Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'babel'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Γερμανίκεια
  • Ιστορική/ φιλολογική γωνιά
  • Περί ανέμων και υδάτων
  • Dhampyr Diaries
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • The Unstable Geek
  • Κομικσόκοσμος
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Valt's blog
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • Film
  • Θέμα ελεύθερο
  • Vet in madness
  • GCF about comics
  • Dr Paingiver's blog

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 5 results

  1. Για την «Babel», το νέο εξαιρετικό, συγκινητικό και εν μέρει αυτοβιογραφικό έργο του Soloup, είχαμε γράψει πριν από λίγες εβδομάδες. Τώρα ήρθε και η ώρα της πρώτης επίσημης παρουσίασής του. Την Τρίτη 24 Φεβρουαρίου στις 19.00, στον χώρο του Ινστιτούτου για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή Eteron (Λεωκορίου 38, Ψυρρή), θα μιλήσουν για το βιβλίο οι Βαγγέλης Καραμανωλάκης, καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του ΕΚΠΑ, Λήδα Τσενέ, διδακτόρισσα και ιδρύτρια της Athens Comics Library, και ο δημιουργός. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης θα προβληθεί βίντεο με τα παρασκήνια της έρευνας στο Βέλγιο από τους Πόλυ Ρουμελιώτη και Kris Kaerts. Και το σχετικό link...
  2. Ένα graphic novel λοιπόν από έναν γνώριμο και με πολλές διακρίσεις δημιουργό, που αυτοσυστήνεται ως «πολιτικός γελοιογράφος […] και δημιουργός κόμικς». Τόσο σύνθετο στην κατασκευή του ώστε να υπάρχει ο φόβος να μην μπορέσει να παρουσιαστεί χωρίς να χάσει τη γοητεία του. Όλα ίσως να ξεκινούν από τον τίτλο: Babel, που ανάγεται παράλληλα στο βιβλικό σύμβολο του πύργου της Βαβέλ αλλά και στο περιοδικό κόμικς «Βαβέλ», που, σύμφωνα με την αφιέρωση, «μας έμαθε να διαβάζουμε, να σκιτσάρουμε και να ονειρευόμαστε με τα κόμικς στην Ελλάδα». Τέτοιοι αναπάντεχοι συχνά συσχετισμοί βρίσκονται διάσπαρτοι μέσα στο βιβλίο, συνδέοντας το όποιο παρόν (τα επτά ταξίδια του συγγραφέα στο Βέλγιο) με ένα παρελθόν διττό: το ιστορικό Βέλγιο των μεταναστών ανθρακωρύχων, ανάμεσά τους (όπως πληροφορείται ο αναγνώστης) και οι παππούδες του συγγραφέα, αλλά και τον μυθικό πύργο της Βαβέλ κάπου στη Μεσοποταμία, με όλες τις συναφείς ηθικολογίες για την ανθρώπινη απληστία. Soloúp | Babel. When the Fallen Angels Rise | Σελ. 247 | Ίκαρος, 2025 Ο βιβλικός πύργος εκπροσωπείται από τον διάσημο πίνακα του Μπρέγκελ, αλλά με μια έξυπνη αντιστροφή αντανακλάται, ανεστραμμένος, στα βελγικά ορυχεία σε τρεις παραλλαγές – η μια τους κοσμεί το εξώφυλλο. Τη μια σχετική εικόνα στο εσωτερικό συνοδεύει ένα σχόλιο: «Μόνο που εκείνοι χτίζανε προς τα πάνω, ενώ εμείς σκάβαμε προς τα κάτω» (σ. 188). Δύο μάλιστα σελίδες παρακάτω, θα εμφανιστεί ο Νεβρώδ, ο φιλόδοξος βασιλιάς που έχτισε τον πύργο – αυτή τη φορά με μορφή δανεισμένη από έναν εξίσου διάσημο μινωικό σφραγιδόλιθο από τα Χανιά, που δείχνει μια σπάνια παράσταση μιας πόλης/ανακτόρου (σ. 191). Στο παραμύθι μπλέκουν επιμέρους σχόλια λεκτικά (π.χ. «Νεβρώδ, ο πρώτος ινφλουένσερ») και εικαστικά (π.χ. εικόνες ομορφιάς του Χοκουσάι). Στην ιστορία θα μπλέξουν και άλλα σύμβολα, όπως η εκκλησία Béguinage που βοηθούσε όλους τους κατατρεγμένους, το εμβληματικό τζουκ μποξ του διάσημου ελληνικού καφενείου La Rose Blanche στο Μόλενμπεκ, που θα βρεθεί ξεχασμένο σε αποθήκη, και του οποίου η ιστορία μπλέκει μέσα στη διήγηση του Soloúp για την εκεί ελληνική κοινότητα, ο τόσο δημοφιλής στους ανθρακωρύχους Στ. Καζαντζίδης, και πάει λέγοντας. Όλα ξεκινούν όταν ο Soloúp συνάντησε στην Αθήνα την ελληνικής καταγωγής Πόλυ (Πολυξένη) Ρουμελιώτη, ερευνήτρια της «ελληνικής παρουσίας στο Βέλγιο» το 2015, στην οποία πέρασε την επιθυμία του να μάθει αν πράγματι ο παππούς και η γιαγιά του, Μικρασιάτες πρόσφυγες, είχαν παντρευτεί στο Βέλγιο – μια αόριστη ιστορία που κυκλοφορούσε μέσα στην οικογένειά του. Αυτή η Πόλυ ήταν που θα ανακάλυπτε το πιστοποιητικό γάμου των παππούδων του στην Αμβέρσα και σε συνδυασμό με τον σκηνοθέτη θεάτρου-κινηματογράφου Κρις Καρτς και τη δημοσιογράφο-φωτογράφο Ιωάννα Γυμνοπούλου, κόρη εστιάτορα στις Βρυξέλλες, θα πλαισίωναν τον Soloúp στις περιπετειώδεις περιηγήσεις του στα πρώην βελγικά ανθρακωρυχεία, στα λημέρια των «μεταναστών εργατών», όσων είχαν απομείνει, που δούλευαν ώς το ’90 μέσα στις υπόγειες στοές. Στο βιβλίο η αρχή της ιστορίας σκηνοθετείται στη βροχερή πλατεία μπροστά από την εκκλησία Béguinage όπου ο αφηγητής (Soloúp) αντιμετωπίζει ένα κοπάδι σκυλιά που του μαθαίνουν πόσων ειδών γαβγίσματα υπάρχουν – δηλαδή το μοτίβο που κρύβεται πίσω από τον πύργο της Βαβέλ. Ακολουθεί, στο τρίτο μέρος, μια «συνέντευξη μ’ έναν άγγελο», όπου ένας παλαίμαχος ανθρακωρύχος, ο κυρ Άγγελος, φιλοσοφεί για την ανθρώπινη ασυνεννοησία και ρωτάει στο τέλος: «Ξέρεις, κόρη μου, τη Βαβέλ;» Το τέταρτο μέρος ξαναδένει με την πλατεία της Béguinage, με διαδοχικές οπισθοχωρήσεις στον χρόνο, όπου μπλέκουν ακόμα η καταστροφή της Σμύρνης, ο ένας πλούσιος παππούς, ο Άγγελος (που μοιάζει του Πεσόα) και η γιαγιά στα νιάτα της, για να καταλήξουν πάλι στην πλατεία με έναν διάλογο ανάμεσα στον Soloúp και στον σκύλο που του κρατά συντροφιά και μιλάει άπταιστα ελληνικά. Το πέμπτο μέρος (Pneumoconiosis) περιέχει την αφήγηση του κυρ Άγγελου για τη ζωή στα βελγικά ανθρακωρυχεία, τα δυστυχήματα, τους θανάτους, αλλά και τη θαυμαστή του διάσωση από ένα απανθρακωμένο δέντρο. Στο τελευταίο μέρος (Λευκά Τριαντάφυλλα), με μια εικόνα σωμάτων «που πετούν πάνω από τη γη», θυμίζοντας Β. Βέντερς, μαθαίνουμε πως ο κυρ Άγγελος πέθανε αιφνίδια, όμως ζει μεταξύ των συντρόφων του, ακούει κι αυτός Καζαντζίδη, και στο τέλος φιλοσοφεί: «Κι έτσι ο θάνατος δεν μοιάζει με δυστυχία», αφήνοντας ένα άσπρο τριαντάφυλλο στον πάγκο έξω από την ίδια πάντα εκκλησία. Και το σχετικό link...
