Search the Community
Showing results for tags 'σκιά πάνω απ’ την αθήνα'.
-
Έχω την αίσθηση ότι ο σχολιασμός αρχίζει να προσφέρει στον αναγνώστη πολύ περισσότερο Ιράν από αυτό που μπορεί να καταναλώσει. Διακρίνω ίχνη κορεσμού. Άλλωστε, τις τελευταίες μέρες οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, δηλαδή οι εκατέρωθεν βομβαρδισμοί, δεν φαίνεται να αποτελούν το πρόκριμα σημαντικών εξελίξεων. Κρατώντας στα χέρια μου την «Καθημερινή» του Σαββάτου 7ης Μαρτίου, στη σελίδα με τα Γράμματα Αναγνωστών, διαπίστωσα για μια ακόμη φορά το ενδιαφέρον που εξακολουθεί να υπάρχει για την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Όλες οι επιστολές – πλην μιας – αναφέρονται σε αυτήν την περίοδο. Εκείνο όμως που με εντυπωσίασε, διότι δεν το γνώριζα, ήταν το τρομακτικό σε πόνο σκίτσο του Φωκίωνος Δημητριάδη, με γκρίζα χρώματα, το οποίο αποτυπώνει την πορεία του φορτηγού με τα πτώματα των εκτελεσμένων και τις τραγικές φιγούρες των συγγενών να το περιβάλλουν. Είναι ένα σκίτσο από το βιβλίο του «Σκιά πάνω απ’ την Αθήνα, σκίτσα της Κατοχής» (εκδόσεις Μαρή 1970). Ήμουν στο δημοτικό όταν ο πατέρας μου έφερε στο σπίτι το βιβλίο του Δημήτρη Ψαθά «Χειμώνας 1941» με σκίτσα του Δημητριάδη. Οικείες οι φιγούρες, καθώς τις συναντούσα κάθε μέρα στις πολιτικές γελοιογραφίες του στην εφημερίδα «Μακεδονία». Αρκετά αργότερα ήμουν σε θέση να τις αξιολογήσω. Τελικά είναι κανόνας ότι ένας άνθρωπος, με ταλέντο και ευαισθησίες, μπορεί να προσεγγίσει τα γεγονότα από πολλές πλευρές, με τρόπο σκωπτικό ή τραγικό. Το συγκεκριμένο βιβλίο του Φωκίωνος Δημητριάδη το προλόγισε ο Άγγελος Τερζάκης, ο οποίος έγραψε μεταξύ άλλων: «…πίσω από τη μαρτυρία του σκιτσογράφου βλέπουμε να ορθώνεται το δράμα, η δίκη και η καταδίκη μιας εποχής που δεν ξορκίστηκε κι ας το νομίζουμε. Απομένει σαν απειλή στον αέρα: ο ολοκληρωτισμός είναι τέρας που δεν εξοντώθηκε […]. Κι αν η λήθη είναι κάποτε αρετή, η μνήμη είναι πάντα χρέος». Τη δραματικότητα του σκίτσου η «Καθημερινή» την υπογραμμίζει διά χειρός του ίδιου του Δημητριάδη: «Το αυτοκίνητο του θανάτου. Όταν έβγαινε από το Σκοπευτήριο αφήνοντας πίσω μια γραμμή αίματος, ήτο φανερό πως την ημέρα εκείνη είχαν γίνει εκτελέσεις σε μεγάλο αριθμό». Στο σκίτσο είναι χαραγμένη στο χώμα αυτή η μακάβρια γραμμή. Όταν εξέδωσε αυτό το βιβλίο ο Φωκίων Δημητριάδης οι μνήμες της Κατοχής ήταν νωπές, καθώς ζούσε η γενιά που την είχε βιώσει. Ίσως τότε, το 1970, ο κοινός νους δεν είχε συνειδητοποιήσει πως Κατοχή και εμφύλιος πόλεμος συμπλέκονταν. Η χρονική απόσταση ήταν σχετικά μικρή για να υπάρχει η δυνατότητα να σχηματιστεί η μεγάλη εικόνα με ευκρίνεια. Άλλωστε η δικτατορία, με τον απλοϊκό λόγο της, συσκότιζε την Ιστορία υποβιβάζοντάς την σε όπλο προπαγάνδας. Το διαισθάνεται αυτό ένας αστός διανοούμενος, ο Άγγελος Τερζάκης, ο οποίος έγραψε για το τέρας του ολοκληρωτισμού που δεν εξοντώθηκε. Μια παρατήρηση με αμφίπλευρη αιχμή και μάλλον επίκαιρη μισόν αιώνα μετά. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- φωκίων δημητριάδης
- εκδόσεις μαρή
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
Εβδομήντα επτά σκίτσα του Φωκίωνα Δημητριάδη από την περίοδο της Κατοχής καταγράφουν την εμπειρία του λιμού, του δωσιλογισμού, της Αντίστασης και των μαζικών ναζιστικών αντιποίνων στην Αθήνα ● Σε αλλεπάλληλα σπαρακτικά σκίτσα του, δείχνει όλη τη διαδικασία των εκτελέσεων: εκφώνηση των ονομάτων των μελλοθανάτων, κραυγές θρήνου, πορεία προς τον θάνατο, μαζικοί τουφεκισμοί, «αναμνηστικές φωτογραφίες» των εκτελεσμένων από τους ναζί. Οι φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944 συγκλόνισαν κάθε πολίτη ανεξαρτήτως ιδεολογικών καταβολών – πλην, βεβαίως, των νοσταλγών του ναζισμού και της δωσιλογικής εθνικοφροσύνης. Τα πρόσωπα των κομμουνιστών που βαδίζουν προς τον θάνατο αγέρωχοι και ευθυτενείς, τραγουδώντας και σηκώνοντας τις γροθιές τους μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, έχουν ήδη χαραχτεί στο συλλογικό μας ασυνείδητο. Και αποτελούν ένα μικρό μόνο στιγμιότυπο από τις τεράστιες θυσίες ενός μεγάλου κομματιού του λαού μας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που αψήφησε τον φόβο και όρθωσε ανάστημα απέναντι στην τριπλή φασιστική Κατοχή και στους Έλληνες συνεργάτες της. Αν και συγκλονιστικά – κυρίως για τον αναπάντεχο τρόπο με τον οποίο ανακαλύφθηκαν 82 χρόνια μετά, το Ψυχοσάββατο της 14ης Φλεβάρη του 2026 – τα φωτογραφικά ντοκουμέντα από την Καισαριανή δεν είναι τα μοναδικά που αποτυπώνουν εκείνη την εποχή. Και άλλες φωτογραφίες από γερμανικές στρατιωτικές πηγές που βγήκαν πριν από δεκαετίες στη δημοσιότητα έχουν αποτυπώσει εκτελέσεις όπως εκείνη στο Κοντομαρί Χανίων στις 2.6.1941, ενώ φωτογράφοι όπως η Βούλα Παπαϊωάννου, ο Δημήτρης Χαρισιάδης, ο Σπύρος Μελετζής και ο Κώστας Μπαλάφας κατέγραψαν με κίνδυνο της ζωής τους τη φρίκη, την πείνα και την αντίσταση. Πέρα όμως από τους ηρωικούς φωτογράφους της Κατοχής, ο νους μας ανέτρεξε ετούτες τις μέρες και σε έναν σκιτσογράφο. Έναν σπουδαίο, εμβληματικό σκιτσογράφο, τον οποίο η Ιστορία έχει τοποθετήσει στο πάνθεον των σημαντικότερων δημιουργών στα διακόσια χρόνια της ελληνικής γελοιογραφίας. Πρόκειται για τον Φωκίωνα Δημητριάδη (1894-1977), γνωστό στο ελληνικό