Jump to content

Search the Community

Showing results for tags '1821'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Dr Paingiver's blog
  • Valt's blog
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • GCF about comics
  • Vet in madness
  • Θέμα ελεύθερο
  • Film
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Γερμανίκεια
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Κομικσόκοσμος
  • The Unstable Geek

Categories

  • ΚΟΜΙΚΣ
    • ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
    • ΠΟΛΥΘΕΜΑΤΙΚΑ
    • ΤΕΥΧΗ
    • ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΑΡΩΣΕΙΣ
    • ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΟΜΙΚΣ
  • ΛΟΙΠΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΥΛΗΣ
    • ΕΝΘΕΤΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ
    • ΛΑΪΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
    • ΒΙΒΛΙΑ

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 11 results

  1. Ένα έργο του Soloup γύρω από τον Πόλεμο Ανεξαρτησίας του 1821. Αντιγράφω από το εσωτερικό: "Το βιβλίο αποτελείται από 21 σπονδυλωτά κεφάλαια, χωρισμένα σε 5 μεγάλες ενότητες. Σε αυτά παρεμβάλλονται 21 ιστορίες σε αφηγήσεις και κείμενα ανθρώπων που έζησαν ή μελέτησαν την Επανάσταση, καθώς και μια σειρά από ένθετα πορτραίτα "ηρώων" και "αντιηρώων". Στο Παράρτημα αναλύεται το σκεπτικό της συγγραφής του βιβλίου και φωτίζονται πρόσωπα και γεγονότα της Ιστορίας, ενώ παρατίθενται και οι πηγές στις οποίες βασίστηκε το graphic novel" Με λίγο πιο διαφορετικά Ελληνικά (από εμένα ): Αφηγείται την Επανάσταση του 1821 με μεγάλη ποικιλία τεχνικών. Κατά κύριο λόγο ένας άστεγος στην πλατεία Κολοκοτρώνη μπροστά από την Παλιά Βουλή και το άγαλμα του Κολοκοτρώνη, εξιστορεί σε μια νεαρή γυναίκα την Επανάσταση. Ο Soloup αλλού βάζει τον άστεγο να εξιστορεί τα γεγονότα, αλλού βάζει κάποιον που ήταν παρών, αλλού κάποιον που έχει μελετήσει τα συμβάντα. Αλλού βάζει να μιλούν Έλληνες, αλλού Τούρκοι, αλλού ξένοι. Αλλού αφηγείται πράγματα που ξέρουμε όλοι, αλλού αφηγείται μικρά παραλειπόμενα. Ως εικονογράφηση το 90% είναι καθαρά Σολούπ. Ένα 10% όμως είναι φωτογραφίες, γκραβούρες, αντιγραφές πινάκων. Παραθέτω υλικό που έκανε διαθέσιμο στο issuu ο εκδότης. Έβαλα 15 σελίδες. Σε άλλες εκδόσεις αυτό είναι το μισό κόμικ. Εδώ είναι περίπου το 2% Οι 620 σελίδες είναι κόμικ, οι υπόλοιπες 130 είναι κείμενα και βιβλιογραφία. Όπως λέει ο εκδότης "Ακολουθώντας τα κείμενα πάνω από 30 συγγραφέων, αλλά και τις εικαστικές δημιουργίες περισσότερων από 50 ζωγράφων και χαρακτών, το βιβλίο αποτελεί ένα παζλ υποκειμενικών προσεγγίσεων για τις μάχες και τα πρόσωπα του Αγώνα, τα γεγονότα και τις ιδέες της Επανάστασης. Το παράρτημα του βιβλίου, με γλωσσάρι, χρονολόγιο, βιογραφικά, αλλά και κατατοπιστικά κείμενα και αναφορές σε πηγές, προσφέρεται για μια πολυεπίπεδη ανάγνωση." Δεν μου αρέσει να κοπιάρω τα Δελτία Τύπου και τις επίσημες ανακοινώσεις, αλλά ρε φίλε, εδώ πολύ απλά λέει την εντυπωσιακή αλήθεια Πρώτο πράμα που έκανα πριν το αρχίσω ήταν να το ζυγίσω γιατί εντυπωσιάστηκα από το βάρος του στο χέρι. 1831-1832 γραμμάρια Για 10 γραμμάρια θα χτύπαγε το συμβολικό νούμερο Δεν ξέρω άμα τους έκατσε ή άμα ήταν σχεδιασμένο. Αμφότερες εξηγήσεις μου κάνουν Το ξεκίνησα με ένα τουπέ. Με παρότρυναν και κάποια προσωπικά σχόλια του Manitou για την ποιότητά του. Το έχω αυτό με τα ιστορικά κόμικ. Πάντα πιστεύω ότι ξέρω περισσότερα από τον δημιουργό ή, ειδικά για κομβικά σημεία της ιστορίας μας, ότι θα πέσω στα κοινότυπα και τα τετριμμένα. Μου άλλαξαν όμως τη διάθεση δυο πράγματα που συνέβησαν αρκετά νωρίς. Το ένα ήταν η χρήση POV (point of view) από Τούρκους. Ένα φιρμάνι του Σουλτάνου και μια αφήγηση ενός στρατιωτικού διοικητή. Πάντα είχα την περιέργεια του πως έχουν δει οι Τούρκοι αυτή την Ιστορία και είναι κάτι που το ψιλοψάχνω (αλλά δεν έχω βρει ). Το άλλο ήταν η αφήγηση των συμβάντων στην Πόλη την Άνοιξη του 21. Εκεί απλά σταμάτησα την ανάγνωση προκειμένου να συνέλθω. Η συνέχεια ήταν αέρα πατέρα. Παρά τον τεράστιο όγκο του, παρά το ότι μέσες άκρες ήξερα την ιστορία, δεν βαρέθηκα χιλιοστό. Βοήθησε το ότι ήταν χωρισμένο σε κεφάλαια, το ότι αλλού μιλούσε ο ένας, αλλού ο άλλος, το ότι διανθιζόταν με κειμενάκια, το ότι αλλού μίλαγε για τα μεγάλα και τα τρανά, αλλού για τα μικρά και τα επι μέρους, το ότι σε διάφορα σημεία έχει ενσωματώσει φωτογραφίες, πίνακες, γκραβούρες. Τις 100+ σελίδες κείμενο στο τέλος δεν τις άγγιξα ακόμα. Επί του παρόντος ήθελα να διαβάσω κόμικ. Είναι πασιφανέστατο από την ανάγνωση ότι ο Soloup έκατσε και διάβασε, έκατσε και μίλησε με ιστορικούς. Φαίνεται. Είναι επίσης προφανές το γιατί του πήρε 3 χρόνια Υπάρχουν σημεία που ίσως να έχω μια διαφορετική ματιά για τα γεγονότα. Οι γνώσεις μου όμως για το 21 είναι τρομερά επιδερμικές, προέρχονται κυρίως ως "και γιατί ο τάδε ιστορικός λέει κάτι το διαφορετικό για αυτό εκεί?" και συν τοις άλλοις το λέει ξεκάθαρα ο εκδότης. Μια υποκειμενική ματιά Λέει όμως ξεκάθαρα κι όλας ότι όλο αυτό έχει ως στόχο το να γίνει συζήτηση Καραπροτείνεται. Απέχει αιώνες από τις φουστανέλα-γιούχου-πανηγυρικός του γυμνασιάρχη στα 60ς προσεγγίσεις που τόσο εκνευρίζουν Δεν είναι για μικρά παιδιά. Ειδικά κάποια σημεία, πολύ μακριά από αυτά. Έχει πολύ ρεαλισμό σε κάποια σημεία... Χάρηκα πολύ που το διάβασα Καλοτάξιδο γιατί του αξίζει εδιτ Υπάρχει και επίσημο site του comic αφού φιλοδοξεί να είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό κόμικ, αλλά θέλει να είναι μια πολυεπίπεδη εμπειρία
  2. Για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821 ετοιμάζονταν γιορτές και πανηγύρια. Ο Covid απέτρεψε τα γλέντια και έτσι μείναμε μόνο με τον Κάρολο και τις καβαλίνες των αλόγων. Κυκλοφόρησαν όμως ορισμένα σπουδαία βιβλία για το θέμα. Με το «’21, η μάχη της πλατείας» του Soloup να ξεχωρίζει. Έχουμε χορτάσει από Παπαφλέσσα και Κώστα Πρέκα, από ξυρισμένες φάτσες ηρώων της Επανάστασης και καλοσιδερωμένες φουστανέλες, από παρελάσεις και λόγους εκπροσώπων σωματείων και πολιτιστικών συλλόγων, από εμβατήρια και καταθέσεις στεφάνων. Μπορεί να είναι αναπόφευκτα όλα αυτά όταν συντηρούν εθνικούς μύθους και μεγάλες αφηγήσεις. Αλλά πόσο συμβάλλουν στη γνώση της Ιστορίας; Και ακόμα περισσότερο στην κατανόησή της; Πόσα γνωρίζουμε για το τι πράγματι συνέβη το 1821, λίγο πριν και λίγο μετά; Και από ποιων τα γραπτά, τις μαρτυρίες, τα απομνημονεύματα, τις αφηγήσεις; Με πόσο κριτικό μάτι είμαστε διατεθειμένοι και ικανοί να ξαναδούμε το 1821 ως ιστορικό γεγονός, ενταγμένο στην εποχή του και απαλλαγμένο από σύγχρονα εθνικά συμφέροντα; Να αντικρίσουμε τους πρωταγωνιστές του όχι ως αφίσες σε σχολικές τάξεις και εξώφυλλα στα Κλασσικά Εικονογραφημένα αλλά ως ανθρώπους με σάρκα και οστά, με πάθη, όνειρα και ανησυχίες; Να μάθουμε λίγο περισσότερα τόσο για την από δω πλευρά, τη «δικιά μας», όσο και για την άλλη πλευρά; Να αποφύγουμε τις εξιδανικεύσεις και τις ωραιοποιήσεις και να τοποθετήσουμε την αλλαγή που συνέβη στην Ελλάδα σε ένα γενικότερο πλαίσιο γεωπολιτικών ανακατατάξεων; Όλα αυτά είναι δύσκολα και απαιτούν χρόνο, διάβασμα και σίγουρα αλλαγή νοοτροπίας. Μπορεί να είναι πιο εύκολα όμως αν έρθουν μέσω της τέχνης, μέσω μιας μυθοπλασίας που στο επίκεντρό της βρίσκονται η ελληνική ιστορία και η Επανάσταση του 1821. Και τέτοιο είναι το «’21, η μάχη της πλατείας» (εκδόσεις Ίκαρος, 750 σελίδες) του Soloup, επτά χρόνια μετά το πολυβραβευμένο «Αϊβαλί» για τα γεγονότα του 1922 και τρία χρόνια μετά τον σπαρακτικό και πανέμορφο «Συλλέκτη» για τη γονεϊκή αποξένωση. Το «’21» αποτελεί μια ιδανική πρόταση αλλαγής παραδείγματος απέναντι στα καθιερωμένα και προτείνει μια διαφορετική ματιά πάνω στα γεγονότα που οδήγησαν στη σύσταση του νεοελληνικού κράτους. «Τι πραγματικά γνωρίζουμε σήμερα για το 1821; Και τι θα νιώθουν, τι θα λένε για την Επανάσταση οι millennials στα δικά τους παιδιά; Ποια είναι η εικόνα, η παράσταση, η οπτική αντίληψη που έχουμε για εκείνο τον Αγώνα; Ανταποκρίνεται στην αισθητική και το περιεχόμενο των πινάκων του Βρυζάκη; Σε όσα μας εξιστορεί ο Μακρυγιάννης και αναπαριστά ο γνωστός ως Παναγιώτης Ζωγράφος; Σε όσα έβλεπε σε αυτήν ο Θεόφιλος; Στη συγκινησιακή φόρτιση των κειμένων και των ζωγραφικών έργων των φιλελλήνων διανοουμένων της εποχής της; Ανταποκρίνεται στην οπτική – και σε έναν βαθμό κιτς – σημειολογική αφήγηση του ελληνικού εμπορικού κινηματογράφου, με ιδιαίτερα παραγωγική έμφαση κατά την περίοδο της Επταετίας; Κι αλήθεια γιατί χρησιμοποιήθηκε τόσο πολύ η Ελληνική Επανάσταση – μια επανάσταση στο πλαίσιο του αγώνα των λαών για ανεξαρτησία και αυτοδιάθεση, μέσα στο εκρηκτικό κοινωνικοϊστορικό και ιδεολογικό τοπίο της Ευρώπης που άλλαζε τόσο δραματικά τον 19ο αιώνα – στα χείλη “εθνικοφρόνων σωτήρων” παντός τύπου;» αναρωτιέται η Εύη Σαμπανίκου, καθηγήτρια του Τμήματος Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, που συμμετείχε στην υλοποίηση του βιβλίου ως επιστημονικός σύμβουλος, στο εισαγωγικό της σημείωμα. Και συμπληρώνει ότι αυτό που ενδιέφερε ιδιαίτερα την ομάδα που εργάστηκε για την υλοποίηση του βιβλίου μαζί με τον Soloup ήταν το μετά την Επανάσταση: «Αυτό το μετά είναι που αναζητήσαμε. Επιχειρήσαμε λοιπόν να ξαναδούμε την Επανάσταση με όσο το δυνατόν πιο αποστασιοποιημένη, σύγχρονη ματιά και να αποδώσουμε σε αυτήν τη δική μας ανάγνωση των αθέατων όψεων, καλά φυλαγμένων σαν σκοτεινά μυστικά στα αρχεία της Ιστορίας». Την έρευνα των αρχείων και την επιμέλεια του παραρτήματος του βιβλίου υπογράφουν οι Νατάσα Καστρίτη, ιστορικός Τέχνης, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου, ιστορικός, και Παναγιώτα Παναρίτη, δρ Αρχαιολογίας, όλες επιστημονικές συνεργάτριες του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου που, όπως αναφέρουν στο δικό τους εισαγωγικό σημείωμα, είχαν εργασία εξαντλητική και πολυεπίπεδη: «Η αφήγηση και η τεκμηρίωση του έργου βασίστηκαν σε πρωτότυπο υλικό (πηγές της περιόδου, ιστορικά κείμενα, απομνημονεύματα αγωνιστών και ξένων φιλελλήνων, ημερολόγια, αρχειακό υλικό κ.λ.π.), ιστορικά αναγνώσματα, ιστορικές μελέτες κ.ά. Το ίδιο ισχύει και για την εικονογράφηση: πρωτότυπο εικαστικό υλικό της περιόδου (προσωπογραφίες, ζωγραφικοί πίνακες, χαρακτικά κ.λ.π), καλλιτεχνικές αποτυπώσεις, σύγχρονες των γεγονότων, αποτέλεσαν σε μεγάλο βαθμό πρότυπα για τα τελικά σκίτσα». Και όλα αυτά με τελικό υπεύθυνο τον Soloup που, όπως αναφέρει, είχε πολύ δύσκολες αποφάσεις να λάβει μπρος σε έναν τεράστιο όγκο υλικού: «Υπάρχουν τόσα πράγματα που δεν μάθαμε ποτέ. Μια άλλη ιστορία ή, καλύτερα, πολλές διαφορετικές ιστορίες για την Ελληνική Επανάσταση, που απέχουν σημαντικά από τα στερεότυπα του εθνικού αφηγήματος και των σχολικών επετείων. Πώς θα μπορούσαμε, λοιπόν, να τα δέσουμε όλα αυτά μαζί; Τις διαφορετικές θέσεις και τα αντικρουόμενα συμφέροντα των πρωταγωνιστών, τις κυρίαρχες αφηγήσεις πλάι στις αιρετικές; Και εκείνο που θα προκύπτει στο τέλος να είναι, πάνω από όλα, ένα έντεχνο ανάγνωσμα, ένα κόμικς με τους δικούς του αφηγηματικούς και αισθητικούς κανόνες». Το «’21» είναι λοιπόν, πρώτα και κύρια, μια μεγάλη ιστορία κόμικς. Έχει μια πρωταγωνίστρια και έναν πρωταγωνιστή. Και αυτή δεν είναι η Μπουμπουλίνα ούτε η Μαντώ Μαυρογένους, όπως και αυτός δεν είναι ούτε ο Κολοκοτρώνης ούτε ο Αθανάσιος Διάκος. «Συμμετέχουν» και αυτοί φυσικά στο βιβλίο, αλλά η ιστορία χτίζεται πάνω σε ένα εντελώς διαφορετικό από τους ήρωες της Επανάστασης δίδυμο και διαδραματίζεται κυρίως στην πλατεία της Παλιάς Βουλής, δίπλα στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη με την περικεφαλαία (μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία όπως την αφηγείται και τη σχεδιάζει ο Soloup) στη σύγχρονη Αθήνα. Μια νέα κοπέλα παρκάρει το σκουτεράκι της στον δρόμο και φεύγει για δουλειές στο κέντρο. Όταν επιστρέφει η βαλίτσα είναι ανοιχτή αλλά ένας ηλικιωμένος κύριος την καθησυχάζει ότι δεν λείπει τίποτα από μέσα. Στη σκιά του αγάλματος γίνεται η πρώτη γνωριμία του Κάρπου (από το Πολύκαρπος) και της Λίμπυ (από το Ελευθερία, Liberty). Μια γνωριμία που θα εξελιχθεί σε ένα «μάθημα» για την Ελληνική Επανάσταση σε 21 κεφάλαια. Ο Κάρπος και η Λίμπυ θα μιλήσουν για τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, τον Νικηταρά, τον Ρήγα Φεραίο, τον Υψηλάντη, τον Μάρκο Μπότσαρη, τον Διονύσιο Σολωμό, τον Καποδίστρια, τον Κωλέττη, τον Μαυροκορδάτο, τον Μαχμούτ Β’, τον Βαχίτ Πασά, τον Ντελακρουά, τα Δερβενάκια, το Μεσολόγγι, την Τρίπολη, το Βαλτέτσι. Ο Κάρπος αφηγείται και η Λίμπυ μαθαίνει. Και μέσα από τις αφηγήσεις αναδύονται όλα τα σημαντικά περιστατικά που οδήγησαν στην Επανάσταση, όσα συνέβησαν κατά τη διάρκειά της και όσα ακολούθησαν. Αλλά και πολλά που δεν είναι ευρέως γνωστά ή αποσιωπήθηκαν από την επίσημη ιστοριογραφία. Και κάποια που δεν φωτίζουν μόνο τις πράξεις των εξεγερμένων αλλά και των Τούρκων, των συμμάχων των Ελλήνων και των αντιπάλων τους, των ξένων που έγραψαν για την Ελλάδα ή την επισκέφθηκαν κ.ά. Σ’ αυτό το τεράστιο μωσαϊκό δεν μένουν κρυφές πτυχές, καθώς ο Soloup δεν επιδιώκει να εξιδανικεύσει την Επανάσταση ή να αποδώσει τα μελανά σημεία της σε αόρατους παράγοντες ή ορκισμένους ανθέλληνες. Γι’ αυτό δίπλα στις ηρωικές πράξεις, στον αγώνα για την ελευθερία και την αυτοδιάθεση, στην αυτοθυσία και τον αλτρουισμό, περιγράφει και τις στιγμές της διχόνοιας, της βαναυσότητας όλων των πλευρών, της προδοσίας. Δεν αποκρύπτει τα πολιτικά σφάλματα και τα ιδιοτελή κίνητρα που χαρακτήρισαν στιγμές της Επανάστασης ούτε επιχειρεί να φιλοτεχνήσει τις συνήθεις αγιογραφίες των πρωταγωνιστών παρουσιάζοντάς τους ως άσπιλους και αμόλυντους από τα ανθρώπινα ελαττώματα, τα πάθη και τα λάθη. Κι όταν η συγκινητική ιστορία του Κάρπου και της Λίμπυ μέσω της οποίας ο αναγνώστης έχει δει με άλλα μάτια την Επανάσταση ολοκληρώνεται, αρχίζει το δεύτερο μέρος του βιβλίου, ένα υπόδειγμα τεκμηρίωσης και πληροφοριών με κεφάλαια όπως «Η Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης και η συγγραφή της», «Βόλια vs Γράμματα», «Φουστανέλα vs Βελάδα», «Λόγος και Εικόνα στο '21». Τέλος, ιδιαιτέρως κατατοπιστικά είναι το εκτενές Χρονολόγιο, το λεπτομερές Γλωσσάρι, το Λεξικό Ονομάτων με περισσότερες από 150 αναφορές σε πρόσωπα που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην Επανάσταση, αλλά και οι αναφορές σκίτσων σε εικαστικά έργα που ξεπερνούν τις 75. Όλα αυτά μαζί αποτελούν το ιδανικό υλικό και συνθέτουν το ιδανικό αποτέλεσμα για να τιμηθεί η Επανάσταση του 1821. Χωρίς στερεότυπα και ρομαντικές αφηγήσεις με «αθάνατες Ελλαδάρες», «κρυφά σχολειά» και «βρομότουρκους», αλλά με τεκμηριωμένη γνώση, με στοιχεία, με αναφορές στις πηγές και πάνω απ’ όλα, μέσω της τέχνης των κόμικς με την υπογραφή του Soloup σε σενάριο και σχέδια. Στο πλαίσιο του 7ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου στην Καλαμάτα που φέτος έχει θέμα «Διεκδικώντας την Ελευθερία» και θα διεξαχθεί από 18 Ιουνίου έως 28 Ιουλίου, θα λάβει χώρα η διεθνής έκθεση κόμικς «Η 7η Τέχνη Συναντά την 9η» με τη συμμετοχή των Giuseppe Palumbo και Andrea Bruno, δύο εμβληματικών δημιουργών που πρωταγωνιστούν εδώ και χρόνια στην ιταλική σκηνή των κόμικς, του Κροάτη Danijel Zezely και τριών εκ των σημαντικότερων Ελλήνων δημιουργών, των Θανάση Πέτρου, Soloup και Γιώργου Μπότσου καθώς και του γραφίστα-εικονογράφου και καλλιτεχνικού διευθυντή της Βαβέλ Soto Anagno. Η επιλογή των έργων και η επιμέλεια της έκθεσης ανήκει στη δημιουργική ομάδα του Διεθνούς Φεστιβάλ Κόμικς της Βαβέλ, ενώ η έκθεση του Soloup θα έχει ως θέμα της φυσικά το νέο του βιβλίο «’21, Η Μάχη της Πλατείας». Τα εγκαίνια της έκθεσης θα πραγματοποιηθούν στις 19 Ιουνίου στις 7.30 το απόγευμα στην γκαλερί A49 (Αναγνωσταρά 49, Καλαμάτα). Η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει την Κυριακή 20 Ιουνίου και θα μιλήσουν γι’ αυτό ο σκηνοθέτης Μελέτης Μοίρας, ο ιστορικός τέχνης Γιάννης Κουκουλάς και ο δημιουργός του, ενώ αμέσως μετά θα ακολουθήσει η πρώτη επίσημη παρουσίαση του ντοκιμαντέρ «’21, Η Μάχη της Πλατείας / Making of… behind the scenes» σε σενάριο και σκηνοθεσία του Μελέτη Μοίρα. Και το σχετικό link...