  3. Η «Babel» του Soloup είναι ένα έντονα συναισθηματικό και φορτισμένο αυτοβιογραφικό ταξίδι στις ρίζες του και στο παρελθόν των προγόνων του, από τη Σμύρνη μέχρι τα ανθρακωρυχεία του Βελγίου. Εκ των κορυφαίων Ελλήνων δημιουργών κόμικς ο Soloup, κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος, έχει καταφέρει εδώ και χρόνια να είναι συνεπής στο ραντεβού του με τους αναγνώστες σε τακτά χρονικά διαστήματα παρουσιάζοντας πλέον μεγάλα σε έκταση αλλά και θέματα βιβλία. Το «Αϊβαλί» (2014) σηματοδότησε τη στροφή του από τα κατεξοχήν χιουμοριστικά κόμικς με τα οποία καταπιανόταν με επιτυχία ως τότε («Ο Ανθρωπόλυκος», «Μήτσος Κυκλάμινος», «Ο Βασιλιάς Μύγας», «Πειρασμοί» κ.ά.) στα ιστορικά, κοινωνικά και μεγαλύτερης έκτασης βιβλία. Η επιτυχία του ήταν πολύ μεγάλη, κάτι που αποδεικνύεται από τις απανωτές επανεκδόσεις, τις πολλές μεταφράσεις σε ξένες γλώσσες, τις εκθέσεις που το πλαισίωσαν κ.ά. Ακολούθησαν ο σπαρακτικός «Συλλέκτης» (2018) για το ζήτημα της γονεϊκής αποξένωσης, το «’21, η Μάχη της Πλατείας» (2021), μια τολμηρή και ψύχραιμη ματιά στην ελληνική Επανάσταση και ο «Zorμπάς» (2023), μια διαφορετική αφήγηση του εμβληματικού καζαντζακικού έργου. Παράλληλα ο Νικολόπουλος, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αιγαίου και ερευνητής της ιστορίας και θεωρίας των κόμικς, συγγραφέας του καθοριστικού για την κατανόηση της ένατης τέχνης στην Ελλάδα «Τα Ελληνικά Comics» (2012), ασχολείται όλα αυτά τα χρόνια και με την εκπαιδευτική διάσταση του είδους, ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του, σε συνεργασία με την Ευαγγελία Μουλά, «Comics & Graphic Novels με οδηγό το Αϊβαλί». Η καινούργια δουλειά του (εκδόσεις Ίκαρος, 248 σελίδες) είναι ενταγμένη σε αυτό το πλαίσιο των μεγάλων ιστορικών αφηγήσεων, αλλά συνάμα αποτελεί και το πιο προσωπικό έργο του. Κι αυτό γιατί παρά τα μεγάλα πανανθρώπινα θέματα στα οποία αναφέρεται, τις εγκιβωτισμένες αφηγήσεις του και τη διαρκή συνομιλία του με μεγάλους συγγραφείς, καλλιτέχνες και δημιουργούς κόμικς, στο επίκεντρο βρίσκεται η ιστορία των προγόνων του με τον ίδιο να την ιχνηλατεί ως πρωταγωνιστής. Ο τίτλος «Babel» πηγάζει προφανώς από τον γνωστό μύθο της Γένεσης γύρω από τη ματαιόδοξη απόπειρα των άπληστων κατασκευαστών του να φτάσουν στον ουρανό και την επακόλουθη ποινή από τον Θεό που τους τιμώρησε να μιλούν διαφορετικές γλώσσες ώστε να μην μπορούν να συνεννοηθούν. Στην Ελλάδα όμως, όπου ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας των σύγχρονων κόμικς γράφτηκε από το περιοδικό Βαβέλ με τον Soloup να αποτελεί ενεργό μέλος, το βιβλίο αφιερώνεται στους φίλους του αλλά «ένα graphic novel που ονομάζεται Babel δεν μπορεί παρά να είναι αφιερωμένο και σε μιαν άλλη μεγάλη παρέα, εκείνη του περιοδικού κόμικς (και όχι μόνο) “Βαβέλ”. Το περιοδικό που μας έμαθε να διαβάζουμε, να σκιτσάρουμε και να ονειρευόμαστε με τα κόμικς στην Ελλάδα» σύμφωνα με τον δημιουργό του. Εύλογο είναι η ιστορία να ξεκινά από τη Γένεση και τον Πύργο της Βαβέλ με τις κατάλληλες δόσεις χιούμορ και τις ευφυώς τοποθετημένες παρωδίες έργων των Μαγκρίτ, Γκόγια, Ντα Βίντσι, Ροντέν, Μπρίγκελ και Μικελάντζελο (στα επόμενα κεφάλαια θα προστεθούν κι άλλοι όπως ο Μουνκ κι ο Χοκουσάι), για να μεταφερθεί αμέσως σε μια σύγχρονη Βαβέλ, στην καρδιά της Ευρώπης, στις Βρυξέλλες. Εκεί ο Soloup θα σταθεί τρομοκρατημένος πάνω σε ένα παγκάκι, περικυκλωμένος από αγριεμένα σκυλιά που κι αυτά γαβγίζουν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Τότε αρχίζει η κεντρική αφήγηση με τον πρωταγωνιστή να ανατρέχει στην παιδική του ηλικία για να ερμηνεύσει τον φόβο του για τα σκυλιά, να γίνεται φίλος με έναν ομιλούντα σκύλο που παραπέμπει στον Μιλού από τον Τεν Τεν του Herge, όπως και ο πύραυλος στο αεροδρόμιο από την