κοινό κυρίως από τις γελοιογραφίες του στον προδικτατορικό ημερήσιο Τύπο. Ένα σκιτσορεπορτάζ της Κατοχής Ο Φωκίων Δημητριάδης (ή Φώκος για τους φίλους του) στην περίοδο της Κατοχής δημιούργησε δεκάδες δραματοποιημένα σκίτσα από την καθημερινότητα της Αθήνας, συνθέτοντας μια μεγάλη εικονογραφημένη αφήγηση της κατοχικής εμπειρίας στην Αθήνα. Τα 77 σκίτσα του συγκεντρώθηκαν σε λεύκωμα που εκδόθηκε αρχικά στις ΗΠΑ το 1945, με τον τίτλο «Shadow over Athens». Το λεύκωμα εκδόθηκε και στην Ελλάδα το 1970 με τον τίτλο «Σκιά πάνω απ’ την Αθήνα». Κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο Δημητριάδης συνελήφθη από τους Γερμανούς, αλλά αφέθηκε ελεύθερος. Ο ίδιος αναφέρει ότι ο λόγος της σύλληψής του ήταν μια αντιχιτλερική καρικατούρα, υπάρχει ωστόσο και μια ανέκδοτη μαρτυρία ότι συνελήφθη επειδή πάνω του βρέθηκαν ένσημα της ΠΕΕΑ. «Εν αντιθέσει με πολλούς, εγώ απελευθερώθηκα. Συνέχισα να ζω στην αγαπημένη μου πόλη και να παρακολουθώ τους κατακτητές. Και όσο παρακολουθούσα, σχεδίαζα», γράφει ο ίδιος στον πρόλογο του λευκώματος. Εξαθλίωση, αντίσταση και αντίποινα Τα σκίτσα διακρίνονται, θεματικά, σε τρεις μεγάλες κατηγορίες. Η πρώτη αφορά την καθημερινότητα των Αθηναίων, από την είσοδο των Γερμανών στην πρωτεύουσα τον Απρίλιο του 1941, μέχρι την αποχώρησή τους τον Οκτώβριο του 1944. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται σκηνές του καθημερινού αγώνα για επιβίωση σε συνθήκες πείνας, εξευτελισμού και εξαθλίωσης: ρακοσυλλέκτες, επαίτες, ουρές για πενιχρή μερίδα συσσιτίου, χιλιάδες σκελετωμένα πτώματα. Η δεύτερη κατηγορία αφορά στην Αντίσταση: από τις μικρές πράξεις αξιοπρέπειας απέναντι στους αλαζόνες Γερμανούς και Ιταλούς κατακτητές, μέχρι τις αιματοβαμμένες απεργιακές διαδηλώσεις και τα σαμποτάζ. Τέλος, η τρίτη κατηγορία σκίτσων απεικονίζει τα αντίποινα των κατακτητών και των συνεργατών τους: τρομοκρατία, βασανιστήρια σε κρατουμένους, μαζικές εκτελέσεις. Η σειρά των σκίτσων είναι χρονική. Σε αυτά βλέπουμε την επιστροφή ταλαιπωρημένων Ελλήνων στρατιωτών από το αλβανικό μέτωπο μετά τη συνθηκολόγηση με το Ράιχ. Ακολουθεί η προέλαση των Γερμανών στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 1941, μαζί με τους ηττημένους από τον ελληνικό στρατό «κοκορόφτερους» Ιταλούς, οι οποίοι κορδώνονται ως νικητές με τις πλάτες της Βέρμαχτ. Απλοί άνθρωποι του λαού περιφρονούν τους κατακτητές, όπως ο επαίτης-ανάπηρος πολέμου που δεν καταδέχεται «ελεημοσύνη» από αυτούς. Άλλοι εξοργίζουν τον κατοχικό στρατό, επιφυλάσσοντας θερμή υποδοχή στους αιχμαλώτους των Συμμαχικών Δυνάμεων, ενώ κάποιοι πιο ριψοκίνδυνοι αποκρύπτουν στα φτωχικά τους σπίτια στρατιώτες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας και αργότερα εκατοντάδες εβραϊκές οικογένειες. Στη συνέχεια ξεκινάει ο λιμός της πρώτης κατοχικής περιόδου, που έπληξε κατά βάση τα αστικά κέντρα και κατά κύριο λόγο την Αθήνα. Στα οικογενειακά τραπέζια των Αθηναίων, τα παιδιά δείχνουν να αγνοούν όχι μόνο τον «επιούσιο άρτο» της Κυριακής προσευχής, αλλά και άλλα βασικά διατροφικά στοιχεία, όπως τα αυγά και το γάλα. Εξαθλιωμένες οικογένειες «αγρεύουν επί ματαίω» υπολείμματα τροφής στις χωματερές. Οι πολίτες σταδιακά αδυνατίζουν και αποστεώνονται. Οι καρότσες του δήμου καθημερινά περισυλλέγουν πτώματα από τους δρόμους. Την ίδια ώρα, οι Γερμανοί απεικονίζονται να εκμεταλλεύονται σεξουαλικά κάποιες γυναίκες έναντι μιας μπουκιάς ψωμιού, να τρώνε πλουσιοπάροχα μπροστά σε ξελιγωμένα βλέμματα και να θραύουν τα χέρια μικρών παιδιών που επιχειρούσαν να κλέψουν καρβέλια από τις προμήθειές τους. Παρά το αρχικό σοκ του πρώτου χρόνου Κατοχής – ή, μάλλον, και εξαιτίας αυτού –, ο λαός άρχισε να οργανώνει την αντίστασή του. Μια από τις πρώτες αφορμές δόθηκε στις 25 Μαρτίου 1942, στην επέτειο έναρξης του ελληνικού πολέμου της ανεξαρτησίας. Σκίτσο του Δημητριάδη δείχνει Αθηναίους να αφήνουν λουλούδια στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, λίγο πριν δεχτούν την επίθεση των έφιππων Ιταλών καραμπινιέρων. Σε άλλο σκίτσο, οι Γερμανοί ανοίγουν πυρ στα πλήθη της μαχητικής διαδήλωσης του Ιουλίου 1943 κατά της βουλγαρικής επέκτασης στη Μακεδονία, ενώ ένα τανκ συνθλίβει μια τραυματισμένη διαδηλώτρια. Ίσο περνάει ο καιρός, η αντίσταση θεριεύει. Ο Δημητριάδης δεν ήταν σε θέση να παρακολουθήσει το αντάρτικο που μαινόταν στην ύπαιθρο. Στο χαρτί του αποτυπώνει εικόνες από την αντίσταση στην πόλη, μια αντίσταση ίσως πολύ πιο παράτολμη και ριψοκίνδυνη σε σχέση με τον «αέρα ελευθερίας» που έπνεε στα βουνά. Σε σκίτσο του δείχνει μια γυναίκα, συνοδεία ένοπλων συντρόφων της, να προειδοποιεί μια συνοικία μέσω του γνωστού χωνιού-τηλεβόα ότι επέκειτο μπλόκο για απόσπαση ομήρων. Αλλού, νεολαίοι αντιστασιακοί σαμποτάρουν τις υποδομές του εχθρού, ενώ αντάρτες αποσπούν όπλα και στρατιωτικό υλικό. Η Αντίσταση εξαγρίωσε τις κατοχικές Αρχές, οι οποίες, ειδικά στο τελευταίο έτος της Κατοχής, ενέτειναν απροκάλυπτα την τρομοκρατία τους. Στα σκίτσα του, ο δημιουργός απεικονίζει την αγριότητα των βασανιστηρίων στα οποία υπέβαλλαν τα θύματά τους οι Έλληνες δωσίλογοι για λογαριασμό των ναζί, στη διάρκεια των ανακρίσεων. Κάποιος εξ αυτών εκβιάζει οικονομικά έναν συμπατριώτη του με την απειλή του χαρακτηρισμού του