Search the Community
Showing results for tags 'Jemma Press'.
-
Μαύρα χρώματα, τρομακτικά σύμβολα, αντισυμβατικές συμπεριφορές. Μια μπάντα και τα μέλη της οικογένειας του ηγέτη της αποθεώνουν το heavy metal σε μια απολαυστική κι αυτοσαρκαστική σάτιρα. Μία από τις πιο γνήσιες και αγνές εκδοχές του χιούμορ είναι ο αυτοσαρκασμός. Η αδυναμία αυτοσαρκασμού είναι συχνά ένδειξη μιας ανεπιτυχούς άμυνας απέναντι στην ανασφάλεια και τη μειωμένη αυτοεκτίμηση. Αντιθέτως, ο αυτοσαρκασμός μπορεί να είναι έκφραση αυτογνωσίας και συμφιλίωσης με τις ατέλειες του εαυτού, τις ιδιαιτερότητες και τις εμμονές του. Δεν πρέπει να κρύβουμε αυτό που είμαστε, αλλά δεν χρειάζεται και να νιώθουμε (τουλάχιστον όχι πάντα) υπερήφανοι γι’ αυτό. Αρκεί να είμαστε εντάξει με τον εαυτό μας και να μπορούμε να κάνουμε πλάκα μαζί του. Κι αυτό κάνει απολύτως επιτυχημένα ο JP Ahonen στον δεύτερο τόμο του Belzebubs με υπότιτλο «Οι αμαρτωλοί δεν έχουν λυτρωμό» (εκδόσεις Jemma Press, μετάφραση Βασίλης Μπαμπούρης) και έναν γλυκό επίλογο του Mikael Akerfeldt του σουηδικού συγκροτήματος Opeth. O Φινλανδός δημιουργός, που είναι προφανές ότι λατρεύει τη metal μουσική και κουλτούρα, συστήθηκε στο ελληνικό κοινό το 2018 με τον πρώτο τόμο του Belzebubs και πρωταγωνιστές τα μέλη μιας metal μπάντας αλλά και της οικογένειας του τραγουδιστή τους σε απολαυστικές περιπέτειες καθημερινής τρέλας και άγριας μουσικής. Τα κόμικς του Ahonen σημείωναν ήδη τεράστια επιτυχία στη χώρα του όπου η heavy metal μουσική είναι ιδιαίτερα δημοφιλής, ενώ από τότε το Belzebubs ξέφυγε από τα όρια της ένατης τέχνης και αποτελεί πια ένα μεγάλο, διεθνές πρότζεκτ σε ποικίλα μέσα (μουσική, κινούμενα σχέδια, διαδίκτυο). Αυτή η επιτυχία ωστόσο δεν οφείλεται στην εξύμνηση του black metal, στη θεοποίηση των συγκροτημάτων του και την εξιδανίκευση των οπαδών του, αλλά αντιθέτως στην (αυτο)σαρκαστική διάθεση απέναντι στην κουλτούρα και τις «παραδόσεις» του και στο άφθονο χιούμορ με το οποίο περιγράφονται οι συνήθειες των θιασωτών του. Γιατί είναι σε κάθε σελίδα, σε κάθε σκίτσο, σε κάθε διάλογο ορατό ότι ο Ahonen αγαπά αυτή τη μουσική κι αυτήν την κουλτούρα αλλά δεν διστάζει να τη σατιρίσει. Τα μέλη της γκοθ οικογένειας, από τo μεγαλύτερo μέχρι το μικρότερο, ντυμένα όλα μέσα στη μαυρίλα θυμίζουν την Οικογένεια Άνταμς, τα ονόματά τους είναι βγαλμένα από ταινία τρόμου κι απόκρυφα βιβλία (Λεβιάθαν, Λίλιθ, Σλοθ, Λούσυφερ), το βαρύ make-up τους καλύπτει τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους. Τα μωρά αντί να παίζουν με χρωματιστές μπαλίτσες και αρκουδάκια έχουν νεκροκεφαλές και κόκαλα, τα ρούχα τους στολίζουν πεντάλφες και μεταλλικά καρφιά. Ο μικρός Λεβιάθαν στο σχολείο αποκεφαλίζει ένα πρόβατο ως επίκληση στον δαίμονα Βελιάλ και η μαμά του τον υπερασπίζεται («προτιμούμε να λέμε “θυσίασε”», διορθώνει την εξοργισμένη διευθύντρια). Όλοι μαζί παραγγέλνουν φαγητά παραφράζοντάς τα για να γελούν μόνο αυτοί («κθουλουτσίνι με ντομάτα», «φούνγκι γιονγκοθίνι», «χθονιόκι με γαρίδες» κ.ά.) ενώ η γιαγιά αναπολεί την εποχή που «για κολατσιό τρώγαμε μύξες και παρωνυχίδες και τις καταπίναμε με δάκρυα απόγνωσης […] όταν μαζευόμασταν όλοι στην παγερή καλύβα που βρομούσε κάτουρο και ζεσταίναμε ο ένας τον άλλον με γερές φάπες στον πισινό! Ήταν τέλεια!». Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
- οι αμαρτωλοί δεν έχουν λυτρωμό
- belzebubs
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Ο Θανάσης Καραμπάλιος, γνωστός από την εξαιρετική best seller σειρά του “1800”, ενώνει τις δυνάμεις του με τον Νίκο Σταυριανό, γιο του εκδότη της Jemma, με πολλά fanzines στο ενεργητικό του και μαζί επιχειρούν να μας περιγράψουν μερικές ιστορίες από τα χωριά της Ελασσόνας, όπως τις άκουσαν από τους καλύτερους story tellers του κόσμου, που δεν είναι άλλοι από τους παππούδες μας. Κι όλα αυτά… Στη σκιά του Ολύμπου. Στο άλμπουμ περιέχονται τέσσερις σύντομες, αλλά απολαυστικές ιστορίες, κάποιες αληθινές, κάποιες φανταστικές και κάποιες και τα δύο, όπως μας ενημερώνει ο Θανάσης, τις οποίες τις άκουσε κατά την παιδική του ηλικία από συγγενικά του πρόσωπα. Οι ιστορίες αυτές παίρνουν τους τίτλους τους από τα χωριά στα οποία “γεννήθηκαν” και είναι οι εξής: “Καρυά” (Ένα ζευγάρι προσπαθεί να κάνει παιδιά, αλλά δεν τα καταφέρνει. Αποφασίζει, λοιπόν, να ζητήσει την βοήθεια μίας νεράιδας που κατοικεί σε μία λίμνη. Το αντίτιμο, όμως, θα είναι πολύ βαρύ.) “Κεφαλόβρυσο” (Ένα φτωχό ορφανό κλέβει φαγητό από τον μεγαλο-κτηματία της περιοχής, ο οποίος το είχε εμπιστευτεί. Όταν αυτός το μαθαίνει, η κατάληξη θα είναι πολύ άσχημη.) “Πύθιο” (Ένας Ιερέας, βλέποντας ότι το ποίμνιό του χάνει την πίστη του στον Θεό, δεν διστάζει να αναμετρηθεί με τον κόσμο της μαγείας.) “Παλαιόκαστρο” (Ένας προδότης καταδίδει τους κλέφτες και τους αρματολούς του χωριού του στην Χωροφυλακή και η ποινή που θα του επιβληθεί από τους προδομένους επαναστάτες θα είναι τρομακτική.) Επηρεασμένος από τις ιστορίες που άκουγα κι εγώ μικρός στο χωριό μου και οι οποίες με τρόμαζαν, αλλά παράλληλα με συνάρπαζαν, βρήκα την συγκεκριμένη ανθολογία του γούστου μου. Σε όλες τις ιστορίες επικρατεί το horror στοιχείο, το οποίο στήνεται εκθετικά και δημιουργεί αγωνία για την κατάληξη, που ομολογουμένως δεν μας εκπλήσσει όταν τελικά έρχεται. Ο Καραμπάλιος βρίσκεται στο στοιχείο του κι έτσι αποδεικνύει ότι διαθέτει άνεση στην περιγραφή ιστοριών που βασίζονται σε χρονικά πλαίσια μιας άλλης εποχής, παλαιότερης. Εν κατακλείδι, όλες οι ιστορίες με ικανοποίησαν και δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω κάποια. Αν, πάντως, θα έπρεπε να το κάνω αυτή θα ήταν η ιστορία από την “Καρυά”. Προτείνεται ανεπιφύλακτα στους λάτρεις των σεναρίων της αντίστοιχης θεματολογίας και φυσικά στους θαυμαστές του συγγραφέα. Πιστεύω ότι δεν θα απογοητευτούν. Αν θέλουμε να μιλήσουμε για τον εικαστικό τομέα, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο Νίκος Σταυριανός αρχίζει κι ανδρώνεται επαγγελματικά κι οπτικοποιεί τα μακάβρια σενάρια με το κατάλληλο ύφος και με σχεδιαστικά μοτίβα που θυμίζουν πολύ το στυλ του μεγάλου Mike Mignola. Η αλήθεια είναι ότι εντοπίζουμε καρέ που θα τα χαρακτηρίζαμε αρκετά αφηρημένα, αλλά υπάρχουν κι άλλα που είναι περισσότερο εύστοχα κι αληθοφανή. Οι σκιάσεις κι ο ασπρόμαυρος χρωματισμός στέκονται ιδανικά σε μία τέτοια θεματική ιστοριών, αλλά έχω την εντύπωση ότι το παρακάνει λίγο με τους τόνους του μαύρου. Η Jemma φρόντισε να δώσει στην έκδοσή της το μέγεθος ενός τυπικού BD και η κόλληση στην ράχη απαντάει στα γνωστά επίπεδά της. Το χαρτί στο εσωτερικό είναι παχύ και ματ κι έχω την αίσθηση ότι όπου θα έπρεπε να υπάρχει ένα αμιγώς λευκό χρώμα, αυτό έχει αντικατασταθεί με μία κρεμ απόχρωση. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η αντίθεση που υπάρχει με το μαύρο, να μην είναι τόσο κολακευτική για το σχέδιο. Αυτό, βέβαια, αποτελεί μία προσωπική μου εκτίμηση και σίγουρα δεν είναι κάτι που με απέτρεψε από το να απολαύσω το κόμικ. Όσον αφορά το εξώφυλλο, αυτό θα το ήθελα λίγο πιο παχύ για να αποφεύγονται τα τσαλακώματα και τα κατσαρώματα από την υγρασία. Να πούμε ότι οι ιστορίες χωρίζονται μεταξύ του με ένα μονοσέλιδο σκίτσο, που φέρει τον τίτλο της καταγωγής τους. Πέρα από ένα εισαγωγικό σημείωμα του συγγραφέα, που το βρίσκουμε στο εσωτερικό μέρος του εξώφυλλου, δεν θα βρούμε άλλο εξτραδάκι. Αφιέρωμα στην εκδοτική
- 10 replies
-
- 18
-
-
-
- 2023
- jemma press
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Στον δεύτερο κύκλο του περνά το «1800» του Θανάση Καραμπάλιου, με την οικογένεια του Καραμάνου να προσπαθεί να ανασυνταχθεί και την Ελλάδα να βρίσκεται ένα βήμα πιο κοντά στην Επανάσταση. «Έχουμε μια απίστευτα πλούσια ιστορία σ’ αυτόν τον τόπο. Γιατί να τη χαρίσουμε στους φασίστες;», μου είχε πει ο Θανάσης Καραμπάλιος σε μια από τις πολλές μας συζητήσεις γύρω από την Ιστορία και τους λόγους που τον ώθησαν να φιλοτεχνήσει μια μυθοπλασία με επίκεντρο τα προεπαναστατικά χρόνια των αρχών του 19ου αιώνα. Αυτή τη φράση τη χρησιμοποίησα στην εισαγωγή του έκτου τόμου του «1800» όταν ο Θανάσης Καραμπάλιος και ο Λευτέρης Σταυριανός της Jemma Press με τίμησαν ζητώντας μου να γράψω λίγα λόγια για την ολοκλήρωση του πρώτου κύκλου της σειράς. Η ίδια φράση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και πάλι στον πρώτο τόμο του δεύτερου κύκλου που μόλις κυκλοφόρησε. Γιατί φανερώνει τη βαθύτερη αιτία της επίμονης ενασχόλησης ενός κομμουνιστή δημιουργού κόμικς με την ελληνική ιστορία. Ό,τι μαθαίναμε και εν μέρει συνεχίζουν να μαθαίνουν τα παιδιά στο σχολείο για το 1821 είναι υπερβολικά απλοποιημένο, ανυπόφορα μπολιασμένο από τους εθνικούς μας μύθους. Αντιμετωπίζουμε τα πρόσωπα της Επανάστασης σαν ιερά και αρυτίδωτα τοτέμ με πολύχρωμες φουστανέλες, ενώ είμαστε πεπεισμένοι πως τις πράξεις τους τις καθοδηγούσε ο Θεός (της Ελλάδος!) και τις καθαγίαζε κάποια μεταφυσική αφοσίωση σ’ έναν ανώτερο σκοπό. Δυστυχώς μετά το σχολείο η συντριπτική πλειονότητα παραμένει σε αυτή την επιφανειακή (μη) γνώση που υπηρετεί τη διαιώνιση της αυταρέσκειας ενός έθνους ανάδελφου. Το χειρότερο ωστόσο, είναι η αποϊστορικοποιημένη «ερμηνεία» και πρόσληψη της Επανάστασης με όρους όπως «παλλαϊκός ξεσηκωμός», «παλιγγενεσία» κ.λ.π. που παραβλέπουν και συσκοτίζουν τις αντιφάσεις της εποχής και τη σύνθετη πραγματικότητά της, θυσιάζοντας την αλήθεια στον βωμό εθνικών επιταγών. Σημαντικό μέρος αυτής της αλήθειας, χωρίς εξωραϊσμούς, απέδωσε με συναρπαστικό τρόπο ο Θανάσης Καραμπάλιος στους έξι πρώτους τόμους του «1800» («Πατέρας», «Ελένη», «Αγία Μαύρα», «Χάκι», «Μαύρα Καράβια», «Ζίχνα») και στο ίδιο πνεύμα συνεχίζει και στον πρώτο τόμο («Δροσιά») του δεύτερου κύκλου. Ο Καραμάνος μπορεί να μη ζει πια («Πάρε το μάτι του αητού και τ’ αλαφιού το βήμα και βγες απάνω στην κορφή να το βροντοφωνάξεις, ο Καραμάνος πέθανε, ο Καραμάνος πάει»), αλλά η ιστορία προχωρά «με συντροφιά τη φαμελιά του και τους συντρόφους του, οι παράλληλες ιστορίες των οποίων μας βοηθούν να νιώσουμε οικεία μια εποχή που ενώ ιστορικά είναι κοντινή, φαντάζει ξένη και μακρινή», όπως έγραφε ο Πάνος Ζάχαρης κατά την έναρξη της επικής σειράς. Πρωταγωνίστρια είναι πλέον η νύφη του Καραμάνου που καταφεύγει με το μωρό της στη Σκόπελο. Εκεί θα βρει μια απρόσμενη σύμμαχο και παρά την όχι και τόσο ενθαρρυντική γνωριμία («Έπρεπε να μείνουν στη γη τους να πολεμήσουν. Εδώ τι μας κουβαλήθηκαν; Μετά βίας μπορούμε να ταΐσουμε τους εαυτούς μας», λέει η Μαρίκα για τους ξένους, θυμίζοντας το σύγχρονο ρατσιστικό λεξιλόγιο εναντίον των μεταναστών) θα γίνουν καλές φίλες. Με τη Δροσιά να προσπαθεί να ξεπεράσει τις απανωτές τραγωδίες και την Ελλάδα που βράζει να πλησιάζει, έστω και χωρίς πυξίδα, στο 1821. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- θανάσης καραμπάλιος
- jemma press
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Πρόκειται για μία XXXL έκδοση που κυκλοφόρησε η JEMMA στα πλαίσια του ComicDom 2017 και το χαρακτηρίζει σαν ένα "Cult διαμάντι των fumetti της δεκαετίας του '70"...!Το βιβλίο μας περιγράφει τις περιπέτειες του "Άγνωστου",οι οποίες χωρίζονται σε επεισόδια...! Ο πρώτος τόμος περιλαμβάνει τα επεισόδια: Λίγες ώρες πριν την αυγή Η πλατεία των τριών μελισσών Θάνατος στη Ρώμη Στην αρχή του τόμου ο αναγνώστης θα βρει 9 σελίδες με ένα αφιέρωμα στον δημιουργό από τους μεταφραστές...!Το βιβλίο είναι μεν τεράστιο,αλλά κάθε σελίδα περιέχει το πολύ δύο καρέ...!Η γραφιστική επιμέλεια,το lettering και τα layouts έγιναν από την Eyeworks,ενώ τον σχεδιασμό του εξώφυλλου επιμελήθηκε ο Φραγκίσκος Ζουταλούρης...!Η έκδοση της JEMMA είναι ρετρό και μοιάζει με λογοτεχνικό βιβλίο...!Έχει ανθεκτική κόλληση στην ράχη και ματ χαρτί...! Αντιγραφή από το οπισθόφυλλο...! Ο Magnus στην Wikipedia
- 19 replies
-
- 28
-
-
-
- 2017
- jemma press
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Το Belzebubs είναι ένα ονλάιν κόμικ του Φιλανδού JP Ahonen, το οποίο παρουσιάζει τα έργα και ημέρες μιας οικογένειας μπλακμεταλάδων. Μετά την επιτυχία που έχει γνωρίσει σε αρκετές χώρες της Ευρώπης, ήρθε και στην χώρα μας από την Jemma Press. Αρκετά καλό στριπ, με εύκολα αναγνωρίσιμες καταστάσεις/συμπεριφορές που παρωδεί - με αγάπη και πόνο - ο δημιουργός, την όλη εικόνα - και σε κάποιες περιπτώσεις - ιδεολογία που πουλάνε τα μπλακ μέταλ συγκροτήματα. Όσοι γνωρίζουν την ιστορία της σκηνής θα καταλάβουν πολλά (αν και δεν υπάρχει εμφανής αναφορά σε κάποιο γνωστό γεγονός) αλλά και οι μη γνώστες θα περάσουν ευχάριστα. Ευτυχώς δεν μένει στην εύκολη ατάκα και πιάνει και τις προσωπικές σχέσεις των μελών της οικογένειας, αλλά και της μπάντας του πατέρ φαμίλια, που είναι σε αδράνεια. Επίσης, ο δημιουργός φροντίζει να έχει το κάθε μέλος ευδιάκριτη προσωπικότητα. Το σχέδιο δε, είναι αξιολάτρευτο και τεχνικά άρτιο αξιοθρήνιτο και δαιμονικά σάπιο. Η σειρά ξεκίνησε το 2016 και ο τόμος της Jemma - άρτιος σε όλα του - περιέχει στριπς από το 2016 μέχρι και σήμερα. Περιέχει επίσης μια από τις πρωτότυπες εισαγωγές που έχω διαβάσει εδώ και καιρό από την Μπέκυ Κλούναν. Σελίδα δείγμα (στα αγγλικά) Πρώτη διανομή στο AthensCon 2018, όπου ήρθε και ο καλλιτέχνης για αυτόγραφα και σκιτσοαφιερώσεις. Στα πλαίσια του συνέδρειου επίσης, η Jemma έδινε με την αγορά του άλμπουμ και μια πάνινη τσάντα δώρο. Trivia. Η φανταστική μπάντα του κόμικ έχει και δικιά της σελίδα, ενώ έχει συμπεριληφθεί και στην Encyclopedia Metallum. Ευχαριστούμε για τα υπόλοιπα εξώφυλλα τον Indian.
