Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'kanellos cob'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Dr Paingiver's blog
  • Valt's blog
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • GCF about comics
  • Vet in madness
  • Θέμα ελεύθερο
  • Film
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Γερμανίκεια
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Κομικσόκοσμος
  • The Unstable Geek

Categories

  • ΚΟΜΙΚΣ
    • ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
    • ΠΟΛΥΘΕΜΑΤΙΚΑ
    • ΤΕΥΧΗ
    • ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΑΡΩΣΕΙΣ
    • ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΟΜΙΚΣ
  • ΛΟΙΠΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΥΛΗΣ
    • ΕΝΘΕΤΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ
    • ΛΑΪΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
    • ΒΙΒΛΙΑ

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 7 results

  1. Θεσσαλικός κάμπος, 1891, δέκα χρόνια μετά την ενσωμάτωση της περιοχής στο νεοελληνικό κράτος. Σε ένα εξαθλιωμένο από τη φτώχεια καλυβοχώρι, υποστατικό ακόμα του Οθωμανού πασά, εμφανίζεται ένας επαγγελματίας ζητιάνος, πραγματικός φτωχοδιάβολος. Εκμεταλλεύεται την αγραμματοσύνη και τις δεισιδαιμονίες που «δέρνουν» τους «καραγκούνηδες» χωρικούς και διαλύει τον κοινωνικό τους ιστό – μέχρι που κάποιους τους σκοτώνει κιόλας. Στον σκοτεινό, αριστουργηματικό του «Ζητιάνο» ο Καρκαβίτσας επιτίθεται στους πάντες – η κριτική του είναι διεισδυτική μέχρι το μεδούλι, άγρια και διαταξική. Αχρείος, διεφθαρμένος ο χωροφύλακας, όμως ανήθικος επίσης, δόλιος παλιάνθρωπος και ο ζητιάνος. Μισερά ανθρωπάκια και οι καραγκούνηδες, άντρες και γυναίκες: ένα λούμπεν προλεταριάτο κολλίγων που ένεκα της επιβίωσής του δε γνωρίζει φραγμό. Η εξουσία καταγγέλεται με ειλικρίνεια και ένταση πρωτόγνωρη, ειδικά για την εποχή του συγγραφέα – και ο λαός όμως δεν εξιδανικεύεται επ’ ουδενί. Αντιθέτως, παρουσιάζεται ως ένας βρώμικος όχλος, σαν μια ασχημάτιστη λάσπη – το μαύρο ριζικό του, η έκπαγλη ένδεια μαζί με τις προκαταλήψεις και τη θρησκοληψία του ξεμπροστιάζουν σε καθένα ξέχωρο υποκείμενο τα χειρότερα ένστικτά του. O εικονογράφος και δημιουργός κόμιξ Kanellos Cob κατάφερε να «καδράρει» το έργο ενός από τους πρώτους πραγματικά σημαντικούς νεοέλληνες γραφιάδες σε ένα κόμιξ μυθιστόρημα, ένα ογκώδες graphic novel που διαβάζεται απνευστί και τραντάζει. Η διαχρονικότητα του κειμένου, σε συνδυασμό με τη ρωμαλέα, σινεματίκ εικονογράφηση σχεδόν τρομάζει – ή αφυπνίζει απότομα, αλαφιάζοντας τον σύγχρονο, μεταμοντέρνο ύπνο μας. Βρεθήκαμε με τον Kanello Cob ένα ήρεμο απόγευμα στα Εξάρχεια. Kanellos Cob Είναι πολιτικό έργο τελείως ο «Ζητιάνος», ταξικό αλλά και ψυχογραφικό γιατί σου βγάζει τον συναισθηματικό κόσμο των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Το φοβερό όμως, είναι πόσο άμεσα συνδέεται και με το σήμερα. Στο τέταρτο κεφάλαιο οι χωρικοί θεωρούν ότι κάποιος είναι βρυκόλακας – για ασήμαντη αφορμή τον βλέπουν σαν ένα τέρας που πρέπει να σκοτώσουν. Και ενώ ο τύπος φώναζε «δεν είμαι τέρας», όλη η ορμή του όχλου ήταν «φάτε τον». Δούλευα το κόμιξ σε αυτό το κεφάλαιο τον Σεπτέμβρη του ’18, όταν ΄φάγαν τον Κωστόπουλο, μέρα μεσημέρι στο κέντρο της Αθήνας – πολύ απλά γιατί νόμιζαν ότι είναι «βρυκόλακας»... Τρελάθηκα όταν συνέβη εντός μου αυτός ο παραλληλισμός, σκέφτηκα ότι τίποτε δεν έχει αλλάξει από την εποχή που γράφτηκε το έργο, και όλη μου η οργή για την δολοφονία του Κωστόπουλου διοχετεύτηκε στον «Ζητιάνο». Αυτό θέλει να μας δείξει ο Καρκαβίτσας εντέλει – ότι δεν υπάρχει «θεία δίκη», παρά μόνο άνθρωποι που εκμεταλλεύονται άλλους ανθρώπους. Και σου εξηγεί πως το πετυχαίνουν αυτό. Ο «Ζητιάνος» είναι έργο-καθρέφτης και της σημερινής κοινωνίας και μπορεί ο καθένας μας να «προβάλλει» τους χαρακτήρες του βιβλίου σε ανθρώπους σημερινούς. Στο σχέδιο του «Ζητιάνου» προσπάθησα να μην ακολουθήσω την κόμιξ τεχνοτροπία των έντονων χρωμάτων για να κερδίσω την προσοχή του αναγνώστη, έκανα την παλέτα μου όσο πιο ρεαλιστική μπορούσα. Ήταν πρωί στην ιστορία; Έβρισκα όλα τα ψυχρά χρώματα που βγαίνουνε το ξημέρωμα. Προσπάθησα πολύ να μείνω πιστός στην περιγραφή του Καρκαβίτσα, έχει γράψει υπέροχες εικόνες. Και είδα παλιές φωτογραφίες του θεσσαλικού κάμπου, χωριών της περιοχής, του Πηνειού. Ο εκδοτικός οίκος μου έστειλε και αρκετές γκραβούρες της εποχής, ήθελα το σχέδιό μου να είναι όσο πιο ρεαλιστικό. Οι χαρακτήρες έχουν τραχύτητα. Και τις γυναίκες δεν ήθελα να τις κάνω «γλυκούλες», ξέφυγα από τα χαριτωμένα κλισέ. Οι γυναίκες του κόμιξ είναι βρώμικες, με αξύριστα πόδια, σκληρά χαρακτηριστικά προσώπου. Για τον ίδιο τον ζητιάνο, που είναι και ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, άντλησα στοιχεία από το πορτρέτο του πατέρα μου, που έμοιαζε και με μένα. Οστεώδης, με μυτόγκα και γωνίες στο πρόσωπο. Ήθελα να τον παραστήσω σαν ένα πράγμα μεταξύ ζώου και ανθρώπου, σαν σκαθάρι, σαν παράσιτο – για αυτό του έβαλα και μια τριχωτή κάπα. Είναι μυτερή μορφή, διαβολική. Και οι χωρικοί τέτοια ζωώδη μορφή έχουν στο κόμιξ – δεν έψαξα για κανένα χαρακτήρα αυτού του βιβλίου ευγενικές φυσιογνωμίες, ήθελα να κατασκευάσω καρικατούρες. Μόνο ο μπάτσος είναι φρεσκοξυρισμένος – ξυρίζεται επιμελώς και προσέχει να είναι καθαρή η στολή του γιατί είναι «μπας κλας» εξουσία, αισθάνεται τους χωρικούς φριχτά κατώτερούς του. Πρέπει – το ζητά ο ίδιος ο χαρακτήρας – να φαίνεται καλύτερος από τους «καραγκούνηδες». Τα σπίτια δεν είναι καθαρά και περιποιημένα σαν των σημερινών χωριών – είναι αχούρια, βρισκόμαστε σε άλλη εποχή. Οι άνθρωποι είχαν διαφορετικές αντιλήψεις περί υγιεινής, τα σπίτια τους ήταν χοιροστάσια – μικρά, με γυμνούς, άδειους χώρους και μόνο τα εντελώς απαραίτητα, λίγα σκεύη κυρίως. Τα φυσικά τοπία χάρηκα να τα ζωγραφίζω – τα Κράβαρα, όπως τα περιέγραψε και ο Καρκαβίτσας ήταν πέτρα πάνω στην πέτρα, ένας στεγνός τόπος όπου τίποτα δεν φυτρώνει. Θυμόμουν τοπία του Νεπάλ και τα δούλεψα στη φαντασία μου μαζί με εικόνες από το Google Maps. Είμαι στα 34, Αθηναίος, εδώ γεννήθηκα, Γαλάτσι μεγάλωσα και Γκράβα πήγα σχολείο. Σχεδίαζα από μικρός, εκεί ήταν η κλίση μου – ζωγράφιζα τους τοίχους (γελάει). Μετά έπαιρνα κόμιξ από το ψιλικατζίδικο, 8-9 χρονών χάλαγα το χαρτζιλίκι μου σε Marvel και ξεπατίκωνα ότι έβλεπα. Και μετά το παράτησα. Δεν σταμάτησα εντελώς να ζωγραφίζω, στο σχολείο ήμουν (ας πούμε) αυτός που ζωγραφίζει καλά. Έπαιξε όμως αρκετή μικροαστίλα από την οικογένεια. «Εγώ θα γίνω ζωγράφος». – «Ναι αλλά πώς θα ζήσεις; Εμείς δε μπορούμε να σε τρέφουμε», όλος αυτός ο μικροαστικός φόβος, ότι πρέπει να βρεις κάτι πιο safe, πίσω από ένα γραφείο, να ’χεις ένα μισθό και τα συναφή... Ούτε υπήρχε τέχνη στο σπίτι μου – και όταν δεν έχεις ερεθίσματα και παίζει πάντα αυτή η «κασέτα» αποθάρρυνσης στο background, ψιλοσβήνει το μεράκι όσο περνάει ο καιρός. Έρχεται και η εφηβεία με τα δικά της ψυχολογικά, μπορεί και να πνιγεί το όποιο ταλέντο, το όνειρο. Στις Πανελλήνιες πέρασα Συντήρηση Έργων Τέχνης στο ΤΕΙ Αθήνας – φάνταζε κάπως πιο “ασφαλές”, είχε όμως και σχέση με την τέχνη. Στα είκοσί μου άρχισα να ξαναπιάνω το μολύβι και να ψάχνω νέα references, να ανακαλύπτω επιρροές αγαπημένες. Η Σχολή ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, έμαθα ιστορία τέχνης εκεί, αλλά το επακριβές αντικείμενό της δεν το είδα ποτέ ως επαγγελματική μου ενασχόληση. Όταν εκείνη την περίοδο έκανα κάποια σεμινάρια κόμιξ, ξύπνησε μέσα μου πάλι αυτή η αγάπη. Και ήμουν τυχερός που η καθηγήτριά μου τότε μου είπε “κυνήγα το” – με ενέπνευσε και μου έμαθε κώδικες διήγησης, μου έδειξε τεχνικές που σήμερα θέλω να εξελίξω ακόμη περισσότερο, να τις πάω πιο μακριά. Κατάλαβα επίσης τότε ότι αν είναι να μπω επαγγελματικά σε αυτόν τον χώρο, καλό θα ήταν να κάνω και κάποιες ακαδημαϊκές σπουδές. Βρήκα στη Γαλλία δυο-τρεις σχολές που με ενδιέφεραν αλλά έπρεπε πρώτα να μάθω στοιχειωδώς της γλώσσα και να μαζέψω κάποια χρήματα. Δούλευα σαιζόν στη Νάξο, μέχρι και Μπουρνάζι είχα δουλέψει, έκανα και μαθήματα γαλλικών και το 2009 άρχισα να στέλνω book της δουλειάς μου σε Σχολές έξω. Δεν έγινα δεκτός στην πρώτη μου επιλογή, την “Gobelins” στο Παρίσι, αλλά μπήκα στην “Ecole Emile Cohl” στη Λυόν. Υπάρχουν και στην Ελλάδα αντίστοιχες σχολές – αλλά, τότε τουλάχιστον, το 2009, τα δίδακτρα ήταν έξι χιλιάδες και στη Γαλλία επτά. Και εκεί υπάρχουν υποτροφίες και επιδόματα που με βοήθησαν πάρα πολύ να ζω και να σπουδάζω. Έφυγα κιολας από την Ελλάδα μόλις έσκασε η κρίση, τα έντυπα είχαν αρχίσει να πέφτουν – τώρα σαν Έλληνας εικονογράφος δεν είναι δυνατό να δουλέψω για περιοδικά. Εδώ δεν «παίζει» η εικονογράφηση ενός άρθρου, παρά μόνο η πολιτική καρικατούρα, κάτι που εγώ δεν το έχω, η πολιτική μου σκέψη να με οδηγεί σε τόσο to the point σχέδια. Είναι ένα άλλο επάγγελμα. Τα δύο πρώτα χρόνια κάναμε τα πάντα – γλυπτική, ακαδημαϊκό σχέδιο φουλ, animation, κόμιξ, ψηφιακή εικονογράφηση. Και μετά επέλεγες κατεύθυνση – εγώ εντρύφησα στο κόμιξ και στην εικονογράφηση. Και μετά είχα την τύχη να μου έρθουν πρότζεκτ, αναθέσεις αμέσως μετά την Σχολή – τελείωσα πρώτος κιόλας, οπότε «σκάγανε» προτάσεις από περιοδικά που ήταν σε άμεση σύνδεση με τη Σχολή. Εκεί όταν τελειώσεις τις σπουδές σου, φτιάχνεις ένα επαγγελματικό «σαλόνι» το οποίο τσεκάρουν «μεγάλα κεφάλια» από εταιρείες video games, από animation studios, από εκδοτικούς οίκους, από περιοδικά. Και είχα έτσι την τύχη να κλείσω 2-3 καλά συμβόλαια, να κάνω μια καλή αρχή και σταδιακά να «κτίζω» τη δουλειά μου. Η Σχολή ήταν “στρατός”, πολύ απαιτητική – από το πρώτο στο δεύτερο έτος περνάνε οι μισοί. Αλλά θεωρείται η καλύτερη σχολή στη Γαλλία, ειδικά για εικονογράφηση και animation, αν θες να μάθεις να σχεδιάζεις σωστά και να βγεις επαγγελματίας. Δυσκολεύτηκα κάπως με τα γαλλικά, γιατί υπάρχει η αργκό, υπάρχει η παράμετρος της προφοράς – τελικά μου πήρε κάποιους μήνες να βρίσκομαι σε μια παρέα Γάλλων και να καταλαβαίνω άνετα έστω τη θεματική της συζήτησης (γελάει). Δεν ένιωσα πάντως ποτέ κανένα ρατσισμό ή απομόνωση, οι παρέες ήταν ανοιχτές, ειδικά στο περιβάλλον της Σχολής και της δουλειάς μετά. Μόλις είχε γίνει τότε και το «μπαμ» με την Ελλάδα και την κρίση, οι περισσότεροι έδειξαν ενδιαφέρον και συμπάθεια. Έπαιξαν και τσακωμοί, κυρίως μετά το δεύτερο έτος, οπότε μπορούσα κι εγώ να επιχειρηματολογήσω πολιτικά στα γαλλικά. Ειδικά με τους Γάλλους δε βρήκα μεγάλες διαφορές σαν νοοτροπία, μάλλον γιατί η Γαλλία έχει ένα υπέροχο χαρακτηριστικό: όσον αφορά την κουλτούρα «πιάνει» από ευρωπαϊκό βορά έως νότο. Πάντα όμως εξαρτάται από τον κύκλο που θα βρεθείς και τους ανθρώπους που θα γνωρίσεις. Το Παρίσι είναι “νεροχύτης”, έχει μαζί με τα προάστια δώδεκα εκατομμύρια κατοίκους. Ένα τεράστιο αστικό κέντρο όπου δύσκολα να μη νιώσεις αποξένωση, ακόμα και φόβο. Η Μασσαλία, νομίζω, μοιάζει πολύ με την Αθήνα – είναι μεσόγειοι κι αυτοί. Όσο κατεβαίνεις νότια, οι κουλτούρες μας συνδέονται και, τελικά, μοιάζουν. Στους τρόπους τους είναι πιο άμεσοι, μέχρι και στη γλώσσα τους καταλάβαινα καλύτερα γιατί προφέρουν πιο έντονα τα γαλλικά. Αιφνιδιάστηκα με τη Βρετάνη, νόμιζα ότι επειδή εκεί είναι βοράς, θα είναι και οι άνθρωποι πιο κρύοι, πιο σφιχτοί – κι όμως εκεί ένιωσα το πιο καλόκαρδο welcome. Είναι τρελούτσικοι αλλά καλοί άνθρωποι, ποτέ δόλιοι, για κανένα λόγο. Η Λυόν είναι πιο μπουρζουά-πλούσια πόλη, θεωρείται το διαμαντάκι της Γαλλίας. Αν ένα θέαμα (χορός, θέατρο π.