Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'metal hammer'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Dr Paingiver's blog
  • Valt's blog
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • GCF about comics
  • Vet in madness
  • Θέμα ελεύθερο
  • Film
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Γερμανίκεια
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Κομικσόκοσμος
  • The Unstable Geek

Categories

  • ΚΟΜΙΚΣ
    • ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
    • ΠΟΛΥΘΕΜΑΤΙΚΑ
    • ΤΕΥΧΗ
    • ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΑΡΩΣΕΙΣ
    • ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΟΜΙΚΣ
  • ΛΟΙΠΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΥΛΗΣ
    • ΕΝΘΕΤΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ
    • ΛΑΪΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
    • ΒΙΒΛΙΑ

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 5 results

  1. Τον Απρίλιο του 1988 κυκλοφορεί το 1ο τεύχος του περιοδικού με τη νέα του ονομασία. Η νέα ιδιοκτήτρια εταιρεία Μουσικοεκδοτική έχει κλείσει συμφωνία με το δημοφιλές γερμανικό περιοδικό Metal Hammer για τη χρήση του ονόματός του και την αναδημοσίευση φωτογραφιών και άρθρων της γερμανικής έκδοσης. Σύντομα ωστόσο η αναδημοσίευση των άρθρων θα καταστεί περιττή, αφού οι συντάκτες του ελληνικού περιοδικού θα καταφέρνουν να καλύψουν την ύλη χωρίς εξωτερική βοήθεια. Άλλωστε είναι διαφορετικό να ζητάς συνέντευξη από ξένα συγκροτήματα ως το ελληνικό σκέλος του Metal Hammer και αλλιώς ως ένα παντελώς άγνωστο περιοδικό από την Ελλαδίτσα. Οι πωλήσεις του περιοδικού εκτοξεύονται για σχεδόν μια δεκαετία συμπίπτοντας με την άνθηση του metal. Κάποια στιγμή μετά το 2000, η πτώση της ποιότητας του ιδιώματος (λογική μετά από περίπου 20 χρόνια δημιουργικού οίστρου) και κατ’ επέκταση της δημοτικότητας του metal επηρέασαν τις πωλήσεις, όπως και οι διοικητικές αποφάσεις της Μουσικοεκδοτικής που εν τέλει θα οδηγήσουν στο κλείσιμο της εταιρείας στις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας. Ωστόσο το περιοδικό θα επιβιώσει βασιζόμενο στη μικρή αλλά πιστή βάση αναγνωστών του, και πλέον εκδίδεται αν δεν κάνω λάθος από τους ίδιους τους συντάκτες του. 36 χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση, το Metal Hammer & Heavy Metal είναι η μακροβιότερη μουσική έκδοση της Ελλάδας και ευελπιστεί να συνεχίσει να είναι για πολλά χρόνια ακόμα… ΥΓ. Μπορείτε να διαβάσετε εδώ ένα κατατοπιστικό άρθρο για το περιοδικό...
  2. Το Metal Hammer κυκλοφορεί στα περίπτερα της Ελλάδας για 37 συναπτά έτη. Αναζητήσαμε την ιστορία του, μιλήσαμε με τους συντελεστές και τους αναγνώστες του για να καταλάβουμε πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο. «Θα σε πείραζε να βάλουμε το ραντεβού μας δύο-τρεις εβδομάδες αργότερα, γιατί κλείνουμε τεύχος και επικρατεί ένας πανικός;». Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που μου λέει ο Κώστας Χρονόπουλος, διευθυντής σύνταξης του Metal Hammer, όταν τον κάλεσα για να κλείσουμε τη συνέντευξη που θα διαβάσετε παρακάτω. Ήταν πολύ ευγενικός αλλά στη φωνή του ακουγόταν κάτι που υποδήλωνε ότι είχε μόλις βγει από τον πόλεμο του Βιετνάμ και θα επέστρεφε σε αυτόν, αμέσως αφού θα κλείναμε το τηλέφωνο. Φυσικά και δε με πείραζε. Η συνάντησή μας θα πραγματοποιούνταν περίπου 20 μέρες μετά από εκείνο το τηλεφώνημα, στα γραφεία του Metal Hammer. Το ραντεβού μας ήταν στις 14:00, ήταν μία πολύ ζεστή καλοκαιρινή ημέρα τότε που βρέθηκα σε έναν από τους δρόμους που βρίσκονται πίσω από τα κίτρινα κτίρια της Πειραιώς. Κατά μία εντυπωσιακή σύμπτωση, κοντά στα γραφεία της Νέας Δημοκρατίας. Ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια είδα μπροστά μου ένα αρκετά μεγάλο και ήσυχο χώρο που σίγουρα θύμιζε πλήρως επαγγελματικό newsroom. Όταν άρχισα να προσαρμόζομαι στο περιβάλλον κατάλαβα ότι κάπου από το βάθος ακουγόταν ένα κομμάτι των Iron Maiden. Πράγματι, ήμουν στα γραφεία του Metal Hammer, του μάλλον παλαιότερου έντυπου περιοδικού που κυκλοφορεί στα περίπτερα της χώρας εδώ και 37 χρόνια. Οι πρώτες μέρες Η ιστορία του περιοδικού ξεκινάει τον (πολύ) μακρινό Δεκέμβριο του 1984 ως εφαρμογή μίας – όχι ακριβώς τρελής – ιδέας του Γιάννη Κουτουβού. Άνθρωπος με πολύ μεγάλη εμπειρία στον χώρο της δισκογραφίας, ο Γιάννης Κουτουβός κατάλαβε από πολύ νωρίς ότι κάποια ονόματα της heavy metal σκηνής είχαν απήχηση σε ένα σημαντικό μέρος του ελληνικού κοινού, ακόμα και αν η απήχηση αυτή δεν μπορούσε να εντοπιστεί εύκολα από τα ραντάρ της τότε μουσικής βιομηχανίας. Πήρε λοιπόν την πρωτοβουλία να πάει σε έναν εκδότη ο οποίος μάλιστα εκείνη την εποχή έβγαζε περιοδικά soft πορνό περιεχομένου. Του πρότεινε να φτιάξει ένα νέο περιοδικό με αντικείμενο το heavy metal. Ο εκδότης αρχικά ήταν πολύ επιφυλακτικός γιατί δε γνώριζε καθόλου τι είναι το heavy metal, επομένως φοβόταν πολύ να προχωρήσει σε μία τέτοια επιχειρηματική κίνηση. Τελικά πείστηκε από τον Γιάννη Κουτουβό να το ξεκινήσει – έστω και πειραματικά. Το πρώτο τεύχος πήγε πάρα πολύ καλά και αποφάσισαν να βγάλουν και ένα δεύτερο το οποίο πήγε ακόμα καλύτερα. Το Heavy Metal, όπως ονομαζόταν τότε, άρχιζε να γράφει την ιστορία του. Στην αρχή επρόκειτο για ένα περιοδικό γεμάτο αντιγραφές, άκομψα μονταρισμένες εικόνες και με μία ύλη που φαινόταν σαν να προσπαθεί να τη γράψει ένας μόνο άνθρωπος. Με την πάροδο του χρόνου και με τη ζήτηση να παραμένει όχι μόνο ζωντανή αλλά τελικά και να αυξάνεται, προσλαμβάνονται και άλλοι άνθρωποι και η δουλειά μοιράζεται. Σύντομα το Heavy Metal θα έπαιρνε τη μορφή κανονικού περιοδικού. Το 1991 το Metal Hammer & Heavy Metal, έχοντας όλα τα χαρακτηριστικά ενός επαγγελματικού περιοδικού, αυτονομείται πλήρως. Βασίζεται πια στους ανθρώπους του, στην ύλη που επέλεγε το ίδιο να έχει ανάλογα με τη ζήτηση και τις ανάγκες του κοινού του. Έκτοτε ακολουθεί αυτό το μοντέλο: Είναι ανεξάρτητο και αυτοχρηματοδοτούμενο. Συνεχίζει δε να μεγαλώνει γενιές και γενιές μεταλάδων στη χώρα μας. Ιδίως από το 1986, το περιοδικό άρχισε να έχει συνεντεύξεις, αφιερώματα, παρουσιάσεις δίσκων. Τον Μάρτιο του 1988 έγινε η συγχώνευση με το Metal Hammer, ένα πολύ σημαντικό για τη σκηνή γερμανικό περιοδικό. Αυτή η συγχώνευση έφερε μία νέα φάση ανάπτυξης. Φωτογραφίες έρχονταν από μεγάλα πρακτορεία του εξωτερικού, μεγάλα ονόματα της heavy metal σκηνής εμφανίζονταν στα πρωτοσέλιδά του, ενώ συνεντεύξεις και αφιερώματα μεταφράζονταν στα ελληνικά. Στον χώρο των γραφείων του Metal Hammer βρήκαμε ένα αρχείο με σειρά από παλιά τεύχη. Κάποια από αυτά, στην πολύ αρχή του Metal Hammer, σε λίγα πράγματα θύμιζαν κανονικό περιοδικό. Η στέγη μίας κοινότητας Στις 20 Ιουλίου του 2018, για όποιον κινούνταν περιμετρικά της Αθήνας, υπήρχε η εικόνα της μετακίνησης μιας ολόκληρης πόλης προς τη Μαλακάσα. Αφορμή ήταν η συναυλία των Iron Maiden που μάζεψε δεκάδες χιλιάδες κόσμου και έδιωξε μακριά και πολύ εμφατικά κάθε προφητεία περί δήθεν θανάτου του metal. Είμαι σίγουρος ότι πολλοί (αν όχι οι περισσότεροι) από τους χιλιάδες που βρέθηκαν εκείνη τη μέρα στο Terra Vibe έχουν αγοράσει τουλάχιστον ένα τεύχος του Metal Hammer. To περιοδικό αυτό ούτως ή άλλως ανέκαθεν αποτελούσε μία