Search the Community
Showing results for tags 'ρόμπερτ κραμπ'.
-
30 χρόνια συμπληρώθηκαν από την κυκλοφορία του «America» του Robert Crumb, μιας συλλογής για τη σκοτεινή πλευρά των ΗΠΑ. Από τότε μέχρι σήμερα η πλευρά αυτή σκοτεινιάζει κάθε μέρα και περισσότερο. Αν και το άστρο του ανέτειλε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 με το ξέσπασμα του underground κινήματος και τους έντονους κοινωνικούς αγώνες στους οποίους έπαιρνε μέρος έστω και απρόθυμα, διατηρώντας κριτική απόσταση, ο Robert Crumb (γενν. 1943) δεν μπήκε ποτέ σε καλούπια. Αντιθέτως, ήταν πάντα καχύποπτος και σαρκαστικός απέναντι σε κάθε κυρίαρχη τάση και στάση. Με έδρα του το Σαν Φρανσίσκο, έγινε με τα κόμικς του ένας από τους βασικότερους εκφραστές της ριζοσπαστικής αντικουλτούρας των ’60s. Θέματα που θεωρούνταν απαγορευμένα στα κόμικς όπως η σεξουαλική απελευθέρωση, η χρήση ψυχοτρόπων, η ανεργία, ο καταναλωτισμός και ο ρατσισμός έγιναν το επίκεντρο των μικρών, ασπρόμαυρων underground ιστοριών που δημοσιεύονταν σε έντυπα με φτηνό χαρτί και πωλούνταν ή δίνονταν από χέρι σε χέρι σε πανεπιστήμια, καταλήψεις, διαδηλώσεις και κοινόβια. Ο Robert Crumb, με τη σχεδιαστική του δεινότητα, το ανελέητο χιούμορ του και την πικρή ειρωνεία του, που συνδυαζόταν πάντα με μια ισχυρή δόση αυτοσαρκασμού στα όρια της αυτολύπησης, ήταν, μαζί ίσως με τον Gilbert Shelton (Freak Brothers) και τον Spain Rodriguez (Trashman), ο πιο σκληρός κριτής μιας πραγματικότητας που μετά από δυόμισι δεκαετίες σχετικής κοινωνικής ειρήνης ήταν εύθραυστη και πλέον μύριζε μπαρούτι. Αυτήν την πραγματικότητα επέκρινε στο σύνολο της καριέρας του ο Robert Crumb με την αθυρόστομη γλώσσα του και τα τολμηρά σκίτσα του, με μαύρο χιούμορ που πολλές φορές ξεπερνούσε τα όρια του πολιτικώς ορθού, με αποτέλεσμα να τον θέτει στο στόχαστρο της κριτικής κινημάτων όπως το φεμινιστικό και το αντιρατσιστικό. Παρ’ όλα αυτά, ο Crumb δεν το έβαζε κάτω και απαντούσε με ακόμα πιο δηκτικό χιούμορ και χωρίς ταμπού, μη διστάζοντας να γελοιοποιήσει κάθε κοινωνική σύμβαση και να ισοπεδώσει τον καθωσπρεπισμό και τους καλούς τρόπους της κυρίαρχης μεσοαστικής τάξης, της οποίας ήταν κι αυτός μέλος αλλά με πλήρη επίγνωση της υποκρισίας, της ψυχαναγκαστικής αισιοδοξίας, της υπόγειας βίας και της αυταπάτης της υλικής ευμάρειας που τη χαρακτήριζε. Με ένα διαρκές «κατηγορώ», ο Robert Crumb αποσυνθέτει το αμερικανικό όνειρο και τον μύθο της ελευθερίας και της προόδου ενός τάχα θριαμβευτή καπιταλισμού λόγω της ηθικής του ανωτερότητας, όπως ισχυρίζονται οι νεοφιλελεύθεροι κήρυκες της διατήρησης