Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'τασος ζαφειριαδης'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

There are no results to display.

There are no results to display.


Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 25 results

  1. Πηγή Πώς μπορείς να μιλήσεις για την υπερχιλιετή ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μέσα από λίγες πολύχρωμες ψηφίδες ενός παλαιού επιτοίχιου; Η απάντηση βρίσκεται στο «Ψηφιδωτό», ένα κόμικς που κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες από την πάντα δραστήρια Jemma Press. Το υπογράφουν δύο φίλοι και συνεργάτες από παλαιά: ο σεναριογράφος Τάσος Ζαφειριάδης (γνωστός και από τις δημοσιεύσεις του στον «Χάρτη») και ο σχεδιαστής Πέτρος Χριστούλιας. Το αποτέλεσμα είναι μια ενδιαφέρουσα συνάρθρωση αφήγησης και εικόνων που συνθέτει, κομματάκι-κομματάκι, το «Ψηφιδωτό». Ένα κόμικς που πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο ιστολόγιο socomic.gr, αποκαλύπτοντας τώρα, στην έντυπη εκδοχή του, τον ιδιαίτερο τρόπο ανάγνωσης που προβλέπει η κατασκευή του. Πρωτότυπο στη σύλληψη και καινοτόμο στον τρόπο που ζητά από τους αναγνώστες να διαβάσουν την ιστορία, το κόμικς δεν ακολουθεί την… πεπατημένη, από την πρώτη προς την τελευταία σελίδα. Ζητά, αντίθετα, να αναδιατάξουν τις 14 ψηφίδες-κεφάλαια του βιβλίου, βάζοντάς τα στη σωστή σειρά, ώστε να έχουν την γραμμική εξέλιξη της ιστορίας. Οδηγός και βοηθός σε αυτή την ιδιαίτερη διαδικασία ανάγνωσης (που θυμίζει ανασύσταση διαλυμένου ψηφιδωτού) είναι η χρωματική ταυτότητα κάθε μιας από τις 14 ψηφίδες που παρατίθενται στην αρχή του βιβλίου. Με οδηγό το χρώμα, αλλά και τη σειρά με την οποία είναι βαλμένα τα πετραδάκια, ο «επίμονος» (σύμφωνα με τον ορισμό των δύο δημιουργών) αναγνώστης μπορεί να διαβάσει, κινούμενος μπρος-πίσω στις σελίδες, τα αντίστοιχα κεφάλαια που ξεκλειδώνουν το νόημα της ιστορίας. Στις 96 σελίδες αυτής της καλαίσθητης έκδοσης, εικονογραφημένες με μαεστρία από τον Πέτρο Χριστούλια, ο έτερος των συμβαλλομένων, Τάσος Ζαφειριάδης, μπόλιασε την ιστορία του με ενδιαφέροντα ιστορικά, λαογραφικά, αλλά και φαντασιακά στοιχεία: Η μοιραία Δ΄ Σταυροφορία του 1201-1204, ο Μαύρος Θάνατος του 14ου αιώνα, τα έθιμα ταφής, τα μυθικά τζιν και τα ιφρίτ των Αράβων, η Πλατυτέρα, η ρωμαϊκή γέφυρα του Σεπτιμίου Σεβήρου στον Ευφράτη, όπου έχτισε τον τάφο του ο Διγενής Ακρίτας σύμφωνα με το ομώνυμο έπος, ο όσιος Σισώης που σε μεταβυζαντινές απεικονίσεις θρηνεί μπροστά στο λείψανο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μέχρι μια βυζαντινή εκδοχή κρεμμυδόσουπας με ψωμί… Η πληθώρα των στοιχείων που εμπλουτίζουν με την παρουσία τους τις λέξεις και τις εικόνες του κόμικς, αποτελούν μία επιπλέον πρόκληση για τους «επίμονους» που θα εντρυφήσουν στις σελίδες του. Αρκεί να έχουν κατά νου ότι δεν πρόκειται για ιστορικό αφήγημα, αλλά για μια παιγνιώδη ιστορία του φανταστικού. Πώς προέκυψε το «Ψηφιδωτό»; Τάσος Ζαφειριάδης: Οι προπαππούδες μου όταν πέρασαν με την ανταλλαγή πληθυσμών από την Μεσσήνη Ανατολικής Θράκης στην Ελλάδα κι εγκαταστάθηκαν στον Άγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης, ανάμεσα στα λιγοστά πράγματα που έφεραν μαζί τους ήταν και εννιά ψηφίδες από ένα παλιό ψηφιδωτό. Αυτά τα γυαλιστερά πετραδάκια τα κατέβαζε η βροχή από τα ερείπια ενός βυζαντινού φρουρίου στο χωριό (σήμερα ονομάζεται Μισινλί). Στα μάτια μου είχε μια μαγική ιδιότητα εκείνο το οικογενειακό κειμήλιο και η μυστηριώδης του προέλευση δυνάμωνε αυτήν την εντύπωση ακόμη περισσότερο. Αργότερα έμαθα ότι στο ίδιο μέρος βρισκόταν η ρωμαϊκή πόλη Δρουσιπάρα, με τη Βασιλική του μάρτυρα Αγίου Αλέξανδρου του Ρωμαίου, η οποία κάηκε ολοσχερώς από τους Αβάρους τον 6ο αιώνα. Οι ψηφίδες προέρχονταν άραγε από αυτή την εκκλησία ή κάποια μεταγενέστερη; Τι εικόνα σχημάτιζαν αυτές οι ψηφίδες; Η ιστορία του “Ψηφιδωτού” άρχισε να παίρνει σχήμα καθώς παρατηρούσα σε παλιές εκκλησίες τα βγαλμένα μάτια στα πρόσωπα των αγίων, τα βανδαλισμένα από πιστούς ή απίστους, που έδιναν μια πιθανή απάντηση. Μεγάλη επιρροή στο ύφος ήταν τα γραπτά του Σέρβου Μίλοραντ Πάβιτς. Το αγαπημένο μου Λεξικό των Χαζάρων, αλλά και άλλα έργα του, διακρίνονται από αυτό το –βαλκανικό και βυζαντινό– μείγμα μυθοπλασίας και ιστορίας, του οποίου η εγγύτητα στην ελληνική πραγματικότητα το έκαναν να μου φαίνεται πιο ανοίκειο και συναρπαστικό. Άλλο στοιχείο του έργου του είναι η μη γραμμική σειρά ανάγνωσης. Σύντομα αποφάσισα ότι κάθε κεφάλαιο θα ήταν μια ψηφίδα με διαφορετική απόχρωση. Όλες μαζί θα σχημάτιζαν μια ιστορία-ψηφιδωτό, προτρέποντας τον αναγνώστη να βάλει μια τάξη στη διαλυμένη πλοκή. Άρα θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς ένα κόμικς περιπλάνησης και φανταστικού με ύφος «βυζαντινό». Εννέα ψηφίδες με διαφορετική απόχρωση… Πότε και με ποιο τρόπο ενώθηκαν σε αυτή την σκόπιμα μπλεγμένη πλοκή; Τ.Ζ.: Η πρώτη εκδοχή του σεναρίου γράφτηκε το 2009. Δύο σχεδιαστές επρόκειτο να το σχεδιάσουν σε διαφορετικές φάσεις, αλλά ο χρόνος τελικά δεν τους το επέτρεψε. Η καθυστέρηση στον σχεδιασμό επέβαλλε κάθε τόσο προσθήκες και αλλαγές, με την τελική εκδοχή να είναι η πέμπτη ή έκτη, καθώς όσο περνάει ο καιρός, αλλάζει κανείς οπτική ή άποψη για το έργο του και θέλει να το βελτιώσει. Το έργο ανέλαβε τελικά τον ένατο χρόνο ο Πέτρος Χριστούλιας, ο οποίος και το ολοκλήρωσε, με τη πολύτιμη οικονομική συμβολή του socomic.gr, όπου και πρωτοδημοσιεύτηκε. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2019, άρα συνολικά πήρε δέκα χρόνια! Με ποιο τρόπο συνεργαστήκατε; Ποιοι ήταν οι τρόποι παρέμβασης, αλληλεπίδρασης και τελικής διαμόρφωσης της ιστορίας και της εικονογράφησης; Πέτρος Χριστούλιας: Το ότι η ιστορία ήταν ένα ψηφιδωτό βοήθησε και στο κομμάτι της οργάνωσης της παραγωγής. Ο Τάσος είχε ήδη το σενάριο σε μικρές ενότητες κεφάλαια και παρότι ο τελικός σκοπός ήταν να μπουν ανακατεμένα, τα ξεκινήσαμε ένα-ένα κατά κανόνα γραμμικά. Όπως δηλαδή δημοσιεύθηκε και στο socomic.gr αφού από ένα σημείο και μετά η εβδομαδιαία δημοσίευση μάς πρόλαβε. Σκηνή-σκηνή λοιπόν έστηνα τις σελίδες σε προσχέδια και τα έστελνα στον Τάσο. Εκτός μερικών εξαιρέσεων δε χρειάστηκε ιδιαίτερη συζήτηση πριν ξεκινήσω τα τελικά μολύβια, το μελάνωμα και το χρώμα. Αυτά είναι τα καλά της μακρόχρονης συνεργασίας. Ξέρει τι περιμένει ο ένας από τον άλλο και αφήνει χώρο. Τ.Ζ.: Ο Πέτρος ανέλαβε να δώσει στο κόμικς την τελική μορφή του, συμπληρώνοντας με μικρές πινελιές το κείμενο και τη δράση, όπου αυτός έκρινε απαραίτητο κατά το στήσιμο των σελίδων. Προχώρησε δηλαδή σε –τρόπον τινά– αποκατάσταση αρχαιοτήτων, σε μία περίοδο που εγώ ολοκλήρωνα το διδακτορικό μου και δεν είχα πολύ χρόνο να «επιβλέπω». Είχα ήδη αρκετό φωτογραφικό υλικό για αναφορά από βιβλία ή το διαδίκτυο, οπότε έδινα κάποιες σχετικές οδηγίες ανά κεφάλαιο που δουλευόταν, ώστε να ελαχιστοποιείται ο όγκος της δουλειάς που έπρεπε να γίνει άμεσα. Έγιναν πολλές αλλαγές στον διάλογο, αλλά ακόμα και στο σχέδιο, ακόμα και προσθήκες τελευταίας στιγμής, όπως π.χ. η αναφορά στον Όσιο Σισώη που θρηνεί μπροστά στο λείψανο του Μεγαλέξανδρου – έμπνευση κυριολεκτικά στο παρά πέντε πριν τη δημοσίευση. Πόση ιστορική αλήθεια και πόση φαντασία υπάρχουν στη σύνθεση του σεναρίου; Τ.Ζ.: Ο κεντρικός μύθος, η βασική πλοκή, παραμένει μία ιστορία φαντασίας. Αφότου υπήρχε αυτή έγινε έρευνα και δανείστηκα πολλά στοιχεία από σύγχρονες έρευνες, αλλά και κείμενα της περιόδου (έθιμα, θρύλοι, στολές, αρχιτεκτονική κ.ά.), ώστε να αποδίδεται όσο το δυνατόν γίνεται ένα βυζαντινό «άρωμα», χωρίς να χρησιμοποιείται το κατεξοχήν βυζαντινό εικονογραφικό ύφος της αγιογραφίας. Τα δάνεια επεκτάθηκαν και σε άλλες περιοχές, όπως π.χ. η Βενετία, ή κι εποχές, όπως τα μεταβυζαντινά μαρμαρένια αλώνια όπου μάχεται ο Διγενής Ακρίτας τον Θάνατο. Ελπίζω να πετύχαμε αυτήν την αίσθηση. Αγαπημένη μου λεπτομέρεια, η οποία μάλλον δεν είναι εμφανής με την πρώτη ανάγνωση, τα πουλιά των δημοτικών τραγουδιών πανταχού παρόντα ως θεατές της δράσης (πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε). Σε κάθε ψηφίδα εμφανίζεται και άλλο πουλί, ενώ στο κεφάλαιο που εμφανίζεται ο ξένος έχουμε μια νυχτερίδα! Ποιες προκλήσεις αντιμετωπίσατε και τι προβλήματα χρειάστηκε να επιλύσετε; Π.Χ.: Αρχικά έπρεπε να πάρουμε κάποιες αποφάσεις όσον αφορά στο ντιζάιν. Το καθαρό καρτουνίστικο σχέδιο που γενικά προτιμώ, φάνηκε να μας εξυπηρετεί μια χαρά, παρά το δραματικό ύφος της ιστορίας, ενώ το χρώμα του κάθε κεφαλαίου ήταν σημαντικό στοιχείο της αφήγησης, οπότε η παλέτα έπρεπε να είναι αποφασισμένη και καθαρή. Αυτοί οι αυτοπεριορισμοί όμως προσωπικά μόνο με βοηθούν και πιστεύω ότι περισσότερο δίνουν στη δουλειά παρά της στερούν ο,τιδήποτε. Τ.Ζ.: Το Βυζάντιο είναι μία χιλιόχρονη περίοδος για την οποία από τη μια έχουμε αποσπασματικές ή ελλιπείς πληροφορίες, από την άλλη όμως ο όγκος των πληροφοριών που έχουμε (αρχαιολογικά, ιστορικά, κ.λπ.) είναι ήδη τεράστιος για μη ειδικούς σαν κι εμάς. Αυτό σημαίνει πως ό,τι και να επιχειρήσει κανείς πραγματολογικά θα είναι λάθος, οπότε έπρεπε να συμφιλιωθούμε προκαταβολικά με αυτήν την αποτυχία. Η επιλογή της σειράς των κεφαλαίων ήταν ένα άλλο πρόβλημα προς επίλυση. Έπρεπε να βρούμε μία ισορροπία μεταξύ του τυχαίου και του πλήρως γραμμικού, ώστε να μην είναι ο αναγνώστης τελείως ξεκρέμαστος. Κάναμε τρεις εκδοχές και τις δοκιμάσαμε στέλνοντάς τις σε φίλους να μας πουν τι καταλαβαίνουν. Κάποια άλλα στοιχεία «βοηθούν» λίγο την ανάγνωση, είτε στο κείμενο είτε οπτικά, π.χ. η γενειάδα του πρωταγωνιστή. Υπάρχει φυσικά και ένα χρωματικό «λυσάρι» στο βιβλίο, ενώ στο socomic.gr η ιστορία ανέβηκε γραμμικά, γιατί ως webcomic θα ήταν μάλλον υπερβολικά πολύπλοκο αυτό το μπρος-πίσω. Πείτε μας λίγα λόγια για το στιλ με το οποίο αποδόθηκαν οι χαρακτήρες. Π.Χ.: Όσον αφορά στο στιλ του σχεδίου, πάντα με γοήτευαν οι σχεδιαστές που κρατούν μια ισορροπία μεταξύ της απλότητας και της ελευθερίας που τους προσφέρει το καρτουνίστικο στιλιζάρισμα και του απαραίτητου νατουραλισμού ώστε η εικόνα που περιγράφεται να έχει την υφή που χρειάζεται για να υπηρετήσει την ιστορία. Προσπάθησα να βρω αυτήν την ισορροπία για την συγκεκριμένη ιστορία του Τάσου. Ξέρω όμως ότι αυτή η προσέγγιση έχει και έναν υποκειμενισμό και κάποιος άλλος μπορεί να την σχεδίαζε πολύ διαφορετικά. Ελπίζω η προσωπική μου επιλογή να βρει ένα κοινό που θα το ικανοποιήσει. Τι βοηθήματα είχατε για τον σχεδιασμό των ρούχων, των όπλων, της αρχιτεκτονικής και του διακόσμου; Π.Χ.: Από τη στιγμή που σχεδιάζεις μια ιστορία που αναφέρεται σε συγκεκριμένη εποχή ακόμα και αν έχεις την δικαιολογία ότι πρόκειται για ιστορία με φανταστικά στοιχεία, πρέπει να ανατρέξεις σε πηγές. Φυσικά το καρτουνίστικο στιλ επιτρέπει λίγη γενικολογία αλλά πρέπει να δημιουργήσεις στον αναγνώστη μια υφή και μια γεύση της εποχής που αναφέρεσαι. Ο Τάσος όπως συνήθως συνόδευε το σενάριο με πλούσιες αναφορές εικόνας όπου χρειαζόταν αλλά χρειάστηκε και εγώ να κάνω πάντα την προσωπική μου έρευνα. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση της εικονογράφησης της Κωνσταντινούπολης λίγο πριν την άλωση, που χρειάστηκε να κατεβάσω από την βιβλιοθήκη μου τον σκονισμένο Β΄ τόμο της Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής του Χαράλαμπου Μπούρα, που είχα να τον ανοίξω από τα χρόνια της Σχολής Καλών Τεχνών. Τελικά, πόσο δύσκολη ήταν η μεταφορά αυτής της «θρυμματισμένης» ιστορίας σε κόμικς; Τ.Ζ.: Η επιλογή της μη γραμμικής αφήγησης ήταν μέρος της αρχικής έμπνευσης, γράφτηκε έτσι, άρα αυτή η δυσκολία ήταν εξαρχής στο παιχνίδι. Σίγουρα δεν είναι επιλογή φιλική προς όλους τους αναγνώστες. Αυτό που με δυσκόλεψε κυρίως όμως είναι ότι πήρε καιρό να υλοποιηθεί το κόμικς και όλες αυτές οι καθυστερήσεις επιβάλανε συνεχείς αλλαγές στο σενάριο. Όταν δουλεύεις κάτι τόσον καιρό, θέλει υπομονή, σε κυριεύουν οι αμφιβολίες για το αν βγάζει νόημα, αν είναι αποτελεσματικό κ.λπ. Σε αυτό εμπιστεύτηκα την κρίση του Πέτρου».