έντυπη έκφανση και τελικά έκφραση της metal κοινότητας. Ίσως και ένας τρόπος μύησης σε αυτήν (και όχι μόνο) από την εφηβική ηλικία. «Τις προάλλες είδα επιτέλους τον Βασιλιά, μία θρυλική ταινία που ήθελα να δω από τη μέρα που έμαθα την ύπαρξή της από το Metal Hammer πριν από 15 χρόνια», μου λέει ο ιστορικός Χρήστος Τριανταφύλλου. Ο ίδιος υπήρξε στην εφηβεία του φανατικός αναγνώστης του περιοδικού. Η συμβολή του περιοδικού υπήρξε σημαντική για τη γενικότερη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τόσο του ίδιου όσο και ενός σημαντικού μέρους της γενιάς του. «Αυτό είναι το βασικό που έκανε για τη γενιά μου το περιοδικό: Συνέβαλε στη διαμόρφωση του γούστου μας εντός και εκτός metal με έναν τρόπο τόσο βαθύ που μπορεί να συμβεί μόνο στην κατεξοχήν διαμόρφωση του εαυτού – την εφηβεία. Και αν θεωρείται κουλ σε κάποιους πιο προχωρημένους metal κύκλους να κράζεις το Metal Hammer για υπαρκτά ή μη ψεγάδια του, κι αυτό μπορώ να το καταλάβω ως μία συμβολική πατροκτονία απαραίτητη για να πας παραπέρα». Η ίδια η κουλτούρα και η ταυτότητα του να είσαι μεταλάς περνά μέσα από τις γραμμές και την ιστορία του περιοδικού. «Χρήσιμο να υπάρχει αυτή η επίγνωση, αλλά χρήσιμο και το να μη ξεχνάμε ότι ένα από τα πιο απολαυστικά στοιχεία της κουλτούρας του metal είναι να αγκαλιάζουμε τον εφηβικό ενθουσιασμό και το να συνδεόμαστε με κάτι μεγαλύτερο». Λίγο νεότερος αλλά όχι στην Αθήνα, ο Γιώργος Στέφας βρήκε στο περιοδικό το σημείο επαφής με τη μουσική αλλά και με την υπόλοιπη κοινότητα. «Το Metal Hammer στη Θήβα ήταν η μοναδική μου επαφή με την υπόλοιπη heavy metal κοινότητα στην Ελλάδα. Επειδή δεν ήμασταν και πολλοί ακροατές μαζεμένοι για να δημιουργηθεί μία κλίκα, το Hammer ήταν σαν το υποκατάστατο του μεγαλύτερου ηλικιακά που θα έπαιζε τον ρόλο του μουσικού ινστρούχτορα», επισημαίνει ο 26χρονος πια τελειόφοιτος του ΕΜΠ. «Το metal στη Θήβα έμοιαζε κάτι το εξωτικό, ιδιαίτερα καθώς μεγαλώνεις με τη μουσική και την ανακαλύπτεις. Και με την καθοδήγηση και τις ταξινομήσεις που προσέφερε ήταν τρομερά βοηθητικό και ενθαρρυντικό για έναν νέο ακροατή – πόσο μάλλον για κάποιον που μεγαλώνει στην επαρχία». Τα πρώτα χρόνια κυκλοφορίας του το περιοδικό ονομαζόταν Heavy Metal. Το 1988 συγχωνεύτηκε με το γερμανικό Metal Hammer και έκτοτε κυκλοφορεί με το όνομα Metal Hammer & Heavy Metal. Το κοινό είναι ένα και πολύ βασικό στοιχείο για κάθε μουσική κοινότητα. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο ρόλος του Metal Hammer είναι μεταξύ πολλών άλλων αυτός της κοινής στέγης για την κοινότητα. Όχι μόνο για το κοινό της αλλά και για τις μπάντες της. «Metal Hammer, το μοναδικό ίσως ελληνικό έντυπο που κατάφερε να αντέξει μέσα στον χρόνο ακόμη και στην κοσμολογική μετάβαση του ανθρώπινου γένους από τον αναλογικό στον ψηφιακό κόσμο. Τυχαίο; Δεν νομίζω». Tα παραπάνω λόγια ανήκουν σε μία από τις πλέον εμβληματικές φιγούρες της σκηνής. Στον Σάκη Τόλη, τραγουδιστή και κιθαρίστα μίας εκ των μεγαλύτερων metal συγκροτημάτων που έβγαλε ποτέ η Ελλάδα, των Rotting Christ. Δέχθηκε με μεγάλη χαρά να μιλήσει για το Hammer. «Σημαία της μεταλλικής κοινότητας κάποτε, σημαία της επιμονής και της αγάπης προς μία ιδέα, σήμερα – τολμώ να πω – ότι δίνει “μαθήματα αντίστασης” στον νέο, γεμάτο απορίες ψηφιακό κόσμο», συνεχίζει για να συμπληρώσει ότι «μερικές συνήθειες, μερικές αξίες δε θα ξεχνιούνται. Είμαστε μαζί ακόμη και σήμερα. Γερά και δυνατά μέχρι τέλος. In Metal We Trust». Ο Ευθύμης Καραδήμας των επίσης πολύ σημαντικών για τη σκηνή Nightfall μάς μίλησε και εκείνος με μεγάλη θέρμη για το περιοδικό: «Τι είναι το Metal Hammer για το heavy metal; Ότι ακριβώς είναι ο Πύργος του Άιφελ, ο Λευκός Πύργος και το Άγαλμα της Ελευθερίας για το Παρίσι, τη Θεσσαλονίκη και τη Νέα Υόρκη αντίστοιχα: Ένα σύμβολο». Για τον ίδιο ως μουσικό, η συμμετοχή στην ύλη του περιοδικού είναι μία πολύ σημαντική στιγμή στην πορεία του, «για μένα, όπως και για όλους τους μουσικούς του heavy metal, η συνέντευξη και το εξώφυλλο στο Metal Hammer ήταν συνώνυμο της καταξίωσης. Κομμάτι της ζωής μου». Το πέρασμα από την πρώτη μορφή του Heavy Metal στη σημερινή του μορφή του είναι κατά την άποψή του αποτέλεσμα της δουλειάς πολλών ανθρώπων. «Θυμάμαι ακόμα κάποια από τα παιδιά: Τον Τσουρινάκη, τον Φλωράκη, τον Βενιέρη, τον Καραολίδη, τον Φωκίωνα, τον πολυαγαπημένο Ευκαρπίδη που έφυγε νωρίς, και φυσικά τον Χρονόπουλο, τον Περβανίδη, και τον μέγα φωτογράφο Κισατζεκιάν – αλλά και πολλούς άλλους που βοήθησαν να φτάσουν τα πράγματα ως εδώ που είναι σήμερα». Μία επίσκεψη στα γραφεία του Metal Hammer Zoom out και επιστροφή στον παράδρομο πίσω από την Πειραιώς. Ο Κώστας Χρόνοπουλος με έχει μόλις υποδεχτεί στο γραφείο του. Μαζί του είναι και ο αρχισυντάκτης του Metal Hammer Χάκος Περβανίδης. Στον χώρο κυριαρχούσαν αφίσες συγκροτημάτων, φωτογραφίες του Lemmy, μία action figure του Eddie, εισιτήρια και παλιά εξώφυλλα από το αρχείο του περιοδικού. Ένιωθες σαν να βγήκες από ένα επαγγελματικό γραφείο και έμπαινες σε ένα εφηβικό δωμάτιο. Το πρώτο πράγμα που ρωτάω και τους δύο είναι πότε ξεκινάει η βιωματική του σχέση με το περιοδικό. Πρώτα μου απαντάει ο Κώστας. «Εμένα η δική μου σχέση με το Metal Hammer συνδέεται με το κάπνισμα. Το περιοδικό το διαβάζω από τον Δεκέμβριο του 1984. Τότε ήμουν 14 χρονών. Το έσκασα από το σχολείο για να πάω να πάρω τσιγάρα από ένα περίπτερο που μου επέτρεπε να τα αγοράζω. Τότε εμφανίστηκε μπροστά μου. Για την ακρίβεια, ο περιπτεράς βλέποντας ένα νέο παιδί με τα ρούχα που μπορείς να φανταστείς, μου λέει “να σου πω… μαζί με τα τσιγάρα θες και αυτό το περιοδικό, γιατί είναι για σένα”. Έκτοτε απέκτησα τον βασικό ρόλο που έχω στο περιοδικό που είναι αυτός του αναγνώστη. Μπαίνω στο περιοδικό 10 χρόνια μετά, το 1994, αλλά πάντα και πρώτα από όλα είμαι αναγνώστης». O αρχισυντάκτης του Metal Hammer Χάκος Περβανίδης (αριστερά) και ο διευθυντής σύνταξης Κώστας Χρόνοπουλος (δεξιά) στο γραφείο του δεύτερου. Για τον Χάκο Περβανίδη η πορεία ξεκινάει στην ίδια περίπου ηλικία. «Εγώ ξεκίνησα να είμαι αναγνώστης του περιοδικού το 1986, 13 ετών τότε. Νομίζω τότε είχε τους Iron Maiden απ’ έξω. Έκτοτε δεν έχω χάσει τεύχος είτε ως αναγνώστης είτε ως άνθρωπος που δουλεύει εδώ πέρα», επισημαίνει. «Στη συντακτική ομάδα του Metal Hammer μπήκα το 1995 με μία συνέντευξη ενός γερμανικού συγκροτήματος. Ως συντάκτης υπήρξα ιδιαίτερα ενεργός για μία δεκαετία, μέχρι το 2005 όταν και χάσαμε τότε τον αρχισυντάκτη μας τον Χάρη Ευκαρπίδη και τα παιδιά μου είπαν να έρθω εδώ σαν αρχισυντάκτης. Έκτοτε έχω αυτόν τον ρόλο». Πότε ξεκινά η ύπαρξη metal κοινότητας στην Ελλάδα; Ένα πράγμα που κράτησα και συνεχίζει να μου φαίνεται πολύ εντυπωσιακό είναι ότι το Metal Hammer ξεκίνησε ως Heavy Metal την πορεία του στην Ελλάδα πολύ νωρίς. Με αφορμή αυτό ρωτώ και τους δύο πότε περίπου υπολογίζουν ότι συγκροτείται η κοινότητα στην Ελλάδα αλλά και στον κόσμο. Ο Κώστας Χρονόπουλος συνδέει την αφετηρία της μουσικής στους Black Sabbath. «Πιστεύω ότι ξεκινά σε παγκόσμιο επίπεδο – όχι με την ίδια ένταση στην Ελλάδα – περίπου στις αρχές της δεκαετία του 1970. Εμείς ορίζουμε την ημερομηνία γέννησης αυτής της μουσικής στις 13 Φεβρουαρίου του 1970, όταν βγαίνει το