ιστορία «Αποστολή στη Σελήνη», να εξηγεί στον σκύλο (!) γιατί βρίσκεται εκεί και να δίνουν ραντεβού στο Μόλενμπεκ για να επισκεφτούν το ιστορικό ελληνικό καφενείο La Rose Blanche. Η αφορμή, όπως εξηγεί ο αφηγητής στον σκύλο, για το ταξίδι του στο Βέλγιο (και για τη δημιουργία της «Babel» υποθέτουμε ως αναγνώστες) είναι να βαδίσει στα χνάρια του παππού και της γιαγιάς του που βρέθηκαν εκεί μετά την καταστροφή της Σμύρνης – άλλης μίας Βαβέλ πολυγλωσσίας κι ασυνεννοησίας με τραγική κατάληξη. Από αυτή την ιστορία όμως ξεπηδά μια άλλη ιστορία προσφύγων, αυτή των Ελλήνων μεταναστών στο Βέλγιο για να δουλέψουν στα ανθρακωρυχεία από τη δεκαετία του 1950 και μετά. Σ’ αυτήν την παράλληλη αφήγηση πρωταγωνιστεί ο Άγγελος, ηλικιωμένος πια, που αναπολεί το παρελθόν στις στοές των ορυχείων, ανάμεσα σε μετανάστες από όλο τον κόσμο, σε μια ακόμα Βαβέλ μέσα στο κάρβουνο, τη σκόνη και την πνευμοκονίαση. Μια Βαβέλ με δυσκολίες συνεννόησης αλλά και με αλληλεγγύη που κρατούσε τους εργάτες ζωντανούς. Το πολυεπίπεδο αυτό βιβλίο που σε κάθε του σελίδα αποπνέει ζεστασιά και ανθρωπιά, όπως κάθε έργο του Soloup, είναι εξαιρετικά τεκμηριωμένο και συνοδεύεται από επεξηγηματικά κείμενα, πλούσια βιβλιογραφία και σπάνιο ιστορικό και φωτογραφικό υλικό για τη ζωή των ανθρακωρύχων. Μια ζωή που εκεί κάτω, όπως λέει ο Τούρκος φίλος του Άγγελου, είχε μια κοινή γλώσσα: «Ένα χαμόγελο, ένα χωρατό. Ένα χέρι που θα σε βαστήξει τη δύσκολη ώρα να μη γλιστρήσεις, αυτή ήταν η κοινή μας γλώσσα. Η γλώσσα που μάθαμε στη δική μας την ανάποδη Βαβέλ». Και το σχετικό link...
  4. Η «Babel», οι ανθρακωρύχοι στις στοές του Βελγίου, η διαδρομή που γίνεται όλο και πιο προσωπική. «Αν βρεθείς να σκάβεις μουντζούρης στα 1.100 μέτρα βάθος στις στοές, το να είσαι Έλληνας, Τούρκος, Ιταλός, Πολωνός ή Μαροκινός δεν είχε και τόσο σημασία», λέει ο Soloúp, συμπυκνώνοντας το πνεύμα του νέου του graphic novel, «Babel». «Εκεί η αλληλεγγύη, η συνεννόηση για την επιβίωση και η φιλία αποκτούν άλλη σημασία. Βλέποντάς το από απόσταση, το να σκοτώνονται οι άνθρωποι μεταξύ τους ενώ τους ενώνουν τόσα πράγματα σε ένα τόσο περιορισμένο χρονικό διάστημα σαν την ανθρώπινη ζωή, είναι πραγματικά μάταιο και ακατανόητο». Ο Soloúp, κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος, με μακρά θητεία πολιτικής γελοιογραφίας, κομίστας στα θρυλικά περιοδικά «Βαβέλ» και «Γαλέρα» και με 14 συλλογές γελοιογραφιών, κόμικς και graphic novel στο βιογραφικό του, έχει «γράψει» πολλά χιλιόμετρα πάνω στο χαρτί με το πενάκι του. Συζητώντας για ένα καινούργιο βιβλίο με έναν «παλιό» της δουλειάς, όπως είναι ο Soloúp, οι αναμνήσεις ξυπνούν πλούσιες και δυνατές. Άλλωστε θεωρεί πράγματι ενδιαφέρον πως η νέα του δουλειά έχει τον ίδιο τίτλο με το θρυλικό περιοδικό στο οποίο έκανε τα πρώτα του σκιτσογραφικά βήματα. Γι’ αυτό και το αφιερώνει στους ανθρώπους του. Περιγράφει το τρακ της πρώτης επίσκεψης στη Γενναδίου, με το τεράστιο ντοσιέ του «Ανθρωπόλυκου» και του «Μήτσου Κυκλάμινου» παραμάσχαλα, όταν πήγε να δείξει τη δουλειά του στους υπεύθυνους του περιοδικού, μια συνεργασία που, όπως λέει, τον καθόρισε. Στο νέο κόμικ ο Αντώνης Νικολόπουλος «παντρεύει» τις μικρές προσωπικές ιστορίες με τις μεγάλες μετακινήσεις και τα τραύματα της Ιστορίας. Από εκεί και πέρα όμως, η σύγχρονη «Babel» ανοίγει δικούς της δρόμους, διατηρώντας ίσως στο υποσυνείδητο τις συναισθηματικές συνδέσεις με το παρελθόν. Η ιστορία του συγκεκριμένου graphic novel βασίζεται στο αρχετυπικό βιβλικό κείμενο για τον πύργο της Βαβέλ, αλλά και σε όλα τα πολιτισμικά αφηγήματα και τους συμβολισμούς που γεννήθηκαν γύρω του, από τους μύθους περί της ανθρώπινης ακαταληψίας μέχρι τις αινιγματικές, μεταφυσικές απεικονίσεις του Πίτερ Μπρέγκελ. Στην «Βabel», πίσω από τον κεντρικό