίσθωναν για να τους κάνουν τις βρώμικες δουλειές, κυρίως πράξεις εκδίκησης. «Πάρε δυο λίρες και σκότωσε αυτόν». Και σε εκλογές είχαν κάνει τραμπουκισμούς, ακόμα και δολοφονίες υπέρ υποψηφίων. -Στη ληστεία της Πέτρας η λεία ήταν πολύ μεγαλύτερη από δύο λίρες... Και σαν γεγονός η βιαιότητά του μου φέρνει στο νου την παλιά ατάκα «Σικάγο γίναμε».. (Γούσης): Δεκαπέντε εκατομμύρια δραχμές ήταν η λεία, αστρονομικό ποσό τότε. Οι Ρεντζαίοι την ίδια εποχή, ως νόμιμοι επιχειρηματίες, προσπαθούσαν να κλείσουν μια συμφωνία και να αναλάβουν την εργολαβία για τις προσφυγικές κατοικίες των Ιωαννίνων. Είμαστε στο 1926, τέσσερα μόλις χρόνια μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Και θέλανε να πάρουν την εργολαβία με λάδωμα, όπως γίνεται και σήμερα. Τα κέρδη τους, αν έκτιζαν ένα ολόκληρο χωριό, θα ήταν δύο εκατομμύρια δραχμές στους επόμενους έξι μήνες. Με την ληστεία της Πέτρας έβγαλαν δεκαπέντε σε μία μέρα... Ήταν ένα ποσό τεράστιο και σε όγκο- μετά τη ληστεία το έθαψαν και όταν πήγαν να πάρουν τα χρήματά τους βρήκαν μόνο τα μισά. (Ράγκος) Οι Ρεντζαίοι εισάγουν έναν καινούργιο τότε τρόπο δράσης, εφαρμόζωντας πρακτικές του οργανωμένου εγκλήματος. Παραδείγματος χάριν, το 1925 γίνεται η δικτατορία του Πάγκαλου- αυτός για να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της ληστείας βγάζει ένα διάταγμα με το οποίο αμνηστεύονται οι ληστές που θα φέρουν στις Αρχές το κεφάλι ενός άλλου ληστή. Οι Ρεντζαίοι εκμεταλλεύονται αυτό το διάταγμα και σκοτώνουν συντρόφους τους, μέλη της συμμορίας τους. (Γούσης) Έχει ενδιαφέρον ότι τους Ρεντζαίους συμβουλεύει να προβούν σε αυτή την πράξη ένας τρίτος χαρακτήρας, οικονομικός παράγοντας στα Γιάννενα και άνθρωπος που κινεί τα νήματα στην τοπική κοινωνία. Αυτός λειτουργεί ως εγκέφαλος της συμμορίας, ως νόμιμη «προέκταση» της δράσης των Ρεντζαίων. Και ενώ τα δυο αδέλφια αρχίζουν να καταστρώνουν σχέδια για το πως θα κυνηγήσουν ληστές αντίπαλων συμμοριών, αυτός τους προτείνει να σκοτώσουν δικούς τους συντρόφους, μέλη της συμμορίας τους. Γιατί να ψάξουν άλλους; Κι αυτοί ληστές είναι και μάλιστα πολύ πιο εύκολοι στόχοι. Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται το στυγνά καπιταλιστικό, ωφελιμιστικό κίνητρο της δράσης. (Ράγκος) Κολοβός ήταν το όνομα του επιχειρηματία, υπαρκτό πρόσωπο. Παντρεύει την κόρη του με τον Γιάννη και πλέον οι ληστές ζούνε σε κεντρικό μέγαρο των Ιωαννίνων. Στο γάμο του Γιάννη και της Χαρίκλειας παραβρέθηκε όλη η αφρόκρεμα της γιαννιώτικης κοινωνίας, ο νομάρχης, ο αρχηγός της αστυνομίας. Όπως στο «Νονό», που στο γάμο της κόρης του- η σκηνή που ξεκινά η ταινία- γερουσιαστές είναι προσκεκλημένοι... «Πρόβαλέ το όλο αυτό στο σήμερα: ο πρώην μαφιόζος που ξαφνικά είναι μέλος της κοσμικής κοινωνίας. Ξεπλένει χρήμα- και ξεπλένεται και ο ίδιος». -Υπάρχουν λοιπόν εμφανείς αναλογίες με την εποχή μας; (Ράγκος) Εντελώς. Η ιστορία μπορεί να ειδωθεί και ως ένα κοινωνικοπολιτικό σχόλιο για την Ελλάδα της εποχής, που μοιάζει με την Ελλάδα που διαμορφώνεται και σήμερα. Απεικονίζει και την σύγχρονη μορφή του οργανωμένου εγκλήματος- ο πρώην μαφιόζος που νομιμοποιεί έσοδα από παράνομες δραστηριότητες αγοράζοντας ΜΜΕ για παράδειγμα. Με έναν επιχειρηματία, συνήθως στα όρια της νομιμότητας, όπως οι Ρεντζαίοι είχαν τον Κολοβό, ως σύμβουλο αλλά και βιτρίνα. Επίσης με ένα πολυεπίπεδο δίκτυο συνεργατών που εξαπλώνεται μέχρι την αστυνομία. «Οι Ρεντζαίοι από τη στιγμή που αμνηστεύθηκαν, έγιναν διώκτες των ληστών και ευυπόληπτοι επιχειρηματίες. Κάνουν δουλειές με τα υπουργεία αφού χώνουν χρήμα στα κατάλληλα πρόσωπα. Ξεπλύθηκαν πλήρως μέσα από επιχειρήσεις βιτρίνα- και θα είχαν παραμείνει ξεπλυμένοι, αν έναν χρόνο μετά, το 1926, δεν αποφάσιζαν να κάνουν τη ληστεία της Πέτρας. Αυτή η ενέργεια τους ξαναπερνάει στην παρανομία». -Δεν προξενεί έκπληξη η αποδοχή που είχαν οι Ρεντζαίοι από τις τοπικές κοινότητες; (Γούσης): Καμία έκπληξη. (Ράγκος) Οι μισοί τους αποδέχτηκαν από φόβο και οι μισοί γιατί είχαν να ωφεληθούν. Θα εργάζονταν σε δουλειές τους, θα τα είχαν καλά με την εξουσία- με την όποια εξουσία, ακόμα και με αυτή των Ρεντζαίων. -Και όταν μετά την αμνήστευσή τους μπήκαν στα Γιάννενα τους υποδέχτηκε πλήθος κόσμου... (Ράγκος) Ναι. Υπήρξαν βέβαια δημοσιογράφοι του τοπικού Τύπου που τους κοντράριζαν και είχαν δεχτεί απειλές. Γιατί είχαν αποκαλύψει ότι οι Ρεντζαίοι ήταν πίσω από τη ληστεία της Πέτρας. (Γούσης) Οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν τους Ρεντζαίους και σαν θέαμα, σαν άγρια λιοντάρια που έρχονταν στην πόλη τους. Κάποιοι μπορεί και να τους συμπαθούσαν ή να προσδοκούσαν κάποιο όφελος- πολλοί όμως είχαν απλώς τη λογική του «ζωολογικού κήπου». Μετά τη σύλληψή τους, όταν τους μετέφεραν με το τρένο από τη Βουλγαρία, σε κάθε σταθμό σε κάθε σταθμό υπήρχε κόσμος που προσπαθούσε να τους δει από τα παράθυρα. Ως θέαμα. -Νομίζω δεν είναι σύνηθες στη ληστρική αφηγηματική παράδοση να είναι δύο οι κεντρικοί χαρακτήρες, πόσω μάλλον αδέρφια μεταξύ τους. (Γούσης) Ναι, συνήθως είναι ένας, ο αρχηγός και η συμμορία του. Εδώ είναι δύο και αυτό είναι ταυτόχρονα η δυναμή τους αλλά και η αχίλλειος πτέρνα τους. Αν χτυπούσες τον ένα, αμέσως και ο άλλος βρισκόταν σε δυσχερή, ευάλωτη θέση. Γιατί είχε πάντα στον νου του τον αδερφό του. Υπάρχει μια σκηνή- δεν θυμάμαι αν είναι πραγματική ή την επινοήσαμε- όπου χρησιμοποιούν τον Γιάννη ως συλληφθέντα για να παγιδεύσουν και τον Θύμιο. Γίνεται μια συμπλοκή, ο Θύμιος μπορεί να ξεφύγει αλλά παραδίνεται κι αυτός γιατί ο αδερφός του δεν μπορεί να τον ακολουθήσει. Ή και οι δύο ελεύθεροι, ή κανένας. (Ράγκος) Μεταξύ τους υπάρχει μια σχέση συνεχών συγκλίσεων και αποκλίσεων. Ενώ ξεκινάνε απόλυτα ενωμένοι- άλλωστε τους καθαγιάζει και το αίμα του πατέρα τους που μαζί εκδικήθηκαν- όταν βρίσκονται στην πόλη συντελείται η πρώτη μεγάλη μεταξύ τους ρωγμή. Γιατί ο μεγάλος αδερφός ενσωματώνεται πλήρως, θέλγεται από τον αστικό, νεωτερικό τρόπο ζωής και τα πλούτη, ενώ ο μικρός είναι ‘κολλημένος’ στο βουνό. Όχι από κάποια παραδοσιοπληξία- η φύση του είναι έτσι, ιδιοσυγκρασιακά είναι εκεί. Η ψυχή του έχει μείνει στο βουνό. -Ήταν καθάρματα οι Ρεντζαίοι; Ή οι ήρωες της δικής σας ιστορίας. (Γούσης) Υπάρχει μια αντίφαση που μας ενδιέφερε πολύ να διερευνήσουμε. Τα δύο αδέλφια είχαν μεταξύ τους μια σχέση απόλυτα ηθική, σχεδόν χριστιανική, τη σχέση που μακάρι να είχαμε όλοι οι άνθρωποι μεταξύ μας- αλλά ήταν οι δυο τους ενάντια σε όλη την κοινωνία. Το έγκλημα έγινε η δουλειά τους και από ένα σημείο και μετά ενσωματώθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν ως ‘muscle’ από την αστική, καπιταλιστική τάξη- που δεν υπολόγισε όμως ότι αυτοί οι δύο τύποι μπορούσαν να είναι κάτι πολύ παραπάνω από απλοί εκτελεστές. Ξέφυγαν από τον έλεγχό της- και για αυτό τελικά καρατομήθηκαν. (Ράγκος) Πώς να εξετάσεις ηθικολογικά τη στάση ενός επαγγελματία δολοφόνου; Επειδή προέρχομαι και από τον χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας, αυτό που εμένα ενδιαφέρει δεν είναι να δικαιολογήσω ή να καταδικάσω τις πράξεις των ανθρώπων, αλλά να τις ερμηνεύσω- με τα εργαλεία βέβαια της τέχνης, δεν είμαι ψυχαναλυτής. -Εντρυφώντας στην ιστορία τους, εντοπίσατε ανθρώπινα χαρακτηριστικά που μπορεί να είναι και γοητευτικά ή κατά κάποιον τρόπο εκτιμητέα; (Γούσης) Είναι οι ήρωες μας στο βιβλίο- προσπαθούμε να ταυτιστούμε μαζί τους, όχι για να πάρουμε θέση ή να τους κρίνουμε αλλά για να καταλάβουμε πως μπορεί να ήταν πραγματικά το κάθε γεγονός, η κάθε σκηνή - και να την αποδώσουμε ανάλογα. Δε γίνεται να μην προσπαθήσεις να μπεις στο μυαλό τους. (Ράγκος) Κατά τη γνώμη μου αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν natural born killers- αν δεν είχε δολοφονηθεί ο πατέρας τους, αν δεν ζούσαν εκείνη την εποχή, πιθανόν να μην είχαν γίνει ποτέ εγκληματίες. Οι Ρεντζαίοι (και οι Ντοβαίοι στο κόμιξ) είναι δημιουργήματα του ιστορικού χρόνου και του κοινωνικού σημείου, του χώρου όπου λειτουργούν. Άνθρωποι του ίδιου ‘πυρήνα’ σε άλλο χρόνο και χώρο μπορεί να ακολουθούσαν διαφορετική πορεία. -Δεν ήταν οι καλοκάγαθοι χωρικοί πάντως... (Ράγκος) Όχι, δεν ήταν. Τα εγκλήματά τους είχαν και ένταση και ψυχρότητα και κυνισμό. Ούτε σκοτώναν εξ’ ανάγκης. Ψυχαναλυτικά μπορούμε μάλλον να ανιχνεύσουμε μια ατελή συγκρότηση προσωπικότητας- και σίγουρα μια ‘ευκολία’ προς τη βία. Βέβαια η σχέση του ανθρώπου τότε με την έννοια του θανάτου, ειδικά σε απομονωμένες περιοχές, δεν ήταν η σχέση δέους που καταλαμβάνει τον σύγχρονο αστό... Η αφαίρεση λοιπόν μιας ζωής, για τον ηθικό κώδικα αυτών των περιοχών δεν ήταν τόσο αποκρουστική, αν στο μυαλό των ανθρώπων νομιμοποιείτο έναντι μιας ηθικής επιταγής, όπως η εκδίκηση. -Ποια στοιχεία της ιστορίας και των χαρακτήρων σας ιντρίγκαραν περισσότερο; (Ράγκος) Η ιστορία των Ρεντζαίων έχει στοιχεία νουάρ και βαλκανικού, ελληνικού γουέστερν- και διαρθρώνεται σε τρία επίπεδα: το action, αλλά και το κοινωνικοπολιτικό και το ψυχαναλυτικό. Είναι μια huge ιστορία με χαρακτήρες larger than life- και αναφέρεται σε μια εποχή που στην Ελλάδα ελάχιστα την έχουμε οπτικοποιήσει. Ο Αγγελόπουλος και ο Παπαστάθης είναι από τους ελάχιστους που έχουν αναφερθεί στην ληστοκρατία- δεν αναφέρομαι σε χαζοταινίες με φουστανέλες. Επομένως είναι και ένα πεδίο που δεν έχει ερευνηθεί- θέλουμε να το προσπαθήσουμε, να δούμε τι είναι αυτό που πυροδοτεί τις τόσο αιματηρές, τόσο ακραίες πράξεις αυτών των ανθρώπων. «Κυρίως οι άνθρωποι με τραγικό σου δίνουν τροφή μυθοπλαστική και υλικό προς διερεύνηση. Όπως έλεγε και ο Τολστόι (αν θυμάμαι καλά τη φράση του) : ‘Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν έχουν ιστορία- κι αν έχουν, είναι μια ιστορία που δεν ενδιαφέρει κανέναν’. Την καταβύθιση στον ανθρώπινο ψυχισμό σου επιτρέπουν να την κάνεις άνθρωποι που ζούνε οριακά. Πότε μας ενδιαφέρει η Κλυταιμνήστρα; Σίγουρα όχι όσο είναι μια ευτυχισμένη βασίλισσα. Πότε μας ενδιαφέρει ο Οιδίποδας; Όταν μαθαίνουμε ότι έχει σκοτώσει τον πατέρα του και έχει παντρευτεί τη μάνα του. Τότε τον διερευνούμε. -Κορυφώνεται λοιπόν και η ιστορία του κόμικ με κάποια ‘κάθαρση’, όπως της αρχαίας τραγωδίας; (Γούσης) Αν υπάρχει μια κάθαρση είναι η σκηνή (fiction) όπου οι Αρχές υπόσχονται στους συλληφθέντες ληστές πως μπορούν να γλιτώσουν τη θανατική ποινή αν «καρφώσουν»- αν μιλήσουν για όλη τους τη δράση με πρόσωπα και γεγονότα, αν αποκαλύψουν ποιοι τους υποστήριξαν και με ποιους συνεργάζονταν. Ο εισαγγελέας περιμένει από την απολογία τους να αντλήσει στοιχεία για άλλους ληστές- αυτοί όμως γράφουν τον επικήδειό τους κάπως... «Δε θα σας αποκαλύψουμε τίποτα, γιατί ήδη ξέρετε ποιοι είναι συνεργάτες μας- είστε σχεδόν όλοι σας. Πρέπει να μιλήσουμε για όλους, άρα δεν υπάρχει απάντηση. Και σαν άνθρωποι του βουνού θεωρούμε ότι είμαστε πιο κοντά σαν ψυχοσύνθεση με τα άγρια όρνια και τα τσακάλια, παρά με τους ανθρώπους. Και ζητάμε τα πτώματά μας να μην τα θάψετε, πάρα μόνο να τα αφήσετε να γίνουνε τροφή για αυτά τα ζώα». -Θέλω να πούμε δυο κουβέντες και για το σχέδιο του κόμιξ- προσωπικά τα μισά καρέ θα ήθελα να τα έχω σε πόστερ... (Γούσης) Η βασική επιλογή είναι το ασπρόμαυρο- ήθελα να αποδώσω την ατμόσφαιρα της εποχής και το γκρι τοπίο της Ηπείρου. Και τα πρόσωπα των ανθρώπων είναι τραχιά, σαν πέτρινα. Το κόμιξ έχει δράση αλλά δεν είναι εστιασμένο στο action κομμάτι της ιστορίας- είναι πιο ανθρωποκεντρικό, πιο ντοκιμαντερίστικο. Η αφήγηση είναι οριακά ακαδημαϊκή- δεν έχει σουρεαλισμό, ούτε υπερβολές. Προσπαθώ να βάλω σασπένς, αναπάντεχες γωνίες θέασης της ιστορίας αλλά δεν ήθελα να φαίνεται ο σχεδιαστής πάνω απ’ το έργο. -Το κείμενο είναι κι αυτό βαρύ- ‘λιγομίλητο’, ανεπιτήδευτο. (Ράγκος) Δε βάλαμε έντονη τη ντοπιολαλιά, όπως συχνά συμβαίνει, υποτίθεται για λόγους αυθεντικότητας- χρησιμοποιούμε στρωτά ελληνικά με λίγες ιδιαίτερες εκφράσεις. «Στρίψτο κακό θεέ μου» λέει η μάνα των ληστών κάποια στιγμή- μου άρεσε πολύ αυτή η φράση. Μια άλλη κεντρική επιλογή είναι να μην έχουμε λεζάντες, να μην υπάρχει αφηγητής δηλαδή. Και το κόμιξ έχει αρκετές σιωπηλές σκηνές, χωρίς ομιλίες και ανθρώπινους ήχους. Υπάρχουν σκηνές όπου υπονοείται ο ήχος ενός ποταμού, ή του ανέμου- σε άλλες η ένταση είναι άρρητη: μια έντρομη σιωπή και ο άνθρωπος που του έχει κοπεί η ανάσα, -Κεντρικό, διαχρονικό ίσως, απόσταγμα της ιστορίας; (Ράγκος) Το αρχικό κίνητρο της δράσης των ηρώων είναι η εκδίκηση για τον θάνατο του πατέρα τους- αυτό υπάρχει και σήμερα, ξέχωρα της βεντέτας στην Μάνη ή τα Ζωνιανά. Η ανθρώπινη ύπαρξη στον πυρήνα της παραμένει ίδια, χιλιετίες τώρα. Τα τεχνικά μέσα και οι συνθήκες, τα ρούχα ή τα όπλα αλλάζουν, αλλά ο άνθρωπος πάντα θέλει εξουσία, χρήμα, έρωτα. Οι επιθυμίες είναι ίδιες. Ο εξωτερικός φλοιός μπορεί να αλλάζει- η ουσία παραμένει η ίδια. Στη δική μας ιστορία η φουστανέλα, το μουστάκι και η ντοπιολαλιά είναι μόνο ο εξωτερικός φλοιός λοιπόν- με τον Γιώργο προσπαθούμε να βυθιστούμε κάτω από αυτό το ‘περιτύλιγμα’ για να αποδώσουμε την ιστορία αυτών των ανθρώπων όσο πιο διαχρονικά μπορούμε. (Γούσης) Οι Ρεντζαίοι έκαναν μια τεράστια προσπάθεια αναρρίχησης, αφήνοντας μάλιστα πίσω τους μια παχιά κόκκινη γραμμή από αίμα- όταν φτάσανε στην δική τους κορυφή, πλούσιοι και ‘νομοταγείς’ πολίτες πλέον, αντί να απολαύσουν τη θέα από ψηλά, θυμήθηκαν το εθιστικό συναίσθημα της ανάβασης και βούτηξαν στο κενό. -|.~.|- Πηγή Ευχαριστούμε τον @albertus magnus που το ανακάλυψε και μας το σφύριξε
  10. Αλιευθέν από την ιστοσελίδα της εφημερίδας. === Γιώργος Γούσης: Μπαίνω κάθε φορά στη θέση ενός πολύ δύσκολου αναγνώστη Η εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία του «Logicomix» έκανε εκδότες και βιβλιοπώλες να στρέψουν τα βλέμματά τους προς τις εικονογραφημένες ιστορίες Η υφή του χαρτιού είναι προπατορικός εθισμός και δεν ξεπερνιέται ακόμη κι αν στην εποχή που διανύουμε κερδίζουν οι ίντσες μιας οθόνης. «Τα βιβλία ως ιδέα και ως αγαθό έχουν βαθιές ρίζες». Αξίωμα. Τα τελευταία, λοιπόν, χρόνια στην Ελλάδα το -μόνο στις κουβέντες- «περιορισμένο είδος για τα εγχώρια δεδομένα» γκράφικ νόβελ είναι για το φανατικό κοινό που το στηρίζει ένα αισθητικό κόσμημα, ο σωστός τρόπος για να αποκτήσει η λογοτεχνία την ιλιγγιώδη ένταση που της πρέπει. Ο Γιώργος Γούσης, δημιουργός κόμικς, εικονογράφος και αρχισυντάκτης του τριμηνιαίου περιοδικού κόμικς «Μπλε Κομήτης», ευρέως γνωστός για τη μεταφορά σε γκράφικ νόβελ του «Ερωτόκριτου», μιλώντας στη «Νέα Σελίδα» τονίζει ότι «το κόμικ βρίσκεται σε άνθηση κι αυτό ικανοποιεί από τη μια τους εκδότες, που είχαν βρεθεί σε τέλμα, αλλά και το κοινό, που σιγά σιγά αρχίζει να το μαθαίνει, κάτι που φαίνεται από την αποδοχή και την εμπορικότητα που έχουν διάφορες δουλειές που κυκλοφόρησαν τα τελευταία χρόνια». Τι συνετέλεσε όμως ώστε τα γκράφικ νόβελ να προσγειωθούν σε γόνιμο έδαφος; «Καταρχάς να πούμε ότι το “γκράφικ νόβελ” δεν είναι παρά ένας εμπορικός όρος που έχει κατασκευαστεί για να διαχωρίσει τις αυτοτελείς ιστορίες κόμικς, δηλαδή αυτές που ολοκληρώνονται μέσα σε μία έκδοση, απ’ όλες τις υπόλοιπες, που συνήθως είναι περιοδικές εκδόσεις σε συνέχειες ή συλλογές με μικρές ιστορίες. Στην Ελλάδα το έδαφος αυτό έγινε γόνιμο γιατί ο πρώτος που εξέδωσε κόμικ με αυτή την ταμπέλα ήταν ένας πολύ καλός και ήδη εμπορικός συγγραφέας, ο Απόστολος Δοξιάδης. Η εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία του “Logicomix” έκανε τους εκδότες και τους βιβλιοπώλες να στρέψουν τo βλέμμα τους προς τα κόμικς και να οραματιστούν ένα προϊόν το οποίο θα μπορούσαν να προωθήσουν ως κάτι νέο στην αγορά. Αν σκεφτούμε όμως άλλα κόμικς, όπως, για παράδειγμα, την “Τσιγγάνικη Ορχήστρα” του Γιάννη Καλαϊτζή, που εκδόθηκε πολύ πιο πριν από το “Logicomix”, θα δούμε ότι κι αυτή πληροί όλες τις προϋποθέσεις που ορίζουν ένα γκράφικ νόβελ. Τα λέω αυτά για να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι ναι μεν σήμερα υπάρχουν πολλοί περισσότεροι δημιουργοί κόμικς στην Ελλάδα με δυνατότητες και όρεξη να δημιουργήσουν ένα άρτιο γκράφικ νόβελ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το γκράφικ νόβελ και γενικότερα τα κόμικς είναι κάτι νέο για τη χώρα μας», αναφέρει στη «Νέα Σελίδα» ο Γιώργος Γούσης. Η μεταφορά του «Ερωτόκριτου» σε έναν άλλο κόσμο Ο Γούσης είναι αυτός που μαζί με τους συγγραφείς Δημοσθένη Παπαμάρκο και Γιάννη Ράγκο μετέφερε σε κόμικ τον «Ερωτόκριτο». Τον «Ερωτόκριτο» που η πρώτη απόπειρα να αποκτήσει κανείς σχέση πάθους μαζί του γίνεται κάπου στα δεκαέξι του χρόνια, αλλά τελικά κατακερματίζεται, γιατί το σχολείο αυτό τουλάχιστον, το τσάτρα πάτρα σερβίρισμα, το κάνει τέλεια. «Η διασκευή ενός κλασικού λογοτεχνικού έργου σε κόμικ. Αυτή ήταν η πρόταση που μου έκαναν οι εκδόσεις Polaris και ήξερα πως ό,τι κι αν ήταν αυτό, αν το δεχόμουν θα ήταν η πρώτη μου ολοκληρωμένη δουλειά στην αγορά. Γι’ αυτό τον λόγο έπρεπε να είμαι προσεκτικός. Ο πρώτος και βασικότερος λόγος που αποφάσισα τελικά να το κάνω ήταν οι συνεργάτες, που μου εξασφάλιζαν ένα πλούσιο και δημιουργικό πεδίο εργασίας. Οταν έπεσε στο τραπέζι ο “Ερωτόκριτος”, η πρώτη σκέψη μου ήταν αρνητική. Υστερα όμως από μια σύντομη έρευνα γύρω από το πρωτότυπο έργο, άρχισαν να κλειδώνουν μία προς μία όλες οι προϋποθέσεις που είχα θέσει στον εαυτό μου για να ασχοληθώ με το πρότζεκτ. Η ίδια η φύση του “Ερωτόκριτου” ως ενός άχρονου έργου φαντασίας στην περιοχή της Μεσογείου μου έδινε τη δυνατότητα να μείνω απόλυτα πιστός στο όραμά του και ταυτόχρονα ένα ελεύθερο πεδίο για να είμαι δημιουργικός μέσα από τη γλώσσα των κόμικς. Επειτα από αυτά ήταν πια σαφές για εμένα πως -όσο παράξενο και να φαντάζει- δεν υπήρχε καταλληλότερο έργο από τον “Ερωτόκριτο” για να γίνει κόμικ. Τώρα βλέπω το βιβλίο και δεν νιώθω τίποτα γι’ αυτό, κανένα αίσθημα ιδιοκτησίας. Είναι λες και το έχει κάνει κάποιος άλλος. Αυτό που κρατάω σαν μνήμη από τον “Ερωτόκριτο” είναι κυρίως το αίσθημα της δημιουργικότητας που είχαμε με τον Δημοσθένη και τον Γιάννη όσο το δουλεύαμε. Αυτό το αίσθημα είναι που ψάχνω και στις νέες μου δουλειές». Δυο ληστές στην Ηπειρο, μια αληθινή ιστορία Ο Γούσης είναι ένας δημιουργός που εξελίσσει συνεχώς τη γλώσσα του. Οι πιο πολλοί τον αποκαλούν μετρ του είδους. Οι πιο σοφοί τον θαυμάζουν για τα εφευρήματά του. «Αυτό που κάνω, λοιπόν, είναι να μπαίνω κάθε φορά στη θέση ενός πάρα πολύ αυστηρού και δύσκολου αναγνώστη, που απαιτεί μανιωδώς να ευχαριστηθεί με το έργο μου, και στη συνέχεια προσπαθώ να τον ικανοποιήσω, ακόμα κι αν χρειαστεί να αμφισβητήσω τον εαυτό μου», μας λέει. Και οι επόμενες έμπρακτες μέρες του δεν αργούν: «Περισσότερο απ’ όλα με ενδιαφέρει να καταφέρνω να κρατάω τον εαυτό μου σε ισορροπία ώστε να έχω καθαρό μυαλό και όρεξη όταν κάθομαι να δουλέψω. Αυτή την περίοδο υπηρετώ το σύμπαν δύο ληστών που έδρασαν στην περιοχή της Ηπείρου στις αρχές του 20ού αιώνα. Είναι το επόμενο πρότζεκτ που γράφουμε με τον Γιάννη Ράγκο, μια ιστορία εμπνευσμένη από αληθινά πρόσωπα και γεγονότα». Τα καθωσπρέπει, τα δεδομένα, οι κανόνες να αφήνονται πίσω. Και τότε είναι που οι Γούσηδες θα γίνουν άπειροι και θα ζουν ανάμεσά μας. ===