  3. Ο Soloup (Αντώνης Νικολόπουλος) μιλάει στην ATHENS VOICE για το graphic novel «Η Μάχη της Πλατείας», που αναφέρεται στην Επανάσταση του 1821. Ξεκίνησα να παρακολουθώ τη δουλειά του Soloup σποραδικά από την εποχή του «Ανθρωπόλυκου», στη Βαβέλ, πίσω στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Κάποια στιγμή τον συνάντησα κιόλας για κάποια υπόθεση που αφορούσε τις κοινές μας σπουδές, οπότε έχοντας εικόνα τόσο του ανθρώπου όσο και της δουλειάς του, μου ήταν πολύ ευκολότερο να κρατάω στο μυαλό μου τα πράγματα με τα οποία καταπιανόταν. Δεν είμαι ο ειδικός των κόμικς ή των graphic novels, έρχεται όμως η στιγμή που καταλαβαίνεις πότε κάποιος καλλιτέχνης δουλεύει τη ματιά του, προχωράει την τέχνη του, κάνει βήματα μπροστά. Το «Αϊβαλί» ήταν μια καταπληκτική δουλειά, πρωτόγνωρη για την Ελλάδα, βαθιά και ταυτόχρονα απολαυστική. Ο «Συλλέκτης», τα «Έξι Διηγήματα Για Έναν Κακό Λύκο» ήταν ένα από τα πολύ συγκινητικά κείμενα-έργα των τελευταίων χρόνων. Κι ύστερα, η «Μάχη της Πλατείας». Με μια ερευνητική ομάδα που αποτελούνταν από τις Νατάσα Καστρίτη, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου και Παναγιώτα Παναρίτη και με την επιστημονική συμβολή της Εύης Σαμπανίκου. Ένα έργο που υποστηρίχτηκε από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.) στο πλαίσιο της 1ης προκήρυξης της δράσης «Επιστήμη και κοινωνία – 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση» και το Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας κι Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, ένα έργο που τελεί υπό την αιγίδα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου (ΕΙΜ). Το πιο φιλόδοξο αλλά και το πιο απαιτητικό έργο για τον Soloup, το οποίο πηγαίνει καλά όχι μόνο ως έκδοση. Ήδη υπάρχει η ταινία-ντοκιμαντέρ του Μελέτη Μοίρα «’21 – Η μάχη της πλατείας / Making of... behind the sketches» που θα παρουσιαστεί μαζί με το graphic novel στο 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Πελοποννήσου στις 19 και τις 20 Ιουνίου, ενώ ετοιμάζεται και η ομώνυμη έκθεση που θα παρουσιαστεί στο Κτίριο της Παλαιάς Βουλής σύντομα. Μετά από περισσότερο από 25 χρόνια είχα τη χαρά να μιλήσω και πάλι με τον Soloup, τον Αντώνη Νικολόπουλο, κι αυτή τη φορά η συζήτηση αφορούσε αποκλειστικά την τέχνη του. Γεια σου Αντώνη! Ας ξεκινήσουμε από την ιδιότητά σου, με την οποία θα ασχοληθούμε λιγότερο στη συζήτησή μας. Τι απαιτεί το να είσαι γελοιογράφος; Μολύβια, γόμες και το να μπορείς όλα αυτά που μας βάζουν να καταπιούμε αμάσητα, τον θυμό, τη στενοχώρια, τη μελαγχολία που σου βγαίνει απ’ όσα φορτώνουν στις ζωές μας, να τα κάνεις χιούμορ. Το ότι έχεις σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες σε βοηθάει στην πολιτική γελοιογραφία ή καμιά φορά σε δυσκολεύει κιόλας; Όχι, ίσα ίσα. Σίγουρα βοηθάει. Το χιούμορ είναι το ένα συστατικό της γελοιογραφίας. Το άλλο είναι η κριτική ματιά. Το να μπορείς ν’ αντιλαμβάνεσαι δηλαδή τη δομή των πραγμάτων. Τις συγκρούσεις, τα συμφέροντα πίσω από τα πολιτικά πρόσωπα της επικαιρότητας. Δεν αρκεί να σπας πλάκα με τους πολιτικούς. Μπορείς φυσικά να σατιρίζεις τις φιγούρες τους αλλά η σάτιρα δεν πρέπει να αφορά την προσωπική τους ζωή αλλά τις πολιτικές επιλογές και τις ιδέες που εκπροσωπούν. Και σε αυτό σίγουρα βοηθάει να έχεις μια βαθύτερη, πιο ειδική γνώση. Να προσπερνάς τις εντυπώσεις της επικαιρότητας και να σημαδεύεις μακρύτερα, στην ουσία των καταστάσεων. Ποιες είναι οι διαφορές ανάμεσα στο να δουλεύεις πάνω σ’ ένα χιουμοριστικό κι ένα μη χιουμοριστικό κόμικ; Ξεκίνησα στη «Βαβέλ» φτιάχνοντας χιουμοριστικά κόμικς. Τον «Ανθρωπόλυκο», τον «Μήτσο Κυκλάμινο». Τα περισσότερα χρόνια μου τα πέρασα φτιάχνοντας χιουμοριστικά κόμικς. Με μυτόνγκες σαν αυτή του Αστερίξ και βάζοντας τους ήρωες σε τρελές καταστάσεις όπως στις ιστορίες του Edika και του Crump. Όμως δεν μπορείς όλα τα θέματα να τα κάνεις εικόνες και σκίτσα με τον ίδιο τρόπο. Πώς να μιλήσεις δηλαδή για την τραγική παγίδα που βιώνει ένας πατέρας καθώς αναζητά το παιδί του στον «Συλλέκτη» ή για τη Μικρασιατική καταστροφή στο «Αϊβαλί»; Μπορείς να τους σκιτσάρεις με μυτόνγκες σαν του Αστερίξ; Το θέμα που καταπιάνεσαι είναι, λοιπόν, αυτό που σε οδηγεί. Το σενάριο και η ανάγκη να το υπηρετήσεις όσο γίνεται καλύτερα. Με τα κατάλληλα σκίτσα και την ανάλογη ατμόσφαιρα. Είναι πολύ όμορφο που με τα χρόνια μπορώ πλέον να εκφράζομαι με διαφορετικά σχεδιαστικά στιλ. Και για τα ευτράπελα και σαρκαστικά, αλλά και τα πιο βαθιά και ψυχοβόρα ζητήματα. Όταν πρωτοδιάβασα το «Αϊβαλί» μου είχε φανεί ότι επρόκειτο για μια κοπιαστική και δύσκολη εργασία. Ήταν πραγματικά έτσι; Ποιες ήταν οι προκλήσεις που είχες να αντιμετωπίσεις; Στο «Αϊβαλί» ακολούθησα σχεδόν υπνωτισμένος μια υπαρξιακή περιέργεια: τις δικές μου ρίζες απ’ τη Μικρασία, τις αναμνήσεις από τις ιστορίες της γιαγιάς μου της Μαρίας, τη δική μου τοποθέτηση στον χρόνο, αν θέλεις και τους «άλλους», τους αιώνια εθνικούς εχθρούς μας, τους Τούρκους. Αυτό πήγαινε κι εγώ ακολουθούσα. Όταν όμως σκαλίζεις τέτοια θέματα, προκύπτουν και άλλα ζητήματα που έχεις ν’ αντιμετωπίσεις. Ο εθνικισμός, η μισαλλοδοξία, ο κατατρεγμός, η προσφυγιά. Να δεις τα ιστορικά γεγονότα πέρα από συναισθηματισμούς αλλά την ίδια ώρα να μπορείς ν’ ακούσεις φορτισμένες μαρτυρίες των ανθρώπων που τους έλιωσε στην κυριολεξία ο τροχός της ιστορίας. Έτσι δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα «κοπιαστικής δουλειάς». Κι αυτή η φόρτιση νομίζω πως είναι και το δυνατό σημείο στο «Αϊβαλί». Και ο λόγος που το «Αϊβαλί» δεν σταμάτησε, 7 χρόνια τώρα, να επικοινωνεί με διαρκώς νέους αναγνώστες, και στην Ελλάδα και αλλού. Το μυρίστηκε η Κάτια Λεμπέση των εκδόσεων Κέδρος από τη πρώτη στιγμή και δεν διαψεύστηκε. Υπογράψαμε συμβόλαιο πριν καλά-καλά το δει. Αυτό της το οφείλω. Μοιάζει σαν το «Αϊβαλί» να δημιούργησε ένα κοινό που δεν υπήρχε πιο πριν στην Ελλάδα: Εκείνους που θα εμπιστευτούν το κόμικ ως κάτι περισσότερο από μια μορφή απλής διασκέδασης… Συμφωνείς; Ναι, και ήταν το πρώτο ελληνικό κόμικ που εκτός των άλλων το 2015 μπήκε στις αίθουσες ενός τόσο σημαντικού χώρου πολιτισμού όπως το Μουσείο Μπενάκη, προσεγγίζοντας πράγματι ένα εντελώς διαφορετικό αλλά και πλατύτερο κοινό. Αυτό που προϋπήρχε σίγουρα ήταν η διεθνής επιτυχία του Logicomix των εκδόσεων Ίκαρος. Κάτι που, αν θέλεις, έδωσε και σ’ εμένα το θάρρος με το «Αϊβαλί» να προχωρήσω σε μια φόρμα, τα graphic novels, που θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν διαφορετικά με το κοινό. Το «Αϊβαλί» όμως έθετε για πρώτη φορά τόσο οικεία και ταυτόχρονα τόσο ευαίσθητα ζητήματα όπως το 1922, αλλά μέσα από μια διεθνιστική, πολιτικοποιημένη ματιά. Αυτή προφανώς η διάσταση το έκανε ένα βιβλίο που δεν αφορά μόνο τους Έλληνες και το οδήγησε στις μεταφράσεις που έχουμε σήμερα στα Τουρκικά, Γαλλικά, Αγγλικά και, μόλις αυτές τις μέρες, στα Ισπανικά. Εισήγαγε επίσης μια ευθεία, πολιτικοποιημένη προσέγγιση της σύγχρονης ιστορίας που μέχρι τότε δεν υπήρχε, πλην μεμονωμένων εξαιρέσεων όπως το «Εκ των υστέρων» του Μαλισιόβα. Εκείνο που συναντούσαμε περισσότερο, ήταν οι εμπορικά πιο «ασφαλείς» μεταφορές ελληνικών λογοτεχνικών έργων σε άλμπουμ κόμικς, συχνά με τον προσδιορισμό ως graphic novels. Με τη «Μάχη της Πλατείας» τα πράγματα μοιάζουν ακόμη πιο πολύπλοκα. Είναι πραγματικά έτσι; Εδώ κυριολεκτικά έριξα τρελά ξενύχτια. Κι εκμεταλλεύτηκα στο έπακρο τον αναγκαστικό εγκλεισμό της πανδημίας. Είχε φτάσει στο τέλος η μέρα μου να ξεκινά στις δύο τα χαράματα. Το graphic novel «21 – Η μάχη της πλατείας», που κυκλοφόρησε πρόσφατα με την ιδιαίτερη φροντίδα των εκδόσεων Ίκαρος, ακολουθεί τα χνάρια του Αϊβαλιού. Όμως είναι πραγματικά κάτι πολύ πιο μεγάλο και πιο σύνθετο από το «Αϊβαλί». Και όχι μόνο λόγω των 753 σελίδων της έκδοσης του Ίκαρου ή των 870 σελίδων του τρίτομου εργαστηριακού e-book. Πού έγκειται αυτή η πολυπλοκότητα; Από την αρχή της συνεργασίας μας με τις ερευνήτριες του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, τις Παναγιώτα Παναρίτη, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου και Νατάσα Καστρίτη, είχαμε θέσει ως στόχο τη δημιουργία μιας φορτισμένης, «λογοτεχνικής» αφήγησης που όμως θα συνομιλούσε δυναμικά με την επιστημονική ιστορική τεκμηρίωση και με αναφορές σε συγγραφείς, εικαστικούς και αρχειακές πηγές. Η ένταξη της δουλειάς μας στο πρόγραμμα του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση – που βγήκαμε μάλιστα και πρώτοι ανάμεσα σε 10 πολύ αξιόλογες προτάσεις – απογείωσε και τις δυνατότητές μας. Με τη βοήθεια λοιπόν του Τμήματος Πολιτισμικής Τεχνολογίας κι Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου και της καθηγήτριας Εύης Σαμπανίκου, τώρα εκτός από το βιβλίο και το πολλά υποσχόμενο εργαστηριακό e-book ετοιμάζουμε εκθέσεις, επιστημονικές συναντήσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα κι ένα σωρό σημαντικές δράσεις. Θα ενημερώνουμε σχετικά γι’ αυτές τις δράσεις και από την επίσημη ιστοσελίδα μας: 1821graphicnovel.gr Ποιες ήταν οι πιο σημαντικές αποφάσεις που είχες να πάρεις ως προς την κατανομή της ύλης; Πώς να πεις με κατανοητό και τεκμηριωμένο τρόπο τόσο πολλά γεγονότα και φωτίζοντας διαφορετικές απόψεις χωρίς να κουράσεις τους αναγνώστες. Και για ένα ζήτημα τόσο ευαίσθητο όπως η Επανάσταση του 1821, που έχει να κάνει και με τη νεοελληνική μας ταυτότητα αλλά και τα κυρίαρχα εθνικά αφηγήματα που έχουμε μεγαλώσει μαζί τους. Με μια πρώτη ματιά μοιάζει σαν το βιβλίο να θέλει να θέσει μια σειρά πολύ σοβαρών ερωτημάτων σε σχέση με την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης. Θα μπορούσες να αναφέρεις αυτά που για σένα είναι πιο σημαντικά; Όπως σου είπα, είναι τόσα πολλά τα στερεότυπα που έχουμε στο μυαλό μας για την επανάσταση και τους αγωνιστές. Θυμήσου τις καλοσιδερωμένες κατάλευκες φουστανέλες στους πίνακες και τα καλοξουρισμένα μάγουλα στις σχολικές αφίσες και τους πίνακες ζωγραφικής. Αλλά τελικά, αν το καλοσκεφτείς, είναι τόσο λίγα εκείνα που ξέρουμε για την πραγματική ιστορία. Έπρεπε λοιπόν να βρούμε μια αφήγηση που όλα αυτά να τα περιγράφει. Και επίσης να κάνουμε τη σύνδεση με το σήμερα. Η ιστορία δεν είναι κάτι ακίνητο, γραμμένη μια για πάντα. Κάθε φορά τα ιστορικά γεγονότα αποκτούν νέες σημασίες και φορτίσεις από το χρονικό σημείο που τα κοιτάμε. Θέλαμε έτσι να δούμε την Επανάσταση με τα ματιά αλλά και τις ανάγκες των σημερινών ανθρώπων. Το να θέτεις ερωτήματα πάνω σε ζητήματα που για τα σχολικά εγχειρίδια μοιάζουν απαντημένα εδώ και δεκαετίες, είναι μια πράξη αμφισβήτησης. Ποια είναι τα ζητήματα που πιστεύεις ότι πρέπει να μπουν σε συζήτηση σήμερα; Να ξανατεθούν τα βασικά ερωτήματα. Τι είναι η Ιστορία; Πώς γράφεται η ιστορία; Ποιοι γράφουν την ιστορία; Και ν’ αναζητήσουμε τις απαντήσεις εκ νέου σε καλογραμμένα βιβλία, στις καταγραφές των αρχείων, στις μαρτυρίες. Η σοβαρή επιστημονική έρευνα είναι εκείνη που μπορεί να μας δώσει μια άλλη εικόνα της Ιστορίας ενάντια στην κυριαρχία των στερεότυπων και των στρεβλώσεών της. Το βιβλίο μας σε αυτή τη κατεύθυνση κινείται. Να δώσει τα ερεθίσματα ώστε οι αναγνώστες, συμφωνώντας ή διαφωνώντας με τα όσα αφηγούμαστε, να ψάξουν, ν’ αναζητήσουν οι ίδιοι την ιστορία. Η βιβλιογραφία και οι πηγές είναι εκεί και μας περιμένουν. Κάτι γενικότερο τώρα… Ποιους σχεδιαστές παρακολουθείς φανατικά; Φανατικά δεν είναι η κατάλληλη λέξη, αλλά όσο πιο συστηματικά μπορώ διαβάζω τους περισσότερους συναδέλφους σκιτσογράφους: Χριστούλιας, KON, Μπότσος, Κουλιφέτης, Αδαμοπούλου, Ζερβός, Λέανδρος, Βιτάλης, Βερύκιος, Μαστώρος, Καραμπάλιος, Πανταζής, Γούσης, Cob, Κυριαζής, Παπαδάτος, Ρουμπούλιας, Διαλυνάς, Στεφαδούρος, Τόμεκ, Τασμάρ, Τσαούσης, Ζάχαρης, Τσιαμάντας, Βαβαγιάννης, Πετρόπουλος, Καμμένος, Φραγκιαδάκης, Πέτρου, Δερβενιώτης, Koύτσης, Κούρτης, Οθωναίου, Ζάχαρη, Χατζόπουλος… Καθώς έχεις ασχοληθεί με το θέμα σε επίπεδο διδακτορικού, με ποια ελληνικά comics νιώθεις να έχει συνάφεια η δουλειά σου; Και με ποια ξένα; Σίγουρα οφείλω πολλά στον τρόπο που έβλεπα να δουλεύει ο Γιάννης Καλαϊτζής. Και κάποιες βασικές συμβουλές που μου έλεγε, όχι μόνο για θέματα σχεδίου. Και από ξένους οι Spiegelman, Thompson, Satrapi, Sacco, Horrocks, Larcenet, Pedrosa… Όμως μελετώντας διάφορα comics για το διδακτορικό που αφορούσε τόσο την ιστορία όσο και τη σημειολογία των κόμικς, μου μπήκαν κάποιες ιδέες αφήγησης που τις εφάρμοσα αρχικά στο «Αϊβαλί». Και στη συνέχεια, αφού μου βγήκαν, στον «Συλλέκτη» και ακόμα περισσότερο τώρα στη «Μάχη της Πλατείας». Στοιχεία που αφορούν τη ροή της αφήγησης, το σενάριο αλλά και την αποτύπωσή τους στην εικόνα. Έτσι θα έλεγα πως ακολουθώ ένα προσωπικό μονοπάτι πειραματισμών χωρίς πολλές άμεσες συγγένειες με άλλους συναδέλφους. Τι διαβάζεις αυτή την εποχή; Φρεσκάρω Roland Barthes και διαβάζω εξαντλητικά τον Mikhail Bakhtin για τις ανάγκες της μεταδιδακτορικής μου εργασίας – που συνδέεται με κάποιον τρόπο και πάλι με τα κόμικς –, πριν ξαναχωθώ στο καινούργιο μου graphic novel. Τι να περιμένουμε στο άμεσο μέλλον; Τι έχεις στα σκαριά; Δουλεύω πλέον όπως σου είπα ένα νέο graphic novel για το 1922 που συνδέεται άμεσα με το «Αϊβαλί». Άλλωστε το σενάριο άρχισε να γράφεται παράλληλα μαζί του από τότε, το 2013. Όμως μετά την επιτυχία έκπληξη του «Αϊβαλί» δεν θέλησα να το βγάλω αμέσως και να φανεί σαν sequel. Ήθελα να ωριμάσει κι άλλο το σενάριο και να μεσολαβήσουν και άλλες δουλειές, όπως κι έγινε. Νομίζω όμως πως τώρα ήρθε η σειρά του και αν πάνε όλα καλά, θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2022. Όμως ακόμα πιο άμεσα προηγούνται άλλα. Μια ζωντανή παρουσίαση της «Μάχης της πλατείας» στην Καλαμάτα στο 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ μαζί με την επίσημη πρώτη παρουσίαση του ντοκιμαντέρ making of «Behind the sketches» σε σκηνοθεσία του Μελέτη Μοίρα και το οποίο αποτυπώνει τον τρόπο που δουλέψαμε στο graphic novel. Ακόμα βρίσκονται σε εξέλιξη οι εργασίες για το στήσιμο της κεντρικής μας έκθεσης στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Και θα ακολουθήσουν πολλά πολλά άλλα για τα οποία θα ενημερώνουμε στο site μας, 1821graphicnovel.gr Και το σχετικό link...