χαρακτήρα του ηλικιωμένου αφηγητή βρίσκονται ιστορίες του ίδιου του συγγραφέα – από τον πρόσφυγα παππού και τη γιαγιά που έφτασαν σε συγγενείς στις Βρυξέλλες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή – οι οποίες διασταυρώνονται με τις αφηγήσεις Ελλήνων ανθρακωρύχων μεταναστών του Βελγίου. Μέσα στο χάος της ανθρώπινης ασυνεννοησίας υπάρχει μια πιθανή γλώσσα που ενώνει – η αλληλεγγύη. Στο νέο κόμικ ο Αντώνης Νικολόπουλος «παντρεύει» τις μικρές προσωπικές ιστορίες με τις μεγάλες μετακινήσεις και τα τραύματα της Ιστορίας. Καθώς μιλάμε, γίνεται φανερό ότι για τον ίδιο η Βαβέλ είναι ένας τόπος όπου συναντιούνται οι μικρές προσωπικές ιστορίες με τις μεγάλες μετακινήσεις και τα συλλογικά τραύματα της Ιστορίας. Γι’ αυτό και από το βιβλίο του περνούν πρόσφυγες, ανθρακωρύχοι, ηλικιωμένοι σε καφενεία, άνθρωποι που κουβαλούν «τον μόχθο και την τρυφερότητα μιας ολόκληρης ζωής». Οι ιστορίες που συγκέντρωσε, λέει, ήταν συχνά συγκινητικές: πρόσφυγες και μετανάστες των δεκαετιών του ’50 και του ’60, που έφυγαν από μια κατεστραμμένη Ελλάδα αναζητώντας βιοπορισμό στο Βέλγιο. «Ακόμη και οι λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής τους είναι κάποιες φορές συγκλονιστικές», επισημαίνει. Από όλες τις εξιστορήσεις, ο ίδιος θυμάται έντονα τη διήγηση ενός 90χρονου βετεράνου ανθρακωρύχου που δούλεψε στο Βέλγιο. Η συνάντησή τους έγινε στο ελληνικό καφενείο «La Rose Blanche», στο Μόλενμπεκ των Βρυξελλών. «Μου περιέγραψε πώς προσπαθούσαν να πιουν νερό από το παγούρι τους κάνοντας μια τόσο δύσκολη κίνηση, σαν ακροβατικό. Έστριβαν το κορμί τους ξαπλωμένοι πάνω στη γη, καθώς έσκαβαν σε στοές με ύψος το πολύ μισό μέτρο», λέει ο Soloúp. Αλλά και οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες ανθρακωρύχων που υπάρχουν στο παράρτημα του βιβλίου και οι αφηγήσεις που τις συνοδεύουν είναι συγκλονιστικές, πρωτότυπο υλικό που του παραχώρησαν οι αφηγητές ή οι οικογένειές τους. Η συζήτηση γυρίζει πάλι στον πύργο της Βαβέλ. Τον ρωτάμε ποια «γλώσσα» νιώθει ότι τον ενώνει περισσότερο με τους ανθρώπους. «Σκίτσα, λέξεις και σιωπές», απαντάει. «Μέσα στο χάος της ανθρώπινης ασυνεννοησίας υπάρχει μια πιθανή γλώσσα που ενώνει», λέει, «η αλληλεγγύη». Η δημιουργική διαδρομή του, όπως την περιγράφει, έχει γίνει τα τελευταία χρόνια όλο και πιο προσωπική. Μετά το «Αϊβαλί», στα έργα του υπάρχουν πράγματα που τον απασχολούν βαθιά. Ακόμη και στο «21 – Η μάχη της πλατείας», παρότι αφορά ένα τόσο μεγάλο γεγονός όπως η Επανάσταση του ’21, υπάρχουν δικές του απορίες για την πολιτισμική και εθνική ταυτότητα. Στον «Ζορμπά», μέσα από τον Καζαντζάκη, προσπάθησε να διατυπώσει με εικόνες τα υπαρξιακά ερωτήματα που τον απασχολούσαν. Και στον «Συλλέκτη» – όπως και τώρα στην «Babel» – ενυπάρχει η προσωπική ανάγκη να κατανοήσει και να διαχειριστεί την απώλεια ανθρώπων που υπήρξαν αναπόσπαστα κομμάτια της ζωής του. «Στο τέλος, το “αυτό είμαι εγώ” πρέπει να το πουν οι αναγνώστες», τονίζει. «Δεν έχει νόημα κάποιος να διαβάσει κάτι αν δεν τον αφορά». Όταν η κουβέντα φτάνει αναπόφευκτα στον αναστοχασμό πάνω σε μια δημιουργική πορεία χρόνων, η ερώτηση είναι προφανής: τι εξακολουθεί να τον γοητεύει στους ανθρώπους και θέλει να σκιτσάρει τις ιστορίες τους; «Κάτι που βρίσκεται κοντά στην αθωότητα, στο παιχνίδι και στην εξερεύνηση», απαντάει. «Οι κινήσεις του παιδικού χεριού με μολύβια και ξυλομπογιές συνδέονται με την ανακάλυψη μιας πρωτοφανούς εκδοχής του κόσμου. Κάτι τέτοιο νομίζω πως συμβαίνει τελικά όταν σκιτσάρεις και μεγάλος. Παρά την προσπάθεια και τον χρόνο που απαιτεί για να ολοκληρωθεί ένα graphic novel, στο τέλος σού αποκαλύπτει μια εκδοχή του κόσμου που δεν είχες μέχρι τότε φανταστεί. Σε κάνει πλουσιότερο και λιγάκι πιο σοφό, μέχρι το επόμενο βήμα». Και το σχετικό link...