  2. Μύθοι, θρύλοι και αλήθειες γύρω από το Βυζάντιο μπλέκονται σε μια εξαιρετική ιστορία των Τάσου Ζαφειριάδη και Πέτρου Χριστούλια. Μια ιστορία που μπορεί να διαβαστεί είτε γραμμικά είτε όπως προτείνουν οι δημιουργοί της. Είτε, κι αυτό είναι ίσως ακόμα πιο ενδιαφέρον, όπως επιθυμεί ο αναγνώστης. «Το 1923 οι προπαππούδες μου πέρασαν με την ανταλλαγή πληθυσμών από τη Μεσσήνη (ή Μεσινή) Ανατολικής Θράκης στη νέα τους πατρίδα, την Ελλάδα, κι εγκαταστάθηκαν στον Άγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης. Ανάμεσα στα λιγοστά πράγματα που έφεραν μαζί τους ήταν και εννιά ψηφίδες από ένα παλιό ψηφιδωτό. Οι επόμενες γενιές θυμούνται τις παλαιότερες να λένε πως αυτά τα γυαλιστερά πετραδάκια τα κατέβαζε η βροχή από τα ερείπια ενός βυζαντινού φρουρίου σε ένα ύψωμα της περιοχής. Μήπως υπήρχε εκεί κάποια παλιά εκκλησία; Τι εικόνα σχημάτιζαν αυτές οι ψηφίδες; Στα μάτια μου είχε μια μαγική ιδιότητα εκείνο το οικογενειακό κειμήλιο που δυνάμωνε ακόμη περισσότερο χάρη στη μυστηριώδη του προέλευση». Με αυτά τα λόγια ξεκινά ο Τάσος Ζαφειριάδης («Το Σκορποχώρι», «Οι Απίθανες Περιπέτειες του Σπιφ και του Σπαφ», «Ο Κυρ Κονγκ και Άλλες Ιστορίες» κ.ά.) το επιλογικό του σημείωμα στο «Ψηφιδωτό» (εκδόσεις Jemma Press) δίνοντας τις απαντήσεις στον αναγνώστη που έχει μόλις ολοκληρώσει το βιβλίο απολαμβάνοντάς το και ταυτόχρονα συλλέγοντας απορίες. Κι αυτό γιατί οι εννιά ιστορίες που ως ψηφίδες συνθέτουν το «Ψηφιδωτό» τοποθετούνται χωρίς τη χρονολογική σειρά με την οποία έλαβαν χώρα. Ο χρόνος δεν είναι γραμμικός και τα θραύσματα της αφήγησης δίνονται με μια φαινομενικά αυθαίρετη σειρά. Οι δημιουργοί του βιβλίου προτείνουν με την ολοκλήρωσή του μια νέα ανάγνωση που ακολουθεί τον πραγματικό χρόνο, έτσι όπως είχε παρουσιαστεί στην πρώτη του ηλεκτρονική δημοσίευση στην πλατφόρμα socomic.gr. Κάτι τέτοιο είναι συναρπαστικό σε δεύτερο χρόνο αν και όχι απαραίτητο καθώς η χιλιόχρονη βυζαντινή αυτοκρατορία καλύπτεται από ένα τόσο παχύ πέπλο μυστηρίου και είναι τόσα αυτά που δεν γνωρίζουμε και δεν μπορούμε να καταλάβουμε γι’ αυτήν που οι έννοιες του γεγονότος, του πραγματικού, του μυθικού, του φανταστικού, του επινοημένου κ.ά. είναι τόσο συγκεχυμένες. Σε μια τέτοια ιστορία, η αφήγηση δύσκολα μπορεί να είναι γραμμική. Μπορεί, μάλιστα, να ξεκινά από την τελευταία πράξη. Και να ξετυλίγεται προς τα πίσω ακολουθώντας τεθλασμένες διαδρομές και κάνοντας χρονικά άλματα στο πριν και στο μετά. Ο Σέργιος, πρωταγωνιστής της ιστορίας και προσωποποίηση της μοναξιάς και της στερημένης ελπίδας μετά την καταστροφή, ταξιδεύει στα πέρατα της αυτοκρατορίας όταν αυτή καταρρέει κουβαλώντας τις ψηφίδες απ’ τον Παντοκράτορα της κατεστραμμένης εκκλησίας του λεηλατημένου από τους Σταυροφόρους χωριού του. Εκτός από τις χρωματιστές πετρούλες, όμως, κουβαλά και την ενοχή για τον θάνατο της γυναίκας του και του μικρού παιδιού του. Όταν οι Σταυροφόροι έσπερναν τον τρόμο, αυτός κρύφτηκε στην κουφάλα ενός γέρικου πλάτανου. Και σώθηκε. Αναγκασμένος να ζει για πάντα στην κόλαση των αιώνιων ενοχών, να βλέπει αυτά που δεν βλέπουν οι άλλοι, να αντικρίζει τα αβάπτιστα παιδιά ως μαυρόφτερα πλάσματα και να σέρνει μαζί του τα σκαφτικά του εργαλεία ως όπλα που σκορπίζουν τον θάνατο μέχρι να επιστρέψει στον γνώριμο πλάτανο όχι πια για να κρυφτεί. Τη σαγηνευτική αφήγηση, εκτός από το πανέξυπνο σενάριο του Ζαφειριάδη, συνθέτουν και τα υπέροχα σχέδια του Χριστούλια («Χαρακώματα» και «Intra Muros» με τον Τάσο Ζαφειριάδη, η τριλογία του «Νυχτερίδα» κ.ά.) που με τα διαφορετικά του χρώματα (καθένα αντιστοιχεί σε καθεμιά από τις εννιά ψηφίδες) και την ικανότητά του να ελίσσεται ιδανικά μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, δημιουργεί πολύ δυνατές, ορισμένες σπαρακτικές, εικόνες. Ο ίδιος συμπληρώνει στον επίλογο του βιβλίου: «Όταν σχεδίαζα τον Σέργιο να περιπλανιέται μέσα στον χρόνο, δεν μπορούσα παρά να σκέφτομαι το θέμα της ανθρώπινης ζωής που απλώνεται στην Ιστορία: πέρα από υλικό παραδοσιακού παραμυθιού, δημοτικού τραγουδιού ή απόκρυφου κειμένου, θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως προσωποποίηση της παρακμής του αρχαίου κόσμου, από την απαρχή μέχρι το αναπόφευκτο τέλος του και την αντικατάστασή του από κάτι καινούργιο». Αυτό είναι εντέλει και το θέμα του «Ψηφιδωτού»: το αναπάντητο ερώτημα του πώς μπορεί να αφηγηθεί κάποιος την περιπέτεια της ανθρώπινης ζωής μέσα στον χρόνο όταν αυτή είναι αναπόφευκτα φιλτραρισμένη από μύθους, δοξασίες, πίκρες, απογοητεύσεις, μεταγενέστερες ερμηνείες και απανωτές επανεγγραφές της Ιστορίας από την πλευρά των εκάστοτε νικητών και της ηγεμονεύουσας κατά περιόδους άποψης. Κάποιες πιθανώς αδόκιμες επιλογές λέξεων, όπως οι «πιστοί» και «άπιστοι» από τον Ζαφειριάδη ή οι «βαρβαρικοί λαοί» από τον Χριστούλια στον επίλογο του βιβλίου δεν είναι ικανές να μειώσουν τη μεγάλη του αφηγηματική και σχεδιαστική αξία και την τοποθέτησή του στα σπάνια και διαφορετικά βιβλία της σύγχρονης ελληνικής παραγωγής. Και το σχετικό link...
  3. Το ψηφιδωτό του χρόνου έσπασε. Η ιστορία που διηγείται ανακατεύτηκε. Μπορεί το σύνολο να ξαναγεννηθεί από τα κομμάτια του; Ο επίμονος αναγνώστης θα ανασυνθέσει την ιστορία από τα θραύσματα... Ο Πέτρος Χριστούλιας και ο Τάσος Ζαφειριάδης, το δίδυμο πίσω από τα Χαρακώματα, επιστρέφει μια νέο κόμικ ονόματι Ψηφιδωτό. Διηγούνται μια ιστορία μέσα από τον χώρο και το χρόνο με πρωταγωνιστή τον Κύριλλο, έναν άντρα που κρύβεται όταν οι Σταυροφόροι βιάζουν την γυναίκα του, σφάζουν και αυτήν και το παιδί τους και ως τιμωρία ο θάνατος τον αφήνει να περιπλανιέται μεταξύ ζωντανών και νεκρών για αιώνες με φόντο το Βυζάντιο στην παρακμή του. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική, με τα επεισόδια της ιστορίας του Κυρίλλου να εμφανίζονται στο κόμικ ανακατεμένα (π.χ. πρώτο κεφάλαιο είναι το χρονικά τελευταίο) αφήνοντας τον αναγνώστη να τα τοποθετήσει στην σωστή σειρά ανασυνθέτοντας το ψηφιδωτό της ιστορίας. Αυτή η ασυνήθιστη επιλογή αφήγησης είναι το στοιχείο που κάνει το κόμικ τόσο ιδιαίτερο. Πέρα από τις προσωπικές συμπάθειες στο στιλ γραφής του Ζαφειριάδη και το σχέδιο του Χριστούλια (τις οποίες έχω αμφότερες), το να επιλέξουν να ανακατέψουν την ιστορία τιμώντας τον τίτλο προσέφερε και σε αυτούς και στον αναγνώστη μια πρόκληση αν θέλετε, που κάνει το κόμικ πιο χαρακτηριστικό και ξεχωριστό. Νομίζω πως είναι ένα πείραμα που έπιασε και ελπίζω να τραβήξει βλέμματα γιατί του αξίζει. Για όσους πάντως μπερδευτούν με το έντυπο, μπορούν πάντα να διαβάσουν την ψηφιακή μορφή η οποία πρωτοδημοσιεύθηκε στο socomic.gr από 5/6/18 έως 28/11/18 ή να ακολουθήσουν την σειρά που είναι στημένες οι ψηφίδες στο εσώφυλλο (κάθε ψηφίδα αντιστοιχεί σε ένα κεφάλαιο και στο εσώφυλλο έχουν μπει με χρονολογική σειρά). Μόνο μείον της καλαίσθητης έκδοσης της Jemma Press με την ωραία αντίθεση που κάνει το χρυσό εξώφυλλο είναι αυτό το ίδιο το χρυσό εξώφυλλο. Χαράζει πανεύκολα και μετά από 1-2 μπες βγες σε τσάντα έχει γεμίσει μεγάλες γραμμές. Κυκλοφόρησε αρχικά στο ComicDom 2019 και αν και αντιμετωπίζεται ως fiction έργο, στον ενδιαφέροντα επίλογο οι δημιουργοί αναφέρουν διάφορα υπαρκτά ιστορικά στοιχεία που ενσωμάτωσαν στην ιστορία. *οι εσωτερικές σελίδες είναι από το socomic.gr ΕΔΩ μπορείτε να δείτε συνέντευξη των δημιουργών για το κόμικ
  4. ΓΡΑ – ΓΡΟΥ, τα πολλαπλά περάσματα (της Κατερίνας Προκοπίου) της Κατερίνας Προκοπίου Έχω στα χέρια μου το graphic novel ΓΡΑ – ΓΡΟΥ των Τ. Ζαφειριάδη, Γ. Παλαβού και Θ. Πέτρου από τις εκδόσεις Ίκαρος. Πέρα από τη λατρεία μου για τα graphic novels με ιντρίγκαρε να το διαβάσω και το ότι έχω αναμνήσεις από το εστιατόριο ΓΡΑ – ΓΡΟΥ, έξω από το χωριό Καστανιά του Βερμίου, που ορίζει το πέρασμα από την Κεντρική στη Δυτική Μακεδονία, όταν μικρή πηγαίνοντας για τα Κοίλα ή το Καλονέρι Κοζάνης, χωριά όπου είχαν τοποθετήσει αρχικά τους Ίωνες πρόσφυγες παππούδες μου, απαραιτήτως σταματούσαμε να ξεδιψάσουμε κάτω από το εκκλησάκι του Αγίου Χριστόφορου, του σκυλομούρη, ή να φάμε σογλάκια, όπως τά ‘λεγε η Σουλτάνα του Ηράκλη, θεια του πατέρα μου, που μ’ άρεσε να κάθομαι απέναντί της και να χαρτογραφώ τις πολυάριθμες ελιές του προσώπου της. Θυμάμαι στο τελευταίο ταξίδι να περπατάμε με τον παππού – είχα πάψει από καιρό να λέω «πάω πίσω παππού μου», τώρα πια ήμουν συνοδοιπόρος και συνομιλήτρια – πίσω από το ΓΡΑ – ΓΡΟΥ σε ένα ύψωμα με έναν τεράστιο σταυρό και να μου διηγείται ιστορίες «να εδώ μόλις είχαν φύγει οι Γερμανοί, οι αντάρτες πιάσαν έναν δοσίλογο, έναν ΠΑΟτζή, τον σκοτώσαν και τον πετάξαν στον γκρεμό εκεί…» Αφού τρώγαμε τα σογλάκια, συνεχίζαμε τον φιδόδρομο και συναντούσαμε έξω από το χωρίο Καστανία στα δεξιά τα ερείπια από ένα χάνι, όπου διανυχτέρευσαν ένα βράδυ ο παππούς με τον μπαμπά μου πιτσιρικά, όταν φύγαν οι Γερμανοί και ο παππούς πήγε αμέσως με τα άλογα να τον φέρει πίσω, που είχε εγκλωβιστεί για όλη τη διάρκεια της Κατοχής στα Κοίλα. Στην επιστροφή βρήκαν τη γέφυρα του Αξιού ανατιναγμένη από τους Γερμανούς και βάλαν ξύλα να ενώσουν την όχθη με τη γκρεμισμένη γέφυρα, για να περάσουν τα άλογα. Τα περάσματα, λοιπόν! Πόσα περάσματα μέσα σε ένα graphic novel! Κατ’ αρχήν ο χώρος, το ΓΡΑ – ΓΡΟΥ ορίζει το πέρασμα από την Κεντρική στη Δυτική Μακεδονία, στη συνέχεια το δικό μου πέρασμα, αυτό του αναγνώστη τη στιγμή της ανάγνωσης, στη χώρα των αναμνήσεων, όπου εγκιβωτίζονται τα περάσματα των προσφύγων από την Ιωνία στις νέες τους πατρίδες, με το πέρασμα από την Κατοχή στην προεμφυλιοπολεμική Ελλάδα μέσα από το πέρασμα της ιωνικής προφορικής αφήγησης στις επόμενες γενιές. Στην ατμοσφαιρική ιστορία του graphic novel η ένθετη ιστορία – αναδρομή στο παρελθόν, που αποδίδεται οπτικά με διαφορετικά χρώματα από το αφηγηματικό παρόν, αποτελεί πέρασμα από το παρελθόν στο παρόν καθώς το παραδοσιακό χτίσιμο του γεφυριού και το στοίχειωμα του πρωτομάστορα συνομιλεί με το χτίσιμο της Εγνατίας, το πέρασμα από την Ευρώπη στην Ασία, που ποιος γνωρίζει πόσα στοιχειώματα απαίτησε. Η αναφορά στον αρχιτέκτονα Μιμάρ Σινάν (1489 – 1588), που βίωσε το πέρασμα από την ορθόδοξη κοινότητα στην οθωμανική, καθώς ήταν ελληνικής καταγωγής Καππαδόκας και με το παιδομάζωμα ανατράφηκε ως γενίτσαρος στην Κωνσταντινούπολη. Η γλώσσα των μαστόρων της πέτρας, τα κουδαρίτικα, γλώσσα διαβατήριο για το πέρασμα, την ένταξη στην συντεχνία. Το πέρασμα από τη ρεαλιστική αφήγηση στο φανταστικό, το πέρασμα μέσω του γεφυριού από τη μία κατάσταση στην άλλη, στην ‘απέναντι’. Ο Άγιος Χριστόφορος ο περαματάρης, περνούσε τους οδοιπόρους από έναν χείμαρρο, που δεν είχε γέφυρα, από όπου πέρασε στις πλάτες του και τον ίδιο τον Χριστό, εξ ου και το όνομα Χριστόφορος,αλλά και για έναν ανεξήγητο λόγο κυνοκέφαλος κάτι μεταξύ ανθρώπου και ζώου, ένα άλλου είδους μυστηριώδες πέρασμα αυτό. Πρωτίστως όμως το graphic novel ως είδος αποτελεί ένα πέρασμα από το κόμικς στη λογοτεχνία, ένα υβρίδιο μεταξύ μυθιστορήματος και κόμικς. Έχουμε ειδολογική διαμεσικότητα καθώς είναι ένα υβριδικό μέσο, που συνδυάζει την εικόνα με το κείμενο και εκμεταλλεύεται τα εκφραστικά μέσα άλλων τεχνών, όπως της λογοτεχνίας, του κινηματογράφου και των εικαστικών τεχνών, θέτοντας, σύμφωνα με τον Umberto Eco σε λειτουργία μια επιδέξια τεχνική δανεισμού τρόπων και αναφορών σε αξίες από την τέχνη, τροφοδοτώντας ταυτόχρονα με τις δικές του συμβάσεις και τις άλλες μορφές τέχνης. Στα graphic novels έχουμε διαμεσική αφήγηση, καθώς ως μέσον έχουν τις δικές τους συμβάσεις και ταυτόχρονα ακολουθούν και τις συμβάσεις της λογοτεχνίας. Αλλά και ως έκδοση το συγκεκριμένο graphic novel αποτελεί πέρασμα προς διαφορετικού τύπου εκδόσεις καθώς συνοδεύεται από το εικονιστικό soundtrack του Μιχάλη Σιγανίδη, ΓΡΑ – ΓΡΟΥ. (*) Η Κατερίνα Προκοπίου είναι φιλόλογος Πηγή
  5. Στα χρόνια που η παλιά αυτοκρατορία σιγά-σιγά καταρρέει οι κάτοικοι των ακριτικών χωριών δοκιμάζονται. Μπροστά στους εισβολείς θα ξεχωρίσουν οι ήρωες από τους δειλούς. Ο χρόνος τελικά σβήνει τα πάντα. Όταν όμως το κρίμα είναι τέτοιο που το δικαίωμα στη λύτρωση αφαιρείται, το τέλος απομακρύνεται και το ψηφιδωτό του χρόνου κατακερματίζεται. Ο αεικίνητος Τάσος Ζαφειριάδης και ο συνήθης συνένοχος Πέτρος Χριστούλιας ετοίμασαν νέο κόμικ. Το Ψηφιδωτό λαμβάνει χώρα στα χρόνια του Βυζαντίου, την εποχή που η εισβολή των Σταυροφόρων απειλεί με διάλυση την Αυτοκρατορία. Πρωταγωνιστής, τουλάχιστον από το πρώτο δείγμα που έχουμε, είναι ο Σέργιος, ένας απλός άνθρωπος της υπαίθρου, που μοχθεί για να θρέψει την οικογένειά του. Περιττό να πω πόσο ενθουσιασμένος είμαι. Ζαφειριάδης και Χριστούλιας είναι αγαπημένο δίδυμο και τα ιστορικά κόμικς λείπουν από την εγχώρια παραγωγή. Δεν ξέρω αν θα το παρακολουθώ συστηματικά, γιατί προτιμώ να το διαβάσω μια και καλή όταν τυπωθεί (το θεωρώ απίθανο να μην), αλλά σίγουρα θα τσεκάρω τις πρώτες καταχωρήσεις για να δω πώς κινείται. Συνολικά, θα είναι γύρω στις 70 σελίδες. Το ντεμπούτο του κόμικ έγινε σήμερα στο socomic. Καινούργιες σελίδες θα ανεβαίνουν κάθε Τρίτη και Τετάρτη.