  4. Ο Soloup μας είχε δείξει με το «Αϊβαλί» (του) τις δυνατότητες διείσδυσης στην Ιστορία που διαθέτει ως εργαλείο έκφρασης το graphic novel. Ο πήχης ήταν ήδη πολύ ψηλά και πήγε ακόμη ψηλότερα από το θέμα με το οποίο ο Soloup καταπιάστηκε στη νέα του δημιουργία, «Η μάχη της πλατείας», η οποία έχει να κάνει με την απαρχή της δημιουργίας του ελληνικού κράτους, την παλιγγενεσία, το 1821. Και όχι απλώς μόνο με αυτά… Ο τρόπος με τον οποίο ξεπέρασε τον πήχη που ο ίδιος είχε θέσει, είναι η διαδικασία με την οποία ο Soloup προσέγγισε το θέμα του, δηλαδή την Ιστορία. Και η Ιστορία, όπως φαίνεται από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σελίδα τής εξαιρετικά προσεγμένης πλούσιας έκδοσης του βιβλίου, με ένα έξυπνο εύρημα που χρησιμοποιεί ο δημιουργός αποτυπώνεται γλαφυρά και έντονα στο φόντο της σημερινής πραγματικότητας. Έτσι η Ιστορία (μας) γίνεται ο απόηχος των γεγονότων που όχι μόνο φτάνει στις μέρες μας αλλά καθορίζει την ύπαρξή μας είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, είτε μας αρέσει είτε το απεχθανόμαστε. Αυτός είναι άλλωστε ο ρόλος και το νόημα της Ιστορίας η οποία τελικά υπάρχει ως κάτι πολύ περισσότερο, βαθύτερο και καθοριστικό από την αλυσίδα των γεγονότων που τη συνθέτουν. Η Ιστορία, το βαθύτερο νόημά της, είναι αυτό που συνθέτει το παρόν μας, μας τοποθετεί στο «τώρα», μας υπενθυμίζει από πού ερχόμαστε και μας δείχνει πού πηγαίνουμε. Η Ιστορία, τελικά, μας δίνει την επιλογή είτε να ακολουθήσουμε την πορεία, αν οδηγεί σε «επαγγελλόμενες γαίες» ή να αλλάξουμε δρόμο αν, όπως συμβαίνει συνήθως, οδηγεί στην άβυσσο που έχουν δημιουργήσει οι επιλογές του παρελθόντος. Ιστορία και νικητές Κάτι που επίσης μας θύμισε το βιβλίο του Soloup είναι ότι η Ιστορία γράφεται από τους νικητές. Για να δει, λοιπόν, κάποιος την Ιστορία απαιτείται να απαλλαγεί από τους παραμορφωτικούς φακούς των κυρίαρχων αφηγημάτων, των εθνικών μύθων και των ψευδο-ηθικών που την τοποθετούν στο καλούπι των σκοπιμοτήτων. Το ιστορικό αφήγημα κάθε έθνους συντίθεται – και αυτό ως έναν βαθμό είναι δικαιολογημένο από την ανάγκη της σφυρηλάτησης της συνοχής του – με την προβολή των ηρωικών του στιγμών. Όσα πληγώνουν ή τραυματίζουν την εικόνα που συλλογικά πλάθουμε ως έθνος, το επίσημο αφήγημα τα παραδίδει στη λήθη. Εκεί, στη λήθη, προσπάθησε και έσκαψε βαθιά στις πηγές ο Soloup για να φέρει στην επιφάνεια πολλά απ’ όσα θέλουμε να ξεχαστούν. Τις αγριότητες που οι προπάτορές μας διέπραξαν τον καιρό του πολέμου, τις μεταξύ τους διαμάχες, τις μικρότητες των ανθρώπων, τη μάχη των συστημάτων εξουσίας για τη νομή της και για το χρήμα… Κοιτάζοντας την «ανασκαφή» του Soloup, κοιτώντας δηλαδή κατάματα την Ιστορία, διαπιστώνουμε ίσως ότι όλα όσα αφαιρέθηκαν από το επίσημο αφήγημα, όσα μας έκρυψαν ή όσα δεν θέλουμε να θυμόμαστε, είναι παρόντα στο «τώρα» μας, διατρέχουν την πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου, δηλαδή μας έχουν καθορίσει. “Μικρά” και “μεγάλα” Οι φατριασμοί εν μέσω της Επανάστασης του 1821, οι λαμογιές με τα δάνεια, η αναζήτηση ξένων προστατών, η εθελοδουλία-ξενοδουλεία, το πλιάτσικο, η συνεργασία με τον εχθρό για προσωπικό όφελος μοιάζουν να διατρέχουν την Ιστορία του τόπου και – τηρουμένων των αναλογιών – να φτάνουν μέχρι τις μέρες μας. Παράλληλα με τα μικρά και ευτελή ωστόσο, «τρέχουν» και τα μεγάλα και σπουδαία χαρακτηριστικά των ανθρώπων που ανέδειξαν οι επαναστατημένοι προπάτορες του σύγχρονου ελληνικού κράτους: η επιμονή και μεθοδικότητα του Κολοκοτρώνη (πολιορκία της Τριπολιτσάς), η αποκοτιά του Ανδρούτσου (Χάνι της Γραβιάς), η γενναιότητα του Κανάρη (πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας), η σκωπτική, «ανάρμοστη» σοφία και στρατηγική σκέψη του Καραϊσκάκη, η ανιδιοτέλεια του Νικηταρά… Και πάνω απ’ όλα η αποφασιστικότητα (ελευθερία ή θάνατος) με την οποία ο λαός που πολέμησε διεκδίκησε αυτό που του αναλογούσε: Μια ζωή ελεύθερη ή έναν έντιμο θάνατο. Το αν και μέχρι πού φτάνουν όλα αυτά (μικρά και μεγάλα, άθλια και μεγαλειώδη) στις μέρες μας, μπορούμε ίσως να το αντιληφθούμε κοιτώντας τριγύρω μας, στην πολιτική και οικονομική σφαίρα που συνθέτουν την κοινωνία μας. Ενδεχομένως στο τώρα, τα «μικρά» και «άθλια» χαρακτηριστικά της φυλής μας (των ανθρώπων ίσως να είναι ορθότερο) είναι φανερά και ευδιάκριτα σε αντίθεση με τα «μεγάλα» και «σπουδαία» προτερήματα που μοιάζουν κρυμμένα, περιμένοντας τους καιρούς που θα τα αναδείξουν. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να λησμονούμε – κι αυτό μας θυμίζει «Η μάχη της πλατείας» του Αντώνη Νικολόπουλου – ότι η Ιστορία, πριν γραφτεί από τους νικητές, συντελείται κατά τη διάρκεια του ανθρώπινου βίου, τις στιγμές δηλαδή που ο κάθε άνθρωπος διαλέγει τι θέλει να είναι και με ποιον: Κολοκοτρώνης ή Νενέκος; Νικηταράς ή Πήλιος Γούσης;… Μπορεί από πρώτη ματιά να φαίνεται παράδοξο, αλλά ακόμη και σε μια ισοπεδωτική παγκοσμιοποιημένη εποχή σαν αυτή που εξελίσσεται ο δικός μας βίος οι καθημερινές μας επιλογές, η στάση μας απέναντι στα (μικρά και μεγάλα) πράγματα χαράσσουν τον δρόμο που θα βαδίσουν οι επόμενοι, γράφουν ήδη την Ιστορία των γενεών που έπονται. Να ’σαι καλά Soloup, για την τροφή για σκέψη που μας πρόσφερες. Και το σχετικό link...
  5. O αγώνας του 1821 μέσα από τα μάτια του σύγχρονου θεατή, σε ένα κόμικ που αναδεικνύει σκοτεινά μυστικά από τα αρχεία της Ιστορίας. - Το graphic novel «21: Η μάχη της πλατείας», με τις 752 σελίδες του, είναι το μεγαλύτερο σε έκταση μέχρι σήμερα έργο κόμικς στην Ελλάδα. Πόσο δύσκολο ήταν να συνδυάσετε την ιστορική έρευνα με την Ένατη Τέχνη; H έκταση του βιβλίου δεν ήταν το ζητούμενο. Όμως το ίδιο το θέμα, η Επανάσταση του 1821, που αναφέρεται σε μια πυκνή σειρά τόσο πολυδιάστατων γεγονότων, μας οδήγησε στις πολλαπλές αφηγήσεις του συγκεκριμένου βιβλίου. Έτσι, ο συγκερασμός της ιστορικής έρευνας με τα κόμικς προέκυψε από την ανάγκη να διαχειριστώ αφηγηματικά ένα τόσο δύσκολο υλικό. Σίγουρα σε αυτή την προσπάθεια με βοήθησε η εξοικείωση με τη μεθοδολογία της έρευνας που απέκτησα κατά την εκπόνηση της διδακτορικής μου διατριβής, και το μεταδιδακτορικό μου στη συνέχεια. - Πώς προσεγγίζετε τις μάχες και τα πρόσωπα του αγώνα του 1821, τα γεγονότα και τις ιδέες της Επανάστασης; Για την ιστορική έρευνα σε αρχεία, βιβλιογραφία και πηγές, είχα τη χαρά να συνεργαστώ με τρεις εξαιρετικές επιμελήτριες του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, τις κυρίες Νατάσα Καστρίτη, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου και Παναγιώτα Παναρίτη, όπως επίσης και την καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αιγαίου Εύη Σαμπανίκου. Μια τέτοια συντονισμένη αρχειακή προσέγγιση μας φανέρωσε αρκετά ανάγλυφα την ιστορία του Αγώνα, πάνω στην οποία στη συνέχεια ξετυλίχτηκε η αφήγηση των κόμικς. - Πιστεύετε ότι είναι πιο εύκολο για τους νέους να προσεγγίσουν την ιστορία μέσα από ένα κόμικ; Σίγουρα ναι. Ειδικά αν πατάει γερά στην έρευνα όπως η δική μας δουλειά. Καθόλου τυχαία, αυτή η δουλειά στηρίζεται από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας, το Πανεπιστήμιο Αιγαίου αλλά και το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Έχουμε μάλιστα στο πλαίσιο του προγράμματος δημιουργήσει και ένα – συμπληρωματικό με το βιβλίο των εκδόσεων Ίκαρος – τρίτομο e-book 870 σελίδων που προσφέρεται για εκπαιδευτική χρήση. Ελπίζουμε πως αυτό θα εκτιμηθεί και θ’ αξιοποιηθεί στη συνέχεια από καθηγητές. - Ποιο είναι το ζητούμενο κάθε φορά που αρχίζετε ένα νέο graphic novel; Συνήθως έρχονται και με βρίσκουν τα θέματα. Μπαίνουν στη ζωή μου απρόσμενα καταλαμβάνοντας σταδιακά όλο και περισσότερο χώρο, μέχρι που καταλήγουν εμμονές οι οποίες χρειάζονται διαχείριση. Η ανάγκη να κατανοήσω θέματα – όπως ήταν για παράδειγμα η Μικρασιατική καταγωγή μου στο «Αϊβαλί», η σχέση πατέρα και παιδιού στον «Συλλέκτη», ή στο «21» η σχέση μας με την νεότερη ιστορία μας – κατέληξαν τελικά στα graphic novel που βλέπετε. - Είναι κάποιοι κομίστες που έχουν επηρεάσει το έργο σας; Πάρα πολλοί. Αναφέρω ενδεικτικά τον Art Spiegelman και τον Craig Thompson. Εκτιμώ όμως πολύ και τη δουλειά που κάνουν σύγχρονοι συνάδελφοί μου στην Ελλάδα. - Ποια βιβλία που διαβάσατε πρόσφατα ξεχωρίζετε; Το πιο πρόσφατο, καθόλου τυχαία και λόγω των ερευνητικών μου αναζητήσεων, ήταν το «Φουστανέλες και Χλαμύδες» της Χριστίνας Κουλούρη. Ένα βιβλίο όμως που το έχω διαβάσει αρκετές φορές, αλλά το συμβουλευόμουν και κατά τη διάρκεια του «21», είναι ο «Επαναστατημένος άνθρωπος» του Καμύ. Soloúp «21: Η μάχη της πλατείας» Εκδ. Ίκαρος Σελ. 752 – τιμή €25 Και το σχετικό link...
  6. Το βιβλίο μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Αλέξη Καλοφωλιά και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κάκτος. «Τα Παιδιά της Επανάστασης», στα ελληνικά πλέον, αφηγούνται με τον δικό τους τρόπο την Ιστορία. Ο λόγος για το ομότιτλο graphic novel των Chris Jaymes & Ale Aragon που είναι εμπνευσμένο από την Επανάσταση του 1821 και το ελληνικό κοινό το γνώρισε – και το αγάπησε – στην πρωτότυπη, αμερικανική έκδοση «Sons of Chaos» που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο 2019 και παρουσιάστηκε στο συνέδριο κόμικς και ποπ κουλτούρας AthensCon στο TaeKwonDo. Τελικά το κόμικ που έγραψε ο Αμερικανός συγγραφέας, σκηνοθέτης, ηθοποιός και μουσικός Chris Jaymes και εικονογράφησε ο Αργεντινός κομίστας Ale Aragon μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Αλέξη Καλοφωλιά και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κάκτος. Μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, η ιστορία καταπιάνεται με την Ελληνική Επανάσταση, τον ελληνικό λαό και τους πρωταγωνιστές της. O Chris Jaymes στέκεται με δέος απέναντι στην Ελληνική Επανάσταση, εμπνέεται από αυτήν και δημιουργεί τη δική του φανταστική ιστορία. Στόχος του; Να κάνει ευρύτερα γνωστό τον αγώνα των Ελλήνων για ελευθερία και να κεντρίσει το ενδιαφέρον όσων επιθυμήσουν να μάθουν περισσότερα γι’ αυτήν. Κάπως έτσι άλλωστε ξεκίνησε να ασχολείται και ο ίδιος, παρακινημένος από τον Ελληνοαμερικανό φίλο του Nick Lambrou, ο οποίος συχνά του έλεγε πως είναι καιρός ο κόσμος όλος να γνωρίσει την Επανάσταση του ’21, όπως γνωρίζει άλλες σημαντικές στιγμές της παγκόσμιας ιστορίας, τον Αμερικανικό Εμφύλιο ή τη Γαλλική Επανάσταση. «Πρόκειται για μία φανταστική ιστορία, βασισμένη σε πολλά πραγματικά γεγονότα. Πρόθεσή μου είναι το βιβλίο να παρουσιάσει στον κόσμο έναν πόλεμο για τον οποίο οι περισσότεροι ελάχιστα γνωρίζουν και να κεντρίσει το ενδιαφέρον για πλατύτερη ενημέρωση γύρω από αυτό το τόσο κοντινό τελικά παρελθόν μας», λέει ο δημιουργός, ο οποίος έχει παράλληλα έτοιμο και το σενάριο. «Επιβαλλόταν σχολαστική ενασχόληση και έρευνα για να μπορέσεις να διηγηθείς αυτά τα γεγονότα με τρόπο που να διεγείρεις την περιέργεια ενός μη Έλληνα αναγνώστη και παράλληλα, να τιμήσεις όλους όσοι έδωσαν τη ζωή τους τότε ώστε να μπορούμε εμείς σήμερα να έχουμε σταθερότητα και να διαθέτουμε ανέσεις». Ο ίδιος ασχολήθηκε με την Επανάσταση του ’21 περίπου για μία δεκαετία και μαζί με την πολυετή έρευνα έκανε και ταξίδια από το Σούλι μέχρι τη Μονεμβασιά, τα Ιωάννινα, τη Γραβιά, το Ναύπλιο, τις Σπέτσες, την Ύδρα, τη Μάνη κ.α. Στην ιστορία ανέλαβε να δώσει σάρκα και οστά o Αργεντινός κομίστας Ale Aragon, ο οποίος δημιούργησε το εξαιρετικό εικαστικό περιβάλλον. Με κεντρικό ήρωα τον Μάρκο Μπότσαρη και την πολυκύμαντη σχέση του με τον Αλή Πασά, το στόρι ακολουθεί τον νεαρό Μάρκο, γιο του Σουλιώτη οπλαρχηγού Κίτσου Μπότσαρη, στην προσωπική του ζωή, στην πορεία από την αιχμαλωσία στην απελευθέρωση και σε αληθινά ή μυθοπλαστικά γεγονότα που καθόρισαν την προσωπικότητά του και τον έκαναν ήρωα. Καταγράφουν την τόλμη, τη γενναιότητα και την παλικάρια που τον έχρισαν ηγέτη στην επανάσταση η οποία έτριξε τα θεμέλια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία του Δυτικού κόσμου όπως τον ξέρουμε σήμερα. Στην ουσία, επιθυμία του δημιουργού είναι ο χαρακτήρας να απεικονίζει γενικότερα τις θρυλικές μορφές του 1821. Και το σχετικό link...
  7. Έχουμε μια τάση σαν λαός να απορρίπτουμε την ιστορία μας ή την παράδοσή μας ως οπισθοδρομική και ασύμβατη με αυτό που θεωρούμε ότι είμαστε σήμερα και σε σχέση με τον δυτικό – ευρωπαϊκό πολιτισμό. Όμως, όταν αυτά τα οποία απορρίπτουμε ανακαλύπτονται από ξένους και ξαναπαρουσιάζονται σ΄εμάς, τότε όχι μόνο τα αποδεχόμαστε, αλλά νιώθουμε και ιδιαίτερα περήφανοι. Αυτό έχει συμβεί, πρόσφατα με την λαϊκή τέχνη, με το δημοτικό τραγούδι, αλλά και με την Ελληνική Επανάσταση, που όπως φαίνεται 200 χρόνια μετά αντί να ενώνει ακόμη διχάζει. Δεν είναι της παρούσης να αναλύσουμε τα αίτια της εθνικής μας μειονεξίας, όμως αυτό που μπορούμε να υποστηρίξουμε με βεβαιότητα είναι ότι οι ψυχολογικές, ιδεοληπτικές και διανοητικές μας αγκυλώσεις, δεν μας έχουν επιτρέψει να εμπνευστούμε από το παρελθόν μας, να αντλήσουμε από αυτό και να το εκσυχρονίσουμε, ανακαλύπτοντας παράλληλα διαχρονικά νοήματα και προτάσεις. Αυτά που εμείς απαξιώνουμε ως ξεπερασμένα, αποτελούν θησαυρό για κάποιους άλλους ανθρώπους που δεν έχουν σχέση με την Ελλάδα. «Βουτάνε» σε αυτά ως πηγή έμπνευσης, βρίσκουν σκοπό και μια φρεσκάδα. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τα αντιμετωπίζουν ως Ιερό Δισκοπότηρο, άλλωστε δεν έχουν καμία υποχρέωση να το κάνουν. Όποιος ξεκινά ένα τέτοιο διανοητικό ταξίδι, εάν έχει καθαρό μυαλό και αγνές προθέσεις μπορεί να βρει το δρόμο. Μια τέτοια περίπτωση φαίνεται να είναι και ο βραβευμένος Αμερικανός συγγραφέας/ηθοποιός και σκηνοθέτης Κρις Τζέιμς, ο οποίος δημιούργησε το graphic novel «Sons Of Chaos» ή «Τα Παιδιά Της Επανάστασης» στην ελληνική έκδοση από τις εκδόσεις «Κάκτος». Πρόκειται για ένα κόμικ εμπνευσμένο από την Επανάσταση του 1821 το οποίο εικονογραφεί ο Αργεντινός κομίστας Άλε Αραγκόν. Πρωταγωνιστές της ιστορίας, η οποία κινείται μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, είναι ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Αλή Πασάς. Ιδιαίτερη έμφαση δίνει σε αυτό που στην Ελλάδα επιχειρείται να αποδομηθεί ως μύθος, τον «χορό του Ζαλόγγου». Στόχος του κ. Τζέιμς δεν ήταν να διηγηθεί ή να καταγράψει με πιστότητα ένα κομμάτι της Ελληνικής Επανάστασης. Σύμφωνα με τον ίδιο, πρόκειται για ένα γεγονός επικών διαστάσεων που επέδρασε καταλυτικά στη ροή της παγκόσμιας ιστορίας και του Δυτικού πολιτισμού. Ωστόσο, όπως τονίζει, το τόσο σημαντικό παρελθόν μας είναι άγνωστο πέρα από τα σύνορά μας, ιδίως στην Αμερική. «Πρόκειται για μία φανταστική ιστορία βασισμένη σε πολλά πραγματικά γεγονότα. Πρόθεσή μου είναι το βιβλίο να παρουσιάσει στον κόσμο έναν πόλεμο για τον οποίο οι περισσότεροι ελάχιστα γνωρίζουν και να κεντρίσει το ενδιαφέρον για πλατύτερη ενημέρωση γύρω από αυτό το τόσο κοντινό τελικά παρελθόν μας», λέει ο ίδιος. Η διακαής περιέργεια να κατανοήσω όχι μόνο τι ήταν αυτό που έκανε τον Αμερικανό δημιουργό να ασχοληθεί με την δική μας Επανάσταση αλλά και πως τη συνδέει με το σήμερα, με ώθησε να επικοινωνήσω μαζί του και το αποτέλεσμα είναι η συνέντευξη που ακολουθεί. Κύριε Τζέιμς, αναπόφευκτα θα αρχίσω με ορισμένες συνηθισμένες ερωτήσεις: ποια ήταν η σχέση σας με την Ελλάδα πριν τη συγγραφή του βιβλίου; Για να είμαι ειλικρινής, προτού εμπλακώ στη διαδικασία μιας βαθύτερης και καλύτερης κατανόησης της ιστορίας της Ελλάδας, με αφορμή τη δημιουργία του συγκεκριμένου έργου, ήμουν ο τυπικά απαίδευτος και αφελής ξένος σε σχέση με οτιδήποτε ελληνικό. Οι ασήμαντες διανοητικές μου συνδέσεις απαρτίζονταν από διακοπές στα νησιά και ακολασία, τζατζίκι και ούζο, μυθολογία, Σπαρτιάτες, δημοκρατία και κίονες. Είχα ψυχικές ελπίδες και εικόνες, εάν μπορώ να το πω έτσι, να ταξιδέψω στα νησιά και μια μέρα να αποτινάξω από επάνω μου αυτή την άγνοια και το μυστήριο που αποτελούσε για εμένα η έλλειψη έκθεσής μου στην Ελλάδα και τον ελληνικό πολιτισμό. Ένας μακροσκελής τρόπος για να σας δώσω την εικόνα της σχέσης μου με την Ελλάδα. Με λίγα λόγια: αρχικά ήταν ασήμαντη, εάν όχι ανύπαρκτη. Αρχικά να σας ρωτήσω γιατί δεν επιλέχθηκε ο τίτλος της αμερικάνικης έκδοσης “Sons of Chaos” και για την ελληνική έκδοση; Μπορείτε να μου πείτε τι ήταν αυτό που σας ενέπνευσε; Ξεκίνησε ως μια επιφοίτηση της στιγμής ή προέκυψε από μια δική σας εσωτερική αναζήτηση; Ο τίτλος στα ελληνικά προέκυψε έπειτα από διαβουλεύσεις με τον Έλληνα εκδότη και αποφασίστηκε πως θα ήταν καλύτερα να έχει αναφορά στην Επανάσταση έτσι ώστε οι αναγνώστες να μπορούν να ταυτιστούν και να τον προσέξουν. Ο τίτλος της έκδοσης στην αγγλική γλώσσα επιλέχθηκε καθώς συμπύκνωνε μερικές διαφορετικές έννοιες που ωστόσο συνδέονται τόσο με την ιστορία, όσο και με μια αναφορά στην Ελληνική κοσμογονία και το Χάος απ΄όπου προέκυψαν όλες οι πρωτογενείς θεότητες της Ελληνικής Μυθολογίας και η γένεση των πάντων. Ένα βασικό σημείο το οποίο είχε αντίκτυπο σ΄ εμένα ήταν η σκέψη του πως θα ήταν να είσαι παιδί και να ζεις την εποχή της Επανάστασης. Ένα παιδί το ο οποίο να μην έχει κανενός είδους επίγνωση για το πως μπορεί να είναι η ζωή πέρα από αυτό το πλαίσιο της ανασφάλειας που ζει, μιας ανασφάλειας όμως στο υψηλότερο επίπεδο. Σκεφτείτε ένα παιδί μέλος μιας οικογένειας Σουλιωτών κατά την περίοδο των διαρκών συμπλοκών που διήρκησαν για δεκαετίες πριν καταλήξουμε στην Επανάσταση. Σκεφτείτε να ζούσατε εκείνη την εποχή και να ξυπνάτε κάθε μέρα στο πιο απρόβλεπτο περιβάλλον. Να μην γνωρίζετε ποιος θα σας επιτεθεί, ποιον θα σκοτώσετε ή ποιος από τους ανθρώπους σας, τους φίλους σας, την οικογένειά σας θα χαθεί. Αυτή είναι η πραγματικότητα που με συνεπήρε όταν επιβράδυνα τους ρυθμούς της σκέψης μου προκειμένου να αναλογιστώ τη ζωή που αντιμετώπιζαν όλοι εκείνοι που είχαν εγκλωβιστεί σε μια άλυτη εξίσωση, σε μια πραγματικότητα που τους ξεπερνούσε. Αυτή ήταν η πραγματικότητα στην οποία είχαν γεννηθεί, η μοίρα τους είχε αποφασιστεί ανεξάρτητα από τις προθέσεις τους ή την όποια επιθυμία τους. Για τους περισσότερους από εμάς που έχουμε γεννηθεί σε μια εποχή ανέσεων, όπου θεωρούμε πως δικαιούμαστε τα πάντα, οι ζωές εκείνων των ανθρώπων βρίσκονται στο άλλο άκρο της ύπαρξης. Το πως ήταν η ζωή πριν από 200 χρόνια είναι σχεδόν αδύνατο να το συλλάβεις και να το κατανοήσεις πλήρως. Πόσον καιρό εργαστήκατε για τη συγγραφή του βιβλίου; Οι αρχικές σκέψεις ξεκίνησαν πριν από 11 χρόνια κατά τα οποία αφιέρωσα ενάμιση χρόνο διαβάζοντας και ερευνώντας. Ταξίδεψα στην Ελλάδα έτσι ώστε να έχω και καλύτερη αντίληψη για το κάθε μέρος, και προσπάθησα να φανταστώ κάθε μάχη και περιστατικό που μπορεί να έλαβε χώρα στις συγκεκριμένες περιοχές στις οποίες βρέθηκα. Στη συνέχεια για ένα χρόνο βίωσα την επίπονη διαδικασία να γράφω και να ξαναγράφω την ιστορία σε μορφή σεναρίου, και έπειτα για άλλα δύο χρόνια κόπιασα για να την διαμορφώσω σε graphic novel. Πώς εσείς ένας Αμερικανός δεν ακολουθήσατε το μοτίβο που ακολουθούν άλλοι ξένοι ταξιδιώτες όταν έρχονται στην Ελλάδα; Δηλαδή την προσέγγιση της χώρας ως μιας πολιτισμικής Ντίσνεϊλαντ ή ως τόπο (όχι ως χώρα) διακοπών και ξεγνοιασιάς; Νωρίς στην παιδική μου ηλικία είχα την τύχη να κάνω ορισμένα ταξίδια με τον θείο μου και την θεία μου. Οι δύο τους ήταν το αντίθετο από αυτό που ήταν η μητέρα μου. Πολύ συγκεντρωτικοί και συντηρητικοί. Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με τη ζωή μου στο σπίτι, όπου ήμουν μοναχοπαίδι με μια εργαζόμενη μητέρα. Για να σας δώσω να καταλάβετε, σε πολύ μικρή ηλικία είχα σημαντικό βαθμό αυτονομίας, ανεξαρτησίας και ελευθερίας. Συχνά μαγείρευα μόνος μου και επέλεγα τι θα φάω. Ακριβώς το αντίθετο συνέβαινε όταν ήμουν στο σπίτι των συγγενών μου. Η θεία μου δεν μου επέτρεπε να σηκωθώ από το τραπέζι εάν δεν είχα τελειώσει το φαγητό μου, το οποίο πολλές φορές προετοίμαζε γνωρίζοντας ότι δεν θα μου άρεσε. Κάποια στιγμή όταν ήμουν περίπου 14 ετών πήγαμε για σκι στο Innsbruck στην Αυστρία. Είχαν πληρώσει το πακέτο της εκδρομής και η αίσθηση που είχα στο ξενοδοχείο ήταν ότι δεν είχα φύγει ποτέ από τις ΗΠΑ. Ο κλασσικός μπουφές πρωινού και μετά επιβιβαζόμασταν στο πούλμαν που μας πήγαινε για σκι. Με το ίδιο πούλμαν επιστρέφαμε στο ξενοδοχείο. Η ίδια απαράλλαχτη ρουτίνα επαναλαμβανόταν κάθε μέρα. Όσο περνούσαν οι μέρες άκουγες μόνο αγγλικά ενώ περνούσαμε μπροστά από αυτά τα πανέμορφα κτίρια και τους λιθόστρωτους δρόμους. Η αρχιτεκτονική μου θύμιζε την Ντίσνεϊλαντ και το μόνο που ήθελα ήταν να περιπλανηθώ και να εξερευνήσω την πόλη. Τότε αυτό που συνειδητοποίησα ήταν ότι εάν δεν εξασκούσα πίεση και δεν κινούμουν δυναμικά για να αλλάξω την κατάσταση, οι μέρες θα διαδέχονταν η μια την άλλη και θα επέστρεφα στις ΗΠΑ χωρίς να έχω βιώσει τίποτα από την Αυστρία. Έτσι ένα βράδυ κρυφά ξεγλίστρησα από το ξενοδοχείο και περιπλανήθηκα στην πόλη. Με κάποιο τρόπο, παρότι βρισκόμουν σε μια διανοητική κατάσταση φόβου και συστολής, κατάφερα και βρήκα το κουράγιο και προσέγγισα ένα νυχτερινό κέντρο όπου προς μεγάλη μου έκπληξη μου επέτρεψαν την είσοδο. Τότε ήταν που η μαγεία ξεχύθηκε και διαπίστωσα ότι ο έξω κόσμος ήταν πολυεπίπεδος και θαυμαστός σε σχέση με τη χώρα από την οποία προερχόμουν. Μέχρι το τέλος της εβδομάδας, οπότε θα ολοκληρώνονταν οι διακοπές μου στην Αυστρία, είχα γίνει μέρος της κουλτούρας τους και είχα ήδη αποκτήσει κάποιους φίλους οι οποίοι μου έδειξαν τον τρόπο ζωής τους, τουλάχιστον τον νυχτερινό. Τα μπαρ, τα κλαμπ, το κονιάκ, την ασύλληπτη ανατολή που προλάβαινα να απολαύσω πριν βιαστώ να επιστρέψω στο ξενοδοχείο χωρίς να με καταλάβουν οι δικοί μου. Και έπειτα άρχιζε πάλι η ρουτίνα της επιβίβασης στο πούλμαν για να πάμε για σκι. Όμως αυτή η εμπειρία που διεκδίκησα διαμόρφωσε για πάντα τη ζωή μου. Είχε να κάνει με τη βαθύτερη επιθυμία μου να γίνω μέρος του κόσμου και να κατανοήσω την κάθε διαφορετική κουλτούρα πέρα από την δική μου. Έμοιαζε σαν να ζούσα μέσα σε μια κινηματογραφική ταινία, μια ταινία ενδιαφέρουσα και διαφορετική από αυτήν που γνώριζα. Η έλλειψη ιστορίας και πολιτισμού που χαρακτήριζε το μέρος όπου μεγάλωσα το έκανε πλέον να φαίνεται τόσο τετριμμένο σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο και αυτή η αίσθηση που με συνεπήρε, όπως σας περιέγραψα, αφορά και την Ελλάδα σε υπερθετικό βαθμό σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο μέρος έχω γνωρίσει στον κόσμο. Τα πολλά στρώματα που απαρτίζουν το παρελθόν της Ελλάδας, η εξέλιξη των ανθρώπων στο πέρασμα του χρόνου, οι αδιάκοπες καινοτομίες, η στοχαστική διάθεση και η εφευρετικότητα, η εγκεφαλική και σωματική πρωτοτυπία που δημιουργήθηκε από τους Έλληνες κατά την πάροδο του χρόνου εμπεριέχουν ένα μυστήριο που μαγνητίζει τους ξένους, όσους τουλάχιστον επιβραδύνουν για να μπορέσουν να το παρατηρήσουν. Σε μια εποχή όπου κυριαρχεί η ομαδοποίηση και η κουλτούρα του no border (χωρίς σύνορα), εσείς καταπιαστήκατε με ένα θέμα που εμπεριέχει ακριβώς τα αντίθετα. Δηλαδή την ταυτότητα, την έννοια του έθνους και της πατρίδας για τα οποία αξίζει κάποιος να θυσιαστεί. Θέλετε να μας μιλήσετε περισσότερο σχετικά με αυτό; Αυτά είναι απαιτητικά ζητήματα διότι ως ανθρωπιστής θέλω να δω τον κόσμο να συνυπάρχει, να συνενώσουμε την εμπειρία μας όπου η κάθε κουλτούρα θα συνεισφέρει το δικό της κομμάτι εμπειρίας, γνώσης και σοφίας που έχει αποκτηθεί μέσα από τη ζωή και τα βιώματά της και που όλα αυτά θα μπορέσουν τελικά να οδηγήσουν σε μια παγκόσμια αφύπνιση, διαμορφώνοντας τη ζωή του καθενός προς το καλύτερο. Η παγκόσμια ενοποίηση είναι στ΄ αλήθεια το κλειδί για να αυξήσουμε και να βελτιώσουμε την ποιότητα ζωής με κάθε πιθανό τρόπο για όλους. Για να είναι αυτό εφικτό, πρέπει να διαφυλάσσουμε την πολιτισμική μας ταυτότητα η οποία διαφοροποιεί την εμπειρία και διατηρεί την ποικιλομορφία προοπτικών. Αυτό είναι απαραίτητο προκειμένου οι ιδέες να συνεχίσουν να εξελίσσονται μέσα από μια ποικιλία νοοτροπιών, έτσι ώστε να συνεχίσουμε να κοιτάμε το κάθε ζήτημα που αντιμετωπίζουμε με πληθώρα τρόπων έως ότου καταλήξουμε με τις καλύτερες πιθανές απαντήσεις για την κάθε δεδομένη κατάσταση. Ως εκ τούτου, η αξία της ταυτότητας και του πολιτισμού είναι πρωταρχικής σημασίας προκειμένου να μην ομογενοποιηθούμε σε «έναν τρόπο σκέψης». Kάτι που ήδη συμβαίνει με πολλές μορφές, δεδομένης της επιρροής των αλγορίθμων οι οποίοι ορίζουν τις καθημερινές μας εμπειρίες ενσταλάζοντας στους ανθρώπους ένα ψυχολογικό DNA, μια γενετική σύνθεση της Google, της Amazon ή του Facebook. Για να απαντήσω στο ερώτημά σας, ονειρεύομαι απόλυτα έναν κόσμο χωρίς σύνορα στον οποίο θα μοιραζόμαστε με τους γείτονές μας τα καλύτερα στοιχεία που μας χαρακτηρίζουν. Ωστόσο εάν αυτοί οι γείτονες προσπαθούν να σαμποτάρουν το ποιοι και τι είμαστε, τότε αυτή η σύλληψη, αυτή η ιδέα, δεν έχει άλλη επιλογή από το να μετατοπισθεί σε μια κατάσταση συντήρησης, άμυνας. Αυτό αντιμετώπιζαν και οι Έλληνες όταν μια γειτονική αυτοκρατορία αποφάσισε να οικειοποιηθεί κάτι που δεν ήταν δικό της. Και με κάποιον θαυμαστό τρόπο οι Έλληνες διατήρησαν την αυτονομία τους όλους αυτούς τους αιώνες, και έκαναν πραγματικότητα το απίστευτο σενάριο της επιστροφής τους στην ελευθερία. Είναι σύμπτωση, αποτέλεσμα υπολογισμού ή ποιητική προφητεία το γεγονός ότι το βιβλίο κυκλοφόρησε 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821; Σίγουρα θα έλεγα πως ήταν ποιητική προφητεία δεδομένου ότι σε καμία περίπτωση δεν είχα σκεφτεί το πόσο εκτεταμένη θα ήταν αυτή η δουλειά. Ακόμη και το γεγονός ότι όλη αυτή η διαδικασία διήρκεσε μια δεκαετία, όταν το αναλογίζομαι μπορώ να πω πως είναι κάποιου είδους σοκ για εμένα παρά πρόθεση. Όμως αυτό καθόρισε ένα μονοπάτι το οποίο ακολούθησα και όπως φαίνεται από την πορεία και τη δημιουργική περιπέτεια στην οποία ενεπλάκην. Στο τέλος, εκτός από τον covid που χάλασε εν πολλοίς την επέτειο για τα 200 χρόνια και της οποίας ενθέρμως ήθελα να είμαι μέρος της, η δημοσίευση του βιβλίου μοιάζει να συνέβη την πλέον κατάλληλη στιγμή. Μια σύμπτωση την οποία δεν ξέρω εάν την έχετε υπόψη σας είναι ότι το 2020 στην Ελλάδα γιορτάσαμε τα 2.500 από τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, χάρη στην οποία, σύμφωνα με πολλούς ιστορικούς, μπορούμε σήμερα να μιλάμε για δυτικό πολιτισμό. Το 2021 έχουμε τα 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821. Πιστεύετε ότι αυτή επηρέασε τον δυτικό ή τον ευρωπαϊκό πολιτισμό κι αν ναι, πώς; Είναι αδύνατο να πει κάποιος με βεβαιότητα τι θα είχε συμβεί χωρίς την πετυχημένη εξέγερση των Ελλήνων το 1821, όμως είναι πολύ πιθανό ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα είχε συνεχίσει να επεκτείνεται προς τη Δύση και ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις και τη στάση των συμμάχων, ίσως να είχε παντελώς εξαλείψει τη Δυτική Ευρώπη. Υποθέτοντας ότι τα Δυτικά έθνη θα συνεργάζονταν για αντιμετωπίσουν τους Οθωμανούς, το πιο πιθανό είναι ότι στο τέλος θα επικρατούσαν. Όμως εάν η Επανάσταση του 1821 δεν είχε συμβεί για 50 ή 100 χρόνια και οι Έλληνες δεν είχαν υποκινήσει αυτό το κίνημα, είναι πολύ πιθανό ότι περισσότεροι Έλληνες και ο ελληνικός πολιτισμός θα είχαν αποδομηθεί και η ικανότητά τους να διαφυλάξουν και να διατηρήσουν την κουλτούρα τους θα είχε φθίνει ακόμη περισσότερο. Βλέπετε κάποια συνέχεια μεταξύ των δύο αυτών μεγάλων ιστορικών γεγονότων; Την πιο προφανή ομοιότητα ή συνέχεια που διακρίνω είναι, κατά την άποψή μου, αυτό το κάτι που είναι χαραγμένο βαθιά στο Ελληνικό DNA και το οποίο ενεργοποιείται όταν βρίσκεται αντιμέτωπο με ανυπέρβλητες δυσκολίες. Επανειλημμένα οι Έλληνες στην ιστορία τους βρέθηκαν σε καταστάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να τους καταστρέψουν ή να τους εξαλείψουν ως έθνος, από τη Σαλαμίνα έως τους Οθωμανούς, ακόμη και σήμερα με την οικονομική κατάρρευση με την οποία βρέθηκε αντιμέτωπη η χώρα σας. Και όμως σε κάθε τέτοια στιγμή ανυπέρβλητης δυσκολίας οι Έλληνες σταματούσαν να πλακώνονται μεταξύ τους και για μια βραχεία χρονική στιγμή ενώνονταν και υπερέβαιναν την πραγματικότητα που αντιμετώπιζαν. Πρόκειται για κάτι ξεχωριστό που βρίσκεται σε αυτή την εξίσωση επιβίωσης που χαρακτηρίζει την ελληνική κληρονομιά και αποδεικνύει την αλήθειά της συνεχόμενα στην πάροδο των χρόνων. Και αυτό εφαρμόζεται και στην καθημερινή ζωή όταν αντιμετωπίζουν απλά καθημερινά προβλήματα και όχι απαραίτητα αυτά τα κολοσσιαία που συζητάμε. Σε αυτήν την ελληνική κληρονομιά θα μπορούσαμε να βρούμε την απάντηση που χρειαζόμαστε για να κάνουμε τον κόσμο ένα καλύτερο μέρος. Θα επιμείνω στο θέμα της συνέχειας και της αντίληψης της ελληνικής εθνικής ταυτότητας από τους ανθρώπους εκείνους που ήταν υπόδουλοι για 400 χρόνια. Νομίζω έμμεσα και έντεχνα το αναδεικνύετε. Μου έκανε εντύπωση ότι στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου έχετε παραθέσει ένα απόσπασμα από την Οδύσσεια, κάτι το οποίο προς μεγάλη μου έκπληξη δεν αναγνώρισαν αρκετοί απ΄ όσους διάβασαν το βιβλίο. “Τον άνδρα τον πολύπραγο τραγούδησε μου, ω μούσα που περισσά πλανήθηκε, και πολλών ανθρώπων είδε χώρες και έμαθε γνώμες, και πολλά στα πολλά στα πέλλεα βρήκε πάθια, για μια ζωή παλεύοντας και γυρισμό συντρόφων... Μα πάλε δεν τους γλύτωσε, κι αν το ποθούσε εκείνους, τι από δική τους χάθηκαν οι κούφιοι αμυαλοσύνη”. Θέλετε να δείξετε τη συνέχεια ή είναι εντύπωσή μου; Δεν επρόκειτο για λάθος. Σκόπιμα τον επέλεξα ως μια διακριτική υπενθύμιση των ψυχολογικών και φυσικών δυσκολιών που τοποθετούνται ξανά και ξανά στην εξίσωση της επιβίωσης εκείνων των ατόμων που θα καθορίσουν τη μοίρα του ελληνικού λαού ως σύνολο, και κατ’ επέκταση την κληρονομιά του πολιτισμού. Να πάμε λίγο στα επιμέρους του βιβλίου. Είμαι κάπως μπερδεμένος από διάφορα σημεία της ιστορίας όπως την παρουσιάζετε, αλλά προτιμώ να σας ρωτήσω. Αντιλαμβάνομαι ότι πρωτίστως είναι ένα βιβλίο που απευθύνεται σε Αμερικανούς άρα το προσαρμόσατε στα δεδομένα της πατρίδας σας. Νιώθω όμως ότι λείπουν ορισμένα πολύ βασικά στοιχεία που χαρακτήρισαν τον αγώνα των Ελλήνων. Πρώτα απ΄ όλα η πίστη στον Θεό, δεδομένου ότι η θρησκεία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέγερση, στην αντίσταση και στην αντοχή των Ελλήνων. Ωστόσο στο βιβλίο δεν φαίνεται κανένα σημείο που να το μαρτυρά αυτό. Όταν ο εχθρός κινείται εναντίον σου, εναντίον των φίλων σου, της οικογένειάς σου, όταν το χωριό σου είναι διαρκώς στόχος επιθέσεων, τότε εκτιμώ πως τα θρησκευτικά στοιχεία γίνονται κάτι σαν ψυχολογική κινηματογραφική μουσική στο πίσω μέρος του μυαλού σου, σαν ένας μηχανισμός για να σε τραβήξει από το σκοτάδι που σε κυκλώνει. Όμως πιστεύω πως η κινητήριος δύναμη είναι η επιβίωση και η διατήρηση στη ζωή όλων όσων αγαπάς. Μια δύναμη που ξεπερνάει την όποια ιδεολογική μάχη για τον Θεό, τον Χριστιανισμό ή για όποια πίστη υποστηρίζει κανείς. Ενώ η εκκλησία ίσως να ορίζει συγκεκριμένες αξίες και ηθικολογικές έννοιες, αυτές οι ιδεολογίες μπορούν να βοηθήσουν στο να εδραιωθεί ο στόχος των προσπαθειών σου και να υποστηρίξουν εννοιολογικά την αιτιολόγηση που απαιτείται για την αιματοχυσία στην οποία σου ζητείται να συμμετάσχεις. Μόνο να φανταστώ μπορώ πως θα ήταν να ζεις εκείνη την περίοδο και ανεξάρτητα από πόσο ακραία ή υπερβολική είναι η πίστη μου, πάντα θα έχω αυτή την εσωτερική απορία, πώς είναι δυνατόν να είναι ο Θεός στον πλευρό μου και όχι στο δικό τους; Πρόκειται για ερώτημα που πάντα με προβλημάτιζε, από μικρό παιδί όταν συμμετείχα σαν παιδί σε αθλητικούς αγώνες και ο προπονητής μας έλεγε πως “ο Θεός είναι μαζί μας”. Πάντα θα υπάρχουν δύο πλευρές οι οποίες θα υποστηρίζουν ότι μάχονται για το κοινό καλό, εάν πιστέψω πως ο Θεός δημιούργησε τη μια πλευρά, τότε πρέπει να πιστέψω πως επίσης δημιούργησε και την άλλη. Αυτά τα ερωτήματα και οι έννοιες έγιναν τόσο πολυεπίπεδες που ταχύτατα αποφάσισα πως αντί να φτιάξω ένα βιβλίο σχετικό με τα θρησκευτικά στοιχεία ενός πολέμου, θα έφτιαχνα κάτι σχετικό με την ανθρώπινη εμπειρία του να έχει γεννηθεί κάποιος σε μια κατάσταση ακραίας αβεβαιότητας και προκλήσεων. Οι χαρακτήρες του βιβλίου δεν πολεμούν για θρησκευτική ελευθερία, πολεμούν για ελευθερία. Δεν πολεμούν για τον Θεό... Πολεμούν για τον πλησίον τους. Επίσης είναι στιγμές που έχω την αίσθηση ότι ένας ανυποψίαστος με την ιστορία αναγνώστης δεν θα καταλάβει ακριβώς εναντίον τίνος πολέμησαν οι Έλληνες. Ο Αλή Πασάς ο Αλβανός Μουσουλμάνος ή ο Οθωμανός Τούρκος είναι ο εχθρός; Σε αυτή τη συγκεκριμένη ιστορία επικεντρώνομαι στη σύγκρουση μεταξύ του Αλή Πασά με τους Σουλιώτες στον αρχικό κύκλο της Επανάστασης. Έπειτα από εκτεταμένη έρευνα στην υπόθεση στην οποία κατέληξα και η οποία μπορεί να είναι ή να μην είναι σχετική, είναι ότι οι πράξεις του Αλή Πασά ήταν καθοριστικές για την εξέλιξη της Επανάστασης. Τον Αλή δεν τον ένοιαζε ιδιαίτερα η βιωσιμότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι επιθυμίες του Σουλτάνου λίγο τον απασχολούσαν. Στόχος του ήταν η εφαρμογή της προσωπικής του ατζέντας και το να εκδικηθεί κάποια χωριά με τα οποία είχε θέματα η μητέρα του πριν τον θάνατό της. Ο Αλή συστηματικά αγνοούσε τις διαταγές του Σουλτάνου δημιουργώντας έτσι την ευκαιρία για τους Έλληνες του Βορρά να ξεκινήσουν τον αγώνα τους. Εάν είχε ευθυγραμμιστεί με τον Σουλτάνο και είχε επικεντρωθεί στην εξέγερση, το πιο πιθανό είναι ότι οι Έλληνες θα αντιμετώπιζαν πολύ ισχυρότερη αντίσταση και η έκβασή της Επανάστασης ίσως να ήταν διαφορετική. Τι καταλαβαίνουν οι συμπατριώτες σας διαβάζοντας το; Τι κριτικές έχετε ακούσει, τι σας λένε οι δικοί σας άνθρωποι; Κυρίως με ρωτούν εάν πράγματι συνέβη αυτή η Επανάσταση καθώς οι περισσότεροι Αμερικανοί ποτέ δεν έχουν ακούσει κάτι γι’ αυτή. Αυτές οι ερωτήσεις οι οποίες επαναλαμβάνονται διαρκώς με εξωθούν σε μονολόγους προκειμένου να τους εξηγήσω. Όμως αυτό που προκύπτει είναι ότι το βιβλίο διεγείρει την περιέργεια, κάτι το οποίο προσδοκούσα να συμβεί από την αρχή. Γιατί διαλέξατε ως βασικό ήρωα τον Μάρκο Μπότσαρη; Πρόκειται για έναν από τους πιο ανιδιοτελείς ήρωες της Επανάστασης και από τους πιο έντιμους. Έχει στρατηγική ευφυία και όμως τον παρουσιάζετε ως μια πολύ μπερδεμένη προσωπικότητα, που σκοτώνει τον πατέρα του, τον παρουσιάζετε μέχρι ενός σημείου ως υποχείριο του Αλή Πασά. Αντιλαμβάνομαι ότι δεν φτιάξατε ένα κόμικ πιστό στην ιστορική αλήθεια, όμως