- 12 replies
-
- 23
-
-
-
- jp ahonen
- jemma press
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
Η επίσκεψη του Σιντάρο Κάγκο στη χώρα μας στάθηκε αφορμή για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για τη δική του οπτική στην καλλιτεχνική δημιουργία. Ο Σιντάρο Κάγκο γεννήθηκε στο Τόκιο το 1969 και ξεκίνησε την καριέρα του ως σχεδιαστής κόμικς ήδη από την ηλικία των 19 ετών, στο περιοδικό «Comic Box» το 1988. Η έντονα σατιρική του διάθεση αναπτύσσεται άλλοτε με ευφάνταστες πλην όμως λεπτομερείς απεικονίσεις ωμής, εκτεταμένης βίας, άλλοτε με σοκαριστικά προκλητικές ερωτικές σκηνές, άλλοτε με οπτικούς πειραματισμούς που αξιοποιούν στο έπακρο τους κανόνες του μέσου για να τους σπάσουν. Το ερωτικό και το φρικιαστικό στο έργο του δεν είναι ο αυτοσκοπός, αλλά εργαλεία που μεγιστοποιούν την αντίδραση αλλά και την εμπλοκή τελικά του αναγνώστη. Η επίσκεψη του μεγάλου Ιάπωνα καλλιτέχνη στη χώρα μας, στο πλαίσιο της όγδοης διοργάνωσης του φεστιβάλ κόμικς και κινουμένων σχεδίων Chaniartoon στα όμορφα Χανιά, στάθηκε αφορμή για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για τη δική του οπτική στην καλλιτεχνική δημιουργία. ● Ποιες είναι οι εντυπώσεις σας από την εμπειρία σας στην Ελλάδα και ειδικότερα στα Χανιά; Πώς αισθάνεστε που τα έργα σας κυκλοφορούν σε μια μικρή ευρωπαϊκή χώρα, όπως η Ελλάδα; Η Ελλάδα, και ιδιαίτερα η Κρήτη, είναι πανέμορφη, με τη θάλασσα και τα γραφικά της τοπία, και η τοπική κουζίνα ήταν εξαιρετικά νόστιμη. Οι άνθρωποι ήταν όλοι πολύ καλοί και φιλόξενοι και η υποδοχή που μου επιφυλάχθηκε από τους Έλληνες αναγνώστες ήταν πραγματικά θερμή. Είναι η πρώτη φορά που επισκέπτομαι τη χώρα σας και είμαι εντυπωσιασμένος από την ομορφιά και τη φιλοξενία της. Εκτός από την Ελλάδα, θα ήθελα τα βιβλία μου να μεταφραστούν και να εκδοθούν σε πολλές άλλες χώρες. ● Τα έργα σας είναι εξαιρετικά διαφορετικά μεταξύ τους, ενώ μοιράζονται κάποια κοινά μοτίβα. Πώς προσεγγίζετε την αφήγηση σε σύντομες και εκτενείς ιστορίες και ποια είναι η προτίμησή σας μεταξύ των δύο; Όταν δουλεύω σε μια εκτενή ιστορία, πρέπει να δημιουργήσω έναν πλήρη και λεπτομερή κόσμο, να σχεδιάσω την πλοκή και να αναπτύξω τις σχέσεις των χαρακτήρων. Είναι μια διαδικασία που μου αρέσει πολύ, καθώς μου επιτρέπει να εμβαθύνω στις λεπτομέρειες και να εξετάσω πιο περίπλοκες καταστάσεις. Αντίθετα, οι σύντομες ιστορίες είναι πιο άμεσες και λιγότερο περίπλοκες. Οι ιδέες σε αυτές τις ιστορίες συνήθως χρησιμοποιούνται μόνο μία φορά και τελειώνουν γρήγορα. ● Τι σας ενέπνευσε να επιστρέψετε στον ιδιαίτερο, πολυσυμπαντικό χώρο του «Αέναου Κάστρου» και να τον εξερευνήσετε περισσότερο; Η ιδέα για την «Πριγκίπισσα του Αέναου Κάστρου» ήταν αρχικά μια παραγγελία από τον ιταλικό εκδοτικό οίκο Hollow Press, απ’ όπου μου ζητήθηκε να φτιάξω μια ιστορία εμπνευσμένη από το ιαπωνικό ιστορικό δράμα, αλλά σε έναν άλλο κόσμο. Η ιδέα για την «Πριγκίπισσα του Αέναου Κάστρου» επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί μόνο σε αυτό το βιβλίο, αλλά επειδή ο ίδιος εκδοτικός οίκος μού ζήτησε να γράψω μια νέα ιστορία στο ίδιο περιβάλλον, δημιούργησα μια δεύτερη ιστορία βασισμένη στην ίδια θεματική. ● Μια πτυχή της καλλιτεχνικής σας προσέγγισης είναι η ανάμιξη του ερωτικού με το γκροτέσκο, σε βαθμό που προκαλεί αμηχανία ή σοκ στον αναγνώστη. Ωστόσο, ο τρόμος και η φρίκη στο έργο σας δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά ένα όχημα για καυστική σάτιρα και σουρεαλιστικό χιούμορ. Ποιες καλλιτεχνικές ανάγκες εξυπηρετεί η κάθε σας πλευρά και πώς καταφέρνετε αυτές οι δύο να «συνομιλούν» μεταξύ τους – και τελικά με τον αναγνώστη; Τα έργα μου περιέχουν πολλά στοιχεία γκροτέσκου και βίας, κι αυτό πιστεύω ότι οφείλεται πρωτίστως στο γεγονός ότι μου αρέσουν πολύ οι ταινίες τρόμου. Ωστόσο, αυτά τα γκροτέσκα και βίαια στοιχεία συχνά λειτουργούν ως συνέχεια της κωμωδίας, όχι για να προκαλέσουν στην πραγματικότητα τρόμο. Για μένα, τα έργα μου είναι ουσιαστικά κωμωδίες, παρά ιστορίες τρόμου. Κατ’ επέκταση, όλα τα στοιχεία που παραδοσιακά συναντούμε σε μυθοπλασία τρόμου, όπως το γκροτέσκο και η βία για τα οποία έγινε λόγος, αποτελούν τελικά στοιχεία κωμικής υπερβολής. Ο τρόμος και η κωμωδία διαφέρουν ως προς την οπτική με την οποία βλέπουμε τα πράγματα. Για παράδειγμα, αν ένας περαστικός πατήσει μια μπανανόφλουδα και πέσει, αυτό μπορεί να φανεί κωμικό για έναν εξωτερικό παρατηρητή. Ωστόσο, για το άτομο που έπεσε μπορεί να είναι ένα σοβαρό περιστατικό, γεμάτο πόνο και – γιατί όχι – τρόμο. Με άλλα λόγια, το ίδιο γεγονός μπορεί να είναι κωμικό ή τραγικό ανάλογα με το πρίσμα από το οποίο το βλέπουμε, ανάλογα τη θέση μας. Σχεδόν όλα τα έργα μου τα προσεγγίζω από την οπτική της κωμωδίας. Αυτή η οπτική δεν έχει αλλάξει από την αρχή της καριέρας μου μέχρι σήμερα. ● Τα έργα σας βρίθουν πολιτικού και κοινωνικού σχολιασμού, κάτι που είναι εμφανές τόσο στις σύντομες ιστορίες σας όσο και σε έργα όπως το «Αέναο Κάστρο», που εμπνέεται τρόπον τινά από την ιαπωνική πολιτική ιστορία. Εξίσου έντονη είναι και η παρουσία στοιχείων αλληγορίας και μεταφοράς στο έργο σας. Εάν πάρουμε την έννοια της «δικαιοσύνης» σαν παράδειγμα, βλέπουμε πως η ιδέα για το τι είναι δίκαιο διαφέρει ανάλογα με τη χώρα, το άτομο και την εποχή. Υπήρξε μια εποχή που ήταν κοινωνικά αποδεκτό να περιφρονεί κανείς ή να διακρίνει αρνητικά άτομα διαφορετικής φυλής, αλλά πλέον αυτό δεν είναι αποδεκτό. Ωστόσο, αν οι εποχές αλλάξουν, κάποια στιγμή ίσως αυτό να θεωρηθεί και πάλι σωστό. Έτσι, οι πολιτικές και κοινωνικές αντιλήψεις ποτέ δεν είναι σταθερές. Το τι θεωρείται σωστό ευρέως μεταβάλλεται ανάλογα με την εποχή και τον τόπο. Πιστεύω ότι τα έργα μου κατευθύνουν πάντοτε τον αναγνώστη σε ερωτήματα όπως «Αυτό θεωρείται τώρα σωστό, αλλά είναι πράγματι σωστό;» ή «Κάτι που θεωρείται σήμερα κακό είναι πραγματικά κακό;» δίχως να δίνουν απαραίτητα την απάντηση. ♦ Ευχαριστούμε θερμά την Τζίνα Βάγια για τη μετάφραση της συνέντευξης. Και το σχετικό link...
-
Το νέο μάνγκα του Σιντάρο Κάγκο κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τη Jemma Press, με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψη του Ιάπωνα καλλιτέχνη στην Ελλάδα. Ένας από τους πιο τολμηρούς και πειραματικούς δημιουργούς του σύγχρονου ιαπωνικού κόμικς, ο Σιντάρο Κάγκο, επανέρχεται στο σύμπαν του «Αέναου Κάστρου», για το οποίο σας μιλήσαμε σε παλιότερο Καρέ Καρέ (7.9.2024), με το πρόσφατο έργο του «Οι 12 Πριγκίπισσες του Αέναου Κάστρου» το οποίο κυκλοφόρησε ταυτόχρονα στα ιαπωνικά, τα αγγλικά και τα ιταλικά από τις εκδόσεις Hollow Press τον Σεπτέμβριο του 2021, και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Jemma Press τον Σεπτέμβριο του 2024. Αν και νοηματικά ακολουθεί το προηγούμενο έργο του, λειτουργώντας σαν συνέχεια της «Πριγκίπισσας του Αέναου Κάστρου», η πλοκή της ιστορίας στις «Δώδεκα Πριγκίπισσες» τοποθετείται χρονικά στην περίοδο των Εμφύλιων Πολέμων, γνωστή ως «περίοδος Σογκούν», δηλαδή λίγο πριν λάβουν χώρα τα περιστατικά που μας διηγείται στο προηγούμενο έργο του, δημιουργώντας έτσι ένα ενδιαφέρον παράδοξο – το οποίο άλλωστε δεν είναι το μόνο πειραματικό στοιχείο στη δουλειά του Κάγκο. Εδώ, οι παράλληλες πραγματικότητες, αποτέλεσμα των διακλαδώσεων των κάστρων που παρουσίασε στο προηγούμενο μάνγκα του, δεν αποτελούν για τον συγγραφέα αντικείμενο προς εξερεύνηση, αφού εκεί έχει ήδη θέσει τους κανόνες τους. Εισάγοντας νέες θεματικές και αφηγηματικές διαστάσεις, επεκτείνει το πολυσύμπαν των αέναων κάστρων με μια διαφορετική, οργανική προσέγγιση και, φυσικά, στοιχεία κοινωνικής σάτιρας. Στην εισαγωγή της με τίτλο «Περισσότερα κάστρα, περισσότερες πριγκίπισσες και περισσότεροι κόσμοι εντός μας», μέρος του οποίου δανειστήκαμε για τις ανάγκες του παρόντος, η επιμελήτρια της ελληνικής έκδοσης Μυρτώ Τσελέντη επισημαίνει: «Στις 12 Πριγκίπισσες, ο Κάγκο δίνει στις περίφημες διακλαδώσεις του μια πιο οργανική διάσταση. Τις παρομοιάζει με τα αιμοφόρα αγγεία και με το νευρικό σύστημα του ανθρώπινου σώματος, είτε εκτός, είτε εντός των ανθρώπων. Στα ευρύτερα δίκτυα, οργανικά και ανόργανα, υλικά και άυλα, τοποθετεί έναν από τους βασικούς θεματικούς άξονές του. Το νοητικό δίκτυο που συνδέει τις σκέψεις των ανθρώπων μεταξύ τους, στο οποίο έχει πρόσβαση η γερόντισσα Γιουνγκού με τις υπερφυσικές της δυνάμεις, ως άλλος ιδιότυπος τεχνικός δικτύων, αποτελεί μια επακόλουθη έκφανση αυτού. Προφανώς, πρόκειται για έναν παραλληλισμό και ταυτόχρονα ένα σχόλιο για το ψηφιακό διαδίκτυο που μας ενώνει πλέον όλους, μια επέκταση της νόησης και της σκέψης αλλά και της επικοινωνίας μας. Ένα διαδίκτυο που, όπως και αυτό της πραγματικής ζωής, έχει στο μάνγκα συχνά αποτελέσματα που υπερβαίνουν τον άυλο (ψηφιακό ή νοητικό) κόσμο κι έχουν απτές συνέπειες στον φυσικό κόσμο». Η οπτική υπερβολή του σοκ, άλλο ένα χαρακτηριστικό του μετρ του έρο-γκούρου, δηλαδή του συνδυασμού του ερωτικού με το γκροτέσκο, είναι περισσότερο παρούσα στην πρόσφατη δουλειά του, επαναφέροντας στο μυαλό τον επαναστατικό Κάγκο που γνωρίσαμε μέσω της ανθολογίας «Το Μολυσματικό Σύνδρομο της Στοματικής Κοιλότητας και άλλες Πειραματικές Φρικωδίες» (εκδόσεις Jemma Press, 2011), μέσω της οποίας μας συστήθηκε στα ελληνικά. Η φρίκη και η σεξουαλική διαστροφή στα έργα του Σιντάρο Κάγκο άλλωστε, δημιουργούν έναν μηχανισμό απροσδόκητα σουρεαλιστικού και ενίοτε μαύρου χιούμορ, ενώ το καθαρό σχέδιό του εντυπωσιάζει με τη λεπτομερή απεικόνιση των απαιτητικών σκηνών που δημιουργεί το ευφάνταστο μυαλό του. Και το σχετικό link...