  6. «Το Γρα-Γρου ξεκίνησε ως χάνι, έγινε κουρείο και τελικά εστιατόριο. Κοιμούνταν δυο και τρεις μέρες μέσα και την έβγαζαν με φασολάδες και σούπες, τσάι και κονιάκ», λένε οι δημιουργοί του. Γρα-Γρου. Γρα-Γρου. Περίεργο όνομα – μόνο αν το επαναλάβεις μερικές φορές, ίσως με λίγο γρέζι στη φωνή σου, μπορεί και να υποψιαστείς από που προέρχεται. Ατμοσφαιρικό εξώφυλλο, ποτισμένο ένα βαθύ μπλε που το φως του λυχναριού του δίνει χροιά ηλεκτρική – δυο άνθρωποι βαδίζουνε μια ανηφόρα που το τέλος της δε φαίνεται. Θέλω να το μεγεθύνω σε διαστάσεις πόστερ. Κόμιξ είναι το Γρα-Γρου. Το καλύτερο ελληνικό κόμιξ για το 2017 σύμφωνα με το ComicDom, όπου απέσπασε και το βραβείο καλύτερου σεναρίου. Συνάντησα στο Παγκράτι τους δυο από τους τρεις συνδημιουργούς του: τον συγγραφέα Γιάννη Παλαβό (που μαζί με τον Τάσο Ζαφειριάδη υπογράφουν το σενάριο) και τον σχεδιαστή Θανάση Πέτρου που σκηνοθέτησε τις λέξεις σε εικόνες. Αντί συστάσεων να αναφέρω μόνο πως ο Γ. Παλαβός με τη συλλογή διηγημάτων του «Αστείο» τιμήθηκε το 2013 με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, ενώ ο Θανάσης Πέτρου έχει σχεδιάσει σε κόμιξ άλλα τρία λογοτεχνικά έργα. «Ήταν ένα στοίχημα αν θα αρέσει. Γιατί είναι ένα πολύ παράξενο, ιδιαίτερο κόμιξ. Άρεσε – και το χαρήκαμε πολύ», λέει ο Γ. Παλαβός. Αν αρχίσεις και μόνο να το φυλλομετράς, θα διαπιστώσεις αμέσως πόσο ανεπιτήδευτο, λιγόλογο και «μετρημένο» είναι – «θέλαμε το κείμενο να λειτουργεί ως συμπλήρωμα στη σιωπή. Το κόμιξ έχει πολύ “άδειο”, είναι βασισμένο στην ατμόσφαιρα και το σχέδιο», μου λένε οι δημιουργοί του. Ζαφειριάδης, Παλαβός και Πέτρου έχουν συνεργαστεί ξανά στο «Πτώμα», ένα κόμιξ που κατάφερε να μεταφραστεί και στα γαλλικά. Το Γρα-Γρου είναι ένα πρότζεκτ που ξεκίνησε ως ιδέα το 2012, μέστωσε, δουλεύτηκε ξανά και ξανά, μέχρι το φθινόπωρο του 2017, οπότε κυκλοφόρησε – ως απτό έργο τέχνης. Εικόνες, λέξεις, μουσική (από το ιδιοσυγκρασιακό soundtrack του Μιχάλη Σιγανίδη) – σαν κινηματογραφική ταινία που αποδόθηκε με ειλικρίνεια και δεξιοτεχνία στο χαρτί. To Γρα-Γρου θα παρουσιαστεί το Σάββατο 5 Μαΐου στις 21:00 στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης (αίθουσα «Ματαρόα», Περίπτερο 13). Θα μιλήσουν οι συγγραφείς Ηλίας Παπαμόσχος και Νώντας Τσίγκας, καθώς και οι δημιουργοί του κόμιξ. - Τι ήταν το Γρα-Γρου; (Γ. Παλαβός): Το Γρα-Γρου ήταν ένα εστιατόριο στα σύνορα των νομών Κοζάνης και Ημαθίας, σε μια άκρη της παλιάς εθνικής οδού που ένωνε τη Δυτική με την Κεντρική Μακεδονία. Ήταν ένα χαμηλό κτήριο που έχτισαν πρόσφυγες από τη Σάντα του Πόντου σ’ έναν ορεινό τόπο, στα 1000 μ. υψόμετρο, με πολύ ομίχλη, δριμύ κρύο το χειμώνα και χιόνι, δυο μέτρα συχνά. Ξεκίνησε ως χάνι, έγινε κουρείο και τελικά εστιατόριο. Ήταν ένα μέρος με ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, περιτριγυρισμένο από δάσος με καστανιές. Καστανιά ονομάζεται και το ποντιακό χωριό πάνω από το Γρα-Γρου, και λίγο ψηλότερα στο βουνό είναι η Παναγία Σουμελά. Πολλοί ταξιδιώτες σταματούσαν στο Γρα-Γρου. Κι όταν έριχνε πολύ χιόνι, εγκλωβιζόταν κόσμος εκεί – κοιμούνταν δυο και τρεις μέρες μέσα στο εστιατόριο και την έβγαζαν με φασολάδες και σούπες, τσάι και κονιάκ. Το Γρα-Γρου ήταν σαν φάρος στην ομίχλη, ένα καταφύγιο μέσα στην αγριάδα του τοπίου. - Το ήξερες σαν μέρος; (Γ. Παλαβός): Ήταν διάσημο και πολύ αγαπητό στους Βορειοελλαδίτες. Εμείς από το χωριό μου, το Βελβεντό της Κοζάνης, σταματούσαμε εκεί όταν πηγαίναμε στη Βέροια ή στη Θεσσαλονίκη. Επίσης, ο πατέρας μου ήταν φορτηγατζής, σταματούσε πάντα στο Γρα-Γρου κι έχω ακούσει κι απ’ αυτόν πολλές ιστορίες. Αλλά και ο Τάσος Ζαφειριάδης, που γράψαμε μαζί το σενάριο, είχε περάσει πολλές φορές παλιότερα από κει στον δρόμο για Θεσσαλονίκη κατά τις οικογενειακές εξορμήσεις προς τα δυτικά. (Θ. Πέτρου): Θεσσαλονικιός όντας, έχω κάνει κι εγώ πολλές φορές αυτόν τον δρόμο, το ήξερα ως μαγαζί και ως ιδιαίτερο σημείο, αλλά δεν είχα σταματήσει ποτέ. - Το Γρα-Γρου δούλευε, λοιπόν, με τους διερχόμενους οδηγούς και τα ΚΤΕΛ; (Γ. Παλαβός): Υπήρχε κι ένα άλλο μέρος, η Ζωοδόχος Πηγή, λίγο πιο πάνω στον ίδιο δρόμο, με αρκετά σουβλατζίδικα και τουριστικά καταστήματα που πουλούσαν σουβενίρ, γκλίτσες κλπ. Τα λεωφορεία έκαναν στάση εκεί. Το Γρα-Γρου είχε λιγότερο κόσμο, τρόπον τινά «ρέκτες» – σταματούσαν εκεί όσοι ήθελαν να φάνε συγκεκριμένα και καλομαγειρεμένα φαγητά. Φημιζόταν για τη φασολάδα του, το χοιρινό με λάχανο, τα μανιτάρια από το βουνό, ενώ ξακουστό ήταν το ρυζόγαλό του. Οι διερχόμενοι αποτελούσαν τον κύριο όγκο της πελατείας του, αλλά πήγαιναν εκεί, για το ποιοτικό φαγητό του, και άνθρωποι από τη Θεσσαλονίκη ή τη Βέροια. Είχε έναν διαφορετικό χαρακτήρα το Γρα-Γρου, ήταν σύμβολο και τοπόσημο, και σίγουρα όχι τουριστικό. - Πότε άρχισε να λειτουργεί; (Γ. Παλαβός): Ως εστιατόριο τη δεκαετία του ’60, και μέχρι να κλείσει το δούλεψαν τρεις οικογένειες, όλες από το χωριό Καστανιά. Πρώτα η οικογένεια Χειμωνίδη, έπειτα γύρω στο ’70 η οικογένεια Λιανίδη και τέλος ορισμένοι συγγενείς τους. - Και πότε έκλεισε; (Γ. Παλαβός): Μόλις ξεκίνησε να λειτουργεί η Εγνατία. Την επόμενη μέρα δεν πέρασε κανένας. Γιατί να κάνεις μια ώρα δρόμο, μπορεί και τρεις αν έβρισκες μπροστά σου κάμποσα πούλμαν και φορτηγά, όταν μέσω της Εγνατίας η απόσταση Βέροιας-Κοζάνης είναι είκοσι λεπτά, μια συνεχόμενη ευθεία με σήραγγες και γέφυρες; Έκλεισε την επομένη. (Θ. Πέτρου): Ο δρόμος ήταν «Κατάρα» νούμερο δύο... Μετά την Εγνατία αχρηστεύτηκε. Και δεν μπορούσε να «ζήσει» το μαγαζί με τους δέκα θαμώνες που θα έρθουν από τη Θεσσαλονίκη το Σάββατο, ούτε με δυο παππούδες που θα κατέβουν απ’ το χωριό για να πιουν καφέ. Μετά από λίγους μήνες γκρεμίστηκε και, πλέον, δεν μπορεί να ξαναχτιστεί στο ίδιο σημείο. Ο νόμος απαγορεύει πλέον να χτίσεις οτιδήποτε σε απόσταση μικρότερη των έξι μέτρων από τον δρόμο – και δεν υπάρχουν έξι μέτρα εκεί, είναι γκρεμός. - Δεν έχουμε πει ακόμα πώς πήρε αυτό το τόσο χαρακτηριστικό όνομά του. (Γ. Παλαβός): Από τον ήχο των μηχανών καθώς ανέβαιναν τη δύσκολη ανηφόρα. Υπήρχε ένα σπίτι ακριβώς δίπλα στο Γρα-Γρου κι αυτός που έμενε εκεί δεν μπορούσε να κοιμηθεί από το «γρα-γρου» των αυτοκινήτων που άλλαζαν ταχύτητα για να βγάλουν την ανηφόρα. - Και πώς το εστιατόριο «Γρα-Γρου» έγινε κόμιξ; (Γ. Παλαβός): Η ιδέα ήταν του Τάσου Ζαφειριάδη. Ξεκίνησε με την εικόνα μιας γέφυρας που χάνεται στην ομίχλη. Φαντάσου ένα γεφύρι και να βλέπεις μόνο μέχρι τη μέση του, να μην ξέρεις τι βρίσκεται απέναντι. Στο σημείο δεν υπήρχε γεφύρι, συνδυάστηκε όμως στο μυαλό του Τάσου η εικόνα μιας τέτοιας, επινοημένης γέφυρας, με το Γρα-Γρου, κάπως σαν «φυλάκιο» δίπλα της. Ήταν, λοιπόν, μια ιδέα του Τάσου, αλλά κι εγώ, γνωρίζοντας το μέρος, μπορούσα να την καταλάβω: στο σημείο όπου ήταν χτισμένο το πραγματικό Γρα-Γρου, ένιωθες την ένταση του περάσματος. Όταν μου πρότεινε ο Τάσος να δουλέψουμε μαζί ένα σενάριο πάνω σ’ αυτή την πρώτη εικόνα και αίσθηση, δέχτηκα αμέσως. - Πώς καταλήξατε στην ιστορία και τους χαρακτήρες; Η πρώτη ιδέα είναι αρκετά αφαιρετική. (Γ. Παλαβός): Το καλοκαίρι του 2012 ήρθε ο Τάσος στο Βελβεντό και δυο μέρες συζητούσαμε – αποκρυσταλλώσαμε τον βασικό κορμό της πλοκής και τους χαρακτήρες. Υπάρχει ένα πέρασμα, μια γέφυρα που δεν ξέρουμε πού οδηγεί, υπάρχει ο ιδιοκτήτης του Γρα-Γρου, ο οποίος λειτουργεί σαν φύλακας του περάσματος, και μια κοπέλα που θέλει να περάσει απέναντι αλλά δειλιάζει. Κεντρικοί ήρωες της ιστορίας είναι αυτοί οι δυο, αλλά, όπως σ’ έναν τροχό, υπάρχουν κι άλλοι χαρακτήρες που εξακτινώνονται γύρω τους. Οι περισσότεροι είναι άνθρωποι που θέλουν να περάσουν, αλλά δειλιάζουν. Ανέλαβα να γράψω το κομμάτι της ιστορίας που εκτυλίσσεται στο σήμερα και ο Τάσος το άλλο μισό, που εκτυλίσσεται στον 16ο αιώνα. - Υπάρχει κι ένα χωροχρονικό παιχνίδι, δηλαδή; (Γ. Παλαβός): Ναι, η ιστορία διαθέτει ένα μεταφυσικό στοιχείο, καθώς δεν ξέρουμε τι συμβαίνει στην άλλη μεριά της γέφυρας. Για να χτιστεί, όμως, μια γέφυρα, ξεκινάς ταυτόχρονα από τις δύο πλευρές, ώστε να ενωθούν τα δυο κομμάτια στο μέσον της. Έπρεπε να εξηγήσουμε πώς χτίστηκε αυτή η γέφυρα, που η μια της πλευρά είναι άγνωστη. Έγραψε, λοιπόν, ο Τάσος μια ιστορία που εκτυλίσσεται στην οθωμανική περίοδο, όπου ένας αρχιτέκτονας αναλαμβάνει κατά παραγγελία του Σουλτάνου να φτιάξει μια τέτοια γέφυρα. Ο χαρακτήρας του αρχιτέκτονα βασίζεται στον περίφημο Μιμάρ Σινάν, τον αρχιτέκτονα του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. (Θ. Πέτρου): Στη Βέροια, στην Μπαρμπούτα – όπως λέγεται η εβραϊκή συνοικία της πόλης –, υπάρχει μια γέφυρα που ο θρύλος λέει ότι την έφτιαξε ο Σινάν, για αυτό και λέγεται «Γέφυρα του Σινάν». Καμία σχέση, όμως, δεν είχε ο κατασκευαστής της με τον ξακουστό αρχιτέκτονα, απλώς ήταν αφιερωμένη σε κάποιον Σινάν, μπέη της περιοχής. Αν περάσεις τώρα απ’ τη Βέροια, υπάρχει ακόμα η γέφυρα, αλλά σχεδόν δεν φαίνεται, την έχουν τσιμεντώσει. «Η ιστορία τού σήμερα εκτυλίσσεται τρεις μήνες προτού ανοίξει η Εγνατία και τρεις μήνες μετά, οπότε το σημείο έχει πια ερημώσει. Δεν θα πω περισσότερα, γιατί θα κάνουμε spoiler», μου λέει ο Γιάννης Παλαβός όταν τον ρωτάω για το πώς συνδέονται οι δυο ιστορίες. «Η ιστορία του 16ου αιώνα δείχνει πώς δείλιασε ο αρχιτέκτονας να δώσει κάτι παραπάνω από τον εαυτό του στο εγχείρημα της κατασκευής της γέφυρας. Σύμφωνα με την παράδοση, για να φτιάξουμε ένα γεφύρι, κάποιος ή κάτι θυσιάζεται. Ο αρχιτέκτονας δεν τολμά να θυσιάσει ένα κομμάτι του εαυτού του, ενώ κάποιοι χαρακτήρες της ιστορίας τού σήμερα τολμούν – ίσως φτιάχνουν οι ίδιοι μια νοητή γέφυρα, πάντως δίνουν κάτι απ’ τον εαυτό τους και τη διασχίζουν. Κάνουν το βήμα. Αυτό είναι το θέμα των δυο ιστοριών: τι θυσιάζεις προκειμένου να κάνεις ένα τέτοιο βήμα». «Ένα βήμα που, ίσως, οδηγεί σε μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας», λέει ο Θανάσης Πέτρου. (Γ. Παλαβός): Οι δυο ιστορίες τέμνονται και με άλλους τρόπους, όπως ο Άγιος Χριστόφορος, που είναι ο προστάτης των οδοιπόρων και των ταξιδιωτών. Το Γρα-Γρου γκρεμίστηκε, αλλά το εκκλησάκι του Αγίου Χριστοφόρου, ακριβώς απέναντί του, υπάρχει ακόμα. Στο κόμιξ, και στις δυο ιστορίες του, υπάρχει ένα σκυλί που λειτουργεί ως ψυχοπομπός, συνοδεύοντας μέχρι ένα νοητό όριο όσους θέλουν να περάσουν απέναντι. Λέγεται Φόρης και είναι ενσάρκωση του Αγίου Χριστοφόρου. (Θανάσης Πέτρου): Ο Άγιος Χριστόφορος απεικονίζεται με δύο τρόπους, ως μια τεράστια μορφή που κρατάει στα χέρια έναν μικρό Ιησού ή ως κυνόμορφος. Αυτή είναι η παραδοσιακή απεικόνιση του αγίου, με κεφάλι και όψη σκύλου. Ο σκύλος, ο Φόρης, είναι ο τρίτος πρωταγωνιστής του κόμιξ και, κατά κάποιον τρόπο, συνδέει τις δυο ιστορίες. - Θανάση, να μιλήσουμε για το πώς σχεδίασες; (Θ. Πέτρου): Όταν τα παιδιά μου έστειλαν το σενάριο, αρχίσαμε να κάνουμε μικροδιορθώσεις στους διαλόγους. Όταν καταλήξαμε, ξεκίνησα το ντεκουπάζ, να χωρίζω δηλαδή το κείμενο σε σελίδες – από 35 σελίδες κείμενο, βγήκαν 90 σελίδες κόμιξ. Το κείμενο είναι πολύ περιορισμένο, ήταν εξαρχής λακωνικό, με ελλειπτικούς διαλόγους, αλλά και όσο δουλεύαμε το κόμιξ, συνεχώς κόβαμε. Και μετά ξεκίνησα να ετοιμάζω προσχέδια για κάθε σελίδα. Έκανα διάφορες δοκιμές, χρωματικές και σχεδιαστικές, συζητούσαμε με τα παιδιά, διορθώναμε και πάλι διορθώναμε... Κάποια στιγμή κατασταλάξαμε πώς θέλουμε να είναι. - Πόσον χρόνο σου πήρε; (Θ. Πέτρου): Την τελική κόπια τη σχεδίασα και τη χρωμάτισα σε έξι μήνες, 15 σελίδες ανά μήνα. Δούλευα «πλακωμένος»... Αλλά ήταν τόσο καλή η προετοιμασία, που μετά έβγαιναν γρήγορα οι σελίδες. - Είναι αλήθεια ότι κάποιοι χαρακτήρες του κόμιξ μοιάζουν με υπαρκτά πρόσωπα; (Θ. Πέτρου): Ο Τάσος και ο Γιάννης κάνουν εμφάνιση στο κόμιξ... (γελάει). Οι χαρακτήρες σε κάθε κόμιξ θέλουν κι αυτοί ψάξιμο όσον αφορά την εμφάνισή τους. Μου αρέσει να μεταφέρω στα κόμιξ μου φάτσες που ξέρω ή που βλέπω τυχαία. Όταν ξεκίνησα να σχεδιάζω τον βασικό ήρωα, τον κυρ Κώστα, είχα σκεφτεί να μοιάζει με τον Χαρίλαο Φλωράκη. Μετά είπαμε να τον κάνω σαν τον Αργύρη Μπακιρτζή. (Γ. Παλαβός): Ο οποίος ενθουσιάστηκε, του άρεσε πολύ. Παρουσιάσαμε το Γρα-Γρου στην Κοζάνη και ο Μπακιρτζής οδήγησε 270 χιλιόμετρα από την Καβάλα για να έρθει, μίλησε κιόλας, ήταν πολύ θερμός κι ήταν μεγάλη χαρά για μας. - Το είχατε πει στον Μπακιρτζή ότι θα τον μεταφέρετε σε κόμιξ; (Θ. Πέτρου): Ναι, αν και κάποια στιγμή μπορεί και να το είχε ξεχάσει... (γελάει). Και ο Μιχάλης Σιγανίδης που έχει γράψει τη μουσική μοιάζει με τον παπά της ιστορίας, ενώ ο πρωτομάστορας της ιστορίας του 16ου αιώνα μοιάζει μ’ έναν πρωτομάστορα του 18ου αιώνα που κάπου είδα μια απεικόνισή του. - Όσον αφορά την ατμόσφαιρα στο σχέδιο και, κυρίως, στο χρώμα; (Θ. Πέτρου): Θα μπορούσα να το έχω κάνει πιο κρύο, πιο παγερό. Εκτός από τα νυχτερινά, που είναι σκοτεινά, στις υπόλοιπες σελίδες δεν είναι τόσο «βόρεια» τα χρώματα. Ειδικά το φλας μπακ είναι σε θερμά χρώματα, ώχρες, πορτοκαλί. Στις υπόλοιπες σκηνές έπρεπε να δείξω το κρύο, αλλά αν το έκανα πιο έντονο, θα έβγαινε μουντό και άτονο, «ξεπλυμένο» κάπως. Δεν είχα ξανασχεδιάσει χιόνια σε τόσο μεγάλη έκταση και ήταν πρόκληση για μένα να φτιάξω την κατάλληλη ατμόσφαιρα. Δοκίμασα, διόρθωσα, παράτησα – αλλά κάποια στιγμή καταλήγεις, δεν μπορεί να είναι αέναη αυτή η αναζήτηση. Όσον καιρό το φτιάχναμε, δεν είχαμε αναζητήσει εκδότη, οπότε ήμασταν από την αρχή ως το τέλος και οι επιμελητές της δουλειάς μας. - Χρειάστηκε έρευνα από μέρους σας; (Γ. Παλαβός): Ναι, πήγαμε στο σημείο, είδαμε τα ερείπια, βγάλαμε φωτογραφίες. Επίσης, η ποιήτρια και μεταφράστρια Μαρία Τοπάλη με φιλοξένησε στο σπίτι της στην Καστανιά τρεις μέρες, με σύστησε σε ντόπιους, μίλησα με παλιούς θαμώνες, κατέγραψα εμπειρίες. Κι ακόμα, ένα κομμάτι της ιστορίας του 16ου αιώνα είναι γραμμένο στα «κουδαρίτικα», τη συνθηματική γλώσσα των «πετράδων» που έχτιζαν τα γεφύρια. Κι εδώ χρειάστηκε έρευνα. - Είναι βλάχικα ή αρβανίτικα; (Γ. Παλαβός): Είναι μια κατασκευασμένη από τους μαστόρους γλώσσα για να μην τους καταλαβαίνουν τ’ αφεντικά και να μην αποκαλύπτονται στους ξένους τα μυστικά της τέχνης τους. (Θ. Πέτρου): «Κούδα» σε αυτή τη συνθηματική γλώσσα είναι η πέτρα, εξού και «κουδαρίτικα». (Γ. Παλαβός): Ο Τάσος έκανε έρευνα, βρήκε λεξικά. Μάλιστα, στο τέλος του βιβλίου έχουμε κι ένα γλωσσάρι, που όποιος θέλει μπορεί να το συμβουλευτεί. - Με τις οικογένειες που δούλεψαν το Γρα-Γρου μιλήσατε; (Γ. Παλαβός): Δεν τους συνάντησα στο χωριό, μένουν μόνιμα στη Βέροια. Αλλά μίλησα μαζί τους τηλεφωνικά, με τον κ. Χειμωνίδη και τον κ. Λιανίδη. Μάλιστα ο κ. Λιανίδης, με τη μητέρα του, την κυρία Κλειώ που μαγείρευε είκοσι χρόνια στο Γρα-Γρου, ήρθαν και στην παρουσίαση του βιβλίου στη Βέροια, πήραν τον λόγο και ήταν πολύ συγκινητικό. «Πάντως δεν κάναμε κόμιξ την ιστορία του μαγαζιού (Γρα-Γρου), ούτε του χωριού (Καστανιά). Το κόμιξ Γρα-Γρου είναι μια δική μας ιστορία μυθοπλασίας. Έτσι, το πραγματικό Γρα-Γρου, ένα μέρος θρυλικό, απαθανατίστηκε σ’ ένα έργο τέχνης». - Το soundtrack του Γρα-Γρου; Προσωπικά με εντυπωσίασε ως προσθήκη στη δουλειά σας. (Θ. Πέτρου): Ο Μιχάλης Σιγανίδης δεν έχει φτιάξει ένα «μουσικό χαλί», δεν είναι το κλασικό soundtrack που θα βάλεις να παίζει ενώ διαβάζεις το βιβλίο. Ο Σιγανίδης έγραψε ένα δεύτερο Γρα-Γρου, έκανε μια δική του, προσωπική ανάγνωση της ιστορίας και έδωσε μια δική του ερμηνεία, μουσική και ηχητική. Στο soundtrack παίζουν εξαιρετικοί μουσικοί και, νομίζω, πρέπει ο αναγνώστης να δώσει προσοχή στις μουσικές συνάψεις που έχει φτιάξει ο Σιγανίδης – αξίζει να διαβάσεις το βιβλίο και να ακούσεις μετά τη μουσική του, ξεχωριστά. - Όμως η μουσική ακολουθεί τη ροή της ιστορίας; (Θ. Πέτρου): Είναι χωρισμένη σε κομμάτια αντίστοιχα με τις σκηνές του βιβλίου. - Και πώς ακούς τη μουσική; Το κόμιξ δεν συνοδεύεται από CD. (Θ. Πέτρου): Αν έχεις στο τηλέφωνό σου ένα QR Reader, απλώς θα κάνεις ανάγνωση του QR code που υπάρχει στο βιβλίο. Μπορείς όμως να χρησιμοποιήσεις και το σχετικό λινκ, που επίσης υπάρχει στο βιβλίο, και να ακούσεις το soundtrack σε live streaming. Μέσα σε έξι μήνες το Γρα-Γρου έχει πουλήσει περίπου 3.000 αντίτυπα. «Μεγάλη επιτυχία σε μια εποχή που οι πωλήσεις των κόμιξ σε όλον τον κόσμο βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση, και ειδικά για ένα κόμιξ που δεν είναι σαν αυτό που περιμένεις να διαβάσεις», μου λέει ο Θανάσης Πέτρου. «Δεν απευθυνόμαστε στον δεκαοκτάχρονο που διαβάζει Σούπερμαν και Μπάτμαν». - Χωρίς να τον αποκλείετε, φαντάζομαι. (Θ. Πέτρου): Δεν τον αποκλείουμε, καθόλου. Απλώς δεν είναι όλα για όλους. Ούτε υπάρχει ιδεατός αναγνώστης, κατ’ εμέ. Όμως αυτός που διαβάζει Σούπερμαν δεν θα διαβάσει το Γρα-Γρου ούτε τα Μυστικά του Βάλτου. Μακάρι να το κάνει, αλλά δεν θα τα ξεφυλλίσει καν. Είναι εντελώς διαφορετική η αισθητική. - Σε ποιους απευθύνεστε, λοιπόν; Αν μπορούσαμε να ορίσουμε target group σ’ ένα βιβλίο που δεν έχει γίνει μ’ αυτόν τον σκοπό. (Γ. Παλαβός): Σ’ ένα κοινό καλλιεργημένων, ανοιχτόμυαλων ανθρώπων που αγαπούν τη λογοτεχνία και δεν σνομπάρουν τα κόμιξ, αλλά αναγνωρίζουν ότι είναι μια σοβαρή, ώριμη μορφή τέχνης. Σε σοβαρούς αναγνώστες που, όπως θα διαβάσουν ένα καλό μυθιστόρημα ή θα παρακολουθήσουν μια καλή ταινία, ανάλογα θα εκτιμήσουν ένα καλό κόμιξ. - Εμπεριέχει ένα καλτ στοιχείο το Γρα-Γρου; Και δεν χρησιμοποιώ αρνητικά τον όρο «καλτ». (Γ. Παλαβός): Το καλτ έχει, ίσως, ένα στοιχείο ειρωνικό ή μπορεί να αποπνέει μια νοσταλγία για την «παλιά Ελλάδα» και όλα τα σχετικά... Εμένα δεν με αφορά αυτό. Το Γρα-Γρου ήταν για μένα κάτι ζωντανό, σύμβολο των παιδικών μου χρόνων και μέρος της προσωπικής μου ιστορίας. «Κάποτε ο Σπύρος Δερβενιώτης είχε πει “κάνω κόμιξ αυτά που θα ήθελα να διαβάσω”. Τα δικά μου κόμιξ δεν είμαι σίγουρος ότι είναι αυτά που θα ήθελα να διαβάσω, είναι πάντως αυτά που θέλω να κάνω εγώ, που “είμαι εγώ”», λέει ο Θανάσης Πέτρου. «Θα συνεργαστείτε ξανά οι τρεις σας;» τον ρωτάω. «Κάτι θα κάνουμε. Για να τριτώσει το κακό», μου απαντάει γελώντας. Και το σχετικό link...