ως κομμουνιστή, ενώ αλλού, βασανιστές της Γκεστάπο τοποθετούν τη μνηστή ενός αντάρτη σε μια αναμμένη ηλεκτρική κουζίνα για να μαρτυρήσει τους συντρόφους της. Στο σκίτσο ο Δημητριάδης απεικονίζει την είσοδο του στρατοπέδου συγκέντρωσης στο Χαϊδάρι το οποίο, κατόπιν ολιγοήμερης λειτουργίας του υπό ιταλική διοίκηση, πέρασε στα χέρια των Γερμανών μετά την ιταλική συνθηκολόγηση (8.9.1943). Υπολογίζεται ότι πάνω από 21.000 κρατούμενοι πέρασαν από το Χαϊδάρι, συμπεριλαμβανομένων πολλών Εβραίων. Από το εν λόγω στρατόπεδο μεταφέρθηκαν και οι 200 κομμουνιστές στην Καισαριανή, φυλακισμένοι στην πλειονότητά τους ήδη από τη δικτατορία του Μεταξά. Το τίμημα του αγώνα για την ελευθερία ήταν βαρύ. Χιλιάδες Έλληνες εκτελέστηκαν είτε λόγω της αντιστασιακής τους δράσης, είτε γιατί παρείχαν κάλυψη στους αντάρτες, είτε διότι απλώς έπεσαν θύματα των ναζιστικών αντιποίνων συλλογικής ευθύνης και της αριθμητικής «λογιστικής» των Übermenschen. Σε αλλεπάλληλα σπαρακτικά σκίτσα του, ο Δημητριάδης δείχνει όλη τη διαδικασία των εκτελέσεων: εκφώνηση των ονομάτων των μελλοθανάτων, κραυγές θρήνου, πορεία προς τον θάνατο, μαζικοί τουφεκισμοί, «αναμνηστικές φωτογραφίες» των εκτελεσμένων από τους ναζί, αγωνιώδης αναζήτηση νεκρών συγγενών, η γραμμή αίματος που άφηναν τα γερμανικά καμιόνια μεταφέροντας τους νεκρούς από τον τόπο της εκτέλεσης. Οι κουκουλοφόροι που καταδίδουν συμπατριώτες τους έχουν και αυτοί την «τιμητική» τους σε διάφορα σκίτσα, συνδιαμορφώνοντας τις αναπαραστάσεις μας για αυτούς. Αποτίμηση Τα 77 σκίτσα του Φωκίωνα Δημητριάδη από τη ναζιστική Κατοχή συνιστούν ένα είδος «σκιτσορεπορτάζ». Πέραν της αδιαμφισβήτητης καλλιτεχνικής τους αξίας, αποτελούν ανεκτίμητα δημοσιογραφικά τεκμήρια για τις ακραίες συνθήκες μιας αιματοβαμμένης περιόδου, πληρώντας τις προϋποθέσεις της πρωτογενούς ιστορικής πηγής, όπως και κάθε άλλο φωτογραφικό και κινηματογραφικό υλικό ή κείμενο εκείνης της εποχής. Καταγράφουν μια πραγματικότητα «εν τω γίγνεσθαι»: βιωματικά, ως αυτόπτη και αυτήκοη μαρτυρία, και όχι καταγραμμένα δευτερογενώς από μαρτυρίες άλλων ή «φιλτραρισμένα» από τις μετέπειτα εμφυλιοπολεμικές εξελίξεις. Είναι ιδωμένα όχι από το «ουδέτερο» βλέμμα ενός εξωτερικού παρατηρητή, ούτε όμως και από το βλέμμα του στρατευμένου αγωνιστή, αλλά μέσα από τα μάτια του λαϊκού ανθρώπου. Του ανθρώπου που υποφέρει, διώκεται και βασανίζεται, αλλά παράλληλα διατηρεί την αξιοπρέπειά του και αντιστέκεται στην τυραννία. Πολύ περισσότερο, τα σκίτσα του Φωκίωνα Δημητριάδη καταδεικνύουν τη βαθιά πίστη του σκιτσογράφου στον ουμανισμό και μεταδίδουν το μήνυμα πως στο τέλος, ό,τι και