Search the Community
Showing results for tags 'τα βαρέλια της οργής'.
-
Τα «Βαρέλια της Οργής» είναι η νέα, απολαυστική περιπέτεια του Λούκυ Λουκ και εκτυλίσσεται στο Μιλγουόκι με επίκεντρο την παραγωγή μπίρας και τις μεγάλες εργατικές διεκδικήσεις ενάντια στους Γερμανούς εργοστασιάρχες. «Το Μιλγουόκι! Ιδού η πόλη της μπίρας. Η πρωτεύουσα της αμερικανικής ζυθοποιίας, με δεκάδες εργοστάσια που παράγουν κάθε χρόνο εκατομμύρια βαρέλια, τα οποία φεύγουν με προορισμό όλα τα σαλούν της χώρας. Μια πόλη όπου κάνουν κουμάντο οι “βαρόνοι της μπίρας”, όλοι τους Γερμανοί... Τα θρυλικά μεγάλα αφεντικά που στο άκουσμα των ονομάτων τους λάμπουν τα μάτια όλων των θαμώνων των σαλούν, από τις ερήμους της Αριζόνα μέχρι τα βουνά του Ορεγκον» εξηγούν οι Jul (σενάριο) και Achdé (σχέδια), διάδοχοι του μεγάλου Morris (1923-2001) στην πιο πρόσφατη περιπέτεια του Λούκυ Λουκ, του καουμπόι που πυροβολεί πιο γρήγορα κι από τον ίσκιο του. Κι η ιστορία, έπειτα από μια ξεκαρδιστική εισαγωγή με τον Λούκυ Λουκ να υποφέρει από τη μέση του και να επισκέπτεται τον γιατρό, ξεκινά ουσιαστικά στο Νέο Μόναχο και συνεχίζεται στο Μιλγουόκι, στην καρδιά της γερμανόφωνης ζώνης. Εκεί συγκεντρώθηκαν σχεδόν έξι εκατομμύρια μετανάστες που ταξίδεψαν με πλοία από το Αμβούργο στη διάρκεια λίγων ετών στο τέλος του 19ου αιώνα και ίδρυσαν μια σειρά από μικρές ή μεγαλύτερες πόλεις που συναγωνίζονταν για τη «γερμανικότητά» τους: Μπίσμαρκ, Βερολίνο, Νέο Βερολίνο, Πότσνταμ, Νέα Γερμανία, Τζέρμανταουν, Ντόιτσεταουν, Μικρή Γερμανία κ.ά. Σημαντικό μέρος των γερμανικών παραδόσεων που οι μετανάστες δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν, αλλά ο Νέος Κόσμος δεν μπορούσε να ικανοποιήσει, ήταν και η κατανάλωση μπίρας. Γι’ αυτό οι Γερμανοί στην αρχή έφτιαξαν μικρές ζυθοποιίες και πολλοί από αυτούς σταδιακά εξελίχτηκαν σε εργοστασιάρχες. Τα δεκάδες εργοστάσια με τις ψηλές καμινάδες που κολυμπούν μέσα σε μια θάλασσα καπνού είναι και η πρώτη εικόνα που ατενίζει με δέος και θαυμασμό ο Λούκυ Λουκ φτάνοντας στο Μιλγουόκι φέρνοντας στον νου τον «Περιπλανώμενο πάνω από τη Θάλασσα της Ομίχλης» του Γερμανού ρομαντικού ζωγράφου Caspar David Friedrich. Ο λόγος της άφιξής του όμως, είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα και ενδιαφέροντα στοιχεία της περιπέτειας με τον εύστοχο στην ελληνική μετάφραση τίτλο «Τα Βαρέλια της Οργής» (πρωτότυπος τίτλος: Un Cowboy sous Pression, μετάφραση: Βασίλης Πουλάκος, εκδόσεις Μαμουθκόμιξ, 48 σελίδες). Σύμφωνα με το σενάριο, η Δύση έχει στεγνώσει από μπίρα καθώς οι εργάτες στη ζυθοποιία έχουν προχωρήσει σε πολυήμερη απεργία διεκδικώντας αυξήσεις μισθών και καλύτερες συνθήκες εργασίας. «Απεργία! Τέρμα η εκμετάλλευση της εργατιάς!», «Απεργία! Κάτω τα αφεντικά!», «Όλοι στους δρόμους!», «Εργασία, όχι σκλαβιά!» γράφουν οι αφίσες και τα πλακάτ των απεργών. Κι ο Λούκυ Λουκ καλείται να ομαλοποιήσει την κατάσταση, να επαναφέρει την κοινωνική ειρήνη και να σταματήσει την απεργία ώστε να ξαναλειτουργήσουν τα εργοστάσια και οι Αμερικανοί και όλοι οι μετανάστες να ξαναπιούν μπίρα. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, το θέμα είναι πολιτικό και ο άπειρος σε αυτά τα θέματα «φτωχός και μόνος καουμπόι» θα τα κάνει θάλασσα προσπαθώντας να πείσει τους απεργούς να γυρίσουν στις δουλειές τους. «Είναι ολοφάνερο ότι τον έστειλε το αφεντικό για να σπάσει την απεργία», «Σύντροφοι! Να πετάξουμε έξω αυτόν τον σπιούνο!», «Να τον πασαλείψουμε με βύνη και πούπουλα!» κραυγάζουν οι απεργοί απειλώντας τον Λούκυ Λουκ με λιντσάρισμα. Η αστυνομία θα επέμβει και πολλοί απεργοί μαζί με τον Λούκυ Λουκ θα καταλήξουν στα κρατητήρια, έρμαια του άκαρδου σερίφη Μπεντς που αντί για το αστέρι στο στήθος, έχει το σήμα της Μερσεντές! Σύντομα, στο χάος θα προστεθούν και οι Ντάλτον, όταν οι τοπικές αρχές σε αγαστή συνεργασία και διαπλοκή με τους επιχειρηματίες, επιστρατεύουν τους φυλακισμένους για να αντικαταστήσουν τους εργάτες. Και τα προβλήματα του Λούκυ Λουκ θα γίνουν περισσότερα, καθώς από τη μια σέβεται τους απεργούς και τον αγώνα τους αλλά, από την άλλη, βάσει πεποιθήσεων επιθυμεί τη γαλήνη και την ταξική ειρήνη. Μια ειρήνη που είναι δύσκολο να επιτευχθεί όταν οι απεργοί συνειδητοποιούνται ταξικά με αγώνες και αλληλεγγύη κάτω από το πορτρέτο του Μαρξ, ενώ η τοπική εξουσία υπηρετεί το κεφάλαιο και επιλέγει τον εκβιασμό, τους απεργοσπάστες, τη βία. Παρά το φαινομενικό αδιέξοδο, η λύση θα βρεθεί και ο Λούκυ Λουκ θα συμβάλει στο τέλος της απεργίας και την επανέναρξη της λειτουργίας των εργοστασίων. Αλλά μέχρι να συμβεί αυτό, με πανέξυπνο τρόπο και χωρίς ποτέ να γίνονται ανιαρά διδακτικοί, οι Jul και Achdé θα έχουν την ευκαιρία να αναφερθούν στα εργατικά ατυχήματα και τη μεροληπτική υπέρ των αφεντικών νομοθεσία, στην αλληλοβοήθεια των εργαζομένων, στην ανάγκη για ενότητα κι αγώνες του λαού, στις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας στη βιομηχανία αλλά και στην πολυδιάσπαση των συνδικάτων και τους λάθος χειρισμούς τους. Κι έτσι, με διαρκή κλεισίματα του ματιού ο αναγνώστης θα αναγνωρίσει το πάθος του Λένιν στον πύρινο λόγο ενός εκπροσώπου των εργατών, θα θυμηθεί το παιχνίδι Donkey Kong αλλά με βαρέλια μπίρας, θα μάθει ότι τα χρώματα της γερμανικής σημαίας οφείλονται στα χρώματα των ρούχων του Λούκυ Λουκ. Και στο τέλος θα χαμογελάσει με τους εργάτες να αναφωνούν: «Ζήτω ο σύντροφος καουμπόι!». Και το σχετικό link...
-
- 3
-
-
- τα βαρέλια της οργής
- λούκυ λουκ
- (and 5 more)