  7. Γρα-Γρου- Ένα ταξίδι στην μυσταγωγία της ελληνικής παράδοσης Η ελληνική παράδοση, πρόσφατη και παλαιότερη, αποτέλεσε συχνά έμπνευση για τους Έλληνες συγγραφείς, ειδικά σε περιόδους κρίσης. Έχει κάτι το μαγευτικά ανανεωτικό το να γυρίζεις στον τόπο σου, ή καλύτερα, να τον (ξανά) βλέπεις μέσα από μάτια αλλαγμένα από τον καιρό, τις διαφορετικές (και όχι πάντα ευχάριστες) εμπειρίες. Όπως άλλωστε έχει ειπωθεί πολλάκις, ότι είναι βαθιά εθνικό είναι συγχρόνως και βαθιά διεθνές, και σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, αυτή η μαγεία της γλυκόπικρης νοσταλγίας έχει κάτι το λυτρωτικό. Το Γρα-Γρου (εκδόσεις Ικαρος), το νέο κόμικ των Γιάννη Παλαβού και Τάσου Ζαφειριάδη, σε σχέδιο του πάντα εξαιρετικού Θανάση Πέτρου, ακουμπά βαθιά τόσο στην εθνική, όσο και στην προσωπική παράδοση των κατοίκων της βόρείας Ελλάδας, αφηγούμενο με έναν ιδιαίτερο τρόπο την ιστορία του ομώνυμου εστιατορίου στο χωριό Καστανιά. Το κτίσμα αυτό σημάδεψε την ευρύτερη περιοχή τόσο χωρογραφικά, αφού αποτελούσε το πέρασμα παλιά εθνική οδό Βέροιας-Κοζάνης, όσο και πολιτισμικά, αφού προσέφερε, σε δύσκολους καιρούς, ένα φιλόξενο σπίτι (ίσως το Τελευταίο Φιλόξενο σπίτι…) στους οδοιπόρους. Το άνοιγμα της Εγνατίας οδού, το 2004, έριξε το κτίριο σε αχρηστία, προσφέροντας μεν ταχύτητα, στερόντας όμως από το ταξίδι αυτή την έννοια της περιπέτειας που είχε παλαιότερα. Η ιστορία του κόμικ δεν μένει μόνο στην απλή περιγραφή του εστιατορίου Γρα-Γρου. Με αφορμή την ονομασία του, από τον ήχο των απομακρυσμένων, ταξιδιάρικων μηχανών, ξεκινά μια πορεία αφηγηματικής και οπτικοποιητικής αναπαράστασης του πικρού αισθήματος της μυσταγωγίας και της νοσταλγίας για το αναπάντεχο που συνόδευει τους οδοιπόρους στα κρύα βουνά της Κεντρικής Μακεδονίας. Πλάθοντας ουσιαστικά μια ιστορία φανταστικού μυστηρίου, το Γραγ-Γρου (ξανά)ορθώνεται μπροστά μας όπως ήταν στο μυαλό των δημιουργών: ένα πέρασμα από το άγνωστο της φαντασίας στο πραγματικό του δρόμου, ένα προσωπικό ταξίδι για το άγνωστο χ της επιθυμίας, όποια μορφή και αν παίρνει αυτό. Η ατμόσφαιρα του κόμικ είναι βαριά. Μέσα από τα ακανόνιστα καρέ, το δωρικό, με έμφαση στην σωματικότητα μοντάζ του, σε συνδυασμό με τις κοφτές, τελεσίδικες ατάκες των χαρακτήρων του καταφέρνουν και φέρνουν τον αναγνώστη αντιμέτωπο με την τραχύτητα των βουνών του Βερμίου, που κρύβει ένα κρύο βαθύτερο και πιο παγωμένο από αυτό του χειμώνα. Κύρια πηγή των φαντασιακών στοιχείων της ιστορίας είναι μια γέφυρα, η άλλη άκρη της οποίας χάνεται στην ομίχλη. Τι κρύβεται πέρα από αυτή κανείς δεν ξέρει. Με όχημα την ιστορία της γέφυρας, αλλά και τις γλωσσικές υπερβάσεις, με τα μυστικά κουραδίτικα, την γλώσσα που μιλούσαν οι τεχνίτες την περίοδο της Τουρκοκρατίας οι δημιουργοί μας μεταφέρουν στο παρελθόν του τόπου αλλά και στην βαθύτερη έννοια ίδιου του ταξιδιού, δίνοντας σε ανθρώπους που ίσως έχουν βολευτεί με αυτοκίνητα και αεροπλάνα να καταλάβουν πως το πέρασμα από τον έναν τόπο στον άλλον έχει μια ομορφιά που ξεπερνά την απλή μεταφορά. Είναι μια εμπειρία που σε σημαδεύει, που σε αφήνει να περιηγηθείς στα σύννεφα, ενώ τα πόδια σου είναι γερά ριζωμένα στην γη. Ταυτόχρονα, η έμφαση που δίνει η ιστορία στην παράδοση τόσο των εννοιών όσο και του τόπου, αποδίδεται με εξαιρετικό τρόπο και οπτικά από τον Θανάση Πέτρου. Το σχέδιο του, βαθιά επηρεασμένο από μεγάλους Έλληνες ζωγράφους , με βασικότερο ίσως ανάμεσα τους τον Τσαρούχη βασισμένο σε ευδιάκριτες, λιτές μορφές και ρεαλιστικά χρώματα που αναπλάθουν το φως, καταφέρνει και μας μεταφέρει την αίσθηση του μακρινού, χρονικά και χωρικά Γρα-Γρου, ενώ ταυτόχρονα μας μεταδίδει λίγη από την νοσταλγία των δημιουργών για το μέρος αυτό. Σε αυτή την μαγεία συμβάλει και τα μέγιστα η πρωτότυπη μουσική του Μιχάλη Σιγανίδη, η οποία συμπληρώνει τις εικόνες του κόμικ και το μεταπλάθει σε μια πλήρη οπτικοακουστική πρόταση. Εν κατακλείδι, το Γρα-Γρου αποτελεί ένα σοβαρό βήμα για την στροφή των ελληνικών κόμικ στην εγκόλπωση και θεμάτων αμιγώς ελληνικών, τόσο σε επίπεδο αφήγησης όσο και ιστορίας, χωρίς ωστόσο να χάνουν την επαφή τους με τις εξελίξεις της 9ης Τέχνης, μια ισορροπία πολύ δύσκολη. Έχουμε όμως δημιουργούς ικανούς να την επιτελέσουν και δούμε τρομερά πράγματα στο μέλλον. Μάλιστα, πολλά τα βλέπουμε ήδη! Πηγή
  8. Από τα "Χαρακώματα, Ιστορίες από την οδό Γάγγραινας", Σπίρτα, κανείς; των Τάσου Ζαφειριάδη (ΤΑΖ) και Πέτρου Χριστούλια.
  9. Γέφυρα μεταξύ παράδοσης και φαντασίας Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς Ενα τοξωτό γεφύρι της Μακεδονίας και ένα εστιατόριο με το παράξενο όνομα «Γρα-Γρου» (εκδόσεις Ικαρος) γίνονται τόποι συνάντησης των ετερόκλητων περαστικών που μόνο τυχαία δεν βρίσκονται εκεί, σε μια ατμοσφαιρική ιστορία των Τάσου Ζαφειριάδη – Γιάννη Παλαβού (σενάριο) και Θανάση Πέτρου (σχέδια), που συνοδεύεται από ένα εξαιρετικό σάουντρακ του Μιχάλη Σιγανίδη Ο ηλικιωμένος εστιάτορας, ιδιοκτήτης του «Γρα-Γρου», παραμένει ένας τυπικός επαγγελματίας ακόμα και τη στιγμή που βρίσκεται μια ανάσα από την οικονομική καταστροφή. Ο νέος δρόμος που εγκαινιάζεται θα παρακάμψει το χωριό του και οι πελάτες θα μειωθούν δραματικά. Αυτός, όμως, δεν πτοείται. Γιατί βρίσκεται εκεί για άλλον λόγο. Ως φύλακας-κλειδοκράτορας ενός βυθισμένου στην ομίχλη παράξενου γεφυριού που συνδέει την Κεντρική με τη Δυτική Μακεδονία, καλωσορίζει τους επισκέπτες που έχουν φτάσει εκεί από μια ανεξήγητη παρόρμηση, ένα όνειρο που είδαν, μια σκοτεινή επιθυμία, μια τάση φυγής από κάτι που τους στοιχειώνει, ένα βαθιά κρυμμένο μυστικό. Αναχωρητές όλοι από τον κόσμο «εκεί έξω» και μετοικούντες σε ένα ατέρμονο, άχρονο και επαναλαμβανόμενο «τώρα» πασχίζουν να κρυφτούν στην ομίχλη που σκεπάζει το χιονισμένο Βέρμιο για να κρύψουν το παρελθόν τους και να ξεφύγουν από τους προσωπικούς τους δαίμονες. Το γεφύρι στέκεται δίπλα τους αγέρωχο για να χωρίζει το «εδώ» από το «εκεί», περισσότερο για να αποτρέπει τη διέλευση παρά για να γεφυρώνει το χάσμα. Χαμένο κι αυτό σε μια ομίχλη από μύθους, θρύλους και δοξασίες του παρελθόντος. Ποιος το έχτισε και πότε; Και πάνω απ’ όλα γιατί; Ποιοι θυσιάστηκαν για να στεριώσει (θαυμάσιες, τόσο σεναριακά όσο και σχεδιαστικά οι σελίδες του παρελθόντος που αναφέρονται στην Τουρκοκρατία); Ποιο ρόλο εξυπηρετεί σήμερα; Πώς αντέχει τόσα χρόνια; Γιατί το βλέπουν μόνο όσοι είναι προορισμένοι να το δουν; Είναι μονόδρομος για όσους επιχειρήσουν το απονενοημένο και τολμήσουν να το διασχίσουν ή επιτρέπει και την αντίθετη διαδρομή; Τα ερωτήματα διαδέχονται το ένα το άλλο σε μια ατμοσφαιρική αφήγηση που εξελίσσεται εσκεμμένα υποτονικά για να συμβαδίζει με τη σιωπή των χιονισμένων βουνών και τους κοφτούς, λιτούς, χαμηλόφωνους διαλόγους των θαμώνων του «Γρα-Γρου». Η ένταση και η αγωνία βρίσκονται μέσα τους και εντείνονται καρέ με το καρέ, σελίδα με τη σελίδα. Το τοπίο παραμένει ανεπηρέαστο από τα πάθη και τα λάθη των ανθρώπων και κάποιοι από αυτούς χρίζονται φύλακες και προστάτες του για να διασκεδάσουν τη μικρότητά τους μπρος στο Υψηλό που τους περικυκλώνει και την ανεξήγητη δύναμη της αυτοσυντηρούμενης φύσης. Και οι μέρες περνούν ώσπου η Σοφία, η νεαρή καθηγήτρια-πρωταγωνίστρια να πάρει μια απόφαση, συντροφιά με τον αδέσποτο σκυλάκο, τον Φόρη. Οι αποφάσεις σε τέτοια μέρη, όμως, δεν παίρνονται εύκολα. Η ιστορία του «Γρα-Γρου» μπορεί να είναι φανταστική αλλά βασίζεται σε κάποια πραγματικά στοιχεία. Το ομώνυμο εστιατόριο, παλαιότερα χάνι, λειτουργούσε έξω από την Καστανιά Ημαθίας μέχρι το 2004 όταν και άνοιξε η Εγνατία Οδός. «Σήμερα ελάχιστοι περνούν από κει, ωστόσο οι Βορειοελλαδίτες θυμούνται την ατέλειωτη διαδρομή με τις φιδωτές στροφές. Βυθισμένο στην ομίχλη επί μήνες κάθε χρόνο, το τοπίο μεταδίδει μια ασυνήθιστη ένταση, που επιτείνεται από την αίσθηση ότι το σημείο είναι ουσιαστικά μια διάβαση, ένα σύνορο, κι ότι το «Γρα-Γρου» ήταν το φυλάκιο. Δεν πρέπει να είναι τυχαίο ότι το εκκλησάκι που χτίστηκε απέναντι από το εστιατόριο αφιερώθηκε στον προστάτη των ταξιδιωτών, τον Αγιο Χριστόφορο, που ενίοτε απεικονίζεται ως κυνόμορφος», επισημαίνουν οι Τάσος Ζαφειριάδης και Γιάννης Παλαβός στο επιλογικό τους σημείωμα. Οι δυο σεναριογράφοι είχαν και κατά το παρελθόν συνεργαστεί με τον Θανάση Πέτρου στο «Πτώμα» (εκδόσεις Jemma Press, 2011), μια σαρκαστικά μακάβρια ιστορία που έχει μεταφραστεί ήδη και στα γαλλικά. Στο «Γρα-Γρου» όμως, στρέφουν το επίκεντρό τους στη σκοτεινή και αχαρτογράφητη ελληνική επαρχία, συνδυάζοντας την παράδοση, την τοπικότητα, τη γοητεία της μικροκλίμακας με τη φαντασία, το ιδιοσυγκρασιακό και το μεταφυσικό στοιχείο, παρεμβάλλοντας παράλληλα εγκιβωτισμένες αφηγήσεις για το παρελθόν που ερμηνεύουν το παρόν και μπολιάζοντάς τες με γλώσσες και ντοπιολαλιές που αντί να ξενίζουν τον αναγνώστη τον προκαλούν να τις «μεταφράσει». Αναρωτώμενοι ουσιαστικά για τη σχέση της Ιστορίας με τις μικρές ανθρώπινες, προσωπικές ιστορίες. Οπως τονίζουν και οι ίδιοι: «Αυτή η ένταση που σηματοδοτεί το πέρασμα από τον έναν τόπο στον άλλο, από τη μια κατάσταση στην άλλη, ήταν η αφετηρία για το κόμικς. Για τις ανάγκες της ιστορίας μας, επινοήσαμε ένα γεφύρι, μονίμως μισοχαμένο στην ομίχλη, όπως είναι συχνά το καθετί στην περιοχή. Εμπνευση για την ιστορία της γέφυρας ήταν η βεροιώτικη γέφυρα Καραχμέτ, που αποδίδεται λανθασμένα στον Μιμάρ Σινάν, τον σπουδαίο αρχιτέκτονα της εποχής του Σουλεϊμάν Α'. Στα παράλληλα επεισόδια που αφηγούνται την περιπλάνηση του αρχιτέκτονα και το χτίσιμο της γέφυρας, οι μάστορες μιλούν τα λεγόμενα “κουδαρίτικα”, τη συνθηματική γλώσσα των τεχνιτών της πέτρας». Το πολυεπίπεδο «Γρα-Γρου», όμως, δεν εξαντλείται στις σελίδες της έντυπης έκδοσης. Γίνεται ακόμη πιο απολαυστικό συνοδεία του «εικονικού σάουντρακ» που συνέθεσε ο Μιχάλης Σιγανίδης και μπορεί να απολαύσει ο αναγνώστης σκανάροντας το QR code του εσωφύλλου ή επισκεπτόμενος τη σελίδα των εκδόσεων Ικαρος. Αποκομίζοντας εντέλει μια μοναδικά πλούσια εμπειρία και απολαμβάνοντας μια εξαιρετική και πρωτότυπη δουλειά. Οι στίχοι Η γέφυρα του «Γρα-Γρου» παίζει τον ρόλο, μεταξύ άλλων, κι ενός διαχρονικού σημείου αποχωρισμού, φορτισμένου με μνήμες και ποτισμένου με δάκρυα. «Κλαψόδεντρε, Κλαψόδεντρε, πάνω στην κλαψοράχη, Γιατ’ είν’ στυφά τα μήλα σου, Τ’ άνθη σου μαραμένα; Στις ρίζες μου αγκαλιάζουνε τους γιους τους οι μανάδες, που παίρνουνε τη δημοσιά στα μακρινά να πάνε. Μαστόρ’ είναι οι άντρες τους κι εδώ αποχαιρετιούνται. Πέρα μακριά στην ξενιτιά Την πέτρα πελεκούνε. Στη σκιά μου αποχωρίζονται οι ξενοπαντρεμένες, στερνή φορά που βλέπουνε το πατρικό οι κόρες. Στις ρίζες πέφτουν δάκρυα, νοτίζουν τα κλαδιά μου. Γι’ αυτό είν’ στυφά τα μήλα μου τ’ άνθη μου μαραμένα». Οπως επισημαίνει ο Τάσος Ζαφειριάδης στο επίμετρο της έκδοσης, οι στίχοι του αυτοί είναι «εμπνευσμένοι από μια συνήθεια που επιβίωσε στα μαστοροχώρια της Δυτικής Μακεδονίας έως τα μέσα του εικοστού αιώνα: όταν οι χτίστες έφευγαν για να δουλέψουν σε άλλες περιοχές, οι συγγενείς και οι φίλοι τούς συνόδευαν μέχρι ένα ορισμένο σημείο στην άκρη του χωριού, όπου γινόταν ο αποχωρισμός. Το σημείο ονομαζόταν «Κλαψόδεντρος», «Κλαψογκορτσιά», «Κλαψοράχη», «Πικροκέρασος» κ.λπ. Εκεί οι οικείοι αποχαιρετούσαν και όσους επρόκειτο να ξενιτευτούν». Παρουσίαση Η πρώτη επίσημη παρουσίαση του «Γρα-Γρου» θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 29 Νοεμβρίου στις 19.00, στο MatchPoint café (Αινιάνος 1, πλατεία Βικτωρίας). Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο εικαστικός και διευθυντής του Τμήματος Kόμικς του ΑΚΤΟ Γιώργος Μπότσος, ο συγγραφέας Αβραάμ Κάουα και οι δημιουργοί του «Γρα-Γρου». Στον εκθεσιακό χώρο MatchPoint Arts N’ More θα λειτουργεί από τις 27 ώς τις 29 Νοεμβρίου έκθεση με σελίδες του κόμικς. Πηγή