πρώτο Black Sabbath. Υπήρχε και πιο νωρίς σκληρός ήχος που τον θεωρούμε μέσα στα χωράφια μας με Led Zeppelin, Cream κτλ – εκεί είναι όμως που διαφοροποιείται όντως ο ήχος. Γίνεται πιο βαρύς, πιο δυσοίωνος, πιο μαύρος». Στην Ελλάδα τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά και φυσικά η Χούντα των Συνταγματαρχών παίζει κομβικό ρόλο σε αυτό, καθώς «η ελευθεριότητα που πρεσβεύει αυτή η μουσική δεν χώραγε στα δρώμενα της χώρας». Υπάρχει λοιπόν μία σημαντική καθυστέρηση για κάποια χρόνια. Μπορούμε πάντως να υποθέσουμε ότι παρόλα αυτά υπήρχαν από τότε «παιδιά με μακριά μαλλιά που ακούνε σκληρά πράγματα». Ακουμπισμένα σε ένα γραφείο υπήρχαν παλαιότερα τεύχη του Metal Hammer. Στο κέντρο βρισκόταν το τεύχος του Ιουλίου που περιείχε αφιέρωμα στους Black Sabbath. Για τον Χάκο Περβανίδη το heavy metal αυτονομείται τη δεκαετία του ’80, με τη λογική ότι «τότε εμφανίζονται τα πρώτα ευρωπαϊκά φεστιβάλ που παίζουν αποκλειστικά heavy metal. Από τότε και μετά αποκτά ταυτότητα αποκλειστικά ως heavy metal με τα φεστιβάλ και τα πρώτα μουσικά περιοδικά. Υπάρχει το περιοδικό Sounds που χοντρικά είναι το αντίστοιχο του Ποπ και Ροκ στην Ελλάδα, το οποίο κάνει κάποια αφιερώματα στο heavy metal και βλέπει ότι υπάρχει όντως μεγάλο ενδιαφέρον». «Από τη συντακτική ομάδα εκείνου του περιοδικού βγαίνουν λοιπόν κάποια παιδιά και φτιάχνουν το 1981 το περιοδικό Kerrang, που είναι και το πρώτο αμιγώς heavy metal περιοδικό». Το Heavy Metal είναι ένα από τα παλαιότερα της Ευρώπης. «Μπορεί να είναι και λίγο πιο παλιό από το γερμανικό Metal Hammer». Η πρόκληση του εντύπου Το Metal Hammer έχει ψηφιακή μορφή, καθώς το site του ανανεώνεται με ροή ενός κανονικού μουσικού site. Βρίσκεται επίσης στο Facebook και στο Instagram. Η βάση του όμως δεν βρίσκεται εκεί. Το πλέον βασικό είναι για όσους δουλεύουν εκεί – κόντρα στις επιταγές του κόσμου μας αλλά με το βάρος της ευθύνης μίας πολύ σημαντικής μέχρι τώρα πορείας – είναι το έντυπο. Οι προκλήσεις που βρίσκεις μπροστά σου, όταν κάνεις αυτή την επιλογή είναι σίγουρα πολύ μεγάλες. «Στο καθαρά λειτουργικό κομμάτι, για να υπάρξει ένα έντυπο πρέπει να υπάρχει ένα σύνολο πραγμάτων ως προϋπόθεση: Οι συναυλίες, η εγχώρια σκηνή, η δισκογραφία» μου λέει ο Χάκος Περβανίδης. «Τα τελευταία 12-13 χρόνια τα πράγματα με την κρίση δυσκόλεψαν αρκετά. Η δισκογραφία στην Ελλάδα διαλύθηκε και δεν υπήρχαν άμεσα ωφελούμενοι από το heavy metal. Σε κάποια φάση, στο πιο βαθύ σημείο της κρίσης, έγινε δύσκολο να προμηθευτούμε ακόμα και χαρτί. Μας έλεγαν ότι η χώρα δεν είναι εχέγγυα οικονομικά για να προχωρήσουμε σε παραγγελία». Αυτό είναι ένα πρόβλημα που, όπως μου αποκαλύπτουν, δεν αφορούσε μόνο το Metal Hammer αλλά τα έντυπα συνολικά. Γιατί όμως αυτή η επιμονή στο έντυπο; «Επειδή ο χεβιμεταλάς δίνει ένα κομμάτι του εαυτού του στη μουσική, θέλει να πάρει κάτι χειροπιαστό πίσω. Επομένως, το θέλει το φυσικό προϊόν. Θέλει το βινύλιο του, θέλει να κρατά τα εισιτήρια του, εκνευρίζεται όταν αυτά στις συναυλίες είναι ψηφιακά. Και φυσικά υπάρχει το Metal Hammer που σε όλα αυτά τα χρόνια δείχνει ότι έχει κάτι να δώσει. Είμαστε το μακροβιότερο έντυπο περιοδικό. Πιθανόν πλέον όχι μόνο μουσικό αλλά γενικότερα». Τα 37 συναπτά χρόνια στα περίπτερα της χώρας είναι αδιαμφισβήτητα απόδειξη ότι κάτι κάνει σωστά η συντακτική ομάδα του περιοδικού αλλά και ότι υπάρχει μία πολύ ενεργή κοινότητα που το στηρίζει. Οι λόγοι όμως αυτής της επιμονής στο έντυπο δεν είναι πάντως μόνο εμπορικού τύπου. Είναι κατά μία έννοια και ιδεολογικού. Για τον Κώστα Χρονόπουλο «το μέσον είναι το μήνυμα. Αναλόγως του τι θα ακούσεις και από πού θα το ακούσεις αλλάζει το ίδιο το μήνυμα». Το έντυπο ως Μέσο είναι πιο απαιτητικό για αυτόν που το τρέχει. «Εμείς δεν έχουμε το περιθώριο λάθους που μπορεί να έχει οποιοδήποτε site στο αντικείμενό του. Άπαξ και τυπωθεί, αυτό είναι. Δεν μπορείς να κάνεις εύκολα edit. Θα το κουβαλήσεις για πάντα. Αυτό μεγαλώνει πολύ το βάρος των ανθρώπων εδώ μέσα. Μεγαλώνει όμως και την ευθύνη τους». Το ίδιο το brand του περιοδικού είναι τόσο σημαντικό που οι μεγαλύτερες μπάντες του πλανήτη το επιλέγουν για την αποκλειστική συνέντευξή τους όταν έρχονται για live στη χώρα. Οι Iron Maiden φυσικά και είναι μία από αυτές. Αυτή η διάσταση του εντύπου καθιστά οπωσδήποτε λιγότερο πρόχειρη την αντιμετώπιση της ίδια της ύλης του περιοδικού. Η ταχύτητα, που έχει γίνει πια κάτι σαν αυτοσκοπός των νέων μέσων, δεν είναι επαρκής για τον ίδιο. «Ο κόσμος δε βρίσκεται στο internet, βρίσκεται στα social media. Εκεί υπάρχει πολλή πληροφορία αλλά λίγη σοφία. Όλα αποκτούν τον ίδιο χώρο, την ίδια αξία. Από μία πολύ ωραία μακαρονάδα μέχρι ένα κοσμοϊστορικό γεγονός. Στη ζωή μας χωράνε όλα αλλά όχι την ίδια στιγμή». «Όταν ήρθε το ίντερνετ στην Ελλάδα είδα sites που έδειχναν ενδιαφέρον για το heavy metal. Όσο περνάνε τα χρόνια αυτό μειώνεται. Δεν γνωρίζω γιατί. Εμείς πάντως δεν είμαστε περαστικοί από εδώ. Το heavy metal είναι για μας, αν εξαιρέσεις την υγεία και τα χαμόγελα των αγαπημένων μας προσώπων, βασική μας προτεραιότητα. Ό,τι πτυχία και χαρτιά είχαμε τα βάλαμε στο ντουλάπι για να κάνουμε αυτό που κάνουμε». Οι αναγνώστες φαίνεται να ακολουθούν πιστά αυτή την επιλογή. Εξάλλου, σύμφωνα με τον ίδιο, το περιοδικό προσφέρει στους αναγνώστες τους κάτι που δεν μπορεί να προσφέρει κανένα site. «Τις 116 σελίδες που προσφέρει το Metal Hammer δεν πρόκειται να τις διαβάσει ποτέ σε αυτό τον όγκο στο internet. Αυτές οι 116 σελίδες θα σε προσανατολίσουν εκείνον τον μήνα σε όλο το πεδίο. Από τους Planet of Zeus μέχρι μία black metal μπάντα. Αυτό οι αλγόριθμοι του YouTube δεν μπορούν να το προσφέρουν όσο καλά και να σε διαβάσουν». Ποιος ακούει metal σήμερα; Το metal είναι κάπως σαν το ροκ. Κάποιοι, για άγνωστους σε μένα λόγους, βιάζονται να το θάψουν. Να το παρουσιάσουν ως irrelevant κυρίως όσον αφορά τις νεότερες ηλικίες που είναι και αυτές οι οποίες συγκροτούν την προσωπικότητά τους με βάση τη μουσική. Η αλήθεια είναι ότι το hip-hop έχει πάρει εδώ και πολλά χρόνια το πάνω χέρι. «Προφανώς τη μερίδα του λέοντος ως προς τη μουσική που ακούει σήμερα η νεολαία την έχει το hip-hop και η trap. Υπάρχουν όμως πολλά παιδιά που ακούνε ακόμη metal», μου λέει ο Χάκος. Ομολογουμένως υπάρχει μία σημαντική ένδειξη γι’αυτό, «σε μία πολύ μεγάλη γκάμα από μπάντες, αν πας μπροστά στις συναυλίες θα δεις ότι ένα πολύ σημαντικό μέρος του κοινού είναι παιδιά 15 και 16 ετών». Για πολλά από αυτά τα παιδιά πάντως η λογική του εντύπου περιοδικού είναι κάτι τελείως ξένο. Παρόλα αυτά υπάρχουν πολλά από αυτά που πηγαίνουν στο περίπτερο της γειτονιάς τους κάθε αρχή του μήνα και ζητούν το Metal Hammer. «Υπάρχουν πολλά νέα παιδιά που γνωρίζουν το Metal Hammer και το παρακολουθούν στενά. Το βλέπουμε από τα social media μας. Φωτογραφίζουν το περιοδικό στο σπίτι τους, στους χώρους που κινούνται. Χαιρόμαστε πάρα πολύ όταν το βλέπουμε αυτό». Το σίγουρο είναι πως σε καμία περίπτωση δεν είναι ακριβής εικόνα η αντιμετώπιση του metal ως μίας μουσικής του παρελθόντος που δεν μιλάει πια στην εποχή της. Όπως τονίζει και ο Κώστας Χρονόπουλος, «αυτή η μουσική είναι τεράστια και σε όγκο και σε νοήματα. Τα μηνύματά της είναι από την πρώτη μέρα που δημιουργήθηκε