-
- 3
-
-
- οι 12 πριγκίπισσες του αέναου κάστρου
- σιντάρο κάγκο
- (and 3 more)
-
Το «Σιμμιότο» των Σιλβέριο Πιζού και Μίλο Μανάρα (κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μαμούθ το 1982) είναι μια πολιτική αλληγορία μπολιασμένη με στοιχεία της κινεζικής μυθολογίας, αναφορές στον Μάη του ‘68 και πρωταγωνιστή έναν ανθρωπόμορφο πίθηκο που τα βάζει με κάθε μορφής εξουσία, θρησκευτική, πολιτική, στρατιωτική, οικονομική. Από την άλλη, «Η Πριγκίπισσα του Αέναου Κάστρου» του Σιντάρο Κάγκο (Jemma Press) είναι μια σουρεαλιστικά εφιαλτική και ταυτοχρόνως πολιτικά σατιρική κατάδυση στα παράλληλα σύμπαντα ενός τρομακτικού κόσμου που εκκινεί από την ιαπωνική ιστορία αλλά διαιρείται και αναδιπλασιάζεται με μικρές διαφοροποιήσεις απρόβλεπτων συνεπειών. «Σιμμιότο» Η σχεδιαστική μαεστρία του Κάγκο πλημμυρίζει το βιβλίο με διονυσιακές σκηνές αμέτρητων παραδοξοτήτων, με χώρους και τοπία που αψηφούν τους νόμους της φυσικής, «με ατέλειωτα λαβυρινθώδη, μη ευκλείδειας γεωμετρίας κτίρια» που παραπέμπουν στον Έσερ, «κάστρα που απομακρύνονται από τη στατικότητα ενός αρχιτεκτονικού σχεδίου κι αναπνέουν σαν κλαδιά, κουνιούνται και γίνονται ασταθή με την παραμικρή – εκτός των προβλεπόμενων – παρεμβολή», όπως σημειώνει εύστοχα η Μυρτώ Τσελέντη στο επίμετρό της. «Η Πριγκίπισσα του Αέναου Κάστρου» Τόσο στο «Σιμμιότο» όσο και στην «Πριγκίπισσα του Αέναου Κάστρου», οι σχεδιαστικοί πειραματισμοί είναι διαρκείς, οι άνθρωποι παραμορφώνονται και μεταλλάσσονται χωρίς τέλος, αλλόκοτα πλάσματα διασταυρώνονται μαζί τους σε ανατριχιαστικές και σαδομαζοχιστικές ερωτικές συνευρέσεις, ενώ κυριαρχούν οι μάχες με σπαθιά που δημιουργούν αιμάτινους πίδακες, αφήνοντας διάσπαρτα διαμελισμένα πτώματα και πολτοποιημένα, κομμένα κεφάλια. Και παρά τις διαφορετικές «σχολές» στις οποίες ανήκουν οι δημιουργοί τους, παρά τη χρονική διαφορά φιλοτέχνησης των έργων τους, παρά το διαφορετικό πλαίσιο των ιστοριών, υπάρχουν πολλά κοινά στοιχεία, τουλάχιστον στο σχεδιαστικό μέρος, που αποδεικνύουν ότι οι μεγαλοφυΐες συχνά συναντιούνται έστω και ασυνείδητα. Και το σχετικό link...
-
- 3
-
-
- σιμμιότο
- μαμούθ κόμικς
- (and 9 more)
-
Από την εκδοτική: Τέσσερα θύματα του Άρχοντα του Τρόμου διψούν για εκδίκηση! Θέλουν να δουν τον Ντιαμπόλικ να υποφέρει, όπως υπέφεραν και οι ίδιοι και καταστρώνουν υπομονετικά ένα πολύπλοκο όσο και ιδιοφυές σχέδιο προκειμένου να τον εξολοθρευόσουν! Η ιστορία: Αν και ακόμα δεν έχει έρθει το Comicdom, η Jemma κάνει κάτι τέτοιες ανεξάρτητες κινήσεις μέσα στη χρονιά και έτσι το Μάρτιο κυκλοφόρησε μία ακόμα έκδοση του Diabolik, η αναβίωση του οποίου φαίνεται να πηγαίνει καλά με νέους τόμους να κυκλοφορούν σταθερά. Η εκδοτική επέλεξε μια ιστορία του εξαιρετικού Tito Faraci και μπορώ να πω ότι συνάντησα στοιχεία που δεν θυμάμαι να συναντάω συχνά στον Diabolik. Εν προκειμένω έχουμε τέσσερις παλιούς εχθρούς του πρωταγωνιστή μας να συμμαχούν προκειμένου να τον καταστρέψουν. Οι ίδιοι όντας έξυπνοι και ισχυροί καταλήγουν σωστά στο συμπέρασμα ότι ο Diabolik διαθέτει μια κρυψώνα στην οποία κρύβει πολύ σπάνια κομμάτια τέχνης που αποτελούν τα αγαπημένα του και ανταποκρίνονται στο προσωπικό του γούστο. Μάλιστα έχει κρατήσει μυστική την ύπαρξή της ακόμα και από την Εύα. Ο Faraci δείχνει σιγά σιγά τις κινήσεις των εχθρών και αποκαλύπτει τις ιστορίες όλων με την μορφή flashback, τα οποία συμβάλλουν σε πολύ ωραία ανάλυση των κινήτρων των χαρακτήρων και πιο όμορφη αφήγηση. Αυτό που δεν περίμενα με τίποτα είναι να δω τον Diabolik να κάνει λάθη και να μην υπολογίζει σωστά τις απειλές των αντιπάλων του και αναγκάζεται φυσικά να πάρει εκδίκηση. Είναι μια αρκετά απλή ιστορία, αλλά το ταλέντο του Faraci στην αφήγηση είναι αδιαμφισβήτητο και μέσα σε όλα έχουμε και το σχέδιο του Emanuele Barison που είναι μάλλον το αγαπημένο μου απ' όσους τόμους έχουν κυκλοφορήσει έως τώρα. Πολύ ρεαλιστικά πρόσωπα, καθαρές γραμμές, υπέροχα μελάνια, εξαιρετική απόδοση της δράσης. Συνολικά με άφησε ικανοποιημένο (και) αυτή η ιστορία. Η έκδοση: Για ένα κόμικ σχεδόν 180 σελίδων, η τιμή είναι αρκετά καλή, ωστόσο συνεχίζω να έχω το ίδιο πρόβλημα που είχα στο Το Όνομά μου είναι Ντιαμπολίκ με την πολύ κακή ποιότητα του χαρτιού της Jemma. Δεν ξέρω αν γίνεται με σκοπό να θυμίζει παλιά fumetti, αλλά δε γίνεται μια εκδοτική με πολύ καλές εκδόσεις που ποτέ δεν είχαμε θέμα με το χαρτί της να επιλέγει αυτήν την ποιότητα. Κατά τ' άλλα είναι στο κλασικό μέγεθος που είχαν και τα προηγούμενα Diabolik και αν σας αρέσει ο ήρωας και απολαμβάνετε που τον βλέπουμε τακτικά μέσω των επιλογών της Jemma, τότε θα πρότεινα να το διαβάσετε. Καλό διάβασμα σε όλους λοιπόν
-
Στον τόμο «Diabolik - Τα νεανικά χρόνια» ανακαλύψαμε τα πρώτα βήματα του νεαρού Ντιαμπόλικ στο νησί του Κινγκ, τους ανθρώπους και τις καταστάσεις που τον επηρέασαν θέτοντας τα θεμέλια της εγκληματικής «σταδιοδρομίας» του! Γνωρίζουμε πως το όνομα του έγινε συνώνυμο του «Άρχοντα του Τρόμου». Αυτό που αγνοούσαμε μέχρι σήμερα, ήταν το πότε και το πώς εξαπλώθηκε η φήμη του και το πως έκανε τα πρώτα του βήματα σε ένα μέρος που του ήταν τελείως άγνωστο: το Κλέρβιλ. Τώρα, ήρθε η ώρα να αποκαλυφτεί και αυτό το μυστήριο!
- 4 replies
-
- 17
-
-
-
- diabolik: το ονομα μου ειναι ντιαμπολικ
- tito faraci
- (and 7 more)
-
Eισαγωγη: Mario Gomboli Σχεδιο στον προλογο και στον επιλογο: Giuseppe Di Bernardo Βασισμενο σε ιδεα των: Guiujepe Palumbo,Tito Faraci Εισαγωγικη εικονα 2ης ιστοριας: Sergio Zaniboni Ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για τα χρόνια που πέρασε ο νεαρός Ντιαμπόλικ στο νησί του Κινγκ. Σε αυτόν τον τόμο που βλέπετε ο Μάριο Γκόμπολι και ο Τίτο Φαράτσι, μαζί με τον Τζουζέπε Παλούμπο, μας ταξιδεύουν στα εφηβικά χρόνια, στη ζωή ενός αγοριού που δεν γνώριζε ότι θα γινόταν ο Ντιαμπόλικ! (Η Ιταλικη εκδοση) Δύο γεγονότα, μια επίσκεψη σε μια γκαλερί και μια έκλειψη ηλίου, θα πυροδοτήσουν τις αναμνήσεις του Ντιαμπόλικ. Γλυκές αναμνήσεις παιδικών παιχνιδιών, θλιβερές αναμνήσεις χαμένων φιλιών, πικρές αναμνήσεις απάτης και προδοσίας. Αξέχαστες εμπειρίες που βοήθησαν να σφυρηλατηθεί ο χαρακτήρας του Βασιλιά του Τρόμου!
- 6 replies
-
- 16
-
-
-
-
- diabolik
- diabolik: τα νεανικα χρονια
- (and 10 more)
-
Υπερήρωες, funny animals, εξωγήινοι, δαιμόνιοι ντετέκτιβς, απ’ όλα έχουν τα κόμικς. Πόσοι εκδότες όμως έχουν γίνει πρωταγωνιστές τους; Ο Λευτέρης Σταυριανός της Jemma Press ίσως έχει το ρεκόρ εμφανίσεων στις σελίδες τους. Εδώ και 27 χρόνια εκδίδει κόμικς σπουδαίων Ελλήνων και ξένων δημιουργών, δίνει το «παρών» σε όλα τα μεγάλα γεγονότα της ένατης τέχνης και στις προθήκες των βιβλιοπωλείων του μπορείς να βρεις όλες τις παλιές και νέες κυκλοφορίες. Ο Λευτέρης Σταυριανός μπήκε στον χώρο των κόμικς το 1997 ανοίγοντας το Jemma Books & Comics στον Πειραιά και επεκτάθηκε λίγο αργότερα στην Καλλιθέα. Αλέξια Οθωναίου Σύντομα ξεκίνησε να εκδίδει κόμικς από όλο τον κόσμο δίνοντας βήμα παράλληλα και σε πλειάδα Ελλήνων καλλιτεχνών. Εμβληματικά έργα της παγκόσμιας παραγωγής όπως η πολυτελής έκδοση των περιπετειών του Luther Arkwright του Bryan Talbot, η πολυβραβευμένη εννιάτομη σειρά Bone του Jeff Smith, το δίτομο αντιφασιστικό Eternauta του δολοφονηθέντα από τη χούντα της Αργεντινής Hector Oesterheld και του Francisco López μεταφράστηκαν και κυκλοφόρησαν στη χώρα μας από την Jemma Press. Τάσος Μαραγκός Οι περισσότεροι Έλληνες δημιουργοί έχουν βγάλει μέρος ή και το σύνολο των έργων τους με συνεργάτη τον Σταυριανό: ο Θανάσης Καραμπάλιος το «1800», ο Τάσος Μαραγκός το «Hard Rock», ο Πέτρος Χριστούλιας τον «Νυχτερίδα», ο Στιβ Στιβακτής το «Gerard» κ.ά. Αντώνης Γαλάτης Εκτός από κόμικς ωστόσο, η Jemma Press εκδίδει και λογοτεχνία τρόμου και επιστημονικής φαντασίας, μελέτες θεωρίας και ανθολογίες, εικονογραφημένες ιστορίες και χιουμοριστικά λεξικά. Εκατοντάδες βιβλία, μικρά ή μεγάλα, αυτοτελή ή σε συνέχειες, χιουμοριστικά ή δραματικά, ευπώλητα ή και λιγότερο επιτυχημένα. Το βιβλιοπωλείο της Καλλιθέας μπορεί να μην υπάρχει πια αλλά το κατάστημα του Πειραιά, στην οδό Αλκιβιάδου, εξακολουθεί να αποτελεί στέκι συνάντησης και σημείο αναφοράς των κομιξόφιλων, να διοργανώνει events και πάρτι, να διαθέτει χιλιάδες βιβλία και περιοδικά, από πολύ παλιά και σπάνια μέχρι όλες τις νέες κυκλοφορίες. Σταύρος Κιουτσιούκης Τις προσεχείς εβδομάδες μάλιστα αναμένεται και κάτι καινούργιο, πιο κεντρικά, με «αθηναϊκό αέρα» από την Jemma Press. Με τέτοια δραστηριότητα, δεν είναι τυχαίο που ο Λευτέρης Σταυριανός δεν αποτελεί πια μόνο έναν συνεπή εκδότη, βαθύ γνώστη και ρέκτη των κόμικς αλλά έχει αποκτήσει, ακουσίως, και μια ακόμη διάσταση: αυτήν του χαρακτήρα σε πλήθος ιστοριών, άλλοτε σε πρωταγωνιστικούς ρόλους και άλλοτε σε cameo εμφανίσεις. Τόμεκ Η πιο μακρά και σταθερή του παρουσία είναι αναμφίβολα στις σελίδες από «Το Κουλούρι» του Τόμεκ, καθώς από το 2011 μέχρι σήμερα «υποδύεται» τον φιλοχρήματο, φιλόδοξο, ευρηματικό και, κάποιες φορές, σατανικό εκδότη που μηχανεύεται τρόπους για να πιάσει την καλή και να πουλήσει πιο πολλά κόμικς. Σπύρος Δερβενιώτης Στο «Comic Soap» (2017) του Σπύρου Δερβενιώτη είναι ο κεντρικός πρωταγωνιστής, αφηγούμενος απολαυστικές εμπειρίες με ιδιόρρυθμους πελάτες και ποικίλα ευτράπελα από το βιβλιοπωλείο του. Το βιβλίο άλλωστε, όπως πληροφορεί ο Δερβενιώτης είναι «χαλαρά βασισμένο σε αφηγήσεις του Φραγκίσκου Ζουταλούρη», ένα από τα διάφορα ψευδώνυμα που χρησιμοποιεί ο Σταυριανός στις γραφιστικές του επιμέλειες. Θανάσης Καραμπάλιος Στη συλλογή «Τα Εικοσάχρονα» (2022) των εκδόσεων Ένατη Διάσταση για τη συμπλήρωση 20 ετών από το πρώτο φεστιβάλ Comic N' Play, «παίζει» τον γερασμένο εαυτό του καθώς η ιστορία του Θανάση Καραμπάλιου εκτυλίσσεται το 2050, ενώ στον «Καπτάν Ίγγλο» (2024) του Σταύρου Κιουτσιούκη φαίνεται να απορρίπτει τον τίτλο καθώς του θυμίζει όνομα για ψαροκροκέτες. Αντώνης Βαβαγιάννης Στα «Κουραφέλκυθρα Omnibus II» (2019) του Αντώνη Βαβαγιάννη συμμετέχει σε ένα συνεργατικό φλιπ κόμικς και μπαίνει στη θέση ενός άλλου χαρακτήρα, του Λούθερ, διά χειρός Αλέξιας Οθωναίου, ενώ από τον ίδιο τον Βαβαγιάννη παρουσιάζεται να «χαρίζει» τα βιβλία του σε διαφήμιση της Jemma Press. Δημήτρης Καμένος Σε μονοσέλιδη ιστορία του Τάσου Μαραγκού προαναγγέλλει από το 2012 το νέο κατάστημά του στην Αθήνα, στο «Homo» του Δημήτρη Καμένου (2014) γίνεται επιβάτης τρένου που ελέγχουν οι Ναζί ενώ στο «Homo – Ιστορίες από το Μέτωπο» (2016), στη συμμετοχή του Γιάννη Ρουμπούλια, φιγουράρει κορνιζαρισμένος σε ένα οχυρό των Συμμάχων του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Γιάννης Ρουμπούλιας Η πιο μυστική «εμφάνισή» του όμως βρίσκεται στους «Μεταλλάδες» (2017) του Αρη Λάμπου, όταν στην ιστορία του Αντώνη Γαλάτη τούς παρακολουθεί κρυμμένος να απολαμβάνουν τα «σατανιστικά» τραγούδια της... Μαρινέλλας. Κι αυτές είναι λίγες μόνο από τις παρουσίες του Λευτέρη Σταυριανού στα κόμικς, του μόνου ίσως εκδότη που όχι μόνο τα απολαμβάνει, τα επιμελείται και τα κυκλοφορεί αλλά έχει και την τιμή να γίνεται, ξανά και ξανά, χαρακτήρας τους. Και το σχετικό link...