  5. Μια συναρπαστική εικονογραφημένη ιστορία που συνδέει με χιούμορ και συγκίνηση τις αφηγήσεις του παππού του και της παρέας του με τα βιώματα των ανθρακωρύχων κάθε εθνικότητας, γλώσσας και θρησκείας στις στοές του Βελγίου. Ο Soloúp είναι πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς. Έχει σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αιγαίου (Τμήμα Πολιτικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας), ενώ η μεταδιδακτορική του έρευνα στο ίδιο πανεπιστήμιο συνδέεται με την εκ νέου αναφήγηση της Ιστορίας μέσα από τα κόμικς. Διδάσκει γελοιογραφία και κόμικς στο πρόγραμμα e-learning του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ οργανώνει κύκλους εργαστηρίων κόμικς σε συνεργασία με δομές πολιτισμού όπως το Μουσείο Μπενάκη και το Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη. Μέχρι σήμερα έχει κυκλοφορήσει δεκατέσσερις συλλογές με γελοιογραφίες και κόμικς και τα graphic novels «Αϊβαλί», «Ο Συλλέκτης: Έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο», «21: Η μάχη της πλατείας» και το «Ζορμπάς: Πράσινη πέτρα ωραιοτάτη» που είναι βασισμένο στο μυθιστόρημα «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» του Νίκου Καζαντζάκη. Το νέο του graphic novel με τίτλο «Babel», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος, είναι μια προσωπική αφήγηση που ξεκινάει σουρεαλιστικά, με τον Πύργο της Βαβέλ και την ανθρώπινη ματαιοδοξία που γεννάει τέρατα, συνεχίζει με τους έκπτωτους ανθρώπους (και πολλά σκυλιά) που άρχισαν να μιλούν διαφορετικές γλώσσες και συνεχίζει αιώνες αργότερα, στις στοές του Βελγίου, όταν «μουτζούρηδες» απ' όλα τα έθνη σκάβουν για κάρβουνο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ένα ζευγάρι προσφύγων που σώθηκε από την καταστροφή της Σμύρνης (η γιαγιά και ο παππούς του) προσπαθεί να επιβιώσει, με τον παππού να δουλεύει στις στοές. Εκατό χρόνια μετά, στους ίδιους δρόμους των Βρυξελλών που περπατούσε το ζευγάρι το 1924, το εγγόνι τους αναζητάει κάτι από τα σβησμένα τους χνάρια. Μέσα στο τελευταίο ελληνικό καφενείο στο Μόλενμπεκ, καθώς ακούγεται στο τζουκ μποξ η φωνή του Καζαντζίδη, μια παρέα γερόντια, παλιοί ανθρακωρύχοι κάθε φυλής και γλώσσας, κάθονται και συζητούν για το «φευγαλέο κι εύθραυστο ετούτο θαύμα της ύπαρξης». – Με ποια αφορμή ξεκινήσατε να δουλεύετε πάνω στην ιστορία που έγινε ο τόμος «Babel»; Νομίζω πως το σενάριο συμπληρώθηκε μόνο του από ταξίδι σε ταξίδι, τις επτά συνολικά φορές που έχω βρεθεί μέχρι σήμερα στις Βρυξέλλες. Σε κάθε επίσκεψη τύχαινε να σκοντάψω σε κάτι παράξενο και ενδιαφέρον. Πρώτα, η φίλη μου η Πόλυ Ρουμελιώτη ανακάλυψε τα έγγραφα του γάμου του παππού και της γιαγιάς μου, που παντρεύτηκαν στις Βρυξέλλες το 1924 μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Τα βρήκε στα αρχεία της ορθόδοξης εκκλησίας στην Αμβέρσα. Στη συνέχεια ήταν οι ηλικιωμένοι μετανάστες και ανθρακωρύχοι που γνώρισα στο La Rose Blanche, το τελευταίο ελληνικό καφενείο στο Μόλενμπεκ, με αφορμή το ντοκιμαντέρ που γύριζαν γι’ αυτό ο Κρις Κερτς με την Πόλυ... – Γιατί ονομάσατε το βιβλίο «Babel»; Όλο το βιβλίο αναφέρεται στη γνωστή αφήγηση της Βαβέλ, από το κείμενο «Γένεσις» της Παλαιάς Διαθήκης και τους πίνακες του Μπρέγκελ μέχρι τα νοηματικά παιχνίδια και τους συνειρμούς που αφορούν τη σημερινή πρόσληψη αυτής της αρχετυπικής εξιστόρησης. Δεν νομίζω πως θα μπορούσε να υπάρξει άλλος τίτλος γι’ αυτό το βιβλίο. – Τι έρευνα κάνατε για να καταλήξετε στο υλικό που χρησιμοποίησατε; Για το σενάριο και τις εικόνες; Σε όλα τα graphic novels μου γίνεται μεγάλη έρευνα, ανάλογα και με τις ανάγκες του θέματος. Στο «Αϊβαλί» για παράδειγμα, πέρα από τα βιβλία Ιστορίας, τις μελέτες, τα δοκίμια αλλά και τη σχετική λογοτεχνική παραγωγή που αφορούσε το 1922, η αναζήτηση πληροφοριών επεκτάθηκε σε ιστορικά αρχεία και τοπικές βιβλιοθήκες. Επίσης, έκανα και επιτόπια έρευνα σε Αϊβαλίκ και Μυτιλήνη. Στη δουλειά πάλι που κάναμε με τις τρεις φίλες ερευνήτριες, Καστρίτη, Κατσιμάρδου, Παναρίτη και τις εκδόσεις Ίκαρος για το graphic novel «21: Η μάχη της πλατείας», η έρευνα ακούμπησε ταβάνι! Με την εμπλοκή του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, του Πανεπιστημίου Αιγαίου και του παράλληλου προγράμματος του ΕΛΙΔΕΚ μπορέσαμε συντονισμένα ν’ αντλήσουμε υλικό από βιβλιοθήκες, αρχεία, μουσειακό υλικό, πίνακες ζωγραφικής και αλλού. Στον «Ζορμπά» η έρευνα ήταν περισσότερο φιλολογική, αλλά επεκτάθηκε και σε άλλα πεδία, όπως ο κινηματογράφος. Τώρα, στο νέο graphic novel «Babel», πέρα από τη βιβλιογραφία για τους Έλληνες μετανάστες στο Βέλγιο, που ήταν εκ των πραγμάτων περιορισμένη, αναζητήθηκε υλικό σε άρθρα εφημερίδων αλλά και σε βίντεο με συνεντεύξεις από μετανάστες και βετεράνους