ισχυρότατα και υπαρκτά. Το heavy metal προέρχεται από τη ζωή άρα μιλάει και για τη ζωή. Δεν αισθανόμαστε λοιπόν καθόλου εκτός ζωής. Ανήκουμε σε αυτή τη ζωή αλλά δεν μας αρέσει αυτό που ζούμε». Εκείνη τη στιγμή επανέρχομαι σε μία άκαιρη αλλά ομολογουμένως ιντριγκαδόρικη σύγκριση με το hip-hop. Όσοι μετέχουν εκείνης της σκηνής της δεύτερης έχουν πάντα ως περηφάνια ότι ακούν και σχετίζονται με μία μουσική που έρχεται από τα κάτω, από τον δρόμο. Ρωτώ τον Κώστα αν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για το heavy metal. «Το metal είναι 100% μουσική που έρχεται από τα κάτω. Από την πρώτη μέρα. Το πρώτο Black Sabbath ήρθε από τέσσερα χαμίνια σε φτωχογειτονιές στο Birmingham. Δες τους στίχους, δες τι λέει το “Wicked World”. Είναι η αποτύπωση αυτού που νιώθουν 4 άνθρωποι κοιτώντας ένα τελείως μαύρο μέλλον, το οποίο εντάσσουν στην τέχνη τους και το κάνουν στίχους και μουσική». Για τον ίδιο είναι απαραίτητο να έχεις πάντα στο μυαλό σου αυτό το χαρακτηριστικό προκειμένου να κατανοήσεις τι σημαίνει στο σύνολό της αυτή η μουσική. Είχε κρατήσει όμως την πιο αφοπλιστική απάντηση για μετά. «Αν περπατήσουμε και οι δύο στον ίδιο δρόμο, πιστεύεις ότι οι μπάτσοι θα σταματήσουν για έλεγχο πιο εύκολα εσένα ή εμένα;». Ό,τι και αν λέμε στους στενούς μας κύκλους, η μεγάλη εικόνα είναι ότι και σήμερα ακόμα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας αντιμετωπίζει τελείως φοβικά και ως κάτι ξένο το metal. Και αυτό σε κάποιες εκφάνσεις του είναι κάτι για να είσαι υπερήφανος. «Στην Ελλάδα, ως μεταλάς νιώθω εκτός έδρας» Αυτή η στάση αυτού που λέμε mainstream είναι διαχρονικά φοβικό απέναντι στο metal. Σε κάθε τάξη σχολείου υπάρχουν παιδιά με μπλούζες metal συγκροτημάτων αλλά η κοινότητα συνεχίζει να είναι περιθωριοποιημένη. «Θεωρώ ότι στην Ελλάδα ακόμα και σήμερα ένας μεταλάς είναι εκτός έδρας. Δεν ξέρω πώς αισθάνεται κάθε μέλος της κοινότητας αλλά εγώ έτσι αισθάνομαι. Οι συνθήκες στη χώρα είναι εξαιρετικά συντηρητικές και ό,τι κάνουμε εδώ έχει πολύ περισσότερο κόπο από ό,τι συμβαίνει στο εξωτερικό. Αυτό ισχύει και για εμάς αλλά και για τις μπάντες». Δεν σημαίνει βέβαια σε καμία περίπτωση ότι η Ελλάδα δεν έχει παρουσιάσει μία δική της πολύ ενεργή metal και heavy rock σκηνή με πολύ σημαντικούς εκπροσώπους. Κάποιοι από αυτούς παίζουν στα μεγαλύτερα φεστιβάλ του πλανήτη. «Οι μπάντες από την Ελλάδα είναι σε πάρα πολύ υψηλό επίπεδο. Αυτό δεν απεικονίζεται στην ελληνική κοινωνία. Για παράδειγμα, είναι γεγονός ότι οι Nightstalker ή οι Rotting Christ ή ακόμα και οι Septic Flesh είναι καταπληκτικές μπάντες. Ωστόσο δεν βρίσκουν την αντίστοιχη απήχηση. Έχουν πολύ κόσμο μεν και σε Ελλάδα και στο εξωτερικό, αλλά δεν είναι γνωστοί στο ευρύτερο ελληνικό κοινό. Αυτό δεν είναι διόλου τυχαίο. Νιώθω λοιπόν εκτός έδρας, ναι. Χαίρομαι όμως γι’αυτό, γιατί κατά μία έννοια ο δρόμος μας είναι ανηφορικός αλλά εμείς δεν τον παρατάμε». Ο Κώστας Χρονόπουλος συνδέει τη σχέση του με το περιοδικό στο τσιγάρο. Ο Χάκος Περβανίδης είναι αναγνώστης του περιοδικού από την εφηβεία του. Οι μεταλάδες συγκροτούν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που έχει μία αντικουλτούρα. Αξίες, νόρμες και αισθητική που αντιτίθεται ενεργά στις κυρίαρχες κουλτούρες. Τον ρωτάω αν είναι και επιλογή της κοινότητας να απέχει από όλα όσα ορίζονται από την ίδια ως mainstream. «Δεν θέλουμε καθόλου να βγούμε στα κοτέτσια τα μεσημεριανά και τα τηλεοπτικά. Εμείς θέλουμε να προσεγγίσουμε ακόμα περισσότερο κόσμο αλλά αυτό να γίνει με τους δικούς μας όρους. Αυτό είμαστε, έχουμε ταυτότητα, έχουμε αισθητική και δεν θέλουμε καθόλου μα καθόλου να έχουμε σχέση με το ναδίρ της ελληνικής κοινωνίας. Δεν είχαμε ούτε με τους σκυλάδες και τα μπουζούκια. Δεν έχουμε ούτε και τώρα». Η στιγμή που η metal κοινότητα έδειξε ότι είναι κοινότητα Το Metal Hammer μετράει τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές περισσότερα από 440 τεύχη. Κάθε τεύχος είναι αντίστοιχο και σε έναν μήνα. Τι σημαίνει αυτό; Πάνω από 37 χρόνια που τα περίπτερα σε όλη την Ελλάδα είχαν αδιάκοπα ένα τεύχος του Metal Hammer. Το περιοδικό έχει παρόν και σίγουρα έχει μέλλον. Η σχέση όμως με το παρελθόν είναι κομβική και το βάρος της ευθύνης για κάθε μήνα που περνάει τεράστιο. Με τον ίδιο τρόπο που αναλαμβάνεις το βάρος της ευθύνης διαχείρισης ενός θεσμού. Δεν είναι βέβαια μόνο το ιστορικό βάρος. Όπως μου τονίζει ο Κώστας «εμείς είμαστε diy. Είμαστε οι εκδότες του εαυτού μας με την έννοια ότι το ένα τεύχος χρηματοδοτεί το επόμενο με ό,τι καλό ή κακό έχει αυτό. Δεν έχουμε κάποιον πάνω από το κεφάλι μας. Από την άλλη όμως, επειδή εμείς διαχειριζόμαστε τα οικονομικά του περιοδικού δεν μπορείς να κάνεις κάποια πολύ λανθασμένη κίνηση». Υπήρχε μία περίοδος τόσο δύσκολη που η πιθανότητα να μην βγει στα περίπτερα ήταν υπαρκτή. Πάμε νοητά στον Μάρτιο του 2020, τον μήνα που άλλαζε ο κόσμος μας όπως τον ξέραμε. «Είχαμε μπροστά μας κάτι που δεν γνώριζε κανένας πού μπορεί να οδηγήσει. ‘Έπρεπε να κάτσουμε όλοι εδώ να μιλήσουμε, τελείως ισότιμα, για το αν θα βγάλουμε το έντυπο εκείνου του μήνα όταν ξεκίνησε το lockdown». Πιθανή μη έκδοση του τεύχους εκείνου θα σήμαινε αυτομάτως και έναν κίνδυνο να μην μπορεί να χρηματοδοτηθεί ούτε το επόμενο. Η συνθήκη ήταν πρωτόγνωρη. Ο Κώστας, ο Χάκος και η συντακτική ομάδα του περιοδικού έπρεπε να πάρουν μία πολύ δύσκολη απόφαση. Δεν γνώριζαν αν τα περίπτερα θα έμεναν ανοιχτά. Ακόμα και να έμεναν, το αναγνωστικό κοινό θα έπρεπε να στείλει SMS προκειμένου να πάει στο περίπτερο ή στο ψιλικατζίδικο προκειμένου να αγοράσει το περιοδικό. «Είπαμε ότι θα το βγάλουμε για δύο λόγους. O ένας ήταν γιατί το Metal Hammer ποτέ από τον Δεκέμβριο του 1984 δεν έλειψε από το περίπτερο και δεν είμαστε εμείς που θα το σταματήσουμε τώρα αυτό. Το δεύτερο είναι ότι αποφασίσαμε να εμπιστευτούμε αυτό που είναι 100% το περιοδικό και δεν είναι άλλο από τους αναγνώστες μας, ανθρώπους που δεν τους γνωρίζουμε κι όμως τους γνωρίζουμε». Τελικά όπως φάνηκε έκαναν πολύ καλά. Ρώτησα τυπικά τον Χάκο για το τι έγινε τελικά. Είχα καταλάβει από τον τρόπο που μίλαγε ο Κώστας με σπασμένη φωνή ότι η κοινότητα έδειξε ότι είναι εκεί την πιο δύσκολη στιγμή. «Η ανταπόκριση του κοινού ήταν καταπληκτική. Ακόμα μεγαλύτερη από ότι ήταν υπό κανονικές συνθήκες. Μας έπαιρναν τηλέφωνο, μας έστελναν μηνύματα και μας ρωτούσαν αν θα βγούμε εκείνον τον μήνα». Το Metal Hammer έμεινε για ακόμα μία φορά η σταθερά σε έναν κόσμο που μεταμορφώνεται συνεχώς. Γιατί συνέβη αυτό; «Οι άνθρωποι που πάτησαν το μήνυμα στο κινητό και βγήκαν να αγοράσουν το Metal Hammer απέδειξαν ότι δεν μας βλέπουν ως προϊόν. Η κοινότητα αυτή έχει ρίζες, έχει ιστορία, έχει και συνέχεια. Ξέρουμε τι μας ενώνει, ξέρουμε την κοινή μας γλώσσα. Είμαι 50 χρονών και κάποια από τα χούγια μου τα έχει και ένα παιδί 14 και 15 ετών». Τι είναι τελικά αυτό που συνδέει όλους αυτούς τους ανθρώπους; «Η γνώση ότι η μουσική και το heavy metal είναι πολύ σημαντικά στη ζωή μας. Αυτό είναι που κάνει και τόσο συμπαγή την κοινότητα. Πώς αλλιώς θα επιβίωνε το περιοδικό τόσα πολλά χρόνια;». Η αλήθεια είναι ότι, 442 τεύχη μετά, κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει με αυτό. Και το σχετικό link...