χ.) έρθει στη Λυόν και πάει καλά, θεωρείται ότι θα πάει καλά σε όλη τη Γαλλία. Έχει μια έπαρση η πόλη – αλλά έχουν και φράγκα, οπότε βρίσκεις δουλειές. Έχουν μεγάλη παράδοση στα μεταξωτά υφάσματα, πολλά παλιά εργαστήρια έχουν γίνει μουσειακοί χώροι. Υπήρχε αρκετό προλεταριάτο, στους πρόποδες του λόφου βρισκόταν η ξεκάθαρα αριστερίστικη και αναρχική γειτονιά (καρτιέ/cartier) της πόλης. Σήμερα τριάντα χιλιόμετρα έξω από τη Λυόν έχουμε πυρηνικό εργοστάσιο. Αυτά τα ωραία (γελάει). Μετά τη Σχολή είχα την τύχη και βρήκα αμέσως δουλειά σε μια εταιρεία σαν εικονογράφος-γραφίστας. Η φάση όμως ήτανε “χτυπάς καρτούλα”, παίρνεις και δυο χιλιάρικα το μήνα βέβαια, αλλά ζωγραφίζεις νεράιδες για τα κοριτσάκια και αεροπλανάκια για τα αγοράκια... Πρότεινα κάποια πράγματα, ήταν εντελώς mainstream όμως, καθόλου δεκτικοί, οπότε στους έξι μήνες που τέλειωσε η πρώτη σύμβαση, δεν θέλησα καν να ανανεώσω. Από τότε δουλεύω σαν freelancer, δεν έχω ούτε παιδιά ούτε σκυλιά να εξαρτώνται από μένα, κυνηγάω τη δουλειά μου προσπαθώντας να μην τρελαίνομαι από τη δεδομένη, διαρκή της επισφάλεια και μέχρι τώρα τα πράγματα πάνε καλά, κάθε χρόνο και καλύτερα. Η δουλειά μου είναι πλέον γνωστή στο χώρο των illustrators και έρχονται προτάσεις για πρότζεκτ. Graphic novel-«τούβλο» 120 σελίδων δεν έχω κάνει στη Γαλλία. Έχω δουλέψει όμως σε κολεκτίβες με άλλους σχεδιαστές, όπου φτιάχνουμε ιστορίες πόλεων, ή την ιστορία των γραμματοσήμων. Στη Λυόν συμμετέχω σε μια κολεκτίβα (Οι δρόμοι της Λυόν – Les rues de Lyon) όπου κάθε μήνα βγάζουμε μια ιστορία για τη Λυόν. Αναλαμβάνουμε οι ίδιοι την εκτύπωση και διανομή σε βιβλιοπωλεία της Λυόν και τα κέρδη των πωλήσεων (το κάθε βιβλίο κοστίζει 3 ευρώ) διανέμονται σε τρία ίσα μέρη: ένα ευρώ μένει στην κολεκτίβα για την κάλυψη του κόστους παραγωγής, ένα ευρώ παίρνει ο δημιουργός και ένα ευρώ αντιστοιχεί στον βιβλιοπώλη. Τώρα δουλεύω το artwork του 2020 για το μεγαλύτερο trance/psychedelic φεστιβάλ της Γαλλίας. Περιμένω να υπογράψω για ένα πρότζεκτ σχετικά με τον Β΄ Π.Π. – ένα graphic novel για μια μικρή γαλλική πόλη (Le Chambon-sur-Lignon) όπου καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής προστάτευαν παιδιά Εβραίων. Στην Ελλάδα συμμετείχα με μεγάλη μου χαρά στο πρότζεκτ «Βάλτους Χ» (ValtousX.gr) – έφτιαξαν πέρυσι πρώτη φορά ένα gps με σημεία στην Αθήνα όπου είχαν σημειωθεί ρατσιστικές και ομοφοβικές επιθέσεις. Φέτος αποφάσισαν να κάνουν το ίδιο για όλη την Ελλάδα – επικοινώνησαν μαζί μου από το ίδρυμα «Ρόζα Λούξεμπουργκ», μου έδωσαν δυο κειμενάκια και μου ζήτησαν να κάνω illustrations για αυτά. Εμένα αυτό είναι η χαρά μου: δε θα σου περιγράψω με εικόνες αυτά που γράφει το κάθε κείμενο, θα προσπαθήσω να βγάλω το συναίσθημα. Γι’ αυτό μου αρέσει ο σουρεαλισμός (και η κουλτούρα του pop surealisme) όπου θα παίξεις όχι με μια ρεπορταζιακή, φωτογραφική απεικόνιση, αλλά θα κάνεις κάτι πιο συναισθηματικό, πιο συμβολικό, βάσει πάντα αυτού που διαβάζεις. Αυτή είναι και η δική μου θεωρία όσον αφορά την εικονογράφηση: το κείμενο να παντρεύεται με την εικόνα, τα δύο μέσα να ενώνονται αλλά σε καμία περίπτωση να μην περιγράφει αυστηρά το ένα το άλλο. Πάντως δε θεωρώ “καλλιτεχνικό” αυτό που κάνω: δεν είμαι ζωγράφος, δεν έχω βγει από Καλών Τεχνών για να μπλέξω σε κύκλους φιλοσοφικούς... (γελάει). Για τον «Ζητιάνο» μίλησα με τρεις εκδοτικούς οίκους στη Γαλλία με σκοπό να αγοράσουν τα δικαιώματα – τους άρεσε πολύ και η ιστορία και η δουλειά μου, έκριναν όμως ότι εμπορικά δε θα τραβούσε. Γιατί ο Γάλλος αναγνώστης έχει στο μυαλό του την Ελλάδα είτε σαν αρχαία ιστορία είτε την κατάσταση με την κρίση. Ο «Ζητιάνος» είναι κοινωνικοπολιτική ιστορία στην ουσία της, αλλά έχει ένα βουκολικό background που δεν βοηθά τον ξένο αναγνώστη να κάνει το λινκ με τον πυρήνα του θέματος. Πάντως με το που επιστρέψω Γαλλία θα παρουσιάσω τον «Ζητιάνο» και σε άλλους εκδότες. Ο «Ζητιάνος» μου προτάθηκε από τον εκδοτικό οίκο (Polaris) – ήθελαν πολύ να μεταφέρουν σε κόμιξ την ιστορία αυτή του Καρκαβίτσα, το έψαχναν δυο-τρία χρόνια. Δεν είχα συνεργαστεί ξανά με ελληνικό εκδοτικό οίκο και ενθουσιάστηκα από το ξεκίνημα της συνεργασίας μας, από τα πρώτα κιόλας emails. Διάβασα στα γρήγορα το βιβλίο, δεν το θυμόμουν ακριβώς και ήθελα επίσης να καταλάβω αν μπορώ να το μεταφέρω σε κόμιξ – αν οι εικόνες που δίνει η διήγηση με εμπνέουν, αν μπορώ να φανταστώ τα κάδρα με την πρώτη ματιά. Και ενστικτωδώς, είπα αμέσως “wow”. Αριστούργημα. Ζούσα στον Καναδά τότε και ήμουνα στις μαύρες μου – έψαχνα δουλειά εκεί και οικονομικά τα έβγαζα πέρα δύσκολα, μόνο με κάποιες συνεργασίες που κρατούσα στη Γαλλία. Με βοήθησε πολύ ψυχολογικά το πρότζεκτ του «Ζητιάνου», με ανέβασε. Άνοιξη του 2018 είχα πλέον ξεκινήσει να το δουλεύω – άρχισα τον «Ζητιάνο» στο Μόντρεαλ και τον ολοκλήρωσα στη Γαλλία. Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου στον «Ζητιάνο» είναι αυτούσια τα λόγια του Καρκαβίτσα – μετέφερα ο ίδιος το κείμενο και ο Γιάννης Ράγκος έκανε τις διορθώσεις. Τους πρώτους δύο μήνες είχα φτιάξει έναν πίνακα με post it – αστυνομικού τύπου «να βρούμε τον ένοχο»... – και «έσπαγα» τις σκηνές ώστε να μπει σε τάξη. Το κείμενο στην αρχή είχα προτείνει να το κάνω σε σύγχρονα, σημερινά ελληνικά – κουβέντιασα όμως με τον Γιώργο Ζαρρή (εκδότης του Polaris) και καταλήξαμε αυτό το υπέροχο και ευνόητο και στον τωρινό αναγνώστη κείμενο να το αφήσουμε ως έχει. Ο Καρκαβίτσας είναι πολύ περιγραφικός και με πολλά πισωγυρίσματα στο λόγο του, οπότε είχα κάποιες ενστάσεις καθώς διάβαζα το πρωτότυπο – φοβόμουν μήπως σαν κόμιξ κουράσει. Συνειδητοποίησα όμως, ότι αυτές οι περιγραφές θα αποδοθούν στο κόμιξ ως εικόνες. Η διήγηση της ιστορίας είναι περίτεχνη, ρέει ελεύθερα και οι διάλογοι είναι εκπληκτικοί – κρατήσαμε λοιπόν το κυρίως κείμενο του πρωτοτύπου, με κάποιες παρεμβάσεις μόνο για να διευκολύνουμε το ρυθμό της διήγησης στο κόμιξ. Οι όποιες αλλαγές δεν αλλάζουν επ’ ουδενί το νόημα, ούτε το όραμα ή την αισθητική του Καρκαβίτσα. Τελικά το 95% του κειμένου είναι δικό του. Στον «Ζητιάνο» στο τέλος νικάει το κακό – και κατανοείς (σαν αναγνώστης) τους λόγους αυτής της κατάληξης. Αυτό το χαρακτηριστικό του έργου μου κίνησε το ενδιαφέρον, δεν το βλέπεις συχνά. Απομακρυνόμαστε από τον ρομαντισμό – ο «Ζητιάνος» είναι ωμός νατουραλισμός και αυτό δεν είναι τυχαίο, αφού ο ίδιος ο Καρκαβίτσας είναι επηρεασμένος από τον Εμίλ Ζολά (J’ accuse) και το κίνημα των νατουραλιστών καλλιτεχνών. Ο Καρκαβίτσας ήταν κάπως «μισάνθρωπος», έκραζε για τους Ολυμπιακούς του 1896, έκραζε τους πάντες. Ήταν και μπουρζουάς όμως, στρατιωτικός γιατρός στο επάγγελμα. Δεισιδαιμονία, προκατάληψη, φριχτή ένδεια και φτώχεια τρομερή, αμάθεια, μισογυνισμός, συντηρητισμός. Αυτά είναι μερικά από τα κύρια χαρακτηριστικά της κοινωνίας που περιγράφει ο Καρκαβίτσας. Στον «Ζητιάνο» η θέση της γυναίκας π.