-
Το μεγάλο, διακοσίων σελίδων βιβλίο του Στηβ Στιβακτή «Gérard ή Το σπαθί στην πλάτη του» (Εκδόσεις Jemma Press) ήταν μια έκπληξη για εμάς, καθώς έχουμε κάπως απομακρυνθεί από τη σύγχρονη σκηνή του ελληνικού κόμικς και δεν ήμασταν προετοιμασμένοι για κάτι τέτοιο. Είναι μια σπουδαία, σπουδαία δουλειά. Το σενάριο, δουλεμένο εξονυχιστικά, είναι ευφυές και οργανωμένο με τον καλύτερο τρόπο, η γλώσσα είναι έξοχη, η αρχιτεκτονική των σελίδων πλούσια και ελκυστική, η εναλλαγή των χρωμάτων απίθανη και απολύτως βοηθητική (γιατί άλλο χρώμα σημαίνει άλλο χρονικό ή/και αφηγηματικό επίπεδο). Και το σχέδιο είναι πραγματικά υψηλού επιπέδου· συναρπαστικό. Έχουμε να κάνουμε με ένα γενναίο, ακομπλεξάριστο και… ηρωικό κόμικς (υπερηρωικό, υπό μία έννοια), γεμάτο καθημερινή καλλιτεχνική μαγεία και ανθρωπιά. Η ιστορία έχει να κάνει με τη μετάβαση ενός τρανς ατόμου, που από μικρός συνειδητοποιεί ότι στην πραγματικότητα είναι αγόρι. Μα δεν μπορεί να το πει βέβαια – όλοι το καταλαβαίνουμε αυτό, συμβαίνει πάντα, οι ιστορίες που έχουμε ακούσει έχουν τόσα κοινά μεταξύ τους… –, του είναι τρομερά δύσκολο έστω και να το ψιθυρίσει στην καλύτερή του φίλη, την κολλητή του, με την οποία φτιάχνουν σενάρια φαντασίας – πόσο δε μάλλον να το εκμυστηρευτεί σε συμβούλους και ψυχολόγους στο σχολείο του, ή στην οικογένειά του. Και τι οικογένεια… Η μητέρα του ήρωά μας, χωρισμένη, συζεί εδώ και κάποιον καιρό με ένα παλιοτόμαρο, έναν απίστευτα φρικτό τύπο, έναν άντρα που στάζει από τους πόρους του βία και, αυτό που λέμε, «τοξική πατριαρχία». Το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει και μεγαλώνει ο ήρωάς μας είναι αποκαρδιωτικό, εξουθενωτικό. Όμως ο Έκτορας – όπως ο ίδιος έχει βαφτίσει τον εαυτό του – δεν θα το βάλει κάτω. Για την ακρίβεια, έχει τους τρόπους του να ξεφεύγει από την πραγματικότητα. Έχει την τέχνη, έχει το φάνταζι, έχει τα Role-Playing Games, έχει τα κόμικς, έχει τη μουσική. Θα πλάσει, έτσι, με την πένα και τα μολύβια του έναν άλλο κόσμο, στον οποίο θα μπορεί να δραπετεύει. Έναν εναλλακτικό, παράλληλο κόσμο με μάγους, πολεμιστές, τέρατα… αλλά και προμάχους: ήρωες. Όπως ακριβώς είναι κι αυτός. Ένας ήρωας. Ένας πρόμαχος που πρέπει να σώσει τον εαυτό του, δηλαδή τον κόσμο. Και όλους τους άλλους που είναι σαν κι αυτόν. Να το πάρετε όσοι αγαπάτε τα κόμικς. Είναι το καλύτερο βιβλίο «για την ορατότητα των περιθωριοποιημένων ομάδων», όπως λέει και ο Στιβακτής στο επιλογικό του σημείωμα, και για το «κάμινγκ άουτ[, αυτή την] πράξη ίδρυσης του εαυτού μας», για να δανειστούμε τα ωραία λόγια του Λύο Καλοβυρνά που υπογράφει τον πρόλογο. Μια σπουδαία, σκληρή αλλά και γεμάτη συγκίνηση, και εντέλει αισιοδοξία, έκδοση από την ιστορική Jemma Press του Πειραιά, που ανέλαβε (και δεν είναι ασφαλώς η πρώτη φορά) το κόστος ενός πολύ ακριβού βιβλίου. Μακάρι ο «Gérard» να διαβαστεί πολύ, να ανατυπωθεί και, άμποτε, να μεταφραστεί και να εκδοθεί και στο εξωτερικό. Το αξίζει και με το παραπάνω. Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο: Όλοι περνάνε ζόρια στα δεκαπέντε τους. Ο Έκτορας ίσως λιγάκι παραπάνω. Παλεύοντας ενάντια σε ένα καταπιεστικό, εχθρικό περιβάλλον, ο Έκτορας αναρωτιέται ποια είναι η θέση του σ’ αυτόν τον κόσμο. Πώς η παιδικότητα συναντά την ενηλικίωση, πώς μπορεί κανείς να χτίσει μια ταυτότητα που δεν αναγνωρίζουν οι γύρω του, τι μπορεί τελικά να σημαίνει οικογένεια, πώς η τέχνη κι οι ιστορίες μπορούν να είναι μια σανίδα σωτηρίας σε έναν κόσμο γεμάτο σκοτάδι. Μέσα από την απομόνωση και τις εντάσεις ενός καλοκαιριού στο χωριό, μέσα από τον θυμό για έναν εισβολέα και για ένα σπιτικό υπό διάλυση, ο Έκτορας κάνει ένα ταξίδι μέσα από τη δημιουργικότητα και τη φαντασία του, έχοντας στο πλάι του έναν απρόσμενο σύμμαχο, ώστε να βρει τα όπλα για να υποστηρίξει τον εαυτό του και ό,τι αγαπάει. Στηβ Στιβακτής, «Gérard ή: Το σπαθί στην πλάτη του» (208 σελίδες 16,5 x 23 εκατ., Εκδόσεις Jemma Press). Κατά το νέο αγαπημένο μας συνήθειο, στο σιντριβάνι χθες διάβασα στον σκυλάκο μου το «Βιβλίο των φόβων (και πώς να τους εξαφανίσετε)» της Φυτούλας Βακανά από τις Εκδόσεις Πατάκη, με την εικονογράφηση της Σάντρας Ελευθερίου. Ο σκυλάκος μου έχει κι αυτός ένα αρκουδάκι όπως ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, και είναι και φοβιτσιάρης, όπως είναι και ο πρωταγωνιστής του βιβλίου. Αλλά μαζί είναι και γενναίος – όπως και πάλι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου! Βασικά, νομίζω πως όλοι έτσι είμαστε λίγο-πολύ: φοβόμαστε ένα σωρό πράγματα· αλλά κάνουμε και ό,τι μπορούμε για να μην τα φοβόμαστε. Έτσι πάνε αυτά. Το βιβλίο είναι έξοχο, είναι αστείο, και έχει και πλάκα. Δεν ηθικολογεί, δεν λέει χαζά, λέει τα πράγματα με το όνομά τους, κάνει καλή παρέα στα παιδιά, και – βέβαια – τους δίνει θάρρος. Κάνει δηλαδή αυτό που υπόσχεται. Οι ζωγραφιές πάλι, είναι άψογες, είναι επίσης αστείες, είναι χαριτωμένες, ενώ η ατμόσφαιρα είναι τρομερά γοητευτική, και το παιχνίδι του φωτός με τις σκιές πανέξυπνο και… τρομακτικό. Συνολικά, μια έκδοση ιδανική για πολλές-πολλές νυχτερινές συν-αναγνώσεις, που θα αρέσει σε όλα τα μικρά παιδάκια – και στα μικρά ή μεγάλα σκυλάκια που επίσης φοβούνται το σκοτάδι, τις αράχνες, τις σκάλες… και τα φαντάσματα… Μόνο οι γάτες, ως γνωστόν, δεν φοβούνται τα φαντάσματα. Όμως ούτε κι εκείνα τις φοβούνται. Τα φαντάσματα φοβούνται μόνο εμάς. ΥΓ. Πολύς κόσμος διαβάζει παιδικά βιβλιαράκια στα σκυλάκια του, δεν είμαστε οι μόνοι. Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
- gérard ή το σπαθί στην πλάτη του
- στηβ στιβακτής
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
Μια εξαιρετική συλλογή τεσσάρων ιστοριών από έναν νεαρό δημιουργό για όσα νιώθουμε και αδυνατούμε να εκφράσουμε, για όσα μας πνίγουν και δεν μπορούμε να πούμε. Μόλις είκοσι τεσσάρων ετών ο Αβράμ, κατά κόσμον Δημήτρης Αβραμόπουλος, έχει προλάβει να δημιουργήσει ορισμένα ιδιαίτερα και ξεχωριστά κόμικς, όπως η σειρά Stop Making Sense και το πειραματικό Nobody Laughs Here Anymore με τη συνεργασία του Μάρκου Ευλογημένου (Blessed). Η πιο πρόσφατη δουλειά του με τίτλο «Άγνωστες Λέξεις» (εκδόσεις Jemma Press, 64 σελίδες) επιβεβαιώνει το ταλέντο του και υπενθυμίζει τις επιρροές του, τις οποίες σταδιακά προσαρμόζει όλο και περισσότερο στο δικό του στιλ. Τα βουβά πρόσωπα των εφήβων χαρακτήρων του Charles Burns που υποφέρουν αλλά δεν μπορούν (και δεν θέλουν) να το δείξουν, τα πλακάτα χρώματα και οι λιγοστοί διάλογοι του Dan Clowes, η σουρεαλιστική απελπισία των πρωταγωνιστών του Chester Brown, ακόμα και η διάχυτη θλίψη που σκεπάζει κάθε καρέ του Chris Ware γίνονται τα εργαλεία του Αβράμ που τα χειρίζεται με δεξιοτεχνία και τα προσαρμόζει ιδανικά στις δικές του σύντομες αφηγήσεις. Οι τέσσερις ιστορίες που συνθέτουν τις «Άγνωστες Λέξεις» αποτελούν ένα πανέμορφο μωσαϊκό από τα παραπάνω στοιχεία. Κοινός παρονομαστής, οι αποστασιοποιημένες όψεις και εκφράσεις των ανθρώπων που βασανίζονται αλλά δεν ξέρουν πώς να αντιδράσουν, δεν βρίσκουν τον τρόπο να μιλήσουν στους άλλους ανθρώπους και γι’ αυτό επιλέγουν να βυθίζονται στις σκέψεις τους χωρίς διέξοδο, χωρίς ελπίδα. Η νέα γυναίκα στο «Μόνο Δυο Δάκτυλα Είναι…» αποφασίζει να μείνει άπραγη όταν ξυπνά με δυο δάκτυλα λιγότερα αλλά αρχίζει να παίρνει στα σοβαρά την κατάσταση όταν βλέπει να προχωρούν οι «ακρωτηριασμοί», ο έφηβος στο «Dia Maria» πασχίζει να διατηρήσει ατόφιες τις αναμνήσεις του με τίμημα τη σιωπή, η κοπέλα του «Κασκόλ» προσπαθεί να εκλογικεύσει το ανεξήγητο αποθέτοντας την ελπίδα σε μερικές νιφάδες χιονιού και η μικρή μαθήτρια στα «Αυτοκόλλητα», την πιο δυνατή ιστορία του βιβλίου, νιώθει στο πετσί της τη διάλυση της πυρηνικής οικογένειας γράφοντας μια βιωματική έκθεση γεμάτη με «άγνωστες λέξεις». Ένα από τα πιο δυνατά σημεία στις ιστορίες του Αβράμ είναι η χρήση του πικρού, μαύρου χιούμορ το οποίο, ιδιαίτερα στα «Αυτοκόλλητα», παίρνει τη μορφή του σαρκασμού και της καταγγελίας για όλα όσα γίνονται πίσω από τις διπλοκλειδωμένες πόρτες και τις κλειστές κουρτίνες των απομονωμένων διαμερισμάτων με θύματα τα παιδιά. Σε όλες τις ιστορίες επίσης, είναι εντυπωσιακή η σχεδόν πλήρης έλλειψη διαλόγων οι οποίοι υποκαθίστανται από τη χωρίς εξάρσεις αφήγηση του πρωταγωνιστικού προσώπου προσθέτοντας έτσι ακόμα ένα επίπεδο απομάκρυνσης και αποστασιοποίησης από τα γεγονότα, λες και συμβαίνουν σε κάποιον άλλον, θυμίζοντας τις παγερές περιγραφές του Adrian Tomine που ανατέμνει στο χειρουργικό κρεβάτι τους νευρωτικούς κατοίκους των σύγχρονων μεγαλουπόλεων για να διαπιστώσει (με χαιρεκακία;) τον μεταφορικό τους θάνατο, την ψυχική τους νέκρωση, την πνευματική τους ένδεια. Γιατί αυτό που τους λείπει περισσότερο από καθετί είναι οι λέξεις. Γνωστές και άγνωστες. Ίσως αυτό να ερμηνεύει και την επιλογή του τίτλου από τον Αβράμ, ο οποίος στον πρόλογό του διευκρινίζει: «Όταν πρωτοξεκίνησα να σκέφτομαι και να γράφω ιστορίες χρειαζόμουν όπως όλοι έναν χώρο, ένα σπίτι να τις φιλοξενήσω, ένα κομμάτι χαρτί, ένα τετράδιο. Στη δική μου περίπτωση ήταν ένα παλιό μπλε τετράδιο του Δημοτικού, σχεδόν άδειο, με τον τίτλο “Άγνωστες Λέξεις”. Οι λέξεις που ήταν γραμμένες μέσα; Μελαγχολία, ενσυναίσθηση, στύση. Ίσως να είναι καλύτερα που τα βιβλία δεν μιλάνε». Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- δημήτρης αβραμόπουλος
- jemma press
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Μία συζήτηση για το… ‘‘Πτώμα’’ Μάριος Ιωαννίδης ΜΕ ΤΟΥΣ Θ. ΠΕΤΡΟΥ – Γ. ΠΑΛΑΒΟΣ – Τ. ΖΑΦΕΙΡΙΑ∆ΗΣ Οι Θανάσης Πέτρου, Γιάννης Παλαβός και Τάσος Ζαφειριάδης, δηµιουργοί του κόµικ «Το Πτώµα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Jemma Press, µιλούν στο «Μολύβι – µελάνι» για τη συνεργασία τους, µε αφορµή την επανακυκλοφορία του… «πτώµατος». Οι δηµιουργοί θα παρουσιάσουν το βιβλίο τους το Σάββατο 28 Σεπτεµβρίου, στις 17:00 στο Θέατρο Μίκης Θεοδωράκης και παράλληλα θα εισηγηθούν δύο δωρεάν εργαστήρια στο πλαίσιο του 8ου Chaniartoon International Comic & Animation Festival. Συναντηθήκατε στο κόµικ «Γρα-Γρου» και ακόµη πιο πριν στο κόµικ «Πτώµα» που επανακυκλοφόρησε φέτος. Τι κάνει αυτή τη συνεργασία δυνατή; Ποια στοιχεία του καθένα σας νιώθετε πως εµπνέουν τον άλλον; Θ.Π.: Η γνωριµία µου µε τον Τάσο προέκυψε µέσα από τον χώρο των κόµικς, όταν εγώ δούλευα στο «9» της Ελευθεροτυπίας. Γνωριστήκαµε µε τον Γιάννη όταν προέκυψε η ιδέα της συνεργασίας των τριών µας για το «Πτώµα», το οποίο να σηµειώσω ότι ήταν η πρώτη τόσο µεγάλη δουλειά µου. Το ότι ταιριάξαµε και συνεργαστήκαµε δύο φορές είναι απόρροια πολλών παραγόντων. Ταιριάζουν τα γούστα µας σε αρκετά πράγµατα, σε βιβλία, µουσικές, ταινίες, έχουµε έναν κοντινό αισθητικό κώδικα. Βέβαια, νοµίζω µετράει και το γεγονός ότι είµαστε και οι τρεις Βορειοελλαδίτες, οπότε έχουµε κοινές παραστάσεις όσον αφορά το κλίµα και την ατµόσφαιρα που επικρατεί γενικώς στα µέρη µας. Με ιντριγκάρει πάντα η λοξή, θα έλεγα, µατιά που έχουν και οι δύο στον τρόπο που αντιλαµβάνονται στοιχεία και λεπτοµέρειες γύρω µας και τους δίνουν µορφή σε ένα γραπτό κείµενο. Το να θέλεις να συνεργαστείς µε κάποιον είναι η απαρχή. Οι συνεργασίες ευδοκιµούν και τελεσφορούν εφόσον υπάρχουν κοινοί στόχοι και κοινές αντιλήψεις, διαφορετικά τζάµπα θα παιδευτείς. Τ.