  10. Ονομαστική τιμή: 14,90€ Για κάποιον περίεργο λόγο, το κόμικ μου κίνησε την προσοχή από την στιγμή που έμαθα για την επερχόμενη κυκλοφορία του, χωρίς να υπάρχει περίληψη τότε και χωρίς να έχω δει το σχέδιο. Η αλήθεια είναι ότι ούτε με τον Ζαφειριάδη ούτε με τον Πέτρου είχα κάποια επαφή σαν αναγνώστης μέχρι τώρα, ενώ, αντίθετα, με τον Παλαβό ήταν αλλιώς τα πράγματα, μιας και είχα διαβάσει τόσο την ωραία συλλογή διηγημάτων "Αστείο" (εκδόσεις Νεφέλη) και το διήγημα "Σαν Άνγκρε", όσο και δυο-τρία βιβλία που έχει μεταφράσει. Όμως είχα δει δουλειές του Θανάση Πέτρου και ήμουν σίγουρος ότι θα άξιζε τον κόπο να διαβάσω τελικά το "Γρα-Γρου". Λοιπόν, ναι, τον κόπο τον άξιζε και με το παραπάνω. Νιώθω ότι διάβασα κάτι το ιδιαίτερο και το ξεχωριστό, απορροφήθηκα εντελώς από την όλη ιστορία και μεταφέρθηκα στα υπέροχα τοπία έξω από το χωριό Καστανιά του Βέρμιου. Η ιστορία συνδυάζει αρμονικά το κοινωνικό δράμα με κάποια αλληγορικά στοιχεία που μπορεί να πει κανείς ότι ανήκουν και στο είδος του Φανταστικού, και πιστεύω ότι δίνει λίγη τροφή για σκέψη. Οι διάλογοι είναι οι απολύτως απαραίτητοι, μιας και υπάρχουν πάμπολλα καρέ όπου οι εικόνες μιλάνε από μόνες τους. Το σχέδιο και ο χρωματισμός είναι, πραγματικά, σε εξαιρετικό επίπεδο ποιότητας. Ένιωσα στο πετσί μου το κρύο, την μελαγχολία, την μοναξιά, την μουντάδα, την άγρια ομορφιά των τοπίων στα οποία εξελίσσεται η ιστορία, ήταν σαν να ήμουν και εγώ ο ίδιος παρών στο εστιατόριο Γρα-Γρου και τα γύρω μέρη. Χάρηκα πολύ που διάβασα το "Γρα-Γρου". Πρόκειται για μια πολύ όμορφη δουλειά, που έχει να προσφέρει πράγματα τόσο στους έμπειρους αναγνώστες κόμικς, όσο και στους πιο άπειρους. Σίγουρα το σχέδιο και ο χρωματισμός είναι τα πιο δυνατά σημεία του κόμικ, όμως προσωπικά και η ιστορία μου άρεσε πολύ. Τώρα δεν ξέρω κατά πόσο θα συγκινήσει ή θ'αγγίξει άλλους αναγνώστες, εμένα όμως με κράτησε μέχρι το τέλος. Όσον αφορά την έκδοση του Ίκαρου, είναι πραγματικά πολύ προσεγμένη και όμορφη, από την γραμματοσειρά και την επιμέλεια, μέχρι το χαρτί, την βιβλιοδεσία και την όλη εξωτερική εμφάνιση. Προτείνεται με κλειστά μάτια! 9/10
  11. Π Α Ρ Ο Υ Σ Ι Α Σ Η Β Ι Β Λ Ι Ο Υ ΓΡΑ-ΓΡΟΥ Τετάρτη 29 Νοεμβρίου στις 19:00 MATCHPOINT CAFÉ Τ. ΖΑΦΕΙΡΙΑΔΗΣ, Γ. ΠΑΛΑΒΟΣ, Θ. ΠΕΤΡΟΥ Οι εκδόσεις Ίκαρος και το MatchPoint café σάς προσκαλούν στην παρουσίαση του graphic novel Γρα-Γρου των Τάσου Ζαφειριάδη, Γιάννη Παλαβού και Θανάση Πέτρου, σε μουσική του Μιχάλη Σιγανίδη. Θα μιλήσουν ο εικαστικός και διευθυντής του Τμήματος Kόμικς του ΑΚΤΟ Γιώργος Μπότσος, ο συγγραφέας Αβραάμ Κάουα και οι δημιουργοί του Γρα-Γρου. Στον εκθεσιακό χώρο MatchPoint Arts N’ More θα λειτουργεί από τις 27 ως τις 29 Νοεμβρίου έκθεση με σελίδες του κόμικς. MatchPoint café Αινιάνος 1, Αθήνα 104 34 - σταθμός Βικτώρια, Τ. 210 8250898
  12. until
    Την Τετάρτη 29 Νοεμβρίου στις 19:00, οι εκδόσεις Ίκαρος και το MatchPoint café σάς προσκαλούν στην παρουσίαση του graphic novel «Γρα-Γρου» των Τάσου Ζαφειριάδη, Γιάννη Παλαβού και Θανάση Πέτρου, σε μουσική του Μιχάλη Σιγανίδη. Θα μιλήσουν ο εικαστικός και διευθυντής του Τμήματος Kόμικς του ΑΚΤΟ Γιώργος Μπότσος, ο συγγραφέας Αβραάμ Κάουα και οι δημιουργοί του «Γρα-Γρου». Στον εκθεσιακό χώρο MatchPoint Arts N’ More θα λειτουργεί από τις 27 ως τις 29 Νοεμβρίου έκθεση με σελίδες του κόμικς. MatchPoint café (Αινιάνος 1, Αθήνα 104 34 - σταθμός Βικτώρια) Τ. 210 8250898
  13. The very closed circle : Πόσο κλειστός είναι τελικά αυτός ο κύκλος; Συνήθως όταν ξεκινάει μια κριτική σε ένα βιβλίο ή σε ένα comic αρχικά αναφέρεται ο τίτλος του. Όμως στη νέα έκδοση των The very closed circle από τη Jemma Press ο τίτλος είναι ένα ερώτημα. Άραγε η έκδοση παίρνει το όνομα της ομάδας, το οποίο αναγράφεται ως κεντρικός τίτλος στο εξώφυλλο; Ή ο τίτλος του αναγγέλεται από έναν απ’ τους χαρακτήρες που είναι σκιτσαρισμένοι στο εξώφυλλο, δηλαδή «Ασκήσεις επί χάρτου»; Έτσι κι αλλιώς απ’ τα στριπάκια των TVCC έχουμε μάθει ότι ένα «balloon» λέει πολύ περισσότερα από πέντε εικόνες… Όμως τι σημασία έχει αυτή η εισαγωγή; Ποιος ενδιαφέρεται στην τελική για τον τίτλο; Εδώ πρέπει να σχολιάσουμε τα στριπάκια αν ήταν διασκεδαστικά και αν αξίζει να διαβαστούν. Αυτή θα ήταν πραγματικά μια θεμιτή παρατήρηση. Όμως, τελικά, σε αυτό το comic χρειάζεται η αντίστροφη διαδικασία. Για να απολαύσουμε τον πλούτο του (από δω και πέρα) «Ασκήσεις επί χάρτου» θα πρέπει να έχουμε γνωρίσει το project του Πολύ κλειστού κύκλου ή αλλιώς TVCC. Έτσι το αντιμετωπίσαμε εμείς και έτσι θα προσπαθήσουμε να το παρουσιάσουμε. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να σπάσουμε για λίγο αυτόν τον κλειστό κύκλο και να δούμε τι κρύβει. Το TVCC είναι ένα εγχείρημα που ξεκίνησε το 2010 μέσα από το blog The Very Closed Circle υπό τις διαταγές του Ναυάρχου Φραγκίσκου Ι. Πέστροφα2. Ο ναύαρχος Πέστροφας2 μας διηγείται ότι ένα απόγευμα του 2010 που ήταν ζεστό, αλλά μετά δεν ήταν ζεστό, αποφάσισε να συγκεντρώσει μια ομάδα σκιτσογράφων με παρόμοιο στιλ και χιούμορ, ώστε να δημιουργήσει μια κοινότητα που θα σκιτσάρει στριπάκια με απόλυτη ελευθερία υπό τον μοναδικό όρο ότι θα περιέχονται αυστηρά σε 4 καρέ. Και αφού η ομάδα άρχισε το σκιτσάρισμα στο blog το 2010 ο ναύαρχος Πέστροφας ανέλαβε το δυσκολότερο ρόλο… να εκδίδει τις διαταγές για τη λειτουργία του κλειστού κύκλου που είχε δημιουργήσει, να αποφασίζει ποια στριπάκια είναι ωραία και ποια είναι για πέταμα και να κατσαδιάζει την ομάδα όταν δεν στέλνουν στριπάκια γιατί έχει Comicdom-con και δεν προλαβαίνουν. Ας ακούσουμε όμως τον ίδιο να μας τα διηγείται: «Μπορεί ο κύκλος να είναι πολύ κλειστός, αλλά ταυτόχρονα είναι και πολύ μεγάλος. Πιάνει από την Κρήτη, περνάει από Αθήνα–Θεσσαλονίκη και φτάνει μέχρι την Καταλονία. Όταν τον ξεκίνησα είχα πολύ συγκεκριμένα πράγματα στο μυαλό μου. Καθόρισα χαλαρά κάποιους αυστηρούς κανόνες… (ή ανάποδα; Δεν θυμάμαι). Μετά συνέταξα το μανιφέστο, έφτιαξα το layout και βούρ στο πατσά… Πατήσαμε σε δυο-τρία σημεία που ταλαιπωρούν το ελληνικό (και όχι μόνο) comic και τους δημιουργούς και βρήκαμε τρόπους να απελευθερωθούμε απ’ αυτά. Καταργήσαμε το χαρτί και την εκτύπωση, εφαρμόσαμε χαλαρά deadlines (όλοι στον κύκλο αυτό το αγαπάμε περισσότερο απ’όλα… χαχαχά), μικρό ασπρόμαυρο φορμάτ (τέσσερα καρέ) και ό,τι θέμα θέλει ο καθένας. Θυμάμαι ότι ήμουν πολύ ευχαριστημένος με το ξεκίνημα. Και διέταξα επίθεση.» Όπως έχει γίνει ήδη σαφές το TVCC είναι μια συλλογική προσπάθεια δημιουργών comics με διαφορετικό στιλ, ύφος, θεματολογία, ή και χιούμορ. Αυτό το χαρακτηριστικό του TVCC μπορεί να φαίνεται συνηθισμένο, αλλά εκεί κρύβεται όλη η συνταγή της επιτυχίας του συγκεκριμένου εγχειρήματος. Τελικά, όλοι αυτοί οι διαφορετικοί άνθρωποι κατάφεραν να ταιριάξουν και να δημιουργήσουν μεταξύ τους μια κοινότητα. Αυτή η κοινότητα άλλοτε ήταν περισσότερο κλειστή, άλλοτε περισσότερο ανοιχτή. Ο πολύ κλειστός κύκλος, άλλωστε, όσο περνούσε ο καιρός διευρυνόταν και εμπλουτιζόταν με νέους δημιουργούς, νέες ιδέες και νέα στιλ. Όμως στο κέντρο παρέμενε η κοινότητα που είχε δημιουργήσει. Τελικά ο πολύ κλειστός κύκλος κέρδισε το Βραβείο Καλύτερης Ανθολογίας στα Comicdom Awards 2012. Και εδώ ήρθε η ώρα να αναφέρουμε κάποιους απ’ τους θαμώνες του TVCC, όπως μας συστήνονται και οι ίδιοι στα βιογραφικά σημειώματά τους στις «Ασκήσεις επί χάρτου». Ιδρυτικό μέλος και ψυχή του εγχειρήματος είναι ο Τόμεκ (Ωχ θεέ μου, Κουλούρι, Hehe) τον οποίο πρόσφατα συναντήσαμε στο δικό του Κθουλούρι να έχει μπλέξει με τον Κθούλου και τους μεγάλους Παλαιούς . Ο Τόμεκ με το δικό του ιδιαίτερο στιλ έχει δημιουργήσει κάποια απ’ τα πιο αξιοπρόσεκτα concepts του TVCC, όπως το μεγάλο σκουλήκι που ως χαρακτήρας έρχεται και επανέρχεται, ή το εναρκτήριο origin στριπάκι του TVCC, ενώ είναι αυτός που ξεκίνησε το αστείο με το 3ο καρέ (θα αναφερθούμε στη συνέχεια). Το δεύτερο ιδρυτικό μέλος του TVCC είναι ο Τάσος Ζαφειριάδης ή αλλιώς t.Z. (Το Σκορποχώρι ,Χαρακώματα, Intra Muros, Το πτώμα, Σλαπ), ο οποίος είναι ορθοδοντικός και έχει πολλές ιστορίες να μας διηγηθεί, όπως εκείνη για τους πήγασους, που είναι πολύ μαλάκες. Ο Pan/pAn (Τώρα, Common Comics) αυτοπαρουσιάζεται ως μουσικός που σχεδιάζει κόμικς για να αποτελέσουν το soundtrack της μουσικής του. Και αν δεν μας είναι ακόμα γνωστές οι μουσικές του συνθέσεις η ανακάλυψη του για το σημείο Ξ ίσως έχει πλέον στιγματίσει τη ζωή μας ανεπιστρεπτί. Τον Σταύρο Κιουτσούκη (Βυζιά, MFS Across the Universe, Δεξιοτέχνης, Νικολέτ) όποιος έχει ψάξει λίγο το blog θα τον έχει συναντήσει αρκετά συχνά να σκιτσάρει ως kitRinOagOri, ο οποίος έχει εμπνευστεί μάλλον ατέλειωτες ιστορίες με ούφο που είναι στον ουρανό ή εξωγήινους εγκλωβισμένους σε συνεργεία στη γη. Ο Tasmar (Krak Komiks, Αδέσποτα Σκίτσα, Super Condom) έδωσε το δικό του τόνο στο TVCC με το ιδιαίτερο στυλ των δύο φίλων του που πάντα κάτι περιμένουν, αλλά πάντα θα στραβώσει κάπου μέχρι το 4ο καρέ, ενώ ο Χάρης Λαγκούσης που είναι επίσης σκηνοθέτης ταινιών μικρού μήκους, δημιουργούσε συχνά ένα αινιγματικό πλαίσιο γύρω απ’ τα στριπάκια του που πυροδοτούσε συζητήσεις επί συζητήσεων μέχρι να ανακαλυφθεί το νόημα (αν το έβρισκαν τελικά). Είναι φυσιολογικό απ’ την παρουσίαση των συντελεστών του TVCC ίσως να έχετε αποκομίσει την εντύπωση ότι μιλάμε για μια κοινότητα σκιτσογράφων nerd ανδρών με όλα τα κακά που μπορεί να συνοδεύει αυτή η κατηγορία. Ευτυχώς αυτός ο κλειστός κύκλος δεν έχει καμία σχέση με κάτι τέτοιο. Αυτό το χρωστάμε και εμείς και το TVCC στη Σοφία Σπυρλιάδου (Frogs and Dogs, Inkorrekt, Δεξιοτέχνης), η οποία μας έχει διηγηθεί διάφορες ιστορίες, όπως για τις ατέλειωτες αναμονές στη στάση του 38, η οποία δεν κάνει με τίποτα σκιά, στη Δήμητρα Αδαμοπούλου (Dracula, True Story) με τις true stories της οποίας πρόσφατα γελάσαμε, κλάψαμε και τα σχετικά στη Σταυρούλα Ανθηροπούλου (Frogs and Dogs), η οποία έχει την ικανότητα να ξεχωρίζει εύκολα το μάγκα σε ένα σμήνος, στη Χριστίνα Ανθηροπούλου (Inkorrekt, Frogs and Dogs), η οποία μας διηγήθηκε ανάμεσα σε άλλες την ιστορία της Αλίκης στη χώρα της μπίρας, αλλά και στην Έφη Θεοδωροπούλου, που ξέρει ότι η τέχνη έρχεται απ’ τα πιο καθημερινά και απλά πράγματα, ενώ στο παρελθόν μας έχει διηγηθεί ιστορίες για το έλατο που αρέσει πώς αρέσει. Και επειδή ο κατάλογος δυστυχώς (ή ευτυχώς) δεν τελειώνει, αλλά για όποιον δεν είναι ήδη φαν έχει κουράσει ήδη πριν συνεχίσουμε δεν γίνεται να μην αναφέρουμε ότι στις «Ασκήσεις επί χάρτου» έχει σκιτσάρει και ο Αντώνης Βαβαγιάννης, ο οποίος μέσα από τα Κουραφέλκυθρα έχει καταφέρει να τρυπώσει στα πιο απίθανα και αστεία μέρη, από τις παλιές εποχές του Θείου Αιμίλιου και την οικογένεια…. μέχρι το πιο πρόσφατο στούντιο του Βασίλη Λεβέντη(!), φυσικά before it was cool. Τόσα ονόματα… όμως γιατί να ψάξει κανείς τα 500(!) στριπάκια στο blog του TVCC ή τα νέα σκιτσάκια στις «Ασκήσεις επί χάρτου», αντί να χαζέψει αντίστοιχα τέτοια στριπάκια που ανθίζουν σαν τα μανιτάρια καθημερινά στη διαδικτυακή πιάτσα των comics; Εδώ βρίσκεται όλη η ουσία. Κατά τη γνώμη μας το TVCC είναι μια ολόκληρη φάση, στην οποία αξίζει κανείς να διαθέσει το χρόνο του. Το TVCC ξεκίνησε σαν blog το 2010 και αναρτούσε τις συνέχειές του καθημερινά για 4 χρόνια στο ίδιο blog. Τότε δεν είχε εισχωρήσει το Facebook στη ζωή μας στο βαθμό που βρίσκεται σήμερα, όπου κάθε είδηση, κάθε σκιτσάκι, κάθε βίντεο αναγκαστικά κάποια στιγμή μετά από λιγότερο ή περισσότερο scroll down θα εμφανιστεί στο timeline σου και θα κλικάρεις, αρκεί να έχεις κάνει like στις σωστές σελίδες. Σήμερα κάποιο ωραίο σκίτσο π.