χ. στην κοινωνία εκτίθεται ξεκάθαρα: τρώει ξύλο και μάλιστα περιμένει αυτήν τη βία ως κάτι φυσιολογικό. Η γυναίκα μισεί το ίδιο της το φύλο – θέλει να γεννάει αγόρια, τα κορίτσια δεν είναι επιθυμητά. Οι γυναίκες δεν ήθελαν να γεννάνε γυναίκες – γιατί θα έπρεπε να τις «προικώσουν» και στο βάθος της ψυχής τους ήξεραν ότι θα περάσει τα δικά τους βάσανα, τον δικό τους εγκλωβισμό. Υπάρχουν και σήμερα χωριά στην Ελλάδα, ή και στη Γαλλία, που αυτές οι αντιλήψεις δεν έχουν αλλάξει και πολύ. Στον «Ζητιάνο» αναδεικνύεται το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης» – όταν έχεις μεγαλώσει σαν δούλος, δεν ξέρεις τι να κάνεις με την ελευθερία σου. Και ας ξέρεις ότι αυτός είναι ο τύραννός σου, ας τον βρίζεις, ας τον καταριέσαι – όταν θα εμφανιστεί μπροστά σου, αντανακλαστικά σκύβεις το κεφάλι. «Πασά μου» τον προσφωνείς, γιατί αυτός έχει τη δύναμη. Είναι ο τυραννός σου, αλλά θα ήθελες να είσαι σαν αυτόν. Αν σου δινόταν η εξουσία, τέτοιος θα ήσουνα. Στον αδύναμο την «πέφτεις» εύκολα – και όταν γραφόταν ο «Ζητιάνος» και σήμερα. Δε μπορείς να αγγίξεις τους δυνατούς – το ξέρει αυτό ο ανθρωπάκος κάθε εποχής. Και εκτονώνει την οργή του, το κόμπλεξ, την απογοήτευση για την κατάστασή του σε όσους είναι πιο αδύναμοι απ’ τον ίδιο. Θα πατήσεις τον ίσο ή κατώτερό σου, γιατί αυτός είναι που μισείς – γιατί ουσιαστικά μισείς τον εαυτό σου. Αυτά τα ανθρώπινα αντανακλαστικά εκμεταλλεύεται ο φασισμός - και ο Καρκαβίτσας τα διέγνωσε σαν κοινωνικές τάσεις πριν ακόμα δημιουργηθεί η έννοια του φασισμού. Για μένα ο ζητιάνος του Καρκαβίτσα, σαν χαρακτήρας λογοτεχνικός θα μπορούσε να ενσαρκώνει πολλούς ανθρώπους, ρόλους και έννοιες της πραγματικής ζωής – ακόμα και τον καπιταλισμό που για να κερδίσει είναι διατεθειμένος να πάρει οποιαδήποτε μορφή. «Ζητιάνος» του Καρκαβίτσα είναι και ο τραπεζίτης που δε θα διστάσει να σε πετάξει έξω από το σπίτι σου για να πάρει αυτά που του αναλογούν (;). Στο όλον του αυτό το έργο είναι ένας φακός που ρίχνει σκληρό φως σε ότι σκοτεινό έχουμε και εμείς οι ίδιοι μέσα μας. Ο κακός της ιστορίας, ο ίδιος ο ζητιάνος, είναι προϊόν της κοινωνίας στην οποία μεγάλωσε – όπως και οι υπόλοιποι χαρακτήρες του βιβλίου, όπως και όλοι μας. Ο Καρκαβίτσας δεν χαιδεύει κανέναν, εξηγεί όμως τις αδυναμίες μας, των ανθρώπων που μεγαλώνουμε σε μια κοινωνία όπου ισχύει ο νόμος της ζούγκλας, όπου η de facto κατάσταση «η ζωή σου ή η ζωή μου» μας γυρνάει άσχημα το μυαλό. Η ανάγκη της επιβίωσης ξεπερνάει κάθε ηθικό φραγμό. Το συναίσθημα χάνεται έναντι του καθημερινού φόβου. Ο τελωνοφύλακας, ο κρατικός υπάλληλος δηλαδή παίρνει μίζες. Βάλ’ το στη μέρα μας... δεν το βλέπεις; Από το «όλοι μαζί τα φάγαμε» μέχρι τα πιο χαμηλά κλιμάκια. Γυναίκες που είναι φυλακισμένες, δούλες ουσιαστικά, λόγω της φτώχειας και της πατριαρχίας. Θρησκοληψία. Τι είχε γίνει με τους φασίστες στο Corpus Christi; Τα ξεματιάσματα, όσοι γονυπετείς προσκυνάνε παντόφλες... Μηδενική ταξική συνείδηση επίσης: φτωχοί, αδύναμοι άνθρωποι που σιχαίνονται πρωτίστως τους εαυτούς τους, χωρίς να έχουν καταλάβει τον λόγο για τον οποίο βρίσκονται σε αυτή τη θέση. Και υποφέρουν από μικροαστική ματαιοδοξία. Το μυαλό και το όνειρό τους φτάνουν μέχρι ένα ρετιρέ στο Παγκράτι. Νομίζω στην κρίση, μαζί με την όποια ανθρωποφαγία, αναδύθηκαν και κάποια ωραία λουλούδια, όπως η αλληλεγγύη. Οι άνθρωποι στράφηκαν περισσότερο από πριν στην πολιτική, σε μια προσπάθεια να καταλάβουν καλύτερα τι συνέβη και να αντιδράσουν σε αυτό. Έφτιαξαν συνεργατικούς χώρους και δουλειές, κοπερατίβες, προσπάθησαν να αποδράσουν από τη σχέση «αφεντικό-εργαζόμενος». Για μένα αυτό είναι το διαμαντάκι που πρέπει να κρατήσεις και να το εξελίξεις όσο μπορείς. Όλο και περισσότεροι παίρνουν την κατάστασή (τους) στα χέρια τους, γιατί βλέπουν ότι δεν τους βοηθάει κανείς. Υπάρχει στην κοινωνία μας η πλευρά του «θα φάω όποιον βρω μπροστά μου για να ζήσω», υπάρχουν όμως και οι άλλοι – που σκέφτονται «είμαστε μαζί σε αυτό, ας κάνουμε ότι μπορούμε». Και το σχετικό link...
  2. Καυστικός ηθογράφος της ελληνικής επαρχίας του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας απέδωσε με ρεαλισμό και χωρίς ωραιοποιήσεις τη σκληρή πραγματικότητα μιας υπανάπτυκτης Ελλάδας. Η εξαιρετική μεταφορά σε κόμικς του «Ζητιάνου» από τον Kanellos Cob καθιστά το έργο και πάλι επίκαιρο και καταδεικνύει τις διαχρονικές παθογένειες της ελληνικής ιδιαιτερότητας. Η μεταφορά σε κόμικς πολλών έργων της ελληνικής λογοτεχνίας, πρόσφατης αλλά και παλαιότερης, δεν είναι κάτι νέο. Αρκετοί δημιουργοί τα τελευταία χρόνια επιλέγουν να προσαρμόσουν σε κόμικς, ιστορίες που διαβάζαμε στα σχολικά αναγνωστικά και ανθολόγια, διηγήματα και μυθιστορήματα που συγκίνησαν τους αναγνώστες προηγούμενων εποχών αλλά είχαν αρχίσει πια να ξεχνιούνται. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, οι προσαρμογές αυτές είναι επιτυχημένες στον βαθμό που δεν επιδιώκουν να ακολουθήσουν πιστά το αρχικό κείμενο αλλά να αποδώσουν το κλίμα και την πλοκή του με πρωτότυπα εικαστικά εργαλεία. Άλλωστε, οι έννοιες της προσαρμογής, της διασκευής και της διασημειωτικής μετάφρασης, της μεταφοράς δηλαδή ενός έργου από μια τέχνη σε μια άλλη, προϋποθέτουν και εμπεριέχουν την προσωπική ματιά του νέου δημιουργού πάνω σε ένα προϋπάρχον έργο και αποκτούν ενδιαφέρον, όταν ο τρόπος που το παλαιό έργο επαναπροσεγγίζεται σε μια νέα εποχή βασίζεται στη διαφοροποίηση και δεν επιδιώκει την, αναπόφευκτα αδύνατη και εκ των πραγμάτων περιττή, ταύτιση. Από τους Δημήτρη Βανέλλη και Θανάση Πέτρου έχουν έως τώρα κυκλοφορήσει «Το Γιούσουρι και άλλες φανταστικές ιστορίες» με προσαρμογές διηγημάτων των Καβάφη, Καρκαβίτσα, Καρυωτάκη, Ροδοκανάκη, Νικολαΐδη, Παπαδιαμάντη, το «Παραρλάμα και άλλες ιστορίες του Δημοσθένη Βουτυρά» και η «Μεγάλη Βδομάδα του Πρεζάκη» ως προσαρμογή του ομότιτλου διηγήματος του Μ. Καραγάτση. Οι Δημοσθένης Παπαμάρκος, Γιάννης Ράγκος και Γιώργος Γούσης μετέφεραν σε κόμικς τον «Ερωτόκριτο» του Κορνάρου, ο Ράγκος με τον Παναγιώτη Πανταζή φιλοτέχνησαν τα «Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα, οι Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και Γιώργος Τσιαμάντας προτίμησαν