Ζ.: Είµαστε φίλοι, γνωριζόµασταν από πριν και νοµίζω οι κοινές αναφορές σε αναγνώσµατα, µουσικές κ.λπ. είναι σηµαντικές τελικά και για την καλλιτεχνική συνεννόηση. Υποψιάζοµαι ακόµα ότι παίζει κάποιο ρόλο και η κοινή καταγωγή από Βόρεια Ελλάδα, αν και δεν µπορώ να το εξηγήσω ακριβώς µε λόγια. Πρέπει να πω ότι τέτοια εγχειρήµατα στην Ελλάδα πολύ σπάνια χρηµατοδοτούνται, συνεπώς αν δεν νιώθεις καλά µε τους συνεργάτες σου, τότε δεν είναι ούτε η διαδικασία ούτε το αποτέλεσµα ικανοποιητικό -εφόσον δεν υπάρχει πίεση «άνωθεν», το κίνητρο είναι πρακτικά κυρίως «εσωτερικό». Γ.Π.: Η συνεργασία µας βασίζεται στη φιλία και στο κοινό µας βλέµµα. Με τον Θανάση και τον Τάσο εκπέµπουµε σε διαφορετικές συχνότητες, οι σταθµοί µας όµως παίζουν παρόµοια µουσική και οι εκποµπές µας εκφράζουν συγγενή άποψη για τα πράγµατα. Και για τα δυο κόµικς δουλέψαµε µε τον ίδιο τρόπο: σαν να είµαστε µέλη µιας µπάντας –ένας στην κιθάρα, άλλος στο µπάσο, ο τρίτος στα τύµπανα– ή, ακόµα καλύτερα, σαν µέλη ενός τζαζ τρίο – ο καθένας, ως έκφραση της δικής του προσωπικότητας, έπαιζε τη δική του παραλλαγή ενός κοινού µοτίβου, ακολουθώντας δικούς του δρόµους (ακόµα και παίζοντας σκοπίµως φάλτσα ενίοτε), όµως και οι τρεις εκδοχές συνέκλιναν τελικά στην υπηρεσία ενός κοινού µουσικού κοµµατιού, το οποίο αποτυπώνει µεν τη συµβολή του καθενός, αλλά ως σύνολο είναι κάτι υπέρτερο από το απλό άθροισµα των τριών. Πόσο µακριά βρίσκεται η συγγραφή ενός διηγήµατος από τη συγγραφή ενός σεναρίου κόµικ; Γ.Π.: Πρόκειται για δύο τελείως διαφορετικά εγχειρήµατα. Και στις δυο περιπτώσεις έχεις να αφηγηθείς µια ιστορία, και προφανώς κάποια πράγµατα είναι κοινά – έχεις χαρακτήρες, πλοκή, αιφνιδιασµούς, πρέπει να βρεις ένα ενδιαφέρον τέλος και, κυρίως, πρέπει µε κάποιον τρόπο να παράγεται και να κοινωνείται νόηµα, βλέµµα και συγκίνηση. Μόνο που στην περίπτωση ενός διηγήµατος ο τρόπος αυτός έγκειται κατά βάση στο πώς θα βάλεις στη σειρά δυο λέξεις, από τη γειτνίαση των οποίων θα παραχθεί σπινθήρας, δηλαδή τέρψη αισθητική και ένα νόηµα που απρόσµενα φωτίζει κάτι που στον νου του αναγνώστη υπήρχε µόνο σε λανθάνουσα µορφή. Με άλλα λόγια: η λογοτεχνία γίνεται µε λέξεις. Το κόµικς, όµως, είναι µια µορφή τέχνης που γίνεται µε εικόνες, και για την ακρίβεια µε την παράταξη ακίνητων εικόνων. ∆ι’ αυτής της παράταξης υπηρετούνται οι ίδιοι στόχοι –δηλαδή αισθητική τέρψη και νόηµα, συγκίνηση και κοινώνηση της ιδιοφωνίας του δηµιουργού. Ο συγγραφέας έχει διάφορα µέσα στη διάθεσή του που δεν µπορεί να τα επιστρατεύσει όταν γράφει το σενάριο ενός κόµικς: ενώ στο διήγηµα γράφει και εκτελεί µια σονάτα στο µυαλό του αναγνώστη, όταν γράφει το σενάριο ενός κόµικς γράφει απλώς την παρτιτούρα, την οποία θα εκτελέσει ο σχεδιαστής. Πώς ήρθε η έµπνευση για την ιστορία του «Πτώµατος»; Με ποιον τρόπο συνεργαστήκατε για τη συγγραφή του σεναρίου; Τ.Ζ.: Το Πτώµα ξεκίνησε από µία ιστορία που άκουσε η µητέρα µου στο φαρµακείο της στις Συκιές Θεσσαλονίκης, από έναν πελάτη της που δούλευε σε γραφείο τελετών. Όπως και στο κόµικς, είχαν αναλάβει από το νεκροτοµείο να κηδεύσουν ένα πτώµα σε προχωρηµένη σήψη και αναγκάστηκαν να περιµένουν να επιλυθούν τα διάφορα διαδικαστικά θέµατα µέχρι να γίνει η κηδεία. Ο νεκρός είχε µία κόρη στο εξωτερικό που δεν την έβρισκαν αρχικά, και ύστερα περίµεναν να έρθει. Συνεπώς από την ανυπόφορη δυσωδία αναγκάστηκαν και τον «ξενύχτησαν» τρεις µέρες στο Σέιχ Σου. ∆εν µπορέσαµε να ξαναβρούµε εκείνον τον κύριο για να ρωτήσω περισσότερες λεπτοµέρειες, αλλά η µαγιά για το κόµικς ήταν εκεί. Στη συνέχεια προστέθηκε και η ιστορία του υπερήλικα διαχειριστή της πολυκατοικίας που έµενα στην Αθήνα που µε έστελνε να του αγοράζω λαχεία. Αργότερα έµαθα ότι είχε καταχραστεί το αποθεµατικό των κοινοχρήστων και ήλπιζε έτσι να βρει τα χρήµατα. Είχα γράψει περίπου το µισό σενάριο όταν συνειδητοποίησα ότι οι ιδέες που είχα για φινάλε δεν λειτουργούσαν και είχα φτάσει σε αδιέξοδο. Το έστειλα τότε στον Γιάννη, γιατί µου φαινόταν αισθητικά κοντά σε αυτά που έγραφε τότε, και του έδωσα ελεύθερο να το ολοκληρώσει όπως θέλει. Το ολοκλήρωσε, και ύστερα από αρκετές αλλαγές και των δυο σε όλη την έκταση του σεναρίου, το ύφος τελικά οµογενοποιήθηκε. Όταν ήρθε η ώρα του ντεκουπάζ, µε τη βοήθεια ενός φίλου µε µηχανή, κάνοντας βόλτες και φωτογραφίζοντας την πόλη βρέθηκαν οι κατάλληλες τοποθεσίες στη Θεσσαλονίκη για να χρησιµοποιηθούν για σκηνικό. Ο ήρωας «στο Πτώµα» συνοµιλεί µε ένα πτώµα. Θα λέγαµε πως κινούµαστε στα χωράφια του µαγικού ρεαλισµού στη λογοτεχνία. Κατά πόσο θεωρείς πως το κόµικ ως µέσο συµβάλλει σε µια πιο διευρυµένη ανάγνωση του «µύθου»; Γ.Π.: Τα κόµικς είναι µια µορφή αφηγηµατικής τέχνης όπως και άλλες, που έχουν πίσω τους µακρά ιστορία – η λογοτεχνία, το θέατρο, ο κινηµατογράφος, η όπερα. Κάθε µορφή αφήγησης έχει στον πυρήνα της την έννοια του µύθου, δεν γίνεται αλλιώς. Και όπως και κάθε µορφή τέχνης, για την οποία ισχύει ότι η πλειονότητα των προϊόντων της είναι ανυπόφορα κι ένα µικρό µόνο ποσοστό τους είναι αξιοσηµείωτα και προχωρούν την τέχνη αυτή ένα βήµα παρακάτω, έτσι και τα κόµικς, στα έργα τους που είναι άξια του χαρακτηρισµού «τέχνη», προχωρούν τον εκάστοτε µύθο που αφηγούνται παρακάτω, εµπλουτίζοντας τον αναγνώστη µε τον ίδιο τρόπο που τους εµπλουτίζει η ανάγνωση ενός καλού µυθιστορήµατος. Στα περισσότερα κόµικ σου δίνεις έµφαση στο ιστορικό πλαίσιο στον τόπο. Το «Πτώµα» εκτυλίσσεται στη Θεσσαλονίκη. Αν διαδραµατιζόταν σε ένα άλλο σκηνικό, θα επηρέαζε την αισθητική της εικονογράφησης; Θ.Π.: Γενικώς είµαι ευπροσάρµοστος στις απαιτήσεις που έχει κάθε κόµικς. Η διαδικασία που ακολουθώ όσον αφορά την έρευνα και τη συλλογή επικουρικού υλικού για κάθε δουλειά είναι πάντως παρόµοια. Το ότι το Πτώµα διαδραµατίζεται στη Θεσσαλονίκη µού έδινε φυσικά µια µεγαλύτερη εξοικείωση. Πάντως, όποιο και να ήταν το «σκηνικό» της ιστορίας θα προσπαθούσα να γνωρίσω και να νιώσω την ατµόσφαιρα αυτού του τόπου, ώστε να την αποδώσω όσο καλύτερα µπορώ µε βάση τις ικανότητες και την αισθητική µου. Και το σχετικό link
-
- 5
-
-
- jemma press
- το πτώμα
- (and 5 more)
-
«Η Πριγκίπισσα του Αέναου Κάστρου» του Σιντάρο Κάγκο είναι ένα μοναδικό μάνγκα που σχολιάζει την ιαπωνική Ιστορία, την ταξική ανισότητα και τη θεωρία του πολυσύμπαντος με πειραματισμούς πάνω στο Μέσο. Είναι γεγονός πως τα ιαπωνικά μάνγκα είναι παγκοσμίως τα πιο δημοφιλή κόμικς των τελευταίων δεκαετιών, πολυποίκιλα αναγνώσματα για κάθε ηλικία και γούστο. Μέσα από την παραγωγική βιομηχανία κόμικς της Ιαπωνίας ξεχωρίζει και ένας λιγότερο βιομηχανοποιημένος μανγκάκα: ο Σιντάρο Κάγκο, ένας από τους πλέον ιδιαίτερους δημιουργούς της 9ης Τέχνης. Τα μάνγκα του περιστρέφονται γύρω από το γκροτέσκο, το σεξ, τη βία και τη σωματική παραμόρφωση, έξυπνα πλεγμένα με σουρεαλιστικό χιούμορ και κοινωνικοπολιτική σάτιρα. Το σχέδιό του είναι εμμονικά προσεκτικό στη λεπτομέρεια και πειραματίζεται συχνά με τους κανόνες της «γραμματικής των κόμικς», κάνοντας τις ιστορίες του μοναδικά αναγνωστικά ταξίδια στο σοκ. Στην Ελλάδα τον γνωρίσαμε μέσα από τη συλλογή ιστοριών του «Το Μολυσματικό Σύνδρομο της Στοματικής Κοιλότητας και άλλες Φρικωδίες» (εκδ. Jemma Press). Φέτος, η Jemma Press φέρνει και πάλι τον νοσηρό Κάγκο στα ελληνικά ράφια σε μετάφραση της Kasumi Mori με την 200 σελίδων «Πριγκίπισσα του Αέναου Κάστρου». H Πριγκίπισσα του Σρέντιγκερ Το 1582, ο άρχοντας Όντα Νομπουνάγκα δολοφονείται από τον στρατηγό του Ακέτσι Μιτσούχιντε, με τον τελευταίο να παίρνει την εξουσία. Τι θα συνέβαινε όμως εάν ο Μιτσούχιντε αποτύγχανε και ο Νομπουνάγκα παρέμενε άρχοντας; Η βάση για την «Πριγκίπισσα» είναι το περίφημο παράδοξο της «γάτας του Σρέντιγκερ» και η ερμηνεία του στη θεωρία των παράλληλων συμπάντων. Σύμφωνα με αυτήν, στον κόσμο υπάρχουν εκατομμύρια διαφορετικά σύμπαντα ανάλογα με τις διαφορετικές πιθανότητες εξέλιξης κοινών γεγονότων (ένα σύμπαν όπου η γάτα είναι νεκρή και ένα όπου είναι ζωντανή). Στο κόμικς, το κάθε σύμπαν απεικονίζεται από ένα ιαπωνικό κάστρο το οποίο προεκτείνεται πάνω από αχανή ομίχλη προς τον ουρανό. Τα σύμπαντα-κάστρα βρίσκονται δίπλα δίπλα αλλά χωρίς να επικοινωνούν μεταξύ τους, με το καθένα να διαφοροποιείται ανάλογα με το ποιον άρχοντα έχει και ποιες πιθανότητες οδήγησαν στη δημιουργία του. Ο αναγνώστης παρακολουθεί παράλληλα τα σύμπαντα-κάστρα όπου κυριάρχησαν αντίστοιχα ο Νομπουνάγκα και ο Μιτσούχιντε εστιάζοντας στο δεύτερο, όπου η γυναίκα του Νομπουνάγκα πριγκίπισσα Νο ξεκινά εξέγερση για να εκδικηθεί τον θάνατο του συζύγου της. Εκ πρώτης όψεως, πρωταγωνίστρια του μάνγκα είναι η πριγκίπισσα Νο. Αληθινοί πρωταγωνιστές όμως αποδεικνύονται τα αέναα κάστρα και οι κάτοικοί τους: τα κάστρα-σύμπαντα απεικονίζουν την ίδια την κοινωνική διαστρωμάτωση της ιαπωνικής κοινωνίας του 16ου αιώνα, με τον άρχοντα και την Αυλή του να κατοικούν στους πάνω ορόφους και τους τεχνίτες, αγρότες, φτωχούς και περιθωριακούς στα κατώτερα πατώματα. Με έξυπνα αφηγηματικά τεχνάσματα, ο Κάγκο κάνει τους πύργους μια κυριολεκτική απεικόνιση των κάθετων δομών εξουσίας, με τους εξουσιαστές να κατοικούν πάνω από τους εξουσιαζόμενους. Από την άλλη, κάθε κάστρο ως διαφορετική πραγματικότητα παρουσιάζεται και ως διαφορετική ιστορία, σαν άλλο κόμικς με τους ίδιους ήρωες. Συνεπώς, διαβάζοντας την «Πριγκίπισσα» ο αναγνώστης διαβάζει τα κάστρα ως κόμικς εγκιβωτισμένα στο κόμικς! Με το λεπτομερές του σχέδιο που πότε θυμίζει αρχιτέκτονα και πότε χειρουργό, ο Κάγκο φτιάχνει μια νοσηρή και πολυεπίπεδη – όπως τα κάστρα του – ιστορία εκδίκησης οδηγώντας το πείραμα των παράλληλων συμπάντων στα όρια των αφηγηματικών συμβάσεων του Μέσου, μια ιστορία που μόνο ως κόμικς θα μπορούσε να ειπωθεί και που κάθε λάτρης της 9ης Τέχνης αξίζει να διαβάσει. Ο Κάγκο στα Χανιά! Με αφορμή την ελληνική έκδοση της «Πριγκίπισσας», ο Σιντάρο Κάγκο θα βρεθεί στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στα Χανιά ως επίσημος καλεσμένος του 8ου Φεστιβάλ Κόμικς και Αnimation Chaniartoon σε συνεργασία με τις εκδόσεις Jemma Press. O Ιάπωνας δημιουργός θα βρίσκεται στην κρητική πόλη από τις 27 έως τις 29 Σεπτεμβρίου, σε μια σπάνια περίπτωση όπου ένας μάνγκακα θα βρεθεί σε ελληνικό έδαφος ως καλεσμένος σε φεστιβάλ κόμικς. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- η πριγκίπισσα του αέναου κάστρου
- σιντάρο κάγκο
- (and 5 more)
-