του εφιάλτη των πολλών εις όφελος των λίγων. Για τον Crumb, πίσω από τη γυαλιστερή επιφάνεια που παρουσιάζουν τα media και οι πολιτικοί, βρίσκονται οι δομικές ανισότητες, το πατριωτικό κιτς, η πολιτισμική οπισθοδρόμηση, ο ρατσισμός, ο σεξισμός, η καταπίεση, η αποξένωση, η διάρρηξη του κοινωνικού ιστού, ο ιμπεριαλισμός, ο μιλιταρισμός. Γι’ αυτό και παρουσιάζει την πλειονότητα των χαρακτήρων των ιστοριών του ως θλιβερές καρικατούρες, ως γκροτέσκες παραμορφωμένες φιγούρες που περνιούνται για σπουδαίοι ενώ αποδεικνύονται τιποτένιοι, βρομιάρηδες, απατεώνες, φοβητσιάρηδες και ψεύτες. Ιστορίες με τέτοιους τύπους, με φόντο μια χώρα αφιλόξενη, εχθρική, βρόμικη, έτοιμη να καταρρεύσει, δημιουργούσε διαρκώς ο Robert Crumb από τη δεκαετία του 1960. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 δεν άντεξε άλλο να βλέπει αυτήν την ασχήμια και αποφάσισε να μεταναστεύσει στην Ευρώπη καταγγέλλοντας τον πολιτικό συντηρητισμό και τον μιλιταρισμό των ΗΠΑ στα χρόνια της προεδρίας του Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου (1989-1993). Εγκαταστάθηκε σε ένα μικρό χωριό στη νότια Γαλλία και συνέχισε να φιλοτεχνεί ιστορίες με τα ίδια θέματα. Το 1995 όμως, αποφάσισε να συγκεντρώσει κάποιες από αυτές τις ιστορίες, δημιουργημένες από το 1969 ώς το 1993, και να τις εκδώσει υπό τον τίτλο «America», αν και είχε προηγηθεί μια μικρότερη συλλογή με τον ίδιο τίτλο αλλά με λιγότερες ιστορίες λίγα χρόνια νωρίτερα. Στην πρώτη ιστορία, που δίνει και το στίγμα, με τίτλο «Ας πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους για τούτη δω τη σύγχρονη Αμερική», ο Crumb χαρακτηρίζει τις ΗΠΑ «άκαρδο νταή» και «χώρα της γλουτένης και του λίπους», ενώ δηλώνει ότι μισεί τους «χοντρούς καπιταλιστές», τους «ριζοσπάστες που μιλούν μόνο με σλόγκαν», τις «μοδάτες γυναίκες», τις «πλαστικές επιγραφές», τα «πρόσωπα της σόου μπιζ», τους «καουμπόηδες» και πολλά ακόμη. Σε αυτό το κλίμα εξελίσσεται ολόκληρο το βιβλίο, με κάθε ιστορία να αποτελεί ένα οιονεί μανιφέστο εναντίον της Αμερικής. Με αποκορύφωμα την προτελευταία ιστορία, φιλοτεχνημένη το 1989, στην οποία πρωταγωνιστεί ο Ντόναλντ Τραμπ όταν ακόμα ήταν απλώς ένας μεγιστάνας του real estate. Ακούγοντάς τον να αυτοθαυμάζεται, ο Robert Crumb αηδιάζει και απογοητευμένος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «οι ΗΠΑ είναι ακριβώς όπως και η γαμημένη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Τίποτα δεν άλλαξε σε 2.000 χρόνια». Δυστυχώς από τότε τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα. Και ο Τραμπ είναι πρόεδρος. Και το σχετικό link...