ένα λιγότερο γνωστό έργο, την «Κερένια Κούκλα» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, ο Δημήτρης Χαντζόπουλος απέδωσε με έναν ιδιαιτέρως πρωτότυπο τρόπο, μέσω τροποποιημένων πινάκων και εικόνων της ιστορίας της τέχνης, την «Πάπισσα Ιωάννα» του Ροΐδη, ενώ με χιούμορ και ευφυείς αναχρονισμούς προσέγγισε το ροϊδικό έργο και ο Λευτέρης Παπαθανάσης. Στο πλαίσιο αυτό της ευρείας προσαρμογής σε κόμικς έργων της ελληνικής γραμματείας, δεν ξενίζει η επιλογή του Kanellos Cob να στρέψει το βλέμμα του στο πιο γνωστό μυθιστόρημα ενός από τους πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς. Ο «Ζητιάνος» του Ανδρέα Καρκαβίτσα κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1897 και από τότε έχει γνωρίσει δεκάδες επανεκδόσεις, έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες ενώ το 1983 μεταφέρθηκε σε τηλεοπτική σειρά στην αλήστου μνήμης ΥΕΝΕΔ με πρωταγωνιστή τον Ανέστη Βλάχο. Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι ο Τζιριτόκωστας, ένας επαγγελματίας ζητιάνος από τα Κράβαρα που καταφθάνει τη δεκαετία του 1880 στο χωριό Νυχτερέμι της Θεσσαλίας για να αναστατώσει τη ζωή των κατοίκων του. Πρώτα πέφτει θύμα άγριου ξυλοδαρμού από τον τελωνοφύλακα Βαλαχά και στη συνέχεια καταφέρνει να συγκινήσει τους αμόρφωτους και δεισιδαίμονες Νυχτερεμιώτες υποδυόμενος τον ταλαίπωρο και τον κακομοίρη. Παράλληλα πουλάει υποτιθέμενα μαγικά βοτάνια για να γεννούν οι γυναίκες αρσενικά παιδιά και προετοιμάζει την εκδίκησή του βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος στις προκαταλήψεις και τις προλήψεις, την αμάθεια, τη δουλικότητα και τη φτώχεια των αγράμματων επαρχιωτών που είναι έτοιμοι να πιστέψουν κάθε φράση του Ζητιάνου, αρκεί να τους δίνει ελπίδα και να χαϊδεύει τα αυτιά τους. Με τον «Ζητιάνο», ο Καρκαβίτσας καταφέρνει να περιγράψει μέσα από σκληρά περιστατικά και άγριες καταστάσεις την εύθραυστη ειρήνη στην ελληνική επικράτεια λίγα χρόνια μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος, σε μια περιοχή που λυμαίνονται οι τσιφλικάδες και το ιδιοκτησιακό καθεστώς δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει ανάμεσα σε πρώην Τούρκους μπέηδες και νέους Έλληνες φιλόδοξους ιδιοκτήτες. Σε μια τέτοια συνθήκη που όλα είναι ρευστά, ευνοείται η δράση κομπογιαννιτών και απατεώνων, όπως ο Τζιριτόκωστας, που με έξυπνες κινήσεις και χωρίς κανέναν ηθικό φραγμό, επιδιώκει να εκμεταλλευτεί την άγνοια και να χειραγωγήσει τα αισθήματα και τις πράξεις για να αποκομίσει οικονομικά οφέλη. Στην προσαρμογή του Kanellos Cob (εκδόσεις Polaris, επιμέλεια σεναρίου: Γιάννης Ράγκος, επιμέλεια εικονογράφησης: Γιώργος Γούσης), ενός νέου δημιουργού κόμικς που μέχρι τώρα έχει υπογράψει το βραβευμένο «Αντίο Μπάτμαν» σε σενάριο του Τάσου Θεοφίλου, το «Όχι σημαίνει όχι» για τις γυναίκες-θύματα βιασμού και την κουλτούρα του σεβασμού της άρνησης οποιασδήποτε σεξουαλικής κίνησης χωρίς την απόλυτη συναίνεση των προσώπων που εμπλέκονται σε αυτήν, αλλά και πολλά έργα στη Γαλλία, τον Καναδά και αλλού, όλη αυτή η χαοτική κατάσταση της ελληνικής επαρχίας αποδίδεται με έναν ιδιαίτερα επιτυχή τρόπο. Τα μικρά κείμενά του που εισάγουν τον αναγνώστη στη «δράση» ή συνδέουν τις σκηνές μεταξύ τους είναι ευσύνοπτα και πολύ ορθά επιλεγμένα, σε γλώσσα ταιριαστή με την υπόθεση και με ελαφρές παραλλαγές σε σχέση με το πρωτότυπο, τέτοια που να υπηρετούν και να εκφράζουν την αποστροφή του Καρκαβίτσα για τους οπισθοδρομικούς χωρικούς: «Δεκαετία 1880, Νυχτερέμι Θεσσαλίας. Ριγμένο κατά τις εκβολές του Πηνειού, στο γούπατο του πολύκαρπου κάμπου, έχει την φτωχικήν και φοβισμένην έκφραση που έχουν όλα του κάμπου τα χωριά, τα δουλωμένα και τ’ ανάξια υπάρξεως. Στα χαμόσπιτά του συζούν αρμονικά ζώα και άνθρωποι. Το κονάκι του μπέη, ψηλό κι αγέρωχο, βρίσκεται στη μέση. Άλλοτε οι Νυχτερεμιώτες είχαν υπογράψει να παραχωρήσουν το χωριό στον Πασά, αλλά με όρους: τα σπίτια, τ’ αμπέλια και τα ζωντανά δικά τους, κι από ό,τι σπέρνουν να δίνουν το τρίτο στον αφέντη». Και λίγο παρακάτω: «Αλλά μόλις ο Ντεμίς Αγάς επρόβαλλε από το κονάκι, πάλιν η κρυμμένη μέσα τους από αιώνας δουλοσύνη έκανε να λησμονούν τους όρκους και την ανεξαρτησία τους». Ακόμα πιο επιτυχημένος, ωστόσο, είναι ο τρόπος που ο Kanellos Cob εικονογραφεί τον Καρκαβίτσα και αποδίδει την ελληνική επαρχία, τους φοβισμένους ανθρώπους, τον Ζητιάνο, τον τελωνοφύλακα, τη μιζέρια και την απομόνωση των ανθρώπων σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον χωρίς καμιά πιθανότητα –και χωρίς, το χειρότερο, καμιά πρόθεση– διαφυγής. Τα κτίρια, οι ενδυμασίες, τα τοπία, οι στολές, η ελληνική φύση αποδίδονται με ακρίβεια και βασίζονται σε πραγματικά στοιχεία. Οι εκφράσεις των προσώπων, όμως, είναι μια καλλιτεχνική επιλογή του δημιουργού που απογειώνει το έργο του: η οργή και η αυθαιρεσία του συμφεροντολόγου εκπροσώπου της εξουσίας ενός πρωτόγονου αλλά πάντα πελατειακού κράτους, η δουλικότητα των βρόμικων και ξεδοντιασμένων, κακοζωισμένων κατοίκων, η περιφρόνηση του επιστάτη του μπέη, η κουτοπονηριά των γυναικών που πιστεύουν πως αγοράζουν το σερνικοβότανο, το μίσος και η εκδικητικότητα στο πρόσωπο του παπά και, πάνω απ’ όλα, η μοχθηρία του αδίστακτου Τζιριτόκωστα. Έτσι, η νατουραλιστική γραφή του Καρκαβίτσα που συνοδεύει το ηθογραφικό περιεχόμενο βρίσκει στον Kanellos Cob έναν ιδανικό εικονογράφο. Όπως τονίζει και το επιλογικό σημείωμα της έκδοσης: «Εν τέλει, ο συγγραφέας συνθέτει τη σκοτεινή τοιχογραφία μιας κοινωνίας που βρίσκεται στα σύνορα του “παλιού” και του “νέου”, ενώ με τον τελικό θρίαμβο του Κακού υπενθυμίζει ενοχλητικά τη διαρκή οδύνη της ανθρώπινης φύσης». Την οδύνη αυτή για τη διαχρονική επικράτηση του Κακού σε μια Ελλάδα χρονικά μακρινή αλλά όχι και τόσο διαφορετική από τη σύγχρονη μεταφέρει αριστοτεχνικά ο δημιουργός του κόμικς σε ένα έργο που αξίζει να διαβαστεί είτε σε συνδυασμό με το πρωτότυπο είτε και εντελώς ανεξάρτητα από αυτό, ακριβώς λόγω της διαχρονικότητας των θεμάτων του και όσων έχει να μας πει τόσο ο Καρκαβίτσας όσο και ο Cob γύρω από την Ελλάδα του τότε και, ακόμη περισσότερο, του τώρα. Και το σχετικό link...