Στο πλαίσιο του πλούσιου προγράμματος επετειακών εκδηλώσεων του Δήμου Αθηναίων «1974 & 1944: Η Αθήνα γιορτάζει την ελευθερία της», η Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων παρουσιάζει την έκθεση κόμικς «Ένα γλυκό ξημέρωμα – 14 ιστορίες για την Αθήνα της Κατοχής», από τις 5 έως τις 17 Σεπτεμβρίου με ελεύθερη είσοδο για όλους. Soloup, Σουλτς και Σαχτ Καθημερινά από τις 10:00 έως τις 16:00, στην αίθουσα Νέοι Φούρνοι οι επισκέπτες της έκθεσης ανακαλύπτουν έργα δεκατεσσάρων Ελλήνων δημιουργών κόμικς που αφηγούνται ιστορίες για την Αθήνα της Κατοχής, επικεντρωμένες στους ανθρώπους που έβλεπαν ή ονειρεύονταν «γλυκά ξημερώματα» τη στιγμή που βίωναν σκοτεινές ημέρες, ζοφερές νύχτες, εφιαλτικές εποχές. Γιώργος Γούσης, Ο Tερματοφύλακας μιλάει για τον Μεγάλο Αγώνα Τα έργα που φιλοτεχνούν οι καλλιτέχνες δεν αποτελούν ντοκουμέντα, μαρτυρίες, τεκμήρια, αποδείξεις ή ιστορικά στοιχεία. Κάποια εδράζονται σε ιστορικά δεδομένα και κάποια αποτελούν μυθοπλαστικές αφηγήσεις. Οι Soloup, Αλέκος Παπαδάτος, Αλέξια Οθωναίου, Γιώργος Γούσης, Γιώργος Φαραζής, Δημήτρης Καμένος, Θανάσης Πέτρου, Θοδωρής Μπαργιώτας, Λέανδρος, Πέτρος Ζερβός, Πέτρος Χριστούλιας, Σπύρος Δερβενιώτης, Τάσος Μαραγκός και Τόμεκ Γιοβάνης αποτυπώνουν με τον δικό τους τρόπο πτυχές των θλιβερών χρόνων της Κατοχής, σε μια απόπειρα προσέγγισης και απόδοσης της εποχής εκείνης μέσω της καλλιτεχνικής έκφρασης. Σπύρος Δερβενιώτης, Σκιές στο Μνημείο Τι συνέβαινε στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής; Πώς ήταν να ζεις κάτω από τη γερμανική μπότα, σε ένα καθεστώς απόλυτης τρομοκρατίας και φόβου όπου τίποτα δεν είναι ασφαλές; Ποιοι και πώς αντιστάθηκαν και ποιοι συνεργάστηκαν με τον κατακτητή; Μα πάνω απ’ όλα, πώς ήρθε η απελευθέρωση; Οι δημιουργοί της έκθεσης «Ένα γλυκό ξημέρωμα – 14 ιστορίες για την Αθήνα της Κατοχής», μπροστά στο δέος και τον αποτροπιασμό που γεννά η τρομακτική διάσταση του εγκλήματος, αντιτάσσουν τη μνήμη, προτάσσουν τη γνώση και παρακινούν σε εγρήγορση. Τάσος Μαραγκός, Das Roastbeef Η έκθεση θα παρουσιαστεί επίσημα στην αίθουσα Νέοι Φούρνοι την Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου, ώρα 19:30, με ελεύθερη είσοδο. Θα ακολουθήσει συζήτηση με τους δημιουργούς Τόμεκ Γιοβάνη, Γιώργο Γούση, Σπύρο Δερβενιώτη, Soloup, Γιώργο Φαραζή και Πέτρο Χριστούλια. Δημιουργοί έκθεσης: Soloup, Αλέκος Παπαδάτος, Αλέξια Οθωναίου, Γιώργος Γούσης, Γιώργος Φαραζής, Δημήτρης Καμένος, Θανάσης Πέτρου, Θοδωρής Μπαργιώτας, Λέανδρος, Πέτρος Ζερβός, Πέτρος Χριστούλιας, Σπύρος Δερβενιώτης, Τάσος Μαραγκός, Τόμεκ Γιοβάνης Επιμέλεια: Μενέλαος Χαραλαμπίδης, Γιάννης Κουκουλάς Διοργάνωση: Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων Δείτε εδώ το αναλυτικό πρόγραμμα των εκδηλώσεων του Δήμου Αθηναίων «1974 & 1944: Η Αθήνα γιορτάζει την ελευθερία της» που απλώνονται στην πόλη μέχρι και τον Νοέμβριο. Πληροφορίες «Ένα γλυκό ξημέρωμα – 14 ιστορίες για την Αθήνα της Κατοχής» 05–17 Σεπτεμβρίου 2024 Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων | Αίθουσα Νέοι Φούρνοι Ωράριο επίσκεψης: Δευτέρα – Κυριακή 10:00-16:00 Είσοδος ελεύθερη Περισσότερες πληροφορίες: cultureisathens.gr Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- ένα γλυκό ξημέρωμα
- jemma press
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
Σε συνέχεια της αναβίωσης των ερωτικών fumetti που κυκλοφορούσαν πριν μερικές δεκαετίες, ο Montagliani και η Jemma "ξαναχτυπούν" με ένα καινούριο βιβλίο, αυτή τη φορά όχι με σόλο ιστορίες της Suspiria αλλά με μια ανθολογία που επίσης συμμετέχουν η Ζάκουλα, η Λουσίφερα και η "Ξανθιά", νεότερη δημιουργία αυτή από το πενάκι του Franco Saudelli και όχι υπερφυσικός χαρακτήρας από το παρελθόν. Η πρώτη ιστορία είναι σε σκίτσο και σενάριο Montagliani και πρωταγωνιστεί η Ζάκουλα σε μια μικρή ερωτική (ή πορνογραφική αν προτιμάτε) περιπέτεια. Στη δεύτερη ιστορία σε σενάριο Fabio Celoni και σκίτσο Alex Horley πρωταγωνιστεί η Λουσίφερα με ελαφρώς εκτενέστερο (λίγο, μη φανταστείτε) σενάριο. Για όσους/ες (όπως εγώ π.χ.) δεν έχουν ξανακούσει τον Horley, είναι ψιλο-γνωστός κυρίως για τη δουλειά του στον χαρακτήρα του Lobo της DC Comics και το στυλ του θυμίζει τον Dan Brereton. Αναρωτιέμαι αν η πρωτότυπη ιστορία εκδόθηκε έγχρωμη, μια που δείχνει πως θα της πήγαινε πολύ το χρώμα. Η τρίτη ιστορία σε σενάριο Montagliani και σκίτσο Saudelli φέρνει για πρώτη φορά την Ξανθιά σε ένα υπερφυσικό περιβάλλον, όπου καταφέρνει να τη σκαπουλάρει με ένα σεξουαλικό όργιο και την παρέμβαση της Σουσπίρια. Όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για έκδοση που απευθύνεται αυστηρά σε ενήλικους, όπως και τα fumetti των '70s και '80s (άλλο που με κάποιον τρόπο όλο στα χέρια πιτσιρικάδων σαν και του λόγου μου κατέληγαν)...
- 1 reply
-
- 19
-
-
-
-
- διαβολικές αδελφές
- ζάκουλα
- (and 12 more)
-
Σε ένα ένθετο όπως το Καρέ Καρέ, αφιερωμένο σε κάθε πτυχή των κόμικς εδώ και περισσότερα από 10 χρόνια, είναι πλεονασμός πια να παραθέτουμε επιχειρήματα που αποδεικνύουν ότι η ένατη τέχνη έχει κατακτήσει το δικαίωμα να καταπιάνεται με κάθε θέμα, να αξιοποιεί κάθε σενάριο και να μετέρχεται κάθε σχεδιαστική και αφηγηματική τεχνοτροπία. Η βεντάλια των κόμικς έχει ανοίξει πάρα πολύ τις τελευταίες δεκαετίες και το diversity δεν είναι πλέον μια ευχή αλλά η πραγματικότητα, εντός της οποίας μια πλειάδα δημιουργών απολαμβάνουν την ελευθερία της φιλοτέχνησης ακόμα και των πιο «ακραίων», αλλόκοτων και παράδοξων ιστοριών. Οι δημιουργοί του αμερικανικού underground στη χρυσή του εποχή, ο Reiser, ο Vuillemin, ο Wolinski αργότερα στην Ευρώπη, ο Ivan Brunetti, ο Johnny Ryan, ο Gary Panter και τόσοι άλλοι σήμερα αποτελούν ιδανικά παραδείγματα «βίαιων, βρόμικων και κακών» καλλιτεχνών που έχουν επηρεάσει καθοριστικά τις κατευθύνσεις των σύγχρονων κόμικς. Έχοντας διδαχθεί από όλους αυτούς ο Θωμάς Βαλιανάτος υπογράφει το «Ίου Ζβίου» (εκδόσεις Jemma Press, 80 σελίδες), μια ανθολογία από μικρές ιστορίες του από το 1996 μέχρι σήμερα εκ των οποίων επτά είχαν δημοσιευτεί στη «Βαβέλ», επτά είναι αδημοσίευτες και μία είχε παρουσιαστεί στην έκθεση «Οι Ηλέκτρες του Κόσμου» στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Κοινός παρονομαστής σε όλες το γκροτέσκο στοιχείο, το πικρό, κυνικό χιούμορ, η μητροπολιτική βία, η αστική παραφροσύνη, οι απόκληροι, οι διαφορετικοί, οι αλλιώτικοι χαρακτήρες που χαλάνε τη «βιτρίνα». Σε κάποιες ιστορίες ο Βαλιανάτος αναδεικνύει την εικαστική του ταυτότητα – άλλωστε είναι πανεπιστημιακός και καλλιτέχνης που ασχολείται με την οπτικοακουστική επιτέλεση, τη στατική και κινούμενη συνθετική εικόνα, τις τρισδιάστατες διαδραστικές εφαρμογές, τις υπεραφηγήσεις κ.ά. – και σε άλλες επιλέγει μια επιτηδευμένη σχεδιαστική και λεκτική τραχύτητα με άμεσες αναφορές στα νεανικά του αναγνώσματα. Σε ένα ψυχεδελικό άλμπουμ-μωσαϊκό από φαινομενικά ασύνδετες ιστορίες που όταν διαβαστούν όλες μαζί αιτιολογούν τον χαιρέκακο αναχωρητισμό ενός από τους χαρακτήρες του την ώρα που εγκαταλείπει τον πλανήτη: «Την έχω φάει στη μάπα τη Γη… Είναι ήδη καμένο χαρτί!». Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- θωμάς βαλιανάτος
- jemma press
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
“Καλωσορίσατε στην Οδό Γάγγραινας, ένα γραφικό χαράκωμα του Δυτικού Μετώπου με μαγευτική θέα στο Ύψωμα 35, ένα τυπικό μέρος για να περάσει κανείς τον Μεγάλο Πόλεμο. Οι «κάτοικοι» της Οδού Γάγγραινας βρίσκονται συνεχώς σε αναβρασμό. Ασκήσεις, επιθέσεις, αναφορές, αγγαρείες… Σύντομα αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν χειρότερα πράγματα στα χαρακώματα από τους εχθρούς: η λάσπη, τα ποντίκια, οι λοχίες και η… ποίηση. Όταν έρχεται η ώρα, η επίθεση για 8η φορά στο Ύψωμα 35 είναι σχεδόν ανακουφιστική”! Μια συλλογή που έχοντας διαβάσει το μεγαλύτερο μέρος της ψηφιακά, ανυπομονούσα να δω και σε έντυπη μορφή. Σαν έκδοση είναι υπέροχη. Ενώ ψηφιακά τα Χαρακώματα δημοσιεύθηκαν ασπρόμαυρα με τόνους του γκρι, στην έντυπη έκδοση επιστρατεύτηκε η Σοφία Σπυρλιάδου (των Frogs & Dogs) και ανέλαβε να περάσει μπλε τόνους στις στολές των στρατιωτών. Εκείνο που ουσιαστικά κάνει την διαφορά είναι το ότι εκτός από τις ιστορίες των Χαρακωμάτων, περιλαμβάνονται και 22 σελίδες με σημειώσεις και σχόλια για τα γεγονότα στα οποία βασίστηκε (σχεδόν) η κάθε ιστορία. Ευχαριστούμε για τα εξώφυλλα της επανέκδοσης τον germanicus.
- 20 replies
-
- 36
-
-
- 2014
- jemma press
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Επί 17 ολόκληρα χρόνια ο Tasmar συνεχίζει να αφηγείται και να σχεδιάζει τις απολαυστικές περιπέτειες του Μάρκου. Και όπως φαίνεται, έχει να πει και να δείξει πολλά ακόμη. Με τη συνεχή του παρουσία στην ελληνική σκηνή των κόμικς εδώ και σχεδόν 25 χρόνια, ο Tasmar (Τάσος Μαραγκός) έχει αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα του τόσο με το ανατρεπτικό του χιούμορ όσο και με τη μάχιμη πολιτική ματιά του. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια απολαμβάναμε από τις σελίδες του Καρέ Καρέ τα «Αδέσποτα Σκίτσα» του, ενώ οι σειρές που κατά καιρούς φιλοτεχνεί («Super Condom», «Όλα είναι Κόμικξς!», «Ποτ Πουρί» κ.ά.) βραβεύονται συχνά και σημειώνουν πάντα μεγάλη επιτυχία. Η μεγάλη αγάπη του ωστόσο παραμένει ένας νεαρός από τη Σύρο, όπως άλλωστε και ο ίδιος ο Μαραγκός, που μεγαλώνει κάπου στα τέλη των ‘90s πασχίζοντας, χωρίς μεγάλη επιτυχία είναι η αλήθεια, να χωρέσει στα καλούπια και τα στερεότυπα της ελληνικής επαρχίας. Ο Μαραγκός ξεκίνησε να μεταφέρει σε κόμικς τη ζωή του (όχι και τόσο φανταστικού) Μάρκου και των φίλων του από το 2007 στο περιοδικό KRAK των εκδόσεων Giganto και μετά το 5ο τεύχος συνέχισε από τις εκδόσεις Jemma Press. Το 2017 κυκλοφόρησε η επίτομη έκδοση «Hard Rock – School, Drugs & Rock ’n’ Roll» και η σειρά αυτονομήθηκε από το KRAK. Από τότε, υπό τον τίτλο «Hard Rock» εξακολουθεί με συνέπεια, έστω και χωρίς αυστηρή περιοδικότητα, να κυκλοφορεί μέχρι σήμερα. Σε όλα αυτά τα 17 χρόνια ο Μάρκος, που είχε κάνει την πρώτη του εμφάνιση δίπλα στην αφίσα των Motorhead στο εφηβικό του δωμάτιο, κατάφερε να τελειώσει το σχολείο, να στρίψει τσιγάρα μέσα στη χριστουγεννιάτικη φάτνη του δημαρχείου της Ερμούπολης, να ζήσει τις πρώτες kinky σεξουαλικές του εμπειρίες, να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του και να εγκαταλείψει το νησί για να «ενηλικιωθεί» στην Αθήνα. Αυτή τη μακρά ενηλικίωση ενός νέου στο μεταίχμιο δύο αιώνων συνεχίζει να καταγράφει ο Μαραγκός και στο 7ο τεύχος του «Hard Rock Vol. 2» που μόλις κυκλοφόρησε (εκδόσεις Jemma Press, 64 σελίδες), με τον Μάρκο να δουλεύει πια σε κατάστημα με κόμικς και να προσπαθεί να δημιουργήσει τα δικά του έργα, να ερωτεύεται και να τον ερωτεύονται, να προσπαθεί να βρει τις δικές του ισορροπίες στη σχέση με τις γάτες του και με τον Γόγο, τον διαχρονικό του αδερφικό φίλο από τα χρόνια της Σύρου με τα λουκούμια και τις χαλβαδόπιτες. Το σημαντικότερο όμως στο «Hard Rock» δεν είναι η φαινομενικά διόλου ηρωική καθημερινότητα ενός twenty-something μεγάλου παιδιού, αλλά η μοναδική ικανότητα του Μαραγκού από τη μια να αποτυπώνει το κλίμα και το πνεύμα μιας όχι και τόσο μακρινής εποχής κατά την οποία τα ελληνικά κόμικς «άλλαξαν επίπεδο» και από την άλλη να περιβάλλει με αγάπη τους χαρακτήρες του, να αφηγείται με χιούμορ τα, μικρά και επιβεβλημένα στις νεαρές ηλικίες, άλματά τους στο κενό και να «γιορτάζει» τη διαφορετικότητα, τον συναισθηματισμό και την αγνότητα των νέων σε μια εποχή κατά την οποία οι χαρές και οι λύπες άρχισαν να θεωρούνται αδυναμίες και να δίνουν τη θέση τους σε έναν απάνθρωπο και, σήμερα, θριαμβευτή κυνισμό. Και το σχετικό link...