ανθρακωρύχους. Όμως αυτό που υπήρξε πραγματικά συγκλονιστικό ήταν η επιτόπια έρευνα το καλοκαίρι του 2024, τότε που έγινε, ας πούμε, το ρεπεράζ του graphic novel. Για μια βδομάδα με την Πόλυ και τον Κρις κάναμε πάνω από χίλια χιλιόμετρα με αυτοκίνητο, αναζητώντας κάπου δέκα βιομηχανικούς χώρους παλαιών ανθρακωρυχείων. Σε κάποιο από αυτά, εν μέσω καταιγίδας, ανεβήκαμε στον μεταλλικό πύργο, ενώ σε ένα άλλο μπορέσαμε να κατεβούμε στις στοές με κράνη. Τράβηξα πολλές εκατοντάδες φωτογραφίες από αυτά αλλά και από τους δρόμους των Βρυξελλών και του Μόλενμπεκ για τις ανάγκες του graphic novel. Το πιο σημαντικό απόκτημα όμως από την επιτόπια έρευνα ήταν η αίσθηση των συγκλονιστικών τόπων μιας τόσο σκληρής εργασιακής συνθήκης. Μπορείτε να δείτε κάτι από αυτή την αναζήτηση στο φωτογραφικό παράρτημα. – Παράλληλα με τις πληροφορίες που υπάρχουν στο παράρτημα του βιβλίου, βλέπουμε ακόμα και πολλές φωτογραφίες ανθρακωρύχων. Αυτό αποτελεί μια δεύτερη παράλληλη έρευνα, καθώς θεώρησα πως θα ήταν σημαντικό σε ένα τέτοιο βιβλίο να υπάρχει και ένα κομμάτι από την αληθινή ζωή των εργατών, που είναι και το κύριο πλαίσιο της ιστορίας. Μπορεί όλα αυτά που περιγράφονται στο graphic novel να είναι μια μείξη μυθοπλασίας και πραγματικότητας, αλλά δεν στήθηκαν στο κενό. Πολλά από τα λόγια των χαρακτήρων για παράδειγμα, είναι λόγια αληθινά από διάφορες συνεντεύξεις και μαρτυρίες. Υπήρξε μια σκληρή πραγματικότητα, εκείνη των χιλιάδων μεταναστών ανθρακωρύχων από όλα τα έθνη, τις ράτσες και τις φυλές που δούλεψαν ακόμα και χίλια μέτρα κάτω απ' τη γη υπό άθλιες συνθήκες. Είναι μια σελίδα της νεότερης Ιστορίας, από τη δεκαετία του ’50 και μετά, η οποία παραμένει εντελώς άγνωστη στους περισσότερους. Μαζέψαμε από βετεράνους ανθρακωρύχους ή τις οικογένειές τους φωτογραφίες που δείχνουν τις συνθήκες της δουλειάς, αλλά και τα γλέντια και τις κοινωνικές τους συνευρέσεις. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες Ελλήνων μεταναστών πλάι σε εκείνες Τούρκων, Ιταλών, Βέλγων. Οι άθλιες συνθήκες εργασίας, οι δυσκολίες, δεν ξεχώριζαν εκεί κάτω ράτσες, γλώσσες και θρησκείες. Άλλωστε όλοι ήταν… μαύροι, όπως συχνά διαβάζουμε στις συνεντεύξεις τους, από το κάρβουνο. Σε αυτή την έρευνα, πολύτιμη υπήρξε η βοήθεια της Ιωάννας Γυμνοπούλου, παράλληλα με αυτήν που έκαναν η Πόλυ και ο Κρις, που είναι κι οι τρεις τους απόγονοι ανθρακωρύχων. Συγκινητική όμως ήταν και η προθυμία των ίδιων των συγγενών που όχι μόνο μας έδωσαν την άδεια χρήσης των εικόνων αλλά μας οδήγησαν, όπως ο Jos Hermans και η σύζυγος του Ketty Pantazis, και σε άλλα αρχεία, συγκεκριμένα εκείνα του Stichting Erfoed Eisden. – Πόσο καιρό σάς πήρε η προετοιμασία και πόσο η διαδικασία σχεδιασμού και lettering; Η κυρίως εργασία έφαγε δυο χρόνια. Όμως τα σενάριά μου δουλεύονται πάντα σε μεγάλο βάθος χρόνου και είναι πολλές οι γραφές μέχρι να ωριμάσουν. Θα μπορούσα να πω πως το σενάριο της «Babel» διαμορφώθηκε σταδιακά στις επισκέψεις μου στο Βέλγιο τα τελευταία εννέα χρόνια. Απαιτείται χρόνος για να μη μείνεις στην πρώτη εντύπωση. Από τη στιγμή όμως που θα διαμορφωθεί το storyboard, μπαίνω σε mood κοσμοκαλόγερου, με πολλά ξενύχτια στο σχεδιαστήριο και στον υπολογιστή. Αυτό απαιτεί, τουλάχιστον στα δικά μου βιβλία, ιδιαίτερη προσήλωση, ησυχία και σχετική απομόνωση. Εκείνο που βλέπουμε για παράδειγμα στο διαδίκτυο, ένα δεξί χέρι να σκιτσάρει αμέριμνο και το αριστερό να τραβάει βιντεοσέλφι χάριν του φεϊσμπουκικού ναρκισσισμού, για τη δική μου τουλάχιστον κατάσταση όταν βρίσκομαι βυθισμένος στους χαρακτήρες και σε όσα τους συμβαίνουν στο χαρτί, μου φαίνεται εντελώς αδιανόητο και απομαγευτικό. Αντιθέτως, στα στάδια του μελανιού και των χρωμάτων ακούω πολλή μουσική, αλλά και αυτό πάλι ως μια άλλη μορφή βυθίσματος και συγκέντρωσης. – Μιλήστε μου για τα κεφάλαια του βιβλίου. Συνήθως στα σενάρια προκύπτει η σπονδυλωτή αφήγηση. Η ιστορία δεν εξελίσσεται γραμμικά, με αρχή, μέση, τέλος, αλλά σε παράλληλες γραμμές εξιστόρησης με διαφορετικές οπτικές γωνίες που συναντιούνται στο τέλος. Η «Babel», έτσι, ξεκινά με ένα μάλλον σατιρικό κεφάλαιο αναφοράς στο βιβλικό κείμενο της «Γένεσης» – εκεί μου βγήκε αρκετά η ιδιότητά μου ως γελοιογράφου. Ακολουθούν όμως δυο διαφορετικές αφηγηματικές σειρές που συγκλίνουν στο τελευταίο κεφάλαιο. Μια τέτοια σπονδυλωτή σύνθεση είναι σίγουρα πιο απαιτητική, ώστε να μην κουράζει ή μπερδεύει τον αναγνώστη – γι’ αυτό απαιτούνται οι πολλές γραφές και το ψαλίδι της αυτοκριτικής –, αλλά νομίζω πως, αν πετύχει, μπορείς να προσεγγίσεις και να αποδώσεις πολυεπίπεδους χαρακτήρες, σκέψεις και συναισθήματα. – Είναι πολύ προσωπική η ιστορία που διηγείστε, την έχετε δουλέψει με διαφορετικό τρόπο από ότι τα προηγούμενα graphic novel