  3. «Ο Ζητιάνος», το αδιαμφισβήτητο αριστούργημα του Καρκαβίτσα, το οποίο διαβάστηκε από πολλές γενιές Ελλήνων και επηρέασε κορυφαίους μεταγενέστερους συγγραφείς, μετατράπηκε σε ένα αριστουργηματικό graphic novel από τον Kanello Cob και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Polaris. Η σκοτεινή νουβέλα του 1897, η οποία σήμερα θεωρείται ένα κλασικό κείμενο της εγχώριας νατουραλιστικής (ρεαλιστικής) λογοτεχνίας, συγκαταλέγεται στα σπουδαιότερα έργα της νεότερης πεζογραφίας μας. Μερικά χρόνια μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος, φτάνει στο χωριό Νυχτερέμι στις εκβολές του Πηνειού ο επαγγελματίας ζητιάνος Τζιριτόκωστας, ένας αδυσώπητος εκμεταλλευτής της ανθρώπινης αδυναμίας. Με αποκλειστικό σκοπό τον προσωπικό πλουτισμό, ο Τζιριτόκωστας θα χειραγωγήσει επιδέξια τους αμόρφωτους, δεισιδαίμονες και με πρωτόγονα ένστικτα κατοίκους του χωριού και σε λίγες μόνον ημέρες θα τους οδηγήσει στην καταστροφή και τον αφανισμό. Χρησιμοποιώντας γλώσσα που συναιρεί αριστοτεχνικά τη δημοτική με το λαϊκό ιδίωμα, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας θρυμματίζει την «κρούστα» της ηθογραφίας και προχωρά σε ανελέητη και καυστική κριτική της ελληνικής κοινωνίας των καιρών του. Ταυτόχρονα, δημιουργεί απόλυτα ρεαλιστικούς και με εντυπωσιακό ψυχογραφικό βάθος χαρακτήρες, με τον Τζιριτόκωστα, που παραπέμπει στον λαϊκό μύθο του περιπλανώμενου διαβόλου, να αναδεικνύεται μία από τις εμβληματικότερες «φιγούρες» της νεοελληνικής γραμματείας. Εν τέλει, ο συγγραφέας συνθέτει τη σκοτεινή τοιχογραφία μιας κοινωνίας που βρίσκεται στα σύνορα του «παλιού» και του «νέου», ενώ με τον τελικό θρίαμβο του Κακού υπενθυμίζει ενοχλητικά τη διαρκή οδύνη της ανθρώπινης φύσης. gkoul@naftemporiki.gr
  4. Τρίτη αυτοτελής εξόρμηση της Polaris στην Ελληνική λογοτεχνία. Μετά τον Ερωτόκριτο και τα Μυστικά του Βάλτου, αυτή τη φορά έχουμε διασκευή του Ζητιάνου από τον Kanellos C.O.B. (κατά κόσμο Κανέλλο Μπίτσικα). Ο Ζητιάνος πρωτοδημοσιεύτηκε σε 5 συνέχειες στο περιοδικό της Εστίας το 1896 και αυτόνομα σε νουβέλα το 1897. Βασίζεται σε ιδέες και εντυπώσεις που αποκόμισε ο Καρκαβίτσας σε επισκέψεις του στα Κράβαρα και στη Θεσσαλία το 1890-91. Για αυτές τις επισκέψεις είχε γράψει διάφορα κείμενα που δημοσιεύτηκαν στον τύπο της εποχής. Τα δε κείμενα του για τα Κράβαρα, ενόχλησαν τους ντόπιους μέχρι του σημείου να τον καλέσουν σε μονομαχία Κεντρικός ήρωας είναι ένας Κραβαρίτης επαγγελματίας ζητιάνος, ο Κώστας Τζιρίτης ή Τζιριτόκωστας. Ο χρόνος προσδιορίζεται στη δεκαετία του 1880, λίγο μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελληνική επικράτεια, ενόσω οι Τούρκοι πουλούσαν τα τσιφλίκια τους σε πλούσιους Έλληνες. Με έναν αγράμματο ντόπιο πληθυσμό που αντάλλασε το Οθωμανικό κράτος με το Ελληνικό κράτος, τον Τούρκο αγά με τον Έλληνα τσιφλικά, τον μουσουλμάνο καδή με τα Ελληνικά δικαστήρια και τον Έλληνα χωροφύλακα. Η άφιξη του στο Νυχτερέμι της Λάρισας (νυν Παλαιόπυργος, ένα χωριό μετά τα Τέμπη όπως ανεβαίνουμε για Σαλονίκη, σχετικά κοντά στις εκβολές του Πηνειού) θα φέρει ακόμα περισσότερη αναστάτωση στο χωριό. Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο. Η προ της γενιάς του 35 Νεοελληνική λογοτεχνία δεν με συγκίνησε ποτέ (ίσως και λόγω των γλωσσικών διενέξεων). Μπορεί να έχω διαβάσει στο Λύκειο τα Λόγια της Πλώρης, αλλά ανάθεμα κι άμα τα θυμάμαι. Ως εκ τούτου δεν μπορώ να κρίνω το επίπεδο της μεταφοράς, αλλά μόνο το κόμικ ως μια ξεχωριστή αυτόνομη οντότητα. Είναι σοβαρό και καθόλου ειρωνικό. Μολαταύτα είναι τίγκα στην ειρωνία Διαβάζεις την καταγραφή της γυφτιάς, της ηθικής αθλιότητας, της κρατικής διαφθοράς, της αναλγησίας του μακρινού κράτους, της αμάθειας και της δουλοπρέπειας του πληθυσμού, της ψευτομαγκιάς, και ενώ δεν προσπαθεί να προκαλέσει το γέλιο, νοιώθεις ξεκάθαρα στο πετσί σου την ειρωνία, τον σαρκασμό και τον κυνισμό του σεναρίου. Δετό σενάριο, με ρυθμό, που σε κρατάει. Και αν καταλαβαίνω καλά από τα όσα διαβάζω, πολύ πιστό στο πρωτότυπο υλικό Πάντως δε νομίζω να γραφόταν σήμερα τέτοιο κείμενο και να αγγαλιαζόταν από την ιντελιτζένσια με θέρμη Πολύ Μπουκόφσκι, πολύ καλός όταν τα λέει για άλλους, πονάει πολύ όμως όταν βάζει απέναντί μας τον καθρέφτη και δείχνει την όποια γελοιότητά μας χωρίς να την τυλίγει με έναν μανδύα δικαιολογιών και αιτιολογιών που να τραβάει πάνω του τις όποιες ευθύνες. Λογικό το να καλούσαν τον Καρκαβίτσα σε μονομαχίες Εικαστικά. Ωραίο στήσιμο καρέ και σελίδων. Όμορφες και γραφικές αναπαραστάσεις των χώρων με σωστή προοπτική και καμπόση λεπτομέρεια στα "κενά" σημεία. Δεν με εκστασίασαν, δεν με απογοήτευσαν. Ένα έμορφο 7/10 σε αυτό το σκέλος. Τα πρόσωπα πλήρως ευδιάκριτα, ξέρεις πάντα ποιος είναι ποιος. Δεν είναι 100% το ρεαλιστικό στυλ που αγαπάω, έχει κάποια καρτουνίστικα στοιχεία ειδικά στο σώμα. Συνολικά όμως δούλεψε μια χαρά για εμένα Συνολικά δεν τη μετάνιωσα αυτή την αγορά Παραθέτω υλικό από το κόμικ από το δειγματικό pdf που έχει η εκδοτική στο site της. Όπως βλέπουμε αυτή τη φορά λέει "Σειρά: Η Νεοελληνική Λογοτεχνία σε Γκράφικ Νόβελ, Νο3". Δεν υπήρχε τέτοια ένδειξη στα προηγούμενα 2. Μακάρι να συνεχιστεί και να βγούνε κι άλλα. Φτάνει να συνεχίσουν να γίνονται διασκευές από ανθρώπους που έχουν και τις σχετικές ικανότητες αλλά και την ίδια αγαπη για το πρωτογενές υλικό. Να μην ξεπέσει δλδ σε ένα "διασκευές βιβλίων για να βγαίνουν διασκευές βιβλίων σε κόμικ". (πολλές οι φορές που είδαμε να μεταφράζονται ξένα κόμικ που βασίζονταν σε βιβλία μόνο και μόνο επειδή τα βιβλία είχαν ενδιαφέρον και όχι επειδή τα κόμικ ήταν καλά). Monsieur Kanellos C.O.B. (coin operated boy) ενώ τζιφράρει το αντιτυπό μου στο Αθενσκον 2019 Monsieur Kanellos Cob ενώ δεν τζιφράρει το αντίτυπό μου, σε μια πιο προσωπική στιγμή, όπως είναι στη σελίδα του στο bedetheque (διότι έχει βγάλει και γαλλόφωνο υλικό )