να συμβεί, η «αδυναμία» των θυμάτων της Ιστορίας θα επικρατήσει επί των καταχθόνιων δυνάμεων της αδικίας, του μίσους και της βίας. Φωκίων Δημητριάδης (1894-1977) Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1894. Σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και στην Εθνική Σχολή Γλωσσών και Εμπορίου. Ενώ σκόπευε να ακολουθήσει το επάγγελμα του λογιστή, τελικά σαγηνεύτηκε από τη γελοιογραφία, την οποία υπηρέτησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Σκίτσα του δημοσιεύονταν από νωρίς σε εφημερίδες της Πόλης. Στην Ελλάδα ήρθε το 1915 και δούλεψε επί πέντε χρόνια στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στη Θεσσαλονίκη, ενώ υπήρξε και ιδρυτικό μέλος της ΑΕΚ. Αποκλειστικά στη γελοιογραφία θα αφοσιωθεί από το 1922. Καθ’ όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου εργάστηκε στις εφημερίδες «Ελεύθερον Βήμα» και «Αθηναϊκά Νέα». Στον ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940-41 έφτιαξε – όπως και το σύνολο των Ελλήνων συναδέλφων του – πολλές αντιφασιστικές γελοιογραφίες, στις οποίες σατίριζε και αυτός τον Μουσολίνι και τους Ιταλούς εισβολείς. Οι γελοιογραφίες του κυκλοφόρησαν και στα αγγλικά σε όλον τον κόσμο ως ταχυδρομικά δελτάρια. Μετά την Απελευθέρωση, ο Δημητριάδης στράφηκε εναντίον της βρετανικής επέμβασης και υπέρ του αριστερού αντιστασιακού κινήματος. Μεταπολεμικά εργάστηκε στον «Ρίζο της Δευτέρας» μέχρι και το 1947. Εκεί συνυπήρξε με τον Νίκο Καστανάκη, δημιουργώντας σκίτσα με αντιαμερικανικό περιεχόμενο, κατά του Τρούμαν, του Φλιτ κ.λ.π. Το τελευταίο ανυπόγραφο σκίτσο του δημοσιεύτηκε στις 10.11.1947. Μετά τον Εμφύλιο και μέχρι τη δικτατορία τον βρίσκουμε πλέον ως σκιτσογράφο της κεντρώας παράταξης. Εξέφραζε τις θέσεις του κατά της Δεξιάς και του μετεμφυλιακού καθεστώτος από τις ασφαλέστερες «επάλξεις» του εθνικόφρονος Κέντρου («Τα Νέα», «Το Βήμα», «Μακεδονία»). Επινόησε χαρακτήρες που άφησαν εποχή, όπως το Παρδαλό Κατσίκι, την Κόκω και άλλους. Εξέδωσε σειρές, ανάμεσά τους και τη διασκευή της «Οδύσσειας» του Ομήρου, «Το Παρδαλό και η εποχή του» (1948) και «Με το μάτι του γελοιογράφου 1950-1959» (1960). Το 1961 τιμήθηκε με το Α΄ βραβείο του Παγκόσμιου Διαγωνισμού Πολιτικής Γελοιογραφίας στο Λος Άντζελες. Το 1969 έλαβε το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της Ακαδημίας. Στη Μεταπολίτευση έλαβε μέρος στις δύο πρώτες παγκόσμιες εκθέσεις πολιτικής γελοιογραφίας του Δήμου Κηφισιάς (1976 και 1977). Πέθανε το 1977 σε ηλικία 83 ετών. Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
-
- φωκίων δημητριάδης
- εκδόσεις μαρή
- (and 2 more)