μπορείτε να μου εξηγήσετε λίγο την αλληγορία και τους συμβολισμούς; Αφού διάβασα για τους εκατοντάδες άνδρες που συμμετείχαν στην Επανάσταση κατέληξα στον Μάρκο γιατί διαισθάνθηκα πως είχε μια ανθρώπινη ποιότητα η οποία υπερέβαινε τα κλισέ του τυπικού ήρωα πολέμου. Ακριβώς όπως σημειώσατε και εσείς ο Μάρκος δεν ήταν το τυπικό παράδειγμα. Διανοητικά ήταν πιο εξελιγμένος και είχε διάφορα ενδιαφέροντα και με κάποιο τρόπο τον αισθάνθηκα ως έναν άνθρωπο πραγματικά ταπεινό. Εάν ακολουθούσα την ιστορία ενός πιο γνωστού ήρωα τότε αναπόφευκτα θα μετατόπιζα την ιστορία στο άτομο, αντί της Επανάστασης. Επίσης η οικογένεια του Μπότσαρη είχε και αυτή αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του Αλή Πασά στο Σούλι και ήθελα να επικεντρωθώ σε εκείνη την περίοδο και τα γεγονότα. Βλέποντας ότι είχε γεννηθεί σε μια οικογένεια όπου ο πατέρας ήταν μια ηγετική μορφή, αμέσως διακρίνω ακόμη μια πρόκληση για τον νεαρό Μάρκο. Είναι οι απαιτήσεις που μπορεί να έχουν οι άλλοι από ένα παιδί, όταν αυτό δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί και αναλογιστείτε όλη τη δυναμική που προκύπτει. Η ιδέα ήταν να θέσω στον αναγνώστη την οπτική του να είσαι ένα ανθρώπινο ον που έχει γεννηθεί τα χρόνια της Επανάστασης, που έχει γεννηθεί σε μια κατάσταση την οποία δεν επέλεξε και από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει και ακόμη περισσότερο πως η πραγματικότητα της συγκεκριμένης κατάστασης ορίζει κάθε απόφαση της ζωής του. Ο χαρακτήρας του Μάρκου Μπότσαρη είναι ένα σύμβολο που αντιπροσωπεύει μεγάλο μέρος του πληθυσμού, των παιδιών που είχαν γεννηθεί εκείνη την περίοδο και αντιμετώπιζαν τη συγκεκριμένη πραγματικότητα. Το ίδιο ισχύει για πολλές αποφάσεις που φαίνεται ότι παίρνει ο Μάρκος στο βιβλίο. Αν και στην πραγματικότητα ποτέ δεν ήταν φυλακισμένος στο παλάτι του Αλή Πασά, στο βιβλίο τον δείχνω φυλακισμένο να μεγαλώνει στα μπουντρούμια του Αλή. Αυτό συμβολίζει εκείνους τους Έλληνες και τους Σουλιώτες που ζούσαν στην ψυχολογική ομηρεία που τους είχε επιβάλει με τις πράξεις του ο Αλή Πασάς, ο οποίος όριζε κάθε απόφαση της ύπαρξής τους. Η ύπαρξή τους είχε τη μορφή ενός φυλακισμένου, ζούσαν διαρκείς επιθέσεις, ήταν τα θύματα ψευδών συνθηκών ειρήνης, άνθρωποι που αναγκάστηκαν να δραπετεύσουν στα νησιά και αυτά ισχύουν για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού εκείνης της εποχής. Όχι μόνο όμηροι του Αλή αλλά και του Σουλτάνου και κατά συνέπεια όμηροι, φυλακισμένοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Προς έκπληξή μου δίνετε έμφαση και στον «Χορό του Ζαλόγγου». Ποια ήταν η αντίδρασή σας όταν ακούσατε αυτή την ιστορία και πως αντιλαμβάνεστε τον ρόλο της Ελληνίδας εκείνη την εποχή, ως πολεμίστρια, κόρη, μητέρα, σύζυγο; Δεν υπάρχει πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από το Ζάλογγο. Η επιθυμία όχι μόνο να αφαιρέσεις τη δική σου ζωή αλλά και τη ζωή του παιδιού σου για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων στρατιωτών δείχνει την αφόρητη, την αβάσταχτη πραγματικότητα που βίωνε τότε ο κόσμος. Αυτή η ιστορία με συγκίνησε τόσο με αποτέλεσμα να επισκεφτώ το Ζάλογγο και τώρα βρίσκομαι σε μια διαδικασία για την παραγωγή μιας σχετικής ταινίας. Πρόκειται για κάτι που υπερβαίνει τη λογική. Μέρος της ιδέας πάνω στην οποία εργάζομαι έχει να κάνει με την δημιουργία μιας πραγματικότητας για το κοινό η οποία θα αντικατοπτρίζει μια κατάσταση της μοντέρνας καθημερινότητάς τους και η οποία θα είναι αρκετά τρομερή για να τους κινητοποιήσει να σκεφτούν και να μπουν στη θέση των γυναικών του Ζαλόγγου. Να αναγκαστούν να μπορέσουν να σκεφτούν πως είναι να αφαιρείς τη δική σου ζωή μαζί με του παιδιού σου. Να τους ωθήσει βίαια να κατανοήσουν την κατάσταση όπως τη βίωναν οι άνθρωποι τότε. Είναι σουρεαλιστικό και αποτελεί παράδειγμα για το πόσο στ΄ αλήθεια δεν αντιλαμβανόμαστε τις συνθήκες του να ζει κάποιος την εποχή του χάους. Ας μιλήσουμε για την σπουδαία δουλειά που έχει κάνει ο Άλε Αραγκόν. Απ΄ όσο γνωρίζω ζει στην Αργεντινή και δεν μιλάει Αγγλικά. Πώς κατανόησε την ιστορία και αυτά που έπρεπε να κάνει; Τα σκίτσα του έχουν κάτι σκληρό, ωμό... Είναι ο τρόπος του ή έτσι ένιωσε και απέδωσε την ιστορία; Ο Άλε και εγώ επικοινωνούσαμε μέσω Skype χρησιμοποιώντας μεταφραστικές εφαρμογές. Αρχικά μπορώ να πω ότι ήταν μια πρόκληση, αλλά από τη στιγμή που πραγματικά κατάλαβε τα διάφορα επίπεδα της ιστορίας της έδωσε ζωή, και από την δική μου οπτική γωνία κατάφερε να την προχωρήσει ακόμη πιο μακριά απ’ ότι μπορούσα να φανταστώ. Είναι ιδιοφυΐα σε σχέση με αυτό που κάνει και ήταν μεγάλη ευλογία για εμένα να έχω την απόλυτη αφοσίωσή του για δύο χρόνια. Σας έχουν ζητήσει να μεταφραστεί το βιβλίο και σε άλλες γλώσσες; Όχι ακόμη, αλλά ευελπιστώ πως θα συμβεί. Έχω διαβάσει ότι σας είχαν ζητήσει από την Ελλάδα να συμμετάσχετε σε master classes σε ελληνικά πανεπιστήμια και στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Τι ακριβώς θα διδάξετε; Η πανδημία ακύρωσε διάφορα σχέδια, όμως η πρόθεσή μου είναι να διδάξω μια διαδικασία για το πως μπορεί να δει κάποιος την ιστορία με έναν πιο βαθύ τρόπο και επίσης να βρει τρόπους να την κάνει πιο ανθρώπινη έτσι ώστε να έχει πιο μεγάλο αντίκτυπο στο κοινό. Το να ζωντανεύεις την ιστορία στη ζωή είναι ο τρόπος να φτιάχνεις ένα καλύτερο μέλλον μαθαίνοντας από τον πόνο και τους αγώνες των άλλων. Πρέπει να σας πω ότι βρήκα το τέλος της ιστορίας σας ιδιαίτερα σημαντικό όταν λέτε “δεν υπήρχαν πλέον άτομα, μόνο το εμείς» πρόκειται για μια συγκλονιστική διαπίστωση. Θέλετε να μου μιλήσετε γι’ αυτό; Σε μια στιγμή ακραίας απόλυτης ενοποίησης η ισχύς προκύπτει από την ομάδα έναντι του ατόμου. Υπάρχουν στιγμές που χρειάζεσαι το άτομο αλλά το άτομο πρέπει να παραδοθεί στη στιγμή για την επιτυχία του συνόλου. Αυτή ήταν η στιγμή που, αντί να είναι άτομα με ιδιοτελείς σκοπούς, η ηγεσία τους βοήθησε να κάνουν τη διάκριση μεταξύ του εγωισμού και ενέπνευσε την ενότητα. Αυτό είναι που κάνει τα αδύνατα δυνατά. Πώς αντιλαμβάνεστε τους σύγχρονους Έλληνες σε σχέση με το παρελθόν τους και το σήμερα; Είναι δύσκολο να απαντήσω δεδομένου ότι δεν έχω αφιερώσει πολύ χρόνο για να βιώσω την νέα ελληνική πραγματικότητα. Προσπαθώ να κάνω την παραγωγή σε μια ταξιδιωτική εκπομπή με στόχο να ανακαλύψω την σύγχρονη Ελλάδα σε σχέση πάντα με το παρελθόν της και την ιστορία της. Αυτό βέβαια θα συμβεί αφού ηρεμήσουν λίγο τα πράγματα με την πανδημία. Από τα λίγα που έχω μάθει είναι ότι οι Έλληνες είναι παθιασμένοι με την καταγωγή τους και αγαπούν την ιστορία και τον πολιτισμό τους. Ευελπιστώ να επιστρέψω στη χώρα σας και να παραμείνω για αρκετούς μήνες, να προσπαθήσω να γίνω μέρος αυτής της κουλτούρας και όχι απλά να παρατηρώ τη ζωή πίσω από το παράθυρο ενός αυτοκινήτου, όπως τότε με την θεία μου στην Αυστρία. Ελπίζω αυτή ημέρα να έρθει το συντομότερο. Εν κατακλείδι ποιο είναι για εσάς, εκτός από το αυτονόητο, το μήνυμα της Επανάστασης του 1821 και τι απήχηση μπορεί να έχει σήμερα στον σύγχρονο κόσμο; Ότι η ενοποίηση είναι η δύναμη εκείνη που αψηφά τη λογική. Ότι το «εμείς» μπορεί να κάνει αυτά που φαίνονται απίθανα, εφικτά. Έπειτα από 200 χρόνια, αυτό είναι που χρειαζόμαστε σήμερα περισσότερο από ποτέ. Αυτό που οι Έλληνες κατάφεραν και έκαναν κληρονομιά τους και έχει εγγραφεί στο DNA τους είναι το πείσμα και κάποιου είδους ενδυναμωμένη συχνότητα η οποία όταν ενεργοποιηθεί είναι ασυγκράτητη. Με κάποιον τρόπο πρέπει να ενεργοποιήσουμε αυτήν τη δύναμη αποδεχόμενοι ότι η ενδυνάμωσή μας προέρχεται από αυτήν την ενοποίηση όχι μόνο ως έθνος, αλλά ως υφήλιος, για να μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε σε αυτά που τώρα αντιμετωπίζουμε. Μπορούμε να το κάνουμε. Θα το κάνουμε. Όμως όσο γκρινιάζουμε ο ένας στον άλλο για τις δυσκολίες που προκύπτουν από έναν εγωκεντρικό δικαιωματισμό, τόσο περισσότερο καθυστερούμε την επιστροφή μας στη ζωή. Οι Έλληνες έχουν αποδείξει επανειλημμένα ότι δεν υπάρχουν εμπόδια προς το μεγάλο και αυτό πρέπει να το αποδείξουμε και σήμερα περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στιγμή. Λίγα λόγια για τους δημιουργούς Κρις Τζέιμς Συγγραφέας, σκηνοθέτης, παραγωγός, ηθοποιός και μουσικός, ο πολυβραβευμένος Αμερικανός Chris Jaymes κλείνει πίσω του τρεις δεκαετίας παρουσίας στη βιομηχανία του θεάματος. Έχει ηχογραφήσει άλμπουμ στη δισκογραφική Capitol Records ως μέλος της εναλλακτικής μπάντας Bootstraps. Έχει παίξει στις παραγωγές «Lost», «Party Of Five», «Chicago Hope» κ.α.. Έχει γράψει, σκηνοθετήσει και κάνει παραγωγή στην πολυβραβευμένη ταινία «In Memory Of My Father». Έχει σκηνοθετήσει πολλές ταινίες και τηλεοπτικά σώου. Ταξιδεύει συνέχεια, αλλά έχει βάση στο Λος Άντζελες όπου, από πέρσι, συμμετέχει ενεργά στη φιλανθρωπική οργάνωση CORE του Sean Penn που μάχεται κατά της πανδημίας, στις ΗΠΑ. chrisjaymes.com Άλε Αραγκόν Καλλιτέχνης comics από τη Αργεντινή, ο Ale Aragon ασχολείται επαγγελματικά με το αντικείμενο από το 2008. Έχει δουλέψει για τις εταιρείες Boom! Studios, Image Comics, Moonstone, Shadowline, Viper Comics και Visionary Comics. Ο Ale Aragon ίδρυσε μαζί με άλλους την Overlook και δούλεψε τίτλους όπως οι «Northlanders», «Deadpool», «28 Days Later» και «Hunter». Και το σχετικό link...
  8. Με πρωταγωνιστές τον Μάρκο Μπότσαρη και τον Αλή Πασά, οι Chris Jaymes και Ale Aragon δημιουργούν μια συναρπαστική ιστορία για τα γεγονότα που προηγήθηκαν της απελευθέρωσης της Ελλάδας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την έναρξη της Επανάστασης. Με αφορμή τους εορτασμούς για τα 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση του 1821, μια σειρά από εκδηλώσεις αναμένεται να πραγματοποιηθούν (με την παράνοια του λοκντάουν σε εκκρεμότητα είναι άγνωστο το πώς ακριβώς…) και μια σειρά από έργα τέχνης να δημιουργηθούν και να παρουσιαστούν. Ας μην τα κρίνουμε πριν τα δούμε, αν και για κάποια από αυτά δεν είναι αισιόδοξα τα μηνύματα. Υπάρχουν όμως και κάποια έργα που αν και δε φτιάχτηκαν για την περίσταση, γίνονται επίκαιρα λόγω αυτής. Μια τέτοια περίπτωση, ιδιαίτερη και πρωτότυπη είναι «Τα Παιδιά της Επανάστασης» («Sons of Chaos») του Αμερικανού συγγραφέα Chris Jaymes και του Αργεντινού σχεδιαστή Ale Aragon (εκδόσεις Κάκτος, μετάφραση: Αλέξης Καλοφωλιάς, 192 σελίδες). Πρόκειται καταρχάς για ένα χορταστικό βιβλίο, σε μεγάλη διάσταση, έγχρωμο και με πλούσια εικονογράφηση. Και επιπλέον με πολύ ενδιαφέρουσα πλοκή η οποία το κάνει ελκυστικό ακόμα και σε αναγνώστες εκτός Ελλάδας που δεν έχουν καμιά απολύτως γνώση για τα γεγονότα του 1821. Ή μάλλον το κάνει ακόμα περισσότερο ελκυστικό σε αυτούς, καθώς τους δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουν λίγα περισσότερα πράγματα για τη λιγότερο γνωστή παγκοσμίως απελευθερωτική επανάσταση από τον 18ο αιώνα και μετά. Αυτός ήταν και ο στόχος του Chris Jaymes όπως ο ίδιος περιγράφει τις προθέσεις του στο προλογικό του σημείωμα: «Στόχος μου ήταν να παρουσιάσω αυτά τα γεγονότα με τρόπο που θα μπορούσε να κεντρίσει την περιέργεια ενός μη Έλληνα αναγνώστη, αποτίοντας ταυτόχρονα φόρο τιμής σε αυτούς που έδωσαν τη ζωή τους για να θεμελιώσουν τις ανέσεις που έχουμε την ευλογία να απολαμβάνουμε σήμερα. Ελπίδα μου να το έχω πετύχει». Μάλλον τα κατάφερε καθώς ο τρόπος που τοποθετεί την ιστορία του στο πλαίσιο της συγκεκριμένης εποχής και περιγράφει τις συνθήκες της προεπαναστατικής περιόδου, σε συνδυασμό με το ότι η πλοκή δεν αφορά μόνο τα μεγάλα γεγονότα αλλά και τις ζωές κάποιων κεντρικών προσώπων όπως ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Αλή Πασάς, καθιστούν το βιβλίο μια σπουδαία μυθοπλασία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα. «Τα Παιδιά της Επανάστασης» είναι μια ωραία μυθοπλασία, μια φανταστική ιστορία με επίκεντρο το 1821 και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, αφού είναι λιγοστές οι πηγές από ανθρώπους της εποχής και ιδιαίτερα από τους πρωταγωνιστές. Αυτό δεν μειώνει την αξία της ως μιας fiction ιστορίας, αλλά ταυτόχρονα και δεν την καθιστά ιστορικό τεκμήριο. Κάτι τέτοιο άλλωστε δεν αποτελούσε επιδίωξη των δημιουργών. Ως προς τα αντικειμενικά και τα πραγματολογικά στοιχεία στοιχεία όμως τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες γίνεται προφανές ότι το βιβλίο αποτελεί αποτέλεσμα διεξοδικής και πολύχρονης έρευνας: «Έπειτα από 10 χρόνια έρευνας, η ιστορία που επέλεξα να πω είναι μια συμβολική, δραματοποιημένη αφήγηση, στηριγμένη σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα, με πρόθεση να γνωρίσει στον κόσμο ένα κομμάτι Ιστορίας για το οποίο οι περισσότεροι ξέρουν ελάχιστα» σύμφωνα με τον Jaymes. Ως προς τα σχέδια του Aragon, που φέρνουν στον νου σε ορισμένα σημεία τους «300» του Frank Miller, είναι σαφής η εξαντλητική τεκμηρίωση και η κατά το δυνατόν μέγιστη ακρίβεια. Η ελληνική ύπαιθρος της Ηπείρου, οι στολές των πολεμιστών, οι ενδυμασίες, τα όπλα, τα κοσμήματα, τα κτίρια, οι εσωτερικοί χώροι και η διακόσμησή τους, τα καράβια, τα χωριά της επαρχίας αποδίδονται με πιστότητα μετά τη μεγάλη έρευνα του Αργεντινού σχεδιαστή σε ντοκουμέντα της εποχής. Το μεγάλο μέγεθος και πλάτος των σελίδων τού δίνουν τη δυνατότητα να τεμαχίσει τον χώρο του ποικιλοτρόπως, να πλάσει μεγάλα, εντυπωσιακά καρέ σε πολυπληθείς σκηνές, σε μάχες κ.λ.π. και μικρά καρέ που επιτείνουν την αγωνία όταν η πλοκή το απαιτεί. Και η πλοκή; Η ιστορία ξεκινά με μια επιδρομή του στρατού του Αλή Πασά σε ένα χωριό στο Σούλι δέκα χρόνια πριν από την Επανάσταση. Σφάζονται γυναίκες και παιδιά. Η εκδίκηση είναι σκληρή. Ο μικρός Μάρκος Μπότσαρης, γιος του αρχηγού Κίτσου Μπότσαρη, είναι παρών στη σύλληψη ενός από τους επιδρομείς. Βλέποντας την οργή των Σουλιωτών να ξεχειλίζει σκέφτεται: «Δεν μπορούσα να δω. Ποτέ μου δεν συνήθισα να βλέπω ανθρώπους να πεθαίνουν. Ο σκοτωμός ενός δικού τους δεν φαινόταν ποτέ να φέρνει πίσω κάποιον δικό μας. Όμως στον πόλεμο υπάρχει άλλη επιλογή;». Λίγο αργότερα και μετά από μια ύπουλη μηχανορραφία, σε ένα ψυχολογικό παιχνίδι στρατηγικής ενάντια στους Έλληνες, ο Μάρκος οδηγείται στο παλάτι όπου και θα περάσει τα επόμενα δέκα χρόνια της ζωής του ουσιαστικά αιχμάλωτος του Αλή Πασά αλλά και προστατευόμενός του. Όταν όμως ενηλικιώνεται, αγανακτισμένος από την αδικία και την απληστία του Πασά το σκάει. Μπορεί να μην είναι εκπαιδευμένος ούτε έμπειρος πολεμιστής, αλλά όντας διψασμένος για εκδίκηση καταφεύγει στον Ιμπραήμ και συνεργάζεται μαζί του. Συνειδητοποιεί την κατάσταση των Ελλήνων αλλά και το προσωπικό του δράμα. Αποφασίζει να ηγηθεί, έστω κι αν δεν καταλαβαίνει τα πολύπλοκα πολιτικά παιχνίδια εξουσίας και επικράτησης. Φτάνει στο Ναύπλιο και συναντά τους άλλους αρχηγούς των Ελλήνων. Έχει πια αλλάξει: «Ήμουν διαφορετικός. Το τρέμουλο στη φωνή μου είχε χαθεί. Όπως και η αβεβαιότητα από την καρδιά μου. Και καθώς στάθηκα μπροστά στους άντρες, μια φωνή ακούστηκε. Μια φωνή εύστοχη και σαφής. Ήταν η δική μου! Οι άντρες άκουγαν. Και η διάθεση άλλαξε. Και με μια φωνή άρχισαν τα συνθήματα. Και για πρώτη φορά εδώ και αιώνες η Ελλάδα είχε φωνή» αφηγείται ο, πρώην φοβισμένος και τώρα πια αποφασισμένος για αγώνα μέχρι τέλους, Μάρκος. «Από τη Μονεμβασιά μέχρι τη Χίο, από την Τρίπολη μέχρι την Άρτα, η Ελλάδα βρισκόταν σε πόλεμο. Αιώνες καταπίεσης ξέσπασαν. Πολεμήσαμε χωρίς έλεος. Τα πρόσωπα των αντρών αντικαταστάθηκαν με πρόσωπα τεράτων. Όχι μόνο τα δικά τους πρόσωπα, αλλά και τα δικά μας. Και προς το παρόν, σε αυτή την ανάσα ήμασταν ενωμένοι» αφηγείται. Η Επανάσταση θα προχωρήσει. Όχι πάντα απρόσκοπτα και σίγουρα όχι αναίμακτα και χωρίς απώλειες. Όμως στη δίνη των κοσμοϊστορικών γεγονότων οι Jaymes και Aragon δεν παραλείπουν να εστιάσουν στις ανθρώπινες ιστορίες των πρωταγωνιστών τους. Δεν παρουσιάζουν τους αρχηγούς των στρατών ως πολεμικές μηχανές χωρίς συναισθήματα, αντιθέτως τονίζουν τις προσωπικές τους στιγμές, τις αδυναμίες τους και τις ανασφάλειές τους, τις φοβίες, τα λάθη και τα πάθη τους. Κι έτσι η ιστορία τους γίνεται πιο ανθρώπινη και ζεστή αντί για ένα λουτρό αίματος με στόχο την κυριαρχία και την εξουσία. Έτσι κι αλλιώς πρόκειται για μια μυθοπλασία κι όχι για μια αυστηρή καταγραφή της πραγματικότητας, επομένως υπάρχουν πολλοί βαθμοί ελευθερίας για τους δημιουργούς που δεν είναι υποχρεωμένοι να παραμείνουν πιστοί σε συγκεκριμένες φράσεις ή αποδεδειγμένες πράξεις και επιβεβαιωμένα περιστατικά. Με αυτό ως δεδομένο και προς αποφυγή παρεξηγήσεων μεταξύ αναγνώστη και δημιουργών ή παρερμηνειών και λανθασμένων προσλήψεων, «Τα Παιδιά της Επανάστασης» αποτελούν μια ενδιαφέρουσα, όλο αγωνία και συναίσθημα ιστορία με φόντο την ελληνική επανάσταση του 1821. Και μόνο οι ειλικρινείς προθέσεις των δημιουργών της, το κλίμα της, η στρωτή αφήγηση και τα όμορφα σχέδια είναι αρκετά για να την καταστήσουν μια σπουδαία ιστορία. Σίγουρα όχι λιγότερο σπουδαία από άλλες χρυσοπληρωμένες και εθνικά στρατευμένες προσπάθειες που φοβάμαι πως θα δούμε τις προσεχείς εβδομάδες στο πλαίσιο της εθνικής ομοψυχίας και ανάτασης για τον εορτασμό των 200 ετών από την Επανάσταση του 1821. Και το σχετικό link...
  9. Έχει πολλά ενδιαφέροντα σημεία Από τον τρόπο ανάγνωσης της ιστορίας μέχρι τον τρόπο έκδοσης του συγκεκριμένου κόμικ Και συμφωνώ τόσο πολύ με τόσα πολλά, που δεν ξέρω από που να το πιάσω χωρίς απλά να ξαναγράψω με δικά μου λόγια όσα λέγονται στη συνέντευξη --- «Η μεγάλη μου αγάπη είναι ο Καραϊσκάκης. Ένα μπάσταρδο, παιδί μιας καλόγριας που όχι μόνο δεν γονάτισε για το στίγμα του, αλλά το έκανε ασπίδα του, το φόρεσε και είπε περήφανα «η μάνα μου έφαγε 40.000 πούτζες μέχρι να με πιάσει.» Δεν την αγαπούσε τη μάνα του; Δεν υπάρχει ορφανό που να μην λατρεύει τη μάνα του. Απλά ο Καραϊσκάκης ήταν ένας άνθρωπος που έβγαζε τη γλώσσα σε όλες τις συμβάσεις και κορόιδευε τα πάντα. Και ταυτόχρονα ήταν από τα ικανότερα στρατιωτικά μυαλά της εποχής.». Το Θανάση Καραμπάλιο, τον γνώρισα προσωπικά μέσω του The Press Project, όταν μας παραχώρησε μεγαλόκαρδα κάποια σκίτσα του. Τον ήξερα ήδη, όμως, ως όνομα. Η αγάπη μου για τα κόμικς, τις νουβέλες σαν το εξαιρετικό 1800 του Θανάση, είναι γνωστή, και η πολύ καλύ κριτική που είχε λάβει από τον αυστηρότατο αδελφό κομικοφάγο Νίκο Κ., με είχε οδηγήσει να βρω τη δουλειά του. Για να λέει τόσο καλά λόγια ο Νίκος, είπα, ένας άνθρωπος με βαθύτατη γνώση και αγάπη για την Ιστορία, πέρα από την μεγάλη του αγάπη για τα κόμικς, εδώ μάλλον χτυπάμε φλέβα. Η εκτίμηση αποδείχθηκε παραπάνω από σωστή. Το 1800 είναι ένα μικρό αριστούργημα, ένα ευχάριστο σχολείο και μαζί ένα έργο τέχνης, με τον τρόπο που ελάχιστες graphic novels έχουν υπάρξει στην Ελλάδα ή τα Ελληνικά. Όχι μόνο γιατί είναι εμφανής η έρευνα και το βάθος της. Αλλά γιατί ο δημιουργός του, ο Θανάσης, διακρίνεται από σπάνια ενσυναίσθηση, κι αυτή αποτυπώνεται. Είναι απτή στον τρόπο που διαχειρίζεται τους καθημερινούς του ήρωες, τους απλούς ανθρώπους, τις καταστάσεις που βιώνουν κάτω από την πολλαπλή τους σκλαβιά. Και γιατί κατορθώνει να δει τη συνέχεια εκεί που η δυτική στροφή του βίου μας, μας κάνει να την ξεχνάμε. Και είναι στον αντίποδα του 1821 που έχουμε ήδη παρουσιάσει: στο 1800 του Καραμπάλιου ο ηρωισμός δεν γεννιέται από το πουθενά και οι άνθρωποι δεν είναι πρότυπα αλλά σάρκινοι, αληθινοί, κι ας μοιάζουν χάρτινοι. Στα κοινά, όμως, των δύο, για ιδιοτελείς λόγους και ως ηπειρώτισσα, θα σημειώσω πως, ως οφείλουν, ξεκινούν από τα βουνά μας, από έναν τόπο αντίστασης αιώνες τώρα. Ομολογώ ότι, διαβάζοντας το 1800, τα τέσσερα τεύχη που ήδη κυκλοφορούν, υπήρξαν στιγμές που βούρκωσα, ακριβώς γι’ αυτό – γιατί αναγνώριζα χαρακτήρες και καταστάσεις από τα παιδικά μου καλοκαίρια στην Ήπειρο, γιατί τα ζωγραφιστά δωμάτια των σπιτιών ήταν το σπίτι της γιαγιάς μου, οι φωνές και τα μαλώματα ήταν αυτά που έζησα σαν παιδί, και γιατί αναγνώριζα τους ανθρώπους και τον τρόπο που συναντώ κάθε φορά που πάω στη Μέση Ανατολή, και που με κάνουν να επιμένω ότι αυτός είναι ο δικός μας τρόπος. Ακόμη περισσότερο, τολμώ να το πω, από την αρχή είχα την αίσθηση ότι ο Θανάσης προσεγγίζει τους ήρωές του, με την ίδια αγάπη και σεβασμό για τον άνθρωπο που για μένα αποτελεί απαραίτητο στοιχείο κάθε ρεπορτάζ. Γιατί, ας μη γελιόμαστε: κάνει ρεπορτάζ, το κάνει εξαιρετικά και το αποδίδει καλλιτεχνικά ακόμη καλύτερα. Έτσι επεδίωξα τη συνέντευξη που ακολουθεί, από τη θέση της φαν και με τη χαρά του νεοφώτιστου σε ένα έργο τέχνης που τιμά το λαό μας και την Ιστορία του χωρίς να καταφεύγει σε μυθεύματα και προσθαφαιρέσεις, παρ’ ότι υπηρετεί μιαν ακέραια μυθοπλασία, μια μυθοπλασία που ανασύρει μνήμες – οδηγούς… Γιατί το 1800; Γιατί η προεπαναστατική περίοδος; Η ελληνική επανάσταση με γοήτευε από παιδί. Πάντα είχα πάθος με την ιστορία και το παρελθόν, αλλά αυτή η εποχή ήταν που με τραβούσε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη. Κάποια στιγμή το 2013 έπεσα σε ένα άρθρο που μιλούσε για την ναυτική- ή καλύτερα πειρατική ή κουρσάρικη- καριέρα του Κολοκοτρώνη. Από εκεί οδηγήθηκα σε ένα άρθρο για τα «Μαύρα καράβια» και τον Νικοτσάρα. Για μένα ήταν μεγάλη η έκπληξη. Τον Νικοτσάρα τον ήξερα μόνο ως άγαλμα στην πλατεία της Ελασσόνας- περιοχή στην οποία μεγάλωσα. Δεν ήξερα ακριβώς ποιος ήταν και τι ήταν τα «Μαύρα καράβια». Συνέχισα ψάχνοντας για αυτά στη βιβλιοθήκη. Μέσα από κείμενα μαρτυρίες και απομνημονεύματα αγωνιστών είδα ότι ο Κολοκοτρώνης έδρασε στις Σποράδες και στην Χαλκιδική μαζί με τον Νικοτσάρα και κάποιους άλλους από χωριά που ήξερα, των οποίων τα ονόματα υπάρχουν ακόμα στην περιοχή της Ελασσόνας. Για να μην πολυλογώ, αυτό που θέλω να πω είναι ότι διαπίστωσα την ιστορική συνέχεια από το 1821 ως τώρα. Είδα ότι υπάρχει ένα νήμα που συνδέει το χρόνο προς τα εμπρός, άρα γιατί να μην πάει και προς τα πίσω; Έτσι κατέληξα στις πρώιμες επαναστάσεις της Θεσσαλίας. Όλοι ξέρουμε για τα Ορλωφικά στην Πελοπόννησο. Πόσοι όμως ξέρουν για το κίνημα του Νικοτσάρα; Την σύνδεση του με την επανάσταση στην Σερβία; Τον παπά- Θύμιο Βλαχάβα; Τους Λαζαίους; Ονόματα που εμένα μου ήταν γνώριμα από κάποια δημοτικά τραγούδια. Καταλήγοντας, θέλω να πω ότι η επανάσταση του ’21 μπορεί να εδραιώθηκε στην Πελοπόννησο, όμως είχε γίνει ήδη η σπορά όπου υπήρχαν ραγιάδες. Και με τον όρο ραγιάδες δεν εννοώ μόνο τους Έλληνες, αλλά αυτό που έλεγε και οραματιζόταν ο Ρήγας. Η αυλή του Αλή παίζει κεντρικό ρόλο. Προσωπικά το βρήκα ιδιοφυές- είναι πολλοί και πολλά που ξεκινούν εκεί. Εξήγησε μου την επιλογή σου αν θες. Επέτρεψε μου να επισημάνω κάτι. Δεν είναι η αυλή του Αλή που παίζει κεντρικό ρόλο. Είναι ο ίδιος ο Αλή. Ο οποίος είχε πεδίο δράσης από το Τεπελένι της Αλβανίας μέχρι τα Τρίκαλα. Σαν κλεφτοκαπετάνιος, ακριβώς όπως οι δικοί μας κλέφτες, ακόμα κι αν κάποιους τους χαλάει, έτσι ήταν. Ο Αλή στα νιάτα του υπήρξε μέλος της κλεφτουριάς, που δεν αποτελούσε μόνο ελληνική υπόθεση. Η μεγάλη διαφορά είναι στο θρήσκευμα. Εκείνα τα χρόνια αν ήσουν μουσουλμάνος ή γινόσουν, μπορούσες από ληστής-κλέφτης να φτάσεις ψηλά, να γίνεις ακόμα και ένας από τους μεγαλύτερους πασάδες της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αν ήσουν χριστιανός από την άλλη, το πολύ να γινόσουν αρματολός, με εξαίρεση τους Φαναριώτες. Όσον αφορά την αυλή του Αλή, τα πράγματα δεν ξεκινάν εκεί, αλλά χρόνια πριν στα ανυπόταχτα βουνά της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Για παράδειγμα ο πατέρας του Οδυσσέα Ανδρούτσου ήταν σύντροφος- κάποιοι αναφέρουν και βλάμης, δηλ. αδερφοποιητός- με τον Αλή. Έτσι μάζεψε τον Οδυσσέα από παιδί στην αυλή του. Η καλόγρια μάνα του Καραϊσκάκη γνώριζε τον Αλή. Γι’ αυτό και του χαρίστηκε τόσες φορές. Υπάρχουν και πολλά άλλα ανάλογα παραδείγματα. Επιπλέον, όταν ο Αλής πολιορκούσε το Σούλι είχε απαιτήσει και είχε πάρει τη συνδρομή πολλών καπεταναίων. Ανάμεσα σε αυτούς και του Νικοτσάρα. Στην διαδρομή του, ο Αλής είχε συναντήσει ή είχε πολεμήσει σχεδόν με όλους τους μετέπειτα πρωταγωνιστές της επανάστασης. Όσους δεν υπέταξε ή τους εξόντωσε ή τους ανάγκασε να φύγουν στα Επτάνησα, όπως έγινε με τους Σουλιώτες και τους κλέφτες του Μωριά. Όσοι διαβάσουν τα βιβλία μου θα πουν ότι ο Αλή εμφανίζεται μόνο στο πρώτο. Όμως δεν είναι έτσι, ο Αλής είναι πάντα παρών. Για όσους δεν το ξέρουν τον αποκαλούσαν «Ναπολέοντα της Ηπείρου» ή αλλιώς «Λιοντάρι της Ηπείρου». Επιλέγεις απλούς ανθρώπους, που στην πορεία εισάγουν και μας γνωρίζουν τους σημερινούς μας ήρωες, αλλά και αυτούς στην ανθρώπινή τους διάσταση, την προεπαναστατική τους, ας πω. Είναι κάτι που με γοήτευσε και θα ήθελα να ξέρω πως το αποφάσισες. Όπως προείπα με γοήτευε πάντα η ιστορία. Αλλά όχι η στείρα ανάγνωση της, δηλαδή να θυμάμαι μόνο ημερομηνίες και μεγάλα γεγονότα. Πάντα αναρωτιόμουν πως θα ήταν αν ζούσα εκείνα τα χρόνια, ποιο θα ήταν το πνεύμα της εποχής. Όπως και σε σαράντα χρόνια από τώρα θα αναφέρουν σε κάποιο σχολικό εγχειρίδιο ότι το 2010 ήρθε το ΔΝΤ στην Ελλάδα. Δεν θα είναι το ίδιο να μιλήσεις με ανθρώπους που ήταν στις πλατείες εκείνο το καλοκαίρι. Δεν ξέρω αν το εξηγώ σωστά, αλλά αυτό που προσπάθησα να κάνω είναι να δείξω πως η απόφαση ενός ηγέτη, καλού ή κακού, αυτό είναι άσχετο, επηρέαζε τη ζωή του απλού ανθρώπου. Επίσης, δεν μπορείς να «παίξεις» με τους πρωταγωνιστές της περιόδου. Ο χαρακτήρας τους φαίνεται από τις αντιδράσεις τους στις καταστάσεις που αντιμετώπισαν. Δεν θα μπορούσα να κάνω άθεο ας πούμε τον Καποδίστρια γιατί δεν πιστεύω εγώ ο ίδιος, θα ήταν γελοίο από μόνο του, ή να κάνω τον Καραϊσκάκη μορφωμένο και ευγενικό. Με αυτές τις παραμέτρους στο μυαλό μου το αποφάσισα. Τι σημαίνει σενάριο σε ένα τέτοιο έργο; Πως ξεκίνησες το διάβασμα; Πως αναζητάς τις πηγές που θα σου δώσουν την καθημερινότητα; Τι αναζητάς και πόσο διαφορετικό είναι από το διάβασμα ενός απλού αναγνώστη; Στην αρχή σου έρχεται μία ιδέα. Εγώ ξεκίνησα με τη ζωή του Νικοτσάρα. Μετά συνάντησα τον Αλή, μετά τον Καποδίστρια και πάει λέγοντας. Άρα ξεκινάς με το από που θες να αρχίσεις. Κάνεις μια απλή έρευνα στο ίντερνετ, όπου πιο σύντομα μπορείς να βρεις άρθρα με παραπομπές σε βιβλιογραφία. Όχι «ιστορίες» από «ψεκασμένους» εθνικιστές. Αρχικά διαβάζεις για να μαζέψεις κάποιες γενικές πληροφορίες . Αυτό είναι το εύκολο κομμάτι. Μετά με τη βιβλιογραφία που θεωρείς ότι θα χρειαστείς καταφεύγεις σε μια δημοτική βιβλιοθήκη, οι οποίες, σημειωτέον, ακόμα λειτουργούν και είναι και αξιόλογες. Εκεί αναζητάς τα συγκεκριμένα βιβλία, τα οποία διαβάζεις κρατώντας σημειώσεις για πρόσωπα και γεγονότα. Έτσι, σε γενικές γραμμές θεωρώ ότι γίνεται σωστή έρευνα. Διάβασμα, έλεγχος, τεκμηρίωση, συμπέρασμα. Η Wikipedia και το διαδίκτυο είναι για να σου δίνουν ένα μπούσουλα. Αν τα πάρεις στα σοβαρά και χρησιμοποιήσεις μόνο αυτά μάλλον θα πέσεις σε τραγικά λάθη. Οι πηγές για την καθημερινότητα ήταν λίγο δύσκολο κομμάτι. Άρχισα με μυθιστορήματα που περιέγραφαν τα ήθη και τα έθιμα της εποχής. Αλλά το κυριότερο για εμένα βοήθημα υπήρξαν τα απομνημονεύματα και τα βιβλία των φιλελλήνων και τον περιηγητών. Ο Κολοκοτρώνης και ο Μακρυγιάννης γράφουν για τη ζωή τους, αλλά δε θα γράψουν για το πως μαγείρευαν ή πως ζύμωναν το ψωμί, ή άλλες καθημερινές ασχολίες, γιατί τα θεωρούν αυτονόητα. Ο αγωνιστής που γράφει ή απαγγέλει τη ζωή του, ξέρει ότι απευθύνεται σε ανθρώπους που έχουν τα ίδια βιώματα. Σε αντίθεση με τον ξένο που όλα του φαίνονται εξωτικά και περίεργα, από τη μουσική μέχρι το φαγητό και το ντύσιμο. Τα βιβλία του Κ. Σιμόπουλου είναι εξαιρετικά πάνω σε αυτό το θέμα. Αυτή είναι η διαφορά με το διάβασμα ενός απλού αναγνώστη. Όταν προσπαθείς να δέσεις το σενάριο με τον χρόνο και την ιστορική ακρίβεια, είσαι πάντα στο κυνήγι της επόμενης πληροφορίας. Όχι, ότι δεν ευχαριστιέσαι το διάβασμα όπως ο απλός αναγνωστης, απλά κάνεις κάτι πιο συστηματικό. Υπάρχουν λεπτομέρειες, από την απεικόνιση των ανθρώπων, μέχρι τον τρόπο που κάθονται οι άνθρωποι που είναι καλά μελετημένες. Πέρα από την ιστορία από που αλλού συγκέντρωσες υλικό; Όταν κάνεις έρευνα και μαθαίνεις ότι τα σπίτια, τα λαϊκά πάντα, όχι των εμπόρων και καραβοκύρηδων που πηγαινοέρχονταν στο εξωτερικό, δεν είχαν καρέκλες, αρχίζεις να αναρωτιέσαι πως καθόταν ο κόσμος. Μεγαλώνοντας, στάθηκα τυχερός και άτυχος μαζί. Οι γονείς μου φύγανε μετανάστες στην Γερμανία και μας κράτησαν κάποια χρόνια οι παππούδες, οι οποίοι είχαν πολλές αναμνήσεις από τέτοια ζωή. Σκέψου, για παράδειγμα, ότι στην αποθήκη του παππού μου είχαμε ένα σοφρά. Θυμάμαι, σαν παιδί, που υπήρχε το πηγάδι στο χωριό μου. Η μητέρα μου, που είναι από ένα μικρό ορεινό χωριό, μέχρι το 1979 πήγαινε με το γαϊδούρι για νερό στο πηγάδι. Ξέρω ότι μερικά πράγματα μπορεί να φαίνονται μυστήρια. αλλά έτσι είναι. Εδώ θα ήθελα να κάνω και μια παρατήρηση. Έχοντας μείνει για οκτώ μήνες στη Μόρια, παρατήρησα τους Άραβες και είδα πολλές ομοιότητες στον τρόπο ζωής τους με αυτή την ξεχασμένη ανατολίτικη παράδοσή μας. Τώρα όσον αφορά τη ζωή που κάνουν οι χωρικοί. Αυτή δεν έχει αλλάξει πολύ, τα χωράφια οργώνονται, σπέρνονται, θερίζονται ή μαζεύονται και τα ζώα το ίδιο, βοσκή, γάλα, τυρί. Μπορεί να άλλαξαν τα μέσα πλέον, δεν έχουν άλογα και βόδια όπως παλιά, αλλά τρακτέρ και αυτοκίνητα, πάντως η κύρια διαδικασία είναι η ίδια. Μου ήταν πολύ εύκολο να αποτυπώσω τη ζωή ενός χωριάτη γιατί και εγώ από χωριό είμαι. Και έχω οργώσει και έχω βοσκήσει και έχω αρμέξει. Όλα όσα έκανε ένας πιτσιρικάς τη δεκαετία του ’90 στο χωριό μου, το Παλιόκαστρο. Είναι όπως είπα και πριν πολύ φυσικό για μένα. Έχεις να κάνεις με ονόματα, ανθρώπους, ζωές που για όλους μας έχουν το χαρακτήρα του θρύλου. Ποιοι σε συγκίνησαν περισσότερο; Η μεγάλη μου αγάπη είναι ο Καραϊσκάκης. Ένα μπάσταρδο, παιδί μιας καλόγριας που όχι μόνο δεν γονάτισε για το στίγμα του, αλλά το έκανε ασπίδα του, το φόρεσε και είπε περήφανα «η μάνα μου έφαγε 40.000 πούτζες μέχρι να με πιάσει.» Δεν την αγαπούσε τη μάνα του; Δεν υπάρχει ορφανό που να μην λατρεύει τη μάνα του. Απλά ο Καραϊσκάκης ήταν ένας άνθρωπος που έβγαζε τη γλώσσα σε όλες τις συμβάσεις και κορόιδευε τα πάντα. Και ταυτόχρονα ήταν από τα ικανότερα στρατιωτικά μυαλά της εποχής. Δεν γίνεται να μην τον αγαπήσεις. Δυστυχώς σε αυτόν τον κύκλο των πρώτων έξι βιβλίων δεν τον χρησιμοποιώ πολύ. Κάνει απλά μια εμφάνιση, αλλά επιφυλάσσομαι για το μέλλον. Ένας άλλος που με μαγνητίζει είναι και ο Κολοκοτρώνης, κυρίως τα χρόνια πριν την επανάσταση. Ένας άνθρωπος που επάγγελμά του ήταν ο θάνατος. Ακόμα και όταν κάποια χρόνια δούλεψε ως χασάπης, που εκείνα τα χρόνια ο χασάπης έσφαζε το ζώο που πουλούσε, πάλι σκότωνε. Και όμως βλέπεις ότι δεν το έκανε επί ματαίω. Είχε προσπαθήσει με τον αδερφικό του φίλο, Αλή Φαρμάκη, έναν Αλβανό καπετάνιο της Πελοποννήσου να επικοινωνήσουν με τον Ναπολέοντα. Τελικά μίλησαν με τον Γάλλο του διοικητή των Επτανήσων (τότε ήταν υπό γαλλική κατοχή) ώστε να τους βοηθήσουν να ελευθερώσουν την Πελοπόννησο και να φτιάξουν κοινό κράτος Αλβανοί και Έλληνες, μαζί χριστιανοί και μουσουλμάνοι. Στη σημαία θα υπήρχε ο σταυρός μαζί με την ημισέληνο. Άνθρωπος που αν και ήταν αγράμματος ήταν πανέξυπνος. Υπηρέτησε σαν κάπος (αρματολός) τους Οθωμανούς, τους Γάλλους, τους Ρώσους, τους Άγγλους και η τεράστια πείρα που αποκόμισε φάνηκε αργότερα. Άνθρωπος με τρομερό χιούμορ, συνιστώ να διαβάσει όποιος βρει το βιβλίο του Γ. Βλαχογιάννη «Ιστορική ανθολογία». Εκεί βλέπεις το ποιος ήταν ο Κολοκοτρώνης. Τρίτος που και αυτός με συγκινεί και με γοητεύει είναι ο Αλή πασάς. Είχε απ’ όλα. Ήταν τύραννος, ευεργέτης, γενναιόδωρος, τσιγγούνης, μια τεράστια αντίφαση σε όλα. Όμως δεν μπορείς παρά να τον θαυμάσεις. Από άσημος ληστής στα ορεινά της Αλβανίας, έμεινε πασάς για 42 χρόνια, αν δεν κάνω λάθος. Τόσα χρόνια είναι ελάχιστοι που τα έχουν καταφέρει. Από το πουθενά κόντεψε να κάνει δικό του κράτος. Ο έτερος Αλή, πασάς της Αιγύπτου ( πατέρας του Ιμπραήμ πασά) από την άλλη κατάφερε και απελευθέρωσε την Αίγυπτο. Δεν μπορώ να καταλήξω ακόμα αν συμπαθώ ή αν αντιπαθώ τον Αλή πασά. Μπορώ όμως με σιγουριά να πω ότι με συναρπάζει. Πως ξεκίνησε το 1800; Πόσο εύκολο ήταν να βρεις εκδότη; Ξεκίνησα τα πρώτα σχέδια και έρευνα το τέλος του 2013. Τις πρώτες μέρες του 2017 είχε τελειώσει το πρώτο βιβλίο και το έβαλα στο συρτάρι όπου και έμεινε για ένα χρόνο. Η σύντροφός μου με έσπρωξε κυριολεκτικά να τελειώσω το λέτερινγκ και να κατέβουμε στο ATHENSCON. Δεν ήξερα τι γίνεται με την ελληνική σκηνή κόμικς και πόσο έχει μεγαλώσει. Όταν μπήκαμε στο χώρο που γίνεται το CON κατάλαβα ότι δεν θα μπορούσα να μιλήσω σε κάποιον εκδότη. Ευτυχώς, πάλι η Ειρήνη και ένας φίλος με πείσανε να μείνουμε στην Αθήνα μία επιπλέον μέρα για να πάμε σε εκδοτικούς. Έτσι εκείνο το πρωινό της Δευτέρας πήγαμε σε εκδοτικούς κόμικς πόρτα- πόρτα και αφήσαμε από ένα αντίτυπο του 1800. Θυμάμαι που πήρα τηλέφωνο σε ένα μεγάλο εκδοτικό για να ρωτήσω αν μπορώ να κλείσω ραντεβού και μόνο που δεν με βρίσανε. Τελικά όσοι είδαν τη δουλειά μου ανταποκρίθηκαν. Άλλοι για το 1800, άλλοι για κάποια πιθανή συνεργασία. Στον μόνο που δεν πήγα στην έδρα του, αλλά έστειλα τη δουλειά μου με ηλεκτρονική αλληλογραφία ήταν ο Λευτέρης Σταυριανός της JEMMA PRESS και τελικά αυτός έγινε ο εκδότης του 1800. Με λίγα λόγια το να βρω εκδότη αποδείχθηκε σχετικά εύκολο, μου πήρε ένα πρωινό, το να αποφασίσω να πάω στον εκδότη, αυτό ήταν άλλο θέμα. Γι’ αυτό ευχαριστώ την σύντροφό μου που με πίεσε και τον Λευτέρη που πίστεψε σε μένα και τη δουλειά μου. Τι είναι οι νουβέλες αυτές για σένα; Πως ξεκίνησες να κάνεις κόμικς; Πόσο εύκολο είναι στην Ελλάδα να κάνει κάποιος κόμικς; Ακόμα περισσότερο, μπορεί να ζήσει από αυτό; Το μεγαλύτερο όνειρο που είχα από παιδί πραγματοποιήθηκε. Αυτό σημαίνει το 1800 για μένα. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ήθελα να κάνω κόμικς και πλέον το κάνω επαγγελματικά. Το αν είναι εύκολο είναι άλλο ζήτημα. Θυμάμαι στο πρώτο βιβλίο δούλευα αλλού και στον ελεύθερο μου χρόνο σχεδίαζα όταν είχα το κουράγιο. Πάντως στην αρχή για να μπορέσεις να επιβιώσεις πρέπει να έχεις κάποιο άλλα εισόδημα. Αν καταφέρεις να εκδοθείς μέσα από εκδοτικό ή με φανζίν και έχει απήχηση η δουλειά σου, σου ανοίγει σίγουρα κάποιες πόρτες. Και πάλι μπορεί να βρεις δουλειά πάνω στην εικονογράφηση και όχι στα κόμικ απαραίτητα. Η ελληνική σκηνή κόμικς είναι αξιόλογη και συνεχώς αυξάνει ποσοτικά και ποιοτικά, παρόλα αυτά το κοινό αυξάνει με πολύ μικρότερους ρυθμούς. Αν μπορεί να ζήσει κανείς από τα κόμικς; Με τα φεστιβάλ και κάποια commissions και εικονογραφήσεις μπορείς να βγάλεις ένα μεροκάματο. Μεγάλο; Δεν ξέρω για άλλους εγώ είμαι ευχαριστημένος. Τουλάχιστον κάνω αυτό που αγαπάω, δημιουργώ και δεν έχω κανένα αφεντικό πάνω από το κεφάλι μου. Τώρα με τον κορωνοïό δυσκόλεψε η κατάσταση αρκετά, αλλά νομίζω ότι αυτό αφορά σε όλη την κοινωνία, και όχι μόνο στους καλλιτέχνες. Πηγή
  10. Ο Αμερικανός καλλιτέχνης περιγράφει γιατί επέλεξε να κάνει ένα graphic novel για την Ελληνική Ιστορία, γιατί κεντρικός του ήρωας είναι ο Μάρκος Μπότσαρης και αποκαλύπτει ότι ήδη έχουν γίνει οι πρώτες επαφές ώστε το βιβλίο του να μεταφερθεί στον κινηματογράφο. Ως παιδί μεγάλωσα έχοντας μια μυθική εικόνα της Ελλάδας στο μυαλό μου: αυτή του τόπου όπου δημιουργήθηκαν οι μύθοι της μυθολογίας, γεννήθηκε η δημοκρατία. Μια κλισέ, σχεδόν καρτουνίστικη εκδοχή της ιστορίας της…Αυτή η απροσδιόριστη εικόνα της Ελλάδας μαζί με κάποιες δικές μου εμμονές από την μυθολογία όπως ήταν η «Τιτανομαχία», σε συνδυασμό αργότερα με τα ταξίδια μου που με έφεραν σε επαφή με άλλες κουλτούρες και ανθρώπους, με έκαναν να αποφασίσω ότι ήθελα να μάθω πιο πολλά για την Ελλάδα…». Σε μια γωνιά του πολύβουου και πολύχρωμου AthensCon (το συνέδριο των κόμικς και της ποπ κουλτούρας που πραγματοποιείται κάθε χρόνο στις αρχές Δεκεμβρίου στο Tae Kwon Do), o Κρις Τζέιμς (Chris Jaymes) μας διηγείται γιατί δημιούργησε ένα graphic novel για την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ένα βιβλίο τόσο εντυπωσιακό στην όψη και τόσο ζωντανό στην εικονογραφία του - δια χειρός του Αργεντινού κομίστα Ale Aragon - που μένεις με το στόμα ανοιχτό στη θέα της κομιξικής φιγούρας του Μάρκου Μπότσαρη. Ο Τζέιμς είναι ένας πολυσχιδής Αμερικανός καλλιτέχνης (σεναριογράφος, σκηνοθέτης, ηθοποιός, συγγραφέας και μουσικός), ο οποίος αφιέρωσε μία ολόκληρη δεκαετία της ζωής του για να δημιουργήσει το «Sons Of Chaos» («Γιοι Του Χάους») και τώρα γυρίζει όλο τον κόσμο προωθώντας το. Στις σελίδες του επικού κόμικ, η καρδιά της Ελληνικής Επανάστασης χτυπάει δυνατά μέσα από μια φανταστική, δραματική περιπέτεια που ξεδιπλώνεται σε 192 σελίδες. Πεπειραμένος επαγγελματίας της αμερικανικής βιομηχανίας του θεάματος με συμμετοχές σε σειρές όπως τα «Lost», «Chicago Hope», «Party Of Five» και «The Profiles» και σκηνοθετικές δουλειές από το δικό του «In Memory Of My Father» μέχρι τις υψηλού προφίλ σειρές δικτύων όπως του Fox και του Netflix, ο ίδιος αποφάσισε να έρθει στο AthensCon για να παρουσιάσει το φιλόδοξο βιβλίο που συνέθεσε με συστηματική μελέτη. Η ανταπόκριση του κοινού ήταν αμέσως θετική - τα αντίτυπα που έφερε μαζί του ξεπούλησαν από την πρώτη μέρα -, ενώ στο Public η αμερικανική έκδοση του «Sons Of Chaos» βρίσκεται στη λίστα των μπεστ σέλερ (το μεγαλόσχημο βιβλίο με το σκληρό εξώφυλλο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις IDW & Penguin Random House). Με κεντρικό ήρωα τον Μάρκο Μπότσαρη και την πολυκύμαντη σχέση του με τον Αλή Πασά, το (φανταστικό) στόρι εξελίσσεται αγγίζοντας μεγάλες στιγμές και τόπους ιερούς, όπως το μαρτυρικό Σούλι, το Μεσολόγγι, το Χάνι της Γραβιάς. Οι σελίδες ακολουθούν το νεαρό Μάρκο, γιο του Σουλιώτη αρχηγού Κίτσου Μπότσαρη, στην πορεία από την αιχμαλωσία στην απελευθέρωση και σε αληθινά ή πλασματικά γεγονότα που καθόρισαν την ηρωική προσωπικότητά του. Καταγράφουν την τόλμη και την παλληκαριά που τον έχρισαν ηγέτη της επανάστασης η οποία διέρρηξε τα θεμέλια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία του Δυτικού κόσμου όπως τον ξέρουμε σήμερα. Στην ουσία, στο πρόσωπο του Μπότσαρη συνοψίζονται όλες οι θρυλικές μορφές της επανάστασης του 1821. Όμως γιατί ο Μάρκος Μπότσαρης ως ήρωας κόμικ και γιατί όχι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης; Και τι συνδέει στ’ αλήθεια τον Κρις Τζέιμς με το 1821 όπως και την εποχή μας με ένα τόσο μικρό κομμάτι ιστορίας – άγνωστο στο σημερινό παγκόσμιο πλαίσιο; «Η προσωπικότητα του Μάρκου Μπότσαρη, που ήταν λιγότερο διακεκριμένος από ότι ήταν ο Κολοκοτρώνης, μου έδινε περισσότερη ελευθερία στην ανάπτυξη της ιστορίας που ήθελα να πω» εξηγεί ο Κρις Τζέιμς. «Όταν ο Μάρκος ξεκίνησε τη διαδρομή του ήταν η εποχή που άρχισε η αντιπαράθεση του Αλή Πασά με τους Σουλιώτες. Στην προσπάθειά μου να βρω έναν ελκυστικό τρόπο να παρουσιάσω το θέμα της Ελληνικής Επανάστασης σε ένα κοινό που δεν τη γνωρίζει, κόλλησα με τον τρόπο άσκησης εξουσίας του Αλή Πασά: δεν τον ένοιαζε η επιτυχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επιβλήθηκε ως Πασάς παρά τις επιθυμίες του Σουλτάνου και είχε στόχευση στην πραγματικότητα να εκδικηθεί τον θάνατο της μητέρας του. Αν ο Αλή Πασάς υπάκουγε στις διαταγές του Σουλτάνου, η Ελλάδα μπορεί να είχε μια διαφορετική εμπειρία κατά την προσπάθειά της να εξεγερθεί. Στον Αλή Πασά βρήκα έναν πολύ ενδιαφέρον χαρακτήρα για να αναδείξω, στα μάτια κάποιου που δεν γνώριζε τίποτα, την ελληνική επανάσταση, ενώ ο Μάρκος Μπότσαρης, η οικογένεια του και το Σούλι είχαν τη δυναμική για τη σύγκρουση που χρειαζόμουν», καταλήγει. Η βάση, λοιπόν, ήταν η ιστορία του Μάρκου και θα έπρεπε να ειπωθεί μέσω συμβολισμών. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, πολύ πριν τη δημιουργία του graphic novel, ο Κρις Τζέιμς είχε έτοιμο ένα σενάριο για την επανάσταση του ’21, που λόγω όγκου έπρεπε να περάσει στο χαρτί με τρόπο ελκυστικό. Παρακινημένος, μάλιστα, από έναν Ελληνοαμερικανό φίλο του. «Η Ελληνική Επανάσταση μπορεί να συνιστά ένα μικρό και σχετικά άγνωστο κομμάτι της ευρωπαϊκής ιστορίας, όμως αυτό ακριβώς ήταν που με έκανε να ασχοληθώ μαζί της. Όλοι γνωρίζουμε τον Ναπολέοντα – πιθανόν γιατί εμπορευματοποιήθηκε η ιστορία του μέσω μεγάλων θεαμάτων όπως οι Άθλιοι ή γιατί ο κόσμος έχει εμμονή με όλους τους ισχυρούς δικτατορικούς ηγέτες που ανάγονται σε ήρωες -, ωστόσο υπάρχουν μικρά αλλά σημαντικά κομμάτια της ιστορίας που ξεφεύγουν της γνώσης μας» σχολιάζει ο Τζέιμς. Όταν έμαθε για την Ελληνική Επανάσταση, συνειδητοποίησε ότι οι επιπτώσεις της ήταν καθοριστικές. «Η Ελληνική επανάσταση επέφερε μια χρονική αλληλουχία γεγονότων που οδήγησαν στην πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στην ανεξαρτησία της Ελλάδας αλλά και καθόρισε τις παγκόσμιες δυνάμεις που ορίζουν τον σημερινό κόσμο. Προσδιόρισε, επίσης, τη σχέση της Ελλάδας με τον δυτικό κόσμο, ο οποίος ενώθηκε σε έναν κοινό πολιτισμό μέχρι σήμερα και σε μια κοινή αντίληψη των πολέμων ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή». Η έρευνα που έκανε ο Κρις Τζέιμς απαίτησε βάθος χρόνου. Έψαξε να βρει όσο το δυνατόν περισσότερα βιβλία για την Ελληνική Επανάσταση, γραμμένα στην αγγλική γλώσσα. Διαβάζοντας αντικρουόμενες απόψεις ως προς τα γεγονότα, έφτιαξε ένα βιβλίο με αναλυτικό timeline της επανάστασης καθώς και ξεχωριστά βιβλία των 600 σελίδων για κάθε ιστορική μορφή της. Γύρισε, επίσης, την Ελλάδα από τα Ιωάννινα και το Σούλι ως τη Μάνη και τα νησιά προκειμένου να αποκομίσει την αίσθηση των τόπων. Όταν το graphic novel άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά, ο στόχος ήταν η ψυχαγωγία του κοινού και όχι το μάθημα ιστορίας. «Δεν προσπάθησα να γράψω ένα ιστορικό βιβλίο ούτε να διδάξω Ιστορία, αλλά να ευαισθητοποιήσω την κοινή γνώμη σε κάτι εκπληκτικά ενδιαφέρον που πολλοί δεν γνωρίζουν ότι άλλαξε την τροχιά της ιστορίας μας. Πόσοι γνώριζαν ποιος ήταν ο Γουίλιαμ Γουάλας πριν γίνει το «Braveheart» (που κι εκείνο δεν διηγήθηκε την ιστορία του πιστά στα ιστορικά γεγονότα) ή ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες πριν από το «300»; Το εξώφυλλο του «Sons Of Chaos» κλείνει το μάτι ακριβώς σε αυτή την ψυχαγωγική παράμετρο του χολιγουντιανού entertainment όπως την προσδιόρισε η επιτυχία της επικο-ιστορικής περιπέτειας «300» στην οποία ο μύθος μπλέκεται με την Ιστορία: σε μια επιτυχημένη σύζευξη του μάρκετινγκ με την αλήθεια της εποχής, ο απειλητικός έφιππος πολεμιστής δεν είναι άλλος από τον γιο του Αλή Πασά που σαρκάζει τους Έλληνες. «Δεν μπορείς να μην συγκρίνεις το «Sons Of Chaos» με το «300» γιατί και τα δύο graphic novel έχουν παρόμοια μεγάλα βιβλία και μιλούν για μια κρίσιμη περίοδο της ελληνικής ιστορίας. Η Επανάσταση του ‘21 αφορά αυτούς που γεννήθηκαν σε μια κατάσταση σκλαβιάς και πρέπει να την αποτινάξουν ενώ το «300» εξυμνεί την επική φύση της δράσης και αυτοθυσίας», σχολιάζει ο Κρις Τζέιμς. Όπως το «300» έγινε ταινία έτσι και το κόμικ του Αμερικανού δημιουργού μπορεί μια μέρα να γίνει ταινία (οι πρώτες κρούσεις έχουν γίνει). Επίσης, το τάιμινγκ της κυκλοφορίας του graphic novel συμπίπτει εκπληκτικά με τον εορτασμό των 200 χρόνων από την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης. Και σίγουρα δεν είναι μόνο αυτή η παράμετρος που το καθιστά επίκαιρο. «Έχουμε γεννηθεί από το Χάος, όπως ξέρουμε από την ελληνική μυθολογία. Οι Έλληνες πήραν αυτό το Χάος και το μορφοποίησαν δημιουργώντας τις ιδεολογίες με τις οποίες ζούμε κατά έναν λειτουργικό τρόπο. Οι κίνδυνοι σήμερα ελλοχεύουν στις επίπλαστες ιδεολογίες και στην τροφοδότηση των πολωτικών ιδεών με αποδιοργανωτικές φωνές, όπως αυτή του προέδρου Τραμπ. Αν αυτές οι ιδέες γίνουν πιο σημαντικές από την ύπαρξη μας, κινδυνεύουμε να βρεθούμε μπροστά σε ένα μη ευχάριστο μέλλον», λέει με πάθος ο Τζέιμς. Και συνεχίζει: «Η ελληνική ιστορία δείχνει ότι οι Έλληνες μπορεί να ενώνονται όταν οι συνθήκες το επιτάσσουν, και αυτή την ώρα υπάρχει η ανάγκη για ένα φωτεινό παράδειγμα. Αν δεν βρούμε μια θαυματοποιό εξισορρόπηση στο τωρινό επίπεδο χάους, κινδυνεύουμε να πάμε πίσω στο παρελθόν. Χρειαζόμαστε άλλο ένα θαύμα να αναζωπυρώσει τη σπίθα της επίγνωσης ότι πρέπει να μείνουμε ενωμένοι και όχι ο ένας κόντρα στον άλλον». ΠΗΓΗ
  11. Oταν ο Braveheart συνάντησε τον Μάρκο Μπότσαρη Συνέντευξη με τον Chris Jaymes, δημιουργό της graphic novel “Γιοί του Χάους”, με θέμα την Ελληνική Επανάσταση του 1821, για το μοναδικό του αυτό έργο και τον τρόπο που η Ιστορία μπορεί να γίνει Τέχνη. Από την στιγμή που άρχισα να ξεφυλλίζω το Sons Of Chaos, σε κείμενα του Αμερικάνου δημιουργού Chris Jaymes και σκίτσα του Αργεντίνου Ale Aragon, ήξερα πως ήθελα οπωσδήποτε να μιλήσω με τον Chris. Η Ιστορία που επανέρχεται ως μνήμη και μάθημα μέσα από την Τέχνη, κι όχι την παιδαγωγική, είναι η Ιστορία που δεν ξεχνιέται. Πως, όμως, ένας άνθρωπος, που δεν τον ενώνει κανένας δεσμός με την Ελλάδα, μπορεί να σταθεί με τέτοιο δέος, τέτοια ευγένεια και τέτοιο σεβασμό απέναντι στην Επανάστασή μας; Πως ένας καλλιτέχνης με πορεία στο σινεμά και το σενάριο, αποφασίζει να μπει στα κόμικς εξαιτίας μιας παλιάς ιστορίας; Πως ένα τόσο μικρό κομμάτι της Παγκόσμιας Ιστορίας μπορεί να βρει τη θέση του μεταξύ των σημαντικών έργων τέχνης σήμερα, δύο αιώνες μετά την εποχή των Φιλελλήνων, χάρη σε κάποιους “ξένους”; Οι απαντήσεις ήρθαν σύντομα, όταν ο Chris με χαρά απάντησε στις ερωτήσεις του The Press Project. – Μοιάζει σαν την αρχή ενός κλασσικού ανεκδότου: ενας Αμερικάνος κι ένας Αργεντίνος, πέφτουν πάνω στην Ελληνική Επανάσταση του ’21. Πως βρέθηκε μπροστά σου; “Το ίδιο ρωτάω κι εγώ τον εαυτό μου σήμερα, δηλαδή 10 χρόνια μετά. Από όταν γεννήθηκα νομίζω ότι βρίσκω τον εαυτό μου μπλεγμένο με τέτοιες μονομανίες, βρίσκω έναν στόχο κι ύστερα κολλάω σε αυτόν, με αντίκτυπο στην πνευματική μου σταθερότητα. Μήνες περνάνε χωρίς να τους καταλάβω και η δομή του χρόνου καταρρέει. Ώσπου, κάποια στιγμή, αναδύομαι με κάποιου είδους αποτέλεσμα και ύστερα, συνήθως, κάτι καινούριο ξεκινάει και ο κύκλος ξαναρχίζει. Παρ’ όλα αυτά, τίποτε άλλο [που έκανα] δεν κράτησε τόσο πολύ. Για άγνωστο λόγο, εδώ “κόλλησα” για μια δεκαετία. Αρχικά ήταν μια συζήτηση με ένα φίλο μου Έλληνα που με οδήγησε να διαβάσω κάθε βιβλίο που κυκλοφορεί στα αγγλικά για την Επανάσταση [του ’21] και, αναπόφευκτα, στη συγγραφή των “Γιών του Χάους”.”. Έχεις κάποια προσωπική σχέση με την Ελλάδα; “Πολύ μεγαλύτερη από ότι ποτέ μου θέλησα, όπως βλέπεις από αυτό που ανέλαβα. Ξέρω για την Επανάσταση [του ’21] περισσότερα από όσα ξέρω για οποιονδήποτε πόλεμο στον οποίο έχει εμπλακεί η χώρα μου, που λέει, βέβαια, και πολλά για το πόσο ενεργητικός, δυστυχώς, τείνει να είναι ο στρατός μας. Η αρχική μου σχέση ήταν με τον καλύτερο μου φίλο, το Νικ, που με σύστησε στο θέμα. Γνωρίζοντας ότι έχω σκηνοθετήσει ταινίες κι έχω γράψει σενάρια, μου ανέφερε συνεχώς το 1821, προσπαθώντας να με πείσει ότι θα γινόταν μια καλή ταινία. Από τότε, έχω αποκτήσει πάρα πολλούς Έλληνες φίλους και οικογένειες έχουν γίνει μέρος της ζωής μου, σε όλη αυτή την πορεία”.”. Η έρευνα σε έφερε στην Ελλάδα; Τι εντύπωση σου άφησε η σημερινή χώρα; Βρήκες ζωντανές μνήμες, την προφορική ιστορία παρούσα; “Κατά τα αρχικά στάδια της έρευνας, πέρασα πέντε εβδομάδες οδηγώντας από την μια άκρη της Ελλάδας στην άλλη. Η μόνη φάση που μπορούσα να φύγω, για τόσο καιρό, από το Λος Άντζελες, ήταν με τις διακοπές Δεκέμβρη και Γενάρη, κι έτσι πέρασα Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά σε τυχαία μέρη, ενώ αποκτούσα εικόνα για την αίσθηση και τη γεωγραφία της Ελλάδας. Πέρασα μια μέρα κολυμπώντας γύρω από τη Μονεμβασιά, για να αποκτήσω οπτική εικόνα του χώρου. Τα χειμωνιάτικα νερά εκείνου του χαρούμενου Δεκέμβρη δεν ήταν ακριβώς φιλόξενα, αλλά μετά από πάρα πολύ γκρίνια κατάφερα να κολυμπήσω, ευγνωμονώντας. Κι από κει, οδήγησα από την Πελοπόννησο στα Ιωάννινα, ενώ τεράστιες ποσότητες χιονιού γέμιζαν τους ορεινούς δρόμους. Είναι πολλές οι ομοιότητες της Ελλάδας με τη βόρεια Καλοφόρνια, απ’ όπου κατάγομαι. Το έδαφος είναι πολύ όμοιο. Όταν σκαρφάλωνα τις πλαγιές, για να φτάσω στη σπηλιά του Οδυσσέα Ανδρούτσου, ένοιωσα ακριβώς όπως όταν σκαρφαλώνω τα βουνά έξω από το Λος Άντζελες. Η Αίσθησή μου για την Ελλάδα ήταν πολύ διαφορετική από όσα συνδέουμε με την Ελλάδα, γιατί ήμουν εκεί τον κρύο καιρό και πολύ συχνά μόνος μου. Εγκλωβίστηκα στη Σύρο μέρες ολόκληρες, κι ήταν σαν πόλη φάντασμα. Ήμουν ολομόναχος στην παραλία Καμάρι της Σαντορίνης, κι είχα σχεδόν όλο το νησί για τον εαυτό μου. Η Ύδρα ήταν άδεια, εκτός από ένα σκύλο, με τον οποίο γίναμε φίλοι και με συνόδευσε σε όλους τους λόφους, τις ατελείωτες ώρες που τριγυρνούσα εκεί. Δεν είχε πάρτυ ή κλαμπς ή χάος. Ήταν ακριβώς το αντίθετο, και είχε μιαν ομορφιά που μάλλον δεν βρίσκεις τους πιο ζεστούς μήνες. Η απομόνωση έφερε μια σιωπή που μου επέτρεψε να γεμίσω το χώρο με τις εικόνες από τα γεγονότα για τα οποία διάβαζα. Ήταν συνεχώς στο μυαλό μου, αποκτώντας νόημα πολύ διαφορετικό από τα συνήθη μου ταξίδια. Να βλέπεις τα μέρη που συνήθως βουλιάζουν από τουρίστες, γεμάτα φανταστικές αιματοχυσίες και ανθρώπους που δεν είχαν προβλήματα πολυτελείας [σαν τα σημερινά], που ζούσαν στην αβεβαιότητα, λεπτό το λεπτό. Είναι ένας πολύ διαφορετικός τρόπος να δεις ένα χώρο ή μια περιοχή. Ειλικρινά, οι εντυπώσεις μου [από την Ελλάδα] δεν έχουν ακόμη διαμορφωθεί γιατί δεν έχω μπορέσει ακόμη να έχω όντως την εμπειρία και να δω πως είναι τώρα. Είναι κάτι που το περιμένω πως κι πως.”. Πόσα χρόνια σου πήρε αυτή η επική δουλειά; υπήρχαν φάσεις που ήθελες να τα παρατήσεις; “Οι αρχικές συζητήσεις, όπως σου είπα, άρχισαν πριν δέκα χρόνια και η διαδικασία είναι πολλές φάσεις, ήρθαν και άλλες δουλειές που έπρεπε να κάνω ενδιαμέσως, οπότε, ναι, υπήρξαν πολλές φορές που φλέρταρα με την ιδέα να τα παρατήσω, αλλά κάπως γινόταν και είχα υποστήριξη και υπήρχαν άνθρωποι που δεν ήθελα να απογοητεύσω, κι έτσι κρατήθηκα και συνέχισα. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχαν ολόκληροι μήνες που έπρεπε να σταματήσω και να αφήσω το μυαλό μου να ανασάνει και να βρει ισορροπίες. Και άυπνα βράδυα για βδομάδες, καθώς προσπαθούσα να μοιράσω το χρόνο σε όλα αυτά που έκανα, και πονοκέφαλοι, και κάποιες επισκέψεις σε νοσοκομεία, αλλά, όταν ήμουν πια σε σημείο χωρίς επιστροφή. Ευτυχώς, συνέχισα και τώρα μπορώ και σου μιλώ χάρη σε αυτό”. Γιατί το Σούλι; γιατί ο Μπότσαρης; γιατί τον διάλεξες ως κεντρικό σου ήρωα; “Οταν άρχισα να διαβάζω για τους Σουλιώτες, το μυαλό μου γέμισε έντονες και κινηματογραφικές εικόνες. Ο νους μου εμπορευματοποιούσε την πραγματικότητα [των Σουλιωτών] και φανταζόταν μια πολύ ψευδή εκδοχή ενός καρτούν σαν της Ντίσνεϊ, ας πούμε την ύπαρξη μιας φυλής Ρομπέν των Δασών, με υπεράνθρωπους ήρωες που μάχονταν τον εχθρό. Αυτή η φανταστική εικόνα μεγάλωνε, ώσπου κάποια στιγμή έπεσαν οι ρυθμοί και συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν καρτούν ούτε υπερήρωες, και φαντάστηκα πως θα ήταν να γεννιόμουν παιδί σε εκείνη την πραγματικότητα. Εναν κόσμο ακραίου χάους, που δεν έχει σε τίποτε να κάνει με σένα, έξω από τους γονείς που σε συνέλαβαν. Ενα απολύτως τυχαίο αποτέλεσμα σε τοποθετεί σε μια πραγματικότητα αστάθειας και ακραίας βίας – μια ζωή απόλυτης αβεβαιότητας. Για κάποιο λόγο, το μυαλό μου μπήκε στην οπτική γωνία ενός παιδιού, που στέκεται στη μέση του Σουλίου την εποχή των επιθέσεων που διέταξε ο Αλή Πασάς. Κι άρχισε να ζωντανεύει τόσο όλο αυτό, που έγινε το σημείο εκτόξευσης της ιστορίας. Ο Μάρκος Μπότσαρης και η οικογένειά του συνδέονταν με αυτά τα γεγονότα και είχαν διαρκείς εντάσεις με τον Αλή Πασά, που συνεχίστηκαν μέχρι το θάνατο του πατέρα του, του Κίτσου, και μέχρι το θάνατο και του Αλή. Τα γεγονότα αυτά μου φάνηκαν ένας ωραίος τρόπος να συστήσω το θέμα σε ένα μη Ελληνικό κοινό και κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου, με πολλούς τρόπους, τα συμπεράσματά μου με οδήγησαν να πιστέψω ότι η εξέγερση κέρδισε momentum λόγω της αδιαφορίας του Αλή προν το σουλτάνο και την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως σύνολο. Αν υπήρχε άλλη ηγεσία στα Γιάννενα, υπάκουη στην ατζέντα του Σουλτάνου, τα αποτελέσματα μπορεί να ήταν πολύ διαφορετικά. Γι’ αυτό αποφάσισα να ακολουθήσω την ιστορία του Αλή και να δείξω τι τον έκανε να λάβει τις αποφάσεις που έλαβε, που, κατά την άποψή μου, ενδυνάμωσαν την Ελλάδα με έμμεσο τρόπο, και οδήγησαν στο momentum που δεν θα δημιουργούνταν διαφορετικά. Βεβαίως, όλα αυτά είναι θεωρίες, και είμαι σίγουρος ότι θα υπάρχουν πολλά επιχειρήματα που θα αντιτίθενται σε αυτή την οπτική, όμως αυτό πιστεύω και αυτό έγινε μέρος της ιστορίας που διηγούμαι. Τα περισσότερα στοιχεία αποδίδονται μεταφορικά, μέσα από τη σχέση του Αλή με το Μάρκο, ο οποίος είναι περισσότερο ένα σύμβολο της Ελλάδας παρά ο άνθρωπος αυτός καθ’ αυτός. Ο χαρακτήρας που αποδίδεται στο Μάρκο θα μπορούσε να αποδοθεί στον καθένα, για να είμαι ειλικρινής, κι ίσως αυτή να ήταν καλύτερη απόφαση, γιατί μετά την εμφάνιση του χαρακτήρα του Μάρκου, η υπόλοιπη ιστορία τον χρησιμοποιεί σαν ξεναγό, ώστε να εισάγει τον αναγνώστη στα κυριότερα σημεία κλειδιά κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, ενώ παράλληλα τον εμπλέκει στην λογοτεχνική και ψυχολογικά ορμώμενη διήγησή [μου] με τον Αλή Πασά να αντιπροσωπεύει την εσωτερική φυλακή στην οποία και αυτός [ ο Μάρκος] και πολλοί ακόμη Έλληνες είχαν βρεθεί λόγω της δράσης του Αλή και της αβεβαιότητας των συνθηκών που τους είχαν επιβληθεί. Η ιδέα να χρησιμοποιήσω το Μάρκο Μπότσαρη αντί για έναν άοπλο λογοτεχνικό Έλληνα ήρωα ήταν αμφισβητούμενη, αλλά όλη μου τη ζωή έβλεπα ταινίες που με έκαναν να θέλω να μάθω περισσότερα. Όταν είδα το Braveheart ήθελα να μάθω περισσότερα για τον Γουίλιαμ Γουαλας. Ακόμη κι αν η αλήθεια της ζωής του Γουίλιαμ Γουάλας ήταν πολύ διαφορετική από όσα έδειξε το Braveheart, δεν είχε σημασία. Εξαιτίας της ταινίας θέλησα να μάθω περισσότερα. Φοβήθηκα ότι αν ο κεντρικός ήρωας ήταν απολύτως φανταστικός, το μη Ελληνικό κοινό θα δυσκολευόταν περισσότερο να δει [όσα διηγούμαι] σαν έναν αληθινό πόλεμο και μέρος της Ιστορίας. Παρόλα αυτά, υπάρχουν πολλές αλήθειες και ποιότητες από τη ζωή του Μάρκου Μπότσαρη που πλέκονται με την ιστορία του και το χαρακτήρα του, αν και μερικές φορές αυτό γίνεται συμβολικά και όχι άμεσα. Αποφεύγοντας τα σπόιλερς για το τέλος του βιβλίου, να πω ότι, προφανώς, ο θάνατος του πατέρα του Μάρκου, του Κίτσου, δεν συνέβη όπως απεικονίζεται. Όμως, ο θάνατος [του Κίτσου] διετάχθη από τον Αλή Πασά και ο Μάρκος δεν είχε ανάμειξη. Αυτό που έκανα ήταν να προσθέσω περισσότερες στρώσεις [ανάδειξης] του χειριστικού τρόπου του Αλή και της ψυχολογικης παγίδας που υπέφερε ο Μάρκος, που δεν κατάφερε να τον σώσει και κατηγορούσε τον εαυτό του. Εν τέλει, η ερμηνεία αφήνεται στον αναγνώστη, που μπορεί να το δει όσο λεπτομερώς ή όσο επιπόλαια αποφασίσει και η στρατηγική μου ήταν να χρησιμοποιήσω αυτά τα στοιχεία ώστε να φέρω τα γεγονότα πιο κοντά στον υπόλοιπο κόσμο”.” Η Αργεντινή έχει μια τεράστια παράδοση στις graphic novels και τις τέχνες, και πολλούς αντίστοιχους αγώνες με την Ελλάδα. Ήταν κι αυτό λόγος για τη συνεργασία; “Το κάνεις να ακούγεται σα να είχε μεγαλύτερη σημασία από ότι όντως είχε, οπότε καλύτερα να συμφωνήσω μαζί σου! Αυτές οι δυναμικές ίσως να έπαιξαν κάποιο ρόλο με τον τραχύ, ενστικτώδη τρόπο που ταιριάζει σε σενάριο και σκίτσο, γιατί η σφοδρή και ακραία συναισθηματικότητα του Ale εμφανίζεται σε κάθε καρέ. Δουλεύει με μελάνι, και το μελάνι δε συγχωρεί. Δεν υπάρχει ούτε γραμμή ψηφιακή – είναι ωμό από πρόθεση και το αισθάνεσαι στη δουλειά του”. Ενας φίλος, που είδε τη δουλειά σας, παρατήρησε ότι, με κάποιο τρόπο, ενώ είναι πρωτότυπη αποτελεί και φόρο τιμής στους “300”. “Δεν υπήρχε ποτέ η πρόθεση να αποτελέσει φόρο τιμής, αλλά είναι αδύνατον να αποφύγεις τη σύγκριση. Το εξώφυλλο έχει ένα κράνος της περιόδου το ’21 που συνήθως το θεωρούν δάνειο από τους 300. Είναι, επίσης, σπάνιο να δουλεύεις με ευρεία πανοραμική φόρμα και να λες ιστορίες από την Ιστορία με μέσο τις graphic novels ή τα κομικς. Παρ’ όλα αυτά, με χαροποιεί και με τιμά να συνδέεται ένα βιβλίο μου με τους 300, με οποιοδήποτε τρόπο. Αλλά το κοινό πρέπει να καταλάβει ότι το κράνος στο εξώφυλλο δεν είναι λάθος. Θα ήταν απίστευτο μετά από τόσα χρόνια δουλειάς να μην δούμε ότι χρησιμοποιούσαμε πανοπλίες από μια τελείως διαφορετική εποχή. Αλλά, είμαι και Αμερικάνος, οπότε ποτέ δεν ξέρεις! [Γελάει].”. Που συναντώνται η Τέχνη και η Ιστορία; Πόσο ακριβής ιστορικά μπορεί να είναι ένας καλλιτέχνης, όταν το θέμα του είναι τόσο σημαντικό; πόσο ελεύθερος μπορεί να είναι, σεβόμενος την ιστορία; “Νομίζω πως δεν υπάρχει μια στάνταρ απάντηση σε αυτή την ερώτηση. Όποια κατεύθυνση κι αν πάρεις, ποτέ δε θα είναι όλοι ευχαριστημένοι. Μπορώ να εξηγήσω το κάθε λεπτό και γιατί πείραξα λογοτεχνικά αυτό το σημείο κι εκείνο το σημείο, και κάποιοι θα το λατρέψουν κι άλλοι θα θέλουν να με δείρουν. Μια χαρά. Γιατί σημαίνει πως μιλάμε για κάτι που νοιάζει τους ανθρώπους, κι είναι προτιμότερο από την αδιαφορία. Όπως εγινε με το παραδειγμα του κράνους. Ήταν προφανώς καλλιτεχνική επιλογή να φοράει ο Μουχτάρ, ο γιός του Αλή Πασά, ένα κράνος που μοιάζει περισσότερο με αρχαιοελληνικό. Εκτός Ελλάδας, βλέπουν ένα ενδιαφέρον κράνος, αν και η απλή απόφαση να παρουσιάσουμε ένα τέτοιο κράνος και τον αριθμό 1821 αρκεί για να οδηγήσει σε ψυχολογικό ξεσηκωμό ενα συγκεκριμένο κοινό. Δεν μπορώ να ορίσω τις παραμέτρους για το τι είναι αποδεκτό και τι δεν είναι αποδεκτό, όταν ξαναλές ιστορίες της Ιστορίας. Νομίζω πως, τα περισσότερα βιβλία ιστορίας είναι λογοτεχνία. Οι περισσότερες ιστορίες παίρνουν θέση. Και αυτό ισχύει είτε μιλάμε για ταινίες, είτε για ντοκυμανταίρ, είτε για βιβλία ιστορίας είτε για ειδησεογραφία. Δεν ξέρω πολλά για τον Ελληνικό Τύπο, αλλά δεν μπορώ να πω ότι δεν κατασκευάζουν ιστορίες ορισμένοι στον Αμερικάνικο Τύπο. Οπότε, κάνεις απλώς ότι θεωρείς καλύτερο με βάση το στόχο σου. Ο στόχος μου δεν ήταν να μπω στη μάχη για την Ελληνική Ιστορία. Ήταν να τιμήσω ένα άγνωστο κομμάτι της Ιστορίας που καθόρισε τον Κόσμο στον οποίο ζούμε σήμερα και να το κάνω γνωστό έξω από την Ελλάδα. Δεν ήρθα να σας πω την Ιστορία σας, αλλά να κάνω τον υπόλοιπο κόσμο να τη μάθει και να μιλήσει για αυτήν ώστε να καταλάβει καλύτερα την εποχή μας αλλά κα αυτούς που θυσίασαν όσες πολυτέλειες απολαμβάνουμε σήμερα. Και αυτό δε σημαίνει ότι κι εμείς δεν υποφέρουμε και δεν αγωνιζόμαστε, αλλά, όπως και να το κάνεις, δεν περνάμε τη ζωή μας ανησυχώντας πότε θα μας σφάξουν – τουλάχιστον οι περισσότεροι από μας.”. Σε έχουν πλησιάσει Έλληνες εκδότες; Πόσο κοντά είμαστε σε μιαν Ελληνική Έκδοση; “Δεν είμαι βέβαιος ότι είμαστε κοντά. Το βιβλίο είναι ογκώδες και ακριβό στην παραγωγή του, οπότε αποτελεί πρόκληση για τους εκδότες. Κι από πάνω, οι ελευθερίες που πήρα και η συμβολική χρήση του Μάρκου Μπότσαρη δημιουργεί κάποιες ανησυχίες, πράγμα αστείο αν σκεφτείς ότι έστειλα το βιβλίο σε κάποιους απογόνους των Μποτσαραίων και το αγάπησαν και γίναμε και φίλοι. Ισως η αλλαγή των ονομάτων για την ελληνική έκδοση να εξαφάνιζε αυτό το φόβο, αλλά τίποτε δεν αλλάζει αυτό που όντως είναι το βιβλίο: μια εισαγωγή και απεικόνιση ενός επικού αγώνα που πέρασε απαρατήρητος έξω από την Ελλάδα και η συμβολική ιστορία ενός ανθρώπου που προσπαθεί να βρει το δρόμο του μέσα σε μια ασύλληπτη πραγματικότητα. Μοιάζει λογικό να βρει τελικά το σπίτι του και στην Ελλάδα το βιβλίο, και θεωρώ ότι κάποια στιγμή θα το βρει.”. Ενδιαφέρθηκαν άλλες χώρες; “Σήμερα κυκλοφορεί σε όλες τις αγγλόφωνες χώρες και έχουμε αρχίσει συζητήσεις στην Ιαπωνία και ..τη Γερμανία [γελάει]”. Υπήρξαν κάποιες συγκινητικές ή αστείες στιγμές στην επαφή σου με τους ελληνοαμερικάνους, κατά τις εκεί παρουσιάσεις του βιβλίου; “Υπήρξαν κάποιες ξεχωριστές στιγμές. Μια γυναίκα ήρθε και με βρήκε στο Comicon του Σαν Ντιέγκο, είχε διαβάσει το βιβλίο μόλις και έτρεμε και δεν μπορούσε να βάλει τις λέξεις σε μια σειρά, τόσο την είχε επηρεάσει. Αυτές είναι και οι πιο σημαντικές στιγμές. Οι αστείες στιγμές είναι όταν οι άνθρωποι νομίζουν ότι έβαλα σπαρτιάτικα κράνη στους ήρωες του ’21, κρίνοντας από το εξώφυλλο. Όμως, αυτό που ακούω πιο συχνά, και με έκπληξη, είναι: “Δεν είχα ακούσει ποτέ μου για αυτόν τον πόλεμο”.”. Ερχεσαι Αθήνα για το AthensCon, στα τέλη του Νοέμβρη. Τι περιμένεις να βρεις; “[Γελάει]. Χμμμ… είχα επικοινωνία με τόσους πολλούς Έλληνες που στηρίζουν την προσπάθεια και οι εργαζόμενοι από το AthensCon ήταν τόσο υπέροχοι, που πιστεύω ότι θα είναι μια επική στιγμή. Πέραν τούτου, είμαι σίγουρος ότι θα έχουμε και κάποιες αναπάντεχες εκπλήξεις, αλλά ελπίζω να είναι από τις καλές. Δεν έχω ξαναβρεθεί ποτέ σε αυτή τη θέση και είναι δύσκολο να φανταστώ τι θα γίνει. Εκείνο που μπορώ να πω είναι πως, είναι προσωπικά πολύ σημαντικό για μένα να έρθω να γιορτάσω αυτή την τεράστια δουλειά με τους ανθρώπους του τόπου ο οποίος έγινε τόσο σημαντικό μέρος της ζωής μου. Το περιμένω πως και πως.”. Πηγή
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.