  5. Σε Αυτήν την Εικονογράφηση της Αθήνας Μπορεί να Δεις τον Εαυτό σου Ο δημιουργός του "Random Urbanism: Athens", Kanellos Cob, μας μιλάει για το illustration που του πήρε σχεδόν δύο χρόνια να ολοκληρώσει. Αν είχε πρόσωπο η Αθήνα, πώς θα ήταν; Μήπως θα ήταν γερασμένο, γεμάτο έγνοιες και ρυτίδες; Σίγουρα, στα κουρασμένα μάτια της θα έβλεπες κάτι που φαίνεται σε όσους βρίσκονται για πάρα πολύ καιρό σ' αυτόν τον κόσμο. Η Αθήνα είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις του κόσμου, με καταγεγραμμένη ιστορία που φτάνει έως το 3.200 π.Χ. Κάποτε, η αρχαία Αθήνα υπήρξε μια πανίσχυρη πόλη-κράτος και κέντρο των τεχνών, της γνώσης και της φιλοσοφίας. Ήταν ο χώρος όπου σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, η πολιτική σκέψη, το θέατρο, οι τέχνες, η φιλοσοφία, η επιστήμη και η αρχιτεκτονική έφτασαν στο απόγειό τους. Αν είχε μάτια η Αθήνα, μέσα τους θα έβλεπες το φως. Αυτή η σοφή πόλη που θεωρείται η «γενέτειρα της δημοκρατίας» μοιράζει απλόχερα εμπειρίες στους αναρίθμητους επισκέπτες της από όλο τον κόσμο. Στην Αθήνα μπορείς ακόμα να πάρεις μια γεύση από την αίγλη που πηγάζει από την ιστορία της, τα σπουδαία μνημεία και αριστουργήματα τέχνης του παρελθόντος της. Στα μπερδεμένα σοκάκια της θα βρεις ίχνη που άφησαν παλιοί και νέοι κατακτητές, απολαμβάνοντας τον αττικό ουρανό. Στο κέντρο θα βρεις παλιές πολυκατοικίες με σκισμένες μουσταρδί τέντες, καταστήματα με φθηνά και ακριβά προϊόντα, φαστφουντάδικα και πολυτελή εστιατόρια. Θα βρεις συγκροτήματα με ενοικιαζόμενα σπίτια δίπλα από μια μονοκατοικία με βουκαμβίλια στο πλάι, που δεν δόθηκε για αντιπαροχή. Μέσα στην πόλη κυκλοφορούν άνθρωποι γελαστοί και άνθρωποι σκυθρωποί. Αν έχεις ζήσει στην πρωτεύουσα της Ελλάδας, σίγουρα θα έχεις έρθει αντιμέτωπος με όλες τις αντιθέσεις που πηγάζουν από τη σύγκρουση ενός κόσμου απαρχαιωμένου που στριμώχνεται σε μια σύγχρονη πραγματικότητα. Ο Κανέλλος Μπίτσικας aka Kanellos Cob γεννήθηκε στην Αθήνα το 1985 και μεγάλωσε εκεί μέχρι που μετακόμισε στη Γαλλία για να σπουδάσει εικονογράφηση. Είναι ένα παιδί που έζησε το αστικό πεδίο και αποφάσισε να αποτυπώσει σε μια εικόνα όλα όσα η Αθήνα έβαλε στην ψυχή του. Όπως λέει ο ίδιος «Η Αθήνα είναι μία πόλη γεμάτη αντιθέσεις, πολιτικές, κοινωνικές και ψυχολογικές». Το “Random Urbanism: Athens” είναι το πρώτο από μια σειρά illustration που δημιούργησε με βάση τις πόλεις που έχει ζήσει ή επισκεφτεί. Διάβασε παρακάτω όσα είπε στο VICE για το έργο του: VICE: Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το “Random Urbanism: Athens”; Kanellos COB: Το αστικό τοπίο είναι το πεδίο που με ενδιαφέρει περισσότερο στην εικονογράφηση. Γεννήθηκα, μεγάλωσα και ζω σε πόλη, οπότε οι αναφορές μου πηγάζουν κυρίως από εκεί. Το “Random Urbanism: Athens” είναι το πρώτο από μια σειρά illustration που θέλω να κάνω με βάση πόλεις που εχω ζήσει ή επισκεφτεί. Η Αθήνα είναι μία πόλη γεμάτη αντιθέσεις, πολιτικές, κοινωνικές και ψυχολογικές. Ένιωσα την ανάγκη να αποτυπώσω αυτή την ποικιλία ενώνοντας όλα αυτά τα στοιχεία μέσα από ένα πρίσμα παραλογισμού. Το έργο έχει διάσταση 68x400 cm. Η μεγάλη διάσταση του έργου ήταν κάτι που αποφάσισες από την αρχή ή προέκυψε στην πορεία; Ήξερα ότι θέλω να δουλέψω σε μακρόστενο format. Με ενδιαφέρει αυτή η διάσταση, διότι -αν και στατική- η εικόνα ουσιαστικά σε πάει βόλτα σε μία πόλη που δεν σταματάει να κινείται ποτέ. Καθώς προχωράς ανακαλύπτεις καταστάσεις, χρώματα, πρόσωπα και σύμβολα, τα οποία ίσως και να λειτουργήσουν σαν καθρέπτης του εαυτού σου. Το τέλος προέκυψε τυχαία, τη στιγμή που βαρέθηκα και κουράστηκα πια να το δουλεύω - σαν ένα κεφάλαιο που έπρεπε να κλείσει. Μέσα σε πόσο χρονικό διάστημα το ολοκλήρωσες και τι δυσκολίες αντιμετώπισες; Μου πήρε σχεδόν δύο χρόνια να το ολοκληρώσω. Είναι προσωπική δουλειά, οπότε το έπιανα όταν είχα ανάγκη να αδειάσω το κεφάλι μου και να διαχειριστώ τα άγχη μου. Στο τεχνικό κομμάτι, το δύσκολο ήταν να βρω μία συνέχεια στη σύνθεση, που να ενώνει όλα τα κομμάτια της ιστορίας που προσπαθώ να πω, χωρίς να υπάρχουν κενά που σοκάρουν. Μου αρέσει το χάος και όταν προσπαθώ να το αποτυπώσω θέλω να είναι όλα ξεκάθαρα. Παράδοξο το ξέρω. Είναι σαν να προσπαθείς να βάλεις σε τάξη την τυχαιότητα των σκέψεών σου. Ποια θέματα θίγει το “Random Urbanism: Athens”; Πολλά και ασύνδετα μεταξύ τους. Από τη νοσταλγία βλέποντας το απέναντι μπαλκόνι στην γειτονιά που μεγάλωσα, μέχρι την μικροαστική ματαιοδοξία που κάνει contrast με την ταξική ανισσοροπία που επικρατεί. Η πολιτική διαφθορά, το προσφυγικό, η προγονοπληξία, η ομοφοβία, η αστυνομοκρατία, η οικονομική και κοινωνική κρίση, το πρώτο μου φιλί, ο φεμινισμός, οι αντιδράσεις με βάση τον νόμο της ζούγγλας, τα αδέσποτα, η θρησκοληψία και πάει λέγοντας. Ένα συνονθύλευμα χαράς, οργής, λύπης κ.ο.κ. Γεννήθηκες και μεγάλωσες στην Αθήνα, ωστόσο μένεις στο εξωτερικό εδώ και μερικά χρόνια. Πιστεύεις ότι αυτό έχει επηρεάσει το πώς βλέπεις την Ελλάδα, όντας πλέον εξωτερικός παρατηρητής; Σίγουρα. Μερικές φορές βαράω παράνοιες με αυτά που διαβάζω και βλέπω την Ελλάδα σαν ένα δυστοπικό μέρος. Η άνοδος του φασισμού, η δολοφονία του Παύλου Φύσσα και, αργότερα, του Ζακ Κωστόπουλου, η στοχευμένη πολιτικά αστυνομική καταστολή, το βίαιο άδειασμα των καταλήψεων, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των προσφύγων, μία ακροδεξιά νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση κ.ο.κ., είναι δυστυχώς τα πρώτα που μου έρχονται στο μυαλό όταν σκέφτομαι την Ελλάδα. Όταν όμως κάνω τον παραλληλισμό με την κοινωνική και πολιτική κατάσταση στη Γαλλία, όπου τα παραπάνω φαινόμενα είναι ίδια, αν όχι χειρότερα, συνειδητοποιώ πως ζούμε στην ίδια δυστοπία. Απλώς με αγγίζει περισσότερο όσον αφορά στην Ελλάδα γιατί αν και, όπως σωστά αναφέρεις, δε ζω πια εκεί, οι δεσμοί μου με τη χώρα και τους ανθρώπους της είναι τέτοιοι που δεν είμαι απλώς ένας παρατηρητής. Ουσιαστικά αυτό θέλω να εκφράσω μέσα από το illustration. «Ποπ-σουρεαλισμός»: Πώς κατέληξες σε αυτήν την προσέγγιση; Στον όρο με εισήγαγε, το 2008, ο εξαιρετικός ζωγράφος Νίκος Σίσκος την περίοδο που έκανα την πτυχιακή μου πάνω στις τεχνικές ζωγραφικής του Salvador Dali. To “Random Urbanism: Athens” έγινε, κατά μεγάλο μέρος, με την τεχνική του υπερεαλιστικού αυτοματισμού, όπου πρώτα ζωγραφίζω και μετά σκέφτομαι με σκοπό να προβληθεί το ασυνείδητο. Παράλληλα, η ποπ κουλτούρα που είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον σουρεαλισμό και καθοριστικό μέρος της πραγματικότητας μας, αποτελεί μία αστείρευτη πηγή έμπνευσης για μένα. Ο συνδυασμός αυτών των δύο καθόρισε και τον τρόπο που μου αρέσει να ζωγραφίζω. Ποιο ήταν το feedback που πήρες στην έκθεση Horizons στο Παρίσι, όπου παρουσίασες το έργο σου και ποια είναι τα μελλοντικά σου σχέδια; Η έκθεση πήγε πολύ καλά και τα σχόλια ήταν ιδιαίτερα ενθαρυντικά. Προκύπτουν ενδιαφέρουσες συζητήσεις όταν αποτρέπεις τον θεατή να σου κάνει ερωτήσεις πάνω σε αυτό που