  11. Ο Γιώργος Γούσης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, τελείωσε την Γραφιστική στο ΤΕΙ Αθήνας, αγαπημένο του τραγούδι είναι το ‘Βάλε μου να πιω’ του Νίκου Ξυδάκη και ανυπομονεί για τις αντιδράσεις του πρώτου κεφαλαίου (56 σελ.) του νέου κόμικ που φτιάχνει. Πώς και πότε αποφάσισες ότι αυτό με το οποίο θέλεις να ασχοληθείς είναι η εικονογράφηση και τα κόμικς; Όταν ολοκλήρωσα το πρώτο μου κόμικ, ένα τετρασέλιδο. Ήταν απαίσιο σε όλα τα επίπεδα αλλά είχε αρχή, μέση, τέλος και με ιντρίγκαρε το γεγονός ότι μπορούσα να το δώσω στον καθένα και με λίγη προσπάθεια να καταλάβει την ιστορία που είχα αφηγηθεί χωρίς να μιλήσω. Ήμουν και λίγο ντροπαλός τότε οπότε με βόλεψε. Από εκεί και έπειτα απλώς προσπαθώ να γράφω καλύτερες ιστορίες και να βελτιώνω σε όλα τα επίπεδα τον τρόπο που τις αφηγούμαι. Τι μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης; Πώς επιλέγεις ένα θέμα; Κατά κύριο λόγο παρατηρώντας. Την καθημερινότητα, την ιστορία, την λογοτεχνία, δεν έχει πολλή μεγάλη σημασία. Όταν πέφτω πάνω σε ένα στοιχείο που με εντυπωσιάζει, τότε το απομονώνω και χτίζω από αυτό μία δική μου νέα ιστορία. Μοναδικό μου κριτήριο κατά την ανάπτυξή της είναι να φτιάξω μια ιστορία που θα μου άρεσε εξίσου αν κάποιος άλλος την αφηγούνταν σε εμένα. Γενικά, προσπαθώ να αποφεύγω τον διδακτισμό ή τα θέματα που αφορούν μόνο το επίκαιρο. Μικρός διάβαζες κόμικς; Μπα, λίγα, τα βασικά. Μickey Mouse, Asterix, Lucky Luke. Ποιος είναι ο αγαπημένος σου ήρωας και γιατί; Θα ήθελα να μοιάζω στον Ντετέκτιβ Φίλ Πώτ του Παναγιώτη Μητσομπόνου, ο οποίος ζει μια περιπετειώδη ζωή ψάχνοντας μια υπόθεση για να εξιχνιάσει. Ποια υπερδύναμη θα ήθελες να έχεις; Να ήμουν πολύ γρήγορος για να προλάβαινα να κάνω περισσότερα πράγματα. Πώς δημιουργείς έναν ήρωα; Διαμορφώνεις πρώτα την εξωτερική εμφάνιση και μετά τον χαρακτήρα ή το αντίθετο; Το αντίθετο. Μόλις κατανοήσω σε βάθος έναν χαρακτήρα τότε θα προσπαθήσω να τον φανταστώ, την μορφή του. Έπειτα, προχωρώ σε μία σύνθεση χαρακτηριστικών από υπαρκτά πρόσωπα που έχω δει και χαρακτηριστικών που έχω φανταστεί, κι έτσι μέσα από δοκιμές καταλήγω. Προσπαθώ οι φυσιογνωμίες που σχεδιάζω να έχουν εξίσου έναν δικό τους μοναδικό χαρακτήρα όσον αφορά τη μορφή τους, αλλά ταυτόχρονα, στον βαθμό που κάτι τέτοιο είναι εφικτό, να παραπέμπουν και σε υπαρκτά πρόσωπα, ούτως ώστε να “προκαλούν” τον αναγνώστη να προβάλλει πάνω τους τις δικές του εμπειρικές καταγραφές. Έχεις δημιουργήσει κάποιον χαρακτήρα βασισμένο σε κάποιο υπαρκτό πρόσωπο του κύκλου σου; Όχι ολοκληρωτικά αλλά ναι, συχνά πυκνά δανείζομαι στοιχεία τους. Αυτό φυσικά μπορεί να συμβαίνει και χωρίς να το καταλαβαίνω, ασυνείδητα. Σου αρέσουν τα ταξίδια; Επόμενος σου προορισμός; Ήξερες ότι έκανα αίτηση σε camp για δημιουργούς κόμικ σε μια κωμόπολη της Γαλλίας ή τυχαία ρωτάς. Αν με πάρουν, ο επόμενος προορισμός μου θα είναι εκεί! Ευχήσου μου. Έχεις όλα τα χρώματα και μπορείς να δημιουργήσεις έναν νέο κόσμο. Ποιο χρώμα θα κυριαρχούσε και πώς θα έμοιαζε αυτός; Δεν με ελκύει ιδιαίτερα η δημιουργία νέων κόσμων. Φαίνεται μου αρέσει μάλλον πολύ αυτός εδώ. Εκτός αν πρόκειται για τον «κόσμο» μιας ιστορίας, οπότε σε αυτήν την περίπτωση όλα εξαρτώνται από την ιστορία. Αυτήν υπηρετώ και σύμφωνα με αυτήν θα φανταστώ την ατμόσφαιρα ενός κόσμου στον οποίον θα πιστεύω εγώ ότι θα αναδειχθεί. Τα μελλοντικά σου σχέδια; Προχωράω το κόμικ που φτιάχνω εμπνευσμένο από την ζωή δυο ληστών, στην Ήπειρο, στις αρχές του αιώνα και επίσης έχω λίγο άγχος, γιατί θα ξεκινήσω να διδάξω κόμικ στην σχολή σχεδίου «Περί Τέχνης» στην Αγία Παρασκευή. Μότο σου αυτήν την περίοδο: Κι αν είναι ψέματα – τι σημασία Κι αν είν’ για λίγο – αχ τι αδικία. __ Πηγή
  12. Ο Ερωτόκριτος Σε Κόμικ! «Ήταν ρίσκο. Aκουμπούσαμε ένα έργο αγαπητό και ριζωμένο στη μνήμη του Έλληνα» Η HuffPost μιλάει με τον δημιουργό κόμικ Γιώργο Γούση και τον συγγραφέα Δημοσθένη Παπαμάρκο για το πρώτο μεσογειακό fantasy comic. Να διασκευάσεις ένα αναγεννησιακό, επικό ποίημα, όπως ο χιλιοτραγουδισμένος ανά τις γενιές «Ερωτόκριτος» του Βιτσέντζου Κορναρου, σε κόμικ (Εκδόσεις Polaris, 2016)... Θαρραλέο εγχείρημα- και με εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Ο δημιουργός κόμικ Γιώργος Γούσης, ο συγγραφέας Δημοσθένης Παπαμάρκος και ο δημοσιογράφος Γιάννης Ράγκος δούλεψαν επί ένα χρόνο με μεράκι και καρπός της προσπάθειάς τους είναι ένα ελληνικό graphic novel που στην ιστορία του έχει πουλήσει δέκα χιλιάδες αντίτυπα και διδάσκεται στα σχολεία από τους φιλολόγους - δε μπορώ να φανταστώ πιο πρόσφορο και γοητευτικό τρόπο για να εισάγεις έναν μαθητή του 2018 στο νεοελληνικό λογοτεχνικό και ιστορικό σύμπαν. Οι περισσότεροι έλκουμε την όποια εξοικείωση έχουμε με τον «Ερωτόκριτο» από τα τραγούδια που έχει εμπνεύσει, όπως του Χριστόδουλου Χάλαρη με την λεβέντικη φωνή - κλαγγή του Νίκου Ξυλούρη. Δεν είναι όμως ο «Ερωτόκριτος» ένα μονοδιάστατο ερωτικό ποίημα, σαν «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» στα ελληνικά. Μίλησα με τους δύο εκ των τριών συνδημιουργών- με τον Γιώργο Γούση επικεντρωθήκαμε στην εικόνα και με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο στο λόγο. Σημειώνω πολύ σύντομα και πριν τις συνεντεύξεις τους πέντε πυρηνικά χαρακτηριστικά του έργου, όπως τα τόνισαν και οι δυο τους. Ο «Ερωτόκριτος» έχει ωμή βία με επική μάλιστα περιγραφή, αλλά η προσέγγιση του Κορνάρου δεν είναι πολεμοχαρής, εξισώνει νικητή και ηττημένο, ενώ εστιάζει περισσότερο στις απώλειες και των δύο πλευρών, παρά στο κέρδος του νικητή. Έχει μια δυαδική, σχεδόν ομηρική προσέγγιση - μετά τις επικές περιγραφές των μαχών και των ηρώων αναδεικνύεται το ανθρώπινο δράμα και η φαυλότητα του κύκλου της βίας. Στον «Ερωτόκριτο» γυναίκα και άντρας εξισώνονται - η Αρετούσα δεν είναι η γυναίκα/τρόπαιο των κλασικών ιπποτικών μυθιστορημάτων, απεναντίας η ίδια κινεί τα νήματα της ιστορίας. Είναι ένα «ταξικό» έργο ο Ερωτόκριτος - η Αρετούσα δεν μπορεί να παντρευτεί τον Ερωτόκριτο γιατί δεν κρατάει κι αυτός από βασιλική γενιά. Όμως, τελικά η παραδοσιοκρατική ταξικότητα υπερβαίνεται. Γιατί ο έρωτας των δύο παιδιών, της 16χρονης Αρετούσας και του 19χρονου Ερωτόκριτου, δεν είναι «μελό», αλλά σταθερός, επίμονος μέχρι τέλους. Και είναι αυτό το ποίημα μια ανοιχτή πόρτα στον κοσμοπολιτισμό της Ανατολής, κεντρικός χαρακτήρας του από ένα σημείο κι έπειτα είναι ένας Σαρακηνός. Ήταν άραγε αυτές κοινές αντιλήψεις του μέσου όρου εκείνης της εποχής ή ο Κορνάρος, ως φωτισμένος λόγιος, γράφει υπερβατικά, απηχώντας απόψεις μιας μικρής ιντελιγκέντσιας; Άλλωστε, η λογοτεχνική «εταιρεία» όπου ανήκε ο ίδιος, λεγόταν «Ακαδημία των Παράξενων»... «κ’ εγώ δε θε να κουρφευτώ κι αγνώριστο να μ’ έχου μα θέλω να φανερωθώ , κι όλοι να με κατέχου. Βιτσέντζος είναι ο ποιητής και στη γενιά Κορνάρος που να βρεθή ακριμάτιστος, σα θα τον πάρη ο Χάρος. Στη Στείαν εγεννήθηκε, στη Στείαν ενεθράφη, εκεί ’καμε κι εκοπιασεν ετούτα που σας γράφει. Στο Κάστρον επαντρεύτηκε σαν αρμηνεύγει η φύση, το τέλος του έχει να γενή όπου ο θεός ορίσει». Έτσι συστήνεται ο ίδιος ο Κορνάρος στο ποίημά του. Και όταν απολαμβάνουμε τον «Ερωτόκριτο», σε κάθε του εκδοχή, κείμενο, εικόνα, μουσική, ας τον θυμόμαστε. Άλλο σκοπό, ή όφελος, δεν είχε. Συναντιόμαστε πρώτα με τον δημιουργό (του) κόμικ Γιώργο Γούση- λόγοι αρχής το επιβάλλουν αυτό, καθώς είναι κοινά παραδεκτό πως το δυνατότερο κουπί στην παραγωγή κάθε κόμικ το τραβάει ο σχεδιαστής. Καθ’ όλη τη διάρκεια της κουβέντας λίγες φορές τον διέκοψα για τυπικές ερωτήσεις- φυλλομετρούσα τις σελίδες του κόμικ, καθεμιά από τις οποίες αξίζει να μετατραπεί σε πόστερ και χαιρόμουν την αίσθηση αυτού του hard copy αριστουργήματος στα χέρια μου, στην κοντινή όρασή μου τις εικόνες του Γούση και τους στίχους του ποιήματος να συμπλέκονται δυναμικά. «Έχετε φτιάξει ένα έργο τέχνης οι τρεις σας», του λέω. - Να πάρουμε την ιστορία αυτού του πρότζεκτ απ’ την αρχή; Η αρχική ιδέα προήλθε από τους εκδότες. Και δεν ήταν συγκεκριμένα ο «Ερωτόκριτος» αλλά η αναγέννηση των Κλασικών Εικονογραφημένων - μας πρότειναν να διασκευάσουμε ένα έργο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, με γνώμονα όμως ότι αυτό θα αποτελέσει, πιθανότατα, την αρχή μιας σειράς. Σκεφτήκαμε το «Αμάρτημα της μητρός μου» του Βιζυηνού, όπως και έργα του Παπαδιαμάντη, αλλά τα απορρίψαμε λόγω της καθαρεύουσάς τους, που είναι σχεδόν απαγορευτική για κόμικ. Όταν ο Δημοσθένης (Παπαμάρκος) έριξε την ιδέα του Ερωτόκριτου, αρχικά ήμουν αρνητικός, το θεωρούσα «μπανάλ». Ο Δημοσθένης με προέτρεψε να διαβάσω το ποίημα- το έκανα και αμέσως πείστηκα. Γιατί εντόπισα πολλά στοιχεία που συνηγορούσαν ότι μπορεί να γίνει ένα καλό κόμικ. «Ο Ερωτόκριτος είναι fantasy, όχι ιστορικό έργο- δεν τοποθετείται σε συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, ούτε στην Κρήτη, όπως πολλοί εσφαλμένα νομίζουν. Τόπος της δράσης είναι η Αθήνα, αλλά μια Αθήνα απροσδιόριστη, άχρονη. Ο Κορνάρος έκανε ότι και ο Τόλκιν στον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών»- μια συρραφή στοιχείων που δημιουργεί σαν κολάζ έναν κόσμο που φαίνεται (και) ρεαλιστικός αλλά δεν υπήρξε ποτέ. Ο Τόλκιν δανείστηκε στοιχεία από τις μυθολογίες των βόρειων λαών, ο Κορνάρος στο ποίημά του δεν περιγράφει τίποτα απολύτως- τον τόπο, ή το παλάτι, το σπίτι, κάποιον πολεμιστή, ή το πρόσωπο της Αρετούσας. Βλέπεις όμως από την πλοκή και τη γλώσσα ποιες είναι οι επιρροές του και από ποιους κόσμους δανείζεται στοιχεία- είμαστε στην αναγεννησιακή Κρήτη και στον Ερωτόκριτο υπάρχει ο αχταρμάς των στοιχείων που διαμόρφωσαν την Αναγέννηση: ο ελληνορωμαϊκός κόσμος, το Βυζάντιο και οι δυτικές επιδράσεις. Όλα αυτά έπρεπε να τα κάνω κολάζ για να απεικονίσω τον κόσμο του Ερωτόκριτου σαν ένα fantasy, για πρώτη φορά όμως μεσογειακό, όχι βόρειο». - Πως απέδωσες σε εικόνες αυτές τις αναφορές του Κορνάρου; Είναι ορατές ήδη από το εξώφυλλο - η αρχαιοελληνική ένδυση της Αρετούσας, η αναγεννησιακή πανοπλία του Ερωτόκριτου, ενώ το χρυσό στο φόντο είναι βυζαντινή επιρροή. Για τους δύο πρωταγωνιστές, την Αρετούσα και τον Ερωτόκριτο, αποφάσισα ότι έπρεπε να σχεδιάσω δυο φιγούρες- πρότυπα της ομορφιάς και της απλότητας. Κατέληξα να «αντιγράψω» το προφίλ και την κατατομή των προσώπων τους από τις ανθρώπινες μορφές των αρχαιοελληνικών αγγείων. Για τις ενδυμασίες του βασιλικού ζεύγους, τον θρόνο και το σκήπτρο του βασιλιά, το διάδημα της βασίλισσας, χρησιμοποίησα μια βυζαντινή ζωγραφιά της εποχής του Βασίλειου Β΄ (Βουλγαροκτόνου). Και μετά ξεκίνησα να σχεδιάζω μια αναγεννησιακή Αθήνα, κτισμένη στα ερείπια της αρχαίας πόλης, αλλά ακμάζουσα, με κλέος. - Απ’ όσα μου λες, υποθέτω πως κάνατε και ιστορική έρευνα δυνατή... Μεγάλη έρευνα. Ο ρόλος του σκιτσογράφου είναι κρίσιμος αλλά η δουλειά είναι ομαδική. Οι συγγραφείς λοιπόν, με βοηθήσανε πολύ (και) στην ιστορική έρευνα. Ψάξαμε πίνακες, στολές και οπλισμούς, ενδυμασίες, γκραβούρες και σχέδια κτιρίων που τελικά έμειναν στα χαρτιά. Το παλάτι του βασιλιά και η αίθουσα του θρόνου βασίζονται στα σχέδια ενός Αυστριακού αρχιτέκτονα, του Σίνκελ (Karl Friedrich Schinkel), που πρότεινε στον Όθωνα να κτίσει το παλάτι του πάνω στον βράχο της Ακρόπολης, γκρεμίζοντας τον Παρθενώνα - ήταν ένα από τα σχέδια που ακυρώθηκαν, για προφανείς λόγους. Στη μάχη των Αθηναίων με το στρατό των Βλάχων αντέγραψα τις στολές των Ανατολικοευρωπαίων ιπποτών της εποχής. Θέλαμε οι μάχες (και οι μονομαχίες) να είναι όσο πιο ρεαλιστικές- βρήκε λοιπόν ο Δημοσθένης αναγεννησιακά εγχειρίδια οπλομαχητικής, «tutorials» όπως λέμε σήμερα, και αντιγράψαμε από εκεί κινήσεις και τεχνικές. Σκοπός όλης της έρευνας ήταν να βρούμε την κλωστή που θα ενώσει όμορφα και φυσικά όλα τα εκατέρωθεν στοιχεία ώστε το σύνολο να μην είναι κιτς. - Είναι πολύ δουλεμένο το σχέδιό σου αλλά και τα χρώματα είναι καταπληκτικά, γήινα και υποβλητικά ταυτόχρονα. Στο χρώμα με βοήθησε ο Παναγιώτης Πανταζής - θέλαμε να σπάσουμε τον «κανόνα» του γκρι, τη μουντίλα των ιπποτικών μυθιστορημάτων. Ο Ερωτόκριτος και εμείς δε βρισκόμαστε σε βόρειες χώρες - θέλαμε να κυριαρχεί το φως και το χρώμα να διαχέεται παντού. Οι νύχτες είναι έναστρες, το αττικό φως και οι μάχες είναι κίτρινες, σαν να λούζονται στον ήλιο. Και όταν μάχεσαι με πανοπλία κάτω από δυνατό ήλιο, όλα γίνονται πύρινα. Στο φόντο χρησιμοποιήσαμε βυζαντινά χρώματα, ώχρες όπως των αγιογραφιών. Όλο το χρωματικό αποτέλεσμα έπρεπε να είναι επικό και παραμυθένιο, αντάξιο της ατμόσφαιρας του ποιήματος. - Πόσο καιρό δούλεψες τον Ερωτόκριτο; Περίπου ένα χρόνο, κάθε μέρα για να μη χάσω το ρυθμό και βγω απ′ το κλιμα του έργου. Και με τους δύο συγγραφείς υπήρχε επικοινωνία και αλληλεπίδραση συνεχώς. - Το διασκέδασες; Στην αρχή αισθανθήκαμε και φόβο - ακουμπούσαμε ένα έργο κλασικό και στέρεα ριζωμένο στη μνήμη του Έλληνα, με μεγάλη αγάπη από τους φιλολόγους. Ήταν ένα ρίσκο για εμάς, να μας κράξουν. Γιατί σε αυτές τις προσπάθειες υπάρχει πάντα η πιθανότητα να βεβηλώσεις κάτι. Όμως και οι τρεις θεωρήσαμε ότι οτιδήποτε κλασικό είναι και σύγχρονο σε κάθε εποχή. Αντιπαρατεθήκαμε με τον «Ερωτόκριτο» στα ίσα, χωρίς υπερβολές και αλαζονεία από μέρους μας, αλλά και δίχως να αντιμετωπίζουμε αυτό το περίφημο έργο ως τοτέμ και μουσειακό είδος που δεν επιτρέπεται να αγγίζεις. Το διασκέδασα, πολύ. Και έβαλα στην άκρη άλλα πρότζεκτ για να δουλέψω τον «Ερωτόκριτο». «Προσπάθησα να εισάγω στην εικόνα κάποια στοιχεία με έμμεσες αναφορές στα βασικά χαρακτηριστικά της ιστορίας, ελπίζω ότι ο αναγνώστης θα τα διαισθανθεί, ακόμα κι αν δεν τα αναγνωρίσει ευθέως», μου λέει. Και του ζητάω να μου δώσει ένα παράδειγμα: «Στη σκηνή του γάμου Ερωτόκριτου και Αρετούσας οι δυο τους φεύγουν από την αίθουσα του γλεντιού, αφήνοντας τα σύμβολα της εξουσίας, το στέμμα και τον μανδύα, πάνω στους θρόνους. Είναι το γλέντι ενός βασιλικού γάμου - κεντρικό γεγονός είναι η μεταβίβαση της εξουσίας στον Ερωτόκριτο, που θα γίνει ο επόμενος βασιλιάς. Και οι δυο όμως επιλέγουν να αποχωρήσουν από το πανηγύρι της εξουσίας για να γιορτάσουν τον έρωτά τους». - Εγώ το «μετέφρασα», βλέποντας τις εικόνες με τα γουρουνόπουλα στις πιατέλες, ότι αποστρέφονται, και ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα, την αποκτήνωση, την βουλιμία... Αυτό ακριβώς δεν είναι μια «γιορτή της εξουσίας»; Μετά από λίγες μέρες βρέθηκα σε ένα καφέ στο (αγαπημένο) Παγκράτι με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο, τον έναν εκ των δύο συγγραφέων που διασκεύασαν το ποίημα του Κορνάρου. Γιατί μπορεί στο κόμικ να κυριαρχεί η εικονογράφηση, όμως ειδικά στην περίπτωση του «Ερωτόκριτου», ο Δημοσθένης Παπαμάρκος και ο Γιάννης Ράγκος αντιπαρατέθηκαν με την προσαρμογή και συμπύκνωση ενός επικού ποιήματος δέκα χιλιάδων στίχων σε διαστάσεις και ύφος κόμικ. «Για τη γλώσσα του Κορνάρου ότι και να πω είναι κλισέ - ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος είμαι που με συναρπάζει. Η ποιητική του Κορνάρου μου δημιουργεί δέος - η γλώσσα είναι σε πολύ υψηλό επίπεδο, κυλάει αβίαστα, ρυθμικά και το ποίημα των δέκα χιλιάδων στίχων είναι σφιχτοδεμένο, υψηλής αισθητικής και νοήματος. Δεν σε κουράζει ποτέ. Εμένα με συνάρπαζε από έφηβο και όταν το πρότεινα στον Γιώργο (Γούση) και τον Γιάννη (Ράγκο) το έκανα με επιφύλαξη, μήπως είμαι υποκειμενικός. Αλλά είναι πραγματικά ένα γραπτό έργο τέχνης- τα σχήματα λόγου που χρησιμοποιεί ο Κορνάρος, ο τρόπος που φωτίζει την κάθε λεπτομέρεια είναι αριστοτεχνικός». - Ο Κορνάρος γράφει στην μεσαιωνική ελληνική, την Κοινή; Ναι, είναι η Κοινή, στην κρητική της εκδοχή και διανθισμένη με δυτικές, βενετικές επιρροές. - Πως διαχειριστήκατε αυτά τα ελληνικά του 16ου αι., την γλώσσα του Κορνάρου; Το κρίσιμο ερώτημα, η βάσανός μας ήταν αυτή - σε ποια γλώσσα θα γράψουμε; Θέλαμε το έργο να είναι προσβάσιμο και από πιτσιρικάδες, οπότε η γλώσσα θα έπρεπε να είναι πιο κατανοητή. Ο Κορνάρος δε, γράφει σε γλώσσα που δε μπορούμε να καταλάβουμε αλλά σίγουρα έχει μια ιδιαιτερότητα, ειδικά αναγνώστες μικρότερων ηλικιών μπορεί να τους αποθαρρύνει. Και θεωρήσαμε ότι στο κόμικ μια γλώσσα ποιητική δεν λειτουργεί - δε σηκώνει κι άλλο έργο τέχνης «πάνω του», καταντά πολύ βαρύ. «Οπότε, τους διαλόγους, για να έχουν τη φυσικότητα που απαιτεί το μέσο τους ”φέραμε” σε μια νέα ελληνική, στρωτή, χωρίς νεολογισμούς, που, όμως, αποδίδει το περιεχόμενο των διαλόγων του πρωτοτύπου. Συμπυκνώσαμε το νόημα έχοντας τη μεγάλη βοήθεια της εικόνας. Χρειαζόμασταν όμως και αφηγητή- δεν χρειαζόταν να τον εφεύρουμε εμείς, γιατί αφηγητή έχει και ο Κορνάρος, υπήρξε όμως εκεί προβληματισμός αν θα έπρεπε να ”φέρουμε” τον δεκαπεντασύλλαβο του Κορνάρου στη νέα ελληνική, να ”μεταφράσουμε” τους στίχους και του αφηγητή, κρατώντας όμως το μέτρο τους. Εγώ ήμουν αντίθετος». - Γιατί; Ένα μεταφρασμένο απόσπασμα σε ποιητικό λόγο δεν μπορεί να αγγίξει το ύφος του Κορνάρου. Και θα ήταν κρίμα να το χάσουμε αυτό. Για να είμαστε σίγουροι, το δοκιμάσαμε- «μετέφρασα» στίχους από την μεσαιωνική του Κορνάρου, στην νέα ελληνική. Το αποτέλεσμα δεν ήταν καλό. Τελικά αποφασίσαμε ο αφηγητής, οι λεζάντες μας δηλαδή, να κρατήσουν την γλώσσα του Κορνάρου, επιλέγοντας και ενώνοντας μεταξύ τους σε δίστιχα, σκόρπιους στίχους από όλο το ποίημα. Έχε υπόψη ότι ούτως ή άλλως είχαμε συμπυκνώσει στο σενάριο σκηνές και επεισόδια του ποιήματος, επομένως έπρεπε να γίνει ένα ανάλογο μοντάζ και στον λόγο. Μπορεί να χρειαζόταν μια προσαρμογή, να «πειράξουμε» μια λέξη που επαναλαμβανόταν αλλά τα περισσότερα σημεία (και λέξεις) έμειναν ατόφια. Έχουμε περίπου 80 στίχους και οι αλλαγές είναι τρεις ή τέσσερις. - Άρα κρατήσατε την γλώσσα του Κορνάρου όσον αφορά την αφήγηση (στις λεζάντες). Ναι. Η ιδιαίτερη γλώσσα των λεζαντών δε «χτυπάει» άσχημα, είναι η γλώσσα του αφηγητή λίγο ανοίκεια αλλά τελικά βοηθά τον αναγνώστη να μπει στο setting. - Φτιάχνει ατμόσφαιρα. Ακριβώς. Ταιριάζει με την εικόνα, που είναι μια μίξη αρχαίας Ελλάδας, Βυζαντίου, δυτικού Μεσαίωνα και Αναγέννησης, σε μεσογειακό τοπίο. Η γλώσσα του Κορνάρου λειτουργεί σαν συγκολλητική ουσία όλων αυτών των στοιχείων και «τσιμεντάρει» το τελικό αποτέλεσμα. - Να πούμε μερικά πράγματα για το έργο αλλά και τον ποιητή; Για τον «Ερωτόκριτο» και τον Βιτσέντζο Κορνάρο; Για τον Κορνάρο δεν ξέρουμε πάρα πολλά. Γεννήθηκε στη Σητεία στα μέσα του 16ου αι. και πέθανε το 1613 στον Χάνδακα (Ηράκλειο). Η οικογένειά του ήταν βενετσιάνικης, αριστοκρατικής καταγωγής αλλά εντελώς εξελληνισμένη. Ο Κορνάρος είναι ένας Κρητικός λόγιος που γράφει στην τοπική διάλεκτο της λαϊκής ελληνικής γλώσσας της εποχής. Ο «Ερωτόκριτος» δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1713, τυπώθηκε στη Βενετία εκατό χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα του. Είχε διασωθεί από την προφορική παράδοση- ακόμα στην Κρήτη ξέρουν να το τραγουδούν γιαγιάδες που ’ναι αναλφάβητες. - Υπάρχει η άποψη ότι η μεσαιωνική και αναγεννησιακή ελληνική λογοτεχνία παρήγαγε σχετικά φτηνές απομιμήσεις. Ναι, γιατί τα πρότυπα ήταν δυτικά. Και ο «Ερωτόκριτος» έχει βασιστεί σε ένα γαλλικό ποίημα, το «Παρίσι και Βιέννη» (Paris et Vienne). Όμως ο Κορνάρος δεν το έχει διασκευάσει απλά, έχει φτιάξει ένα ανώτερο, αυθύπαρκτο έργο που αφορά το ελληνικό κοινό της εποχής. Το εξώφυλλο του κόμιξ «Ερωτόκριτος» από τις Εκδόσεις Polaris (2016) Πηγή