-
- 5
-
-
-
-
- america
- robert crumb
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Μια νέα βιογραφία του πρωτοπόρου των underground κόμικς ακολουθεί την περιπλάνηση του από το περιθώριο στην αναγνώριση. Ο Ρόμπερτ Κραμπ το 1968 στο Σαν Φρανσίσκο. Στην εισαγωγή της νέας αυτής βιογραφίας του Ρόμπερτ Κραμπ, του πιο διάσημου και του πιο επιδραστικού δημιουργού στην ιστορία των underground κόμικς και ενός από τους κορυφαίους εικαστικούς αφηγητές των τελευταίων εξήντα ετών, ο συγγραφέας της Νταν Νέιντελ γράφει ότι το υποκείμενο του συμφώνησε να συνεργαστεί στη δημιουργία του βιβλίου υπό έναν όρο: «Να είμαι ειλικρινής σχετικά με τα ελαττώματά του, να εξετάσω προσεκτικά τους ψυχαναγκασμούς του και να εξετάσω τις φυλετικά και σεξουαλικά φορτισμένες πτυχές του έργου του». Ο Κραμπ, γλαφυρά ειλικρινής στο έργο του ως σουρεαλιστής πρωτοπόρος των σύγχρονων κόμικς, περίμενε το ίδιο και από τον βιογράφο του. Ο Νέιντελ, επιμελητής μουσείων και ειδικός στην ιστορία των κόμικς ακολουθεί την περιπατητική ανατροφή και την καλλιτεχνική πρόοδο του Κραμπ, από τη συνεργασία με τον αδελφό του Τσαρλς σε εφηβικά κόμικς στο πνεύμα των παιδικών τους ηρώων, όπως ο Καρλ Μπαρκς της Disney και ο δημιουργός της «Μικρής Λουλού» Τζον Στάνλεϊ, μέχρι τη δημιουργία ευχετήριων καρτών για την εταιρεία American Greetings, και μέχρι να ακολουθήσει τη μούσα του LSD σε μια εκστρατεία κάθαρσης του υποσυνείδητου χάους του. Ο συγγραφέας σκιαγραφεί ένα ζωηρό πορτρέτο όχι μόνο του Κραμπ αλλά και της έκρηξης του underground comix στα τέλη της δεκαετίας του '60 και στις αρχές της δεκαετίας του '70. Και όταν έρχεται η ώρα να εξερευνήσει τις προβληματικές απεικονίσεις γυναικών από τον Κραμπ (οι φαντασιώσεις βιασμού έγιναν ένα μόνιμο μοτίβο στα underground comix αλλά και στο έργο του Κραμπ) και τους μαύρους (ο Κραμπ χρησιμοποιούσε ελεύθερα διάφορα παραδοσιακά ρατσιστικά στερεότυπα), ο συγγραφέας δεν δικαιολογεί τον καλλιτέχνη ούτε τον καταδικάζει απλά. Προϊόν μιας πολύ λευκής, πολύ μισογυνικής μεταπολεμικής αμερικανικής κουλτούρας (και οικογένειας), ο Κραμπ συχνά επιδιδόταν στα ίδια στερεότυπα με τα οποία μεγάλωσε – και τα απέδιδε με γκροτέσκο μπρίο. Πάρτε για παράδειγμα την φιγούρα της Angelfood McSpade, «τη ρατσιστική φαντασίωση του Ρόμπερτ Κραμπ για μια μεγαλόσωμη, μυώδη και αφελή μαύρη γυναίκα, φαινομενικά φτιαγμένη από φουσκωμένο καουτσούκ». Η Νέιντελ την περιγράφει ως «ένα υποκατάστατο για κάθε λευκό όραμα των μαύρων γυναικών (σκεφτείτε το τραγούδι Brown Sugar των Rolling Stones και το μάρκετινγκ της Tina Turner ως φορέα «πρωτόγονου» ερωτισμού) και ως ένα ευρύχωρο σύμβολο για όλα όσα έχει κάνει η λευκή αμερικανική κουλτούρα στους μαύρους». Το εξώφυλλο της βιογραφίας του Ρόμπερτ Κραμπ από τον Νταν Νέιντελ. Ο Κραμπ γεννήθηκε το 1943 στη Φιλαδέλφεια, ένα από τα πέντε παιδιά μιας οικογένειας που ήταν γεμάτη ψυχικές ασθένειες και μετακόμιζε συχνά, γεγονός που ενίσχυε τον αυτοπροσδιορισμό του Ρόμπερτ ως αταίριαστου. Αυτός και ο Τσαρλς, ο μεγαλύτερος αδελφός του, αποσύρθηκαν νωρίς στον κόσμο των κόμικς όπου έδειξαν αξιοσημείωτο ταλέντο και φιλοδοξία, δημιουργώντας εξελιγμένες αφηγήσεις ήδη από τη δεκαετία του '50. Ο Nadel θέτει το πολιτισμικό φόντο: «Ο Έλβις Πρίσλεϊ βρισκόταν παντού στον αέρα, ο Άλεν Γκίνσμπεργκ έκανε διάγνωση στη χώρα και η ‘άρρωστη’ κωμωδία των Λένι Μπρους και του Μορτ Σαλ ήταν σε τροχιά ανόδου». Και βέβαια, το σατιρικό περιοδικό Mad βρισκόταν παντού στα περίπτερα. Όπως γράφει ο Νέιντελ, «σύμφωνα με το Mad, τα πάντα ήταν παράλογα, μπερδεμένα και στο χείλος της καταστροφής, όπως ακριβώς και το σπίτι του Κραμπ». Το περιοδικό ήταν μια σανίδα σωτηρίας για τον Ρόμπερτ, όπως και για αμέτρητους άλλους απροσάρμοστους της δεκαετίας του '50. Ο Κραμπ δραπέτευσε στο Κλίβελαντ όπου γνώρισε τη μέλλουσα σύζυγό του Ντέινα Μόργκαν και το 1967 έφυγαν για το Σαν Φρανσίσκο, όπου ο γάμος τους καταλήγει σε μια παράνοια χωρίς τέλος ενώ το εκθαμβωτικό ταλέντο του συγκλίνει με την αντικουλτούρα και, από ορισμένες απόψεις, έρχεται να την καθορίσει. Αλλά ακόμη και εκεί έβλεπε τον εαυτό του ως παρείσακτο. «Οι χίπηδες δεν τον ενδιέφεραν καθόλου», γράφει ο Νέιντελ. «Αυτό που τον συγκίνησε ήταν η ξαφνική ζήτηση για τη δουλειά του». Ο Κραμπ φιλοτέχνησε το 1968 το εμβληματικό εξώφυλλο του άλμπουμ “Cheap Thrills” των Big Brother and the Holding Company με την Τζάνις Τζόπλιν, η οποία ήταν γειτόνισσά του και δημιούργησε την πρωτοποριακή underground σειρά των «Zap Comix», δουλεύοντας παράλληλα σε άλλα κόμικς με μανιακό ρυθμό. Δημιούργησε τον σαρδόνιο γκουρού Mr Natural, ένα μικροσκοπικό σεξουαλικό τέρας που ονομάζεται Snoid και άλλα διαρκώς ιδρωμένα και ανήσυχα πλάσματα, ανθρώπινα και μη. Ήταν τόσο καινοτόμος που το έργο του δημιούργησε μια υπαρξιακή κρίση μεταξύ των συναδέλφων του. «Συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να αλλάξω τους στόχους μου», αναφέρει στο βιβλίο ο Αρτ Σπίγκελμαν, κάτοχος του βραβείου Πούλιτζερ για το μνημειώδες «Maus» (το μοναδικό μέχρι σήμερα graphic novel που έχει λάβει αυτή την τιμή). Ο Κραμπ έγινε διάσημος, και ενώ απολάμβανε τα χρήματα και η αναγνώριση, δεν βολεύτηκε ποτέ με αυτά. Ιδανικός εξόριστος, μετακόμισε στη Γαλλία με τη δεύτερη σύζυγό του, την καλλιτέχνιδα Αλίν Κομίνσκι-Κραμπ και την κόρη τους Σόφι το 1991. Η Αλίν πέθανε το 2022. Με στοιχεία από Los Angeles Times. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
-
- robert crumb
- ρόμπερτ κραμπ
- (and 4 more)
-