  3. Το 1984 ο Άρης Γκρίτζαλης, έχοντας ήδη στο ενεργητικό του την έκδοση του Ποπ & Ροκ, αποφασίζει την έκδοση ενός καινούριου περιοδικού αφιερωμένου στην κάλυψη του νέου μουσικού είδους που κέρδιζε την προσοχή και την αφοσίωση της νεολαίας, του metal. Έτσι το Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς κυκλοφορεί το 1ο τεύχος του περιοδικού με τον περιεκτικό τίτλο Heavy Metal. Περιέχει κυρίως αφίσες και φωτογραφίες, συν κάποια άρθρα από τα αντίστοιχα ξένα περιοδικά της εποχής. Στην πορεία βρέθηκαν κάποιοι συντάκτες που συνέβαλαν με τα δικά τους άρθρα, αν και η πορεία του περιοδικού δεν έκανε το step up που αναμενόταν. Αυτό ωστόσο άλλαξε τρία χρόνια μετά, όπου το περιοδικό πέρασε σε νέα ιδιοκτησία και ξανάρχισε την αρίθμηση από την αρχή, πλέον ως Metal Hammer & Heavy Metal... Κι ένα σκίτσο από το τεύχος 27.
  4. Σε λίγες ημέρες, στο Athenscon, θα κυκλοφορήσει ο 2ος τόμος από το cult στριπ Ο κήπος του προφήτη το οποίο δημοσιευόταν από το 2001 έως το 2015 στο Metal Hammer. Ο 1ος τόμος είχε κυκλοφορήσει το 2007 από το ίδιο το περιοδικό με τίτλο Ο κήπος του προφήτη, The Holy Book και είναι πλέον εξαντλημένος. Η έκδοση σε συγκεντρωτικό τόμο του έργου του Gordon Blacksmith ήταν κάτι που απλά έπρεπε να γίνει. Όλοι όσοι διαβάζαμε Metal Hammer σε κάποια περίοδο αυτών των 15 ετών αγαπάμε αυτό το comic και τον ήρωά του τον Ντίνο. Κατά τη διάρκεια του athenscon θα συστηθεί στο κοινό και ο δημιουργός του Gordon Blacksmith ο οποίος θα βρίσκεται στο artist alley αλλά θα συμμετάσχει και στο πάνελ Comics από μέταλλο, σε μια συζήτηση για τις σχέσεις των comics με την heavy metal μουσική, μαζί με τον JP Ahonen (belzebubs) και τον Άρη Λάμπο (Μεταλλάδες). Η προπώληση του Κήπου έχει αρχίσει και είναι φανερό από την πρώτη κιόλας μέρα ότι πολύς κόσμος περίμενε με ανυπομονησία αυτό τον τόμο! https://www.starcomics.gr/products/the-unholy-book.html Ευχαριστούμε για τα εξώφυλλα τον Indian.
  5. Η ιστορία του περιοδικού μέσα απ’ τα λόγια του Γιάννη Πετρίδη, του Στάθη Παναγιωτόπουλου και του Μάρκου Φράγκου Ο Γιάννης Πετρίδης κάθεται απέναντί μου, ξεφυλλίζοντας ένα ‘Ποπ και Ροκ’ του 1982 και κάθε τόσο σταματάει στο όνομα κάποιου συντάκτη, μου λέει δυο λόγια γι’ αυτόν και στη συνέχεια αναρωτιέται δυνατά πού να βρίσκεται σήμερα. Τα κείμενα είναι πυκνογραμμένα, με ελάχιστες εικόνες, συχνά πεταμένες σε κάποια γωνία της σελίδας, θέματα πολύ δύσκολα ‘στημένα’ για τον σημερινό διαδικτυακό αναγνώστη, αλλά γεμάτα μουσική, στρωτή καλή γραφή και ενθουσιασμό. Ενθουσιασμό γιατί μέσα σε αυτές τις σελίδες του περιοδικού συνέβαινε κάτι εντελώς πρωτοποριακό για τη μεταδικτατορική Ελλάδα, που διψούσε να ανοίξει τα μάτια της στον υπόλοιπο κόσμο, να περπατήσει μαζί του και να γίνει κομμάτι της pop κουλτούρας τη στιγμή που συνέβαινε, να ενημερώνεται για την pop, rock, μαύρη μουσική, ακριβώς τη στιγμή που ανθούσε και όχι όταν θα είχε γίνει πια ιστορία. Το 1996 ο κόσμος είχε αλλάξει προς το καλύτερο (προσωρινά), οι μουσικές είχαν εξελιχθεί, το ελληνικό rock ήταν πια οντότητα και όχι μια φαντασίωση κάποιων ρομαντικών. Τα μέσα ενημέρωσης είχαν αυξηθεί, αλλά το ‘Ποπ και Ροκ’ συνέχιζε να επιτελεί την "ιεραποστολή" του. Συνέχιζε να φέρνει πρώτο την καλή μουσική σε αυτήν την ιδιόμορφη χώρα και στην ακόμα πιο ιδιόμορφη επαρχία της, εκεί που η ‘ενημέρωση’ ήταν ακόμη πολύ περιορισμένη. Αυτό το περιοδικό για μας, για τα παιδιά της επαρχίας ήταν μία όαση, και πραγματικά δεν μπορώ να σκεφτώ πώς αλλιώς θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω. Όπως δεν μπορώ να σκεφτώ και με τι μάτια θα βλέπαμε κάποιοι από μας τον κόσμο σήμερα, αν ο Cobain, οι Pearl Jam, οι Blur και τόσοι ακόμα '90s ήρωες δεν μας έδιναν ραντεβού κάθε μήνα στα περίπτερα. Ένα ραντεβού που για μένα ξεκίνησε τότε, το 1996, με εκείνο το τεύχος με τις Τρύπες στο εξώφυλλο, που μόλις είχαν βγάλει το ‘Κεφάλι γεμάτο Χρυσάφι’ και θα συνεχιζόταν μέχρι και τα μέσα του 2003. Τον ρωτάω αν κατάλαβε ποτέ πόσο σημαντικό ήταν για μας το περιοδικό, πόσο δικό μας το νιώθαμε, ότι αγοράζαμε cds χωρίς να έχουμε ακούσει ούτε μία νότα, μόνο και μόνο επειδή “το είπε ο Πετρίδης”. “Ναι”, μου λέει χωρίς ίχνος έπαρσης, ”ειδικά στην επαρχία, και το περιοδικό, αλλά και η εκπομπή μου είχαν αγαπηθεί ιδιαίτερα. Έφταναν συνεχώς γράμματα που έλεγαν πόσο σημαντικούς μας ένιωθαν”. Το ίδιο θα μου πει μερικές μέρες αργότερα και ο Στάθης Παναγιωτόπουλος, ένας απ’ τους πρώτους συντάκτες του περιοδικού, εκεί όπου έκανε τη δειλή του είσοδο στη δημοσιογραφία. “Ήταν μια εποχή που η πληροφόρηση σπάνιζε, και βήματα όπως μια στήλη στο 'Ποπ & Ροκ', επί παραδείγματι, διαμόρφωναν απόψεις και συνειδήσεις. Στη Θεσσαλονίκη ίσως να είχε και μεγαλύτερη απήχηση το περιοδικό, μεσολαβούσε βλέπεις μια περίοδος μίας-δύο εβδομάδων μέχρι να διανεμηθεί στη Βόρεια Ελλάδα, πράγμα που δημιουργούσε προσδοκία”. Το περιοδικό αν δεν είχε κλείσει το 2012, θα συμπλήρωνε φέτος 40 χρόνια κυκλοφορίας, αλλά δυστυχώς δεν άντεξε, ούτε στην επέλαση του διαδικτύου, ούτε στην κρίση που ήρθε και τα σάρωσε όλα. Έτσι κι αλλιώς, όμως, οι καλές του εποχές είχαν περάσει από καιρό και γι’ αυτές θελήσαμε να μιλήσουμε με τον άνθρωπο που έχει ταυτίσει το όνομά του όσο κανείς, με το περιοδικό, με τον Γιάννη Πετρίδη. Με τη δική του βοήθεια, αλλά και του Μάρκου Φράγκου, αρχισυντάκτη του περιοδικού και του Στάθη Παναγιωτόπουλου, τον οποίο έχουμε ήδη αναφέρει, προσπαθήσαμε να μάθουμε την ιστορία του περιοδικού, και κυρίως τι ήταν αυτό που το έκανε τελικά το επιδραστικότερο ελληνικό μουσικό περιοδικό. Τα ραδιοφωνικά '70s “Μετά το ‘75 ερχόμουνα γκαζωμένος”, μου λέει ο Γιάννης Πετρίδης σε μια καφετέρια στην Αγία Παρασκευή, δυο ώρες περίπου πριν ξεκινήσει την εκπομπή του, τη μακροβιότερη στο ελληνικό ραδιόφωνο. “Η μουσική ενημέρωση στην Ελλάδα ήταν μηδενική και προτού ο Χατζιδάκις θελήσει να δημιουργήσει στην ΕΡΤ μία νεανική εκπομπή που να παίζει τέτοια μουσική – τη δικιά μου δηλαδή – τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα. Όλα τα μεγάλα ονόματα της μουσικής, οι περισσότεροι τα μάθαμε πολύ αργότερα από την εποχή τους, εκτός από μια πολύ περιορισμένη μερίδα φίλων της μουσικής που παρακολουθούσε ξένους σταθμούς, τον αμερικανικό, το Ράδιο Λουξεμβούργο ή το BBC. Στην πραγματικότητα περισσότερο rock έβαζαν πριν την δικτατορία οι ερασιτεχνικοί σταθμοί, εκεί από όπου ξεκίνησαν ονόματα όπως ο Πολυχρονίου, ο Τσαουσόπουλος π.