χ. απ’ τα Κουραφέλκυθρα μπορεί να μαζέψει δεκάδες ή και εκατοντάδες σχόλια και likes σε λίγες ώρες μετά την ανάρτηση του στο Facebook. Για το TVCC τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά… Το blog του ήταν σε μεγάλο βαθμό ο κόσμος του. Εκεί έπρεπε να μπαίνεις καθημερινά για να ενημερώνεσαι για τα νέα στριπάκια που έχουν ανέβει και εκεί θα έβγαζε το απολογητικό σκιτσάκι ο Ναύαρχος Πέστροφας αν δεν είχαν δημοσιευτεί νέα σκιτσάκια για κάποιο λόγο. Τελικά το TVCC ξεχωρίζει όχι γιατί κατάφερε να δημιουργήσει ένα κόμικ, αλλά γιατί κατάφερε να δημιουργήσει μια ολόκληρη κοινότητα. Το blog του TVCC δεν ήταν απλά το δημόσιο βήμα του κλειστού κύκλου των σκιτσογράφων, αλλά ήταν και ο κατεξοχήν χώρος συνάντησής τους. Μάλιστα ο Τόμεκ λέει σε μία συνέντευξη του ότι δώσανε μετά από καιρό ραντεβού όλοι μαζί για καφέ, προκειμένου να δουν ποιοι κρύβονται πίσω απ’ τα avatars με τα οποία καθημερινά επικοινωνούσαν. Και επικοινωνούσαν καθημερινά και πολύ. Αυτό τους έδινε τη μεγαλύτερη ώθηση. Ολόκληρες θεματολογίες και εσωτερικά αστεία δημιουργούνταν από ένα στριπάκι και μπορούσαν να συνεχίζονται για πολλά στριπάκια μετά, ενώ χαρακτήρες και καταστάσεις ανταλάσσονταν συχνά, δίνοντας την εντύπωση ότι δεν είχαν δημιουργηθεί από τον πρώτο που τα σχεδίασε, αλλά είχαν συλλογικά αναπλαστεί από όλη την παρέα. Και είναι όντως μια μορφή παρέας το TVCC, η οποία αφιέρωνε κάποιο χρόνο της μέρας της κάθε μέρα για να σχολιάσει το σκιτσάκι της ημέρας, να κάνει πλάκα, να ψάξει το κρυφό ή το εναλλακτικό του νόημα και τελικά να εμπνευστεί και να συνεχίσει την ιδέα σε επόμενο σκίτσο. Ας δούμε όμως ένα παράδειγμα πώς λειτουργούσε σαν κοινότητα το TVCC. Τις πρώτες μέρες του ξεκίνησε το αστείο για το 3ο καρέ. Έχουμε αναφέρει εξαρχής ότι μοναδικός όρος του TVCC ήταν οποιοδήποτε σχέδιο να ολοκληρώνεται σε 4 καρέ. Έτσι λοιπόν παρατηρήθηκε κάποια στιγμή ότι το 3ο καρέ πάντα είχε μεγαλύτερη σημασία. Πρώτος ο Τόμεκ δημιούργησε το Frame “by” Frame, όπου ο πρωταγωνιστής του υπερπήδησε το 3ο καρέ με μια εξαιρετική αθλητική προσπάθεια, όπως θα σημείωνε ένας αθλητικός σχολιαστής. Όμως λίγες μέρες μετά ο αθλητής μας θα τα βρει σκούρα, επειδή ο Tasmar θα εμπνευστεί την εκδίκηση του 3ου καρέ, που βγάζει νοκ άουτ τον αθλητή του Τόμεκ. Αυτό ήταν! Το 3ο καρέ έγινε αστείο που ερχόταν και επανερχόταν στα σκίτσα του κλειστού κύκλου για πολύ καιρό. Αντίστοιχα αστεία και θεματολογίες που αναπτύσσονται και πυροδοτούν την έμπνευση όλης της ομάδας υπάρχουν πολλά. Τα ούφο, το άδειο καρέ, οι μεσαιωνικές απεικονίσεις που θυμίζουν τα προπαγανδιστικά φύλλα της ιεράς εξέτασης είναι ελάχιστα από αυτά. Μάλιστα ο διάλογος μεταξύ των μελών του κλειστού κύκλου δεν έμενε στα σκίτσα. Τροφοδοτούνταν και από τις συζητήσεις στα σχόλια κάτω από κάθε νέο σκίτσο. Για παράδειγμα ο Τόμεκ εμπνεύστηκε ένα σκίτσο με το Χάιζεμπεργκ που στο εργαστήριό του προκαλείται έκρηξη και στο τελευταίο καρέ αμέριμνοι ινδιάνοι και καουμπόηδες συνεχίζουν να επιβαίνουν στη διαδρομή του λεωφορείου σου, από μία συζήτηση στα σχόλια ενός άλλου σκίτσου, για τι άλλο; Για το Χάιζεμπεργκ, τους ινδιάνους και τους καουμπόηδες. Βέβαια εύκολα μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι επικοινωνώντας με αυτό τον τρόπο τα μέλη του κλειστού κύκλου μπορεί να δημιούργησαν μια έντονη αυτοναφορικότητα στο χιούμορ τους, το οποίο για να το καταλάβει κάποιος νέος αναγνώστης θα πρέπει να ανατρέξει περίπου 500 σκιτσάκια πριν. Αυτή την κριτική την καταλαβαίνουμε και την έχουμε επισημάνει και εμείς σε προηγούμενη κριτική μας για το Σκορποχώρι . Όμως αφού κι εμείς διαβάσαμε 500κάτι στριπάκια του TVCC πιστεύουμε ότι αυτού του είδους το αυτοαναφορικό χιούμορ τελικά δεν επιδιώκει να αποξενώσει τον αναγνώστη. Την περίοδο που σκίτσαρε ο πολύ κλειστός κύκλος μέσω της αλληλεπίδρασης και του εσωτερικού χιούμορ κατάφερνε αφενός να δέσει την ίδια την ομάδα του TVCC. Δημιουργούσαν έτσι έναν ιδιαίτερο τρόπο επικοινωνίας, που τους οδήγησε 6 χρόνια μετά να νιώθουν ακόμα μέλη αυτού του κύκλου, ώστε να βγάλουν νέα στριπάκια για τις «Ασκήσεις επί χάρτου». Αφετέρου μπορούσαν έτσι να βάλουν και τους αναγνώστες στη φάση τους. Είναι δεδομένο ότι για να καταλάβεις κάποια θέματα ή κάποια αστεία είναι αναγκαστικό να ανατρέξεις στα αρχικά στριπάκια. Όμως την περίοδο που είναι σε λειτουργία το blog και άρα βρισκόταν σε ανάπτυξη η κοινότητα, αυτό σήμαινε ότι ο καθένας μπορούσε με αυτό τον τρόπο να γίνει συμμέτοχος του αστείου στα σχόλια και έτσι μπορούσε να επηρεάσει την εξέλιξη των επόμενων σκίτσων. Ο καθένας μπορούσε να μπει σε αυτόν τον πολύ κλειστό κύκλο, αρκεί να πέρναγε το απαραίτητο στάδιο της μύησης μέσα απ’ τα προηγούμενα στριπάκια και τη συζήτηση για αυτά. Έτσι λοιπόν το αυτοαναφορικό χιούμορ περισσότερο καταφέρνει να καλλιεργεί την περιέργεια σε κόσμο, παρά να τον αποξενώνει από έναν πολύ κλειστό κύκλο. Τελικά μάλλον γι’ αυτό το λόγο δεν είναι και τόσο κλειστός αυτός ο κύκλος. Γιατί όποιος ενδιαφέρεται δεν έχει παρά να κάνει μερικά κλικ. Ακόμα και τώρα μπορεί να αφιερώσει μερικές ώρες από τη ζωή του, προκειμένου να ανακαλύψει μια ιδιαίτερη φάση κάποιων ωραίων τύπων που κάποια στιγμή αποφάσισαν να φτιάξουν έναν πολύ κλειστό κύκλο που τελικά δεν ήταν και τόσο κλειστός. Πηγή
  14. Εντός (και εκτός) των Τειχών Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς Στα σύγχρονα κόμικς οι τσιμεντένιοι όγκοι των πόλεων, οι αφιλόξενοι κι επικίνδυνοι δρόμοι, τα σκοτεινά διαμερίσματα, οι βρόμικοι ακάλυπτοι γίνονται σκηνικά που επηρεάζουν καθοριστικά τις ανθρώπινες ζωές και τείχη που τις εγκλείουν αναπόδραστα. Οπως αυτή του πρωταγωνιστή στο «Intra Muros» (εκδ. Ενατη Διάσταση) των Τάσου Ζαφειριάδη και Πέτρου Χριστούλια. «Πρέπει να βγω έξω! Είμαι πλέον οργανικό μέρος του σπιτιού μου. Εγώ είμαι ο πυρήνας, και οι κατσαρίδες τα ριβοσώματα. Οι τοίχοι είναι η κυτταρική μου μεμβράνη - ημιπερατή. Το σπίτι μου είναι κύτταρο και ούτε καν είναι δικό μου. Το νοικιάζω… Απόπτωση!» μονολογεί ο πρωταγωνιστής του «Intra Muros». Εχοντας τη μορφή του Τάσου Ζαφειριάδη, ενός από τους πιο ευφυείς και παραγωγικούς δημιουργούς κόμικς της χώρας μας. Τα σχέδια υπογράφει ο Πέτρος Χριστούλιας, σε ακόμη μία σπουδαία συνεργασία των δύο καλλιτεχνών μετά τα «Χαρακώματα» και το «Σλαπ». Δεν πρόκειται, όμως, για μια καινούργια δουλειά, αλλά για τη συγκεντρωτική έκδοση των ιστοριών που δημοσιεύονταν στο περιοδικό «9» της «Ελευθεροτυπίας» και είχαν κυκλοφορήσει σε τόμο το 2010. Περιλαμβάνονται, ωστόσο, και αρκετές αδημοσίευτες, τότε, σελίδες αλλά και πλούσια «extras», προσχέδια, επεξηγηματικά σημειώματα, πειραματικά κι εναλλακτικά εξώφυλλα, σχέδια φίλων (Μαραγκός, Frogs and Dogs, Διαλυνάς, Κιουτσιούκης, Τσίλης, Κυριακάκης, Σταμπουλής, ακόμα και Moebius!). Η συνειδητοποίηση του εγκλεισμού συρρικνώνει ακόμη περισσότερο τον «τοσοδούλη» φυλακισμένο «εντός των τειχών» Στο επίκεντρο βρίσκεται η ατέρμονη αστική περιπέτεια ενός νέου ανθρώπου που πασχίζει να προσαρμοστεί σε μια εχθρική πόλη με όπλα του την καλπάζουσα φαντασία και την προσωπική, σουρεαλιστική μεταμόρφωση των αντικειμενικών δυσχερειών σε ατομικές λύσεις. «Η πόλη μου είναι βυθισμένη στην ομίχλη. Φεύγω για μεταπτυχιακό σε άλλη πόλη. Το σπίτι μου είναι ένα τεράστιο κύτταρο και το νοικιάζω. Απαίσιες πλατείες. Εμπορικά κέντρα. Κεραίες και ηλιακοί θερμοσίφωνες. Ακάλυπτοι και φωταγωγοί. Αχτένιστες ταράτσες. Καφές και διαδίκτυο. Φαγητό σε πακέτο. Κλιματιστικά που στάζουν. Εξαέρωση. Κρυμμένα μηνύματα. Αϋπνία. Φυγή στο φανταστικό. Ο κόσμος μεγαλώνει ή εγώ μικραίνω; Ή απλώς νιώθω ότι πρέπει να μεγαλώσω απ' την αρχή;» αναρωτιέται ο Ζαφειριάδης, συνοψίζοντας σε αυτές τις ρητορικές ερωτήσεις τα αδιέξοδα ενός ανθρώπου που νιώθει εγκλωβισμένος. Αλλά δεν το βάζει κάτω και επινοεί επαναληπτικά το προσωπικό του μικρο-σύμπαν. Το κατασκευάζει κάθε μέρα με διαφορετικό τρόπο ώστε να τον χωρά και να γίνεται υποφερτό. Επιστρατεύει την αστείρευτη φαντασία του και το ελεύθερο παιχνίδι, βρίσκει ερείσματα στις συμφιλιωτικές διαθέσεις με τον «κόσμο εκεί έξω» που κάθε άνθρωπος διαθέτει και που συνήθως ανταγωνίζονται σε μια άνιση διελκυστίνδα με την απάθεια, την απόσυρση ή ακόμα και το μίσος. Ο Μισέλ Ντε Σερτό στο βιβλίο του «Επινοώντας την καθημερινή πρακτική – Η πολύτροπη τέχνη του πράττειν» (εκδ. Σμίλη) υπερασπίζεται με σθένος τις υποτιμημένες και αχαρτογράφητες ως «ταπεινές και ανάξιες» πρακτικές επιβίωσης, που σχηματίζουν, ωστόσο, νησίδες ελευθερίας, μετατρέποντας την τάχα a priori και τελεσίδικη παθητικότητα του καταναλωτή σε δημιουργικότητα και επινοητικότητα. Σε αντιδιαστολή με τη σφοδρότητα της κριτικής του Φουκό απέναντι στη μικροφυσική της εξουσίας, όπως αναλύεται στο «Επιτήρηση και Τιμωρία», o Ντε Σερτό γράφει: « Αυτοί οι “τρόποι του πράττειν” συνιστούν τις χιλιάδες πρακτικές μέσω των οποίων οι χρήστες επανιδιοποιούνται τον χώρο που οργανώνεται από τις τεχνικές της κοινωνικοπολιτιστικής παραγωγής. Θέτουν ερωτήματα ανάλογα και αντίθετα με όσα πραγματεύεται το βιβλίο του Φουκό: ανάλογα, εφόσον το ζητούμενο είναι να διακρίνουμε τις σχεδόν μικροβιακές τελέσεις που θρασομανούν στο εσωτερικό των τεχνοκρατικών δομών και εκτρέπουν τη λειτουργία τους εφαρμόζοντας μια πληθώρα “τακτικών” αρθρωμένων πάνω στις “λεπτομέρειες” της καθημερινής πρακτικής· αντίθετα, εφόσον το ζητούμενο δεν είναι πια να διευκρινίσουμε πώς η βία της επιβεβλημένης τάξης μεταλάσσεται σε πειθαρχική τεχνολογία, αλλά να φέρουμε στο φως τις λαθραίες μορφές που προσλαμβάνει η σκόρπια, μαστορευτική και τακτικού τύπου δημιουργικότητα των ομάδων ή των ατόμων που έχουν πιαστεί εφεξής στα δίχτυα της “επιτήρησης”. Οι διαδικασίες αυτές και τα τεχνάσματα των καταναλωτών συνθέτουν, σε τελική ανάλυση, το δίκτυο μιας αντιπειθαρχίας». Από τις μεγαλύτερες αρετές του «Intra Muros» είναι ο αυτοσαρκασμός του αφηγητή του, που δεν διστάζει να παραλληλίσει το «δράμα» της καθημερινότητάς του με το ταξίδι του Οδυσσέα ή να παραβεί τις «ηθικές» του αξίες για μια σοκολάτα Στο πλαίσιο αυτών των πολύμορφων καθημερινών πρακτικών και τεχνασμάτων αντιπειθαρχίας και εναντίωσης στη νομοτέλεια, ο αυτοσαρκαστικά μικροσκοπικός -όχι όμως πάντα- πρωταγωνιστής του «Intra Muros» επανιδιοποιείται το ανθρωπογενές περιβάλλον της πόλης, μυρίζει τη ρίγανη στον μπαχτσέ της διπλανής πολυκατοικίας, παίρνει τη Θεσσαλονίκη ολόκληρη πάνω στο ποδήλατό του, εξαφανίζει από τον χάρτη την πλατεία Ομονοίας, κόβει βόλτες πάνω σε μαγικό ιπτάμενο χαλί, απολαμβάνει τα θερινά σινεμά, τα διατηρητέα κτίρια και το φθινοπωρινό ψιλόβροχο, ταξιδεύει στους λαβυρινθώδεις υπονόμους, φτιάχνει με το μυαλό του φανταστικούς αστερισμούς και αλυχτά στο σεληνόφως, συνομιλεί με τα αγάλματα και με τους εξωγήινους που σταμάτησαν πάνω απ’ τη γειτονιά. Δεν μένει όμως μόνο “intra muros”. “Γκρεμίζει” τα τείχη και βγαίνει έξω από τα φυσικά ή εγκεφαλικά σύνορα της πόλης. Συχνά-πυκνά οι ιστορίες αλλάζουν τίτλο και γίνονται Extra Muros. Ο Ζαφειριάδης ταξιδεύει ως εξερευνητής στη ζούγκλα, γίνεται σιωπηλός αστροναύτης κι αγναντεύει τον γαλάζιο πλανήτη, βυθίζεται στα Χαρακώματα του Μεγάλου Πολέμου, μεταμορφώνεται σε πιλότο και γαζώνει γερμανικά μαχητικά, μάχεται με τον δράκο για τα μάτια μιας πριγκίπισσας, γαντζώνεται στα αστέρια, παίζει φλογέρα στα πρόβατα και περιδιαβαίνει την πόλη χίλια χρόνια μετά. Οι αποδράσεις του, βέβαια, δεν έχουν πάντα αίσια κατάληξη. Επιβιβάζεται σε ρώσικο πύραυλο κι εκτοξεύεται από μια κονστρουκτιβιστική κατασκευή, όπως ο Πύργος του Τάτλιν, για να προσσεληνωθεί στο μάτι του φεγγαριού του Ζορζ Μελιές από το Ταξίδι στη Σελήνη, ψαρεύει αρβύλες στους πάγους δίπλα σε απορημένες φώκιες και τρέπεται σε φυγή μετά τη μονομαχία του στην Αγρια Δύση, μια και είναι τόσο μικροσκοπικός που δεν μπορεί να σηκώσει καν το πιστόλι. Στα φανταστικά αυτά ταξίδια “στο μυαλό του Τάσου Ζαφειριάδη”, ο ιδανικός συνεπιβάτης είναι τα καταπληκτικά σχέδια του Πέτρου Χριστούλια που εικονογραφεί την πόλη από κάθε οπτική γωνία: από ψηλά, από κάτω προς τα πάνω, από μπαλκόνια και ταράτσες, από πλατείες, πεζοδρόμια και παγκάκια. Αποδίδει κτίρια, δρόμους, γέφυρες, τοπόσημα και μνημεία άλλοτε ως καφκικά κι αβάσταχτα τσιμεντένια θηρία κι άλλοτε ως εύπλαστα, δαντελένια κι αέρινα κοσμήματα. Που μορφοποιούνται και σχηματοποιούνται στη βάση της προσωπικής διάθεσης και της ψυχολογίας του ανθρώπου εντός τους και δίπλα τους. Μνημεία και αγάλματα γίνονται τόποι «μαρτυρίου» και εξομολόγησης για τον ενοχικό πρωταγωνιστή. Η πλήρης έκδοση του «Intra Muros» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ενατη Διάσταση «Λέγεται ότι ο Τζόις ισχυρίστηκε πως αν ποτέ το Δουβλίνο καταστρεφόταν, θα μπορούσε να ξαναχτιστεί ολόιδιο τούβλο προς τούβλο με βάση τον Οδυσσέα του. Επιτρέψτε μου να αναρωτηθώ ποια πόλη θα μπορούσε άραγε να χτιστεί από τις σελίδες του “Intra Muros”. Αν προσέξει κανείς την εικονογράφηση, θα δει ότι εμφανίζονται άλλοτε λεπτομέρειες της γειτονιάς των Εξαρχείων και άλλοτε του Πύργου Αθηνών στου Γουδή, εκεί όπου μέναμε για χρόνια ο Πέτρος κι εγώ αντιστοίχως. Από την άλλη, δεν λείπει ούτε η Μητέρα Θεσσαλονίκη. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, γιατί τη Θεσσαλονίκη λίγο-πολύ την κουβαλάω μέσα μου και δεν μπορώ να της ξεφύγω εύκολα […] Ολες οι πόλεις μοιάζουν σε κάποιο βαθμό, είναι παραλλαγές στο ίδιο θέμα – σ’ αυτό το αόρατο δίκτυο το οποίο επενδύουν το μπετόν και τα τούβλα και τα καλώδια και οι εμπειρίες μας» σημειώνει επιλογικά ο Τάσος Ζαφειριάδης. Και ακριβώς εδώ έγκειται η πλήρης αντίθεση του «Intra Muros» με την ατυχή και αποϊστορικοποιημένη υπεραπλούστευση του Ελύτη στην, περιέργως κι ανεξήγητα, τόσο δημοφιλή και αναπαραχθείσα φράση του: «Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις». Και πού είναι οι εμπειρίες μας; To «Intra Muros» είναι ένα μωσαϊκό από εμπειρίες, ένα ψηφιδωτό φτιαγμένο από πόλεις και όνειρα. Και αχαλίνωτη φαντασία. Τέτοια που ισοπεδώνει κάθε τείχος. Πηγή Παρουσίαση της έκδοσης, όπου περιλαμβάνονται και λινκ για τους δημιουργούς, αλλά και για την πρώτη έκδοση του έργου από την Ελευθεροτυπία.
  15. Όπως πληροφορουμαστε και απο το οπισθοφυλλο η εκδοση αυτη συγκεντρωνει για πρωτη φορα ολα τα επεισοδια που δημοσιευθηκαν αρχικα μεσα απο τις σελιδες του 9. Επισης στο τελος υπαρχει εξτρα υλικο, με σχολια του Τασου Ζαφειριαδη, προσχεδια και σχεδια αλλων δημιουργων. Προκειται για μονοσελιδες ιστοριες ενιοτε χιουμοριστικες και ενιοτε πιο μελαγχολικες που περιγραφουν τις εντυπωσεις του δημιουργου απο την ζωη στην Αθηνα. Παρολο που σαν γνησιο τεκνο της πολης που δεν μπορω να με φανταστω να την εγκαταλειπω, δεν συμμεριζομαι την οπτικη του σεναριογραφου αυτο δεν σημαινει οτι δεν μου αρεσε. Αντιθετως το θεωρω ενα αρκετα καλο "αυτοβιογραφικο" κομικ με αρκετα πετυχημενο χιουμορ. Ακομα με εντυπωσιασε η ιδεα του σε-σμικρυνση-πρωταγωνιστη που αφηνει την πολη να παιρνει τον πρωτο ρολο ενω αυτος προσπαθει να επιβιωσει στους ρυθμους της. Φανταζομαι οτι σε ανθρωπους που αφησαν τον τοπο καταγωγης τους για να πανε σε μια μεγαλη πολη να ζησουν θα τους αρεσει ακομα περισσοτερο και σιγουρα θα βρουν αρκετα σημεια με τα οποια θα ταυτιστουν. Το σχεδιο ειναι πολυ πετυχημενο και δενει με το υφος των ιστοριων και η εκδοση ειναι πολυ προσεγμενη και σιγουρα τα αξιζει τα χρηματα της. Για την εκδοση του αλμπουμ Intra Muros απο την Ελευθεροτυπια δες ΕΔΩ Επισης χρησιμα λινκς : Αφιέρωμα στον Πέτρο Χριστούλια - Αφιέρωμα στον Τάσο Ζαφειριάδη Ομαδοποίηση για τη Συλλογή Εννέα
  16. Το μαύρο τετράγωνο των κόμικς Το Μαύρο Τετράγωνο του Μάλεβιτς (1915) Πριν από έναν αιώνα ακριβώς, ο Κάζιμιρ Μάλεβιτς παρουσίασε έναν ζωγραφικό πίνακα που έμελλε να γίνει ένα από τα πιο πολυσυζητημένα έργα στην Ιστορία της Τέχνης. Το Μαύρο Τετράγωνο, μια μονοχρωματική μαύρη επιφάνεια, ξάφνιασε κοινό και κριτικούς για την πλήρη ανεικονικότητά του. Δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητους τους δημιουργούς κόμικς, είτε για να το τιμήσουν είτε για να το σατιρίσουν. Η πλήρης ανεικονικότητα και η απόλυτη αφαίρεση ήταν ο ιδανικός στόχος για τα κόμικς. Το Μαύρο Τετράγωνο αποτελεί την επιτομή της αφαίρεσης καθώς δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι δεν αναπαριστά απολύτως τίποτα. Είναι μια ενιαία μαύρη επιφάνεια διαστάσεων 79,5 x 79,5 εκατοστών, ένα ακριβές ως προς τις γεωμετρικές διαστάσεις τετράγωνο τοποθετημένο σε άσπρο φόντο. Η παρουσίασή του το 1915 στο Πέτρογκραντ, παρά την εξοικείωση του κοινού με τους μοντερνιστικούς πειραματισμούς έτερων καλλιτεχνών που ανήκαν σε άλλα ρεύματα της εποχής, προκάλεσε ατέλειωτες συζητήσεις για το μέλλον της τέχνης. Το έργο, άλλωστε, αποτελεί περισσότερο έναν φιλοσοφικό σχολιασμό πάνω στη φύση και τις δυνατότητες της καλλιτεχνικής δημιουργίας, αλλά και έναν αναστοχασμό πάνω στις έννοιες της αναπαράστασης και της αφαίρεσης. Τις βασικές αρχές της σκέψης του και των μεθόδων του διατύπωσε το ίδιο έτος στο μανιφέστο του για τον σουπρεματισμό, παίρνοντας σαφείς αποστάσεις από τα πρότερα και τα σύγχρονά του καλλιτεχνικά ρεύματα και επιλέγοντας την πλήρη απομάκρυνση και αποστασιοποίησή του από κάθε πιθανότητα αναπαραστατικότητας. Στα χρόνια που θα ακολουθούσαν, η αφαίρεση ως καλλιτεχνική διέξοδος και πρακτική θα αποκτούσε όλο και περισσότερους θιασώτες, με αποκορύφωμα τον αμερικανικό αφηρημένο εξπρεσιονισμό και τη μεταγενέστερη εννοιολογική τέχνη. Ο σπόρος που έριξε ο Μάλεβιτς διατηρήθηκε στη ζωή, έβγαλε ρίζες και κλαδιά και εξακολούθησε επί σειρά δεκαετιών να προσελκύει καλλιτέχνες και κοινό. Η μεταμοντέρνα αποδομητική διάσταση της τέχνης, ωστόσο, όπου τίποτα δεν μένει στο απυρόβλητο και τα θέσφατα υπάρχουν μόνο και μόνο για να ανατραπούν, επέτρεψε στα κόμικς να περιλάβουν στις σελίδες τους και στην «κριτική» τους ακόμα και το Μαύρο Τετράγωνο. Το Μαύρο Τετράγωνο του Igor Kolgarev αντανακλά τον αντιθρησκευτικό πεσιμισμό. Κάτω: Ενα μαύρο τετράγωνο γίνεται το φόντο πάνω στο οποίο κινείται η/ο Krazy Kat του George Herriman. Eνα ακόμα μαύρο τετράγωνο του Glen Baxter απειλείται από το θυμικό του καλλιτέχνη ενάντια στην προστατευτικότητα του επιμελητή Η αρχή όμως είχε γίνει από το 1919 όταν ο George Herriman, ένας δημιουργός κόμικς που συχνά-πυκνά με το έργο του σχολίαζε την τέχνη της εποχής του και «συνομιλούσε» με όλα τα ρεύματα της πρωτοπορίας, σε μια μονοσέλιδη ιστορία με πρωταγωνιστή/πρωταγωνίστρια τον/την άφυλο/η γάτο/α Krazy Kat, χρησιμοποίησε το Μαύρο Τετράγωνο ως το φόντο πάνω στο οποίο ο/η μαύρος/η γάτος/α παραμένει αόρατος/η. Η κατάποση ενός μπουκαλιού γάλατος είναι αρκετή για να ξαναγίνει ορατός/ή, ως λευκός/ή, παρά τις αντιρρήσεις του ποντικού Ignatz που αμφισβητεί την αυθεντικότητα του θεάματος, ενώ η κατανάλωση ενός δοχείου με μαύρο μελάνι τον/την επαναφέρει στο αρχικό του/της χρώμα. Μια γεμάτη ή μια κενή επιφάνεια; Μερικές δεκαετίες αργότερα, το 1966, ένας άλλος Αμερικανός δημιουργός, ο T. F. Lee, θα φιλοτεχνήσει ένα ολόκληρο κόμικς άλμπουμ με τίτλο In a Bedroom Darkly, στο οποίο δεν υπάρχει καμιά απολύτως εικόνα παρά μόνο μαύρα τετράγωνα που αποδίδουν το σκοτάδι σε μια κρεβατοκάμαρα. Ο άντρας και η γυναίκα που βρίσκονται στο κρεβάτι συζητούν μεταξύ τους λίγο πριν παραδοθούν στον νυχτερινό ύπνο και ο αναγνώστης δεν βλέπει απολύτως τίποτα εκτός από τις λεζάντες με τους διαλόγους στο κάτω μέρος από τα μαύρα τετράγωνα. Πιο πρόσφατα, το 2008, οι Απόστολος Δοξιάδης και Αλέκος Παπαδάτος στο best seller Logicomix, με κεντρικό χαρακτήρα τον μαθηματικό και φιλόσοφο Μπέρτραντ Ράσελ, επιλέγουν το Μαύρο Τετράγωνο ως το έργο που η θέασή του οδηγεί τον πρωταγωνιστή στη συνειδητοποίηση ότι η σύγχρονή του τέχνη έχει απορρίψει όλες τις αξίες του παλαιού κόσμου, του κόσμου που οδήγησε την ανθρωπότητα στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Μια φανταστική διαμάχη ανάμεσα στον Βλαντίμιρ Τάτλιν και τον Κάζιμιρ Μάλεβιτς, στην ιστορία Sculptor versus Painter, φιλοτεχνεί ο Grant Snider για να συνοψίσει τις θεμελιώδεις διαφορές των δύο καλλιτεχνών ως προς τη φύση, τη χρηστικότητα και τη σημασία της γλυπτικής συγκριτικά με τη ζωγραφική. Εννοείται πως ο Μάλεβιτς υπερασπίζεται με σθένος τη ζωγραφική, ενώ η ιστορία τελειώνει με κατεστραμμένα τα έργα των δύο καλλιτεχνών από τον ομηρικό καυγά τους, ανάμεσά τους και το Μαύρο Τετράγωνο. Πολλά μαύρα τετράγωνα χρησιμοποιεί και ο Jim Himes για να αποδώσει την κατάσταση ενός χρήστη ηρωίνης ενώ, σε πιο χιουμοριστικούς τόνους, ο Euro παρουσιάζει μια παρέα από τυφλοπόντικες να απολαμβάνουν μόνο το Μαύρο Τετράγωνο σε ένα μουσείο γεμάτο με αριστουργήματα. Ο Igor Kolgarev, σε μια από τις «χριστιανικές» γελοιογραφίες του, παρομοιάζει το Μαύρο Τετράγωνο με το δυσοίωνο επέκεινα των άθρησκων, ο Glen Baxter διακωμωδεί τις επεμβάσεις των επιμελητών εκθέσεων στη σύγχρονη τέχνη με ένα Μαύρο Τετράγωνο να απειλείται από κάποιον «αυθάδη» καλλιτέχνη και ο Andi Walter σε ένα homage προς τον Μάλεβιτς κάνει το Μαύρο Τετράγωνο εφιάλτη για έναν συμπαθή εξωγήινο. Οι πιο πρόσφατες εμφανίσεις του Μαύρου Τετραγώνου, ωστόσο, στον χώρο των κόμικς είναι ελληνικές και προέρχονται από τον Τάσο Ζαφειριάδη. Στο εξαιρετικό τελευταίο άλμπουμ του με τίτλο «Σκορποχώρι», ο Θεσσαλονικιός δημιουργός χρησιμοποιεί δύο φορές το έργο του Μάλεβιτς για να σχολιάσει σκωπτικά τη μοντέρνα και τη σύγχρονη τέχνη. Στο πρώτο Μαύρο Τετράγωνο ο Ζαφειριάδης επεμβαίνει με μια οριζόντια και μια κάθετη γραμμή που διαιρούν το έργο σε τέσσερα ίσα μέρη (ή σχεδιάζει έναν άσπρο σταυρό σε μαύρο φόντο; ) και αξιώνει τον τετραπλασιασμό της αξίας του, ενώ στο δεύτερο χρησιμοποιεί τα τέσσερα βασικά χρώματα (κυανό, ματζέντα, κίτρινο και μαύρο) της τυπογραφίας για να «σπάσει» τη μαυρίλα και διατυπώνει ειρωνικά τον ισχυρισμό ότι ο Μάλεβιτς θα ήταν περήφανος. Οι προαναφερθείσες περιπτώσεις δεν είναι οι μόνες με τις οποίες η τέχνη των κόμικς τιμά ή σατιρίζει ένα εμβληματικό έργο στην ιστορία της τέχνης όπως το Μαύρο Τετράγωνο. Η συνεχής παρουσία του πίνακα του Μάλεβιτς στις σελίδες των κόμικς, μιας ολοζώντανης και εξελισσόμενης τέχνης, και η διατήρησή του στην επικαιρότητα, έναν αιώνα μετά τη δημιουργία του, επιβεβαιώνουν ότι τα καλλιτεχνικά και φιλοσοφικά ζητήματα που εγείρει το έργο είναι ακόμα υπό συζήτηση και διερεύνηση. Η σύγχρονη τέχνη, μέρος της οποίας είναι και τα κόμικς, έχει την ικανότητα και την υποχρέωση να αναστοχάζεται και να μεταφέρει οντολογικούς προβληματισμούς για την ίδια της τη φύση. Ακριβώς όπως και ο Μάλεβιτς με το έργο του. Πηγή
  17. Κάνοντας για το 2014 έναν εγχώριο εκδοτικό απολογισμό για τον χώρο των κόμικς, θυμόμαστε τις ελληνικές δημιουργίες. Η χρονιά που μας πέρασε άφησε δουλειές όμορφες, ενδιαφέρουσες και ολοκληρωμένες. Από αυτές επιλέξαμε τις αγαπημένες μας πέντε (κι ένα bonus track). Είναι ξεκάθαρο: το επίπεδο των δημιουργών στη χώρα μας έχει ανέβει. Το «Αϊβαλί» (εκδ. Κέδρος), το οδοιπορικό του Soloup στη μικρασιατική πόλη, ήταν μια μεγάλη έκπληξη, ιδίως αν αναλογιστούμε το μέχρι πρότινος γελοιογραφικό ύφος του δημιουργού. Ο Soloup αλλάζει το σχέδιο σε σχέση με ό,τι τον είχαμε συνηθίσει, ερευνά, διαβάζει, φωτογραφίζει, παντρεύει την παράδοση με τη σύγχρονη σκιτσογραφία, ακροβατεί ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν και, θέτοντας πρωταγωνιστές τρεις Ελληνες Αϊβαλιώτες συγγραφείς, τον Φώτη Κόντογλου, τον Ηλία Βενέζη, την Αγάπη Βενέζη–Μολυβιάτη κι έναν Τούρκο, τον Αχμέτ Γιορουλμάζ, και με φόντο ματωμένα κεφάλαια της ιστορίας, εστιάζει στο ανθρώπινο δράμα και συνθέτει ένα γκράφικ νόβελ (448 σελίδων!) που γοητεύει. Τα «Χαρακώματα – ιστορίες από την οδό Γάγγραινας» (εκδ. Jemma) των Τάσου Ζαφειριάδη και Πέτρου Χριστούλια έρχονται 100 χρόνια μετά την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι ένα κόμικς άλμπουμ που συλλέγει ολοσέλιδα στριπ με ιστορίες των Γάλλων στρατιωτών στο Δυτικό Μέτωπο. Εκεί, οι εγκλωβισμένοι στρατιώτες προσπαθούν να συμφιλιωθούν, όσο τους επιτρέπεται, με την εφιαλτική καθημερινότητα, έχοντας στο πλευρό τους έναν ισχυρό σύμμαχο: το χιούμορ. Καρτουνίστικο σχέδιο, διακωμώδηση της τραγικότητας, λεπτή ειρωνεία, αιφνιδιαστικές ατάκες και στο βάθος βομβαρδισμένα τοπία, αδέσποτες σφαίρες και λάσπες. Μικρά ανέκδοτα, βασισμένα σε ιστορικά ντοκουμέντα. Οι αναμετρήσεις με τους απέναντι, τους «Ξινολάχανους», διασκεδάζουν. Η «Παναγιά η Χελιδονού» (εκδ. Comicdom Press) είναι η διασκευή σε γκράφικ νόβελ του ομώνυμου διηγήματος της Γαλλίδας συγγραφέως Marguerite Yourcenar από τον Γιώργο Τσιαμάντα. Μέσα από τα όμορφα, γήινα και εναρμονισμένα με το ύφος της ιστορίας σχέδια του δημιουργού, ακολουθούμε τον καλόγερο Θεράπων που εγκαθίσταται κάπου μεταξύ Αχαρνών και Κηφισιάς και εξοργίζεται όταν βλέπει ότι οι κάτοικοι καλούν τους παλιούς θεούς. Καίει τις ελιές που ο κουφαλιασμένος κορμός τους κρύβει δαίμονες, γκρεμίζει αιωνόβια πλατάνια στη σκιά των οποίων στήνονται παγανιστικές γιορτές. Και αποφασισμένος να φυλακίσει μια για πάντα τις Νύμφες, χτίζει στην είσοδο της σπηλιάς τους μία εκκλησία. Η «Θαυμαστή καμήλα» (εκδ. Ικαρος) είναι ένα κόμικς παραμύθι του διάσημου Ευγένιου Τριβιζά όπως το σχεδίασε ο Νίκος Κούτσης, όπου η αιώνια παιδική αφέλεια του πρώτου ταίριαξε με το έντονο σχεδιαστικό ταμπεραμέντο του δεύτερου. Ο Νίκος Κούτσης αγαπάει και σχεδιάζει τους σούπερ ήρωες, όμως η προσγείωσή του στον παραμυθένιο κόσμο μοιάζει ομαλή και είναι ξεκάθαρο πως απόλαυσε τη συνεργασία. Μέσα από ζωντανά σχέδια, ζωηρούς χρωματισμούς και ανατολίτικες μυρωδιές, ακολουθούμε τη σύντομη και διδακτική ιστορία μιας όμορφης, ντελικάτης και ματαιόδοξης καμήλας που ήθελε να γίνει πιο όμορφη, με οποιοδήποτε κόστος. Τα «Κουραφέλκυθρα» του Αντώνη Βαβαγιάννη (εκδ. Jemma) με την πρώτη ματιά, τουλάχιστον στο σχεδιαστικό τους κομμάτι, δεν σου γεμίζουν το μάτι. Απλοϊκές γραμμές, ναΐφ χαρακτήρες, άγαρμπο στήσιμο που θυμίζουν ένα κακέκτυπο του Southpark. Και όμως, αυτό το βιβλίο συλλέγει κάποια από τα πιο έξυπνα στριπάκια που έχουμε διαβάσει εδώ και καιρό. Αποστομωτικά λογοπαίγνια, γελοιογραφίες, υπερβολές, ανέκδοτα και χοντράδες. Ο θείος Αιμίλιος όταν ανοίγει το στόμα του δεν λέει να το κλείσει, η μαθήτρια δημοτικού Ζοζεφίνα έχει εξωπραγματικές απορίες (ο Βαβαγιάννης στο επάγγελμα είναι δάσκαλος), ο πελάτης εστιατορίου βρίσκει συνεχώς κάτι στη σούπα του (ένας φόρος τιμής στον παλιό, καλό Αρκά). Ενα πανηγύρι παρωδίας τραγελαφικών καταστάσεων και τελικής ατάκας. Τέλος, και εμβόλιμα σε αυτή την πεντάδα των ελληνικών κόμικς, τη χρονιά που πέρασε, ήρθε μία σημαντική έκδοση που μας βοηθά να κατανοήσουμε τη μαγεία, αλλά και το θεωρητικό υπόβαθρο αυτής της αφηγηματικής τέχνης. Στα ελληνικά είδαμε το σημαντικό «Κατανοώντας τα κόμικς» του Scott McCloud (εκδ. Webcomics, μτφ. Νίκος Καμπουρόπουλος, πρώτη έκδοση 1993), ντοκιμαντέρ με τη μορφή κόμικς που προσδιορίζει, αναλύει και αποδομεί… τα κόμικς. Στημένο με ιδιοφυή και θαρραλέο τρόπο, είναι ένα ανάγνωσμα που αφήνει να φανούν νέα δεδομένα στον τρόπο που διαβάζουμε και αξιολογούμε μια κόμικς ιστορία, ένα εγχειρίδιο για νέους δημιουργούς, ένα εργαλείο για όσους διδάσκουν το κόμικς (αποτελεί βασική βιβλιογραφία στο σχετικό τμήμα της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών) και μια υπενθύμιση πως οι δυνατότητες των κόμικς είναι απεριόριστες. Ιδού και το σχετικό λινκ.
  18. “Καλωσορίσατε στην Οδό Γάγγραινας, ένα γραφικό χαράκωμα του Δυτικού Μετώπου με μαγευτική θέα στο Ύψωμα 35, ένα τυπικό μέρος για να περάσει κανείς τον Μεγάλο Πόλεμο. Οι «κάτοικοι» της Οδού Γάγγραινας βρίσκονται συνεχώς σε αναβρασμό. Ασκήσεις, επιθέσεις, αναφορές, αγγαρείες… Σύντομα αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν χειρότερα πράγματα στα χαρακώματα από τους εχθρούς: η λάσπη, τα ποντίκια, οι λοχίες και η… ποίηση. Όταν έρχεται η ώρα, η επίθεση για 8η φορά στο Ύψωμα 35 είναι σχεδόν ανακουφιστική”! Μια συλλογή που έχοντας διαβάσει το μεγαλύτερο μέρος της ψηφιακά, ανυπομονούσα να δω και σε έντυπη μορφή. Σαν έκδοση είναι υπέροχη. Ενώ ψηφιακά τα Χαρακώματα δημοσιεύθηκαν ασπρόμαυρα με τόνους του γκρι, στην έντυπη έκδοση επιστρατεύτηκε η Σοφία Σπυρλιάδου (των Frogs & Dogs) και ανέλαβε να περάσει μπλε τόνους στις στολές των στρατιωτών. Εκείνο που ουσιαστικά κάνει την διαφορά είναι το ότι εκτός από τις ιστορίες των Χαρακωμάτων, περιλαμβάνονται και 22 σελίδες με σημειώσεις και σχόλια για τα γεγονότα στα οποία βασίστηκε (σχεδόν) η κάθε ιστορία. Ευχαριστούμε για τα εξώφυλλα της επανέκδοσης τον germanicus.