βλέπει και να τον προτρέπεις να μοιραστεί μαζί σου αυτό που νιώθει. Σε λίγο καιρό θα κυκλοφορήσει στην Ελλάδα το κόμικ που έκανα σε συνεργασία με τον εκδοτικό Polaris, βασισμένο στον «Ζητιάνο» του Ανδρέα Καρκαβίτσα. Παράλληλα, δουλεύω ένα κόμικ για την Γαλλική Αντίσταση στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Κανέλλος Μπίτσικας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1985. Το 2010, αφού τελείωσε τις σπουδές του στο Τμήμα Συντήρησης Αρχαιοτήτων και 'Εργων Τέχνης στα ΤΕΙ Αθήνας, μετακόμισε στη Γαλλία για να σπουδάσει εικονογράφηση και comics στην Ecole Emile Cohl όπου, το 2014, αποφοίτησε με τιμητική διάκριση. Έχει συμμετάσχει στη δημιουργία της τοιχογραφίας “Μoebius” και το 2013 εξέδωσε το πρώτο του παιδικό βιβλίο “L'arbre”. Έχει εικονογραφήσει άρθρα για περιοδικά όπως τα “Acteurs de l’economie - La Tribune” και “myTOC.fr “. Ανάμεσα στα κόμικ που έχει εκδόσει είναι τα “Tout nu et tout Bronzé”, “Guide de Paris” και “Histoires du Timbre en BD”. Συνεργάζεται με το περιοδικό «Μπλε κομήτης» και παράλληλα εργάζεται σαν εικονογράφος για περιοδικά στον Καναδά (Québec Science), τη Γαλλία (Reliefs, Lyon Capitale) και την Αϊτή (Revue 360). Επίσης, έχει αναλάβει την εικονογράφιση του “Revolt!” label και εικονογραφεί εξώφυλλα δίσκων για Ελλάδα (Melting records), Γαλλία (Hadra Records, Algorythmik) και Καναδά (Collectif 9). Το 2018 εικονογράφησε το κόμικ «Αντίο Μπάτμαν», του Τάσου Θεοφίλου (εκδόσεις Red&Noir) που απέσπασε το Βραβείο Κοινού στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικ 2018. Για περισσότερα νέα του Kanellos Cob ακολούθησέ τον στο Facebook και το Instagram. Πηγή ===
  6. Ο βιασμός είναι έγκλημα. Ένα απλό «όχι» θα έπρεπε να είναι αρκετό, ώστε να μην οδηγηθεί μια κατάσταση χωρίς συναίνεση μέχρι εκεί. Τα πρόσφατα περιστατικά βιασμών αποδεικνύουν πως το «όχι» δεν γίνεται σεβαστό. Το «Όχι σημαίνει όχι» εξηγεί το πώς και το γιατί πρέπει να μάθουμε να λέμε και να ακούμε το «όχι». Από τις πιο σπουδαίες και φορτισμένες με αποφασιστικότητα λέξεις σε κάθε γλώσσα του κόσμου είναι το «Όχι». Στις περιπτώσεις που αποτελεί την απάντηση σε κάποια σεξουαλικού τύπου ερώτηση, χειρονομία ή πράξη, θα έπρεπε να αποτελεί διαταγή, χωρίς «αλλά» και δεύτερες κουβέντες. Και με κατηγορηματικό τρόπο, χωρίς επιπλέον πράξεις άνευ συναίνεσης του προσώπου που για οποιονδήποτε λόγο το λέει. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που δόθηκαν στη δημοσιότητα το 2016, ωστόσο, το 32% των Ελλήνων και το 27% των Ευρωπαίων πολιτών είναι έτοιμοι να δικαιολογήσουν ένα βιασμό, ανάλογα με τις συνθήκες που συνέβη. Τα ρούχα του θύματος, η συμπεριφορά του, το μέρος στο οποίο βρέθηκε, τα όσα είπε, οι κινήσεις του, αποτελούν για σχεδόν έναν στους τρεις Ευρωπαίους, «ελαφρυντικά» για τον βιαστή και μπορούν να δικαιολογήσουν σε κάποιο βαθμό το έγκλημά του. Το «Όχι σημαίνει όχι» (αυτοέκδοση σε κείμενα της «Λ.» με τη στήριξη της συλλογικότητας «Καμιά Ανοχή» και σχέδια του Kanellos Cob) έρχεται να απαντήσει με έναν απολύτως πειστικό τρόπο σε τέτοιες στάσεις, να δώσει οδηγίες και συμβουλές σε θύματα ώστε να υπερασπιστούν αποτελεσματικά τους εαυτούς τους, αλλά και σε δυνητικούς ή επίδοξους θύτες, ώστε να ξέρουν πού πρέπει να σταματήσουν όταν η απάντηση είναι «όχι». Στο βιβλίο καταγράφεται η εμπειρία της «Λ.», ενός θύματος βιασμού, ενώ η έκδοση γίνεται για την οικονομική υποστήριξη της υπόθεσης. Όπως γράφει ο Kanellos Cob (δημιουργός μεταξύ άλλων του βραβευμένου «Αντίο Μπάτμαν» σε σενάριο του Τάσου Θεοφίλου) στη σελίδα του στο facebook (αναπαράγεται με την άδειά του): «Η Λ. βιάστηκε πριν 2 χρόνια. Με πλησίασε για να επικοινωνήσει τη μαρτυρία της. Η μαρτυρία της και μια σειρά κειμένων γύρω από την κουλτούρα του βιασμού, είχαν αποτέλεσμα μια εικονογραφημένη έκδοση, τα έσοδα της οποίας θα διατεθούν για τα έξοδα του δικαστηρίου. Προς το παρόν, βρίσκεται στο Beaver και σύντομα σε αλληλέγγυα βιβλιοπωλεία και βιβλιοκαφέ σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη». Οι εικόνες του είναι σκληρές και συνοδεύουν ιδανικά τα κείμενα της «Λ.», ιδιαίτερα την καταγραφή της εμπειρίας της ως θύματος βιασμού. Ένας ματατζής και ένας γιατρός με πέη σε στύση αντί για κεφάλια έρχονται σε πλήρη αντίστιξη με μια γυναίκα βουτηγμένη σε μια αιμάτινη λίμνη. Για να ανατραπεί αυτό, χρειάζεται ενεργή δράση. Και εκπαίδευση. Και όπως γράφει η «Λ.»: «Πιστεύω σε λογικές πράξεις. Πιστεύω στην εκπαίδευση. Πιστεύω, λοιπόν, ότι είναι απαραίτητο να εξηγήσουμε στα αγόρια, στους άντρες, τι είναι η συναίνεση, ο σεβασμός και ειδικά να τους εξηγήσουμε ότι οι γυναίκες έχουν το δικαίωμα να βρίσκονται στον δημόσιο χώρο χωρίς να κινδυνεύουν. Έναν κίνδυνο που διατρέχουν επειδή η κοινωνία μας προτιμά να τις εκπαιδεύει να μη βιάζονται παρά να εκπαιδεύει τους άνδρες να μην βιάζουν ή να προσβάλλουν σεξουαλικά τις γυναίκες». Tι είναι βιασμός; Σύμφωνα με το «Όχι σημαίνει όχι»: «Ο βιασμός είναι μια ανεπιθύμητη σεξουαλική σχέση, με ή χωρίς διείσδυση, με τους/τις συντρόφους σας, με έναν ξένο/η, με ή χωρίς σωματική βία. Ο βιασμός δεν είναι μόνο η στερεότυπη εικόνα ενός μεγαλόσωμου τύπου που μας κυνηγάει με ένα όπλο σε έναν σκοτεινό δρόμο, αλλά είναι οποιαδήποτε κατάσταση όπου δεν υπάρχει συναίνεση. Καταπολεμώντας την κουλτούρα του βιασμού ➊ Αποφεύγουμε τη χρήση γλώσσας που αντικειμενοποιεί ή υποβαθμίζει τις γυναίκες και τους διαφορετικούς ανθρώπους με διαφορετικό φύλο. ➋ Μιλάμε αν ακούμε κάποιον άλλον να κάνει ένα επιθετικό αστείο ή κάποιο αστείο περί έμφυλης βίας. ➌ Αν κάποια φίλη/φίλος λέει ότι έχει βιαστεί, πάρτε την/τον σοβαρά και υποστηρίξτε την/τον. ➍ Σεβόμαστε τον φυσικό χώρο των άλλων ακόμη και σε περιστασιακές σχέσεις. ➎ Επικοινωνούμε πάντα με τους συντρόφους μας. ➏ Δεν αφήνουμε τα στερεότυπα να διαμορφώνουν τις ενέργειές μας. ➐ Συμμετέχουμε σε ομάδες που υφίστανται για να καταργήσουν την κουλτούρα του βιασμού. ➑ Πάνω απ’ όλα εκφράζουμε την αντίθεσή μας στην αντικειμενοποίηση των γυναικών. Και το σχετικό link...
  7. Πρόκειται για μεταφορά σε κόμικς ενός διηγήματος του Τάσου Θεοφίλου. Το περιεχόμενο είναι πολιτικό: μια εναλλακτική θεώρηση στον μύθο του Μπάτμαν με αναφορές στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, ψόγο στην καπιταλιστικό καθεστώς, αποδοχή των βίαιων μορφών αντίδρασης. Μια εσωτερική σελίδα: Τα βιογραφικά των δημιουργών:
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.