-
Το γνήσιο, με μπόλικο σουσάμι και τραγανό κουλούρι αποτελεί διαχρονικά υπέροχο σνακ, ιδιαίτερα όταν είναι αγορασμένο από πλανόδιο κουλουρά μετά από κοπιαστική βόλτα ή πολύωρη εργασία. Κάποτε τα κουλούρια ήταν μία από τις λίγες οικονομικές διεξόδους για να ξεγελάσεις την πείνα σου. Και μετά άρχισαν να τα φτιάχνουν όλα τα bakeries, να τα πουλάνε τα σούπερ μάρκετ μετά από βαθιά κατάψυξη και να ανοίγουν αλυσίδες κουλουράδικων με ευφάνταστα ονόματα και αμέτρητες εκδοχές πολύχρωμων κουλουριών με σοκολάτα, κρέμα μπουγάτσας και γκότζι μπέρι. Νόστιμα είναι, δεν λέω. Αλλά οι παλιές αξίες μένουν αναλλοίωτες. Και μια τέτοια είναι το «Κουλούρι» του Τόμεκ με το σουρεαλιστικό του χιούμορ, τα υπέροχα σκίτσα και τις χειροποίητες γραμματοσειρές του, τις αυτοσαρκαστικές αναφορές του, την παραδοσιακή βραδύτητα στις εκδόσεις του (σε 14 χρόνια έχουν κυκλοφορήσει 8 τεύχη ενώ το πιο πρόσφατο κυκλοφόρησε 7 χρόνια μετά το προηγούμενο), η οποία σε αναγκάζει πάντα να ξεθάβεις και να ξαναδιαβάζεις ό,τι προηγήθηκε απολαμβάνοντας τη γεύση σαν να ήταν η πρώτη φορά. Ο Τόμεκ έχει μια μοναδική ικανότητα να σχεδιάζει συμπαθητικά αλλόκοτα πλάσματα και εξωφρενικές καταστάσεις δημιουργώντας μικροσύμπαντα που ακολουθούν τους δικούς τους κανόνες αλλά σε απορροφούν τόσο που ξεχνάς τον εμφανή παραλογισμό περιμένοντας με αγωνία να δεις τι θα συμβεί παρακάτω. Στις ιστορίες του εμφανίζονται ο Άλμπρεχτ Ντίρερ, ο Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ, οι Σπιφ και Σπαφ (ως Τσαφ και Τσουφ) του Τάσου Ζαφειριάδη, χαρακτήρες και σκηνές από το «Κρακ» του Τάσου Μαραγκού και τα «Κουραφέλκυθρα» του Αντώνη Βαβαγιάννη, η Abbey Road των Beatles, το Άλιεν, ακόμα και ο εκδότης του που στο 8ο τεύχος (εκδόσεις Jemma Press, 32 σελίδες) κρατά τον ρόλο ενός παρανοϊκού σύγχρονου Δόκτορος Φρανκενστάιν που, τυφλωμένος από τη φιλοδοξία της παντοκρατορίας της Jammba Press, συναρμολογεί αταίριαστα υλικά για να δημιουργήσει εντέλει μια καφετιέρα-τέρας αντί για «το τέλειο εργαλείο παραγωγής κόμικς το οποίο είναι καταδικασμένο να σχεδιάζει τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της 9ης τέχνης». Όλο αυτό το υπέροχο παστίς αποτελεί τη βασική συνταγή του «Κουλουριού» από την πρώτη του σελίδα το μακρινό 2011 μέχρι σήμερα και είναι βέβαιο ότι θα διατηρήσει τη γεύση του όσα χρόνια κι αν περάσουν μέχρι την επόμενη συνέχεια. Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
- τόμεκ γιοβάνης
- jemma press
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
Δημιουργήθηκε πρώτη φορά το 1962 από τις Angela και Luciana Giussani και θεωρείται ο πιο δημοφιλής χαρακτήρας των ιταλικών Fumetti Neri και ένας από τους πιο γνωστούς αντιήρωες των ευρωπαϊκών κόμικς. Παρά την εγκληματική του δράση, ο Diabolik ή αλλιώς γνωστός ως ο Βασιλιάς του Τρόμου, με τις εκατοντάδες περιπέτειές του έχει γοητεύσει γενιές και γενιές αναγνωστών και αναγνωστριών. Εφευρετικός, άσος στις μεταμφιέσεις, άριστος χειριστής των όπλων και μαέστρος των πολεμικών τεχνών, ο μασκοφόρος κακοποιός κατάστρωνε πάντα μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας παράτολμα σχέδια που πάντα ολοκληρώνονταν με επιτυχία, δίπλα στην αιώνια αγαπημένη του και συνεργάτιδά του, Eva Kant. Στην πιο πρόσφατη περιπέτειά του που κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Jemma Press με τίτλο «Ο θησαυρός του Ντιαμπόλικ (μετάφραση: Γαβριήλ Τομπαλίδης, 176 σελίδες) σε σενάριο του Tito Faraci και σχέδια του Emanuele Barison, έρχεται αντιμέτωπος με τέσσερα πρώην θύματά του που διψούν για εκδίκηση με επίκεντρο την μεγάλη και μυστική συλλογή έργων τέχνης που κρύβει βαθιά κάτω από τη Γη. «Το μουσείο μου… Κάθε φορά νιώθω αυτό το παράξενο συναίσθημα. Πολύ σημαντικό για μένα. Μια αίσθηση γαλήνης… Έχω κλέψει τόσα πράγματα στη ζωή μου. Κοσμήματα, διαμάντια, πακτωλούς χρημάτων. Ξεπερνώντας ολοένα και μεγαλύτερες προκλήσεις. Όσα όμως έχω συγκεντρώσει εδώ μέσα είναι τα μόνα πράγματα στα οποία δίνω αξία. Και θα μείνουν για πάντα δικά μου… Δικά μου μονάχα» σκέφτεται καθώς θαυμάζει τα αποκτήματά του. Ένας στυγνός εγκληματίας φαίνεται για πρώτη φορά να λυγίζει συναισθηματικά μπροστά στα αριστουργήματα της ιστορίας της τέχνης, σε πίνακες και γλυπτά από αρχαίους πολιτισμούς και εξωτικούς τόπους. Για να συνειδητοποιήσει γρήγορα ότι το συναίσθημα όπως και η εκδίκηση δεν είναι επιλογές. Μπορεί να οδηγήσουν στην αδυναμία και η αδυναμία να μετατραπεί σε αχίλλειο πτέρνα. Και το ερώτημα που ανακύπτει, σε μια ιστορία που μόνο φαινομενικά πρόκειται για μια αστυνομικού τύπου περιπέτεια αλλά ουσιαστικά είναι φορτωμένη από πολύ βαθύτερους στοχασμούς, είναι αν τελικά ο Diabolik θα θυσιάσει την τέχνη για να σώσει τη ζωή του και την τιμή του… Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
-
- diabolik
- angela giussani
- (and 7 more)
-
Και μια πρώτη ματιά στο νέο του κόμικς. Διασχίζω την πόρτα του διαμερίσματος που μένει ο κομίστας Vittorio Giardino με τη σύζυγό του Γκαμπριέλα στα προάστια της Μπολόνια. Είναι Τρίτη, τέλη Απρίλη, κάνει ασυνήθιστο κρύο για μένα, συνηθισμένο για την Μπολόνια. Γύρω στους 5 βαθμούς Κελσίου και βρέχει. Τρέμω λιγάκι, αλλά προσπαθώ να φαίνομαι κουλ. Συναντώ από κοντά ένα από τα είδωλά μου, έναν θρυλικό κομίστα, πολυβραβευμένο, πολυδημοσιευμένο, που οι αστυνομικές, κατασκοπευτικές και ερωτικές ιστορίες τις οποίες κατασκεύασε από τη δεκαετία του 1970 έως σήμερα συνεισέφεραν με τον δικό τους τρόπο σ’ αυτό που ορίζουμε ως καθαρή γραμμή (ligne claire) στα κόμικς. Υπάρχει μια κομψότητα στα κόμικς του Giardino, η οποία αντί να κάνει θόρυβο για την επιδεξιότητά της – αποτέλεσμα σκληρής εξάσκησης – βιώνεται ανεπιτήδευτα. Μια παράξενη ηρεμία, αταραξία διαπερνά τις σελίδες του. Η καθαρή γραμμή του σχεδίου παντρεύεται με την καθαρή γραμμή της αφήγησης. Οι ιστορίες είναι εντούτοις πολύπλοκες, γεμάτες δράση, οι ήρωες σχεδιασμένοι με προσοχή, οι εκφράσεις των προσώπων αδρές, η κινησιολογία των χαρακτήρων, ο περιβάλλων χώρος, τα κτίρια, οι λεπτομέρειες στα αντικείμενα: έπιπλα, ρούχα, παπούτσια, μεταφορικά μέσα, τα πάντα σχεδιασμένα ώστε να αποδίδουν μέχρι και την πιο μικρή λεπτομέρεια με ακρίβεια. Όλες, όμως, αυτές οι ποιότητες έχουν άλλη γεύση στις σελίδες του Giardino. Η καταβύθιση του αναγνώστη σε αυτές θυμίζει εκείνη τη μοναδική στιγμή της γευσιγνωσίας ενός εξαιρετικού ποτού, που πρέπει πρώτα να το μυρίσεις, να το ανακινήσεις και ύστερα να το γευτείς προσεκτικά, αφήνοντάς το να απελευθερώσει όλα τα αρώματα και τις ποιότητές του στο στόμα σου. Ο 78χρονος Vittorio Giardino μού χαμογελά και με καλωσορίζει. Αδύνατον να μην παρατηρήσω πόσο μοιάζει εξωτερικά με έναν από τους πιο αγαπητούς ήρωές του, τον γοητευτικό και εσωστρεφή κατάσκοπο Μαξ Φρίντμαν. Μόνο που τώρα το μούσι δεν είναι κόκκινο, αλλά άσπρο. Με συστήνει στη σύζυγό του Γκαμπριέλα, καθόμαστε στο καθιστικό με θέα τον βρεγμένο και καταπράσινο από τις κέλτιδες δρόμο. Φέρνει μπισκότα και χυμό. Τι γυρεύω εδώ; Τον Giardino τον μάθαμε στην Ελλάδα από το ιστορικό περιοδικό κόμικς Βαβέλ όπου δημοσιεύτηκαν αρκετές ιστορίες του, με το περιοδικό να εκδίδει το 1990 το επικό του κόμικς «Ουγγρική ραψωδία», μια περιπέτεια του κατασκόπου Μαξ Φρίντμαν, κι ένα πολύ σημαντικό άλμπουμ για την πορεία του Giardino. Το κόμικς αυτό απέσπασε πολλές διακρίσεις και αναγνωρισιμότητα, ενώ συγχρόνως σηματοδότησε και μια μεταστροφή τού δημιουργού από το αστυνομικό στο κατασκοπευτικό είδος, με εντατικές αλλαγές στη σκηνογραφία και στην ατμόσφαιρα των ιστοριών του. Το 2022 η Jemma Press ξεκίνησε να κυκλοφορεί στα ελληνικά σε έγχρωμες, πολύ όμορφα επιμελημένες εκδόσεις (σε μεταφράσεις του Γαβριήλ Τομπαλίδη και μεταφραστική επιμέλεια του Γιάννη Μιχαηλίδη) τις υπόλοιπες ιστορίες του Μαξ Φρίντμαν. Κάπου εκεί, τον Απρίλιο του 2022, του πήρα συνέντευξη και σχεδίασε και το εξώφυλλο του τεύχους 824 της ATHENS VOICE. Την ίδια χρονιά έγραψε ένα κείμενο για τις διακοπές του στη Χαλκιδική τη δεκαετία του 1970 για το καλοκαιρινό τεύχος της εφημερίδας. Διατηρήσαμε μια όμορφη επικοινωνία με ανταλλαγή καρτών και ευχών σε γιορτές, μέχρι που αποφάσισα να πάω στην Ιταλία για το Φεστιβάλ Κόμικς της Νάπολης συνδυάζοντάς το με ένα ταξίδι με τρένο στη βόρεια Ιταλία. Και να ’μαι τώρα να πίνω χυμό στο σπίτι ενός ζωντανού θρύλου των κόμικς συζητώντας μαζί του για κόμικς και ταξίδια ανακατεύοντας γαλλικά, αγγλικά και καμιά δεκαριά ιταλικές λέξεις. Μια και ο ίδιος δεν μιλά αγγλικά, η σύζυγός του αναλαμβάνει χρέη διερμηνέα. Vittorio Giardino: Εκλεπτυσμένη καθαρή γραμμή Ο Giardino, γεννημένος το 1945, μπήκε σε ώριμη ηλικία στα κόμικς εγκαταλείποντας μια σίγουρη καριέρα ως τεχνικός μηχανημάτων βιομηχανικής παραγωγής. Δεινός αφηγητής από τα πρώτα του βήματα, βρήκε το σχεδιαστικό του στιλ που τον έκανε αναγνωρίσιμο στα τέλη της δεκαετίας του 1970 με τις ιστορίες του ιδιωτικού ντετέκτιβ Σαμ Πέτζο. Η καθαρή του γραμμή απογειώνεται με την επιδέξια χρήση του μαύρου χρώματος και των σκιάσεων να μας δίνουν κάποια υπέροχα καρέ και το σενάριό του να αποπνέει επιρροή από hard-boiled αμερικανικά μυθιστορήματα, όπως αυτά του Ντάσιελ Χάμετ και του Ρέιμοντ Τσάντλερ. Ο ίδιος δεν κατονομάζει ως επιρροές του τα ιερά τοτέμ της καθαρής γραμμής, τον Ερζέ και τον Έντγκαρ Τζέικομπς, αν και δεν παραλείπει να αποτίσει τιμή σε αυτούς τους μεγάλους κομίστες όταν μπορεί (στη σελίδα 20 του «No Pasarán!», η κόρη του Φρίντμαν διαβάζει τον «Μπλε λωτό» του Τεν Τεν φερ’ ειπείν). Επιρροές του κατά τον ίδιο, οι πρώιμες ιστορίες του «Μίκυ Μάους» που έφτιαξε ο Φλόυντ Γκόντφρεντσον και τα κόμικς του Ούγκο Πρατ. Σε ότι αφορά την ατμόσφαιρα και τη μυθιστορηματική υφή ίσως και να έχει δίκιο για τον Πρατ. Όσο στιλίστας είναι στο σχέδιο, άλλο τόσο είναι και στο σενάριο αφήνοντας να παρεισφρήσουν πράγματα που αγαπά ή τον διαμόρφωσαν, υπηρετώντας πάντα τη συνέχεια της πλοκής: έναν στίχο από το ποίημα «Bohémiens en voyage» του Μπωντλαίρ στην «Ουγγρική ραψωδία», μια αναφορά σε πολεμική φωτογραφία του Ρόμπερτ Κάπα από τον Ισπανικό εμφύλιο στο «No