χ., παρά μετά τη δικτατορία. Αυτοί είχαν την ελευθερία να βάζουν τέτοια, ενώ το κρατικό ραδιόφωνο δεν είχε. Έκανα λοιπόν ήδη την εκπομπή στο ραδιόφωνο, σχεδόν για τρία χρόνια προτού ξεκινήσει το περιοδικό το 1978, προσπαθώντας να αλλάξουμε αυτήν την κατάσταση”. Ο λαχαναγορίτης που δημιούργησε το περιοδικό “Όλα είναι συμπτώσεις που μερικές φορές καθορίζουν τη ζωή”, λέει χαμογελώντας, καθώς προσπαθώ να μάθω ποιου ήταν το περιοδικό, ποιος το έβγαζε αρχικά. “Έρχεται λοιπόν μια μέρα ένας τύπος που λεγόταν Γκρίτζαλης, και που είχε σχέση, όσο και αν σου φανεί περίεργο, με εμπόριο στη λαχαναγορά, έφερνε τα προϊόντα απ’ την επαρχία και τα πουλούσε εκεί, αλλά είχε και μια μικρή εκδοτική που έκανε αφίσες και τέτοια. Δεν ξέρω αν ζει ακόμα, έχω να τον δω πολλά χρόνια. Αυτός λοιπόν άκουγε rock, και κυρίως heavy metal. Ήταν έξυπνος τύπος και μου λέει “εγώ δεν ξέρω τίποτα, θέλεις να μου βγάλεις ένα περιοδικό που να ασχολείται με τη μουσική”; Τα προηγούμενα χρόνια είχαμε γνωρίσει και κάναμε πολύ στενή παρέα με ένα παιδί που λεγόταν Βάσσος Τσιμιδόπουλος, έγραφε στα πρώτα τεύχη, ένα εξαιρετικό παιδί που είχε έρθει από τη Γαλλία, μέσα στο πνεύμα της μουσικής που αγαπούσαμε κι εμείς και του προτείναμε να είναι και αυτός στην ομάδα. Εμείς οι τρεις το βγάλαμε. Εμείς με τον Κώστα τον Ζουγρή, που είναι συνεργάτης μου απ’ την πρώτη στιγμή, θέλαμε καιρό να βγάλουμε ένα περιοδικό, το λέγαμε μεταξύ μας, αλλά δεν είχαμε τα λεφτά. Γενικά είμαι αρκετά συντηρητικός στις αποφάσεις μου, δεν θέλω να ξανοίγομαι πολύ, ποτέ δεν πήρα δάνεια κ.τ.λ., ζω μια ζωή περιορισμένη, δεν με ενδιέφερε ποτέ να βγάλω χρήματα. Εμένα με ενδιέφερε να κάνω το κέφι μου... Και σαν από θαύμα, λοιπόν, εμφανίζεται αυτός ο άνθρωπος, ο Γκρίτζαλης και μας το προτείνει. Αυτός ήταν ο ιδιοκτήτης, εκείνος έβαλε τα λεφτά. Δεν ήμουνα ποτέ ιδιοκτήτης του ‘Ποπ και Ροκ’”. Το όνομα “Ο Βάσσος ήταν αυτός που μας πρότεινε να κάνουμε μια παραλλαγή του ονόματος ενός απ’ τα δημοφιλέστερα μουσικά περιοδικά της Γαλλίας τότε, που λεγότανε ‘Rock and Folk’. Στην Ελλάδα η folk δεν θα έλεγε τίποτα, οπότε σκεφτήκαμε – νομίζω του Κώστα ήταν η τελική ιδέα – να το πούμε ‘Ποπ και Ροκ’, που ήταν επίσης απλό και άμεσο. Ο Βάσσος δυστυχώς δεν ζει πια, έφυγε απ’ τη ζωή τη δεκαετία του ‘90, πνίγηκε κάπου στην Αφρική”. Το ‘Ποπ’ στο όνομα “Το ‘78 δεν είχε ακόμα ‘κακό’ όνομα η ποπ. Οι Beatles π.χ. ήταν ποπ για να καταλάβεις. Εμείς είμαστε παιδιά της δεκαετίας του ‘60, τους Who, τους Kinks κ.τ.λ., για ‘ποπ’ τους είχαμε. Ήταν η pop generation τότε, η pop culture, η έκρηξη της Βρετανίας, όλα αυτά ‘ποπ’ τα λέγαμε και μετά προς το τέλος της δεκαετίας του ‘60, όταν άρχισαν να σοβαρεύουν τα πράγματα και οι Beatles οι ίδιοι, οι Stones, η ψυχεδέλεια, οι Doors, οι Cream, ο Jimi Hendrix, τότε έγινε η μεταμόρφωση στο rock. Επομένως μετά και οι Beatles και οι Kinks είναι ‘rock’, αλλά μέχρι τότε δεν χρησιμοποιούσαμε αυτόν τον όρο. Από rock υπήρχε μόνο το rock ‘n’ roll που ήταν, ξέρω γω, ο Chuck Berry, o Little Richards, ο Elvis, αυτή η γενιά καλλιτεχνών”. Ο Γιάννης Πετρίδης με τον Elton John Τα πρώτα χρόνια Το rock είχε ήδη αρχίσει να παίρνει πολλές και διαφορετικές κατευθύνσεις, έσπαγε συνεχώς σε όλο και περισσότερα στιλ, πολύ πριν ακόμα βγει το περιοδικό και αυτή η κατάσταση θα συνεχιζόταν μέχρι τα αναρίθμητα συγγενικά του είδη που έχουν δημιουργηθεί μέχρι σήμερα. Άλλο οι Sex Pistols, άλλο οι Deep Purple για να το πούμε λίγο πιο χοντρά. Αυτές τις αντιθέσεις το περιοδικό κλήθηκε απ’ την πρώτη στιγμή να τις αντιμετωπίσει και αυτές οι προκλήσεις ήταν που δημιούργησαν και την πολυσυλλεκτική κουλτούρα του. Μία τέτοια σύγκρουση ήρθε πολύ νωρίς και ήταν αυτή που θα έδειχνε τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να λειτουργήσει για τα επόμενα σχεδόν 30 χρόνια το περιοδικό. Ο εμφύλιος για τους Pink Floyd Ο Γιάννης Πετρίδης δεν χρειάζεται καθόλου να πιεστεί για να θυμηθεί ποια ήταν η μεγαλύτερη ενδοοικογενειακή σύγκρουση που έγινε ποτέ μέσα στο περιοδικό. “Είχαμε έναν βασικό μουσικοκριτικό στην αρχή, που λεγόταν Πητ Κωνσταντέας, ο οποίος ήταν ένας φοβερά σπουδαίος γνώστης, αλλά και φοβερά προσκολλημένος στο classic rock και σε ότι είχε βγει από το 1979 και πίσω. Ήταν εντελώς αντίθετος με το punk. Εμείς όμως – και αν κανείς παρακολουθήσει τα πρώτα τεύχη εκείνης της εποχής θα το δει – κάναμε προβολή στο νέο κύμα απ’ την αρχή, γιατί έκανα πολλά ταξίδια στην Αγγλία και έβλεπα ότι η Αγγλία καιγότανε, καιγότανε από τα νέα παιδιά που ακούγανε τέτοια. Ο Κωνσταντέας, λοιπόν, έγραφε και έκανε προβολή – και καλά έκανε – στα αριστουργήματα των Jethro Tull, των Yes κ.τ.λ. Και εγώ ήμουν φίλος τους και βέβαια θεωρούσα τα παραπάνω συγκροτήματα μεγάλα και τα είχα δει και σε συναυλίες τα προηγούμενα χρόνια με κάτι κολοσσιαία πράγματα τα οποία δεν ξαναγίνονται, όμως έβλεπα ότι έρχεται ένα απλό καινούργιο στιλ που θα τα καταρρίψει αυτά. Ε, έβλεπα ότι εδώ είναι το μέλλον. Είχαμε λοιπόν πολλές προστριβές γιατί είχε μείνει στα παλιά. Την κατάλληλη λοιπόν στιγμή, πήραμε στο περιοδικό ένα επίσης φωτισμένο παιδί που ζούσε στην Αγγλία και που βοήθησε πολύ τη νεότερη σκηνή, όπως και ο Κοντογούρης, τον Γιάννη Μαλαθρώνα. Αυτός λοιπόν έγραψε ένα άρθρο το οποίο απαξίωνε εντελώς τους Pink Floyd και το Wall, και έγινε χαμός (γέλια), πάταγος, μας στείλανε χιλιάδες γράμματα. Σκέψου να θάβεις τους Pink Floyd εκείνη την περίοδο στην Ελλάδα. Να σου πω όμως κάτι. Απ’ τη σκοπιά του είχε δίκιο”. Γιατί όμως; “Θυμάμαι ότι μόλις έβγαλαν το Wall, πήγα να το δω ολοκληρωμένο στο Λονδίνο. Μου λέει τότε ο Μαλαθρώνας που ζούσε εκεί, να πάμε την προηγούμενη μέρα να δούμε μία άλλη μπάντα που ήταν στα ντουζένια της τότε, τους Gang of Four. Πάω λοιπόν τη μια μέρα στο Camden Town και τους βλέπω σε έναν κινηματογράφο που λειτουργούσε και ως club, που παίζανε και οι Madness εκεί, και παρότι δεν ήμουν 18 χρονών ακόμα, αισθάνομαι μια ενέργεια, κάτι φοβερό, που τρελάθηκα με τη μουσική τους, χώθηκα μέσα στον κόσμο και προχώρησα όσο πιο μπροστά μπορούσα. Την επομένη πάω στο live των Pink Floyd, όπου με είχε προειδοποιήσει ο Μαλαθρώνας ότι θα με πάρει ο ύπνος και πράγματι, εκεί περίπου που χτίζανε τον τοίχο, είπα μέσα μου “πω τι ήταν αυτό το χθεσινό, τι είδα”... Και αυτό δεν έχει καμία μομφή για τους Pink Floyd, καταλαβαίνεις τώρα, καταλαβαίνεις πώς αλλάζουν τα πράγματα, όταν έχεις και ανοιχτά μυαλά. Φαινόταν ότι έκλεινε εκείνη η εποχή με το Wall και όντως αν δεις την ιστορία, τελειώσανε εκεί περίπου, μετά ήταν αυτά τα γκρουπ σαν τους Gang of Four. Έτσι λοιπόν έγραψε αυτό το κομμάτι ο Μαλαθρώνας και έγινε χαμός κι από κει και έπειτα, εκείνος έγραφε όλη αυτήν την κίνηση, μαζί με τον Κοντογούρη και άλλα δύο τρία παιδιά”. Υπήρχαν βέβαια και μικρότερες συγκρούσεις, μικρότερες διαφωνίες που προέκυπταν μέσα απ’ τις διαφορετικές απόψεις και την αισθητική των συντακτών που συνέθεταν τον χαρακτήρα του περιοδικού. Όταν για παράδειγμα ρωτάς τον Στάθη Παναγιωτόπουλο, ποια ήταν η πιο "δύσκολη" στιγμή του στο περιοδικό, σου απαντάει ότι θυμάται κι εκείνος μία. Τη μοναδική. “Πολύ νεαρός και μέσα στην άγνοια τότε, είχε βγάλει ο Ray Charles έναν δίσκο country μουσικής, και μου τον έστειλαν να γράψω κριτική. Μισούσα τη συγκεκριμένη μουσική τότε (πού να ξέρω, ο μικρός ηλίθιος;) και το θεώρησα μεγάλη απρέπεια ο θεός Ray Charles να βγάζει τέτοιο δίσκο, μη γνωρίζοντας φυσικά το παρελθόν του με τον Willie Nelson κ.