Ο βίος του τεράστιου τραγουδιστή των Queen Φρέντι Μέρκιουρι κυκλοφόρησε σε κόμικς που διαβάζεται απνευστί. Το «Shadows illuminated», δηλαδή «Σκιές στο φως» όπως είναι ο ελληνικός τίτλος, βάζει ένα ακόμη λιθαράκι – προηγήθηκε πριν από λίγα χρόνια η ταινία του Μπράιαν Σίνγκερ «Bohemian rhapsody» – στη διατήρηση του μύθου του άτυχου Φρέντι Μέρκιουρι. Άτυχου διότι, όπως έχει γραφτεί, αν η νόσος του AIDS τον έβρισκε λίγο αργότερα, θα έπαιρνε την πρώτη γενιά αντιρετροϊκών φαρμάκων και πιθανότατα σήμερα να βρισκόταν στη ζωή. Στο κόμικς δεν υπάρχει καμία αναφορά στην ασθένεια του Μέρκιουρι, ενώ αντίθετα παρουσιάζεται η ομοερωτική προσωπική του ζωή. Το ένατο δηλαδή και τελευταίο κεφάλαιο κλείνει με τον Μέρκιουρι σε στιγμές χαλάρωσης με τον σύντροφό του στο κρεβάτι στο Garden Lodge, το ησυχαστήριό του, ενώ οι συγγραφείς Tρες Ντιν και Καμίλα Zανγκ τον βάζουν να κάνει όνειρα για τα γεράματά του. Αυτό και μόνο, δεδομένων των κεφαλαίων που έχουν προηγηθεί, με κάνει να πιστεύω πως αποπειράται ένας εξωραϊσμός του βίου του Μέρκιουρι μακριά από τις συνήθεις καταχρήσεις των ροκ σταρ και κυρίως μακριά από το τραγικό του τέλος. Κι αν δεν υπήρχε το έντονο ομοφυλοφιλικό στοιχείο, θα λέγαμε πως η έκδοση απευθύνεται σε παιδιά στο πλαίσιο «γνωριμίας» των νεότερων γενιών μ’ έναν απ’ τους σημαντικότερους τραγουδιστές του 20ού αιώνα. Εκτός κι αν η έκδοση, έτσι όπως είναι, βασισμένη στην πρόοδο των κοινωνιών αναφορικά με την αποδοχή της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, απευθύνεται όντως σε παιδιά και εφήβους. Το βιβλίο έτσι, αποκτά τον χαρακτήρα… ροκ παραμυθιού που τα έχει όλα, καθώς ο Φρέντι Μέρκιουρι απεικονίζεται και «μιλάει» για όλα σε πρώτο πρόσωπο: το μεγάλωμά του σε μια φτωχή οικογένεια από την Ινδία, την έφεσή του στον αθλητισμό, τις σπουδές πιάνου και τη συμμετοχή του στα πρώτα ροκ συγκροτήματα, τη γνωριμία του με τα άλλα μέλη των Queen, τη γρήγορη καθιέρωσή τους, την αποθέωση που γνώρισαν επί ιαπωνικού εδάφους και που μόνο με την Beatlemania μπορούσε να συγκριθεί, τη φύση των ερωτικών τραγουδιών του που βασίζονταν κατά κόρον στην προσωπική του μελαγχολία και φυσικά, τη σχέση του με τον εραστή του, κομμωτή στο επάγγελμα. Αξίζει να πούμε ότι στο έκτο κεφάλαιο του κόμικς υπάρχει προειδοποίηση για «έμμεσες αναφορές σε περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας» με την ανάγνωση να «έγκειται στην κρίση του καθενός», εφόσον διαβάζουμε/βλέπουμε τον στενόχωρο χωρισμό του Μέρκιουρι με τη Μέρι, τη μοναδική γυναίκα της ζωής του, αλλά και τα βίαια ξεσπάσματά του με τους κατά καιρούς ερωτικούς παρτενέρ του. Το έβδομο κεφάλαιο καταλαμβάνει η ασχολία του Μέρκιουρι με την τέχνη του χορού, που τον ανέδειξε σε κανονικό σόουμαν επί σκηνής, και στο όγδοο και προτελευταίο κεφάλαιο μαθαίνουμε για τη γνωριμία και συνεργασία του με τη Μονσερά Καμπαγέ που, όπως όλοι ξέρουμε, οδήγησε σ’ ένα μοναδικό κοινό δίσκο τους. Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί και είναι τόσο καλογραμμένα τα κείμενα που αν τα απομονώσεις από τις σελίδες με τα σκίτσα, μπορούν να γίνουν θεατρικός μονόλογος διά στόματος του ίδιου του Μέρκιουρι. Οφείλουμε επομένως να αποδώσουμε τα εύσημα στον μεταφραστή Σάββα Αργυρίου και τον Πάνο Τομαρά που επιμελήθηκε τα πρωτότυπα αγγλικά κείμενα. Όσο για τους σχεδιαστές του κόμικς, είναι ο Τζέισον Ουλμάγερ και η Κόρτνεϊ Μέναρντ. INFO Tο εξώφυλλο του graphic novel-βιογραφίας του Φρέντι Μέρκιουρι «Σκιές στο φως» που κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Οξύ. Ροκ και ένατη τέχνη, μια σχέση που κρατάει χρόνια Η σχέση μεταξύ των ροκ σταρ και των graphic novels δεν είναι καινούργια. Για την ακρίβεια, πηγαίνει τόσο πίσω στα χρόνια όσο και η καθιέρωση της ροκ μουσικής στα 60s-70s με τα μεγάλα συγκροτήματα αλλά και με εύλογες διαφορές: λόγου χάρη, στα τέλη του 1960 στην Αμερική και στις αρχές του ’70 στην Αγγλία το ζητούμενο δεν ήταν απλώς η ψυχαγωγία. Δημιουργοί όπως ο Γκίλμπερτ Σέλτον με τους περιβόητους Freak Brothers ή η Τρίνα Ρόμπινς, η πρώτη γυναίκα καρτουνίστρια, με το αντεργκράουντ κόμικς «It ain’t me babe», στόχευαν στη διάδοση της κουλτούρας της εποχής που περιλάμβανε τη χρήση ναρκωτικών, τη σεξουαλική απελευθέρωση, ακόμη και τη βία ενάντια στις δυνάμεις καταστολής. Το εξώφυλλο του δεύτερου άλμπουμ της Τζάνις Τζόπλιν «Cheap thrills» με τους Big Brother & The Holding Company. Ενδεικτικό της απήχησης των αντεργκράουντ κόμικς ήταν ότι το συγκεκριμένο είδος πέρασε ακόμη και στους φακέλους των βινυλίων θρυλικών άλμπουμ της περιόδου: στο εξώφυλλο του δεύτερου άλμπουμ της Τζάνις Τζόπλιν με τους Big Brother & The Holding Company, του «Cheap thrills» (1968), όλα τα τραγούδια απεικονίζονταν με τη μορφή graphic novel που σχεδίασε ο καρτουνίστας Ρόμπερτ Κραμπ. Το δεύτερο άλμπουμ των Poll το 1972. Στην Ελλάδα πάλι κάτι παρεμφερές συνέβη με το δεύτερο άλμπουμ των Poll το 1972, που είχε τίτλο το όνομα του φολκ-ροκ συγκροτήματος. Στον φάκελο αυτού του δίσκου υπήρχε συνημμένο ένα ολόκληρο εξασέλιδο κόμικς σχεδιασμένο από τον Στέργιο Δελιαλή, τον ίδιο καλλιτέχνη που είχε φιλοτεχνήσει και το χίπικο εξώφυλλο για το «Περιβόλι του τρελού» του Διονύση Σαββόπουλου. Τα κείμενα στο κόμικς των Poll, που έφερε τον τίτλο «Fantastic Four (Ο κακός Madman και τα κατορθώματά του)» ήταν του Κώστα Τουρνά, και το περιεχόμενό του ήταν ένα συνονθύλευμα ψυχεδελικών επιρροών από το εξωτερικό, sci-fi αναζητήσεων και μιας glam rock αισθητικής. Και το σχετικό link...
-
- freddie mercury σκιές στο φως
- queen
- (and 17 more)