  13. ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΣΕ ΕΝΑ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟ ΕΙΔΟΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Κόμικς αλά… Κρητικά! Aπό την “Ιστορία της Κρήτης”, στον “Ερωτόκριτο” και από εκεί στον “Αστερικάκη”, το κόμικ έχει προσαρμοστεί στην ιστορία, τη γλώσσα, τον πολιτισμό της Κρήτης. Πολλές οι ανάλογες και ιδιαίτερα αξιόλογες προσπάθειες τα τελευταία χρόνια, μέσα από το πενάκι εξαιρετικών εικονογράφων και συγγραφέων. Για αυτές τις δουλειές μιλάμε με τους δημιουργούς τους αναζητώντας περισσότερα στοιχεία για το κεφάλαιο: Κρήτη και κόμικς. Μια…“κουζουλή” προσπάθεια για την Ιστορία του νησιού Απλή, κατανοητή, συμπυκνωμένη, διδακτική και άκρως διασκεδαστική είναι η προσπάθεια απόδοσης της ιστορίας της Κρήτης ,από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι και σήμερα, όπως αποτυπώνεται στο ομώνυμο κόμικ “Η Ιστορία της Κρήτης” του Παναγιώτη Γιάκα. Η πρώτη έκδοση έγινε πριν από δύο χρόνια και λόγω της επιτυχίας ακολούθησε και άλλη συμπληρωμένη και πιο βελτιωμένη. Ο ίδιος ο συγγραφέας μιλώντας στις “διαδρομές” σημειώνει ότι πρόκειται για «μια κουζουλή προσπάθεια» καθώς χρειάστηκαν 7 χρόνια για να συγκεντρώσει το απαραίτητο υλικό και να ξεκινήσει την εικονογράφηση, τη συγγραφή των κειμένων και τη σύνθεση τους. “Κουζουλή” μεν αλλά σίγουρα εξαιρετική η δουλειά αφού το κόμικ έχει πολύ μεγάλη επιτυχία σε ανθρώπους όλων των ηλικιών και έχει αγκαλιαστεί τόσο από τους Κρητικούς όσο και από ανθρώπους εκτός του νησιού. Πώς όμως αποφάσισε να κάνει εικονογραφημένο κόμικ την Ιστορία της Κρήτης είναι το πρώτο μας ερώτημα; «Εμπνευση ήταν η ίδια η ιστορία της Κρήτης! Είναι πολύ συναρπαστική αφού λόγω του περιορισμένου γεωγραφικού χώρου του νησιού οι ιστορίες μπλέκονται μεταξύ τους ξανά και ξανά. Επίσης είναι πολύ έντονα τα στοιχεία της μυθοπλασίας. Είναι πραγματικά πολύ ενδιαφέρον στην ίδια ιστορία να μπορώ να εμπλέκω τον Μινώταυρο, τον Καζαντζάκη, τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο! Αυτή η μαγεία παρά τον όγκο της πληροφορίας και της βιβλιογραφίας ήταν αυτή που με έκανε να αποφασίσω να δουλέψω και να ερευνήσω. Ηθελα να έχει έντονο και το στοιχείο του χιούμορ και με ενδιέφερε επίσης τα ιστορικά στοιχεία να είναι όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικά. Προσπάθησα να είμαι ιστορικά σωστός και να ψάξω για το θέμα της Τουρκοκρατίας π.χ. και τουρκικές πηγές για να δω πώς έβλεπαν και εκείνοι την παρουσία τους στην Κρήτη». Οι δυσκολίες που αντιμετώπισε ο συγγραφέας – εικονογράφος πολλές. Ισως η πιο σημαντική λέει σήμερα «το να το αποφασίσω ότι θα φτιάξω ένα βιβλίο – κόμικ. Για 7 χρόνια μάζευα υλικό από τα αναγνώσματά μου και δυσκολευόμουν πολύ να κάνω το ξεκαθάρισμα καθώς υπάρχει τόσο πολύ υλικό που μου φαινόταν “βουνό” το να ξεκινήσεις να μπεις στη διαδικασία να το κάνεις κόμικ. Επίσης ήθελα να είμαι σωστός και τα στοιχεία μου να είναι διασταυρωμένα. Γνώριζα ήδη αρκετά για το Μινωικό πολιτισμό και την Κρητική μυθολογία αφού ήταν μια περίοδος που με ενδιέφερε πολύ. Ξεκίνησα λοιπόν από εκεί που “πατούσα” σχετικά εύκολα. Το κομμάτι της Οθωμανικής κατάκτησης ήταν “λεπτό” και δύσκολο ζήτημα και χρειαζόταν να το αντιμετωπίσω με μεγάλη σοβαρότητα, και φυσικά το τμήμα του Β’ Παγκοσμίου πολέμου είχε τη δυσκολία του αφού πολλοί άνθρωποι που είχαν ζήσει τα γεγονότα είναι ακόμα εν ζωή». Ιδιαίτερα κρίσιμη και η εικονογράφηση για την οποία ο συγγραφέας ακολουθεί μια πολύ ενδιαφέρουσα τακτική προσαρμόζοντάς την ανά ιστορική περίοδο. «Στη Μινωική εποχή χρησιμοποιώ ως πρότυπο τη Μινωική εικονογράφηση έτσι όπως αποδίδεται στα ευρήματα που έχουμε από αυτήν την περίοδο. Για τη βυζαντινή εποχή το σκίτσο μου “πατάει” στα βυζαντινά χειρόγραφα, στην οθωμανική στον Τούρκικο τρόπο εικονογράφησης και φτάνοντας στο Β’ Παγκόσμιο πόλεμο προσπαθώ να διαμορφώσω το σκίτσο μου έτσι ώστε να φαίνεται σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία αφού η ασπρόμαυρη φωτογραφία είναι το βασικό τεκμήριο της εποχής εκείνης». Το κόμικ κυκλοφόρησε από τις Cretan comics των εκδόσεων Καραγιαννάκη στο Ρέθυμνο, μια τολμηρή επιλογή που δικαιώθηκε. Ρωτάμε για ιδιαίτερα σχόλια που άκουσε ή και για κάποιους προβληματισμούς που κατατέθηκαν ως προς το περιεχόμενο από ανθρώπους που διάβασαν το “Η Ιστορία της Κρήτης”. «Για μένα το πιο περίεργο ήταν αυτό που μου συνέβη να ακούω δηλαδή στο δρόμο ανθρώπους να μιλούν για το βιβλίο και να εκφράζονται με ενθουσιασμό για αυτό σε άλλους που δεν το γνώριζαν. Αυτό ήταν πραγματικά κάτι φανταστικό. Οι περισσότεροι προβληματισμοί που κατατέθηκαν είχαν να κάνουν με το κομμάτι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου καθώς είναι ακόμα νωπό και υπάρχουν πολλά ανοικτά ζητήματα από τότε» απαντάει ο κ. Γιάκας, συμπληρώνοντας πως η επιτυχία του κόμικ εκτός Κρήτης αλλά και του ότι στα χέρια τους το πήραν άνθρωποι ηλικίας από 7 έως 77 ετών είναι σημάδια χαρακτηριστικά της ποιότητας του. Eνας ξεχωριστός Ερωτόκριτος! 10.012 δεκαπεντασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι στην Κρητική διάλεκτο μιας έμμετρης μυθιστορίας των αρχών του 17ου αιώνα ζωντανεύουν σε 449 έγχρωμα καρέ μιας εικονογραφημένης ιστορίας του 21ου αιώνα. Πρόκειται για τον γνωστό σε όλους μας “Ερωτόκριτο” του Βιτσέντζου Κορνάρου, το κορυφαίο κείμενο της Κρητικής Αναγέννησης που “ξαναγεννήθηκε” με το πενάκι του ταλαντούχου κομίστα Γιώργου Γούση ο οποίος το εικονογράφησε με την βοήθεια του διηγηματογράφου, ιστορικού Δημοσθένη Παπαμάρκου και του ερευνητή, συγγραφέα Γιάννη Ράγκου. Και οι τρεις δημιουργοί μέσα από τις σελίδες του graphic novel που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Polaris, είχαν ως στόχο να αναδείξουν τον συναρπαστικό κόσμο του εμβληματικού έργου της Κρητικής Αναγέννησης, αλλά ταυτόχρονα και το πνεύμα του συγγραφέα του στοχεύοντας κυρίως στο νεανικό κοινό. Για το δύσκολο αλλά εντυπωσιακό εγχείρημα μίλησε στις “διαδρομές” ο Γιώργος Γούσης, ο οποίος εικονογράφησε τον Ερωτόκριτο. Όπως λέει ο ίδιος «αρχικά μας προτείνανε από τις εκδόσεις Polaris να διασκευάσουμε ένα κλασικό έργο της ελληνικής λογοτεχνίας σε κόμικς. Και ψάχνοντας να βρούμε ποιο θα ταίριαζε πιο πολύ στο να διασκευαστεί σε κόμικς, απορρίπτοντας διάφορα, φτάσαμε στον Ερωτόκριτο το οποίο επιλέχτηκε για δύο λόγους: επειδή είναι ένα έργο που ανήκει στον χώρο της φαντασίας στη λογοτεχνία που διαδραματίζεται σε ένα σύμπαν το οποίο δεν είναι σαφές και ιστορικά ορισμένο. Ο Κορνάρος δεν περιγράφει με μεγάλη ακρίβεια ούτε τους χώρους ούτε τα πρόσωπα και αυτό μας έδινε την δυνατότητα να φτιάξουμε έναν κόσμο φανταστικό με ελληνικά στοιχεία με τον ίδιο τρόπο που έκανε ο συγγραφέας παίρνοντας στοιχεία από την Αναγέννηση, το Βυζάντιο, την Αρχαία Ελλάδα ώστε να φτιάξει ένα κράμα. Ετσι κάναμε κι εμείς στις εικόνες πια. Επίσης το επιλέξαμε γιατί έχει αρκετή εξωτερική δράση, έχει μάχες, σκηνές ωραίες για να εικονοποιηθούν». Η μεγαλύτερη δυσκολία για τον εικονογράφο ήταν σύμφωνα με τον ίδιο το εξής: «επειδή θα προσπαθούσα να κάνω αυτό το κολάζ διάφορων εποχών σε μία, η δυσκολία ήταν να μην βγει παράταιρο αποτέλεσμα, να μην έχει ωραία αισθητική, κιτς. Θέλαμε αυτή η διασκευή να είναι όσο πιο κοντά γίνεται στο πρωτότυπο κείμενο και στη λογική του Κορνάρου, δηλαδή στο ότι είναι ένα έργο φανταστικό. Προσφύγαμε στις Εικαστικές Τέχνες, στη Γλυπτική και στην Αρχιτεκτονική για να βρούμε τι ήταν αυτό που συνέδεε τις Τέχνες από εποχή σε εποχή, πώς είχαν επηρεαστεί οι Βυζαντινοί από τους Αρχαίους, οι Αναγεννησιακοί από τους Αρχαίους και τους Βυζαντινούς. Προσπάθησα να βρω αυτό το νήμα που συνδέει όλες αυτές τις Τέχνες ώστε να τα… κολλήσω κάπως μεταξύ τους και να εμφανιστούν σαν ένας κόσμος που δεν υπήρξε ποτέ αλλά δεν θα φαινόταν παράταιρος». Για την εικονογράφηση των δύο βασικών Αναγεννησιακών χαρακτήρων του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας ο Γιώργος Γούσης, επεσήμανε ότι βασίστηκε στις λεπτομέρειες της Αναγέννησης π.χ στα πρότυπα της ομορφιάς, του κάλλους, της ρώμης. «Προσπάθησα να βρω δυο αρχετυπικές μορφές κάλλους και έφτασα στα ελληνικά αγγεία, στις ζωγραφιές από τα αγγεία όπου με πολύ απλές γραμμές έχουν πετύχει μια όμορφη απεικόνιση της εξωτερικής εμφάνισης ενός ανθρώπου. Οπότε επέλεξα ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα να είναι επηρεασμένοι από την αρχαιοελληνική αγγειογραφική ζωγραφική». Για τον ταλαντούχο κομίστα όσο πιο πειστική ήταν η εικονογράφηση του Ερωτόκριτου τόσο πιο πιθανό θα ήταν οι αναγνώστες και ειδικά τα νέα παιδιά, να αναζητήσουν το πρωτότυπο κείμενο του Β. Κορνάρου.« Ειδικά τα νέα παιδιά έχουν μια μεγαλύτερη τάση προς τις εικόνες που διευκολύνει την ανάγνωση και βοηθά να αναπτύξουν τη φαντασία τους, επειδή το έργο αυτό έχει να κάνει με το φανταστικό που αρέσει στα παιδιά όπως είναι και ο Αρχοντας των Δαχτυλιδιών, οι Πειρατές της Καραϊβικής, το Game of Thrones. Επειτα τα εντυπωσιακά χρώματα, οι ατμόσφαιρες, οι μάχες, οι έρωτες είναι κάτι που συγκινεί κάθε αναγνώστη. Νομίζω ότι ο Ερωτόκριτος από μόνος του -ως έργο- γοητεύει οποιονδήποτε. Απλά εμείς προσπαθήσαμε να είναι και πιο σύγχρονο παραμύθι με κόμικς. Η χαρά μας θα ήταν να αποτελέσει το έναυσμα για να διαβαστεί το πρωτότυπο κείμενο του Β. Κορνάρου» σημείωσε ο Γ. Γούσης που τώρα ετοιμάζει ένα νέο graphic novel με θέμα μια ιστορία στα βουνά της Ηπείρου των αρχών του προηγούμενου αιώνα. O Αστερικάκης σε νέες περιπέτειες Ο Αστερίξ που με κάθε ευκαιρία αναστατώνει τις ρωμαϊκές λεγεώνες μοιράζοντας χωρίς φειδώ καρπαζιές στους κατακτητές, δεν χρειάζεται συστάσεις. Ως Αστερικάκης όμως στην περιπέτεια “Το σπαθί και το τραντάφυλλο” έγραψε μία από τις πιο ξεχωριστές σελίδες της λαμπρής διεθνούς ιστορίας του μιλώντας… βαριά κρητικά! Στην ιδιαίτερη αυτή έκδοση των “Μαμούθ κόμιξ”, που κυκλοφόρησε το 2003, οι θρυλικοί “γονείς” του φημισμένου Γαλάτη πολεμιστή Γοσκίνιος (Goscinny) και Υδέρζιος (Uderzo) «κάνουνε νάκλι παλικαριές του Αστερικάκη». Πίσω από την κρητική διάλεκτο και προφορά του ήρωα, των γενναίων συμπολεμιστών του και των μονίμως ηττημένων αντιπάλων τους, βρίσκεται ο Ιεραπετρίτης εκπαιδευτικός Μιχάλης Πατεράκης. Δυστυχώς, παρά τις προσπάθειές μας δεν έγινε δυνατό να επικοινωνήσουμε μαζί του ώστε να μας αφηγηθεί τη δική του εμπειρία και προσπάθεια να δώσει τη ντοπιολαλιά της ανατολικής Κρήτης στον καταξιωμένο πολεμιστή. Σε κάθε περίπτωση, ο Αστερικάκης κερδίζει το αναγνωστικό κοινό τόσο με το θάρρος και την αποφασιστικότητά του όσο και με της κρητικές ατάκες του. Η αδούλωτη γαλατική ψυχή παντρεύεται μοναδικά με την ατίθαση και ανυπότακτη ψυχοσύνθεση των Κρητικών και το αποτέλεσμα είναι συναρπαστικό και συγχρόνως ξεκαρδιστικό. Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: «Είμαστε στα 50 π.Χ. Ολάκερη τη Γαλατία οι Ρωμαίοι τη-ν-έχουνε ποταγμένη… Ολάκερη είπα; Ψόματα! Ενα χωργιό κακοπόταχτων Γαλατών δεν το ‘βαλε και δεν το βάνει κάτω. Η ζωή για τσι Ρωμαίους Λεγεωνάριους στα παβιόνια του Βαβάο, Ακουάριο, Λαβδάνο και Πετιβόνο, που ’ναι ατσιπάδες στις ντάπιες, δεν είναι και πολλά εύκολη»… Πηγή
  14. Μπλε Κομήτης: μια συζήτηση με τον Γιώργο Γούση από kaboomzine Επτά χρόνια μετά το τέλος της κυκλοφορίας του περιοδικού 9 της Ελευθεροτυπίας, ένα νέο περιοδικό κόμικ κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά: ο Μπλε Κομήτης! Για αυτό το τολμηρό εγχείρημα, ενάντια στην υποχώρηση του «έντυπου», στην οικονομική κρίση αλλά και στις προκαταλήψεις που υπάρχουν ακόμα γύρω από αυτή την τέχνη μας μίλησε ο αρχισυντάκτης του περιοδικού και καλλιτέχνης κόμικ Γιώργος Γούσης. Του κάναμε κάποιες ερωτήσεις και να τι μας απάντησε: Σε μία εποχή που η διασπαστικότητα του ίντερνετ καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας, τι ρόλο πιστεύετε ότι θα παίξει ένα έντυπο περιοδικό κόμικ; Μπορεί άραγε να οδηγήσει μια νέα γενιά αναγνωστών να ξανα-ανακαλύψει και να αγαπήσει το έντυπο; Και κάτι καθόλου δευτερεύον: ποιοι είναι οι όροι για την οικονομική βιωσιμότητα του εγχειρήματος; Oυσιαστικά, εμείς πιστεύουμε ότι το ίντερνετ αποτελεί μια άλλη φόρμα. Ακόμα και τα κόμικ που δημοσιεύονται στο ίντερνετ πρέπει να είναι προσαρμοσμένα για να διαβαστούν σε web περιβάλλον, πράγμα που σημαίνει πρώτα απ’ όλα ότι δεν μπορείς να δεις «σαλόνι», ότι δεν μπορεί να συνομιλήσει η μία σελίδα με μία άλλη, καθώς και ότι στο ίντερνετ τα κόμικ δεν αποθηκεύονται κάπου, δεν τα έχεις στην βιβλιοθήκη σου, δεν έχεις οπτική επαφή μαζί τους. Χάνονται, πρέπει να ξαναμπείς σε ένα site, πρέπει να τα ξαναβρείς. Δεν πέφτουν τυχαία πάνω σου, όπως όταν τα έχεις σπίτι σου, όταν λόγου χάρη είσαι στο γραφείο σου, πέφτει το μάτι σου σε ένα κόμικ και αρχίζεις να το διαβάζεις. Επίσης, κάτι διαφορετικό σε σχέση με τα ιντερνετικά κόμικ είναι ότι το τελικό προϊόν υπάρχει μόνο όταν εκτυπωθεί. Ακόμη, στο ιντερνετικό δεν καταναλώνεις τον ίδιο χρόνο, δεν μπορείς να πας εύκολα μπρος-πίσω όπως στο βιβλίο, να το μυρίσεις...Δηλαδή, είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Τώρα, το ότι κάποιος ασχολείται περισσότερο με το ίντερνετ, ίσα ίσα καθιστά και το βιβλίο κάτι το πιο ιδιαίτερο. Θες να είναι ένα ευχάριστο διάλειμμα στην καθημερινότητά σου. Και κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί με ένα περιοδικό κόμικ. Όσον αφορά στο ζήτημα του εντύπου, θα έλεγα ότι οι εφημερίδες και οι ειδήσεις, παραδείγματος χάρη, έχουν περάσει στο ίντερνετ, αλλά το κόμικ και η λογοτεχνία δεν έχουν περάσει στο ίντερνετ. Δεν μπορούν να περάσουν στο ίντερνετ.Δεν διαβάζει κανείς μυθιστόρημα στο ίντερνετ, ούτε μπορεί να διαβάσει ένα γκράφικ νόβελ στο ίντερνετ– αν και μπορεί ενδεχομένως να διαβάσει κανείς ένα στριπ. Πάντως, η πρώτη επίδραση που θα έχει στον αναγνώστη το περιοδικό είναι ότι θα τον κάνει να βγει να το αγοράσει, να κάνει μία κίνηση που δεν κάνει πια, να βγει, παραδείγματος χάρη, μια βόλτα μέχρι το περίπτερο. Πράγμα που σήμερα το κάνουμε για να πάρουμε τσιγάρα, αλλά πλέον θα το κάνουμε και για ένα περιοδικό. Σχετικά με το οικονομικό ζήτημα, δεν ξέρω ακριβώς ποιο νούμερο θα ήταν το επιθυμητό. Πάντως, οι όροι για την οικονομική βιωσιμότητα του περιοδικού είναι να αγοραστεί από ένα κοινό κάποιων χιλιάδων ανθρώπων. Ίσως λιγότερων από 10.000, όμως κάποιες χιλιάδες άνθρωποι είναι έναςστόχος τον οποίο θεωρούμε όχι εύκολο, αλλά εφικτό. Καρέ από την ιστορία του ντετέκτιβ Φιλ Πωτ, που φιλοξενείται στο πρώτο τεύχος. Τι δυσκολίες έχει ο ρόλος του αρχισυντάκτη για σένα; Είναι εύκολο ένας καλλιτέχνης να δεχθεί δημιουργικές παρεμβάσεις στο έργο του, ιδίως από συνάδελφό του; Πώς λειτούργησε η συνεργασία μεταξύ τόσων καλλιτεχνών; Επιπλέον, ποια θα είναι τα κριτήρια με τα οποία θα επιλέγονται οι μελλοντικοί συνεργάτες; Kατ’ αρχάς, έχει τις ίδιες δυσκολίες που θα μπορούσε να έχει για οποιοδήποτε αρχισυντάκτη. Δεν είναι εύκολο ούτε να να κρίνεις ούτε να συνδιαλέγεσαι με ανθρώπους που έρχονται να σου ζητήσουν να δημοσιεύσεις κάτι δικό τους. Και φαντάζομαι ότι, ακόμη και αν δεν ήμουν ο ίδιος δημιουργός, πάλι την ίδια διαδικασία θα περνούσα. Τώρα υπάρχει ένα επιπλέον ρίσκο, γιατί ενδέχεται να με βλέπουν κατά κάποιον τρόπο«με μίσο μάτι», με τη λογική ότι μπορεί να τους κρίνω αυστηρά ή με βάση το δικό μου προσωπικό κριτήριο. Αλλά αυτό δεν ισχύει. Προσπαθώ να βλέπω τη δουλειά του δημιουργού και τη δουλειά του αρχισυντάκτη σε ένα περιοδικό ως δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Όσον αφορά τις καλλιτεχνικές παρεμβάσεις, το να επέμβεις δηλαδή στο έργο του άλλου, είναι κάτι διαφορετικό. Αυτό κατ’ εμέ δεν είναι πρέπον. Εκεί δεν πρέπει να υπάρχει παρέμβαση. Υπάρχει συζήτηση και συνδιαλλαγή. Ο σκοπός ο δικός μας κατ’ αρχάς είναι το περιεχόμενο να έχει μία ποιότητα, να έχει μία αισθητική, να προτείνει κάτι και να είναι κατανοητό, να είναι σαφές, να μην έχει προβλήματα στην αφήγησή του κ.λπ. Προφανώς είμαστε ανοιχτοί στους ανθρώπους που επιθυμούν να προτείνουν πράγματα. Ήδη τις πρώτες 2-3 εβδομάδες που διανύουμε έχουμε δεχθεί με μεγάλη χαρά πάρα πολλές προτάσεις, και μάλιστα αρκετές αξιόλογες. Και είναι ενδιαφέρον ότι δεν πρόκειται για έτοιμες ιστορίες, αλλά γιαανθρώπους που μας δείχνουν ένα δείγμα δουλειάς και θέλουν να συμμετάσχουν, να βρουν έναν τρόπο να δημοσιεύσουν κάτι μέσα στο περιοδικό. Αυτός ήταν άλλωστε και ο κύριος λόγος που φτιάξαμε το περιοδικό. Γιατί, και εκδοτικά μιλώντας, δεν μπορούσαμε να διαχειριστούμε το υλικό που μπορεί να μας άρεσε και μπορεί να ερχόταν στα χέρια μας, αλλά δεν γινόταν να ενταχθεί σε κάποια έκδοση γράφικ νόβελ ή, γενικότερα, σε κάτι μεγάλο που μπορεί να εκδοθεί από έναν εκδοτικό οίκο που βγάζει βιβλία. Μία από τις πρώτες ιστορίες του πρώτου τεύχους είναι η διασκευή της «Παραλογής» από το Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου. Υπάρχει δηλαδή μία επαφή με την παράδοση και συγκεκριμένα με την ελληνική παράδοση σε ένα μέσο που οι περισσότεροι στην Ελλάδα το έχουν ταυτίσει με άλλα πράγματα, λόγου χάρη με την επιστημονική φαντασία. Αυτό υποδηλώνει κάτι ως προς τους στόχους και το πρόταγμα του Μπλε Κομήτη; Kαλά, το ότι έχει ταυτιστεί το κόμικ με την επιστημονική φαντασία, στον βαθμό που ισχύει κάτι τέτοιο, είναι πρόβλημα όσων έχουν αυτή τη θεώρηση, δεν είναι πρόβλημα των κόμικ. Τα κόμικ είναι απλά ένας τρόπος να αφηγείσαι ιστορίες. Δεν σου λέει κανείς ότι πρέπει να ταιριάζουν κάποιες συγκεκριμένες ιστορίες με κάποιο είδος. Προφανώς αν συνέβαινε αυτό δεν θα μιλούσαμε για τέχνη. Τώρα, μια επαφή με την παράδοση –και όχι μόνο με την παράδοση, αλλά και με την ελληνική πραγματικότητα, τους χαρακτήρες που κατοικούν στην Ελλάδα και ευρύτερα στη Μεσόγειο, στα Βαλκάνια, τις αφηγήσεις, τους μύθους, τις παραδόσεις και την πραγματικότητα της Ελλάδας αυτή τη στιγμή– είναι κάτι που μας αφορά σε μεγάλο βαθμό. Κυνηγάμε, ας πούμε, τέτοιες ιστορίες και τέτοιους ανθρώπους, που μπορούν να εκφράσουν αυτό το πράγμα, χωρίς βέβαια να αγγίζουν το εθνικιστικό στοιχείο. Επίσης, θέλουμε να έχουμε σχέση και με τη λογοτεχνία –που προφανώς και αυτή δεν έχει συγκεκριμένο είδος, δεν είναι μόνο η παράδοση, η επιστημονική φαντασία ή το αστυνομικό– και θέλουμε να συνδυάζουμε και συγγραφείς με δημιουργούς κόμικ. Επίσης, επιθυμούμε να φέρουμε κοντά δημιουργούς κόμικ μεταξύ τους μέσω συνεργασιών, αλλά και σεναριογράφους ή ειδικευμένους συγγραφείς κόμικ, στην προσπαθεία κατ’ αρχάς να περάσουν καλά, να γουστάρουν τη διαδικασία και να παραγάγουν πράγματα που τους αρέσουν, που κάνουν κέφι. Μόνο έτσι, πιστεύω, θα βγουν ιστορίες που θα ενδιαφέρουν και το κοινό. Αυτό το είδαμε και σε μια έκθεση πέρυσι με θέμα την απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς («Ένα γλυκό ξημέρωμα»). Ήταν μια έκθεση με πολύ ωραίες δουλειές· αν είχε πάει κάποιος, εκπλησσόταν. Ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που έγινε και η κουβέντα για το περιοδικό, γιατί είδαμε πάρα πολύ ωραίες δουλειές με ελληνικά θέματα, οι οποίες έστεκαν φοβερά. Θεωρώ ότι πρέπει αρχικά οι δημιουργοί να έρθουν ένα βήμα πιο κοντά στο κοινό και στην πραγματικότητά του. Έτσι, το κοινό θα εκπαιδευτεί. Δεν θα έρθει το κοινό ένα βήμα πιο κοντά στα geeks, ας πούμε, του κόμικ. Ο επιδιορθωτής- Παναγιώτης Μητσομπόνος Στο πρώτο τεύχος, εκτός από τις ιστορίες και τα σκίτσα, υπάρχουν οι συνεντεύξεις του σκηνοθέτη Γιάννη Οικονομίδη και του street artist WD, που αναδεικνύουν τη σχέση τους (και κατ’ επέκταση τη σχέση του σινεμά και της street art, αντίστοιχα) με τα κόμικ. Σκοπεύετε και στο μέλλον μέσω των συνεντεύξεων να ανιχνεύετε τη διάδραση διαφόρων πεδίων με την τέχνη του κόμικ; Και ποια θα μπορούσαν να είναι αυτά; Η πολιτική; Η φιλοσοφία; Όπως είπα και πριν, κάνουμε μία προσπάθεια να ανοίξουμε την τέχνη του κόμικ και στις άλλες τέχνες, κυρίως στη λογοτεχνία, αλλά και το σινεμά και το street art. Και επειδή είμαστε περιοδικό που θα κάνουμε συνεντεύξεις, παρουσιάσεις κ.λπ., θέλουμε να στοχεύουμε και σε άλλες μορφές τέχνης, ακόμα και την ποίηση ή το θέατρο. Να μπορείς να βρεις πράγματα που συνδιαλέγονται πάντα με τα κόμικ. Από την άλλη, όσον αφορά στις ιστορίες, ψάχνουμε πράγματα που θα μας εκπλήξουν, δεν απορρίπτουμε μία ιστορία με πολιτικό υπόβαθρο, ούτε μία ιστορία με φιλοσοφικό υπόβαθρο, το αντίθετο μάλιστα. Όσον αφορά πάλι την πολιτική, εμείς δεν εκπροσωπούμε κάποια συγκεκριμένη πολιτική θέση, προσπαθούμε να είμαστε δημιουργικοί. Επίσης, δεν μπορούμε να πιάσουμε την πολιτική επικαιρότητα, καθώς βγαίνουμε κάθε τρεις μήνες. Επομένως, αν υπήρχε κάποια αναφορά, θα αφορούσε σε ένα γενικότερο πλαίσιο. Οπότε δεν μιλάμε για τα γεγονότα που τρέχουν, γιατί ένα τέτοιο περιοδικό, αν το πιάσει κάποιος στα χέρια του ύστερα από 20 χρόνια, δεν θα έχει κανένα νόημα, δεν θα καταλαβαίνει τι γίνεται. Προφανώς, δεν θα βάλουμε κάποιον που κάνει ένα μανιφέστο για ένα ναζιστικό μόρφωμα, όπως τη χρυσή αυγή, αλλά δεν θα βάλουμε και κάποιον που κάνει ένα μανιφέστο για ένα πολιτικό κόμμα. Δεν θέλουμε, από την άλλη, το περιοδικό να είναι και ένας χώρος ουδετερότητας. Θέλουμε να είναι ένας χώρος που να γίνεται χαμός. Έχει να κάνει με τη δημιουργικότητα. Πρέπει να είναι έντονα και τα συναισθήματα και αυτά που διαβάζει κανείς μέσα στις ιστορίες, ακόμα και underground και πορνό. Μιλάμε για πάθη, μιλάμε για ένταση, δεν έχει να κάνει με την ουδετερότητα σε καμία περίπτωση. Μένοντας λίγο στη σχέση του κόμικ με το σινεμά, θα θέλαμε να θίξουμε ένα ζήτημα στο οποίο αναφέρθηκε και ο Γ. Οικονομίδης στη συνέντευξή του: τα δύο αυτά είδη τέχνης μοιράζονται πολλές δομές, τρόπους αφήγησης και στοιχεία αισθητικής. Πώς εξηγείται λοιπόν η πολύ μεγαλύτερη απήχηση που έχει ο κινηματογράφος σε σχέση με το κόμικ; Kατ’ αρχάς, μπορεί ο κινηματογράφος με το κόμικ να μοιράζονται πολλά στοιχεία, αλλά έχουν και πολλές καίριες διαφορές. Από την άλλη, μιλάμε για το τι απήχηση μπορεί να έχει ένα κόμικ σε σχέση με μια ταινία ή ένα βιβλίο. Δεν μετριέται ακριβώς, γιατί αν μιλάς για μία επιτυχημένη ταινία και ένα επιτυχημένο κόμικ, μπορεί να είναι ίδια η απήχησή τους.Απλώς η ταινία έχει σκορπίσει πάρα πολλά λεφτά, οπότε πρέπει να κάνει μεγαλύτερο θόρυβο στα μέσα, μεγαλύτερες καμπάνιες.Και ήδη είναι ένα μέσο που αφορά πολύ κόσμο: ήδη στο σινεμά έχει 200-500 άτομα που θα το δουν, οπότε μιλάμε για ένα υπερθέαμα, ένα μεγάλο νούμερο ανθρώπων, ένα πράγμα που έχει φτιαχτεί για πολύ κόσμο. Αλλά δεν θεωρώ ότι είναι πιο διαδομένη τέχνη , απλά είναι πιο εντυπωσιακό το θέαμα, έχει πολύ περισσότερο κοινό, χρειάζεται πολύ περισσότερα λεφτά για να παραχθεί και έτσι χρειάζεται πολλούς ανθρώπους να δουλέψουν γι' αυτό. Συνεπώς από μόνο του,ως κατασκευή, είναι κάτι φτιαγμένο για πολλούς ανθρώπους και «στο γρήγορο». Δηλαδή μία ταινία μπορεί να μείνει μία εβδομάδα, μπορεί να μείνει ένα μήνα. Επίσης, είναι το πιο εύκολο μέσο ώστε ο θεατής να προσλάβει μία ιστορία. Στο βιβλίο ή στο κόμικ είναι ένα «τσικ» πιο εμπλεκόμενος στη διαδικασία. Ίσως, όμως, πράγματι, στην Ελλαδα το σινεμά να είναι πιο διαδεδομένο. Μην ξεχνάμε όμως ότι το βαρέλι απ' όπου τα τελευταία χρόνια το σινεμά αντλεί κατά κόρον ιστορίες είναι η λογοτεχνία και το κόμικ. Στην Αμερική είναι εξίσου διαδεδομένο το κόμικ με το σινεμά και είναι μέσα στην κουλτούρα τους, οι άνθρωποι που πηγαίνουν σινεμά θα διαβάζουν και κόμικ. Από την άλλη, τα τελευταία χρόνια τα κόμικ παγκοσμίως ανακαλύπτονται από ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο του κοινού και από subculture τείνουν πλέον να καταστούν μέρος της ποπ κουλτούρας. Το Hollywood και η αμερικανική τηλεοπτική παραγωγή έχουν παίξει μεγάλο ρόλο σ’ αυτό. Αυτό δημιουργικά είναι θετικό για τους καλλιτέχνες ή αποτελεί παγίδα για αναμασήματα και διασκευές του υπάρχοντος περιεχομένου; Koίτα, αν εγώ σαν καλλιτέχνης θέλω να κάνω Avengers, που κατά επέκταση μπορεί να γίνει μία ταινία ή οτιδήποτε, τα δικαιώματα ανήκουν σε μία εταιρεία. Πρέπει να γίνω μέλος, παραδείγματος χάρη, της Marvel. Oπότε τα δικαιώματα δεν ανήκουν σε εμένα, είμαι υπάλληλος μίας εταιρείας. Τώρα, αν θέλω να γίνω υπάλληλος μιας εταιρείας, ξέρω ότι υπάρχει ένας τρόπος, μπορώ να το κάνω και να πάρω μέρος σε αυτό. Έτσι και αλλιώς, είναι τόσο μεγάλη η δύναμη που έχει μία εταιρεία για να φτάσει στο Hollywood σε σχέση με εμένα, που θα βγάλω ένα βιβλίο σε μία οποιαδήποτε μικρή ή ανεξάρτητη εκδοτική εταιρεία, που δεν μπορώ να έχω αυτό στο μυαλό μου.Μου φαίνεται τρελό να το κάνω με σκοπό να το βρει κάποιος για να το κάνει ταινία. Όσον αφορά την επιρροή που ασκεί η επέλαση των υπερ-ηρώων στο σινεμά στους δημιουργούς, καλώς κάνεις και το κάνεις, αν σου αρέσει. Αν το κάνεις επειδή πιστεύεις ότι θα πουλήσει, έχεις εκ των πραγμάτων λάθος. Αυτό είναι σαν να εμπορεύεσαι νοσταλγία ή να πας να κάνεις κάτι που μοιάζει με το Game of thrones: θα είναι κάτι που θα μοιάζει με το Game of thrones, δεν θα είναι όμως κάτι πρωτότυπο. Το κοινό δεν ξέρει τι θέλει, θέλει κάτι που θα το εκπλήξει. Βέβαια, ακόμα και το «αναμάσημα» θα έχει σίγουρα κάποιες καλές πτυχές, αν διασκεδάζεις στη διαδικασία δημιουργίας. Ο Γιώργος Γούσης με το πρώτο τεύχος του Μπλε Κομήτη. Ένα ακόμη πράγμα που μας έκανε εντύπωση στο πρώτο τεύχος του Κομήτη ήταν η έμφαση στο ερωτικό και μάλιστα στο σεξουαλικό στοιχείο. Θα αποτελέσει μόνιμο χαρακτηριστικό του περιοδικού; Και γενικότερα, τι ρόλο παίζει το σεξ μέσα στη μυθολογία των κόμικ; Όπως είπα και πριν, αυτό που μας ενδιαφέρει κυρίως είναι η ελευθερία στα διάφορα είδη και το να υπάρχει ένταση, να υπάρχει πάθος. Έτσι, θεωρήσαμε ότι δεν πρέπει να αποκλείσουμε τα πράγματα που έχουν να κάνουν με το σεξ–μια μεγάλη μερίδα που θεωρούταν και ψιλο-παράνομη όλα αυτά τα χρόνια–, αλλά να τα εντάξουμε, να τους δώσουμε μια καλή θέση μέσα στο περιοδικό. Γι' αυτό προφανώς υπάρχει στο εξώφυλλο το σήμα «18+», είναι νομικά τα κριτήρια, δεν μπορείς να δημοσιεύσεις κάτι χωρίς να προειδοποιείς. Θα αποτελέσει σίγουρα μόνιμο στοιχείο. Θα υπάρχει και σαν στήλη αλλά και γενικά είναι ελεύθεροι οι δημιουργοί να δείξουν και γυμνό. Δεν πρέπει να σπάσουμε τα ταμπού των κόμικ με το γυμνό αλλά τα ταμπού της κοινωνίας γενικότερα, οποιοδήποτε ταμπού. Και η καύλα είναι ένα στοιχείο που μας ενδιαφέρει στο περιοδικό ως νοοτροπία των δημιουργών, θέλουμε να καυλώνουν γι' αυτό που κάνουν, ό,τι και αν είναι αυτό. Οπότε, εάν είσαι καυλωμένος με αυτό που κάνεις, κατ’ εμέ, θα έχει ενδιαφέρον και το προϊόν, η τελική αφήγηση. Βέβαια, αρχικά δεν το σκεφτήκαμε έτσι, ότι δηλαδή θα επιχειρήσουμε να σπάσουμε κάποια ταμπού. Πολύ απλά, θεωρήσαμε το ερωτικό στοιχείο ως ένα σαφές μέρος των αφηγήσεων και συνεπώς σκεφτήκαμε ότι θα πρέπει να υπάρχει χώρος γι’ αυτό, όπως υπήρχε και στη Βαβέλ. Εντάξει, δεν θα το πάρει μία κυρία για το δεκάχρονο παιδάκι της, αλλά έτσι και αλλιώς δεν θα το έπαιρνε, γιατί δίπλα έχει μία ιστορία sci-fi με ρομπότ και ανθρώπους που κανιβαλίζουν άλλους ανθρώπους. Είναι ok αυτό για τους δεκαεξάχρονους, αν θεωρήσουμε ότι δεν είναι ok το σεξ; Πρόσφατα δήλωσες ότι το συχνότερο πρόβλημα με τα ελληνικά κόμικ είναι το σενάριο. Πώς εξηγείται κάτι τέτοιο σε μια χώρα με πλούσια αφηγηματική παράδοση; Εντάξει, το ίδιο πρόβλημα υπάρχει και στο σινεμά. Δεν υπάρχουν σεναριογράφοι, γιατί δεν υπάρχει τόσο μεγάλη παραγωγή και δεν υπάρχουν άνθρωποι που να θεωρούνται εκ του επαγγέλματος σεναριογράφοι, δεν υπάρχει κάποιος που να του να αναθέσεις μία ιδέα και να τη φέρει εις πέρας τεχνικά. Κι αυτό συμβαίνει επειδή δεν υπάρχει ακόμα τόσος όγκος δουλειάς και δεν έχει αναπτυχθεί αυτό το επάγγελμα. Επίσης, πολλοί άνθρωποι προτιμούν εδώ να γράφουν τα δικά τους, ακόμα και αν δεν είναι τεχνικά καταρτισμένοι για να γράφουν ένα σενάριο. Και το ίδιο υπάρχει και στα κόμικ, που είναι επίσης μια φρέσκια τέχνη, προτιμούν δηλαδή οι ίδιοι οι δημιουργοί να κάνουν το δικό τους. Και στο σινεμά υπάρχει αυτό, είναι ο «auteur», ο σκηνοθέτης που έχει όλη την ελευθερία, αλλά σπάνια υπάρχει κάποιος μεγάλος auteur που έχει την δυνατότητα να τα έχει όλα. Πρέπει ένας άνθρωπος να μπορεί να βγάζει λεφτά από το να γράφει σενάρια. Αν υπήρχε η δυνατότητα αυτή, αν μπορούσε να γίνει το επάγγελμά του, θα υπήρχαν και περισσότεροι, φαντάζομαι. Εντάξει, το σχέδιο είναι αυτό που βλέπει κανείς πρώτο, και όπως και με τον σκηνοθέτη στον κινηματογράφο, έτσι και ο σχεδιαστής έχει το πρόσταγμα και τον μεγαλύτερο όγκο δουλειάς. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως στην Αμερική οι φίρμες είναι οι σεναριογράφοι στα κόμικ και όχι οι σχεδιαστές. Αλλά εκεί λειτουργεί ανάποδα, ο σεναριογράφος έχει τον απόλυτο έλεγχο της ιστορίας, μάλιστα αφηγείται καρέ-καρέ, εικόνα-εικόνα στον σχεδιαστή τι να κάνει. Πάντως, όσον αφορά την προσέγγιση σεναριογράφων, ήδη υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν ότι μπορούν να γράψουν αλλά δεν μπορούν να σχεδιάσουν και στέλνουν υλικό. Από την άλλη, προσπαθούμε κι εμείς να βρούμε συγγραφείς ή δείχνουμε το περιοδικό σε συγγραφείς ή και σε ανθρώπους από άλλα κόμιξ και τους λέμε «Ψήνεσαι να γράψεις κάτι;» Δηλαδή, για ανθρώπους που γράφουν σενάρια για τον κινηματογράφο, είναι πολύ πιο άνετο να γράψουν για ένα κόμικ, γιατί δεν θα τους περιορίζει το μπάτζετ ούτε κανένας παραγωγός. Τόσο το editorial, όσο και η επιστροφή του νουάρ ντέτεκτιβ Φιλ Πωτ, κλείνουν το μάτι στο 9, το πάλαι ποτέ ένθετο περιοδικό κόμικ της Ελευθεροτυπίας. Το 9, εκτός από πλήθος αξιόλογων ελληνικών δημιουργιών, είχε κατά καιρούς φιλοξενήσει και έργα-σταθμούς διεθνών καλλιτεχνών – με χαρακτηριστικά παραδείγματα τα Μεταβαρώνοι, League of Extraordinary Gentlemen, Valerian. Το μελλοντικό πλάνο του Μπλε Κομήτη περιλαμβάνει κάτι αντίστοιχο ως προς τη γνωριμία του ελληνικού κοινού με ξένους δημιουργούς ή θα επικεντρωθεί στην πρωτότυπη ελληνική δημιουργία; Όταν έβγαινε η Βαβέλ στη δεκαετία του ’80, δεν υπήρχε ούτε το ίντερνετ, ούτε άλλο περιοδικό που να ασχολείται με την underground κoυλτούρα. Επίσης δεν υπήρχαν εκδοτικοί οίκοι που να βγάζουν κόμικ στην Ελλάδα. Τώρα, ακόμη και μεγάλοι εκδοτικοί, όπως ο Πατάκης ή ο Κέδρος, βγάζουν κόμικ και έχουν στραφεί προς τα εκεί. Επίσης, δεν υπήρχαν Έλληνες δημιουργοί, ήταν ελάχιστοι, μετρημένοι στα δάχτυλα και πολύ μέτριοι. Συνεπώς, τι έπρεπε να κάνει η Βαβέλ; Να δημοσιεύσει μεγάλα έργα ξένων δημιουργών, ώστε να αρχίσει να καλλιεργείται αυτό το πράγμα στο ελληνικό κοινό και στους δημιουργούς. Το 9, από την άλλη, έδωσε χώρο και σε Έλληνες δημιουργούς. Τώρα πια, στα επτά χρόνια που έχουν περάσει από το 9, υπάρχουν πάρα πολλοί εκδοτικοί οίκοι που βγάζουν άλμπουμς γνωστών, σύγχρονων και παλιών δημιουργών κόμικ και πολλά έργα μεταφράζονται στα ελληνικά και εκδίδονται. Υπάρχει το σύστημα αυτό. Δεν νομίζω ότι υπάρχει ανάγκη ένα περιοδικό να προβάλει και να συστήνει αυτά τα πράγματα στο κοινό. Οπότε υπάρχει μια μεγάλη γκάμα νέων δημιουργών που θέλουμε να παρουσιάσουμε στο κοινό και θέλουμε να αρχίσει να παράγει μεγάλα έργα. Να τους δώσουμε βήμα για να παραγάγει αφηγήματα που να αφορούν κόσμο και να γίνουν γνωστά στην εγχώρια αγορά. Ταυτόχρονα υπάρχουν άλλοι εκδοτικοί που βγάζουν πολλούς ξένους τίτλους. Δεν είναι ότι πρέπει να ενημερωθείς ή ότι θα δεις κάτι που δεν έχεις ξαναδεί από το εξωτερικό. Παρόλ' αυτά, αν εμείς καταφέρουμε να παραγάγουμε κάτι με ξένους δημιουργούς, θέλουμε να δημοσιεύουμε κάτι που θα τραβήξει το ενδιαφέρον ή θα είναι σπάνιο και πρωτότυπο και ειδικά φτιαγμένο για το περιοδικό. Απλώς έχουμε άλλες προτεραιότητες αυτή τη στιγμή. Καλύπτουμε ένα κενό, ενώ θεωρούμε ότι το κομμάτιτων ξένων δημιουργών είναι καλυμμένο λίγο-πολύ στην αγορά. Δεν είναι ότι δεν εκπροσωπείται. Η στήλη «Στην Τροχιά των Κόμικ» δείχνει πως παρακολουθείτε αρκετά στενά τις διεθνείς εκδόσεις. Δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσει κανείς ότι ζητήματα που ως τώρα δεν είχαν απασχολήσει ιδιαίτερα την ατζέντα της 9ης Τέχνης τίθενται πλέον εμφατικά ακόμη και σε είδη από τα οποία, πλην εξαιρέσεων, δεν υπήρχαν ιδιαίτερες απαιτήσεις. Στα υπερηρωικά κόμικ της Marvel, για παράδειγμα, τα πιο mainstream κι ευπώλητα κόμικ παγκοσμίως, παλιοί σταρ αλλάζουν ριζικά (οι Thor και Wolverine είναι γυναίκες σε ορισμένες πρόσφατες σειρές) και δημιουργούνται νέοι όπως η Κamala Khan, που, φορώντας την στολή της Μs. Marvel, είναι πλέον η πρώτη γυναίκα Μουσουλμάνα με δικό της τίτλο. Σημαντική είναι πλέον, επίσης, η εκπροσώπηση LGBTQI+ χαρακτήρων, είτε παλιών γνώριμων, όπως ο Ice Μan, είτε νέων, όπως η λατινοαμερικανή λεσβία υπερηρωίδα Αmerica Chavez. Τόσο εσύ, όσο και ο Μπλε Κομήτης, πού στέκεστε στα ζητήματα της πολιτικής ορθότητας, της πολιτιστικής ποικιλομορφίας και της εκπροσώπησης φυλετικών, πολιτικών και σεξουαλικών μειονοτήτων; Έχει να κάνει με την πολιτική θέση του κάθε δημιουργού. Στεκόμαστε εκεί που στέκονται και οι ίδιοι οι δημιουργοί. Δεν θα υπάρχει σε εμάς καμία λογοκρισία ή φρένο σε κάποιο ζήτημα που έχει να κάνει με την ποικιλομορφία, με το φύλο ή με τους πρόσφυγες, αρκεί όλα αυτά να είναι ωραία αφηγήματα, να είναι ωραίες ιστορίες. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την δύναμη μιας καλής ιστορίας. Εξάλλου, πιστεύω πως όλες οι καλές ιστορίες παίρνουν πάντα θέση απέναντι στα πράγματα και στην κοινωνία. Δεν μου αρέσουν οι ουδέτερες ιστορίες, προτιμώ αυτές που είναι συνολικές. Και ακόμα και στο πορνό μπορούμε να βάλουμε ομοφυλοφιλικό σεξ ή οτιδήποτε. Τώρα, δεν είμαι σίγουρος αν όλες αυτές οι υπερ-ηρωίδες και υπερ-ήρωες που έχουν εμφανιστεί προκύπτουν από μια αυθεντική ανάγκη ή αν οι εταιρείες εμπορεύονται αυτό το πράγμα. Δηλαδή, δεν ξέρω κατά πόσον είναι ανάγκη της ίδιας της εταιρείας να ανοίξει τα μάτια του κοινού και να πάρει θέση υπέρ του γυναικείου ομοφυλοφιλισμού κ.λπ. ή αν, επειδή υπάρχει αυτή η τάση στην κοινωνία και επειδή μπορεί να θεωρηθούν και λίγο μοντέρνοι, το χρησιμοποιούν αυτό επί τούτου για να πουλήσουν. Μπορεί να είναι και ένα εμπορεύσιμο προϊόν. Δεν είμαι σίγουρος γιατί δεν διαβάζω, δεν μπορώ να πάρω θέση σε όλα αυτά, δεν είναι το πεδίο μου. Το θέμα για μένα είναι όλα αυτά να λένε κάτι, να είναι ωραίες ιστορίες. Και στο Γκιακ υπάρχει μία φοβερή ερωτική ιστορία με δύο ομοφυλόφιλους στρατιώτες στο μικρασιατικό μέτωπο. Και ακριβώς το γεγονός ότι ήταν ομοφυλόφιλοι και ότι οι συνθήκες της ελληνικής κοινωνίας εκείνης της εποχής και του πολέμου ήταν τέτοιες, είναι αυτό που την κάνει μια εξαιρετικά όμορφη ερωτική ιστορία. Η «Παραλογή» από τη συλλογή διηγημάτων του Δ. Παπαμάρκου Γκιακ διασκευάστηκε για το πρώτο τεύχος του Μπλε Κομήτη από τον Π. Ζερβό. Όπως φαίνεται στο εσώφυλλο, ο Μπλε Κομήτης είναι εγκεκριμένος από την Επιτροπή Ελέγχου Κόμικς. Η έγκριση επιτεύχθηκε εύκολα ή αμβλύνατε το περιεχόμενο για να πειστούν ο Βίκτωρ Ζίκτωρ, ο Άννινος, ο Βοσταντζόγλου και η παρέα τους; Να πούμε αρχικά ότι η επιτροπή ελέγχου κόμικ υπήρχε όντως, δεν είναι δικιά μας εφεύρεση. Στα αμερικανικά κόμικ και στις μεταφράσεις που γίνονταν εδώ υπήρχε πράγματι μια επιτροπή ελέγχου που λογόκρινε τις ιστορίες, με σκοπό να είναι καλές πριν βγουν προς τα παιδιά, προς το κοινό. Έπρεπε να κερδίζουν πάντα οι καλοί κ.λπ. Εμείς τώρα το χρησιμοποιούμε αυτό σαν αστείο, στήνοντας ας πούμε μια δική μαςεπιτροπή ελέγχου των κόμικ.Κάποιοι που γνωρίζουν, ίσως ανακαλύψουν ότι εμπεριέχονται εκεί μεγάλα ονόματα, τα οποία έχουμε ξεθάψει. Ο Άννινος και ο Μποστατζόγλου, παραδείγματος χάρη, είναι μεγάλοι γελοιογράφοι της δεκαετίας του ’30, του ’50. Επίσης, χρησιμοποιήσαμε διάφορους άλλους με βάση inside jokes κ.λπ. Προφανώς όμως δεν υπάρχει μια επιτροπή ελέγχου που λογοκρίνει τις ιστορίες. Απλά είναι στην ίδια λογική του editorial, που έχει να κάνει με το παρελθόν όλων αυτών των πραγμάτων. Με το ότι, δηλαδή, δεν είμαστε ούτε διαγραφείς αυτού του παρελθόντος, που θα κάνουν κάτι που δεν έχει ξαναγίνει ποτέ, αλλά ούτε και κολλημένοι με το παρελθόν, που θα πουλήσουν νοσταλγία. Με μια έννοια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι προσπαθούμε να δώσουμε ένα στίγμα για το περιεχόμενο: θεωρούμε δηλαδή ότι ήταν τόσο καλοί αυτοί οι γελοιογράφοι και θα θέλαμε οι δουλειές που βρίσκονται στο περιοδικό μας να αφορούν όσο κόσμο αφορούσαν και οι δουλειές αυτών των ανθρώπων. Γενικά, η επιτροπή ελέγχου κόμικ και το λογότυπο που βρίσκεται εκεί είναι ένα κλείσιμο ματιού και στο κακό παρελθόν. Στο ότι, δηλαδή, κάποτε όντως υπήρχε μία επιτροπή που λογόκρινε τα κόμικ. Κάποιοι, που δεν γνώριζαν τις αναφορές ή ότι υπήρχε παλιά η επιτροπή, το πίστεψαν. Όλο αυτό είναι μια συνομιλία με το κοινό, η οποία άλλωστε μας αφορά, όπως μας αφορά και η συνομιλία με τους δημιουργούς. Χρειαζόμαστε την κριτική των ανθρώπων που διαβάζουν τον Μπλε Κομήτη, τη σκέψη τους πάνω σε αυτό που θέλουμε να κάνουμε. Τις ερωτήσεις για τη συνέντευξη προετοίμασε ο Γιώργος Τσαρδανίδης, με τη βοήθεια της συντακτικής ομάδας του Kaboom. Πηγή.