σας; Σε όλα τα graphic novel μου υπάρχει κάτι προσωπικό. Αυτό συμβαίνει γιατί βάζω σε αυτά – άλλοτε χωρίς να το καταλαβαίνω και άλλοτε πολύ συνειδητά – κάποια πράγματα που πρέπει να αντιμετωπίσω και να διαχειριστώ στην κανονική ζωή. Ρίχνω λοιπόν εκεί μέσα τα ερωτήματα που με παιδεύουν για να δω πού μπορεί να με βγάλουν. Τέτοια περίπτωση αποτελεί η «Babel», όπως και παλαιότερα, το 2019, ο «Συλλέκτης – Έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο». Στον «Συλλέκτη» μάλιστα, μπορείτε να διαπιστώσετε πως, αν και η πόλη στην οποία διαδραματίζεται, αναφέρεται ως Αθήνα, τα σπίτια μοιάζουν περισσότερο με βελγικά. Δείγμα κι αυτό της μακροχρόνιας ζύμωσης που σας έλεγα από τα ταξίδια στις Βρυξέλλες. Το κέρδος όταν ολοκληρώνεται ένα τέτοιο βιβλίο είναι πως πλέον έχεις μετακινηθεί αλλού, όχι κατ’ ανάγκη βρίσκοντας κάποια «χρυσή» απάντηση. Όμως και μόνο που θέτεις τα ερωτήματα σε μια ειλικρινή βάση, σε βοηθάει να κατανοήσεις το πρόβλημα και να προχωρήσεις. Και τα δυο αυτά βιβλία έχουν ως κεντρικό τους ζητούμενο τη διαχείριση της απώλειας. Της απώλειας κοντινών ανθρώπων που αποτελούν κομμάτια της ύπαρξής μας. Στην «Βabel», πίσω από τον 90χρονο κεντρικό χαρακτήρα βρίσκεται πλαγίως ο πατέρας μου, που τον έχασα μόλις πριν από λίγες μέρες. Το βιβλίο θα μπορούσε να παρομοιαστεί με μια ελεγεία για την ουσία της ζωής, αλλά και για το αναπάντητο γεγονός του θανάτου. Όμως στην πραγματικότητα ήταν η δική μου προετοιμασία για το αναπόφευκτο. Και τώρα, με μια από αυτές τις τρομερές συμπτώσεις που μας επιφυλάσσει η ζωή, ο πατέρας μου, λίγο πριν από την κυκλοφορία του, έφυγε. Δεν πρόλαβε να το δει, παρότι ήξερε και με ρωτούσε γι’ αυτό, ακόμα και όταν ήταν τους τελευταίους δύσκολους μήνες στο νοσοκομείο. Το συζητούσαμε χρόνια, γιατί στη «Βabel» υπάρχουν και οι γονείς του και τα έγγραφα που βρήκαμε από τον γάμο τους στις Βρυξέλλες. Η διαδικασία συγγραφής μιας τέτοιας ιστορίας, τόσο κοντά στην πραγματικότητα, γίνεται κάποιες στιγμές ανατριχιαστική. Όπως όταν έζησα κυριολεκτικά κάποια από τα λόγια του «κυρ-Άγγελου», καθώς τα περνούσα στα μπαλονάκια του κόμικς στο λάπτοπ μου, στις ατέλειωτες ώρες στο Τζάνειο πλάι στον μπαμπά μου, τον κυρ-Νίκο. Ή τώρα στο Βανκούβερ, όταν έμαθα το φευγιό του, περπάτησα μέχρι ένα παγκάκι στο οποίο συνηθίζω να πηγαίνω κοντά στη θάλασσα κι εκεί με περίμεναν, από το πουθενά, τρία λευκά τριαντάφυλλα (να θυμίσω πως «Λευκά τριαντάφυλλα» είναι ο τίτλος του τελευταίου μου κεφαλαίου). Ούτε κόκκινα, ούτε μαργαρίτες. Λευκά τριαντάφυλλα. – Πείτε μου περισσότερα για την ιστορία της γιαγιάς και του παππού σας που αφηγείστε στο βιβλίο. Ναι, αυτή είναι μια τρομερή ιστορία. Οι γονείς και της μητέρας και του πατέρα μου ήταν Μικρασιάτες. Του πατέρα μου, που ήταν ήδη ζευγάρι στη Σμύρνη, μέσα στον συνωστισμό της Καταστροφής χάθηκαν. Όμως ο παππούς Άγγελος εντόπισε τη γιαγιά Μαρία στη Θεσσαλονίκη μέσω Ερυθρού Σταυρού και την πήρε μαζί του σε συγγενείς στις Βρυξέλλες, καθώς η οικογένεια ήταν εύποροι καπνέμποροι και είχαν πάρε-δώσε με την Ευρώπη. Εκεί έζησαν περίπου δυο χρόνια και παντρεύτηκαν. Τη γιαγιά μου μάλιστα, στην Καισαριανή οι φίλες της τη φώναζαν «η Μαρία η Βρυξέλλη», προφανώς από τις ιστορίες που τους έλεγε. Η ανακάλυψη των εγγράφων του γάμου τους στην Αμβέρσα από την Πόλυ ήταν έκπληξη για τον πατέρα μου. Είδε εκεί, 86άρης τότε, τις υπογραφές τους και διάβασε πληροφορίες που αγνοούσε μια ολόκληρη ζωή για τους γονείς του. – Το βιβλίο ξεκινάει με έντονο το στοιχείο του χιούμορ, με μια σουρεαλιστική προσέγγιση και στη συνέχεια γίνεται ρεαλιστικό, σοβαρό (έως και συγκινητικό). Γιατί επιλέξατε να υπάρχει αυτή η κλιμάκωση των συναισθημάτων; Μην ξεχνάτε πως είναι δύο στοιχεία, το αστείο και το σοβαρό, που με συνοδεύουν ως σκιτσογράφο καθημερινά. Το πρωί, που λένε, πολιτικός γελοιογράφος, το βράδυ χωμένος κοσμοκαλόγερος με τα σενάρια των graphic novels. Από την άλλη, σκεφτείτε πως η ύπαρξη των αστείων μέσα σε πιο σοβαρές ή τραγικές καταστάσεις είναι κάτι που υπάρχει έτσι κι αλλιώς στην πραγματική ζωή. Συμβαίνει, έτσι, ένα αστείο να αποδεικνύεται λυτρωτικό μέσα σε μια δύσκολη συνθήκη. Ταυτόχρονα όμως η απόσταση που χωρίζει το αστείο από το τραγικό σε μια έντεχνη αφήγηση προκαλεί συχνά και μεγαλύτερη συναισθηματική φόρτιση. – Τα σκυλιά στο πρώτο κεφάλαιο έχουν κάποιον συμβολικό ρόλο; Τα σκυλιά, όπως και γενικότερα τα ζώα, που χαρακτηρίζουν με την παρουσία τους όλα μου τα βιβλία, είναι μια ματιά ουδέτερη στα ανθρώπινα, στις ιδεολογίες, στις προκαταλήψεις, στους πολέμους, στην αλαζονεία και σε ό,τι άλλο κουβαλάμε ως άτομα και ως κοινωνίες. Είναι η υπενθύμιση αυτού που υπάρχει έξω και πέρα από εμάς, ταυτόχρονα με εμάς. Βέβαια, τα συγκεκριμένα σκυλιά κουβαλούν επίτηδες