  19. Κατά την διάρκεια εργασιών του μετρό της Θεσσαλονίκης, ο χρόνος κατέρρευσε και έχασε την γραμμικότητα του. Έτσι παρελθόν, παρόν και μέλλον συνυπάρχουν ταυτόχρονα. Ένα πολύ όμορφο τευχάκι, αφιερωμένο στα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της πόλης. Αφιέρωμα στον Τάσο Ζαφειριάδη - Aφιέρωμα στον Θανάση Πέτρου
  20. Ναι, οι περισσότεροι, όταν ακούσουν την λέξη «κόμικ» σκέφτονται τον θείο Σκρουτζ να κοιτάζει την τυχερή δεκάρα του με καρδούλες αντί για κόρες ματιών. Κι όμως, σε μια χώρα που η γιαγιά Ντακ έχει περισσότερους fans από τον Batman, ξεπηδούν συνεχώς νέα ταλέντα που κραδαίνουν το πενάκι και κρατούν την τέχνη του κόμικ ζωντανή σε όλες της τις σύγχρονες μορφές. Σίγουρα η «Βαβέλ» και το «9» της Ελευθεροτυπίας έκαναν σημαντική δουλειά, αναδεικνύοντας τα νέα ικανά χέρια των Ελλήνων σχεδιαστών κόμικ. Κι ακόμη και μετά τους τίτλους τέλους τους πριν από λίγα χρόνια, ένας μικρόκοσμος εκδοτικής δραστηριότητας συνεχίζει να μας χαρίζει την ευκαιρία να χανόμαστε στις εικονογραφήσεις, στα σκίτσα, στα graphic novels και τα διαδικτυακά κόμικ των παραπάνω. Ή μήπως αυτός ο ελληνικός μικρόκοσμος δεν είναι αρκετός; Οι πλέον ταλαντούχοι της νέας γενιάς σχεδιαστών κόμικ απαντούν στις ερωτήσεις μας. Ο Γιώργος Γούσης , με το ευαίσθητο, μελαγχολικό του σχεδιαστικό ύφος και τις νότες από παλιά Ελλάδα, o Ηλίας Κυριαζής , με την έντονη δραστηριότητα στην εκδοτική και καλλιτεχνική "ιστορία" του ελληνικού κόμικ και ο Τάσος Ζαφειριάδης , με την απολαυστική ροπή στο σουρεαλιστικό χιούμορ και το «παρεϊστικο» σενάριο, έχουν κάτι να μας πουν (και να μας σχεδιάσουν). *Κόμικ από τον τόπο σου Στην ερώτησή μας αν έχει μέλλον ο χώρος του κόμικ στην Ελλάδα, και κυρίως αν έχει παρόν, ο Γιώργος Γούσης είναι σαφής και αποστομωτικός: «Δεν υπάρχει "χώρος" στην Ελλάδα, επομένως δεν μπορούμε να μιλήσουμε για το παρόν του, πόσο μάλλον για το μέλλον του. Αυτό θα συνέβαινε αν υπήρχε μια "βιομηχανία" που παράγει συνεχώς κόμικ και αναγνώστες που τα αγοράζουν. Προς το παρόν, υπάρχουν πέντε - δέκα ανεξάρτητοι άνθρωποι με μεράκι για τα κόμικ που εκδίδουν ό,τι, όπως και όπου μπορούν και μερικές εκατοντάδες αναγνωστών που αν τα βρουν θα τα αγοράσουν και αυτό είναι όλο», αναφέρει. Μπορεί όπως μας λέει τα περιοδικά τύπου Βαβέλ και 9 να κράτησαν συσπειρωμένους αναγνώστες και δημιουργούς, κάτι που βοήθησε στην άνθιση της «σύντομης ιστορίας», αλλά σιγά-σιγά, αυτό το «πρώτο βήμα» πρέπει να περάσει στο επόμενο επίπεδο. «Όλο αυτό οφείλει να αλλάξει σιγά σιγά μορφή αν θέλει να επιβιώσει. Το διαδικτυακό κόμικ έχει δυναμική όπως επίσης και ο λίγο πιο δύσκολος χώρος για τα δεδομένα της Ελλάδος, του graphic novel. Αν υπήρχαν όλα αυτά μαζί, τα περιοδικά με τα κόμικ, τα διαδικτυακά κόμικ, τα graphic novel αλλά και τα "λαϊκά κόμικ" - τα κόμικ περιπτέρου - τότε αυτό θα σήμαινε πως υπάρχει και κοινό να καταναλώσει όλα αυτά, άρα βιομηχανία, άρα "χώρος"» , επισημαίνει ο Γιώργος Γούσης. Ο Τάσος Ζαφειριάδης συμφωνεί: «Στην Ελλάδα, ενώ υπήρχε μία σχετική άνθηση την τελευταία δεκαετία, τα πράγματα είναι όλο και χειρότερα. Ένας Έλληνας δημιουργός δεν μπορεί να βασιστεί οικονομικά μόνο στα κόμικς». Οι λόγοι είναι κατά την γνώμη του αφενός η γενικότερη οικονομική κατάσταση της χώρας και αφετέρου το ούτως ή άλλως μικρό αγοραστικό κοινό. «Μικρό και ετερόκλητο σίγουρα όσον αφορά τα γούστα», σημειώνει. Την ίδια στιγμή στο εξωτερικό, σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Γαλλία και η Ιαπωνία, ανεξαρτήτως καταγωγής, μπορείς να τα καταφέρεις να μπεις στον χώρο εφόσον έχεις τα εχέγγυα, όπως παρατηρεί ο Γιώργος Γούσης . "Στην Ελλάδα όλοι ξέρουμε πως είναι τα πράγματα", αναφέρει ο Ηλίας Κυριαζής . "Γίνονται προσπάθειες αλλά ήδη τα '00s μας φαίνονται χρυσές εποχές. Και στο εξωτερικό δύσκολα είναι αλλά δεν υπάρχει συγκριση. Εγώ προσπαθώ όσο μπορώ να επικεντρώνω τις προσπάθειες μου προς τα έξω", μας λέει, αναφέροντας πως θα μιλήσει για αυτό το θέμα αναλυτικά σε σχετικό πάνελ στο Comicdom της Αθήνας τον Μάρτιο . Ο Γιώργος Γούσης, χωρίς να μασάει τα λόγια του, μας μιλά για το μέγεθος αλλά και την «εκπαίδευση» του ελληνικού κοινού: «Δεν υπάρχει λόγος να μιλήσω για την μειονότητα των Ελλήνων που πραγματικά διαβάζει κόμικ. Οι περισσότεροι δεν ξέρουν καν περί τίνος πρόκειται, δεν ξέρουν για ποιο πράγμα μιλάς, θα φαντάζονται μάλλον γελοιογραφίες», λέει και συμπληρώνει πως, ενώ σίγουρα οι νεότερες γενιές διαβάζουν περισσότερο, δεν υπάρχει τρόπος να «μετρηθεί» κάτι τέτοιο. «Απλώς το υποψιαζόμαστε από τις αντιδράσεις των γύρω μας που και αυτοί όμως είναι πολύ λίγοι και συνήθως ανήκουν στον καλλιτεχνικό χώρο. Ακόμη και αυτοί όμως δεν διαβάζουν ακόμα κόμικ από συνήθεια αλλά από περιέργεια. Δεν είναι στην κουλτούρα τους και είναι λογικό. Ελπίζουμε πως σιγά σιγά ίσως αλλάξει και εδώ αυτό». Ο Ηλίας Κυριαζής συμφωνεί για το μέγεθος του κοινού στην χώρα μας, αλλά θέτει και μια επιπλέον παράμετρο: "Αυτό που για μένα δε βγάζει κανένα νόημα είναι ότι ή είσαι "αναγνώστης κόμικς" ή όχι. Το θεωρό εντελώς ηλίθιο. Ναι, υπάρχουν λάτρεις του σινεμά και βιβλιοφάγοι και κόσμος που ψάχνεται πολύ με τη μουσική, αλλά δεν αυτό δεν σημαίνει οτι ο υπόλοιπος πληθυσμός αγνοεί και απέχει από αυτές τις τέχνες. Δε χρειάζεται να "διαβάζει κόμικς" κάποιος για να απολαύσει ένα κόμικ", παρατηρεί . *Γεννιέσαι ή γίνεσαι; Διδάσκεται η τέχνη του κόμικ ή πρόκειται καθαρά για την εξάσκηση ενός ταλέντου που έχεις μέσα σου; Ο Τάσος Ζαφειριάδης , που παρακολούθησε μαθήματα σε εργαστήρι καλών τεχνών της Θεσσαλονίκης, εξηγεί: «Η ικανότητα αφήγησης είναι σε κάποιο βαθμό έμφυτη, όπως κάποιοι διηγούνται καλά ένα ανέκδοτο, ενώ άλλοι όχι. Οι σχετικές σπουδές μπορούν να θέσουν σε θεωρητικές βάσεις ό,τι έμφυτο, και να το βελτιώσουν». Όπως λέει, αν δεν είχε παρακολουθήσει μαθήματα, ίσως να μην είχε ασχοληθεί με το κόμικ σε τέτοιο βαθμό ή να του έπαιρνε πολύ περισσότερο χρόνο να κάνει όσα κατάφερε ως τώρα. "Δεν είναι κάτι μαγικό", λέει από την πλευρά του ο Ηλίας Κυριαζής . "Είναι επιμονή και δουλειά και αγάπη για το αντικείμενο. Προσωπικά δε σπούδασα σε κάποια σχολή αλλά το ψάχνω και μαθαίνω και εξασκούμαι από πολύ μικρός. Καμία σχολή δε θα σε κάνει κομίστα άμα δεν το παλέψεις μόνος σου, όπως και κανένα έμφυτο ταλέντο". «Ακόμα, ο δημιουργικός διάλογος με ομότεχνους έχει πολλή σημασία. Και η ευρύτητα των διαβασμάτων αυξάνει τα εκφραστικά σου μέσα, όπως και η εξάσκηση», συμπληρώνει ο Τάσος Ζαφειριάδης . Ο Γιώργος Γούσης, ο οποίος σπούδασε Γραφιστική, απ’ την πλευρά του είναι κατηγορηματικός όταν τον ρωτάμε αν γεννιέται ή γίνεται κανείς κομίστας: "Γίνεσαι. Το να έχεις από μικρός την τάση να παίζεις κιθάρα, να τραγουδάς ή να ζωγραφίζεις δεν είναι ταλέντο. Είναι απλώς μια ικανότητα. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν από μια. Από εδώ και πέρα, το αν τελικά θα γίνεις κακός, μέτριος ή σπουδαίος αφηγητής έχει να κάνει 2% με την ικανότητα σου και 98% με όλα τα υπόλοιπα", όπως την εξάσκηση στο να αφηγείσαι με συνδυασμό λόγου και εικόνας και κυρίως το προσωπικό μεράκι, μας λέει. *Το αυγό και η κότα Ή με άλλα λόγια, το σενάριο έκανε το σχέδιο , ή το σχέδιο προηγείται ιεραρχικά του σεναρίου στα κόμικ; «Κανένα δεν είναι σημαντικότερο από το άλλο. Πρέπει να βρίσκονται σε ισορροπία. Επειδή όμως συνήθως το σενάριο προηγείται της απεικόνισης, ο κάθε σχεδιαστής οφείλει να προσαρμόζει το εικαστικό μέρος στην εκάστοτε ιστορία, στον εκάστοτε κόσμο. Δηλαδή να δημιουργεί ατμόσφαιρα, χωρίς βέβαια να χάνει την αναγνωρισιμότητα του», πιστεύει ο Γιώργος Γούσης . Άλλωστε, όπως αναφέρει και ο Ηλίας Κυριαζής , "τα κόμικς είναι και τα δύο αυτά τα πράγματα μαζί, δεν έχει νόημα να προσπαθείς να τα ξεχωρίσεις και να βαφτίσεις το ένα "πιο σημαντικό" από το άλλο. Το καλό σχέδιο δεν είναι αυτό που είναι το πιο αισθητικά ελκυστικό, είναι αυτό που σε βάζει μέσα στην ιστορία". Στην ένατη τέχνη όμως δεν είναι μόνο το σχέδιο ή το σενάριο που παίζουν σημαντικό ρόλο. «Είναι και η σκηνοθεσία, ο αριθμός των καρέ, το μέγεθος της σελίδας, ο τρόπος σύνταξης των καρέ στη σελίδα.. Όλα αυτά είναι αφηγηματικά εργαλεία που σου δίνουν την δυνατότητα να ελέγχεις τον ρυθμό, τον χρόνο, το σασπένς, την ένταση», λέει ο Γιώργος Γούσης , θυμίζοντάς μας πως όλα αυτά συντελούν στην καλή αφήγηση μιας ιστορίας. Άλλωστε, «όλες οι ιστορίες έχουν ειπωθεί. Υπάρχουν υπέροχες ιστορίες που μπορείς να καταστρέψεις αν δεν τις αφηγηθείς σωστά και κοινές, φαινομενικά ασήμαντες ιστορίες που μπορείς να αναδείξεις σε κάτι φρέσκο, κάτι νέο αν τις αφηγηθείς με ωραίο ή πρωτότυπο τρόπο». *Επιρροές και εμπνεύσεις Ένας κομίστας βρίσκεται μπροστά σε tabula rasa. Από πού ξεκινά για να δημιουργήσει το κόμικ; Ο Τάσος Ζαφειριάδης μοιράζεται μαζί μας την λίστα των «μουσών» του: «Πράγματα που ακούω ή βλέπω γύρω μου, κουβέντες με φίλους, αλλά και βιβλία, ταινίες, μουσική, ποίηση. Όνειρα μερικές φορές, σε εκείνη την ώρα λίγο πριν ή λίγο μετά τον ερχομό του ύπνου. Φράσεις που παρακούω από λάθος και ερμηνεύω αλλιώς. Παλιές σημειώσεις που βλέπω μετά από χρόνια. Η συνεργασία στο σενάριο, το ομαδικό brainstorming. Ο συνδυασμός όλων των παραπάνω». Ο Ηλίας Κυριαζής παίρνει την σκυτάλη: "Από τη ζωή, από την τέχνη... Δεν ξέρεις ποτέ από που θα σου έρθει μια καλή ιδέα. Όσο πιο πολλές εμπειρίες έχεις τόσο καλύτερα. Πολλές φορές βοηθά παρατηρώντας πράγματα και καταστάσεις να σκέφτεσαι "τι θα γινόταν αν...;" Για τον Γιώργο Γούση , έμπνευση είναι «οτιδήποτε μου κάνει εντύπωση. Οτιδήποτε με συγκινεί, με κάνει να το σκέφτομαι». Και αναπόφευκτα, η κουβέντα έρχεται στους συναδέλφους τους που τους επηρέασαν: «Υπάρχουν αυτοί που με τη δουλειά τους μου έδειξαν πιο δρόμο να πάρω και αυτοί που μου έδειξαν πιο δρόμο να αποφύγω. Και οι δύο περιπτώσεις εξίσου σημαντικές για μένα. Ας πούμε πως επηρεάζομαι πιο εύκολα από τους Αμερικάνους σχεδιαστές του 30' και τους χαράκτες αλλά γενικότερα έχω κλέψει λεπτομέρειες από πάρα πολλούς σχεδιαστές, όλων των ειδών και τάσεων», μας εκμυστηρεύεται ο νεαρός σχεδιαστής για το κράμα του ιδιαίτερου στιλ του. Επιπλέον, κατά την γνώμη του, το αφηγηματικό στιλ επηρεάζεται όχι μόνο από κομίστες αλλά από κάθε είδους καλλιτέχνες, λογοτέχνες, ποιητές, σκηνοθέτες. «Ίσως λιγότερο από τους μουσικούς λόγω της αποχής του ήχου από τα κόμικ, αλλά δεν είναι απίθανο να συμβαίνει και αυτό. Γνωρίζω κομίστες που επηρεάζονται έντονα από τα μουσικά τους ακούσματα και αυτό παίρνει θέση στο έργο τους. Με την ίδια λογική, δεν παρακολουθώ με - θετικό ή αρνητικό- ενδιαφέρον μόνο τους συναδέλφους μου. Παρακολουθώ όσους περισσότερους μπορώ». «Αυτοί, τους οποίους αναγνωρίζω πιο πολύ στο δικό μου σχέδιο, είναι οι Lewis Trondheim, Max Andersson, Reiser, Chris Ware. Αλλά έχω «μάθει» πολλά και από άλλους, οι οποίοι δεν είναι ίσως τόσο αντιληπτοί, όπως ο Hugo Pratt, ο Franquin ή ο Don Rosa», μας λέει για το δικό του ύφος ο Τάσος Ζαφειριάδης και συνεχίζει την μεγάλη και ενδιαφέρουσα λίστα του: «Από Έλληνες δημιουργούς παρακολουθώ πολλούς: όλους στο The Very Closed Circle, τους Γιώργο Τσούκη, Τάσο Μαραγκό, Χρήστο Σταμπουλή, Πέτρο Χριστούλια, Θανάση Πέτρου, Μιχάλη Διαλυνά, Γιώργο Γούση, Evan, Γιώργο Τραγάκη, Ζένια, Αλέκο Παπαδάτο, Γιάννη Μυλωνογιάννη και πολλούς ακόμη». *Σε σελίδες και στα… σκαριά Αν δεν σας έχει δημιουργηθεί η περιέργεια να «διαβάσετε» τις δημιουργίες της νέας γενιάς του ελληνικού κόμικ, λέτε ψέματα. Συνεχίστε να διαβάζετε, γιατί ακολουθούν οι τελευταίες δουλειές των δημιουργών που μας άνοιξαν τα χαρτιά τους, καθώς και τα σχέδιά τους (στην κυριολεξία) για το μέλλον. Ο Ηλίας Κυριαζής πρόσφατα κυκλοφόρησε το μινικόμικ The Dragon And The Ghost , που όπως μας λέει "το χάρηκα γιατί είναι ό,τι πιο σκοτεινό έχω γράψει. 'Ενας redneck δράκος, ένα ομιλόν άγαλμα και μια απομονωμένη καμπίνα στο δάσος. Και αλυσίδες. Το χρησιμοποιήσα για να ανοίξω και το online store μου όπου διατίθεται αποκλειστικά" . Αυτό τον καιρό δημοσιεύεται σε συνέχειες στο socomic.gr το κόμικ του " It's My Party ". Ένας τύπος μυστηριωδώς ξαναζεί όλα τα πάρτυ της ζωής του, συγχρόνως. Κάθε Δευτέρα ανεβαίνει νέα σελίδα και θα ολοκληρωθεί σε 14 επεισόδια. Περισσότερα δείγματα της δουλειάς του μπορείτε να δείτε στην ιστοσελίδα του . Όταν τον ρωτάμε πώς θα φανταζόταν εικονογραφημένο το Μνημόνιο, η απάντησή του είναι... αυτή . Τέλος, μας ενημερώνει πως σκοπεύει να μοιραστεί τα πολύ αγαπημένα του illustrations με τους χαρακτήρες από Marvel και DC που του αρέσουν περισσότερο, τα οποία μπορείτε να δείτε εδώ . "Σκέφτομαι να τυπώσω λίγα αντίτυπα με αφορμή το Comicdom Con. Αν κάποιος θέλει κάποιο ας μου γράψει στο iliaskrzs@yahoo.gr" , μας λέει. Ο Γιώργος Γούσης , από την ανάδειξή του από το «9» της Ελευθεροτυπίας μέχρι σήμερα, έχει συμπληρώσει τέσσερα (και κάτι) αναγνωριστικά αλλά και άκρως ενδιαφέροντα χρόνια δημιουργίας, με ένα corpus από σχέδια, εικονογραφήσεις για τον περιοδικό τύπο, ιστορίες που έφτασαν μέχρι και τα πιεστήρια αμερικανικών εκδόσεων, τα οποία συγκεντρώθηκαν σε μία καλαίσθητη έκδοση υπό τον τίτλο « Αθώες Εποχές » (εκδόσεις ΚΨΜ). Περισσότερα έργα του μπορείτε να δείτε στο blog του . Όσο για τον επόμενο κύκλο δημιουργίας του; «Αυτή την περίοδο ετοιμάζω μαζί με τον συνεργάτη μου στο σενάριο Γιάννη Ράγκο, ένα demo για μια μεγάλη ιστορία κόμικ που θέλω να φτιάξω. Μόλις ολοκληρωθεί ο φάκελος με την παρουσίασή του εγχειρήματος, θα τον προτείνουμε σε εκδότες τους εξωτερικού και του εσωτερικού για να δούμε αν μπορεί κάποιος να μας βοηθήσει στην υλοποίηση του. Η ιστορία διαδραματίζεται στην Ελλάδα του 1909 έως το 1930», μας αποκαλύπτει. Εμείς τολμάμε να τον ρωτήσουμε ποιο βιβλίο θα ήθελε να μετατρέψει σε κόμικ , αλλά και πώς θα φανταζόταν εικονογραφημένο… το Μνημόνιο . «Το βιβλίο Counter-Clock World (Ο Αντίστροφος Κόσμος) του Φίλιπ Ντίκ», μας απαντά στο πρώτο σκέλος, και όσο για το μνημόνιο, θα ήταν «βαρετό διότι δεν καταπιάνεται με κανένα από τα ουσιαστικά προβλήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, για την ακρίβεια αδιαφορεί παντελώς γι' αυτήν και τα προβλήματα της». Ο Τάσος Ζαφειριάδης , επίσης «παιδί» του περιοδικού «9», τον τελευταίο χρόνο μαζί με τον «Εγγαστρίμυθό» μας Λουκά Τσουκνίδα γράφουν την ιστορία « Δεν είναι αυτό που νομίζεις », τα δύο πρώτα τεύχη της οποίας κυκλοφορούν από την Jemma Press σε σχέδιο Παναγιώτη Πανταζή (aka Pan Pan). Πρόκειται για τις περιπέτειες μιας αθηναϊκής παρέας, που έχει την υπερδύναμη να την βολεύει ο σουρεαλισμός της καθημερινότητας (μάθετε περισσότερα σε παλιότερο δημοσίευμα του in2life ). link
  21. Ο Αναστάσιος Ζαφειριάδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1981. Εκεί μεγάλωσε και σπούδασε ορθοδοντικός. Στον χορό των κόμικς μπήκε συμμετέχοντας σε φανζίνς όπως το The Comix Undo, το Μικρό Σύμπαν - Tiny Universe η Ανόργανη Ύλη και το Flip! (Φούσκες), αλλά και μετέπειτα στην ανθολογία Happy Revolver. Θα συνεργαστεί με το 9 όπου θα γράφει το ιδιόμορφο επεισοδιακό «Intra Muros», το οποίο θα βγει αργότερα σε τομάκι. Το 2007 θα κάνει το δισέλιδο origin της Charlotte. Συμμετέχει μέχρι σήμερα στις εκθέσεις κόμικς και τα λευκώματα της φοιτητικής εβδομάδας του Α.Π.Θ. και τα Big Bang! Comix. Επίσης, γράφει ΚΑΙ ποίηση (βλ.το Χακί Χαϊκού αφού ξεμπέρδεψε με το φανταριλίκι) συνεχίζοντας ως Ezra Heinz μέσω των ΘΕΟκαμμένων "Εδώδιμα-Αποικιακά, Από Τη Διαχείριση της εκδοτικής του, Λέσχης Φίλων Εικοστού Αιώνα, συμμετέχει στο διαδικτυακό περιοδικό Monkie με τα επεισοδιακά SLAP! και The Drah, ενώ είναι μέλος του The Very Closed Circle. Ακούραστος και δημιουργικότατος! Όσον αφορά τις διακρίσεις, το 2005 κέρδισε μαζί με τον Πέτρο Χριστούλια το Ά βραβείο σε διαγωνισμό κόμικς του περιοδικού IQ με θέμα την Κούβα και στα Comicdom Awards '09 πήρε το βραβείο Best Greek Fanzine για το Σπιφ & Σπαφ - Η Μεγάλη Περιπέτεια και το 2011 το ίδιο, αυτή τη φορά με την Πορτογαλία Όπως Τη Φαντάζομαι. Στο GC είναι γραμμένος ως polfos.
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.