  15. Συνήθως χαρακτηρίζουμε –λανθασμένα– «κομήτη» κάποιον ή κάτι που εμφανίζεται μία φορά και μετά εξαφανίζεται. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι οι κομήτες πάντα επιστρέφουν. Ο «Μπλε Κομήτης», ένα νέο περιοδικό κόμικς για ενήλικο κοινό, έπειτα από μακρά ανομβρία στον χώρο του περιοδικού τύπου, υπόσχεται να είναι πιστός στα τακτικά ραντεβού του. Ο αρχισυντάκτης του και δημιουργός κόμικς, Γιώργος Γούσης, μιλά στην «Εφ.Συν.» για τις προσδοκίες του. Γιατί «Μπλε» και γιατί «Κομήτης»; Όταν ψάχναμε όνομα για το περιοδικό, είχα κολλήσει στη λέξη «κομήτης», επειδή μου έκανε λίγο ρετρό και νοσταλγικό, μου θύμιζε pulp περιοδικά της δεκαετίας του 1980 και, επίσης, ως λέξη μοιάζει με τη λέξη κόμικς. Επιπλέον, η εμφάνιση ενός κομήτη είναι περιοδικό φαινόμενο με συγκεκριμένη περιοδικότητα, όπως το περιοδικό μας που θα εμφανίζεται κάθε τρεις μήνες. Το «μπλε» προστέθηκε στη συνέχεια από τον εκδότη, καθώς την εποχή που το κουβεντιάζαμε, διάβασε τυχαία ότι ήταν ορατός από τη Γη ο μπλε κομήτης Χόντα. Το θεωρήσαμε σημαδιακό. Ευχή μας και προσπάθειά μας είναι να εδραιωθεί ως Κομήτης, να είναι πάντα στην τροχιά των κομικς, να εμφανίζεται πάντα στην ώρα του και να βγαίνουν όλοι έξω για να τον παρατηρήσουν. Με άλλα λόγια, να είναι ένα περιοδικό-φαινόμενο για τα ελληνικά κόμικς. Απόσπασμα από την ιστορία του Γιώργου Γούση, βασισμένη στον χαρακτήρα του ντετέκτιβ Φιλ Πωτ του Παναγιώτη Μητσομπόνου Ποιος είχε την ιδέα για μια τέτοια έκδοση και σε ποιους ανήκουν οι πρωτοβουλίες για την κυκλοφορία του περιοδικού; Η ιδέα γεννήθηκε μέσα από συζητήσεις που είχαν οι εκδόσεις Polaris με εμένα και τον συγγραφέα Δημοσθένη Παπαμάρκο γύρω από το πώς και τι θα μπορούσαμε να κάνουμε εκδοτικά με την πληθώρα των εξαιρετικών δημιουργών που υπάρχουν στη χώρα και δεν συναντώνται με το ευρύ αναγνωστικό κοινό. Βλέπαμε, επίσης, ότι υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ των ανθρώπων που μπορούν να φτιάξουν και να εκδώσουν ένα γκράφικ νόβελ και των αυτοεκδόσεων όπου συναντάς πολλούς, νέους κυρίως δημιουργούς, με φοβερά προσόντα και υποσχέσεις και δεν μπορείς να τους βρεις παρά μόνο αν πέσει στα χέρια σου η αυτοέκδοσή τους. Καταλήξαμε ότι η φόρμα του περιοδικού είναι το καταλληλότερο μέσο που θα τα ένωνε όλα αυτά. Στέλλα Στεργίου Τι καινούργιο έρχεται να φέρει στα ελληνικά κόμικς; Ένα περιοδικό κόμικς πρέπει να έχει σκοπό να αναδείξει το καινούργιο και να αναθερμάνει το παλιό. Η προτεραιότητά μας είναι η ποιότητα της ύλης μας. Να υπάρχει γκάμα δημιουργών και απόψεων, να βοηθούνται οι δημιουργοί στο επίπεδο της επιμέλειας της δουλειάς τους, να δημιουργηθούν νέες δημιουργικές ομάδες, να συναντηθούν συγγραφείς με σχεδιαστές, να γίνει το περιοδικό ο λόγος για να εκφραστούν οι δημιουργοί και οι συγγραφείς και να αμειφθούν γι' αυτό. Είμαστε ανοιχτοί σε ιδέες και πιστεύουμε ότι ένα περιοδικό οφείλει να είναι ένας ζωντανός οργανισμός που προσαρμόζεται στα δεδομένα της εποχής. Ελπίδα μου είναι να δημοσιεύσουμε και πολλές ελληνικές ιστορίες σε διάφορα είδη αφήγησης, όπως για παράδειγμα συνέβη με την εξαιρετική έκθεση κόμικς με θέμα την απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς που έγινε πέρυσι. Απόσπασμα από το κόμικ των Γιώργου Φαραζή και Γλυκερίας Πατραμάνη Υπάρχει όμως το απαιτούμενο κοινό για να το στηρίξει; Από την εμπειρία του «9», της «Βαβέλ», του «Παρά Πέντε» κλπ., ξέρουμε ότι το κοινό που αγοράζει ένα περιοδικό κόμικς είναι ευρύ, είναι ο κόσμος που διαβάζει βιβλία, βλέπει σινεμά, πάει θέατρο κλπ. Επίσης πολλά κόμικς που έχουν εκδοθεί τα τελευταία χρόνια έχουν αξιοσημείωτες πωλήσεις. Αν συμπεριλάβουμε και ένα ποσοστό από την πληθώρα των νέων επισκεπτών στα συνέδρια και τα φεστιβάλ που γίνονται σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ένα κοινό λίγο-πολύ αχαρτογράφητο, τότε θα έλεγα πως όχι μόνο υπάρχει, αλλά μάλλον είναι και αρκετό. Μένει να το δούμε στην πράξη και φυσικά πιστεύω ότι δεν αρκεί να υπάρχει το κοινό για να αγοράσει οτιδήποτε, πρέπει να είναι καλό και το προϊόν για να το πάρει. Παναγιώτης Μητσομπόνος Θα υπάρχουν σταθεροί συνεργάτες ή θα εναλλάσσονται. Και η αραιή περιοδικότητα μήπως θα αποξενώσει τους αναγνώστες; Δυστυχώς λόγω περιορισμού του χώρου έμειναν απ’ έξω πολλοί σημαντικοί δημιουργοί, με τους οποίους όμως ελπίζω να συνεργαστούμε και να παρουσιάσουν δουλεία στο περιοδικό στη συνέχεια. Σκοπός μας είναι να εναλλάσσονται οι συνεργάτες και φυσικά να εμφανιστούν και νέοι που δεν έχουμε ξαναδεί και αξίζει η δουλειά τους. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν θα έχουμε και κάποιες μόνιμες ή περιστασιακές συνεργασίες με κάποιες σειρές ή ιστορίες που θα δημοσιεύονται σε συνέχειες. Η αραιή περιοδικότητα είναι κάτι που αποφασίσαμε ώστε να έχουμε αρκετό χρόνο για την αναζήτηση, τη δημιουργία και την επιμέλεια των ιστοριών που θα δημοσιεύουμε. Αυτό που έχουμε σκοπό να κάνουμε, και θα γίνει το πρώτο βήμα από το δεύτερο μόλις τεύχος, είναι να αυξήσουμε τις σελίδες και την ύλη του περιοδικού, κρατώντας σταθερή την τιμή. Το δεύτερο τεύχος θα έχει 16 σελίδες περισσότερες από το πρώτο. Προτιμούμε να βγάζουμε πιο αραιά ένα μεγαλύτερο και καλύτερο περιοδικό, παρά να κάνουμε βιαστικές επιλογές και εμείς και οι δημιουργοί. Μας ενδιαφέρει και η συλλεκτική αξία, το τεύχος να είναι ωραίο και σαν αντικείμενο. Ο Πέτρος Ζερβός μεταφέρει σε κόμικς το διήγημα «Παραλογή» από το «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου Πώς βλέπεις την κατάσταση των ελληνικών κόμικς σήμερα; Τι μπορούμε να περιμένουμε μέσα στο ζοφερό κλίμα της εποχής; Για να πάρουμε την απόφαση να εκδώσουμε ένα περιοδικό και προσωπικά εγώ να δεχτώ τη θέση του αρχισυντάκτη, είναι σαφές ότι πιστεύουμε πως η κατάσταση των ελληνικών κόμικς είναι σήμερα καλύτερη από ποτέ. Είναι η σωστή στιγμή για το κόμικ να κάνει το μεγάλο βήμα προς τα εμπρός, να μας δώσει σπουδαίες ιστορίες, άλμπουμ και δημιουργούς που να συναγωνίζονται ποιοτικά μεγάλους δημιουργούς του εξωτερικού. Ίσως τελικά το ζοφερό κλίμα της εποχής να είναι η μαγιά που φουσκώνει τη δημιουργικότητα. Απόσπασμα από την ιστορία των Μιχάλη Διαλυνά και Δημοσθένη Παπαμάρκου Μέχρι σήμερα σε γνωρίζαμε ως έναν νέο και πολύ επιτυχημένο δημιουργό. Τώρα θα σε δούμε και ως αρχισυντάκτη. Πώς συνδυάζονται αυτές οι ιδιότητες; Είναι δύσκολο, αλλά προσπαθώ να μη συνδυάζονται! Τα έργα και οι καλλιτέχνες που θα δημοσιεύονται στο περιοδικό δεν θα κρίνονται με το προσωπικό μου κριτήριο, είμαι εδώ για να βοηθώ τους νεότερους στα τεχνικά και στη διαδικασία της δημιουργίας από την εμπειρία μου και να λέω συμβουλευτικά την άποψή μου, ακόμα και αν αυτή δεν εισακουστεί από κάποιους δημιουργούς· προφανώς στο τελικό αποτέλεσμα έχει μεγαλύτερη βαρύτητα η δική τους άποψη. Επίσης δεν είμαι μόνος μου σε αυτή τη διαδικασία, υπάρχει και η εκδοτική ομάδα αλλά και συνεργάτες του οίκου που σέβομαι και συμβουλεύομαι τη γνώμη τους και το κριτήριό τους. Με ενδιαφέρει οι ιστορίες που θα δημοσιεύουμε να είναι κατ' αρχάς κατανοητές, να έχουν αισθητική, άποψη, να αφορούν όσο το δυνατόν πιο μεγάλη μερίδα του αναγνωστικού κοινού, να είναι τα γράμματα και τα μπαλονάκια σωστά, να διαβάζονται άνετα κλπ. Επίσης προσπαθώ να συνδέω συγγραφείς με δημιουργούς ή να προτείνω συνεργασίες, διασκευές από λογοτεχνικά κείμενα, κάποια ιδέα για σειρά κλπ. Από το επόμενο τεύχος, για παράδειγμα, θα υπάρχει μια σειρά κόμικς για ελληνικά εγκλήματα. Θα τη γράφει ο Γιάννης Ράγκος, που έχει τρομερό δημοσιογραφικό αρχείο πάνω στο θέμα και κάθε φορά θα σκιτσάρει διαφορετικός δημιουργός. Από κει και πέρα δεν υπάρχει κανείς περιορισμός, αντιθέτως, επιδιώκουμε να δούμε δουλείες που θα μας εκπλήξουν, που δεν τις περιμέναμε και δεν μπορούσαμε να τις φανταστούμε. Σχέδιο εξωφύλλου: Παναγιώτης Πανταζής. Δεξιά ο Γιώργος Γούσης. Ο Γιώργος Γούσης γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τη συλλογή σύντομων ιστοριών κόμικς «Ιστορίες από τις αθώες εποχές» (εκδ. ΚΨΜ). Ως εικονογράφος και σχεδιαστής κόμικς έχει εργαστεί στον τύπο («ΒΗΜΑMEN», «ΒΗMAgazino», «9» της «Ελευθεροτυπίας», «Lifo», «Athens Voice» κ.α.) και στον χώρο των εκδόσεων βιβλίου. Το graphic novel «Ερωτόκριτος», που δημιούργησε μαζί με τους Δημοσθένη Παπαμάρκο και Γιάννη Ράγκο στο σενάριο, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Polaris το 2016. Τι λένε οι δημιουργοί Συνεργάτες του «Μπλε Κομήτη» θα είναι μια πλειάδα Ελλήνων δημιουργών κόμικς, με διαφορετικά στιλ, τεχνοτροπίες και καλλιτεχνική διαδρομή. Ρωτήσαμε τον Αντώνη Βαβαγιάννη («Κουραφέλκυθρα», «Οι Προτελευταίοι» κ.ά.) αν υπάρχει κοινό στην Ελλάδα που μπορεί να στηρίξει ένα τέτοιο περιοδικό. «Η απλή και εύκολη απάντηση είναι “όχι δεν υπάρχει”. Οι εποχές της “Βαβέλ” και του “Παρά Πέντε” έχουν φύγει και δεν πρόκειται να ξαναγυρίσουν. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν υπάρχει κοινό που αγαπάει τα κόμικς στην Ελλάδα και ακόμα περισσότερο δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εξαιρετικοί Έλληνες δημιουργοί. Άρα η ερώτηση είναι αν μπορούμε εμείς, όσοι εμπλεκόμαστε στον “Μπλε Κομήτη”, να χτίσουμε αυτό το κοινό που θα στηρίξει και θα αγαπήσει κάτι καινούργιο. Όχι μόνο αυτούς που μεγαλώσανε αγοράζοντας περιοδικά και τους λείπει αυτό το υπέροχο συναίσθημα που νιώθεις όταν πρωτοανοίγεις μια καινούργια ανθολογία κόμικς που την περίμενες για μήνες, αλλά και νέο κοινό που θα θέλει να στηρίξει κάτι πραγματικά αξιόλογο. Δύσκολο; Σίγουρα. Αλλά, διάολε, θα το προσπαθήσουμε!» Θα καταφέρει, όμως, να αντέξει στον χρόνο ένα αμιγώς ελληνικό περιοδικό με κόμικς; Ο Παναγιώτης Πανταζής («Common Comics», «Μαρμελάδα Κεράσι» κ.ά.) μας απαντά: «Ένα καινούργιο ελληνικό περιοδικό ελπίζω πως έρχεται να γίνει σημείο, ένα τοπόσημο για όποιον ασχολείται με κόμικς στην Ελλάδα. Με την ιδιότητα του δημιουργού βρίσκομαι από την αρχή στο χτίσιμο ενός σπιτιού που ξανασυναντώ παλιότερους και σύγχρονούς μου, οργανωνόμαστε, συνεργαζόμαστε και προχωράμε. Αυτό που με κάνει πιο χαρούμενο, ωστόσο, είναι πως το καινούργιο περιοδικό δίνει τη δυνατότητα σε νέα παιδιά με ταλέντο να δουν πώς είναι η δουλειά σου να αφήνει πίσω την όμορφη μεν, αλλά ασφαλή φάση του ερασιτεχνισμού και να περνάει στον επαγγελματικό χώρο, όπου έχεις τη χαρά να πληρώνεσαι για να κάνεις αυτό που αγαπάς, να βλέπεις τη δουλειά σου να φτάνει σε μέρη όπου πριν δεν γινόταν και να βελτιώνεσαι λόγω των απαιτήσεων. Αν θα αντέξει στον χρόνο, θα το ξέρουμε όταν έχει περάσει ο απαιτούμενος χρόνος. Ως τότε, ξέρω πως όσοι συμμετέχουμε, σε κάθε σημείο της πορείας, θα έχουμε δώσει τον καλύτερό μας εαυτό». Και το σχετικό link...
  16. Ένα μεγάλο αφιέρωμα στο περιοδικό που σημάδεψε την ελληνική αντικουλτούρα για τρείς δεκαετίες Ένα από τα σημαντικά πράγματα που μας έφερε το 1981, δεν ήταν μόνο η πρώτη φορά ΠΑΣΟΚ, αγαπητοί μας φίλοι, άλλα και η Βαβέλ, ένα περιοδικό κόμιξ (και όχι μόνο), όπως διατείνονταν άλλωστε και το ίδιο για 27 ολόκληρα χρόνια στο εξώφυλλο του. Εξώφυλλο του πρώτου τεύχους της βαβέλ – Φλεβάρης 1981 Το 1981 ο κόσμος στην Ελλάδα ήταν ακόμα αγουροξυπνημένος από την εφταετία της χούντας και η επαφή με DIY τάσεις και πολιτιστικές κινήσεις που διενεργούταν εκείνη την εποχή στην Ευρώπη και την Αμερική ήταν ελάχιστες. Αυτό το κενό ήρθε να γεμίσει το περιοδικό Βαβέλ το οποίο είχε ως πρότυπο το Ιταλικό περιοδικό linus. Το Linus εκδόθηκε το 1965, είχε αριστερό προσανατολισμό (οι εκδότες του άνηκαν στο κομμουνιστικό κόμμα) και ήταν το πρώτο περιοδικό κόμιξ της γείτονος χώρας που στόχευε σε ενήλικο κοινό. Η Bαβέλ, πέρα από την επιρροή της από το Linus, ήταν μάλλον και συνεχιστής ελληνικών underground εντύπων όπως το fanzine Χαρακίρι και του βραχύβιου περιοδικού Κολούμπρα (15 τεύχη). Η Βαβέλ έκανε ντου σε μια απαίδευτη -όσον αφορά στα κόμιξ- κοινωνία και πρότεινε κάτι νέο, αφού μέχρι τότε, ό,τι είχε ζωγραφιές και μπαλονάκι με λόγια ονομαζόταν αυτόματα “μικυμάου” και θεωρείτο ότι απευθυνόταν σε παιδιά. Κάπως έτσι ήρθαμε σε επαφή με τις ερωτικές ιστορίες του Milo Manara (αυστηρά δια ενηλίκους), τα ψυχεδελικά trip στον Sci Fi κόσμο του Moebius, τον κωμικά άναρχο κόσμο του Edika, τον δυστοπικό κόσμο του Billal, τα ρεμάλο-ρέμαλα του Reiser και τον κυνισμό του Altan. Ο τρομερός Altan Εκτός όμως του να φέρει στην Ελλάδα όλους αυτούς τους δημιουργούς (κάποιους μάλιστα στη συνέχεια του έφερε εδώ και κυριολεκτικά) φρόντισε να δώσει βήμα και ουσιαστικά να γεννήσει την ελληνική σκηνή κόμιξ. Εκεί πρωτοεμφανίστηκαν ο Αρκάς με τον Κόκκορα του, ο Γιάννης Καλαϊτζής σαν κομίστας (εκτός από πολιτικός γελοιογράφος) με την Τσιγγάνικη Ορχήστρα, εκεί έκανε τα πρώτα του βήματα ο χαοτικός Λέανδρος με τον Παρία του, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου ακόμα και ο Βαγγέλης Περρής πριν τον ρουφήξει ο τηλεοπτικός βόθρος. Από κόμικ του Λέανδρου – 1996 Ειδική μνεία πρέπει να γίνει και στον Κωστάκη Ανάν, τον συγγραφέα που μέσα από τις μικρές νεοελληνικές ιστορίες σουρεαλισμού (που άφηνε σύμφωνα με τον μύθο σε φάκελο στα σκαλοπάτια της Βαβέλ), κατάφερε να αναδειχθεί σε έναν από τους πιο γλαφυρούς και αστείους συγγραφείς της ελληνικής X generation, χωρίς κάνεις να τον έχει δει ή να γνωρίζει το πραγματικό του όνομα. Διήγημα του Κωστάκη Ανάν αυτή η φώτο τυχαία βγήκε με μήκος 666 πίξελς Το «..και όχι μόνο» που συμπλήρωνε την υποσημείωση του εξώφυλλου “περιοδικό κόμιξ”, ήταν το ζουμί του περιοδικού. Πέρα από την ανάδειξη του κόμικ σαν τέχνης και όχι σαν “καραγκιοζάκια” , σε μια εποχή που οι πληροφορίες από έξω έρχονταν με το σταγονόμετρο, η Βαβέλ με αγνό DIY στυλ, αυτόνομη και χωρίς να έχει στόχο το κέρδος, προσέφερε μια εναλλακτική και ιδιαίτερα πολιτική πρόταση μέσα από τα κόμιξ του την αρθρογραφία του και τις κινηματογραφικές και μουσικές του προτάσεις, που ήταν μακριά από τα βαθιά κομματικοποιημένα στεγανά της μεταπολίτευσης. Από το κόμικ του Δημήτρη Παπαϊωάννου «Ο Τρομερός ΜΕΒΕΡ» Πάντα ανατρεπτικό, είτε όταν έβαζε γυμνό και σεξ σε εποχές που ακόμα υπήρχε λογοκρισία, είτε όταν αναφερόταν στα δικαιώματα των κρατούμενων όπως τότε με το ιστορικό εξώφυλλο του τεύχους 35 με τα σκιτσάκια του φυλακισμένου για την πολίτικη του δράση Dario Dalmaviva, είτε όταν προκαλούσε τα χρηστά ήθη της εποχής με κόμιξ που είχαν ομοφυλόφιλους ήρωες, όπως αυτά του Ralf Konig. Η Βαβέλ δεν έχασε ποτέ τον πολίτικο της λόγο, στηλιτεύοντας μέχρι και το τέλος της το 2008, τον άκρατο καταναλωτισμό άλλα και τον κεκαλυμμένο πουριτανισμό της ελληνικής κοινωνίας. Το επόμενο μεγάλο βήμα η Βαβέλ το έκανε όταν διοργάνωσε τα φεστιβάλ κόμιξ στο Γκάζι. Τα φεστιβάλ του περιοδικού περιελάμβαναν εκθέσεις κόμιξ με καλεσμένους διάσημους κομίστες από το εξωτερικό και liveάκια. Η απήχηση του κόσμου αυξάνονταν σταδιακά κάθε χρονιά, μαθαίνοντας τα κόμιξ σε άσχετους που πηγαίναν για το hype, άλλα φέρνοντας και τους “ψαγμένους” σε επαφή με διάσημους σχεδιαστές του εξωτερικού και νέους Έλληνες δημιουργούς και fanzines. Σταδιακά μέσω των φεστιβάλ η Βαβέλ απέκτησε μια τέτοια προβολή, ώστε έπαψε πλέον να ανήκει στο underground και αυτό σίγα-σιγά για διαφόρους λόγους (οικονομικής φύσεως κυρίως) σήμανε και το τέλος του εντύπου, το οποίο μέσα σε 27 χρόνια κατάφερε να εκδώσει 246 τεύχη και σχεδόν 10 χρόνια μετά, βλέπουμε ότι το κενό που άφησε στον χώρο των διαφορετικών, μη mainstream εντύπων δυσαναπλήρωτο. Η επίδραση της Βαβέλ σε μια γενιά νέων δημιουργών κόμιξ (και όχι μόνο) ήταν τεράστια και όχι μόνο ως προς την διαμόρφωση του στυλ του άλλα κυρίως ως προς την γνωριμία τους με έναν διαφορετικό κόσμο έκφρασης. Ρωτήσαμε έξι δημιουργούς να μας μιλήσουν για την σχέση τους με το περιοδικό. Ιφιγένεια Καμπέρη Στις αρχές του 80 στο μικροαστικό σπιτικό μας ένα πράγμα που υπήρχε σε αφθονία ήταν τα περιοδικά και τα κόμιξ. Αντί, Σχολιαστής, Αστερίξ, Ισνογκούντ, Λούκυ-Λουκ, Μαφάλντα, Παραπέντε έφτιαχναν έναν τεράστιο πύργο στο κομοδίνο του μπαμπά μου. Παρόλο που δεν ήξερα να διαβάζω, ξετρελαινόμουν με οποιοδήποτε σχέδιο. Υπήρχε και ο απαγορευμένος καρπός, το κόμικς με τα παράξενα γράμματα που ήξερα ότι λένε “βαβέλ”. Αυτό δεν έπρεπε να το ανοίγω γιατί “ήταν για μεγάλους”. Αν πω ότι δεν διάβαζα που και που στα κρυφά, θα είναι ψέμα. Με εντυπωσίαζε η ένταση του ασπρόμαυρου σχεδίου και με τρόμαζαν οι γκροτέσκες φιγούρες. Ειδικά αυτοί οι αηδιαστικοί εξερευνητές με τις στριφογυριστές μύτες που γύριζαν στη ζούγκλα και παντού υπήρχαν κατσαρίδες! Σκεφτόμουν πως αυτός που τους έφτιαξε μάλλον δεν ήξερε να ζωγραφίζει καλά, αλλιώς για ποιόν λόγο να τους είχε κάνει τόσο άσχημους. Είχε και άλλα όμως, είχε διαστημικά, μαρκησίες, ντετέκτιβ, τέρατα, πανκς και πολλές γυμνές γυναίκες που πάντα φαίνονταν να μην περνάνε και τόσο καλά. Παρόλα αυτά δεν τις λυπόμουν γιατί ίσως τελικά να μην τα πέρναγαν και τόσο άσχημα. Εγώ πάντως θα ήθελα να ήμουν στη θέση τους. Αυτό εξηγούσε φυσικά το γιατί δεν έπρεπε να διαβάζω αυτόν τον θησαυρό, είναι γνωστό ότι οι μεγάλοι κρατάνε τα καλύτερα μόνο για τον εαυτό τους! Και αν νομίζουν ότι όταν ήμουν 5 δεν ήξερα πάρα πολύ καλά τι έκαναν η Άντα, η Βαλεντίνα, η Ντρούνα, η Ζυστίν, η Λούμπνα είναι πολύ γελασμένοι! Τα χρόνια πέρασαν, έμαθα να διαβάζω και, ακολουθώντας την οικογενειακή μας παράδοση, αγόρασα την πρώτη μου Βαβέλ τον Ιανουάριο του 1993 και συνέχισα να την παίρνω κάθε μήνα μέχρι το τελευταίο τεύχος. Τάσος Μαραγκός (Τασμάρ) Πρέπει να ήταν το 1989 ή 1990, δεν θυμάμαι καλά. Είχα πάρει την μεγάλη απόφαση να πάω στο πρακτορείο τύπου, στην παραλία της Ερμούπολης και να προμηθευτώ το πρώτο μου περιοδικό με γυμνές γυναίκες. Ήμουν πολύ ντροπαλό παιδάκι και σκεφτόμουν τι θα πει ο κύριος του πρακτορείου που μέχρι τότε με είχε συνηθίσει να αγοράζω Λούκυ Λουκ, X-Men και ιστορίες με παπιά. Είχα βαρεθεί όμως τις κυρίες με τα μαγιό από τα εξώφυλλα των σταυρόλεξων του παππού μου και έπρεπε επιτέλους να δω τι κρύβεται πίσω από αυτά τα μαγιό. Οργάνωσα καλά το σχέδιο μου, πως θα πάω, θα το πάρω και θα εξαφανιστώ επιστρέφοντας μετά από χρόνια στο πρακτορείο τύπου. Μπαίνοντας στο πρακτορείο κατευθύνθηκα στο ράφι, στο βάθος, εκεί που ήξερα ότι έχει αυτά τα κολασμένα έντυπα. Άρχισα να βλέπω τα εξώφυλλα και έπρεπε να επιλέξω γρήγορα γιατί ένιωθα το μάτι του κύριου Πρακτορείου να με χτυπάει στην πλάτη. Παντού βυζιά, βυζιά, κώλοι και άλλα ωραία σημεία του γυναικείου σώματος που ήδη με είχαν κάνει να κοκκινίζω και να νιώθω ένα φούσκωμα στο παντελόνι μου. Το μάτι μου όμως καρφώθηκε σε ένα εξώφυλλο που είχε μια πανέμορφη, γυμνή γυναίκα αλλά ήταν σκίτσο και όχι φωτογραφία. Βαβέλ έλεγε. Δεν είχα ιδέα τι ήταν. Το άρπαξα, πλήρωσα και έφυγα για το σπίτι κρύβοντάς το μέσα από το μπουφάν μου. Στο σπίτι, αφού βεβαιώθηκα ότι έλειπαν όλοι, το άνοιξα και άρχισα να το διαβάζω. Αυτό ήταν. Από τότε άλλαξε η ματιά μου για τα κόμικς. Ευχαριστώ Βαβέλ. Τάσος Παπαιωάννου Ξεκίνησα να διαβάζω Βαβέλ, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν πήγαινα γυμνάσιο και όταν είχε αρχίσει να φθίνει η φάση της (οι ειδικοί έχουν να λένε για την Βαβέλ της δεκαετίας των 80s). Ένας γενναίος, σκατολογικός, λάγνος, βέβηλος κόσμος απλωνόταν μπροστά μου. Λίγο καιρό μετά, ο Λέανδρος έκανε την παρουσία του στις σελίδες της και ήταν λες και έτρωγα καρμικό χαστούκι από το πουθενά. Μετά ήρθε και το φεστιβάλ βαβέλ και άλλαξε το τοπίο, έγινε πιο γιορτή. Χαίρομαι που έζησα την φάση αυτή και έχω κάτι καλό να θυμάμαι. Στα ‘00s η φάση Βαβέλ είχε φτάσει ήδη στην παρακμή της και φυσικά μετά ήρθε και το επεισοδιακό της τέλος. RIP Βαβέλ. Αντώνης Βαβαγιάννης Η πρώτη επαφή με τη «Βαβέλ» ήταν στην παιδική μου ηλικία. Πάντα σε κάποιο σπίτι «ψαγμένων» φίλων των γονιών μου θα έπαιζε ένα ράφι, κάτω από τα Αστερίξ και τις Μαφάλντες, που θα υπήρχαν αυτά τα ακατανόητα κόμιξ. Το πρώτο ξεφύλλισμα γινόταν απλά για να βρεθεί κάποιο «ακατάλληλο» στιγμιότυπο, που για την ηλικία και την εποχή μπορούσε να θεωρηθεί «τσόντα»! Μετά μεγαλώνοντας κι αποκτώντας μια σφαιρικότερη σχέση με τα κόμιξ από το Λούκι Λουκ και το Αλμανάκο, μέσα σε μια κούτα του ξάδερφού μου γεμάτη με Βαβέλ γνώρισα μια από τις μεγαλύτερες κομιξικές μου αγάπες, τον Edika. Αλλά όχι μόνο. Τόσα πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους κόμικ. Αστεία και σοβαρά. «Βρόμικα» και «μεγαλίστικα» και τόσο μπροστά για την εποχή τους. Δεν νομίζω να υπάρχει μεγαλύτερη επιρροή για τη δικιά μου γενιά σκιτσογράφων από τη Βαβέλ και νομίζω ότι είμαστε πολύ τυχεροί που μεγαλώσαμε σε μια εποχή που κυκλοφορούσε. Γιώργος Γούσης Σαν παιδί, δεν υπήρξα ποτέ φανατικός αναγνώστης κόμικ. Είχαμε μια αδιάφορη σχέση. Διάβαζα μόνο τα καλοκαίρια στις διακοπές και μονάχα ότι έβρισκα στο περίπτερο. Δηλαδή Μίκυ Μάους, Αστερίξ και Λούκυ Λουκ. Μεγαλώνοντας κιόλας, στην εφηβεία, τα έκοψα τελείως. Είναι εντελώς περίεργοι οι λόγοι που αργότερα, όταν κόντευα τα είκοσι, με έσπρωξαν στο να δοκιμάσω να δημιουργήσω μια σύντομη ιστορία κόμικ για να πάρω μέρος στον διαγωνισμό του ένθετου περιοδικού για κόμικς <<9>> της Ελευθεροτυπίας. Μέσω αυτού ήταν και η πρώτη μου επαφή με τα Ελληνικά κόμικ. Όταν όμως σύντομα κατάλαβα πως αυτή η τέχνη θα ήταν η βασική μου ασχολία από εκεί και πέρα, άρχισα να ψάχνω που θα μπορούσα να βρω κόμικ που να ταιριάζουν στο γούστο μου και στο αισθητικό μου κριτήριο για να τα περιεργαστώ και να τα μελετήσω. Το περιοδικό της Βαβέλ ήταν για εμένα λίγο πολύ μονόδρομος. Εκεί υπήρχαν δημοσιευμένα κόμικ ξένων δημιουργών που θα μου έκαναν εντύπωση και θα προσπαθούσα να αντιγράψω και να επηρεαστώ σαν νέος δημιουργός. Αν δεν υπήρχε η Βαβέλ θα ήταν πολύ μεγαλύτερη η απόσταση και ο χρόνος που θα έπρεπε να σπαταλήσω για να βρω τις δουλειές όλων αυτών των δημιουργών έναν έναν από μόνος μου. Δεν ήταν όμως μόνο το περιοδικό. Η Βαβέλ είχε δύο ακόμη σημαντικούς πομπούς γνώσης. Το βιβλιοπωλείο για κόμικ που είχε στο κέντρο της Αθήνας και μπορούσες να βρεις πληθώρα άλμπουμς χωρίς να πρέπει να σκάψεις πρώτα ανάμεσα σε χιλιάδες τευχάκια με σουπερηρωικά κόμικ που ήταν το κυρίαρχο προϊόν των υπόλοιπων κομιξάδικων. Και το πιο σημαντικό απ’ όλα, το φεστιβάλ της Βαβέλ. Πρόλαβα και πήρα μέρος στα τρία τέσσερα τελευταία φεστιβάλ της σαν νέος δημιουργός και ήταν για μένα στιγμές που θα μου μείνουν αξέχαστες, κυρίως επειδή το κλίμα των ανθρώπων και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα με έκαναν να αισθάνομαι χαρά που ήμουν μέρος αυτού του συνόλου. Από την άλλη, ενώ η Βαβέλ ήταν πρωτοπόρος στα κόμικ και αισθητικά μου ταίριαζε περισσότερο, σαν δημιουργός δεν δημοσίευσα ποτέ στο περιοδικό της γιατί δεν έδιναν αμοιβές κι έτσι, εφόσον στο <<9>> πληρωνόμασταν, προτιμούσαν όλοι να δημοσιεύουν εκεί. Αυτός πιστεύω είναι και ο βασικός λόγος που η Βαβέλ ανέδειξε ελάχιστους Έλληνες δημιουργούς σε σχέση με το <<9>> που παρήγαγε μια ολόκληρη γενιά νέων δημιουργών και άνοιξε τον δρόμο σε πολλούς από εμάς για να δουν την τέχνη τους και επαγγελματικά. Μπαίνοντας στην διαδικασία να γράψω όλα αυτά, το μόνο που μου μένει σαν επίγευση είναι το πόσο λείπει ένα τέτοιο περιοδικό για κόμικ στις μέρες μας που να μπορεί να αμοίβει και τους δημιουργούς, τώρα που το επίπεδο των κόμικ που παράγονται από Έλληνες ανεβαίνει χρόνο με τον χρόνο και το κοινό αρχίζει δειλά δειλά να τα νιώθει σαν μέρος της ψυχαγωγίας του. Τηλέμαχος Σταυρόπουλος (Helm) Στις παλιές Βαβέλ του πατέρα μου είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου απεικονίσεις του έρωτος και ακόμα μέχρι σήμερα όταν κλείνω τα μάτια μου και φαντάζομαι το σεξ δεν βλέπω χρώματα και απτή σάρκα αλλά μαύρες αδρές γραμμές σαν του Crepax ή ίσως του Baldazzini να αιωρούνται και να σμίγουν πάνω σε ένα λευκό -σαν κέλυφος αυγού- Πλατωνικό κενό. Αυτό το αντίκρισμα της λίμπιντο ήταν απαραίτητο για να μου συμπληρώσει φαντασιακά όρια από τα υπερωικά αμερικάνικα κόμιξ και τα μικιμάου που επίσης διάβαζα μικρός. Έτσι έμαθα ότι μπορείς να κάνεις τέχνη για εσωτερικούς λόγους, ή για απόλαυση και πάθος, χωρίς να χρειάζεται σώνει και καλά να βγάζει περισσότερο νόημα, να είναι επαγγελματικό ζήτημα ή να αρχίζει και να τελειώνει κάτι οριστικά. Έμαθα επίσης ότι η υπομονή έχει όρια, ο Pazienza όχι. Από τη Βαβέλ επίσης έμαθα και ίσως αμφίβολης αξίας μαθήματα, όπως το ότι μπορείς να κάνεις τέχνη για εσωτερικούς λόγους, ή για απόλαυση και πάθος, χωρίς να χρειάζεται σώνει και καλά να βγάζει περισσότερο νόημα, να είναι επαγγελματικό ζήτημα, ή να αρχίζει και να τελειώνει κάτι οριστικά. Όπως και να’χει, όταν σκέφτομαι ‘Βαβέλ’, καυλώνω λίγο και θέλω να φτιάξω κόμιξ. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ευχαριστώ από αυτό. Ακολουθούν κάποια από τα αγαπημένα μας εξώφυλλα: 20 χρόνια πριν η “φάση” φαινόταν ότι θα στραβώσει Ένα από τα πολλά εξώφυλλα που διακόσμησε ο Moebius Pop αιματοχυσίες Όταν ξεκινούσε ο Αρκάς Ο πάντα πικρόχολος Altan Αγνός μηδενισμός 2001: Ένα εξώφυλλο τιμιότατης σάτιρας στον “νεόπλουτο τύπο” της εποχής, δυστυχώς επτωχεύσαμεν Και το σχετικό link...
  17. Ένας Γερμανός ψυχολόγος, που έρχεται στην Αθήνα, μη μπορώντας να κατανοήσει την ψυχολογία των Ελλήνων που αντιστέκονται στους ναζί. Ένας γέρος, πρώην μέλος της οργάνωσης ΟΠΛΑ, που περιγράφει σε έναν δημοσιογράφο το πώς σκότωσε Έλληνες προδότες. Ένας πατέρας, που έχασε τον γιο του από Γερμανούς και βρίσκει τη δύναμη να συγχωρήσει τους γείτονές του, που δεν τον έσωσαν γιατί φοβήθηκαν. Κεντρικό πρόσωπο στο σκίτσο του Δημήτρη Καμένου ένας Γερμανός ψυχολόγος Πρόκειται για μερικές από τις 15 πραγματικές ή φανταστικές ιστορίες από την Αθήνα της Κατοχής, της Αντίστασης και της Απελευθέρωσης, που διηγούνται μέσα από κόμικς κορυφαίοι δημιουργοί. Τα έργα θα παρουσιαστούν στο κοινό από σήμερα και μέχρι το τέλος Οκτωβρίου, στην έκθεση «Ένα γλυκό ξημέρωμα. Ιστορίες κόμικς για την Κατοχική Αθήνα», που θα στεγαστεί στο Πολιτιστικό Κέντρο «Μελίνα» στην Αθήνα, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «12 Οκτωβρίου - Η Αθήνα Ελεύθερη». «Με τις εκδηλώσεις έχουμε δύο στόχους. Ο πρώτος είναι να προκαλέσουμε το ενδιαφέρον των πολιτών για την Ιστορία. Δεύτερον, να γιορτάσουμε την Απελευθέρωση της Αθήνας, ένα πολύ σημαντικό γεγονός, που το έχουμε παραμελήσει», εξηγεί ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης, που είναι και ο ένας από τους επιμελητές των εκδηλώσεων. Οι εκδηλώσεις έχουν στόχο να φέρουν το κοινό σε επαφή με την επιστημονική έρευνα. «Η διδακτορική μου διατριβή αφορούσε την Κατοχή και την Αντίσταση στην Αθήνα. Το 2012 ξεκίνησα με τη διοργάνωση περιπάτων σε περιοχές της Αθήνας που συνδέονται με σημαντικά γεγονότα εκείνης της περιόδου. Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν τεράστια. Πέρυσι, για πρώτη φορά, διοργανώθηκαν εκδηλώσεις, ενώ φέτος φιλοδοξούμε να έχουν μεγαλύτερη κλίμακα, ενώ έχουμε εντάξει ένα σύνολο δράσεων», επισημαίνει. Υλικό Σκίτσο του Γιώργου Γούση για την εκτέλεση των 200 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής Μία από αυτές τις δράσεις είναι και η έκθεση κόμικς. Ο ιστορικός δούλεψε στενά με τους δημιουργούς, παρέχοντάς τους υλικό για να στηρίξουν το έργο τους, ενώ διοργανώθηκαν workshops για την προετοιμασία της έκθεσης. «Οι Γερμανοί απαγόρευαν τις κάμερες. Συνεπώς, υπάρχουν λίγα βίντεο μερικών δευτερολέπτων, καθώς και σκόρπιες φωτογραφίες που αφορούσαν κυρίως οικογενειακές στιγμές», λέει από την πλευρά του ο επιμελητής της έκθεσης Γιάννης Κουκουλάς. «Ανταλλάξαμε απόψεις, τους δώσαμε αρχεία, φωτογραφίες και στοιχεία τεκμηρίωσης. Αφού κάναμε την προεργασία, καταστάλαξαν στο θέμα τους. Κάποιες ιστορίες είναι πραγματικές, ενώ κάποιες άλλες αποτελούν μυθοπλασία, που στηρίζεται όμως σε πραγματικά γεγονότα. Όμως το ενδιαφέρον και στις δύο πλευρές, είναι το υποκειμενικό στοιχείο των δημιουργών, ακόμη και στις πραγματικές ιστορίες», σημειώνει. Σύμφωνα με τον κ. Κουκουλά, η έκθεση είναι εναρμονισμένη στο πλαίσιο των εκδηλώσεων, ενώ ένας από τους στόχους της είναι «να αποδείξουμε ότι τα κόμικς, ως μορφή τέχνης, είναι αντάξια της σημαντικότητας του γεγονότος. Αυτό ήταν ακόμη και για εμάς ερώτημα, αλλά νομίζω ότι η απάντηση είναι καταφατική». Η αποτύπωση της σύγχρονης Ιστορίας σε κόμικς ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα για τους δημιουργούς. «Η σύγχρονη Ιστορία θεωρείται από πολλούς ταμπού, καθώς θίγονται δύσκολα ζητήματα που άπτονται της πολιτικής και της ιδεολογίας. Υπάρχει ένας φόβος να προσεγγίζουμε τέτοια θέματα», λέει από την πλευρά του ο Soloup, γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς που μετέχει στην έκθεση. Ο ίδιος δηλώνει πολύ ικανοποιημένος με το «υψηλό επίπεδο της έκθεσης», ενώ εστίασε την εργασία του στην αναζήτηση ισορροπιών, ανάμεσα στην τότε εποχή και στο σήμερα. Αναζήτηση στοιχείων Νεκρός από τις σφαίρες των ναζί. Από τον Πέτρο Χριστούλια Ο Πέτρος Ζερβός κάνει λόγο για μια «ενδιαφέρουσα έκθεση, που αφορά μια κρίσιμη περίοδο της Ελλάδας. Οι πληγές είναι ακόμη ανοιχτές». Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετώπισε ήταν η αναζήτηση στοιχείων, πώς ήταν η Αθήνα εκείνη την εποχή. «Η ιστορική έρευνα έχει αναδείξει πληθώρα στοιχείων και πληροφοριών. Κάποια από αυτά απουσιάζουν από μία αμιγώς επιστημονική παρουσίαση. Όμως, αποτελούν χρήσιμο υλικό για μία καλλιτεχνική δημιουργία. Εκεί θέλαμε να δείξουμε πώς λειτουργούσε η πόλη, πώς ήταν η ζωή για παράδειγμα στην Πανεπιστημίου ή στο Κολωνάκι. Υπέφεραν όλοι; Υπήρχαν κάποιοι που διασκέδαζαν;», σημειώνει ο κ. Χαραλαμπίδης. «Τα κόμικς βοηθούν να συζητηθεί η περίοδος της Κατοχής με έναν τρόπο που δεν είναι κλασικός. Δεν θέλαμε να περιγράψουμε ούτε την ηρωική αντίσταση, ούτε τη στερεοτυπική εικόνα. Θέλαμε να δείξουμε καθημερινές ιστορίες ανθρώπων που ζούσαν στην πόλη, με εικόνες που αντικατοπτρίζουν το ιστορικό κλίμα και τις κοινωνικές καταβολές», λέει από την πλευρά του ο Γιώργος Φαραζής. Ο διερμηνέας και οι δύο αεροπόροι Ιστορία Soloup Το ανθρώπινο πρόσωπο δύο Γερμανών αεροπόρων, του Σουλτς και του Σαχτ, παρουσιάζει ο Soloup, που διηγείται μια πραγματική ιστορία με αφηγητή τον πατέρα του. «Ο παππούς μου γνώριζε γερμανικά και τον είχαν επιτάξει ως διερμηνεία. Γνώρισε τους δύο 20χρονους στρατιωτικούς το 1942, στο φρουραρχείο του Ασπροπύργου. Παρά τον φόβο τους, χαλάρωσαν με τον παππού μου και του έλεγαν ότι ήταν ενάντια στον πόλεμο. Μάλιστα, φοβόντουσαν ότι θα χάσουν τη ζωή τους πέφτοντας με το αεροπλάνο. Αργότερα μάθαμε ότι οι φόβοι τους επαληθεύθηκαν κι ότι έτσι έχασαν τη ζωή τους», περιγράφει ο δημιουργός του κόμικ. Σύμφωνα με τον Soloup, στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκονται οι προκαταλήψεις. «Στην αρχή, οι Γερμανοί έχουν τη μορφή γάτας, παραπέμποντας στο "Μάους" του Σπίγκελμαν, όπου εμφανίζονται άγριοι και κακοί. Όμως, ουσιαστικά, πίσω από αυτήν την κυρίαρχη εικόνα, ήταν δύο αεροπόροι, με ανθρώπινο πρόσωπο, που κι αυτοί έπεσαν θύματα του πολέμου», εξηγεί, προσθέτοντας «δεν είναι όλα άσπρο ή μαύρο. Έχουν πολλές αποχρώσεις». Η ανατίναξη των γραφείων Ιστορία Πέτρου Ζερβού Στις 20 Σεπτεμβρίου 1942, στη συμβολή των οδών Πατησίων και Γλάδστωνος, μέλη της αντιστασιακής οργάνωσης ΠΕΑΝ, ανατίναξαν τα γραφεία της ΕΣΠΟ, που συνεργαζόταν με τους Γερμανούς για να στρατολογήσει Έλληνες στην εκστρατεία κατά της ΕΣΣΔ. Η κορυφαία αυτή αντιστασιακή πράξη, με πρωταγωνίστρια τη νεαρή δασκάλα Ιουλία Μπίμπα που ανέλαβε να μεταφέρει τη βόμβα, βρίσκεται στο επίκεντρο του κόμικ που δημιούργησε ο Πέτρος Ζερβός. «Μου έκανε εντύπωση το θάρρος της και ο ηρωισμός της. Μάλιστα την τιμώρησαν πιο αυστηρά από τους υπόλοιπους, καθώς την καταδίκασαν δις εις θάνατον και την εκτέλεσαν με αποκεφαλισμό στη Γερμανία», λέει ο κ. Ζερβός. Ο ίδιος γνώριζε την ιστορία από φοιτητής του Πολυτεχνείου, περνώντας συνεχώς από το σημείο της ανατίναξης. «Πολλοί απ' όσους μετείχαν, εκτελέστηκαν. Έμαθα για την ιστορία μέσα από τις αφηγήσεις όσων επιβίωσαν. Όμως το μεγάλο πρόβλημα ήταν να βρω στοιχεία για την εικόνα της Αθήνας εκείνη την εποχή», σημειώνει. Η πόρνη και η παγίδα στον αξιωματικό Ιστορία Γιώργου Φαραζή «Η ιστορία μου είναι μυθοπλαστική. Αφορά το πώς η εμπειρία του πολέμου ανέτρεψε τη ζωή ανθρώπων που έκαναν τα πάντα για να επιβιώσουν. Τέτοιου είδους εμπειρίες ανατρέπουν κοινωνικά standards. Πολλές γυναίκες αναγκάστηκαν να στραφούν στην πορνεία», επισημαίνει ο Γιώργος Φαραζής. Το κόμικ του αφορά την ιστορία μιας πόρνης που για να επιβιώσει προσέγγισε έναν μαυραγορίτη με μεγάλη ισχύ και μαζί επισκέπτονται στέκια μαυραγοριτών Γερμανών πρακτόρων και αξιωματικών. Παρά την κοινωνική της κατρακύλα, τον οδηγεί σε μπλόκο ανταρτών, που τον εκτελούν. «Είναι στην ουσία μια ιστορία ενός κομματιού της κοινωνίας που επέλεξε να βάλει ένα ανάχωμα στην κοινωνική κατρακύλα», εξηγεί ο δημιουργός. «Τοποθέτησα τα στέκια σε πραγματικά σημεία, αφού κάναμε ταυτοποίηση με τον Μ. Χαραλαμπίδη. Το στέκι των μαυραγοριτών βρίσκεται στη Στοά του Βιβλίου, ενώ το μπλόκο στην αρχή της Πανεπιστημίου. Προσπάθησα να είμαι όσο πιο κοντά στις πραγματικές αναφορές», σημειώνει. Και το σχετικό link...
  18. Ένας από τους πιο εκρηκτικούς κινηματογραφιστές της γενιάς του, ο Γιάννης Οικονομίδης («Σπιρτόκουτο», «Η ψυχή στο στόμα», «Μαχαιροβγάλτης», «Το μικρό ψάρι») μεταφέρει την παράνοια της αστικής βίας και στο θέατρο. Σε συνεργασία με τον Βαγγέλη Μουρίκη παρουσιάζουν στο Εθνικό Θέατρο την παράσταση «Στέλλα κοιμήσου». Έξι σκιτσογράφοι προσκλήθηκαν να παρακολουθήσουν τις πρόβες και να αποδώσουν με ένα σχέδιο την εμπειρία τους. Το αποτέλεσμα εντυπωσιακό. Απόσπασμα από το έργο του Χάρη Λαγκούση Η ματιά του Γιάννη Οικονομίδη πάνω στη συγκεκαλυμμένη σκληρότητα της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας και την υποκρισία που ξεδιπλώνεται οδυνηρά πίσω από την κουρτίνα μιας –τάχα– οικογενειακής γαλήνης εκφράστηκε με συγκλονιστικό τρόπο στο «Σπιρτόκουτο» και συνεχίστηκε με αμείωτη ένταση στις επόμενες ταινίες του. Τώρα μεταφέρεται και στο θέατρο. Η παράσταση «Στέλλα κοιμήσου» (Εθνικό Θέατρο, πρεμιέρα 13 Οκτωβρίου) είναι μια «in your face» καταγραφή των συνεπειών ενός απαγορευμένου έρωτα σε έναν κόσμο εδραιωμένο στο ψέμα, το χρήμα, τη χυδαιότητα και το έγκλημα, λένε όσοι παρακολούθησαν τις πρόβες. Ανάμεσά τους και έξι δημιουργοί κόμικς που αποτύπωσαν με ένα σχέδιο και εν θερμώ την πρώτη τους εντύπωση. Έργο του Πέτρου Ζερβού «Ο Οικονομίδης μεταφέρει την ουσία του κινηματογράφου του στο θέατρο με τους ηθοποιούς να βάζουν κατά μέρος ή μάλλον να σπάζουν τα όρια της θεατρικής υποκριτικής και παιδείας, ενσαρκώνοντας την ωμή αλήθεια τους χωρίς καλολογικά στοιχεία κι άλλες "διαμεσολαβήσεις". Ο θεατής "ρίχνεται", σαν σε αρένα, στην πραγματική συνθήκη των ηρώων που ξεδιπλώνεται αριστοτεχνικά σαν να βλέπουμε σε αργή κίνηση μια αλυσιδωτή πυρηνική αντίδραση. Το αποτέλεσμα είναι μια δυνατή αλλά και λυτρωτική εμπειρία», δηλώνει στην «Εφ.Συν.» ο Πέτρος Ζερβός. Από μια τέτοια θυελλώδη παράσταση που ξεχειλίζει οργή, με ποια κριτήρια επέλεξαν την εικόνα τους οι έξι καλλιτέχνες; Και ποιος ήταν ο στόχος τους; «Όση ώρα βλέπαμε την παράσταση, σημείωνα κάποια στοιχεία από τις ατάκες των ηθοποιών, έκανα αρκετά προσχέδια με μολύβια ή πενάκια και στο τελικό μου σχέδιο προσπάθησα να διατηρήσω τη ζωντάνια που υπήρχε σ' αυτές τις γρήγορες σημειώσεις, χωρίς να μεσολαβήσει πολλή σκέψη και επεξεργασία που θα βάραιναν το αποτέλεσμα», επισημαίνει ο Θανάσης Πέτρου. Και η Μαρία Τζαμπούρα συμπληρώνει: «Ήταν αρκετά δύσκολο γιατί αν και πήγα ως σκιτσογράφος, με απορρόφησε ως θεατή και το απόλαυσα σαν παιδί που του διηγούνται μια συναρπαστική ιστορία. Έτσι χρειάστηκε, στο τέλος, να αναρωτηθώ για το ποια ήταν ακριβώς η συναρπαστική ιστορία που μόλις είχα παρακολουθήσει και τι ήθελα να διηγηθώ εγώ μέσα από αυτό που είδα. Αποφάσισα ότι ήταν μια ιστορία που την λένε οι γυναίκες και η απόφαση αυτή αποτέλεσε και το κριτήριο για το τι ήθελα να φτιάξω». Έργα των Θανάση Πέτρου (αριστερά) και Χάρη Λαγκούση (δεξιά) Στον αυθορμητισμό της δημιουργίας του στέκεται ο Χάρης Λαγκούσης που τονίζει: «Ήθελα να κάνω κάτι που να περνάει τη γενικότερη αίσθηση που μου άφησε το έργο: τη βία, την ένταση, την υποταγή. Και έτσι, με φρέσκια ακόμη τη μνήμη της παράστασης, ξεκίνησα να σκιτσάρω χωρίς να έχω κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου, ώσπου κατέληξα στην εικόνα του τερατόμορφου πατέρα, του όπλου και του σκυμμένου προφίλ της Στέλλας», ενώ ο Γιώργος Γούσης στέκεται στην αμεσότητα της εμπειρίας: «Όταν με πήρε τηλέφωνο ο Γιάννης για να με καλέσει στην πρόβα, μου είπε πως ήθελε να κάνω ένα σκίτσο που θα αποτύπωνε αυτό που θα ένιωθα βλέποντας την παράσταση. Ακριβώς επειδή ήταν πρόβα, αυτό που παρακολούθησα ήταν πολύ λιτό, χωρίς σκηνικά, κοστούμια, φώτα, μουσική. Ήταν μοναχά τα κορμιά και οι ψυχές των ηθοποιών. Αποφάσισα λοιπόν να φτιάξω κάτι απλό με όση περισσότερη ένταση μπορούσα. Το συμπύκνωσα στην "Στέλλα" που μέσα από τον έρωτα, βρίσκει το κουράγιο και την ενέργεια να ορθώσει ανάστημα απέναντι στον εξουσιαστικό πατέρα της που ελέγχει με κάθε τρόπο τις ζωές όλων των ανθρώπων γύρω του, ακόμα και τα μέλη της ίδιας του της οικογένειας. Σε ένα δεύτερο επίπεδο τους φαντάστηκα και σαν ζώα, σαν θηρευτή και θήραμα. Προσπάθησα όσο μπορούσα να προετοιμάσω τους θεατές της παράστασης που θα έχουν δει πρώτα το σκίτσο για το τι πρόκειται να αισθανθούν μέσα στην αίθουσα αλλά, πιστέψτε με, είναι απλά η προετοιμασία. Η εμπειρία αυτής της παράστασης θα χαράξει τον θεατή βαθιά». Έργο του Γιώργου Γούση Στη «Στέλλα» επικεντρώνεται και το έργο του Πέτρου Ζερβού για την οποία δηλώνει: «Για χάρη της αγάπης της, συγκρούεται με τον πατέρα-αφέντη αλλά και με όλη την οικογένεια που, θέλοντας και μη, υπακούει στο θέλημά του. Αυτός ο δυναμισμός της, που είναι το alter ego του δυναμισμού του πατέρα της, εκφράζεται με μια απέραντη χορογραφία κινήσεων, χειρονομιών, αισθημάτων και επιχειρημάτων που κινούνται σπασμωδικά από τον τσαμπουκά που σου δίνει το δίκιο, την προσπάθεια συνδιαλλαγής ώς την απελπισία που σε οδηγεί το απόλυτο της πατρικής εξουσίας. Κάτι από αυτό το σπαρτάρισμα της ηρωίδας προσπάθησα να εκφράσω», ενώ ο Παναγιώτης Μητσομπόνος ξεκαθαρίζει: «Μόνο γιατί είναι φίλος μου ο Οικονομίδης δέχτηκα να πάω στην πρόβα. "Ελάτε να δείτε την πρόβα και να κάνετε κανένα σχεδιάκι, έτσι ό,τι σας κάνει εντύπωση, να μου πείτε και τη γνώμη σας, και θα δούμε τι θα τα κάνουμε (τα σχέδια) μετά". Με το θέατρο γενικά δεν έχω και πολύ καλή σχέση αλλά είπα ok, ας χάσω ένα απόγευμα για τον Γιάννη. Η παράσταση ήταν δυναμίτης! Η ένταση φοβερή, οι ηθοποιοί καταπληκτικοί και η αίσθηση δυνατή κλοτσιά στο στομάχι. Ήταν ένας κινηματογραφικός Οικονομίδης σε θέατρο με ρεαλιστικούς ζωντανούς χαρακτήρες. Μια παράσταση που την βλέπεις μονορούφι, με εντάσεις που εκεί που νόμιζες δεν πάει πιο πάνω, δεν έχεις δει τίποτα... πόσο πιο πάνω μπορεί να φτάσει. Ήταν τόσο έντονα τα συναισθήματα που μετά το τέλος της παράστασης όταν μιλάγαμε με τους ηθοποιούς τους κοιτούσα περίεργα, επηρεασμένος ακόμα από τους χαρακτήρες που υποδύονται! Ήξερα ήδη τι θα φτιάξω και το ίδιο βράδυ "έστησα" το σχέδιο. Περισσότερο σαν κινηματογραφική αφίσα μου βγήκε, με την έντονη βλοσυρή μορφή του μαφιόζου πατέρα πάνω από τα τρία "σακατεμένα" παιδιά του». Τι κινδύνους κρύβει, όμως, η απόσπαση μιας σκηνής από μια θεατρική παράσταση ή η επινόηση μιας εικόνας που να αποδίδει τα τεκταινόμενα σε μια ιδιοσυγκρασιακή μορφή τέχνης όπως αυτή του Οικονομίδη; «Το να παρακολουθεί κάποιος οποιαδήποτε μορφή τέχνης προϋποθέτει μια ειλικρινή ματιά απέναντι στο έργο, είτε είναι ζωγραφικός πίνακας είτε ταινία είτε θέατρο. Σημαίνει ότι αφήνεις όσο περισσότερο από το "εγώ" σου (ιδέες, κοσμοθεωρία, αντιλήψεις, στερεότυπα) έξω από την αίθουσα -είναι λίγο όπως το να βγάζεις τα παπούτσια σου μπαίνοντας σε δωμάτιο με χαλί- για να κάνεις χώρο για το καινούργιο που βλέπεις. Αυτό είναι έτσι κι αλλιώς δύσκολο, από μόνο του. Είναι περίπου όπως συμβαίνει στην καθημερινότητά μας. Πόσο εύκολα ακούμε τι έχει να μας πει ο άλλος χωρίς να τον διακόψουμε για να πούμε τη δική μας γνώμη; Στην περίπτωση του Οικονομίδη έπρεπε να αφήσω πίσω ακριβώς όλα τα επίθετα που συνήθως συνοδεύουν ό,τι κάνει και να του χαρίσω την πιο καθαρή ματιά μου, να κοιτάξω αυτό που πραγματικά έβλεπα εκείνη τη στιγμή, χωρίς να ανατρέξω στο κουτί στο οποίο τον έχουμε -όσοι τον έχουμε- κατηγοριοποιήσει. Ελπίζω να το κατάφερα κάπως», απαντά η Μαρία Τζαμπούρα. Έργα των Παναγιώτη Μητσομπόνου (αριστερά) και Μαρίας Τζαμπούρα (δεξιά) Την ένταση του Οικονομίδη, θα μπορούσαν άραγε να την αποδώσουν και τα κόμικς; «Εντυπωσιάστηκα από το γεγονός ότι ο Οικονομίδης σκηνοθέτησε μια θεατρική παράσταση διατηρώντας ατόφια, νομίζω, την κινηματογραφική του γλώσσα και ματιά, οπότε φαντάζομαι και κόμικς αν έκανε, αυτό το προσωπικό ύφος θα υπήρχε με την ίδια ένταση. Επομένως, δεν είναι το μέσο που βαραίνει περισσότερο, αλλά η προσωπική άποψη, αντίληψη και ευαισθησία», επισημαίνει ο Θανάσης Πέτρου. Αντίθετη άποψη φαίνεται να έχει ο Χάρης Λαγκούσης που δηλώνει: «Υπάρχουν κόμικς που πηδάνε από τη σελίδα και επιτίθενται στις αισθήσεις - το μόνο όριο είναι το ταλέντο και η φαντασία του δημιουργού. Προσωπικά πάντως, ως σκηνοθέτης και σκιτσογράφος, διαχωρίζω πλήρως τις δύο τέχνες: είναι δύο αφηγηματικές γλώσσες με διαφορετική τοποθέτηση απέναντι στον ρεαλισμό. Για παράδειγμα η αποστασιοποίηση του κινηματογράφου του Bresson λειτουργεί άψογα στα κόμικς του Chester Brown, αλλά τι νόημα θα είχε μία κόμικς διασκευή μιας ταινίας του Κασσαβέτη;», ενώ ο Γιώργος Γούσης συμπληρώνει: «Κάθε αφηγηματική τέχνη έχει τα δικά της εργαλεία για να μεταδίδει στον θεατή τα συναισθήματα της ιστορίας που αφηγείται. Εξαρτάται από το ταλέντο και την ικανότητα του αφηγητή ώστε να χρησιμοποιήσει σωστά αυτά τα εργαλεία. Ο Οικονομίδης τα κατάφερε στο σινεμά και τώρα πιστεύω τα καταφέρνει και στο θέατρο αποφεύγοντας να γίνει κινηματογραφικός κι αυτό είναι και το μεγάλο κατόρθωμά του. Αν λοιπόν αυτό ήταν το ζητούμενο, προφανώς υπάρχει τρόπος να γίνει και σε ένα κόμικ, φτάνει κάποιος να έχει την όρεξη και την επιμονή να βρει τον τρόπο με τα εργαλεία αυτής της τέχνης». Και το σχετικό link...