Pasarán!» ή στον Χέμινγουεϊ. Εκτός από τον Σαμ Πέτζο και τον Μαξ Φρίντμαν, δημιούργησε επίσης μεταξύ άλλων τις σειρές με πρωταγωνιστή τον Τζόνας Φινκ και τη «Little Ego». Η μεν πρώτη, που θεωρείται και αριστούργημα, αποτελεί το απαύγασμα της ικανότητας του Ιταλού δημιουργού να πλάθει αφηγήσεις ενταγμένες σε ιστορικό πλαίσιο. Η πλοκή εκτυλίσσεται στην Πράγα του σταλινισμού με τον Εβραίο Τζόνας Φινκ και την οικογένειά του να βιώνουν διώξεις και καταπίεση από το καθεστώς με την κατηγορία της «αντεπαναστατικής» δράσης. Η σειρά βραβεύτηκε τόσο με το βραβείο Alph Art στη Angoulême (1995) όσο και με το ζηλευτό βραβείο Harvey στο San Diego Comic Con (1998). Η δε «Little Ego», μια σειρά ερωτικών φαντασιώσεων – στην ουσία μια παρωδία του «Little Nemo» του Ουΐνσορ ΜακΚέι – αποτελεί μια δοξαστική προς τον έρωτα σειρά με τις ονειρικές περιπέτειες της πρωταγωνίστριας (όλα συμβαίνουν στον ύπνο της με την ίδια να ξυπνάει στο τελευταίο καρέ) να περιλαμβάνουν εκούσιες και ακούσιες αναφορές στην ερμηνεία των ονείρων και την ψυχανάλυση. Οι περιπέτειες του Μαξ Φρίντμαν του Vittorio Giardino Τον εσωστρεφή, γοητευτικό, συχνά αντιφατικό, ταλαιπωρημένο από ένα κουραστικό παρελθόν και πλέον αποσυρμένο στη Γενεύη, Γαλλοεβραίο κατάσκοπο Μαξ Φρίντμαν τον γνωρίζουμε στην αρχή της «Ουγγρικής ραψωδίας» (Βαβέλ 1990) τον Φλεβάρη του 1938, ενώ η Ευρώπη ζει στην αγωνία ενός φρικτού επερχόμενου πολέμου. Ο ίδιος αποζητά την ηρεμία του σπιτιού του στη Γενεύη και τη συντροφιά της μικρής κόρης του, εντούτοις πάντα κάπως μπλέκει σε μια περιπέτεια. Για τις υπηρεσίες αντικατασκοπίας οι εχθροπραξίες έχουν ξεκινήσει ήδη. Θύμα τους το γαλλικό δίκτυο «Ραψωδία» στη Βουδαπέστη της Ουγγαρίας. Ποιος έχει βάλει στόχο τα μέλη του; Οι Σοβιετικοί; Οι ναζί; Μετά από πολλές πιέσεις ο Μαξ Φρίντμαν ταξιδεύει στη Βουδαπέστη για να το ανακαλύψει. Ήδη από το τρένο της άφιξης γίνεται μάρτυρας μιας δολοφονίας, για να συνειδητοποιήσει με τον πιο άμεσο τρόπο ότι η πόλη στην οποία έφτασε μόλις έχει γίνει ένα υπόγειο πεδίο μάχης μεταξύ ναζί και Γάλλων κατασκόπων. Αρχές καλοκαιριού του 1938, και με την «Πύλη της Ανατολής» (Jemma Press, 2023) τον συναντάμε μετά την περιήγησή του στο Αιγαίο, όπου βρέθηκε στο τέλος της προηγούμενης ιστορίας, να φτάνει στην Ιστανμπούλ. «Πόλη» για τους Έλληνες, «Κατώφλι» για τους Πέρσες, «Πόρτα της ευτυχίας» για τους Αρμένιους και τους Κούρδους, στην κοσμοπολίτικη Κωνσταντινούπολη έχει βρει καταφύγιο ο κυνηγημένος από τον Στάλιν και τους κατασκόπους του μηχανικός Στερν. Ο Φρίντμαν θα μπλεχτεί και σ’ αυτήν την περιπέτεια προσπαθώντας να τον σώσει με τη βοήθεια της αινιγματικής Μάγδα Βίτνιτζ. Οι περιπέτειες του Φρίντμαν συνεχίζουν με μια saga τριών άλμπουμ που εκτυλίσσεται στον Ισπανικό Εμφύλιο, το «No Pasarán!» («Δεν θα περάσουν!», Jemma Press, 2022, 2023). Αρχικά σκόπευε να το ολοκληρώσει σε δύο μέρη, αλλά όπως μου λέει και ο ίδιος, ήταν τέτοια η πολυπλοκότητα του θέματος ώστε αναγκάστηκε να το επιμηκύνει ώστε να μη θυσιάσει την επάρκεια της ιστορικής αφήγησης. Παρ’ όλα αυτά αναγκάστηκε να περικόψει και πολλά πράγματα από το αρχικό του σενάριο. Στα τέλη Οκτωβρίου του 1938, ο Μαξ Φρίντμαν ξεκινά την αναζήτηση του αγαπημένου του φίλου Γκουΐντο Τρέβες. Τα ίχνη του χάνονται στην κόλαση του Ισπανικού εμφυλίου. Ο ήρωάς μας φτάνει στη Βαρκελώνη μετά από πολλές περιπέτειες για να διαπιστώσει πως η εξαφάνιση του φίλου του μόνο συνηθισμένη δεν είναι. Η έρευνα και οι ερωτήσεις του Φρίντμαν σκοντάφτουν διαρκώς σε εμπόδια και στην καχυποψία των αρχών. Ο Vittorio Giardino απεικονίζει με μεγάλη φροντίδα τα μέρη που περιγράφει στα κόμικς του. Βουδαπέστη, Κωνσταντινούπολη, Ισπανία, Ελβετία, Ελλάδα. «Τα έχω επισκεφτεί όλα» μου λέει. «Στην Ελλάδα, που την αγαπώ πολύ, έχω πάει πολλές φορές: Ιόνιο, Κυκλάδες, Πελοπόννησο, Θράκη, Χαλκιδική, Κρήτη. Δυστυχώς έχω πολύ καιρό να την επισκεφτώ. Με είχε καλέσει και σε αρκετά φεστιβάλ τελευταία ο εκδότης μου, αλλά δεν προλάβαινα με τη δουλειά» προσθέτει. «Τι δουλεύατε;» άρπαξα την ευκαιρία να ρωτήσω. Χαμογέλασε πονηρά και είπε: «Περίμενε μια στιγμή». Πήγε στο μέσα δωμάτιο. Μια πρώτη ματιά στο νέο του κόμικς του Vittorio Giardino Ο Vittorio Giardino επιστρέφει με βήμα ζωηρό κρατώντας δύο μεγάλους, χοντρούς και δεμένους φακέλους. Τους ανοίγει και απλώνει στο τραπέζι του καθιστικού πολλές σελίδες χαρτί με χρώμα και χωρίς. «Το νέο μου κόμικς» λέει, «Μια νέα ιστορία του Φρίντμαν, 146 σελίδων». Δάκρυα στα μάτια μου. Μου επιτρέπω να πιάσω τα χαρτιά. Δεν ξέρω πώς να περιγράψω αυτό το συναίσθημα. Είναι ηδονιστικό. Και κάπως παιγνιώδες. Σαν να τρως κάποιο αγαπημένο φαγητό για πρώτη φορά. Ή καλύτερα, σαν να μυρίζεις μια ανθισμένη μάντρα την άνοιξη με αποτέλεσμα τα μηνίγγια σου να τινάζονται. Παρατηρώ τις σελίδες. Διακρίνω τα μολύβια, το μελάνωμα του σχεδίου, το μπλάνκο (όπου χρειάστηκε για να διορθώσει κάτι), το χειροποίητο λέτερινγκ, το χειροποίητο χρώμα. Πυροτεχνήματα. Θέλω να μάθω περισσότερα. Θα μάθετε κι εσείς μαζί μου. Η ιστορία λέγεται (με πρόχειρη, δική μου μετάφραση) «Τα ξαδέρφια Μέγιερ» και θα κυκλοφορήσει στην Ιταλία, εκτός απροόπτου, το 2024. Η πλοκή έχει ως εξής Το 1938, όταν η Αυστρία δέχτηκε εισβολή από Γερμανούς στρατιώτες (ή επιστράφηκε στη Μεγάλη Γερμανία, όπως ισχυρίστηκαν οι ναζί), η μοίρα του Αυστριακών Εβραίων έγινε ξαφνικά δραματική. Όπως και οι άλλες εβραϊκές οικογένειες, η οικογένεια Μέγιερ (Meyer) υπόκειτο σε περιορισμούς που επιβλήθηκαν από τους νόμους του Τρίτου Ράιχ. Οι Μέγιερ έζησε στη Βιέννη για περισσότερο από έναν αιώνα. Η ζωή τους έγινε τόσο δύσκολη που αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τη χώρα. Αυτό αποδείχθηκε πιο δύσκολο από το αναμενόμενο, οπότε οι Μέγιερ ζήτησαν βοήθεια από έναν μακρινό Γάλλο ξάδελφό τους, τον Μαξ Φρίντμαν. Ευχαρίστως θα το απέφευγε, αλλά συνειδητοποίησε ότι ήταν ο μόνος που μπορούσε να τους βοηθήσει. Επομένως, χωρίς ενθουσιασμό, αλλά και χωρίς δισταγμό, ετοιμάστηκε να φύγει για τη Βιέννη. Δαπανούμε το υπόλοιπο απόγευμα στο σπίτι του, μιλάμε για τις ζωές μας, και κυρίως για τα κόμικς. Μιλάμε για το φεστιβάλ της Νάπολης που επρόκειτο να επισκεφτώ σε λίγες μέρες, για τους σύγχρονους αστέρες της ιταλικής σκηνής. Στα μάτια του Giardino το απόλυτο αστέρι των ιταλικών κόμικς αυτή τη στιγμή, ο Τζεροκαλκάρε, του θυμίζει τον αδικοχαμένο Αντρέα Πασιέντζα (1956-1988). «Δεν έχει υπάρξει ξανά η γραμμή του Αντρέα. Σαρωτική, ανανεωτική, πρωτοποριακή. Τα ναρκωτικά τα κατέστρεψαν όλα» (σ.σ. Ο Αντρέα Πασιέντζα πέθανε από υπερβολική δόση ηρωίνης σε ηλικία 32 ετών). «Αρκετά όμως με όλα αυτά. Δεν πεινάς; Λέω να πάμε για δείπνο σε ένα ωραίο ναπολιτάνικο εστιατόριο. Δεν είναι μακριά. Δέκα λεπτά περπάτημα από εδώ». Ο Vittorio Giardino φόρεσε την μπεζ καπαρντίνα του, κασκόλ, γάντια και το καπέλο του και βγήκε στον βρεγμένο δρόμο της Μπολόνια. Μπροστά στα μάτια μου, σαν σεκάνς από την «Ουγγρική Ραψωδία», ένας 78χρονος πια Μαξ Φρίντμαν περπατά γοργά. Τα κόμικς του Vittorio Giardino που κυκλοφορούν στα ελληνικά: ♦ Ουγγρική Ραψωδία Βαβέλ, Αθήνα 1990, μετάφραση Παυλίνα Καλλίδου. ♦ Η Πύλη της Ανατολής Jemma Press, Πειραιάς 2023, μετάφραση Γαβριήλ Τομπαλίδης. ♦ No Pasarán! Jemma Press, Πειραιάς 2022, μετάφραση Γαβριήλ Τομπαλίδης. ♦ No Pasarán! Rio de Sangre Jemma Press, Πειραιάς 2022, μετάφραση Γαβριήλ Τομπαλίδης. ♦ No Pasarán! Sin Ilusión Jemma Press, Πειραιάς, 2023, μετάφραση Γαβριήλ Τομπαλίδης. Και το σχετικό link...
-
- 10
-
-
-
-
- vittorio giardino
- max friedman
- (and 6 more)
-
«Είναι ευκολότερο να φανταστούμε το τέλος του κόσμου, παρά το τέλος του καπιταλισμού», σύμφωνα με τον μαρξιστή φιλόσοφο και πολιτισμικό αναλυτή Φρέντρικ Τζέιμσον. Τη ρήση αυτή επισημαίνει η Μίκα Αγραφιώτου στον εύστοχο πρόλογό της για το «Fear Future – Επιτελική Κανονικότητα» του Πάνου Ζάχαρη (εκδόσεις Jemma Press, 48 σελίδες) για να τονίσει έμμεσα την επιμονή του δημοφιλούς σκιτσογράφου, πολιτικού γελοιογράφου και δημιουργού κόμικς να αντιστρέψει τη διαπίστωση του Τζέιμσον. Και πράγματι, από τα ποικίλα τέλη του κόσμου έχουμε χορτάσει, τα έχουμε δει, διαβάσει και ακούσει ως δυστοπίες μέσω της τέχνης, πρόσφατα μάλιστα κοντέψαν να μας πείσουν ότι το τέλος του κόσμου θα έρθει αν οι πιτσιρικάδες πίνουν μπίρες στις πλατείες ή αν βγαίνεις έξω χωρίς να έχεις στείλει sms στον Χαρδαλιά και τον Τσιόδρα. Πιθανώς «το τέλος του κόσμου» να είναι και η μεγαλύτερη απειλή που κραδαίνουν οι ισχυροί ώστε να μην έρθει ποτέ το τέλος του καπιταλισμού. Γι’ αυτό και βαφτίζουν «κανονικότητα» τη διατήρηση της αθλιότητας και «επιτελική» την διά της βίας επιβολή και διαχείρισή της. Ο Πάνος Ζάχαρης, του οποίου τη σειρά «Εννέα-Πέντε» απολαμβάνουμε κάθε εβδομάδα στην πρώτη σελίδα του Καρέ Καρέ, το ξέρει καλά και επιχειρεί να γκρεμίσει κάθε αυταπάτη. Όπως σημειώνει η Αγραφιώτου: «Το τέλος του κόσμου όμως το γνωρίζουμε. Το φανταστήκαμε και ακόμα μπορούμε να το δούμε μπροστά μας να έρχεται με κατακλυσμιαίο τρόπο. Ο Πάνος Ζάχαρης έχει φανταστεί και το τέλος του καπιταλισμού, όπως και την τάξη που θα τον ρίξει με πάταγο όταν αποφασίσει να σπάσει τις αλυσίδες της». Μέλη αυτής της τάξης, της εργατικής, της λαϊκής, της διαχρονικά καταπιεσμένης είναι οι πρωταγωνιστές του Fear Future στο τρομακτικό near future του Ζάχαρη. Στον δεύτερο τόμο της σειράς δεν κινδυνεύουν πια από τα μικρόβια του πρώτου, αλλά εξακολουθούν να υφίστανται τη βία της εξουσίας, να εργάζονται σαν σκλάβοι, να ζουν στα συντρίμμια ενός πολιτισμού που καταρρέει, στα λασπόνερα μιας φύσης που πεθαίνει. Ο Ζάχαρης τους συμπονά, αλλά με το πικρό του χιούμορ δεν τους χαρίζεται. Σαρκάζει τους «νικητές», αλλά δεν αθωώνει τους «ηττημένους». Τουλάχιστον αν δεν συνεχίσουν να αγωνίζονται. Κι αυτοί πράγματι, σε μια αχτίδα αισιοδοξίας δεν το βάζουν κάτω. Αντιστέκονται. Ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Ώστε να μην έρθει ποτέ το πιο τραγικό τέλος. Το τέλος της ιστορίας. Και το σχετικό link...
-
- 1
-
-
- fear future
- επιτελική κανονικότητα
-
(and 2 more)
Tagged with: