Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Γερμανίκεια
  • Ιστορική/ φιλολογική γωνιά
  • Περί ανέμων και υδάτων
  • Dhampyr Diaries
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • The Unstable Geek
  • Κομικσόκοσμος
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Valt's blog
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • Film
  • Θέμα ελεύθερο
  • Vet in madness
  • GCF about comics
  • Dr Paingiver's blog

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 3 results

  1. Με επίκεντρο τα διονυσιακά κόμικς και τις τολμηρές γελοιογραφίες του, αφιερώνουμε λίγα λόγια στο πολυδιάστατο έργο του συντρόφου, συνεργάτη και αγαπημένου φίλου μας, Γιάννη Καλαϊτζή, που έκλεισε 10 χρόνια μακριά μας. Ο Γιάννης σχεδιάζει στα γραφεία του περιοδικού «Γαλέρα» Για πολλούς θεωρείται, όχι άδικα, το σημαντικότερο ελληνικό άλμπουμ κόμικς της Ιστορίας και σίγουρα ένα από αυτά που επηρέασαν καθοριστικά την εξέλιξη της ένατης τέχνης στη χώρα μας. Πρωταγωνιστής είναι ο σκιτσογράφος της εφημερίδας «Η Σημαία», Κώστας Φαναρτζής, φανταστικός χαρακτήρας που έκανε σε αυτό το άλμπουμ την πρώτη του εμφάνιση στο χάρτινο σύμπαν και 70 σελίδες παρακάτω την τελευταία. Σελίδες που ήταν αρκετές για τον μύθο της «Τσιγγάνικης Ορχήστρας». Με διάρκεια σεναρίου, μιας και μόνο, κάποιας, οποιασδήποτε μέρας στην Αθήνα των αρχών της δεκαετίας του 1980 και με cameo εμφανίσεις από Βελουχιώτη και Σαββόπουλο, η «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» (Εκδόσεις Πολύτυπο, 1984, το πρώτο μέρος είχε δημοσιευτεί νωρίτερα στη «Βαβέλ») είναι ένα διονυσιακό road movie, κυρίως με τα πόδια και λίγο με νυχτερινό ταξί, σε μια Αθήνα γεμάτη παλιατζίδικα, γαλατάδικα, πορνοσινεμά, καφενεία, σουβλατζίδικα, φτηνά ξενοδοχεία ημιδιαμονής, μπουλντόζες, σπασμένους αγωγούς και ερειπωμένα σπίτια. Βρόμικη, πολύβουη και καταϊδρωμένη. Με ένα ζευγάρι που ψάχνει δωμάτιο για λίγο σεξ. Ανάμεσα σε διαδηλωτές και ματατζήδες. Σε μια Αθήνα ασπρόμαυρη όπως τη θυμόμαστε όσοι μεγαλώσαμε με ασπρόμαυρη τηλεόραση, γκρι ταξί, κυκλική την Ομόνοια και μποτιλιαρισμένη την Ερμού. Με στιλ που φέρνει στον νου τα εξίσου «βρόμικα» κόμικς των Munoz και Sampayo με τις ευρυγώνιες συνθέσεις και τα πλήθη των ανωνύμων που συνωστίζονται, που ασφυκτιούν σε μικρά καρέ. Αριστερά: «Τσιγγάνικη Ορχήστρα», εκδόσεις Πολύτυπο, 1984. Δεξιά: Απόσπασμα από την «Τσιγγάνικη Ορχήστρα», εκδόσεις Πολύτυπο, 1984. Στον Καλαϊτζή αυτοί οι ανώνυμοι όμως είναι οι κάτοικοι της Αθήνας, που ακροβατεί χωρίς ποτέ να καταφέρει να ισορροπήσει μεταξύ μιας βαλκανικής, ανατολικής παράδοσης και μιας επιμονής να γίνει με το ζόρι μέρος τής (ανύπαρκτης) ευρωπαϊκής (και καλά, κοινής μας) οικογένειας, της ΕΟΚ των μονοπωλίων, που μαζί με το ΝΑΤΟ δεν έπαψαν ποτέ να είναι το «ίδιο συνδικάτο», όπως έλεγε το σύνθημα που δονούσε τις πλατείες στις συγκεντρώσεις της Αριστεράς (και του ΠΑΣΟΚ!) μιας άλλης, μακρινής εποχής. Απόσπασμα από την «Τσιγγάνικη Ορχήστρα», εκδόσεις Πολύτυπο, 1984. Αυτήν την προϊούσα παρακμή των συνθημάτων (και της ίδιας) της Αριστεράς την είχε οσμιστεί από τότε ο Καλαϊτζής και πάσχιζε να την αποτρέψει με κάθε τρόπο. Κυρίως με το αυθάδικο χιούμορ του και την αυτοκριτική που έκανε για την Αριστερά αντ’ αυτής («το πολύ το Κάπα-Κάπα κάνει το παιδί μαλάκα» λέει το παιδάκι της ιστορίας και συνεγείρει τα πλήθη όταν ο αριστερός Φαναρτζής τσακώνεται με τον φασίστα περιπτερά), και τη μοναδική του ικανότητά να συνθέτει φαινομενικά ανόμοια πράγματα και να μεταφέρει αξίες του ενός στο άλλο, αποδεικνύοντας πόσο μοιάζει ορισμένες φορές η Ιστορία. Εξ ου και καμιά τσιγγάνικη ορχήστρα δεν κάνει ποτέ την εμφάνισή της στην «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» (αν και “ακούγεται” διαρκώς μουσική από Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, μπουζουκτσήδες και πανηγυρτζήδες) αλλά ρίχνει βαριά τη σκιά της και τη μουσική της με μεταγραφή από τον πολωνικό κινηματογράφο, όπως εξηγεί ο ίδιος ο Καλαϊτζής: «Στον “Άνθρωπό από μάρμαρο” του Βάιντα, ο Μπίρκουτ, ο ήρωας της ταινίας, πρώην σταχανοβίτης, αγκαζάρει μια ορχήστρα τσιγγάνων και μεθυσμένος κατεβάζει τη μόστρα της αστυνομίας. Τον καταδικάζουν επειδή, λέει, ήταν αρχηγός της μυστικής οργάνωσης “τσιγγάνικη ορχήστρα”, τίτλος-κακή απομίμηση της “κόκκινης ορχήστρας” των σοβιετικών πρακτόρων (Τσεχοσλοβάκοι οι περισσότεροι) στον Β' Παγκόσμιο. Μελάνωσα την “Τσιγγάνικη Ορχήστρα” με πινέλα “Ευαγγελινός” Νο 2 από ρώσικη ζιμπελίνα. Έχω ακόμα 6 στο ψυγείο για τον φόβο του σκόρου». Μετά από την περιπλάνηση σ’ αυτήν τη σκοτεινή Αθήνα αναμενόμενο θα ήταν να υπάρξει και συνέχεια. «Τέλος στο πρώτο βιβλίο» είναι η τελευταία λεζάντα. Αλλά πότε ήταν αναμενόμενος ο Καλαϊτζής; Δεν υπήρξε ποτέ δεύτερο μέρος. Αντί γι’ αυτό, έξι χρόνια μετά, κυκλοφόρησε κατευθείαν σε ενιαία έκδοση «Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης» (Εκδόσεις Ars Longa / Nemo, 1990) και άλλα επτά χρόνια αργότερα το «Τυφών» (Εκδόσεις Κώμος, 1997). Από την Αθήνα των eighties μεταφερόμαστε στη Σαντορίνη του 1707 και από το καυσαέριο και τη βρομιά της πρωτεύουσας της σύγχρονης Ελλάδας στα μεθυστικά σταφύλια και στη συνάντηση τυχοδιωκτών κάθε είδους σε ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί. Ο Διόνυσος και ο Καζαντζίδης Τα δυο τους, όπως εξηγεί ο Καλαϊτζής, «είναι βιβλία ζευγάρι» και «συμβαίνουν την ίδια μέρα, ή μάλλον την ίδια νύχτα, σε διαφορετικό τόπο της Σαντορίνης». Κι αν συνηθίζουμε να χαρακτηρίζουμε «διονυσιακά» τα κόμικς του Καλαϊτζή, στην περίπτωση του «Ειδώλου» αυτό είναι κυριολεξία, καθώς οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου αλλά και το εξώφυλλο φιλοτεχνούνται με βάση το ταξίδι του Διονύσου, σχεδιασμένο σε κύλικα από τον Εξηκία (περ. 540 π.Χ.). Γι’ αυτό και στο βιβλίο κολυμπούν με χάρη τα δελφίνια που, σύμφωνα με τον μύθο, δεν είναι παρά οι Τυρρηνοί πειρατές που απήγαγαν τον Διόνυσο για να τον πουλήσουν ως σκλάβο. Ο Θεός τιμώρησε την αλαζονεία τους και τους μεταμόρφωσε σε δελφίνια ενώ τα κατάρτια του καραβιού τους έγιναν κληματαριές. Αριστερά: «Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης», εκδόσεις Ars Longa / Nemo, 1990. Δεξιά: Απόσπασμα από «Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης», εκδόσεις Ars Longa / Nemo, 1990. Πρωταγωνιστές είναι ο Αλέκος ο Τράκας, με τη μορφή του Τάσου Μητρόπουλου, οξύθυμου και νευρώδη σταρ του Ολυμπιακού, και ο Καράμπαμπας, δούλος κι αφέντης του εαυτού του, υβρίδιο φυσιογνωμικά του Στέλιου Καζαντζίδη και του Καραγκιόζη. Οι δυο τους, απατεώνες, απένταροι μα πολυμήχανοι, ψάχνουν το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης που «όποιος το κρατάει στα χέρια του κρατάει την αρχή και το τέλος του κόσμου. Το πώς και το γιατί είναι γραμμένο στη βάση του». Πορτρέτο του ποδοσφαιριστή Τάσου Μητρόπουλου, που αποτέλεσε το «μοντέλο»για τον σχεδιασμό του Αλέκου Τράκα, του πρωταγωνιστή του κόμικς «Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης». Την ίδια ώρα στον «Τυφώνα», ένα άλλο δίδυμο σχεδόν ίδιο με το προηγούμενο, ο λούμπεν Γκογκόσης και ο τάχα αριστοκράτης Καπετάν Γκρέκο, από κοντά κι ο πιτσιρίκος Κολλαούζος, μπλέκονται σε ένα όργιο φυλών, θρησκειών, καταγωγών, γλωσσών και πολιτισμών με φόντο το ηφαίστειο, ανάμεσα σε κυνηγούς αρχαιοτήτων, Φράγκους, παπάδες, αναστημένους, αφορισμένους και τον γενίτσαρο Σουλεϊμάν Σαλίκ, με την όψη του αείμνηστου Περικλή Κοροβέση, αγαπημένου φίλου του Γιάννη Καλαϊτζή. «Τυφών», Εκδόσεις Κώμος, 1997 Αυτά τα τρία βιβλία είναι τα μεγάλης έκτασης κόμικς του. Υπήρξαν όμως και πολλά μικρότερης έκτασης αλλά όχι μικρότερης αξίας. Το 1985 και το 1986, για παράδειγμα, δημιουργεί για το περιοδικό «Τέταρτο» του Μάνου Χατζιδάκι, μεγάλου θαυμαστή του Καλαϊτζή, τα «Συνειρμικά Ντεκουπάζ», μια σειρά αυτοτελών μονοσέλιδων πειραματικών κόμικς με πανέξυπνα λογοπαίγνια και συναρπαστικούς λεκτικούς και εικονιστικούς συνειρμούς. Τέτοια κόμικς είχε φιλοτεχνήσει και για την εφημερίδα «Αυγή» σε μια αποθέωση πυκνών και συνάμα χαλαρών αφηγήσεων στα όρια του horror vacui, καθώς υπήρχαν περιπτώσεις που σε μία σελίδα στριμώχνονταν σχεδόν 100 καρέ! Το 1990 έφτιαξε ένα υπέροχο κόμικς το οποίο δεν βρήκε τον δρόμο του προς το κοινό. Τα «Χαμένα Δάση» ήταν μια ανάθεση της περιφέρειας της Προβηγκίας σε πολλούς καλλιτέχνες για τα δάση της Ευρώπης – ο Καλαϊτζής ανέλαβε την Ελλάδα –, αλλά ένας χάρτης στο εσώφυλλο που περιλάμβανε τη χώρα «Macedonia» έγινε η αιτία για να αποσυρθεί η ελληνική συμμετοχή μετά από πιέσεις του Έλληνα πρόξενου. Ήταν εποχή συλλαλητηρίων και εθνικής συστράτευσης εναντίον των «γυφτοσκοπιανών» και ούτε η συμμετοχή χαρακτήρων με τις μορφές του Γιώργη Μασσαβέτα, του Τέλη Σαμαντά, του Γιάννη Μπαχ-Σπυρόπουλου και του Περικλή Κοροβέση δεν ήταν αρκετή για να μεταπείσει τους ευαίσθητους Ελληναράδες. Στην «Ελευθεροτυπία» Στο περιοδικό «9» της «Ελευθεροτυπίας», που ξεκίνησε να κυκλοφορεί το 2000, δημοσιεύτηκαν δύο σειρές του από μονοσέλιδες, επίσης αυτοτελείς ιστορίες: Τα «Έκτακτα Περιστατικά» και το «Πέλαγος της Μποτίλιας». Στην πρώτη, κάποιες φορές χωρίς λόγια αλλά με έναν θησαυρό ονοματοποιιών και ηχητικών εφέ και κάποιες άλλες με μακροσκελή κείμενα και εξαντλητικούς διαλόγους, ο Καλαϊτζής αφηγείται ξεκαρδιστικά στιγμιότυπα και περιστατικά της αστικής μας παράνοιας, με ζευγάρια σε αποτυχημένες σεξουαλικές συνευρέσεις, εκπροσώπους των θρησκειών όλου του κόσμου σε κρίση, οργισμένους ακροδεξιούς και αποτυχημένους υπουργούς, πελαγωμένους σερβιτόρους κι απελπισμένους υπαλλήλους. «Το Πέλαγος της Μποτίλιας», περιοδικό «9» της «Ελευθεροτυπίας», 21.6.2000. Στη δεύτερη, μια εικαστική πανδαισία και ταυτόχρονα ένα σουρεαλιστικό, παραισθητικό πανηγύρι, αποτίνει φόρο τιμής στον Winsor McCay και στη σειρά «Little Nemo in Slumberland» των αρχών του 20ού αιώνα. Στα κόμικς του Αμερικανού πρωτοπόρου δημιουργού, πρωταγωνιστής ήταν ένα παιδάκι που ζει στα όνειρά του απίστευτες περιπέτειες με μοχθηρούς βασιλιάδες, πανίσχυρους στρατούς, άγρια ζώα και πελώριους δράκους, για να ξυπνήσει στο τελευταίο καρέ πεσμένο από το κρεβάτι του με τη μητέρα του να το καθησυχάζει. Στο «Πέλαγος» του Καλαϊτζή, πρωταγωνιστής είναι ένας νέος άνδρας σε ανάλογες περιπέτειες αλλά για ενηλίκους. Η αιτία τους όμως είναι το κρασί. Και δεν τις ζει στον ύπνο του αλλά ξύπνιος και φέσι από το αλκοόλ. Η κατάληξή τους αντί για το μητρικό χάδι και τη στοργή είναι μια βουτιά στο σιντριβάνι της πλατείας. Και μετά το ασθενοφόρο. Ο Μαρξ, ο Μπαχ και ο Κοροβέσης Στη «Γαλέρα», της οποίας ήταν ο μοναδικός καπετάνιος αλλά και ο πιο δημοκρατικός, καθώς συζητούσε διεξοδικά με όλους και για όλα για κάθε λεπτομέρεια, επέστρεψε στα «ιερά κείμενα», στον Κάρολο τον ίδιο και στο παρεξηγημένο «Κεφάλαιο». Έχρισε πρωταγωνιστή της σειράς του τον Κώστα Καραμανλή και της έδωσε το όνομα «Μαρξ και Σπένσερ» (στο πρώτο όνομα ανατριχιάζουν από περηφάνια οι ορθόδοξοι αριστεροί και στο δεύτερο δαγκώνονται και τρώνε την κρυάδα). Πρωταγωνιστεί φυσικά ο ανιψιός, που εξαιτίας της ιδιότητας αυτής έγινε πρωθυπουργός, και όλα τα πρόσωπα της αλήστου μνήμης κυβέρνησής του, με κορυφαίους συνεργάτες του δύο γουρούνια που απολαμβάνουν μαζί του το μπάνιο τους σε μια μπανιέρα γεμάτη λάσπη και σκατά. «Εφημερίδα των Συντακτών», 31.10.2015 Το τελευταίο κόμικς του Καλαϊτζή δημοσιεύτηκε εδώ, σ’ αυτήν την εφημερίδα, στο ένθετο «Καρέ Καρέ». Οι «Μπον και Βιβέρ» (και πάλι ο Κοροβέσης και ο Μπαχ) ήταν οι δυο κλοσάρ πρωταγωνιστές του με αυξημένη την αίσθηση του χιούμορ και του αυτοσαρκασμού. Δύο πανέξυπνοι τύποι που η μοίρα τους ανάγκασε να τρώνε από τους κάδους των σκουπιδιών κι αυτοί, αντί να το βάλουν κάτω, υποκρίνονται – μπορεί και να το πιστεύουν – ότι τρώνε στα καλύτερα γαλλικά εστιατόρια. «Μπον και Βιβέρ», «Εφ.Συν.», 16.5.2014 Πέραν αυτών, ο διαρκώς παραγωγικός Καλαϊτζής, που δεν σταματούσε να σχεδιάζει ούτε στα τραπεζομάντιλα στις ταβέρνες ή και στα ίδια τα τραπέζια, έχει δημιουργήσει πολλά ακόμη κόμικς «από δω κι από κει»: τις «Καλύτερες Μέρες» στο περιοδικό «Ένα», ολιγοσέλιδες ιστορίες στο περιοδικό «Ντέφι» και στον «Θούριο», στο περιοδικό «Αντί» και στην εφημερίδα «Αυγή», μεταξύ άλλων, στριπάκια στη βάση των σελίδων του περιοδικού «Έψιλον» της «Ελευθεροτυπίας», τον φοβερό Αυτοσερβιριζόμενο στο flip-book «Soloup Εναντίον Καλαϊτζή» (Εκδόσεις ΚΨΜ). Έχει φτιάξει αμέτρητα γελοιογραφικά πορτρέτα, από τον Μητροπάνο και τον Παύλο Σιδηρόπουλο μέχρι τον Τζον Λένον και τον Λε Κορμπιζιέ, έχει εικονογραφήσει άρθρα και φιλοτεχνήσει ρεκλάμες για μέρη που αγαπούσε και πολιτικές οργανώσεις που συμπαθούσε. «Εφημερίδα των Συντακτών», 28.01.2016 Παρότι ήταν ένας άνθρωπος της εικόνας, η γραφή του ήταν συγκλονιστική. Το αποδεικνύουν «Οι αφορισμοί των αφορεσμένων» (Εκδόσεις Στιγμή), με τα γραπτά του για τον Σοπενάουερ, τον Μποντλέρ, τον Νίτσε, τον Κάφκα κ.ά. Τα κείμενά του στην «Ελευθεροτυπία», στη «Γαλέρα», στην «Εφημερίδα των Συντακτών» ξεχειλίζουν από την πολυμάθειά του και το σαρκαστικό του χιούμορ. «Εφημερίδα των Συντακτών», 14.09.2015 Σε μια καριέρα ζηλευτή κοντά 60 χρόνων, είχε κάνει φοβερά και τόσο διαφορετικά πράγματα. Σχεδίασε τα σκηνικά και τα κοστούμια για το «Happy Day» του Παντελή Βούλγαρη, τις κάρτες για το «Heavy Metal Farm», εικονογράφησε παιδικά βιβλία, εργάστηκε σε διαφημιστικές εταιρείες, έφτιαξε εξώφυλλα, αφίσες και αγιογραφίες. Κι άφησα τελευταίες τις γελοιογραφίες, τη βασική και πιο μακρά απασχόλησή του. Σκάρωσε δεκάδες χιλιάδες απ’ αυτές, σε πλήθος εντύπων, με κατάληξη την «Εφημερίδα των Συντακτών», στην οποία ήταν συνεταιριστής από την πρώτη στιγμή. Πρωταγωνιστές (αρνητικοί) ήταν όλα τα πρόσωπα της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής επικαιρότητας από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 μέχρι τη μέρα του θανάτου του. Κάποιες συγκεντρώθηκαν σε άλμπουμ όπως τα «Γιαταλεφτά Νοέμβρη» (Εκδόσεις Λιβάνη), «2000 στα 4» και «Ασύμμετρη Κυβέρνηση» (Εκδόσεις Άγρα), όλες τους αποτύπωσαν ξεχωριστές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Τελευταίοι «αστέρες» των σκίτσων του ήταν ο Κάμπινετ Μαν, ο ΓΑΠ ή 3ος ο Μακρύτερος, το τρικέφαλο σκυλί της Τρόικας, ο διαχρονικά «αγαπημένος» του Μπενίτο (Ευάγγελος Βενιζέλος), ο Αντώνης Σαμαράς στην Έρημο Σαμάρα, ανάμεσα σε λογοπαίγνια όπως το Υπουργείον χάριν Πεδιάς, το Χάρβαλον μεν Υπεχωδέ, το Στρατόπεδον Υλάρχου Τραγκαουνάκη. Μέχρι τέλους ο Γιάννης σχεδίαζε, έκανε πλάκα, γελούσε δυνατά. Θα τον θυμόμαστε πάντα για το έργο του, που πάντα ισορροπούσε με μαεστρία ανάμεσα στην αποκαλούμενη υψηλή τέχνη και τα «ταπεινά σκιτσάκια», αλλά κυρίως για το πάθος του για τα κόμικς, τις γελοιογραφίες και την Αριστερά, που υπηρέτησε μια ολόκληρη ζωή. Ο Καλαϊτζής μιλά για τον Καλαϊτζή Το αυτο-βιογραφικό του όπως δημοσιεύεται στην προσωπική του ιστοσελίδα, gianniskalaitzis.gr Μεγάλωσα στο καφενείο του πατέρα μου στην Κοκκινιά. Πάνω στα τραπέζια κυκλοφορούσαν δύο-τρεις εφημερίδες. Γελοιογραφικά σκίτσα κάνω από μωρό. Ήμουν παρατηρητικό και κακό και το ’δειχνα. Το περιβάλλον μου ένοιωσε την απειλή. Χάριν εξευμενισμού μου διέθεσε μια αποδοχή διαρκείας. Το να επιδοθώ στην πολιτική σάτιρα ήταν αυτονόητο. Ήμασταν αριστεροί, το κράτος μας έκανε και ρατσιστές. Η δεξιά, η εξουσία, οι αρχές ήταν έξω από την κοινωνία μας, ήταν το ξένο, το άλλο. Μου την είχε στημένη στο νηπιαγωγείο. Κατανάγκαζαν εμένα το σκιτσογράφο να πλέκω καλαθάκια και να κεντάω με μπρισίμι μηλαράκια σε χαρτόνι. Για να με σπάσουν. Δε μίλησα. Καταδικάστηκα σε δωδεκαετή εκπαίδευση. Μου ’ριξαν και έναν χρόνο επιπλέον ως μη συνεργάσιμο. Δραπέτευσα πριν εκτίσω την ποινή. Ακολούθησε ο κατήφορος. Από τα χαμαιτυπεία της Αριστεράς στα καταγώγια των Καλών Τεχνών. Έμαθα κινηματογράφο στους κινηματογράφους, θέατρο στο θέατρο, μουσική την νύχτα και εικόνες στο πεζοδρόμιο. «Πανσπουδαστική», «Δρόμοι της Ειρήνης», «Αυγή». Ακολουθεί μια χούντα που επί 40 χρόνια παραμένει 7 ετών. Σκιτσάρω αγωνιώντας να κατανοήσω το προηγούμενο. «Αντί», «Ελευθεροτυπία», «Σχολιαστής», «Ντέφι», «Βαβέλ», «ΔΗΩ» και «Τσιγγάνικη ορχήστρα», «Το μαύρο είδωλο της Αφροδίτης», «Τυφών», «Γιαταλεφτά Νοέμβρη», «2000 στα 4». Γαλέρα στους πέρα κάμπους Γιάννης Καλαϊτζής ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΑΪΤΖΗΣ Ο Μεγάλος Ερετικός Μικρός που είναι ο κόσμος. Να πώς γίναν τα πράγματα, πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, αν η γηράσκουσα μνήμη δεν μου παίζει άσχημο παιχνίδι: Έχω φύγει από την «Καθημερινή», μετά 13 έτη, έχω πάει στον «Κόσμο του Επενδυτή» επί ιδιοκτησίας Γιαννίκου, πολύ πριν διαβεί το κατώφλι της φυλακής για το φιάσκο του Alter, του «Επενδυτή», των «Modern Times» και του τριγώνου «ΜΜΕ-Τράπεζα-Media Shop» που οδήγησε σε κατάρρευση της διαφημιστικής αγοράς, κι εκεί που προσπαθώ να προσαρμοστώ στη νέα κατάσταση, τόσο με το κυρίαρχο επαγγελματικό μου προσόν, όσο και με το χρονογραφικό μου avatar (τον ΚΙΜΠΙ), χτυπάει το τηλέφωνο και είναι η εξαδέλφη Κλεοπάτρα. Με την οποία είχαμε εντελώς τυχαία – αλλά δεν θυμάμαι πώς – ανακτήσει επαφή έπειτα από δεκαετίες και μερικές φευγαλέες συναντήσεις σε ένα σπίτι με θέα το Α' Νεκροταφείο, τη δεκαετία του ’60, έφηβη εκείνη, νήπιο εγώ, όπου η γιαγιά μου η Άρτεμις και η αδελφή της Κλεοπάτρα προσπαθούσαν να ξανασυνθέσουν τις λαμπερές μνήμες της απαστράπτουσας Σμύρνης, πριν αυτή καεί κι αυτές γίνουν προσφύγισσες, σε μικρές ηλικίες. Σκίτσο: Πέτρος Ζερβός Μου λέει η Κλεό: «Σε αναζητάει ο Περικλής, που τον έχει βάλει ο Γιάννης, αν θες να γράφεις στη “Γαλέρα”». «Ποιος Περικλής;» «Ο Κοροβέσης». «Ποιος Γιάννης;» «Ο Καλαϊτζής». Να πω πως δεν πήρα τα πάνω μου, ψέματα θα πω. Αντιθέτως, ο ναρκισσισμός μου με γαργαλούσε να κάνω τον δύσκολο, τον καχύποπτο, αν και είμαι τύπος που σπανίως λέει όχι, και στο πληρωτέο και στο θεότζαμπα, και στις ουσίες και στις συσκευασίες. Αλλά, μετ’ ου πολύ, έδωσα στην εξαδέλφη Κλεό, μια από τις σπουδαιότερες ζωγράφους των 70's που δεν έχει καβαλήσει καλάμι και δεν κωλώνει να «λερώσει» την τέχνη της με ακτιβισμό, θυμό, κίνημα, πολιτική, το τηλέφωνό μου για τον Περικλή. Και στα καπάκια με παίρνει ο «Φύλακας της ανθρωπιάς» – το θαυμάσιο αντίστροφο σχήμα λόγου που επινόησε ο Δημήτρης Ψαρράς για το θύμα και τον συγγραφέα των «Ανθρωποφυλάκων» της χούντας, τον Κοροβέση – και μου λέει πως με ψάχνει ο Γιάννης – «Ποιος Γιάννης;» «Ο Καλαϊτζής!». Τι λες τώρα, ποιος να μην ανταποκριθεί στο κάλεσμα της άγριας φύσης του Γιάννη, της άγριας, της σεμνής, της διαλλακτικής, της ευρηματικής, της γελαστής, της μελαγχολικής, αλλά πάντα της αφοπλιστικά ανθρώπινης φύσης του Γιάννη; Ποιος να αρνηθεί να γίνει συν-ερέτης (= συν-κωπηλάτης) στον «συνεταιρισμό ερετών» της «Γαλέρας», υπό το πρόσταγμα του Μεγάλου Ερετικού, με «Ε» για τους μαζόχες της ληστρικής εκμετάλλευσης του εαυτού τους, αλλά αν σας ενοχλεί η περίεργη ορθογραφία και με «ΑΙ», για όσους πίστεψαν στο εγχείρημα της αιρετικής, εναλλακτικής, ανεξάρτητης ενημέρωσης. Ανέβηκα στο κατάστρωμα της «Γαλέρας» αφού είχε σαλπάρει σχεδόν δύο χρόνια «ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ», κολυμβητής στη θάλασσα της ενημέρωσης πριν γίνω κωπηλάτης της. «Σε ξέρω, με ξέρεις, αλλά δεν ξερενόμαστε» είπαμε με τον Γιάννη στο πρώτο ραντεβού, για να γίνει η ταυτοπροσωπία, γιατί εγώ τον ήξερα από τα χιλιάδες πράγματα που είχε ήδη κάνει, αυτός με ήξερε κυρίως από την persona που είχα επινοήσει από το 2000 στην «Καθημερινή», τελικά κάτι είχε πετύχει ο «Ελεύθερος Σκοπευτής» μου περιπλανώμενος ως ΚΙΜΠΙ σε σομόν ή λευκές σελίδες καθωσπρέπει αστικών εντύπων, γιατί να μη σαλπάρει και με μια ΓΑΛΕΡΑ για Ακυβέρνητες Πολιτείες, ήταν τόσο κολακευτικό να σ’ το προτείνει αυτό ο συνήθως γελαστός πίσω απ’ τα γυαλιά και τα μούσια του καπετάνιος της. «Τι θέλετε από μένα;» ρώτησα σ’ αυτή την πρώτη επαφή τον Μεγάλο Ερετικό, στο ισόγειο αγκυροβόλιο της «Γαλέρας» στα Εξάρχεια. «Εσένα» ήταν η απάντηση του καπετάνιου. «Αλλά ποιον εμένα, τον ΚΙΜΠΙ ή τον άλλον;» τον ρωτάω – δεν θυμάμαι την ακριβή ανταπάντησή του, αλλά για το alter ego μου γινόταν το παζάρι, κι έτσι ανέλαβα κι εγώ κουπί για καμιά 35αριά μηνιαία ταξίδια της «Γαλέρας», μαζί με μερικές δεκάδες συν-ερέτες, εργάτες των εικόνων, των μολυβιών, των χρωστήρων, των λέξεων, των αναλύσεων, των αποκαλύψεων, των τολμηρών ρεπορτάζ, των νέων ιδεών, του ανελέητου χιούμορ, της καταλυτικής σάτιρας, ένα πολύχρωμο πλήρωμα ανθρώπων που υπέκυψαν στη γοητεία του Γιάννη και του πρωτότυπου υβρίδιου πολιτικού περιοδικού που εμπνεύστηκε. Αυτή ήταν η πρώτη χαρούμενη επαφή με τον Μεγάλο Ερετικό. Αλλά θυμάμαι και τη θλίψη της τελευταίας επαφής, ως συν-ερέτη, Γενάρη ή Φλεβάρη του 2010, τη μέρα που στο αγκυροβόλιο της «Γαλέρας» στα Εξάρχεια ο συνεταιρισμός των ερετών έπρεπε να αποφασίσει αν θα συνεχίσει το κουπί ή θα τραβήξει την τάπα και θα αφήσει τη θάλασσα να πάρει το σκάφος στον βυθό της. Καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του, εναλλακτικές χρηματοδότησης, κράουντ φάντινγκ, τραπεζικό δανεισμό, αλλά στην όψη του Γιάννη νομίζω πως είχε ζωγραφιστεί ένα αμετάκλητο μείγμα απογοήτευσης, αγωνίας, θυμού – με τον εαυτό του; – και πείσματος. Η «Γαλέρα» έκλεισε. Τα τελευταία σκίτσα, κόμικς, κείμενα ανέβηκαν στην ιστοσελίδα της. Αλλά το αιρετικό, ερετικό, συνεταιριστικό σαράκι δούλευε στα στομάχια πολλών, φυσικά και του Μεγάλου Ερετικού. Υποθέτω πως του ήταν εντελώς αυτονόητο να μπει δυο χρόνια μετά στην περιπέτεια της συνεταιριστικής «Εφ.Συν.». Κάπως έτσι, μια άλλη ομάδα «πετροβολημένων», καμιά 25αριά ήμασταν, τολμήσαμε το 15ήμερο πολιτικό περιοδικό «ΜΟΝΟ». Γενάρη του 2012 βγήκε το πρώτο τεύχος, εμπνευστής ο δαιμόνιος Νεκτάριος (Λαμπρόπουλος), τα δώσαμε όλα (και λεφτά), αλλά όχι όλοι, γιατί πολλές φορές οι συνεταιρισμοί ερετών εξελίσσονται σε λεόντειες συμφωνίες, άλλοι τραβάνε το κουπί κι άλλοι ρεμβάζουν τη θάλασσα. Έξι μήνες κράτησε εκείνη η συνεταιριστική αποκοτιά που είχε πολλά από τις ιδέες του Μεγάλου Ερετικού, «Γαλέρα» δεν την έλεγες βέβαια, πιο πολύ με τα φουσκωτά των προσφύγων που διεμβολίζει το Λιμενικό έμοιαζε το «ΜΟΝΟ» μας, είχε μια ενθαρρυντική κυκλοφοριακή εκκίνηση, θυμάμαι τα επαινετικά σχόλια του Γιάννη και του Περικλή για το εγχείρημα, που μέσα σε έξι μήνες όμως πήγε να συναντήσει τη «Γαλέρα» στο μεγάλο υποθαλάσσιο νεκροταφείο της ενημέρωσης. Ου παντός πλειν ες Κόρινθον... ΚΙΜΠΙ Η απουσία από τη ζωή ενός δημιουργού είναι ένας άλλος τρόπος να καταλάβεις πόσο σημαντικός ήταν. Μια απουσία όχι μόνο της καθημερινής του δουλειάς στην εφημερίδα, αλλά απουσία και μιας ισχυρής προσωπικότητας με δυναμισμό, ενέργεια, σοφία, αλλά και γενναιοδωρία και φροντίδα για τους νέους δημιουργούς! Το πείραμα της «Γαλέρας» ήταν ένα θερμοκήπιο όπου νέοι σκιτσογράφοι δημιουργούσαν σε κλίμα πλήρους ελευθερίας και ενθάρρυνσης. Τα καλύτερα σκίτσα μου τα είχα φτιάξει ως τότε στη «Γαλέρα», μέσα στο συλλογικό κλίμα άμιλλας αλλά και με το κρυφό καμάρι ότι θα τα δει ο «Δάσκαλος». Γιάννη, θα σε θυμάμαι πάντα! Πέτρος Ζερβός Σκίτσο: Soloup Πριν από λίγο καιρό έχασα τον πατέρα μου. Τα… προεόρτια όμως μιας τέτοιας αναντικατάστατης απώλειας τα ένιωσα δέκα χρόνια πριν με το φευγιό του Γιάννη. Δάσκαλος, εμπνευστής, συνάδελφος και φίλος, αλλά και πολλά περισσότερα πράγματα ακόμα, όχι μόνο για εμένα, αλλά για πολλές και πολλούς που τον γνωρίσαμε, φιλοσοφήσαμε, παρεξηγηθήκαμε και καλαμπουρίσαμε μαζί του. Γιατί δεν ήταν μόνο κορυφαίος γελοιογράφος – με πολιτικοποιημένο σκίτσο και αφοπλιστικά σαρκαστικό και αυτοσαρκαστικό χιούμορ- και άκρως επιδραστικός δημιουργός κόμικς – με τα πρωτοποριακά συνειρμικά μονοσέλιδά του και κυρίως τα έργα του «Τσιγγάνικη Ορχήστρα», «Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης» και «Τυφών» – όσο και μια ξεχωριστή προσωπικότητα. Με τη σοφία αλλά και τις εξάρσεις, την έγνοια για τα πράγματα, τις φωνές, το γέλιο και τις σιωπές κάθε σπάνια ουσιαστικού και βαθιά ειλικρινούς ανθρώπου. Ενός δημιουργού που ήξερε να βάζει το Εμείς – όπως ας πούμε με τον τρόπο που έστησε το περιοδικό «Γαλέρα» – πάνω από την ξελογιάστρα καλλιτεχνική ματαιοδοξία. Τον συμβουλεύτηκα στα δύσκολα και τον συμβουλεύομαι ακόμα. Βαρύτιμος μπούσουλας με επαρκέστατα τρελαμένη βελόνα. Σ’ ευχαριστούμε Γιάννη. Soloup ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΣΧΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΩΝ «Ένα παιδί που κάνει κόμικς δεν είναι αυτό;» Ήταν κάπου στις αρχές του 2006, όταν κόβαμε την πρωτοχρονιάτικη πίτα στα γραφεία της Λέσχης μας. Μερικοί από εμάς, που είχαμε την τύχη να συνεργαζόμαστε και να μαθητεύουμε στη «Γαλέρα» με τον Γιάννη Καλαϊτζή, προσκομίσαμε εκείνη τη βραδιά τα πρώτα τεύχη του περιοδικού. Η υποδοχή που επιφύλαξαν στη «Γαλέρα» οι συνάδελφοι είχε διάφορες αποχρώσεις. Πολλοί τη γνώριζαν από πριν, ως συνεργάτες. Άλλοι, ως αναγνώστες της. Ένας από τους πρεσβυτέρους την κοίταξε και ρώτησε: «Ποιος τη βγάζει; Ο Καλαϊτζής; Ένα παιδί που κάνει κόμικς δεν είν' αυτός;». Τότε ο Καλαϊτζής είχε συμπληρώσει τα 61 του και είχε πάνω από 40 χρόνια στο σκίτσο, την πολιτική γελοιογραφία και τα κόμικς. Ασχέτως της σαρκαστικής προσποίησης άγνοιας, ο κατά δύο δεκαετίες αρχαιότερος ομότεχνός του είχε δίκιο: ο Γιάννης Καλαϊτζής παρέμενε, πράγματι, ένα «παιδί» που ενοχλούσε τους «μεγάλους». Οι καινοτομίες του στην καρικατούρα, στο αντιεξουσιαστικό σκίτσο και στο πολιτικοκοινωνικό κόμικς ήταν σαν την εφευρετική φαντασία των παιδιών που αλλάζουν παιχνίδι, το ίδιο το παιχνίδι και τον κόσμο που το πλαισιώνει. Ήταν εμβληματικός, ταλαντούχος και αγωνιστής ο Γιάννης Καλαϊτζής. Συνάμα ήταν εργασιομανής, τελειομανής και μαχητικός. Μαζί με τον άλλο Γιάννη, τον Ιωάννου, υπήρξαν ανανεωτές, θαυματουργοί και ανάδοχοι της Νέας Πολιτικής Γελοιογραφίας. Ο ένας λίγο πριν κι ο άλλος λίγο μετά τη δικτατορία, είχαν συνδέσει τα βήματα του μοντερνισμού στα εικαστικά, στη θέαση του αστικού τοπίου, στον κινηματογράφο, στα κόμικς και το θέατρο του Παραλόγου, με ό,τι πιο κριτικό, ανατρεπτικό και φρέσκο είχε να δείξει η παγκόσμια λογοτεχνία. Απογείωσαν το πολιτικό σκίτσο στην Ελλάδα και το έκαναν να επισπεύδει, να εγείρει τον ριζοσπαστισμό της Μεταπολίτευσης. Οι νεότερες γενιές χρωστάμε ακόμα πιο πολλά σε αυτούς που τόλμησαν, με φαντασία και ρίσκο, σε μια εποχή πάντως με εύφορες πλαγιές και μια κοινωνία διψασμένη και επιδεκτική για το νέο που καλλιεργούσαν. Μας δίδαξαν, θέλοντας και μη, αλλά και μας «κακομάθανε». Δεν προέβλεπαν ίσως την ξηρασία του τοπίου, την απαξίωση και τη δυσανεξία που θα ακολουθούσε. Στο φευγιό του Γιάννη Καλαϊτζή είχαμε γράψει πως αυτοί οι ευαίσθητοι ποιητές του σκίτσου ήταν σαν τα αηδόνια που συνήθιζαν να έχουν στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην πρώτη κιόλας διάχυση της τοξικότητας, μας άφηναν μόνους. Κι ακόμα χειρότερα από μόνους... Δέκα χρόνια μετά την απώλεια του Γιάννη Καλαϊτζή, νιώθουμε ευγνώμονες που ζήσαμε αυτό το «ενοχλητικό παιδί» ως ομότεχνο, ως συνάδελφο και ως φίλο. Και τον ευχαριστούμε που έβαλε χρώμα στη ζωή μας. ⚪ Ευχαριστούμε την οικογένεια του Γ. Καλαϊτζή για την άδεια αναδημοσίευσης των εικόνων που συνοδεύουν το αφιέρωμα. Το σώμα του γνωστού έργου του Γ. Καλαϊτζή βρίσκεται κατατεθειμένο στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας. Και το σχετικό link...
  2. Από το εξώφυλλο της «Τσιγγάνικης Ορχήστρας» - Εκδόσεις Πολύτυπο, 1984 Σκάρωνε σκίτσα όπου κι αν βρισκόταν. Οι ταβερνιάρηδες κι οι καφετζήδες τσατίζονταν όταν τον έβλεπαν να «λερώνει» τα τραπέζια τους. Μόλις έβλεπαν με τι τα «λέρωνε», του ζήταγαν πορτρέτο. Δήλωνε απλώς «σκιτσογράφος». Αυτή ήταν η φύση του. Τα κόμικς ήταν το διάλειμμά του, έστω και αν κάθε τέτοιο διάλειμμα του έτρωγε μερικά χρόνια λεπτομερούς έρευνας και χειρουργικής ακρίβειας ως προς την αφηγηματική και εικαστική αρτιότητα. Τα λάτρευε τα κόμικς, όχι μόνο ως δημιουργός αλλά και ως αναγνώστης και ως δάσκαλος. Το μαρτυρούν οι συμβουλές που απλόχερα πρόσφερε σε κάθε νέο δημιουργό, η επιλογή του να αφιερώσει σχεδόν τη μισή «Γαλέρα» που διηύθυνε στα κόμικς, στα φεστιβάλ που ως καπετάνιος της διοργάνωσε. Στο περιοδικό «Τέταρτο» φιλοτεχνούσε μια σελίδα με «Συνειρμικά Ντεκουπάζ», όπως τα αποκαλούσε. Ο Χατζιδάκις ήταν ενθουσιασμένος με αυτά. Στη «Βαβέλ», αρχές της δεκαετίας του ’80 ξεκίνησε την «Τσιγγάνικη Ορχήστρα», που κυκλοφόρησε ολοκληρωμένη το 1984. Ήταν το πρώτο ελληνικό «graphic novel», όπως το χαρακτηρίζουν όσοι αρέσκονται στη νέα -όχι άμοιρη προθέσεων- ορολογία. Στην πρώτη σελίδα της «Τσιγγάνικης Ορχήστρας», ο δημοσιογράφος Κώστας Φαναρτζής παρουσιάζεται να φορά ένα λευκό πουκάμισο επί οκτώ καρέ. Στο ένατο καρέ, στην ίδια σκηνή, το πουκάμισό του γίνεται μαύρο, «ανακοινώνοντας» στον αναγνώστη ότι αυτό που θα ακολουθήσει δεν υποτάσσεται σε κάποια συμβατική λογική. Η λέξη «Τέλος» φαίνεται να μην του άρεσε και πολύ. Απουσιάζει άλλωστε και από τα τρία μεγάλα βιβλία του. Στην «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» το τελευταίο καρέ συνοδεύεται από την επισήμανση «Τέλος στο πρώτο βιβλίο» με σαφή τον υπαινιγμό ότι θα υπάρξει συνέχεια. Δεν υπήρξε. Στα δύο επόμενα, το Μεγάλο μας Τσίρκο, η μεταπολιτευτική Αθήνα του καυσαερίου, των ΜΑΤ και των ξενοδοχείων ημιδιαμονής μεταφέρθηκε λίγους αιώνες πιο πίσω. Το 1990 ξαναχτύπησε με «Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης», ένα διονυσιακό αντάμωμα πειρατών, τυχοδιωκτών, σκλάβων και αρχόντων στη Σαντορίνη, διακόσια χρόνια μετά την άλωση της Πόλης. Το «Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης» έχει ως πρωταγωνιστές τον Αλέκο τον Τράκα, κάλπη άρχοντα, και τον Καράμπαμπα, δούλο κι αφέντη του εαυτού του. Ο πρώτος με «μοντέλο» τον παλιό ποδοσφαιριστή Τάσο Μητρόπουλο και ο δεύτερος ως προϊόν «διασταύρωσης» του Στέλιου Καζαντζίδη και του Καραγκιόζη. Οι ομοιότητες, φυσικά, εντοπίζονται μόνο στην εμφάνιση. Ο Διόνυσος σε ένα από τα ταξίδια του δέχτηκε επίθεση από Τυρρηνούς πειρατές. Για να ξεφύγει μεταμόρφωσε τα κατάρτια του πλοίου του σε κληματαριές και τους πειρατές σε δελφίνια. Τη σκηνή απέδωσε σε μελανόμορφη κύλικα ο Εξηκίας (περ. 530 π.Χ.). Στο ίδιο (οινό)πνεύμα και ο Καλαϊτζής στο «Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης». «Ο Τυφώνας», το επόμενο βιβλίο του, διαδραματίζεται σε άλλο τόπο του νησιού, την ίδια νύχτα. Γυμνόστηθες καλλονές καβάλα σε γαϊδούρια εφορμούν από το εξώφυλλο του «Τυφώνα» ωσάν αποφασισμένες να αποδράσουν από τη χάρτινη φυλακή. Η ιδέα προέκυψε από ένα πόστερ του Jules Cheret από τα τέλη του 19ου αι. που διαφήμιζε το περιβόητο καμπαρέ «Μουλέν Ρουζ». Ο Περικλής Κοροβέσης είναι το πιο αγαπημένο «μοντέλο» του Καλαϊτζή. Συμμετέχει σε πληθώρα γελοιογραφιών αλλά ο πιο απρόσμενος ρόλος του είναι αυτός του γενίτσαρου Σουλεϊμάν Σαλίκ στον «Τυφώνα». Ως μπράβος σπέρνει τον τρόμο και δολοφονεί τον Κολαούζο λίγο πριν κι αυτός ουσιαστικά αυτοκτονήσει στα κοχλάζοντα νερά από την έκρηξη του ηφαιστείου. Ο Κολαούζος θα επανέλθει στις τελευταίες σελίδες. Ο Σαλίκ, όχι. Το δισέλιδο που κλείνει τον «Τυφώνα» είναι η παρουσίαση των εικονικών επόμενων τευχών. Οι «τίτλοι» που παρουσιάζονται είναι απολαυστικοί: «Ουρμπάν ο Προφήτης», «Άμλετ, ο Μπαρμπέρης της Ελσινόρης», «Το Μονοπάτι της Δύσεως» (με τα κεφάλαια: Γκογκόσης ο Κατακτητής, Γκογκόσης Εναντίον Γκογκόση, Η Επιστροφή του Γκογκόση κ.ά.). Είχαν προηγηθεί τα «Χαμένα Δάση», εκπαιδευτικό κόμικς για τα δάση της Ευρώπης σε ανάθεση της περιφέρειας της Προβηγκίας, που δεν κυκλοφόρησε ποτέ στα ελληνικά, μια και η τότε κυβέρνηση απαίτησε την απόσυρσή του επειδή σε κάποιον χάρτη αναγραφόταν το όνομα «Μακεδονία». Στα «Χαμένα Δάση» οι χαρακτήρες αποτελούν τις χάρτινες μεταφορές τεσσάρων φίλων του Γιάννη Καλαϊτζή: ο συγγραφέας Περικλής Κοροβέσης, ο μουσικοσυνθέτης Γιάννης–Μπαχ Σπυρόπουλος, ο δημοσιογράφος Τέλης Σαμαντάς και ο δημοσιογράφος Γιώργος Μασσαβέτας δανείζουν τις μορφές τους σε αρχαίους Έλληνες. Στο «Έψιλον» της «Ελευθεροτυπίας» δημιουργούσε αποσπασματικά στριπ ενώ όταν κυκλοφόρησε το «Εννέα» ανέλαβε την τελευταία σελίδα με τα μεθυσμένα ταξίδια στο «Πέλαγος της Μποτίλιας» και στη συνέχεια με τα παραληρηματικά «Έκτακτα Περιστατικά». Ως αρχικωπηλάτης της «Γαλέρας» δημιούργησε ακόμη έναν παιγνιώδη τίτλο: «Μαρξ και Σπένσερ». Mια ιδιαιτερότητα στα έργα του ήταν τα συνεχή λογοπαίγνια, η εσκεμμένη γλωσσική σύγχυση, οι νεολογισμοί και τα αρκτικόλεξα. Από κοντά οι μεταμορφώσεις των χαρακτήρων του, οι αλλαγές στα ονόματα και στην όψη τους. Σε ένα από τα «Έκτακτα Περιστατικά» του, πριν επινοήσει τους «Μαρξ και Σπένσερ», η ιστορία τελειώνει με το μπέρδεμα ανάμεσα στον Γκράουτσο Μαρξ και τον Καρλ Μαρξ. Ο Μαρξ του τελευταίου καρέ δεν μοιάζει λίγο και του Καλαϊτζή; Κόμικς του δημοσιεύτηκαν στο «Ντέφι», στην «Αυγή» και αλλού. Η τελευταία του σειρά δημοσιεύτηκε σε τούτην εδώ την εφημερίδα, στο «Καρέ Καρέ», με τους άστεγους «Μπον και Βιβέρ» να φαντασιώνονται λαβράκι πανέ στην όψη ενός σάπιου κρεμμυδιού. Οι Κοροβέσης και Σπυρόπουλος γίνονται οι «Μπον και Βιβέρ», που αναζητούν σκουπίδια και ονειρεύονται συνταγές με εξωτικά ονόματα και γεύσεις. Αν δεις μαζεμένα όλα αυτά τα κόμικς καταλαβαίνεις πως δεν αποτελούσαν πάρεργο της καλλιτεχνικής του διαδρομής αλλά αναπόσπαστο μέρος της. Κι αν τα δεις εκ του σύνεγγυς, θα ανακαλύψεις τόσες λεπτομέρειες, τόσες ψηφίδες ευφυΐας και χιούμορ που πολλαπλασιάζουν την αξία ενός έργου πάντα ζωντανού, επίκαιρου και προκλητικού στην εξερεύνηση. Ένας αντιεξουσιαστής... ΕΔΑΐτης ➀ Πανσπουδαστική τχ. 45-46, Μάρτιος-Απρίλιος 1963 - ➁ The New Yorker, 13-20.2.2017, εξώφυλλο του John W. Tomac με τίτλο «Liberty’s Flameout» (1-2) Σε ένα από τα πρώτα του σκίτσα στην «Πανσπουδαστική» ο Γιάννης Καλαϊτζής φαντάστηκε το Άγαλμα της Ελευθερίας με τον πυρσό να σβήνει, αφήνοντας να βγαίνει μόνο καπνός (1). Ήταν η περίοδος που ενισχύθηκε η ιμπεριαλιστική εμπλοκή των ΗΠΑ σ' όλο τον κόσμο και οξύνθηκαν οι φυλετικές αντιθέσεις στο εσωτερικό τους. Αλλά ακριβώς την ίδια έμπνευση είχε την περασμένη βδομάδα στο εξώφυλλό του το αμερικανικό περιοδικό «The New Yorker», προκειμένου να εικονογραφήσει τις πρόσφατες αποφάσεις του νέου προέδρου των ΗΠΑ (2). Ποιο είναι αυτό το στοιχείο που κάνει τις δημιουργίες του Καλαϊτζή τόσο επίκαιρες; Το δίχως άλλο η ιδιαίτερη σχέση του με την πολιτική. Μπορεί να μην περιορίστηκε στο πολιτικό σκίτσο η πολύχρονη παρουσία του στον ελληνικό Τύπο, αλλά δεν υπάρχει καμιά πτυχή της τόσο πληθωρικής δημιουργίας του που να μην έχει συνδεθεί άμεσα ή έμμεσα με την πολιτική. Από την εμφάνισή του «με κοντά παντελονάκια», όπως θυμάται ο Γιάνης Γιανουλόπουλος στην πρωτοποριακή προδικτατορική «Πανσπουδαστική» των αρχών της δεκαετίας του 1960, έως τα τελευταία του σκίτσα στην «Εφ.Συν.», η πολιτική στράτευση του Καλαϊτζή ξεχειλίζει. Δεν αναφέρομαι στον προφανή πολιτικό χαρακτήρα των σκίτσων και των γελοιογραφιών κάθε εφημερίδας. Η «στράτευση» του Καλαϊτζή υπηρετούσε εξαρχής μια προσωπική τοποθέτηση στον χώρο της Αριστεράς, όπως ο ίδιος την καταλάβαινε, χωρίς τους περιορισμούς της κομματικής ορθοδοξίας και χωρίς τα ταμπού του αριστερού συντηρητισμού. Την περίοδο που οι σκιτσογράφοι των εντύπων της Αριστεράς ήταν εγκλωβισμένοι σε ένα είδος γελοιογραφικού «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» και κομματικής αυτοσυγκράτησης, ο Καλαϊτζής πειραματιζόταν με τα «απαγορευμένα»: τον αντικληρικαλισμό, το γυμνό, τις ερωτικές σχέσεις, την απόρριψη των ταμπού και της ηθικολογίας. Αυτός είναι ο λόγος που τα σκίτσα του Καλαϊτζή παραμένουν και σήμερα εξαιρετικά επίκαιρα, ακόμα κι εκείνα που είναι ολοφάνερα σημαδεμένα από τη συγκυρία που τα ενέπνευσε. Κάποιες φορές, μάλιστα, ξενίζει η πολιτική γραμμή του σκίτσου του, αν τη συγκρίνει κανείς με τη γενική κατεύθυνση του εντύπου που τον φιλοξενεί, αλλά ακόμα και με την κυρίαρχη άποψη του πολιτικού φορέα που τον εκφράζει τη δεδομένη στιγμή. Από το ξεκίνημά του διαφαίνεται αυτή η ιδιαίτερη προσωπική σκοπιά και το χωρίς όρια χιούμορ του, το οποίο αποδεικνύεται διαχρονικό και υπερτοπικό. Περιοδικό «Αντί», τεύχος 155, 4.7.1980 Το διαπιστώνουμε στην προδικτατορική «Αυγή» της ΕΔΑ, στους «Δρόμους της Ειρήνης», και μετά την πτώση της χούντας πάλι στην «Αυγή» του ΚΚΕ Εσωτερικού, στο «Αντί», στην «Ελευθεροτυπία», στον «Σχολιαστή», στο «Ντέφι», στη «Βαβέλ» και άλλα. Σε όλη αυτή την πορεία διακρίνεται μια πρωτοφανής πολιτική συνέπεια. Μπορεί η γραμμή του σκίτσου να εξελίσσεται, αλλά η γραμμή του σκιτσογράφου συνεχίζει να εδράζεται στις ίδιες αρχές. Παραμένει σημαδεμένη από την εποχή των μεγάλων προσδοκιών της δεκαετίας του '60, αλλά ταυτόχρονα είναι έτοιμη να ξεφύγει από κάθε εύκολο καλούπι. Όπως επιχειρήσαμε να δείξουμε και στο ειδικό αφιέρωμα της «Εφ.Συν.» πριν από έναν χρόνο, η αριστερή ματιά στο σκίτσο του Καλαϊτζή δεν χωρά σε κανένα στερεότυπο. Και φυσικά ο ίδιος ουδέποτε ταυτίστηκε με το έντυπο με το οποίο συνεργαζόταν, όπως συμβαίνει με άλλους ομοτέχνους του, παρά το γεγονός ότι σε όλα υπήρξε κορυφαίος και σημείο αναφοράς των αναγνωστών. Για την ακρίβεια, ταυτίστηκε με δύο απ' αυτά. Μόνο που και τα δύο ήταν και δικά του δημιουργήματα. Πρώτα πρώτα η «Γαλέρα», το περιοδικό που ο ίδιος εμπνεύστηκε και σχεδίασε, και βέβαια η «Εφ.Συν.», η εφημερίδα που δεν θα είχε εκδοθεί χωρίς τη δική του παρότρυνση, επιμονή και συμβολή. Για να αντιληφθεί κανείς τη σχέση των σκίτσων του Γιάννη Καλαϊτζή με την πολιτική είναι χρήσιμη η αναδρομή στην περίοδο που κατέρρεε η «Ελευθεροτυπία» και οι εργαζόμενοι της Χ.Κ. Τεγόπουλος αναζητούσαν τρόπους να αντιδράσουν. Ο Γιάννης, αντίθετα με άλλες γνωστές υπογραφές της εφημερίδας, έδινε εξαρχής το «παρών» στις γενικές συνελεύσεις και υποστήριζε κάθε είδους συλλογική προσπάθεια ανασύνταξης της επιχείρησης, προτείνοντας μορφές αυτοδιαχείρισης. Και όταν φάνηκε ότι το μόνο μέλημα της εργοδοσίας ήταν να «προστατευτεί» από τους εργαζομένους και να εξασφαλίσει τη δική της οικονομική επιβίωση σε βάρος τους, ο Καλαϊτζής έθεσε εξαρχής το σκίτσο του στο πλευρό του αγώνα των εργαζομένων. Δεν ακολούθησε τον δρόμο άλλων επιφανών στελεχών της επιχείρησης (ανάμεσά τους και... αριστεροί σκιτσογράφοι) που προτίμησαν να λουφάξουν ή έσπευδαν να βρουν σωτηρία σε άλλα εκδοτικά συγκροτήματα. Έμεινε μαζί μας και πρωτοστάτησε στις απεργιακές μας κινητοποιήσεις, προσφέροντας ακόμα και το γραφείο του για την έκδοση των δύο ιστορικών απεργιακών φύλλων που κυκλοφόρησαν στις 15 και 22 Φεβρουαρίου 2012. Η αφίσα του για την έκδοση του δεύτερου απεργιακού φύλλου έγινε πρωτοσέλιδο στη γερμανική «Tageszeitung» σε αφιέρωμα για το «Ελληνικό Comeback», δηλαδή τον αγώνα των εργαζομένων για μια συνεταιριστική απάντηση στην κρίση (3). 3. To πρωτοσέλιδο της γερμανικής «Tageszeitung» (15.2.2012) Απολύτως χαρακτηριστικό για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε τη δουλειά του ο Καλαϊτζής είναι το γεγονός ότι στο πολύμηνο διάστημα που μεσολάβησε από το κλείσιμο της «Ελευθεροτυπίας» μέχρι το άνοιγμα της «Εφ.Συν.» δεν σταμάτησε να σκιτσάρει κάθε μέρα και να αναρτά τη δουλειά του στον ιστότοπό του (gianniskalaitzis.gr). Όσο για την ιδιαιτερότητα της ματιάς του και την ανεξαρτησία της σκέψης του, αρκεί κανείς να φυλλομετρήσει τις εκδόσεις της «Εφ.Συν.» για να διαπιστώσει ότι δεν έπαψε μέχρι το τέλος να υπηρετεί τις ίδιες αρχές. Μόνιμος στόχος του, ο εγχώριος ναζισμός (4) και η (παρα)εξουσία της Εκκλησίας και των δανειστών (5). 4. «Εφ.Συν.», 1.9.2014 5. «Εφ.Συν.», 9.11.2015 Υποστήριζε την κυβέρνηση της Αριστεράς σε σύγκριση με τους προκατόχους της (6), αλλά χωρίς να παύει να σχολιάζει τα δικά της πεπραγμένα (7 και 8). 6. «Εφ.Συν.», 19.1.2016 7. «Εφ.Συν.», 24.10.2015 8. «Εφ.Συν.», 31.10.2015 Μετά το καλοκαίρι του 2015 από το πενάκι του δεν γλίτωσαν ούτε αυτοί που ονόμαζε «πολύ αριστεροί» (9). 9. «Εφ.Συν.», 16.7.2015 Αλλά το σημαντικότερο είναι ότι ποτέ δεν δίστασε να ασχοληθεί και με τα πιο επικίνδυνα θέματα (10), ενώ ακόμα και για το συνεταιριστικό εγχείρημα της «Εφ.Συν.», που υποστήριζε με τόση ζέση, ποτέ δεν έπαψε να μας θυμίζει τις δυσκολίες (11). 10. «Εφ.Συν.», 6.10.2015 11. «Εφ.Συν.», 22.7.2014 Αυτοί είναι οι λόγοι που καθιστούν την απώλειά του τόσο δυσβάστακτη για όλους μας. Και το σχετικά links εδώ κι εδώ...
  3. Τα διονυσιακά και πρωτοπόρα κόμικς του Γιάννη Καλαϊτζή Στην Τσιγγάνικη Ορχήστρα, ο σκιτσογράφος – πρωταγωνιστής περιφέρεται στην Αθήνα της μεταπολιτευτικής περιόδου, δίπλα σε Ντάτσουν και μέλη κομματικών οργανώσεων, στη σκιά του Αρη, «ακούγοντας» Διονύση Σαββόπουλο Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς Ηταν γνωστός κυρίως ως πολιτικός γελοιογράφος. Τα ρηξικέλευθα σκίτσα του επί σχεδόν πενήντα χρόνια δημοσιεύονταν σε πληθώρα εντύπων της Αριστεράς. Ομως, παράλληλα, ήταν και δημιουργός κόμικς. Και το έργο που αφήνει πίσω του είναι μοναδικό. Οταν πριν από περίπου δύο χρόνια ξεκινούσαμε αυτό το ένθετο τετρασέλιδο για τα κόμικς, ο Γιάννης Καλαϊτζής ήταν από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του. Η συμβολή του σε ιδέες και προτάσεις ήταν καθοριστική. Οταν είχαμε δυσκολίες τον συμβουλευόμασταν πάντα. Κάθε στιγμή ήταν έτοιμος να καταθέσει τις απόψεις του, να επαινέσει όταν τον ικανοποιούσε το αποτέλεσμα αλλά και να ασκήσει καλόπιστη, πολλές φορές σκληρή, κριτική. Είναι αυτονόητο ότι δεν θα καταφέρουμε να πούμε όλα όσα θα θέλαμε σε τέσσερις μόνο σελίδες. Αλλωστε τις τελευταίες ημέρες, μίλησαν πολλοί και πολλές για κάθε πτυχή του πολύπλευρου έργου του. Το «Καρέ Καρέ» είναι σήμερα εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στα κόμικς του συνάδελφου, συνεργάτη, δάσκαλου, καλλιτέχνη,και μοναδικού δημιουργού, Γιάννη Καλαϊτζή (1945-2016) Αριστερά η «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» (Εκδόσεις Πολύτυπο, 1984). Δεξιά, εξώφυλλο του περιοδικού «Eψιλον» με σκίτσο του Καλαϊτζή (1994) Στην πρώτη σελίδα της Τσιγγάνικης Ορχήστρας, στο πρώτο πρώτο καρέ φιγουράρει ένα Ντάτσουν με την επιγραφή «Ιχθυεμπορικόν – έδρα Οινόφυτα» ως σύμβολο των πρώτων ετών της μεταπολιτευτικής Ελλάδας που πάσχιζε να ισορροπήσει ανάμεσα στη φενάκη της εισόδου της στην ΕΟΚ και τη βαλκανική της καταγωγή και μοίρα. Στα επόμενα οκτώ καρέ, ο πρωταγωνιστής Κώστας Φαναρτζής, σκιτσογράφος στη «Σημαία – καθημερινή εφημερίδα του λαού», φορά ένα λευκό πουκάμισο και καπνίζει, περιμένοντας τον καφέ του. Και ξαφνικά στο ένατο καρέ και για όλο το υπόλοιπο βιβλίο, το πουκάμισο χωρίς κανέναν προφανή λόγο μεταμορφώνεται σε μαύρο. Δεν χρειάζεται να επιχειρήσει κάποιος να ερμηνεύσει αυτή την αλλαγή. Ετσι βόλευε τον δημιουργό της, έτσι έκρινε ότι εξυπηρετεί τις αισθητικές του απαιτήσεις, έτσι έπραξε. Και έτσι έπραττε ο Γιάννης Καλαϊτζής σε όλα του τα κόμικς. Εστηνε πανηγύρια με εικόνες και λέξεις που παρέπεμπαν σε διονυσιακά γλέντια. Εκεί που η λογική δίνει, συχνά, τη θέση της στο παραλήρημα, στην πνευματική και σωματική απελευθέρωση από κάθε σύμβαση. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ήταν μελετημένα με αυστηρότητα και μεστά σενάρια. Το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Αντιθέτως. Στα κόμικς του Γιάννη Καλαϊτζή το ένα συμβαδίζει με το άλλο. Το επιβεβαιώνουν η απολλώνια σοβαρότητα και η προσήλωσή του όταν δημιουργούσε σε συνδυασμό με το γκροτέσκο και καρναβαλικό στοιχείο που αποτύπωνε. Η κυκλοφορία της Τσιγγάνικης Ορχήστρας σε ενιαίο τόμο το 1984 (εκδόσεις Πολύτυπο, μέρη της είχαν δημοσιευτεί νωρίτερα στη «Βαβέλ») δεν ήταν κάτι αναμενόμενο για την κατάσταση των ελληνικών κόμικς. Σε μια εποχή που ο όρος graphic novel ήταν σχεδόν άγνωστος στην Ελλάδα και ίσως στον περισσότερο κόσμο, μια ασπρόμαυρη «περιπέτεια» αστικής επιβίωσης στην γκρίζα μεταπολιτευτική Αθήνα, ένα road movie ανάμεσα σε διαδηλώσεις, ΜΑΤατζήδες, παλαιοπωλεία, σκυλάδικα, ξενοδοχεία ημιδιαμονής, ρυζόγαλα, ταξιτζήδες και βοσκοπούλες, έτυχε απρόσμενα αλλά απολύτως δικαιολογημένα υμνητικής υποδοχής. Με γραμμή που έφερνε στον νου τις πολυπληθείς συνθέσεις των Munoz-Sampayo και με σενάριο βγαλμένο μέσα από τη ζούγκλα της Αθήνας, υπό το βλέμμα του Βελουχιώτη, τους στίχους του Σαββόπουλου και τα συνθήματα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, η Τσιγγάνικη Ορχήστρα ήταν η καταγραφή μιας ατελέσφορης απόπειρας ενός ζευγαριού να κάνει σεξ όταν δίπλα σφάζονται κοτόπουλα και, ταυτόχρονα, το ψυχογράφημα μιας πόλης που αργοπέθαινε, πιστεύοντας πως έτσι συντηρεί το φολκλόρ για να έλκει τους τουρίστες. Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης (Εκδόσεις Ars Longa, 1990) και ο Τυφών (Εκδόσεις Κώμος, 1997) Το 1990, κάνει την εμφάνισή του το επόμενο έπος του Καλαϊτζή, το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης (εκδόσεις Ars Longa). Το θέατρο της δράσης μεταφέρεται στη Σαντορίνη, διακόσια τόσα χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης και πρωταγωνιστές είναι ο Αλέκος ο Τράκας, ένας «κάλπης» άρχοντας, κι ο Καράμπαμπας, δούλος κι αφέντης του εαυτού του σε μάταιη αναζήτηση του made in Greece άγιου δισκοπότηρου. Ο πρώτος σχεδιάζεται με πρότυπο τον, μεσουρανούντα τότε, ποδοσφαιριστή Τάσο Μητρόπουλο και ο δεύτερος είναι ένα υβρίδιο του Στέλιου Καζαντζίδη και του Καραγκιόζη. Και γύρω τους αμπέλια και σταφύλια που προσφέρουν την πρώτη ύλη για το «όργιο», παπάδες που αφορίζουν, πόρνες που κολάζουν, δελφίνια που αναδύονται στον αφρό και μια οσμή πανούκλας στην ατμόσφαιρα. Στο ίδιο κλίμα, «την ίδια μέρα, ή μάλλον την ίδια νύχτα σε διαφορετικό τόπο της Σαντορίνης» του 1707, κατά τον Καλαϊτζή, διαδραματίζεται ο Τυφών (εκδόσεις Κώμος, 1997). Οι ημίγυμνες Καλλονές καβάλα στους γαϊδάρους του εξωφύλλου προδιαθέτουν για το περιεχόμενο. Ενα νέο δίδυμο, ο Καπετάν Γκρέκο και ο Γκογκόσης, και δίπλα τους αδίστακτοι κυνηγοί αρχαιοτήτων επιδίδονται «σε μια πλειοδοσία κυνισμού και αρπαγής» με αντίπαλό τους «το φρικτότερο τέρας που γέννησε ποτέ η γη: τον Τυφώνα». Ο Τζελεπή-Γιαννάκης, η μάγισσα Τζατζαμίλια, ο καλόγερος Ταντέους Στάνισλας, ο Κολαούζος και πάνω απ’ όλους, ο γενίτσαρος Σουλεϊμάν Σαλίκ με το πρόσωπο του Περικλή Κοροβέση, αγαπημένου φίλου του Καλαϊτζή, μπλέκονται σε μια περιπέτεια χωρίς τέλος, την ώρα που σκάει το ηφαίστειο «εκεί που σμίγουν τα νερά με τους παλιούς κουρσάρους». Στο Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης, ο Αλέκος Τράκας κι ο Καράμπαμπας αψηφούν την πανούκλα Εκτός από τα μεγάλου μήκους κόμικς όμως, ο Γιάννης Καλαϊτζής φιλοτέχνησε και μια σειρά από μικρότερα, όχι λιγότερο σημαντικά. Το Πέλαγος της Μποτίλιας στο «9» της «Ελευθεροτυπίας», το Μαρξ και Σπένσερ στη «Γαλέρα», τα Συνειρμικά Ντεκουπάζ που λάτρευε ο Μάνος Χατζιδάκις στο «Τέταρτο», τα λογοκριμένα Χαμένα Δάση, τα Εκτακτα Περιστατικά, μικρά ή μονοσέλιδα στην «Αυγή», στο «Ντέφι», στο «Αντί», στο «Ενα», στο «Εψιλον». Και τη σειρά Μπον και Βιβέρ, για την οποία είμαστε τόσο περήφανοι, εδώ στο «Καρέ Καρέ». Επειδή είναι αβάσταχτο και αμήχανα άβολο να σκέφτεσαι ορθολογικά την «τελευταία φράση» που «πρέπει» να χρησιμοποιήσεις εν είδει κατακλείδας σε ένα τέτοιο αφιέρωμα, θα χρησιμοποιήσω την πιο αυθόρμητη σκέψη μου. Γιάννη, σε ευχαριστούμε για το έργο που μας πρόσφερες. Θα είναι για πάντα αξέχαστο. Οπως αξέχαστος θα μας μείνεις κι εσύ. Περισσότερα κόμικς του Γιάννη Καλαϊτζή θα βρείτε στην προσωπική του ιστοσελίδα: http://gianniskalaitzis.gr/index.php/comics Ο Γκογκόσης του Τυφώνα, μια φαινομενικά λούμπεν φιγούρα, είναι πιο θαρραλέος και ευθύς από τον εσμό που τον περιτριγυρίζει Επιτρέψτε μου και κάτι προσωπικό που άπτεται του δημοσίου, πέρα από τις ατέλειωτες προσωπικές στιγμές που θα κρατήσω για πάντα στη μνήμη μου με ατέλειωτη αγάπη προς τον άνθρωπο και δέος προς το έργο του. ▪ Οταν χτύπησε το τηλέφωνό μου, στις αρχές του 2005 και άκουσα τον Γιάννη να μου ζητά να συναντηθούμε γιατί σκέφτεται να δημιουργήσει ένα νέο περιοδικό, δεν μπορούσα καν να φανταστώ αυτά που θα ακολουθούσαν. Η «Γαλέρα» υπήρξε ένα μοναδικό κι ανεπανάληπτο, απολύτως ανεξάρτητο από κάθε διαπλοκή, συνεργατικό εγχείρημα. Μια σύμπραξη λόγου και εικόνας, κειμένων και κόμικς, ρεπορτάζ και γελοιογραφιών που άφησε εποχή. Γιάννη, σε ευχαριστώ που με έκανες μέλος αυτής της κωπηλατικής ομάδας προς τις Ακυβέρνητες Πολιτείες. Μπορεί να μη φτάσαμε μέχρι το τέλος αλλά, όπως πάντα, το ταξίδι ήταν συναρπαστικό. ▪ Τον Νοέμβριο του 2008, κανονίστηκε η ραδιοφωνική εκπομπή Γαλέρα στους Πέρα Κάμπους (καπετάνιος ο Γιάννης Καλαϊτζής και δίπλα του οι Νίκος Κουνενής, Μελίνα Χαριτάτου, Αλέκα Ζουμή, Νέστορας Πουλάκος και ο γράφων) στο «Κόκκινο» (σε έναν αγωνιστικό και αντιπολιτευόμενο τότε, απολύτως διαφορετικό από τον σημερινό κυβερνητικό ραδιοσταθμό). Η έναρξη ορίστηκε για τις 7 Δεκεμβρίου. Σε συνεργασία με τους αείμνηστους Γιώργο Ανανδρανιστάκη και Βαγγέλη Βέκιο, διευθυντικά στελέχη του σταθμού, συμφωνήθηκε οι πρώτες εκπομπές να είναι μαγνητοφωνημένες. Επειτα από ατέλειωτες, εξοντωτικές ηχογραφήσεις και δοκιμές όλα ήταν έτοιμα. Και ξαφνικά, λίγες ώρες πριν από την έναρξη, πέφτει νεκρός ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος και ξεκινούν τα εξεγερσιακά σύγχρονα Δεκεμβριανά. Ολες οι ηχογραφήσεις πήγαν στα σκουπίδια και η εκπομπή έγινε live. Δεν ξαναηχογραφήσαμε ποτέ. Πηγή
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.