κάποια από τα παραπάνω ανθρώπινα χαρακτηριστικά, προβάλλοντας έμμεσα τις αντιπαλότητες και την ακατανοησία ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα ζώα, υλικά και συναισθηματικά, είναι μια άλλη τεράστια συζήτηση. Αντί να μακρηγορώ πάνω σε αυτό, προτείνω ανεπιφύλακτα την έκθεση «Why look at animals» στο ΕΜΣΤ. Πραγματικά αξίζει να την επισκεφθεί κανείς. – Τι μάθατε για τους Έλληνες μετανάστες στο Βέλγιο, κατά τη διάρκεια της έρευνας, που δεν ξέρατε; Δεν ήταν η έρευνα αλλά η τυχαία συνάντησή μου με ανθρώπους, συνήθως δεύτερης γενιάς μεταναστών, όπως η Πόλυ Ρουμελιώτη. Είναι η αίσθηση που αποκόμισα και αποκομίζω στα ταξίδια μου, ας πούμε στις ΗΠΑ ή τώρα στον Καναδά. Κύματα μεταναστών που έφτασαν από ανάγκη σε άλλες χώρες, όμως με τα χρόνια στέριωσαν, έφτιαξαν τις οικογένειες και τα σπίτια τους και διαμόρφωσαν, παρά τη νοσταλγία για την Ελλάδα, ένα πλαίσιο αξιοπρέπειας για να ζήσουν, χρησιμοποιώντας και τις δυο τους ταυτότητες. Μια συνθήκη του να βλέπεις τα πράγματα – αν ξεπεράσεις φυσικά και κάποια συντηρητικά αντιπαραδείγματα – ως πολίτης του κόσμου, η κατάκτηση της αξιοπρέπειας: αυτό νομίζω πως είναι το πιο έντονο χαρακτηριστικό που βρήκα στις ελληνικές κοινότητες που επισκέφθηκα. – Πείτε μου για τη φιλία του παππού με τον Νεντίμ. Οι σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων είναι σχέσεις αγάπης και μίσους. Το μίσος όμως συνδέεται περισσότερο με το πολιτικό και θρησκευτικό θεσμοθετημένο πλαίσιο κάθε χώρας, που αναπαράγει στερεότυπα και προκαταλήψεις. Είναι πολλά που μας χωρίζουν ιστορικά, καθώς έχει χυθεί πολύ αίμα και από τις δυο πλευρές. Σε προσωπικό επίπεδο όμως, νομίζω πως οι άνθρωποι, Έλληνες και Τούρκοι, όταν βρίσκονται μεταξύ τους νιώθουν μια συγγένεια που ίσως δεν νιώθουν με άλλους λαούς. Οι απλοί άνθρωποι γενικότερα, όχι μόνο οι Έλληνες και οι Τούρκοι αλλά και οι Ρώσοι με τους Ευρωπαίους, οι Αμερικανοί με τους Κινέζους και πάει λέγοντας, αν είναι ανοιχτόμυαλοι και δεν υιοθετούν τις απολυτότητες του εθνικισμού και του φανατισμού, ή τα στρατιωτικά, οικονομικά αφηγήματα που μας ταΐζουν συστηματικά, δεν έχουν κάτι που να τους χωρίζει πραγματικά. Ειδικά σήμερα, όλοι τις ίδιες μάρκες ρούχα φοράμε, από τις ίδιες αρρώστιες πάσχουμε. Αυτό αποτυπώνει η φιλία του κυρ-Άγγελου με τον Νεντίμ. Μια ανθρώπινη σχέση χτισμένη σε κοινές ανάγκες και φόβους, μακριά από τις προκαταλήψεις κάθε πλευράς. – Γιατί σας ενδιέφερε τόσο το θέμα της γλώσσας; Η γλώσσα στη βιβλική Βαβέλ είναι το σύμβολο της ασυνεννοησίας. Η ασυνεννοησία πέφτει ως θεϊκή τιμωρία στους απλούς εργάτες, για την οποία όμως δεν ευθύνονται οι ίδιοι αλλά περισσότερο αυτοί που με την αλαζονεία και την εξουσία τους – ο Νεβρώδ, για παράδειγμα – τους βάζουν να φτιάξουν αυτό το υπερφιλόδοξο «πρότζεκτ». Η δική τους ευθύνη ίσως είναι που τους άκουσαν και μπήκαν σε αυτόν τον σχεδιασμό χωρίς πραγματικό δικό τους συμφέρον, αντί ν’ απολαύσουν, συμπαραστάτης ο ένας του άλλου, τις όμορφες μέρες του ολιγόχρονου βίου τους. – Τελικά, οι διαφορετικές γλώσσες είναι πλούτος ή κατάρα; Εξαρτάται από το πώς διαχειρίζεσαι τη «διαφορετικότητα», είτε αφορά τη γλώσσα, είτε τη θρησκεία, είτε τη φυλή. Η δική μου «Babel» θέλει να πιστεύει πως η «πολυγλωσσία» μπορεί να είναι και πλούτος. Το ότι ένας μπορεί να προέρχεται από ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό, φυλετικό, εθνικό, θρησκευτικό πλαίσιο και ένας άλλος από κάποιο άλλο δεν θα έπρεπε να αποτελεί «αιτία πολέμου» και μίσους. Μετά την ολοκλήρωση της «Babel», έτυχε η ευτυχής συγκυρία να ζήσω για δύο μήνες σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία όπως είναι το Βανκούβερ του Καναδά, απ’ όπου και σας απαντώ τώρα. Εδώ όλες οι φυλές και τα έθνη κατά κανόνα συνυπάρχουν αρμονικά – παντού υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις –, άνθρωποι ασιατικής, αφρικανικής, ευρωπαϊκής αλλά και νοτιοαμερικανικής καταγωγής μαζί με τους αυτόχθονες της περιοχής του Δυτικού Καναδά. Τους συναντώ στο Πανεπιστήμιο Simon Fraser, στους δρόμους και στα λεωφορεία, και είναι τόσο όμορφο αυτό. Όχι μόνο το να είναι όλοι μαζί αλλά και να συνυπάρχουν στις ίδιες παρέες, στους ίδιους εργασιακούς χώρους. Να βλέπεις, για παράδειγμα, συνδυασμούς νεαρών ζευγαριών απ’ όλες τις φυλές και όλες τις θρησκευτικές καταβολές (αγόρι ασιατικής καταγωγής με κορίτσι που φοράει μουσουλμανική μαντίλα) ή οδηγούς λεωφορείων (Ινδοί, Κινέζοι, αυτόχθονες, λευκοί, μαύροι) να κάνουν πλάκα μεταξύ τους στην αλλαγή της βάρδιας. Ξέρω, πιθανότατα για κάποιους αυτό μπορεί να ακούγεται κάτι σαν… Σόδομα και Γόμορα. Αλλά εμένα μου φαίνονται τόσο παρηγορητικά όλα αυτά τα χαμόγελα και τα αστεία μεταξύ των ανθρώπων. Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.