  19. άρτι αλιευθείσα συνέντευξη του Γ.Γούση από το popaganda.gr από τη στήλη "ΤΕΧΝΕΣ/ΒΙΒΛΙΟ/ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ" ==== Ο Γιώργος Γούσης διάβασε τη Φωλιά της Γάτας και θέλει να ασπαστεί τον Μποκονονισμό Κι έχει βάλει στόχο να διασκευάσει σε κόμικ τον «Αντίστροφο κόσμο» του Φίλιπ Κ. Ντικ 10.09.2016 Ποιο ήταν το αγαπημένο σας βιβλίο όταν μεγαλώνατε; Ακόμα μεγαλώνω! Θυμάμαι να βαριέμαι πολύ σε κάποια επίσκεψη που με είχε κουβαλήσει η μάνα μου στο σπίτι μιας φίλης της και έκοβα βόλτες άσκοπα από δωμάτιο σε δωμάτιο όπου κάπου βρήκα αφημένο ένα βιβλίο με εξώφυλλο μια γυμνή γυναίκα, ζωγραφιστή κι αυτός ήταν ο λόγος που το άνοιξα. Διάβασα λίγο, άγνωστο γιατί αλλα μου άρεσε κι έτσι το έκλεψα και το πήρα μαζί μου στο σπίτι. Ήταν το Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά του Κώστα Μουρσελά. Δεν θυμάμαι αν είναι καλό βιβλίο, ούτε αν ήταν το αγαπημένο μου αλλα είναι το μόνο που θυμάμαι. Το είχα διαβάσει όλο αμέσως. Μετά από χρόνια άκουσα τυχαία τον Λούη, τον πραγματικό άνθρωπο στον οποίο βάσισε τον χαρακτήρα του βιβλίου του ο Μουρσελάς, να χρησιμοποιεί την λέξη κύμα στην φράση «όπου σε πάει το βιβλίο, δεν σε πάει ούτε το όνειρο, ούτε το κύμα» και την λέξη σύμπτωση στην φράση «αν στην ζωή δεν έχεις πετύχει κάτι μόνος σου, με κόπο, τότε αυτό δεν λέγεται ζωή, λέγεται σύμπτωση» και τώρα σκέφτομαι πως μάλλον δεν θα ήταν ένα τυχαίο γεγονός, μια σύμπτωση αν θες, ότι γράφτηκε στο εφηβικό μου υποσυνείδητο ένα βιβλίο με πρωταγωνιστή αυτόν τον τύπο. Ποιο βιβλίο διαβάσατε και ξαναδιαβάσατε; Στο βιβλίο Η Φωλιά της Γάτας του Κέρτ Βόνεγκατ υπάρχει μια θρησκεία την οποία προσπαθώ να ασπαστώ γι’αυτό και κατα καιρούς ξαναδιαβάζω το βιβλίο. Η θρησκεία λέγεται Μποκονονισμός και έχει ως κεντρικό δόγμα την φράση «ζήσε με τα μικρά ψέματα που σε κάνουν ευτυχισμένο». Δεν είναι αρκετά έντιμο αυτό για να το πιστεύει κανείς; Σας ώθησε ποτέ βιβλίο να κάνετε κάτι ανόητο; Δεν χρειάστηκε. Ειμαι πολύ εφευρετικός σε αυτόν τον τομέα. Ποιο βιβλίο εύχεστε να είχατε γράψει; Το μεταφυσικό νουάρ Αντίστροφος κόσμος του Φίλιπ Κ. Ντικ. Ξαφνικά, από ένα ωραίο πρωί και ύστερα ο χρόνος αρχίζει να γυρίζει προς τα πίσω. Έτσι, αν πέθανες 3 χρόνια πριν την μέρα αυτή, τότε ακριβώς τρία χρόνια αργότερα θα ξυπνήσεις μέσα στον τάφο σου και θα αρχίσεις αναγκαστικά να ζεις και πάλι αλλά αυτή την φορά ανάποδα, απο γέρος θα γίνεσαι μωρό και συνεχώς θα έχεις την αίσθηση οτι κρυώνεις λιγάκι. Φυσικά όχι μόνο εσύ. Όλοι. Μέσα στα διάφορα που γίνονται απο την ανάποδη είναι και το να φυσάνε γόπες απο τσιγάρα για να καθαρίζει ο καπνός που εμφανίζεται που και πού μές στα δωμάτια. Κάποιοι τριγυρνούν στα νεκροταφείο προσπαθώντας να ακούσουν ανθρώπους να νεκρανασταίνονται έτσι ώστε να είναι αυτοί οι πρώτοι που θα τους καθησυχάσουν, αυτοί που θα τους βγάλουν και θα τους περιθάλψουν ώσπου να τους πάρει καποιος συγγενής με το αζημίωτο. Οσο σπουδαιότερος ο νεκραναστημένος, τόσο ακριβότερος. Η βιβλιοθήκη έχει αναλάβει το βαρύ έργο να διαγράψει την ιστορία και κάποιες γυναίκες προτιμούν γέρους συντρόφους έτσι ώστε όταν θα γίνουν μικρά κορίτσια αυτός να τους σταθεί και σαν πατέρας. Μαλλον καποια στιγμη στο μέλλον θα προσπαθήσω να το διασκευάσω σε κόμικ. Δεν θα μου γλιτώσει. Ο Γιώργος Γούσης είναι δημιουργός κόμικ. Η πιο πρόσφατη δουλειά του είναι ο «Ερωτόκριτος», μια διασκευή του έμμετρου μυθιστορήματος του Β. Κορνάρου σε κόμικ (εκδόσεις Polaris, 2016). ====
  20. Ο συν-δημιουργός του κόμικ της χρονιάς μας δίνει το απόλυτο commentary του έργου του. “Θέλαμε να κάνουμε κάτι που να ξεφύγει από τα στενά όρια της διασκευής,” μου λέει ο Γιώργος Γούσης καθώς ξεφυλλίζουμε τον τόμο του ‘Ερωτόκριτου’, το οποίο συνέγραψε (μαζί με το Δημοσθένη Παπαμάρκο και Γιάννη Ράγκο) και σχεδίασε για λογαριασμό των Εκδόσεων Polaris. “Όταν σκεφτόμασταν ποιο κείμενο θα κάναμε είχαμε απορρίψει διάφορα γιατί δεν είχαν κάτι να δώσουν στο μέσο. Ο ‘Ερωτόκριτος’ είχε,” εξηγεί ο Γούσης, δικαιολογώντας το γιατί ήταν ο Κορνάρος που έκανε τη διαφορά για αυτούς. “Κατάλαβα ότι αυτός ο άνθρωπος όταν το έγραφε είχε ένα όραμα πολύ πιο γενικό από το να γράψει απλά ό,τι ήταν αυτό που γραφόταν στην εποχή του.” Ίσως αυτό εξηγεί εν μέρει και το γιατί η έκδοση αυτή έχει συναντήσει τόσο μεγάλη, άμεση επιτυχία. (Είναι πολλά πράγματα φυσικά. Η άρτια επιμέλεια και η συγγραφική δουλειά από ένα έξοχο τιμ. Η προσεγμένη έκδοση σε φτηνή τιμή, μόλις 10 ευρώ. Το εξαιρετικό αισθητικό αποτέλεσμα που ξεπερνά τα στάνταρ μιας τυπικής ‘κομιξικής διασκευής’.) Η αίσθησή μου διαβάζοντας τον ‘Ερωτόκριτο’ δεν ήταν πως έχω να κάνω με μια ακόμα ‘Κλασικά Εικονογραφημένα’ περίπτωση, αλλά με ένα έργο που στο μεγαλύτερο μέρος του δεν πρόδιδε καν την εξω-κομιξική προέλευσή του. Το βιβλίο αυτό είχε το ρυθμό, την αίσθηση, το λουκ ενός κανονικού κόμικ, δε νιώθεις σα να διαβάζεις μια περίληψη πραγμάτων που βρίσκονται αλλού, με τα γνωστά τεράστια επεξηγηματικά κουτάκια και τα ατελείωτα κείμενα. Η πρώτη στιγμή εντυπωσιασμού ήρθε στην πρώτη κιόλας σελίδα, με αυτή τη φανταστική χρωματική παλέτα νύχτας που έδωσε με το καλημέρα (ή το καλησπέρα τελοσπάντων) ένα σαφή αισθητικό τόνο. Ο Γούσης μου εξήγησε αναλυτικά τη διαδικασία του πώς βρήκαν με τον Παναγιώτη Πανταζή (για χρόνια συνεργάτες) τον κατάλληλο τόνο και το πώς υπογραμμίζεται άμεσα το ύφος της ιστορίας. Κι από εκεί, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο σελίδα-σελίδα, ο Γούσης μας ανέλυσε, σα να επρόκειτο για τον ηχητικό σχολιασμό στο DVD μιας ταινίας, πώς δημιουργήθηκε κάθε σκηνή-κλειδί του έργου, και τι κρυβόταν πίσω από πολλές αισθητικές ή σκηνοθετικές επιλογές του. “Αλλά όλα αυτά είναι μέσα στου ‘Ερωτόκριτου’ το κείμενο,” καταλήγει. “Εμείς απλά κάπως τα φωτίσαμε. Με τη ματιά του σήμερα.” Αυτός είναι ο σχολιασμός κάθε σκηνής. Όπως και με την περίπτωση του commentary σε μια ταινία, εξυπακούεται πως συζητούνται σκηνές μέχρι και το τέλος της ιστορίας, οπότε το ιδανικό θα ήταν να έχετε διαβάσει ήδη το κόμικ. Κάντε το, ο ‘Ερωτόκριτος’ είναι μια τέλεια προσθήκη για τη βιβλιοθήκη σας, όσο και ιδανικό για δώρο. Η ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ “Σκέφτηκα για την Αθήνα πως, σε μια τέτοια πόλη αφού δεν υπάρχει ηλεκτρισμός, θα είχε ατμόσφαιρα βαθιά. Η αθηναϊκή νύχτα έχει ξάστερο ουρανό και κάπως ισορροπούσε. Κι ουσιαστικά απεικονίζεται η θλίψη του κανταδόρου, έτσι το φαντάστηκα. Βγαίνει τη νύχτα και κάνει καντάδα σε μια κοπέλα που ελπίζει να τον ακούσει. Είναι ρομαντισμός, αλλά στη μελαγχολική του έκφανση. Είναι μια ιστορία που δεν έχει λιβάδια όπου τρέχουν κι αγαπιούνται.” “Σκέψου, ο Κορνάρος δεν περιγράφει πουθενά σκηνογραφία. Δηλαδή αυτή τη σκηνή παρακάτω που κάνουν τα κρυφά ραντεβού, τη φανταζόμουν πάντα με τη λογική ότι αυτός είναι πιο κάτω από εκείνην και προσπαθεί με αυτό τον τρόπο σα να σκαρφαλώνει τα βράχια. Προσπαθεί να τη φτάσει από το παράθυρο, κι αυτό μοιάζει με φυλακή. Είναι σα να προσπαθεί να μπει. Σα να είναι ελεύθερος και να μην είναι. Ένα μυστήριο πράγμα. Σαν μια φυλακή του έρωτα που αυτός προτιμά να είναι εκεί μέσα, παρά να είναι έξω.” ΣΑΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΦΗΒΟΙ “Όταν φτάνει η ιστορία στην κοπέλα ήθελα να φαίνεται σαν κάτι σύγχρονο, σαν μια έφηβη του σήμερα. Τη βλέπεις να τεντώνεται στο κρεβάτι, κάνει σα να κοιτάει το κινητό. Θα μπορούσε να έχει ένα iPad στο χέρι.” “Και στην σκηνή που είναι στο δωμάτιου εκείνου, που αράζουν κι αυτός κοιμάται στο πάτωμα, βλέπεις εκεί γύρω ένα λαούτο, βλέπεις σπαθιά. Ο τύπος είναι έφηβος μποέμ, το σπίτι του είναι εντελώς τηλεοπτικό. Σχεδόν βλέπεις κουτάκια μπύρας.” ΦΙΓΟΥΡΕΣ ΑΠΟ ΑΓΓΕΙΑ “Το πρώτο μου πρόβλημα ήταν πώς θα απεικονίσω τους δύο πρωταγωνιστές. Υπάρχει μια απεικόνιση του Θεόφιλου που έχουν μουστάκι και ξανθιά μπούκλα. Ήθελα κάτι αρχετυπικά Ελληνικό, να είναι δύο εντελώς μεσογειακές φιγούρες. Το πιο κοντινό ήταν των αγγείων οι μορφές αλλά δεν ήθελα να είναι και κλασικό. Οπότε έκανα το ανάποδο αγγείο που είναι όλο μαύρο. Υπάρχει το μελανόμορφο αγγείο που είναι άσπρο background και μαύρη φιγούρα και υπάρχει ερυθρόμορφο που είναι το αντίθετο. Εγώ το μαύρο το έβαλα μόνο στην τρίχα, είναι γυαλάδα, το πρόσωπο είναι σαν καραγκιόζης, όλο μαύρο. Το δοκίμασα να δω αν λειτουργεί και το κράτησα παντού. Και υπάρχει ελάχιστη σκιά. Αυτό θα ήταν hit ή θα ήταν miss.” Η ΜΑΓΙΣΣΑ “Η μάγισσα είναι εφεύρεση δικιά μας, δεν υπάρχει στο κείμενο. Ο Κορνάρος δεν δείχνει καν τη σκηνή. Αυτά τα τοπία, τα κτίσματα είναι στη Βόρεια Εύβοια στα βουνά πάνω, λέγονται Δρακόσπιτα, κανείς δεν ξέρει ποιος τα έφτιαξε. Στο πλαίσιο που θέλαμε όλα τα μέρη να είναι Ελληνικά, διαλέξαμε κάτι που να θυμίζει σπηλιά μάγισσας. Κι αυτή είναι μια κλασική φιγούρα μάγισσας, λίγο άφυλη.” “Θεώρησα ότι εφόσον έχει υπάρξει το φίλτρο, και υπάρχει η σκηνή που πάει ξανά στη μάγισσα, δε χρειάζονταν παραπάνω εξηγήσεις για την εμφάνιση του φίλτρου στο τέλος, θα ήταν τελείως πασιφανές. Αφού υπάρχει από την αρχή αυτό, δέχεσαι ότι υπάρχει μαγεία. Ότι αυτά γίνονται.” Ο ΛΑΟΚΟΩΝ “Είναι αναφορά στην αντίστοιχη ιστορία που είχε πάλι να κάνει με ένα γονέα κι ένα παιδί, που την έχει διώξει. Ο πατέρας εδώ είναι λίγο περίεργος χαρακτήρας, τη μία μπορεί να φανείς σοφός και την άλλη παράλογος. Η σκηνή που τρελαίνεται ο πατέρας μου αρέσει, και στο βιβλίο είναι ακόμα πιο απότομη, τρελαίνεται σε δευτερόλεπτα. Το κάνει όλο αυτό στα πλαίσία της εξουσίας της εποχής. Στο τέλος μαλακώνει πολύ.” BROMANCE “Μου αρέσει πολύ η σκηνή που είναι οι δυο φίλοι σε ένα μπαλκόνι και βλέπουν το λιμάνι. Μου αρέσει πολύ και σαν ρομαντική σκηνή, υπάρχει gay subtext. Αυτός είναι σα να έχει αισθήματα για τον Ερωτόκριτο. Είναι και η φωνή της λογικής. Είναι ο φίλος που λέει ‘έλα, ξεπέρνα το, αφού δε θα καταλήξει καλά’. Τον πιέζει να την ξεπεράσει. Γενικά όλοι οι χαρακτήρες θεωρούνται εκφάνσεις του Ερωτόκριτου. Αυτός είναι κάπως η συνείδησή του.” ΜΑΧΗ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ ΣΑΝ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ “Η μεγάλη μάχη είναι 7-8 σελίδες, σε δυο μέρη κιόλας. Εδώ εμφανίζεται ο Ερωτόκριτος αλλαγμένιος, και έπρεπε να είναι πειστικό ότι όντως σώζει το βασιλιά στη μάχη. Πρέπει να έχει μια πλοκή η μάχη, να φαίνεται πως όντως γίνεται πόλεμος. Η μονομαχία μετά είναι η κορύφωση του έργου, δε μπορούσαμε να δείξουμε τρεις γροθιές και μετά τέλος. Και δε μου αρέσει και καθόλου που βλέπεις μάχες και δεν ξέρεις τι γίνεται, σε σινεμά και σε κόμικς. Είχαμε δει και του Όμπεριν στο ‘Game of Thrones’ που ήταν και πωρωτικό και καταλάβαινες και μια πλοκή.” “Σκέφτηκα πώς θα είναι στον Ελληνικό ήλιο, σε αντίθεση με τα ιπποτικά της Αγγλίας που είναι βρεγμένα, μουντά. Εδώ θα ήταν πύρινη η φάση, θα έλιωναν στις πανοπλίες. Γι’αυτό το πύρινο το πράσινο του ήλιου. Είναι μια υπερβολή στα πλαίσια του να σε πείσει ένα παραμύθι. Είναι τελείως παράλογα τα χρώματα της μονομαχίας στο background. Πήγα πιο κοντά στα βυζαντινά, μια αγιογραφική απεικόνιση. Μόνο στρατιώτες οι οποίοι μάχονται μέχρι θανάτου.” “Πιο πολύ βασίστηκα στο να ακολουθώ ένα ρυθμό και τα χρώματα να δίνουν ένταση ή παύση, παρά να είναι ρεαλιστικά ή να βάζω από πίσω στρατιώτες. Ενώ μέχρι ένα σημείο βγάζει νόημα τι γίνεται, σταδιακά παύει, γιατί είναι πια σα να κάνουν έρωτα.” “Κι επίσης επίτηδες δεν έβαλα καθόλου σκηνή πανηγυρισμού για να μην περνάει ότι είναι μια νίκη. Έχουμε αλληλοσκοτωθεί, κανείς δεν κέρδισε, απλά με αυτό τον τρόπο έληξε ο πόλεμος. Δεν ήθελα να έχει κάτι το ηρωικό, ότι θριαμβεύσαμε. Και στο τέλος της ιστορίας αντίστοιχα πάλι δεν έχει πανηγύρι. Αυτό που αφορά το ζευγάρι λιγότερο είναι η εξουσία.” ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΑΙΜΑ “Η κονταρομαχία νωρίς στην ιστορία είναι ένα πανηγυράκι που δε μας καίει και πολύ, απλά θέλουμε να κερδίσει ο Ερωτόκριτος. Ενώ εδώ ουσιαστικά παίζεται όλη η ιστορία. Το πολύ ενδιαφέρον για μένα είναι ότι δεν κερδίζει ηρωικά, δεν κερδίζει αέρα ο Ερωτόκριτος αυτή τη φορά. Ουσιαστικά αλληλοσκοτώνονται. Γι’αυτό έχω βάλει να ενώνονται τα αίματά τους.” (ΠΟΠ) ΑΝΑΦΟΡΕΣ “Υπάρχει η σκηνή που τον μεταφέρουν μετά την μονομαχία ημιθανή οι άλλοι στρατιώτες μέσα στο παλάτι βάζοντας τον σε ένα σεντόνι, και το έχω πάρει από όλες τις απεικονίσεις πιετά που μεταφέρουν το νεκρό.” “Και εδώ μοιάζουν με δονκιχωτικές φιγούρες. Σαν μια ελάχιστη ξώφαλτση αναφορά. Θεωρούνται κοινής εποχής. Και επίτηδες αυτοί είναι τρισδιάστατοι και δεν μοιάζουν με τους άλλους χαρακτήρες.” ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ “Η αγαπημένη μου σκηνοθετικά σκηνή είναι η τελευταία, που ουσιαστικά το σενάριο ζητά μια αίθουσα γεμάτη κόσμο, και γίνεται ο γάμος. Επίτηδες έχω πλάνο που είναι δυο άδειες καρέκλες, που έχουν παρατήσει εκεί κορώνες, τα πάντα, κι ουσιαστικά τρέχουν να πάνε στο δωμάτιο να κάνουν σεξ. Κι αυτός είναι τόσο χαρούμενος που ουσιαστικά απλά ακουμπά μια κολώνα, ίσα ακουμπά το μάρμαρο, τα πόδια του δεν πατάνε στιβαρά. Φεύγουν σχεδόν στα κρυφά, είναι μια φάση μέθεξης. Και φιλιούνται έξω από το δωμάτιο, πριν προλάβουν να μπούνε μέσα. Εκείνη τον τραβάει μέσα. Δηλαδή εντάξει, ΟΚ η εξουσία, αλλά η φάση είναι να κάνουμε έρωτα. Και ουσιαστικά ένα τεράστιο έπος γεμάτο μάχες τελειώνει απλά σε μια κλειστή πόρτα.” *Ο ‘Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου’ κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Polaris. Πηγη
  21. Τα 'μαθες Αρετούσα μου, γίναμε κόμικς... O Δημοσθένης Παπαμάρκος, ο Γιάννης Ράγκος και ο Γιώργος Γούσης μας μιλούν για τη μεταφορά του Ερωτόκριτου σε κόμικ. Της Πόλυς Κρημνιώτη για την avgi.gr: Τα 'μαθες Αρετούσα μου; Ο "Ερωτόκριτος" έγινε κόμικς. Δύο συγγραφείς, ο Δημοσθένης Παπαμάρκος και ο Γιάννης Ράγκος, και ένας κομίστας, ο Γιώργος Γούσης ανέλαβαν να μεταφέρουν το εμβληματικό έργο του Βιτσέντζου Κορνάρου στην εποχή μας. Δύσκολο το εγχείρημα, αλλά "το διασκεδάσαμε" ομολογούν και οι τρεις. Πόσο μάλλον όταν βλέπουν την ανταπόκριση που έχει το graphic novel τους στους νέους αναγνώστες και τις επανεκδόσεις του να διαδέχονται η μία την άλλη (εκδ. Polaris). "Τα νέα παιδιά διαβάζοντας το κόμικς έμαθαν τον 'Ερωτόκριτο', γνώρισαν τον μύθο, τα πρόσωπα και την πλοκή της ιστορίας του Κορνάρου" λέει ο Γ. Γούσης. "Για πολλούς συνομηλίκους μου, ίσως και μεγαλύτερους, ο 'Ερωτόκριτος' ήταν ένας 'Ρωμαίος και Ιουλιέτα' α λα ελληνικά" προσθέτει ο Δημοσθένης Παπαμάρκος. Και οι τρεις πάντως αναγνωρίζουν στο κείμενο του Κορνάρου "ένα μοντέρνο έργο" που τους έδωσε την αφορμή να δημιουργήσουν τη δική τους εκδοχή. "Τα βασικά θέματα του Κορνάρου είναι ο έρωτας, οι ταξικές διαφορές, η ετερότητα, ο ρόλος της γυναίκας - η Αρετούσα εμφανίζει πρώιμα, αλλά σαφή στοιχεία ισότιμης θέσης απέναντι στον άντρα, στην εξουσία και την κοινωνία" επισημαίνει ο Γιάννης Ράγκος, δείχνοντας πόσο επίκαιρο παραμένει σήμερα αυτό το έργο της κρητικής Αναγέννησης. Οι τρεις τους αναλαμβάνουν να μας ξεναγήσουν στον κόσμο της Αρετούσας και του Ερωτόκριτου και το ταξίδι τους από την Αθήνα των παλιών χρόνων στη σημερινή εποχή, όπου το κόμικς αναζητά τη δική του θέση ως πρωτογενής δημιουργική διαδικασία. * Γιατί επιλέξατε τον "Ερωτόκριτο"; Γιώργος Γούσης: Το πρώτο βασικό κριτήριο ήταν να μπορεί να μεταφερθεί στη μορφή των κόμικς. Για να γίνει αυτό, έπρεπε να έχει σκηνές με δράση, να μην είναι λογοτεχνία εσωτερικής δράσης, μονολόγων. Οπότε μ' αυτά τα κριτήρια αρχίσαμε να αποκλείουμε Βιζυηνό, Παπαδιαμάντη και ο Παπαμάρκος έριξε την ιδέα του "Ερωτόκριτου". Δημοσθένης Παπαμάρκος: Είναι πολύ αγαπημένο μου έργο και το πρότεινα γιατί θεώρησα ότι έχει τα στοιχεία που βοηθούν να μεταφερθεί στη γλώσσα των κόμικς. Επίσης, επειδή ο "Ερωτόκριτος" είναι ένας λογοτεχνικός κόσμος τον οποίο θα ήθελα να γνωρίσω και να εξερευνήσω πιο εντατικά και πιο συστηματικά. Έκανα την πρόταση με μεγάλη επιφύλαξη, επειδή θεώρησα μπορεί να με παρέσυρε το προσωπικό μου γούστο, με το οποίο ενδεχομένως να μην ταυτιζόταν η ομάδα. * Ενστάσεις δεν υπήρξαν για το εγχείρημα; Γ. Γούσης: Η ένστασή μου ουσιαστικά βασιζόταν στην άγνοια. Εξαφανίστηκε όταν συνειδητοποίησα δύο πράγματα: αφενός ότι ο "Ερωτοκριτος" εντάσσεται στο φανταστικό και άχρονο, επιπλέον, παρ' ότι ανήκει στο φανταστικό και υπονοεί τις επιρροές του ταυτόχρονα, δεν τις περιγράφει διεξοδικά. Δεν περιγράφει ρούχα, πρόσωπα, κτήρια, όπλα, επομένως μου έδινε τη δυνατότητα να επινοήσω ένα σύμπαν, έναν κόσμο που θα διαδραματίζεται ο "Ερωτόκριτος" προσπαθώντας να μείνω πιστός στο όραμα του Κορνάρου όπως εγώ το κατανοώ. Θεωρήσαμε ότι θα είχε ενδιαφέρον να δούμε επίσης τη μεσογειακή εκδοχή ενός ιπποτικού μυθιστορήματος. Ο Κορνάρος μας πρόσφερε αυτή τη δυνατότητα. Η γλώσσα του μας έδειχνε τις επιρροές του, επομένως μας καθοδήγησε στην οπτικοποίησή του. Όπως δηλαδή η γλώσσα του Κορνάρου παντρεύει την αρχαιοελληνική και βυζαντινή γλώσσα και το σύγχρονό του βενετοκρητικό ιδίωμα, έτσι και το σχέδιό μου αντλεί από τις εικαστικές αναφορές των αντίστοιχων περιόδων. Ταυτοχρόνως, εντάσσω στο σχέδιό μου και αρχιτεκτονικά στοιχεία από αρχιτεκτονικά σχέδια δημοσίων κτηρίων του 19ου αιώνα, που όμως δεν υλοποιήθηκαν ποτέ, τονίζοντας μ' αυτό τον τρόπο τον μη χρόνο και τον μη τόπο. * Πώς διαχειριστήκατε το θέμα της γλώσσας; Γιάννης Ράγκος: Είναι σαφές ότι στον "Ερωτόκριτο" η γλώσσα του Κορνάρου είναι καθοριστική και είναι κυρίως αυτή που καθιστά το έργο κλασικό, ένα από τα αριστουργήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας και ένα από τα πιο αξιόλογα δείγματα του ιπποτικού μυθιστορήματος. Όμως θεωρήσαμε ότι στα διαλογικά μέρη ο δεκαπεντασύλλαβος σε συνδυασμό με την κρητική ιδιόλεκτο του Κορνάρου δεν θα λειτουργούσε στη φόρμα του κόμικ. Επομένως, κάναμε μια κεντρική επιλογή. Στα διαλογικά μέρη χρησιμοποιήσαμε νεοελληνικό πεζό λόγο χωρίς νεολογισμούς ή εκφράσεις του συρμού, αλλά με απόλυτο σεβασμό στο αυθεντικό κείμενο, ενώ στα αφηγηματικά μέρη, δηλαδή στις λεζάντες, αφήσαμε το αυθεντικό κείμενο ως έχει. Στόχος μας άλλωστε ήταν ο λόγος μας να είναι εύκολα προσβάσιμος σε ένα νεανικό κοινό και ταυτόχρονα να δημιουργήσουμε για τον αναγνώστη ένα σημείο επαφής με το πρωτότυπο έργο. Δ. Παπαμάρκος: Η επιλογή των στίχων στα αφηγηματικά μέρη είχε αρκετές δυσκολίες. Έπρεπε να βρούμε τον καταλληλότερο και πιο εύληπτο δίστιχο για τη σκηνή που θέλαμε να περιγράψουμε, το οποίο σε αρκετές περιπτώσεις δεν υπήρξε αυτούσιο. Έτσι, έπρεπε να συνθέσουμε ένα δίστιχο παίρνοντας στίχους από διαφορετικά σημεία του κειμένου. * Ποια γεύση τελικά σας άφησε η αναμέτρηση μ' αυτό το κλασικό κείμενο; Δ. Παπαμάρκος: Ένα κλασσικό κείμενο δεν παλιώνει ποτέ, μολονότι είναι παλιό. Αντίθετα, αυτό που το κάνει κλασικό είναι ότι μπορεί να συγκινεί διαχρονικά και να συνομιλεί και με άλλες τέχνες. Ο "Ερωτόκριτος" είναι από μόνος του ένα μοντέρνο έργο. Εμείς απλά είδαμε ότι μπορεί να γίνει και ένα μοντέρνο graphic novel με την ανάδειξη ακριβώς εκείνων των στοιχείων που το κάνουν επίκαιρο σε κάθε συγχρονία. Γ. Ράγκος: Τα βασικά θέματα, άλλωστε, του Κορνάρου είναι ο έρωτας, οι ταξικές διαφορές, η ετερότητα, ο ρόλος της γυναίκας- η Αρετούσα εμφανίζει πρώιμα, αλλά σαφή στοιχεία ισότιμης θέσης απέναντι στον άντρα, στην εξουσία και την κοινωνία. Γ. Γούσης: Αυτό το στοιχείο προσπάθησα να εντάξω και στο εξώφυλλο, όπου ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα μπλέκουν τα χέρια τους και τα βλέματά τους κρατώντας ισότιμα το ξίφος του έρωτα και της εξουσίας. * Πώς αντιμετωπίζουν τον "Ερωτόκριτο" οι νέοι σήμερα; Γ. Γούσης: Μου έκανε εντύπωση ότι νέα παιδιά, διαβάζοντας το κόμικς έμαθαν τον "Ερωτόκριτο", γνώρισαν τον μύθο, τα πρόσωπα και την πλοκή της ιστορίας του Κορνάρου, ενώ η δική μου γενιά το αγνοούσε. Μάλιστα, πολλοί εκπαιδευτικοί που έχουμε συναντήσει κατά καιρούς μάς έχουν πει ότι τους δώσαμε ένα χρήσιμο εργαλείο διδασκαλίας. Δ. Παπαμάρκος: Αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο "Ερωτόκριτος" σε μας που μεγαλώσαμε στη δεκαετία του '90, έφτασε μέσα από τις μελοποιήσεις του, οι οποίες επικεντρώνονταν στο ερωτικό κομμάτι. Έτσι, για πολλούς συνομηλίκους μου, ίσως και μεγαλύτερους, ο "Ερωτόκριτος" ήταν ένας "Ρωμαίος και Ιουλιέτα" α λα ελληνικά, χωρίς να γνωρίζουν ούτε ότι διαδραματίζεται στην Αθήνα ούτε αν έχει ευτυχές ή μη τέλος. * Και το στοίχημα ποιο είναι στο εξής; Δ. Παπαμάρκος: Το γεγονός ότι ο "Ερωτόκριτος" είναι το πρώτο ιπποτικό μυθιστόρημα που διασκευάζεται σε graphic novel. Θα είχε ενδιαφέρον να δούμε αν μπορεί να προσελκύσει και το διεθνές κοινό, που είναι εν μέρει εξοικειωμένο και με το κόμικς και με την παράδοση της ιπποτικής μυθιστορίας, αλλά όχι στην ελληνική της εκδοχή. Ένα μικρό τεστ θα είναι η αγγλική έκδοση του "Ερωτόκριτου" από τις εκδόσεις Polaris, που θα κυκλοφορήσει περίπου σε έναν μήνα για τους ξενόγλωσσους επισκέπτες της χώρας. Γ. Γούσης: Το μεγάλο στοίχημα όμως είναι να δούμε την αντίδραση των αναγνωστών σε ένα κόμικς που δεν θα βασίζεται σε ένα γνωστό έργο της λογοτεχνίας, αλλά σε μια πρωτότυπη δικιά μας μυθοπλασία, με ελληνικό περιεχόμενο. Γ. Ράγκος: Με τον Γιώργο το επιχειρούμε ήδη, αφού μετά τον "Ερωτόκριτο" δουλεύουμε πάνω σε μια δική μας ιστορίας που εμπνέεται από τα τελευταία χρόνια της ληστοκρατίας στην Ελλάδα. * Το κόμικς έχει πάρει τη θέση του ως ένα πρωτογενές έργο τέχνης στη χώρα μας; Γ. Γούσης: Το graphic novel για την Ελλάδα είναι ο πιο φρέσκος τρόπος αφήγησης ιστοριών. Ακόμα βρίσκεται στα σπάργανα σε σχέση με ό,τι γίνεται στο εξωτερικό αλλά και με τις ελληνικές αφηγηματικές τέχνες. Δυστυχώς, το κοινό και η κριτική δεν έχουν ακόμα από το κόμικς τις ίδιες αξιώσεις ποιότητας που έχουν για άλλες τέχνες. Γι' αυτόν τον λόγο το έχουν κατατάξει σε μια κατηγορία υποκουλτούρας και δεν έχει συγκροτήσει τα απαραίτητα εργαλεία για την κριτική και την ερμηνεία του.