λ.π. Και έγραψα μια άθλια κριτική, όπου ούτε λίγο ούτε πολύ, τον κατηγορούσα για Μπάρμπα Θωμά πουλημένο και τέτοια θερμοκέφαλα. Την έστειλα, και την άλλη μέρα μου τηλεφώνησε ο Ζουγρής, σοφός άνθρωπος γεμάτος αληθινή γνώση και με μάλωσε, τύπου “τι μαλακία είναι αυτή που έγραψες, άκου να σου πω δυο πράγματα να ξέρεις, μάθε μπαλίτσα αγόρι μου” και τέτοια, πιο ευγενικά όμως. Ακόμη ντρέπομαι”. Ο Στάθης Παναγιωτόπουλος ζει το όνειρο παρέα με τον Lemmy, στην πρώτη συναυλία των Motorhead στην Ελλάδα το 1988, στο γήπεδο του Σπόρτινγκ. Από τη δική του μεριά, ο Μάρκος Φράγκος θυμάται ακόμα το άκυρο που είχε φάει από τον Νίκο Πετρουλάκη, αρχισυντάκτη λίγο καιρό πριν αναλάβει ο ίδιος. Του είχε προτείνει να κάνουν το ‘Debut’ της Bjork δίσκο του μήνα, αλλά ήταν νωρίς ακόμα για τη μικροσκοπική Ισλανδή, δεν είχε ακόμα αγαπηθεί καθολικά και το ‘όχι’ του, ήχησε εκκωφαντικά. Η γραμμή των συντακτών “Με τον Κώστα τον Ζουγρή δεν δίναμε ποτέ κατεύθυνση”, συνεχίζει ο Πετρίδης, σοβαρεύοντας κάπως απότομα. “Απ’ τη στιγμή που επιλέγαμε τους συντάκτες επειδή ξέραμε ότι γνωρίζουν από μουσική, τους αφήναμε να γράφουν ότι θέλουν. Δεν διορθώναμε τίποτα, προκειμένου να δώσουμε ας πούμε μια γραμμή συγκεκριμένη προς το classic rock ή σ’ αυτά που άρεσαν σε μας, γιατί τους πιστεύαμε, τους είχαμε εμπιστοσύνη. Δώσαμε την ευκαιρία σε πάρα πολλά παιδιά, πάρα πολλοί ξεκίνησαν απ’ το ‘Ποπ και Ροκ’, π.χ. τον Μάρκο τον Φράγκο ο Κώστας τον είχε ανακαλύψει, όπως και πολλούς απ’ αυτούς, απ’ τα γράμματα που μας έστελναν. Ο Μάρκος έγραφε εκπληκτικά και έφτασε μέχρι να γίνει και αρχισυντάκτης μας”. “Ο Τόλης Βαρνάς ευθύνεται που μπήκα στο περιοδικό”, θα εξηγήσει λίγο πιο αναλυτικά ο Φράγκος. “Ήταν ανταποκριτής στο Βερολίνο όπου σπούδαζε και έκανε ένα διαγωνισμό στη στήλη του Propaganda για την καλύτερη κριτική των Cure. Έστειλα, κέρδισα. Τον επόμενο μήνα έκανε διαγωνισμό πάλι από τη στήλη του για την καλύτερη κριτική του ‘Black Celebration’ των Depeche Mode. Πάλι κέρδισα και μου ζήτησε ο Ζουγρής μέσω της στήλης επικοινωνίας στο περιοδικό το τηλέφωνό μου. Τους το έστειλα και από τον επόμενο μήνα (Σεπτέμβρη 1986) έγραφα στο περιοδικό άρθρα, συνεντεύξεις, κριτικές – τα πάντα”. Ο Μάρκος Φράγκος με τον Μιχάλη Δέλτα κάπου στα '90s Παρόμοια είναι και η ιστορία που κρύβεται πίσω απ’ τα πρώτα βήματα του Στάθη Παναγιωτόπουλου. “Το 1983 διοργάνωσε το περιοδικό δημοσιογραφικό διαγωνισμό με έπαθλο συνεργασία. Πήρα μέρος με ένα δεκασέλιδο άρθρο, πήρα το βραβείο της κατηγορίας μου, και μετά μου τηλεφώνησε ο Κώστας Ζουγρής να με συγχαρεί και να μου αναθέσει το πρώτο μου άρθρο. Μιλάμε για στιγμές ευτυχίας”. Όπως καταλαβαίνει κανείς απ’ τα λόγια τους, δεν πρόκειται απλώς για συντάκτες που έψαχναν μία δουλειά. Μιλάμε για παιδιά που είχαν όνειρο ζωής να δουλέψουν εκεί. “Ήμουν ο φανατικότερος των φανατικών”, λέει ο Μάρκος Φράγκος. “Αγόραζα το περιοδικό από το τεύχος νο 5 (με τους Bee Gees στο εξώφυλλο) το 1978. Αργότερα πήρα και τα τέσσερα πρώτα τεύχη σε έναν τόμο που τα είχαν βγάλει. Ήταν ένα όνειρό μου που έγινε πολύ νωρίς πραγματικότητα και λειτούργησε σαν στάνταρ για μένα. Ήμουν πλήρης, αυτό ήθελα να κάνω στη ζωή μου, έτσι είχα αποφασίσει τότε. Γνώρισα ανθρώπους της ‘φυλής μου’ με πρώτο και καλύτερο τον Πετρίδη – αλλά και τον Αργύρη Ζήλο και όλους τους ανθρώπους της προηγούμενης γενιάς που έκαναν πρωτοποριακή δουλειά τότε στην Ελλάδα για την ξένη μουσική. Δουλεύαμε σκληρά μεν, αλλά ήταν μια χρυσή περίοδος. Και αυτό αντικατοπτριζόταν και στην επιτυχία της κυκλοφορίας του. Πήγαινε σφαίρα”. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Στάθης: “Όταν βγήκε το πρώτο τεύχος του περιοδικού, Μάρτιο του 1978 με τον Hendrix στο εξώφυλλο και τιμή 30 δραχμές, μαθητής του λυκείου τότε, το λάτρεψα. Έπαιρνα κάθε τεύχος με θρησκευτική ευλάβεια, έπρηζα τα συκώτια του περιπτερά μια εβδομάδα πριν βγει το τεύχος ΚΑΘΕ ΜΗΝΑ, κάθε μέρα τον ρωτούσα “ήρθε το νέο Ποπ & Ροκ;” Πώς δεν μ’ έβριζε… Η προδοσία “Στα μέσα του ‘80, κάναμε μία κίνηση η οποία κόστισε πολύ στην κυκλοφορία μας. Βάζοντας τη Madonna στο εξώφυλλο χάσαμε γύρω στους 10 χιλιάδες αναγνώστες, τους οποίους κάναμε χρόνια να τους ξανακερδίσουμε. Ωστόσο δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς” επιμένει ο Γιάννης Πετρίδης, ακριβώς τη στιγμή που περίμενα να μου πει ότι το μετάνιωσε. “Κάποιος που παρακολουθεί τα πράγματα μπορεί να το καταλάβει, άλλαζε η μουσική το ‘80, ανέβαινε η ποπ, και εμείς μπορεί να καθυστερήσαμε λίγο, αλλά εν τέλει δεν μπορούσαμε να αγνοήσουμε το μεγαλύτερο αστέρι εκείνης της εποχής, δεν θέλαμε να είμαστε ένα περιοδικό που απαξιώνει τελείως τα καινούργια πράγματα, ένα μαυσωλείο. Η Madonna μπορεί σήμερα να έχει αποκατασταθεί και σε κάποιους φίλους της rock, αλλά τότε έλεγαν ότι ‘ξεπουληθήκαμε’ που τη βάλαμε στο εξώφυλλο. Εμένα η Madonna, ιδιαίτερα τότε αλλά ακόμα και τώρα, δεν μ’ αρέσει σαν τραγουδίστρια, δεν με εμπνέει. Την αποδέχομαι όμως απόλυτα ως περσόνα και ότι με τον τρόπο της άλλαξε τη μουσική. Δεν φανταζόμουν όμως ποτέ ότι θα γινόταν αυτός ο χαμός στο περιοδικό”. Ο Γιάννης Πετρίδης σήμερα Οι πωλήσεις του ‘Ποπ και Ροκ’ έφταναν τις 25 με 35 χιλιάδες τεύχη, κάποιες στιγμές άγγιζαν και τις 40 χιλιάδες, αριθμός πολύ μεγάλος για τα 80s. Το πρώτο τεύχος είχε πουλήσει 7 χιλιάδες αντίτυπα. Μια μέρα στο γραφείο Πώς ήταν όμως να δουλεύεις σε ένα rock περιοδικό, όταν το rock, αλλά και τα περιοδικά μετρούσαν; “Τα γραφεία μας ήταν στην Καλλιθέα, κοντά στο γήπεδο της ομάδας. Εκεί ο Ξενόπουλος, ο δεύτερος εκδότης μας, είχε νοικιάσει μια μονοκατοικία και το μέρος έμοιαζε πολύ παρεΐστικο, ήταν σαν οικογενειακή επιχείρηση”, λέει ο Πετρίδης. “Στον τοίχο είχαμε παντού αφίσες, απ’ αυτές που βγάζαμε με το περιοδικό. Εγώ τι είχα στο γραφείο μου; Τους Beatles είχα, τι να έχω (γέλια)”; “Κάθε μέρα χαβαλεδιάζαμε”, θυμάται ο Φράγκος. “Τα γέλια που κάναμε με τον Σπήλιο (Λαμπρόπουλο) με τον οποίο δουλεύαμε μαζί στο γραφείο, νομίζω δεν έχουν προηγούμενο. Γελούσαμε με διάφορα πράγματα που μας φαίνονταν τρελά τότε – π.χ. κάποιο κείμενο που ερχόταν και ήταν κακό ή άσχετο. Πάντα σκέφτομαι με περηφάνια τη συντακτική ομάδα που είχαμε φτιάξει. Ήταν οι περισσότεροι εξαιρετικές πένες και άνθρωποι με σφαιρική κουλτούρα”. Ο Μάρκος Φράγκος στο τότε γραφείο του Ο Στάθης δεν έχει να πει κάτι για το “κλίμα στο γραφείο”, ζούσε στη Θεσσαλονίκη και τα κείμενά του έκαναν ένα μικρό ταξίδι μέχρι την Αθήνα, πριν μπουν στην ύλη του περιοδικού και κάνουν το μεγάλο ταξίδι αργότερα μέσα απ’ τις σελίδες του, προς κάθε γωνιά της χώρας. “Έγραφα χειρόγραφα στην αρχή, στη γραφομηχανή στη συνέχεια, και τα έστελνα ταχυδρομικά. Το 1985 που πήρα τον πρώτο μου Macintosh, άλλαξαν όλα και έστελνα εκτυπώσεις, κάνοντας τη δουλειά της φωτοσύνθεσης πολύ πιο εύκολη. Λειτουργούσε καλά το σύστημα”, θυμάται. Κριτικές που μετανιώσατε “Ου, για πολλά, θα συνεχίσει ο Στάθης! Όχι ένα και δύο. Δεν θυμάμαι συγκεκριμένα παραδείγματα, αλλά όσο μεγαλώνω επεκτείνονται τα γούστα μου, μ’ αρέσουν όλα όσα μου άρεσαν παλιά, και προστίθενται και άλλα τα οποία πιθανότατα δεν καταλάβαινα, άρα δε μου άρεσαν. Επί παραδείγματι, μισούσα τον Nick Cave και τον Jim Morrison που συν τω χρόνω λάτρεψα”. “Και βέβαια έχω μετανιώσει”, θα πει και ο Γιάννης Πετρίδης. ”Με τον χρόνο αναθεωρείς πάρα πολύ, και γενικά όσο μεγαλώνω δεν θέλω να κριτικάρω άσχημα τους καλλιτέχνες, γιατί αυτοί δίνουν την ψυχή τους ας πούμε και ποιος είμαι εγώ που θα τους την πω; Έχω μετανιώσει γιατί στο τέλος του ‘70 και στις αρχές του ‘80, επηρεασμένος και εγώ όπως και άλλοι στην Ευρώπη απ’ αυτήν τη φοβερή βρετανική σκηνή που είχε γεννηθεί εκεί, ‘απαξίωσα’ και δεν έδωσα τη σημασία που έπρεπε σε κάποια καλά αμερικανικά συγκροτήματα τα οποία τα θεωρούσα δεινόσαυρους. Και θα σου πω ένα απ’ αυτά. Έβλεπα λίγο αφ’ υψηλού, λίγο με βλέμμα μπλαζέ το ‘Don 't stop believing’ των Journey, το οποίο τώρα το θεωρώ έναν ύμνο του rock. Βλέπεις τότε με ενδιέφεραν περισσότερο οι Clash και οι άλλοι, και αυτό δεν το θεωρούσα σπουδαίο, ενώ τώρα το θεωρώ ισάξιο και ίσως και καλύτερο πολλών τραγουδιών απ’ αυτά που πρόβαλλα τότε, γιατί είδα ότι άντεξε στον χρόνο, ακούγεται ακόμα. Είναι ένα τραγούδι καθοριστικό, πώς να το πω, ένα ‘λαϊκό ροκ’, με όλη την έννοια της λέξης”. "Το αγάπησα ακόμα περισσότερο όταν το άκουσα στο ‘Monster’ με τη Charlize Theron, σε εκείνη τη σκηνή που φεύγει απ’ το Detroit, σ’ αυτό το τραγούδι στηρίζεται η ταινία. Και το αγάπησα βέβαια ακόμα πιο πολύ όταν το άκουσα στο τελευταίο επεισόδιο μιας τεράστιας σειράς, η οποία άλλαξε τα πάντα στην τηλεόραση, τους Sopranos". Ποιο τεύχος θα έκανες κάδρο και θα το έβαζες στο σαλόνι σου; “Το ιστορικό πρώτο”, λέει ο Στάθης, “αυτό με τον Hendrix, αλλά και την ειδική έκδοση όπου δημοσιεύτηκε το άρθρο μου που κέρδισε στο διαγωνισμό. Δυστυχώς δεν έχω κανένα από τα δύο”. Ο Μάρκος Φράγκος, λίγα λεπτά αφού είχε τελειώσει τη συνέντευξη του με τη Lisa Stansfield “Νομίζω το επετειακό τεύχος με τα 200 τεύχη του περιοδικού”, θα πει απ’ τη δική του μεριά ο Μάρκος Φράγκος. “Αλλά η πιο αγαπημένη μου γενικά στιγμή ήταν το πάρτι στο Ρόδον για τα 20 χρόνια του περιοδικού. Κατάμεστο με τρομερό vibe – ένιωθες την αγάπη του κόσμου στο περιοδικό παντού τριγύρω”. Τα '90s “Στη δεκαετία του ‘90 το ‘Ποπ και Ροκ’ περιορίστηκε σε ένα πιο συγκεκριμένο κοινό, γιατί είχαν βγει πολλά περιοδικά που ασχολούνταν με την ποπ, όπως το ‘Μουσικόραμα’ ας πούμε, αλλά και πιο γενικού ενδιαφέροντος (Κλικ κ.τ.λ.), που ασχολούνταν και με τη ξένη μουσική. Μπούκωσε δηλαδή κάπου το πράγμα. Αν και εμείς δεν αλλάξαμε το στιλ και την προβολή των καλών ονομάτων, ωστόσο το κοινό αυτό είχε συρρικνωθεί”. Η έξοδος Και πότε τελείωσε το ‘όνειρο’ τον ρωτάω. Πότε παραιτήθηκε η ιστορική ομάδα συντακτών απ’ το περιοδικό; “Οι επόμενοι εκδότες, οι τρίτοι στη σειρά, μετά τον Γκρίτζαλη και τον Ξενόπουλο, που ήταν η ‘Μουσικοεκδοτική’, έφεραν μια κυρία ως υπεύθυνη, με την οποία πίστευαν ότι θα κατάφερναν να ανεβάσουν την κυκλοφορία, πράγμα θεμιτό βέβαια, εταιρεία ήταν, κέρδη ήθελαν”, λέει ο Πετρίδης. “Αυτή λοιπόν η κυρία έγραφε σε μια μεγάλη εφημερίδα τότε, αλλά δεν είχε ιδέα από μουσική. Ήξερε όμως να προσποιείται, να κάνει ότι γνωρίζει από ξένο τραγούδι και να ανεβάζει τις μετοχές της... Έτσι ήρθε εκεί και άρχισε να επεμβαίνει στο περιοδικό πολύ έντονα και μετά από 2-3 μήνες ο Ζουγρής μου λέει “εγώ δεν μπορώ να την έχω αφεντικό, φεύγω”. Δεν μπορούσαμε να έχουμε ένα άσχετο άτομο, να μιλάμε π.χ. για τους Radiohead και να υποκρίνεται ότι ξέρει τι είναι οι Radiohead... Φεύγει, λοιπόν, ο Κώστας και μένουμε εγώ με τον Φράγκο με δυσκολίες μεγάλες, με επεμβάσεις πολλές, οι οποίες έπαιζαν και ρόλο στη μορφή του περιοδικού”. “Αποφάσισα να παραιτηθώ”, συνεχίζει ο Μάρκος Φράγκος, ”στα τέλη του 1997 επειδή οι εκδότες έκαναν ένα – κατά τη γνώμη μου – μοιραίο λάθος: να τοποθετήσουν πάνω από μένα μια διευθύντρια η οποία δεν είχε ιδέα από ξένη μουσική και είχε μια προσέγγιση στα πράγματα πλήρως αντίθετη από αυτό που έχει ανάγκη η pop κουλτούρα για να ανθίσει. Το θεώρησα καταστροφή (αποδείχτηκε ότι ήταν). Φυσικά δεν το δέχτηκα και έφυγα, αφού ενημέρωσα το Γιάννη Πετρίδη, ο οποίος επίσης παραιτήθηκε – ούτε αυτός ενέκρινε τις επιλογές αυτές. Αυτή ήταν και η χειρότερη στιγμή μου στο περιοδικό”. “Τότε λοιπόν που έφυγε ο Κώστας”, επιβεβαιώνει ο Πετρίδης, ”και εγώ βασανίστηκα μερικούς μήνες ακόμα και σε κάποια στιγμή λέω ‘σε έναν μήνα φεύγω, θα αποχωρήσω’. Αυτή ήταν η πιο άσχημη στιγμή που έχω ζήσει στην καριέρα μου, μαζί με εκείνη που έζησα, όταν έπεσε το μαύρο στην ΕΡΤ εκείνο το καλοκαίρι. Και για τα δύο αυτά γεγονότα δεν είχα καμία ευθύνη”. Ο Στάθης Παναγιωτόπουλος δεν είχε τόσο άσχημο διαζύγιο. “Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε σταμάτησα, πρέπει να ήταν κάπου τις αρχές του ‘90. Και δεν θυμάμαι διότι δεν υπήρξε συγκεκριμένη στιγμή, που να ειπώθηκε ‘εδώ τελειώνει η συνεργασία’, απλώς σιγά-σιγά απομακρυνθήκαμε. Αυτό κυρίως συνέβη επειδή είχα ξεκινήσει να γράφω στο ‘Heavy Metal / Metal Hammer’, που ήταν και πιο κοντά στις ’αρμοδιότητές’ μου”. Το μετά Λίγο πριν αρχίσει η οριστική πτώση του περιοδικού, ανέλαβε τα ηνία του ο Θοδωρής Μανίκας, σε μια προσπάθεια να το αναμορφώσει, να το σώσει, να το προσγειώσει ομαλά στον νέο αιώνα. “Τον εκτιμώ τον Θοδωρή, φίλος μου είναι, τον εκτιμώ σαν έναν από τους πιο ενδιαφέροντες τύπους εκείνης της εποχής, και στο γράψιμο, αλλά και με γνώσεις”, θα πει κατηγορηματικά ο Πετρίδης. “Είναι ένα παιδί της δισκογραφίας, όμως δεν αρκεί να είσαι μόνο πολύ καλός στο γράψιμο, όπως ήταν ο Θοδωρής, πρέπει να έχεις και μερικά ακόμη στοιχεία, π.χ. διοικητικά. Ο Θοδωρής είναι από τους καλύτερους, τα κομμάτια που έχει γράψει είναι εξαιρετικά. Δεν έκλεισε το περιοδικό από τον Θοδωρή, έκλεισε από την επέμβαση αυτής της κυρίας και έκλεισε βέβαια και από τους εκδότες. Μετά από λίγο καιρό, όλη η ‘Μουσικοεκδοτική’ κατέρρευσε. Αυτοί ήταν υπεύθυνοι που κλείσανε και τα υπόλοιπα περιοδικά του ομίλου”. Η ώρα πέρασε και ο Γιάννης Πετρίδης έπρεπε να φύγει για το στούντιο της ΕΡΑ, η εκπομπή του ‘από τις 4 στις 5’ δεν μπορούσε να καθυστερήσει, επειδή ένας μικρός φαν όπως εγώ ζούσε το όνειρό του. Από ότι πρόλαβε να μου εκμυστηρευτεί ετοίμαζε ένα μικρό αφιέρωμα στους Eels. “Τους ξέρεις”; με ρωτάει και ήταν η πρώτη φορά που έδωσα την κλασική μου απάντηση “τους θυμάμαι απ’ το ‘Ποπ και Ροκ’”, και ο απέναντί μου ήξερε ακόμη καλύτερα κι από μένα τι εννοώ. * Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο του Γιάννη Πετρίδη και του Μάρκου Φράγκου. Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.