  22. Ο Ερωτόκριτος σε κόμικ Οι δημιουργοί του «ελληνικού Game of Thrones» εξηγούν πώς ένα κείμενο του 17ου αιώνα μπορεί να μετατραπεί σε ποπ ανάγνωσμα. Του Δημήτρη Θεοδωρόπουλου, για το Βήμαgazino: «Ξέχνα τον! Είστε από διαφορετικούς κόσμους. Αυτή η σχέση είναι αδύνατο να προχωρήσει. Ερωτας είναι, θα σου περάσει. Δεν είσαι δα και η πρώτη που ερωτεύτηκε!». «Νομίζεις ότι το διάλεξα να πονάω γι' αυτόν; Ο έρωτας περνάει μόνο αν τον ζήσεις!». Αυτός ο διάλογος της ερωτευμένης Αρετούσας με την επιφυλακτική παραμάνα της, από το graphic novel «Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου» των Γιώργου Γούση, Δημοσθένη Παπαμάρκου και Γιάννη Ράγκου (εκδ. Polaris), θα μπορούσε να εμφανίζεται σε ένα σύγχρονο ερωτικό μυθιστόρημα. Οι σκηνές της επικής μάχης των Αθηναίων με τους Βλάχους, οι εντάσεις, οι μονομαχίες, το σασπένς, το σπλάτερ θα μπορούσαν να εμφανίζονται σε μια ελληνική προσαρμογή του «Game of Thrones». Ο λόγος που διαπνέει όλο το κόμικ είναι νεοελληνικός, πεζός, ενώ παρεμβάλλονται αυτούσια αποσπάσματα από τον αυθεντικό «Ερωτόκριτο», σαν λεζάντες. Τα χρώματα της αρχαίας Αθήνας είναι ατμοσφαιρικά, παραμυθένια, μεσογειακά. Η σύνθεση των στοιχείων από την έμμετρη μυθιστορία του «Ερωτόκριτου» του Βιτσέντζου Κορνάρου, μια ιστορία που συνήθως διδασκόμασταν επιφανειακά στο μάθημα των Νέων Ελληνικών, είναι εντυπωσιακή. Οι δημιουργοί του κόμικ που κυκλοφόρησε πρόσφατα, ο βραβευμένος διηγηματογράφος Δημοσθένης Παπαμάρκος και ένας από τους πιο ταλαντούχους κομίστες της Ελλάδας, ο Γιώργος Γούσης, εξηγούν το σκεπτικό πίσω από αυτό το τόσο ενδιαφέρον μεσογειακό fantasy. Ο Παπαμάρκος, συγγραφέας του βραβευμένου «Γκιακ», μιλάει για την προσαρμογή των διαλόγων: «Στους διαλόγους, στα μπαλονάκια δηλαδή, χρησιμοποιήσαμε νεοελληνικό πεζό λόγο χωρίς νεολογισμούς. Φυσικά, το περιεχόμενο των διαλόγων ορίστηκε από το πρωτότυπο κείμενο του Κορνάρου. Με άλλα λόγια, κρατήσαμε το νόημα, απλώς κάναμε το έμμετρο πεζό. Στα αφηγηματικά μέρη, στις λεζάντες, πήραμε αυτούσια αποσπάσματα από τον αυθεντικό "Ερωτόκριτο", και συγκεκριμένα από τα μέρη όπου μιλάει ο ποιητής, και τα ταιριάξαμε με τις αντίστοιχες εικόνες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χρειάστηκε να επέμβω και να συνθέσω τα δίστιχα που χρησιμοποιήθηκαν "μοντάροντας" στίχους που δεν βρίσκονταν πλάι πλάι στο αρχικό κείμενο». Πόσο εύκολο είναι να μετατρέψεις ένα κλασικό κείμενο του 17ου αιώνα σε σύγχρονο κόμικ; Ο Γιώργος Γούσης εξηγεί: «Ο Ερωτόκριτος είναι ένα έργο που δεν ανήκει μόνο στην ελληνική λογοτεχνική παράδοση, αλλά και σε αυτή της Αναγέννησης. Ως τέτοιο, αντλεί στοιχεία από διαφορετικές εποχές και πολιτιστικές παραδόσεις (π.χ. της κλασικής αρχαιότητας, του Βυζαντίου, της δυτικής Αναγέννησης κ.τ.λ.), τις οποίες, ωστόσο, μάλλον υπαινίσσεται γλωσσικά, παρά περιγράφει με ακρίβεια. Αυτό το χαρακτηριστικό είναι που το κάνει ιδιαίτερα πρόσφορο για μεταφορά σε κόμικ, αφού επιτρέπει μια ελευθερία όσον αφορά την ανάπλαση ενός νέου φανταστικού κόσμου με πλήθος στοιχείων από διάφορους υπαρκτούς πολιτισμούς. Θεώρησα πως για μένα αυτό ήταν μια πρόκληση με την οποία ήθελα να αναμετρηθώ. Αντλήσαμε στοιχεία από τη ζωγραφική, την αρχιτεκτονική, τον ρουχισμό αλλά και τον οπλισμό όλων τον διαφορετικών πολιτιστικών παραδόσεων που συνδυάζει το πρωτότυπο έργο και μετά προσπάθησα να τα συνθέσω έτσι ώστε να φαίνονται οργανικά. Η δυσκολία ήταν ότι το κολάζ που ήθελα να φτιάξω έπρεπε στο τέλος να μην ξενίζει, να μην εντυπωσιάζει μόνο τον αναγνώστη, αλλά κυρίως να τον πείθει». Το έργο καταπιάνεται ακροθιγώς με σύγχρονα και διαχρονικά ζητήματα, όπως ο φεμινισμός, η δύναμη του έρωτα, το χάσμα των ταξικών διαφορών, ο σύγχρονος (αλλά όχι αργκό) λόγος δύο νέων ανθρώπων μέσα από τις δυστοπίες της κάθε εποχής. Και όλα αυτά με μια ποπ ανάγνωση της αρχαίας Ελλάδας. Είναι μια εντυπωσιακή δουλειά, όπως όλες όσες γίνονται με τόσο μεράκι. * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 5 Ιουνίου 2016
  23. Tου κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνου και του τροχού που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνου, και του καιρού τ’ αλλάματα που αναπαημό δεν έχου, μα στο καλό κ’ εις το κακό περιπατούν και τρέχου και των αρμάτω οι ταραχές, έχθρητες και τα βάρη, του Eρωτα η εμπόρεση και της φιλιάς η χάρη, αυτάνα μ’ εκινήσασι τη σήμερον ημέρα ν’ αναθιβάλω και να πω τα κάμαν και τα φέρα σ’ μια κόρη κ’ έναν άγουρο που μπερδευτήκα ομάδι σε μια φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι. Kι όποιος του πόθου εδούλεψε εισέ καιρό κιανένα ας έρθη για ν’ αφουκραστή ό,τι ,ναι εδώ γραμμένα. Aφουκραστήτε το λοιπό... Το έμμετρο ερωτικό μυθιστόρημα του Βιτσέντζου Κορνάρου αποτέλεσε για αιώνες το δημοφιλέστερο ανάγνωσμα του ελληνισμού. Kαι παρόλο που επικρίθηκε ως ευτελές λαϊκό δημιούργημα («εξάμβλωμα» το χαρακτηρίζει ο Kοραής και «μυθιστόρημα για τις υπηρέτριες» ο Mιστριώτης), επηρέασε όσο κανένα άλλο κείμενο τη νεοελληνική ποίηση από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη. Σήμερα θεωρείται ως ένα από τα αριστουργήματα της Αναγέννησης σε πανευρωπαϊκή κλίμακα. Αυτό το ιπποτικό έπος του Κορνάρου κυκλοφορεί τώρα για πρώτη φορά σε graphic novel, χάρη στην πρωτότυπη ιδέα τριών δημιουργών. Ο Γιώργος Γούσης (σχέδιο) και οι Δημοσθένης Παπαμάρκος και Γιάννης Ράγκος (σενάριο) μετέτρεψαν την κλασική έμμετρη μυθιστορία των αρχών του 17ου αιώνα σε ένα ελληνικό fantasy, στο οποίο συνυπάρχουν ανεκπλήρωτοι έρωτες και ισχυροί δεσμοί φιλίας, πολιτικές συμμαχίες και βίαιες μάχες, κώδικες τιμής και φεμινιστικά «μοτίβα», με το στοιχείο της μαγείας να διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο. Ο Γ. Γούσης επιλέγει κινηματογραφικά πλάνα και μαζί με τον Παναγιώτη Πανταζή (συνεργάστηκε στο χρώμα) επιλέγουν ποπ χρώματα δημιουργώντας σύγχρονες και ταυτόχρονα παραμυθένιες εικόνες. Παράλληλα, καθώς η ιστορία του Ερωτόκριτου -αν και τυπικά εξελίσσεται στην αρχαία Αθήνα- χρησιμοποιεί στοιχεία από ποικίλες ιστορικές εποχές και διαφορετικούς πολιτισμούς (κλασική αρχαιότητα, Βυζάντιο, Αναγέννηση, Ενετοκρατία κ.α.), η εικονογράφηση συνθέτει έναν κόσμο που δεν ανταποκρίνεται σε καμία συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα, αλλά αντλεί από στοιχεία της ελληνικής τέχνης όλων των περιόδων, με τον ίδιο τρόπο που η γλώσσα του Κορνάρου αντλεί από την ελληνική γλωσσική παράδοση. Στους διαλόγους υιοθετείται ένας λιτός και στρωτός νεοελληνικός λόγος, με απόλυτο σεβασμό στο πρωτότυπο κείμενο του Κορνάρου. Στην αφήγηση περιλαμβάνονται αυθεντικά αποσπάσματα (δεκαπεντασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι στην κρητική διάλεκτο) με ελάχιστες προσαρμογές, ως μια σκόπιμη «σύνδεση» με το γλωσσικό ιδίωμα του εμβληματικού αυτού έργου. Παρακάτω μπορείτε να πάρετε μια ιδέα του έργου μέσα από τις πρώτες, εντυπωσιακές σελίδες του βιβλίου. Και το σχετικό link...
  24. Ερωτόκριτος: Το ερωτικό έπος του Β. Κορνάρου στον κόσμο των κόμικς Ο «Ερωτόκριτος», το ιπποτικό έπος του Βιτσέντζου Κορνάρου, που θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της Αναγέννησης σε πανευρωπαϊκή κλίμακα, κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε graphic novel, από τις εκδόσεις Polaris. Το έμμετρο ερωτικό μυθιστόρημα αποτέλεσε για αιώνες το δημοφιλέστερο ανάγνωσμα του ελληνισμού. Παρόλο που επικρίθηκε ως ευτελές λαϊκό δημιούργημα («εξάμβλωμα» το χαρακτηρίζει ο Kοραής και «μυθιστόρημα για τις υπηρέτριες» ο Mιστριώτης), επηρέασε όσο κανένα άλλο κείμενο τη νεοελληνική ποίηση, από τον Σολωμό έως τον Σεφέρη. Οι Δημοσθένης Παπαμάρκος και Γιάννης Ράγκος (σενάριο) και ο Γιώργος Γούσης (σχέδιο) μετέτρεψαν την κλασική αυτή έμμετρη μυθιστορία των αρχών του 17ου αιώνα σε ένα ελληνικό fantasy, στο οποίο συνυπάρχουν ανεκπλήρωτοι έρωτες και ισχυροί δεσμοί φιλίας, πολιτικές συμμαχίες και βίαιες μάχες, κώδικες τιμής και φεμινιστικά «μοτίβα», με το στοιχείο της μαγείας να διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο. Σύγχρονες και, ταυτόχρονα, παραμυθένιες εικόνες Ο Γιώργος Γούσης επέλεξε κινηματογραφικά πλάνα και, μαζί με τον Παναγιώτη Πανταζή (συνεργάστηκε στο χρώμα), διάλεξαν ποπ χρώματα, δημιουργώντας σύγχρονες και, ταυτόχρονα, παραμυθένιες εικόνες. Παράλληλα, καθώς η ιστορία του «Eρωτόκριτου» - αν και, τυπικά, εξελίσσεται στην αρχαία Αθήνα - χρησιμοποιεί στοιχεία από ποικίλες ιστορικές εποχές και διαφορετικούς πολιτισμούς (κλασική αρχαιότητα, Βυζάντιο, Αναγέννηση, Ενετοκρατία κ.ά.), η εικονογράφηση συνθέτει έναν κόσμο, που δεν ανταποκρίνεται σε καμία συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα, αλλά αντλεί από στοιχεία της ελληνικής τέχνης όλων των περιόδων, με τον ίδιο τρόπο που η γλώσσα του Κορνάρου αντλεί από όλη την ελληνική γλωσσική παράδοση. Στους διαλόγους, υιοθετείται ένας λιτός και στρωτός νεοελληνικός λόγος, με απόλυτο σεβασμό στο πρωτότυπο κείμενο του Κορνάρου. Στην αφήγηση, περιλαμβάνονται αυθεντικά αποσπάσματα (δεκαπεντασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι στην κρητική διάλεκτο) με ελάχιστες προσαρμογές, ως μια σκόπιμη «σύνδεση» με το γλωσσικό ιδίωμα του εμβληματικού αυτού έργου. Κεντρικό θέμα ο έρωτας Ο «Ερωτόκριτος», που συντέθηκε από τον Βιτσέντζο Κορνάρο, στην Κρήτη, τον 17ο αιώνα, αποτελείται από 10.012 ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους στην κρητική διάλεκτο, των οποίων οι τελευταίοι δώδεκα αναφέρονται στον ίδιο τον ποιητή. Κεντρικό θέμα του είναι ο έρωτας ανάμεσα σε δύο νέους, τον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα, και, γύρω από αυτό, περιστρέφονται και άλλα θέματα, όπως η τιμή, η φιλία, η γενναιότητα και το κουράγιο. Μαζί με την «Ερωφίλη» του Γεωργίου Χορτάτση είναι τα σημαντικότερα έργα της κρητικής λογοτεχνίας. Ο «Ερωτόκριτος» πέρασε στη λαϊκή παράδοση και παραμένει δημοφιλές κλασικό έργο, χάρη και στη μελοποίησή του από τον Χριστόδουλο Χάλαρη και την ερμηνεία του από τον Νίκο Ξυλούρη. naftemporiki.gr
  25. Ο «Ερωτόκριτος» στον κόσμο του κόμικς ΣΠΥΡΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ Ο τρόπος που έχουν απεικονιστεί οι φιγούρες, φέρνει στον νου μορφές από αρχαία ελληνικά αγγεία. Οι λεπτομερείς ιπποτικές στολές εντυπωσιάζουν. Η σκηνοθεσία δείχνει μελέτη σε βάθος. Οι σκηνές τρέχουν, υπάρχει ένταση και αγωνία. Κάποια καρέ, ειδικά αυτά με τις μάχες, είναι άξια θαυμασμού, ζωντανά, γεμάτα δυναμισμό. Και η ίδια η ιστορία, από τις καντάδες του Ερωτόκριτου με το λαγούτο στο παραθύρι της Αρετούσας μέχρι το τελικό σμίξιμο των δύο τραγικών ηρώων, ξεδιπλώνεται με ρυθμό. Οι Γιώργος Γούσης, Δημοσθένης Παπαμάρκος και Γιάννης Ράγκος διασκεύασαν σε graphic novel τον «Ερωτόκριτο» του Βιτσέντζου Κορνάρου, και οι έμμετροι και ομοιοκατάληκτοι στίχοι του εμβληματικού έπους του 17ου αιώνα απεικονίζονται σε καρέ και συνοδεύουν αυτά. Αλλοτε αυτούσιοι και άλλοτε μεταφερμένοι στη δημοτική. Πρώτο καρέ, νύχτα στην Ακρόπολη και γύρω από αυτήν. Σκούρο μπλε ο ουρανός, κάποια άστρα. Αναμμένες φλόγες στολίζουν με πορτοκαλιές σκιές τα οικοδομήματα της αρχαίας Αθήνας. Ο ποιητής γράφει: «Στους περαζόμενους καιρούς που οι Ελληνες ορίζα/ και που δεν είχε η πίστη τους θεμέλιο μηδέ ρίζα/ εις την Αθήνα που ήτανε της μάθησης η βρώσις/ και το θρονί της αφεντιάς κι ο ποταμός της γνώσης/ τότ’ ένας νέος φρόνιμος που ’χε καιρού θεμέλιο/ του Ερωτα εγίνηκε παιχνίδι του και γέλιο», ακολουθούν και άλλες λίγες λεζάντες παρμένες από το πρωτότυπο. Ο δεκαπεντασύλλαβος στίχος του Κορνάρου υπάρχει διακριτικά· στις αρχές των κεφαλαίων ή των σκηνών, για να θυμίζει τη γλώσσα στην οποία γράφτηκε το μεγάλο έπος. Οταν όμως πηγαίνουμε στους διαλόγους, ο λόγος γίνεται σύγχρονος. Από τις ατελείωτες στροφές των διαλόγων του πρωτοτύπου έχει κρατηθεί η ουσία. Και έχει έρθει στο σήμερα, με φράσεις που συμβαδίζουν με την αισθητική ενός fantasy κόμικς. Στα «μπαλονάκια» η γλώσσα είναι καθαρή, στρωτή και «ιπποτική» – νεολογισμοί και αργκό δεν χωρούν στον «Ερωτόκριτο». Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος (συγγραφέας της εξαιρετικής συλλογής διηγημάτων «Γκιακ», εκδ. Αντίποδες) και ο Γιάννης Ράγκος (δημοσιογράφος και συγγραφέας των αστυνομικών μυθιστορημάτων «Η στάση του εμβρύου» και «Μυρίζει αίμα», εκδ. Ινδικτος) είναι οι σεναριογράφοι του κόμικς, οι οποίοι ακολούθησαν πιστά το πρωτότυπο όσον αφορά την πλοκή, αφήνοντας βέβαια πολλά απ’ έξω, αλλά τηρώντας τη βασική γραμμή των γεγονότων. Ακολουθήθηκε ακόμη και ο αναχρονισμός που υπάρχει στο έργο του ποιητή. Ο Κορνάρος δεν τοποθέτησε τον Ερωτόκριτο σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αλλά σε μια αόριστη προχριστιανική Αθήνα, χωρίς δωδεκάθεο, με στοιχεία από την ιταλική Αναγέννηση, όπως τους ιπποτικούς αγώνες. Οπότε, αυτό που παρουσιάζουν στο κόμικς οι δημιουργοί –οι οποίοι δείχνει να άνοιξαν πολλά βιβλία, εγχειρίδια και ιστοσελίδες– είναι ένα χαρμάνι από αρχαία Αθήνα, μεσαιωνική, βυζαντινή, αναγεννησιακή και βενετσιάνικη. Το άχρονο και πολυπολιτισμικό σκηνικό είναι ταιριασμένο αρμονικά, χωρίς παραφωνίες, δεν ξενίζει τον αναγνώστη, ενώ προσδίδει ένα παραμυθένιο στοιχείο στο όλο περιβάλλον. Οι σεναριογράφοι πρώτη φορά καταπιάνονται με το κόμικς, όπως πρώτη φορά και ο σχεδιαστής Γιώργος Γούσης δοκιμάζεται σε κόμικς μεγάλης φόρμας (86 σελίδες), καθώς το βιογραφικό του μέχρι πρότινος μετρούσε ολιγοσέλιδες ιστορίες (κάποιες από τις οποίες συλλέγονται στον τόμο: «Ιστορίες από τις αθώες εποχές», εκδ. ΚΨΜ). Και ο Γούσης μάς εκπλήσσει ευχάριστα. Εχει χειριστεί το θέμα με ικανότητα. Γραμμές καθαρές, χαρακτήρες εκφραστικοί, καλοστημένα σκηνικά, κάποια έξυπνα «κοψίματα» της σελίδας σε καρέ κι ένας αέρας από άλλες εποχές, πολύ παλιές. Ο Γούσης καταφέρνει το σχέδιό του να ανταποκρίνεται στα σημερινά μοτίβα των κόμικς, να είναι επικό, αλλά να έχει παράλληλα κάτι το απροσδιόριστα αρχαιοελληνικό και μεσαιωνικό μαζί. Το χρώμα, που έκανε μαζί με τον Παναγιώτη Πανταζή (από τον οποίο αξίζει να αναζητήσετε το κόμικς του «Μαρμελάδα κεράσι», αυτοέκδοση), δεν ξεφεύγει και ενισχύει το σχέδιό του. Και όσον αφορά τις μαζικές μάχες και τις μονομαχίες, οι οποίες χορογραφήθηκαν βάσει αναγεννησιακών εγχειριδίων οπλομαχητικής αλλά και με επιρροές από τα manga, είναι γεμάτες δύναμη και ζωντάνια. Και οι μάχες, σε αυτό το ελληνικό fantasy graphic novel, είναι πολλές και σκληρές, προκειμένου ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα να δώσουν το πρώτο τους φιλί. ​​«Ερωτόκριτος». Σενάριο: Δημοσθένης Παπαμάρκος και Γιάννης Ράγκος. Σχέδιο: Γιώργος Γούσης. Εκδόσεις Polaris Πηγή Παρουσίαση της έκδοσης Άλλο άρθρο για το έργο. Δεύτερο άρθρο για το έργο. Τρίτο άρθρο για το έργο.
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.