Search the Community
Showing results for tags 'ριζοσπάστης'.
-
«Ό,τι ήταν ο Λεονάρντο ντα Βίντσι για την εποχή του, το ίδιο απάνω κάτω είναι και ο Μέντης Μποσταντζόγλου για τη σημερινή εποχή»: Αυτή τη βαρύγδουπη δήλωση είχε γράψει… ο ίδιος ο Μποστ αστειευόμενος στην εισαγωγή της πέμπτης έκδοσης του άλμπουμ του «Σκίτσα του Μποστ». Μια πρόταση που, μέσα στην πλάκα και στην υπερβολή της (δύο λέξεις κλειδιά για όλη του την εργογραφία), κρύβουν μια, τηρουμένων των αναλογιών, μεγάλη αλήθεια: Σκιτσογράφος, γελοιογράφος, ζωγράφος, διαφημιστής, διακοσμητής, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, στιχουργός, ευθυμογράφος, πεζογράφος, ο Μέντης Μποσταντζόγλου ήταν ένας από τους πλέον πολυπράγμονες, ευφυείς και αιχμηρούς χιουμορίστες του ελληνικού 20ού αιώνα και της ελληνικής Αριστεράς. Ο Μποστ στο γραφείο του με τον αγαπημένο του γάτο. Παραδοσιοκράτης και πρωτοπόρος, έπλασε ένα ολόδικό του γραπτό και σχεδιαστικό στιλ, που όμοιό του δεν πέρασε ξανά από το νεοελληνικό στερέωμα. Σαν σήμερα, 13 Δεκεμβρίου 1995, αποχαιρέτησε τα εγκόσμια. Οι Νησίδες δεν έχουν παρά να θυμηθούν στιγμές από το σπουδαίο πέρασμά του... Ένας μικρός χιουμορίστας… Ο Χρύσανθος Βοσταντζόγλου, που έμελλε να γίνει Μέντης και Μποστ, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 7 Νοεμβρίου 1918 από εύπορη αστική οικογένεια. Το 1922 μετακομίζει με την οικογένειά του στο Γαλάτσι της Ρουμανίας, και τέλος στην Αθήνα το 1926. Ξεκινάει να δημοσιεύει σκίτσα του από το 1933, στη γυμνασιακή εφημερίδα που εξέδιδε ο μεγαλύτερός του γυμνασιόπαις Αλέκος Σακελλάριος, υπογράφοντας πρώτη φορά ως «Μποστ». Ο μικρός Μέντης Μποσταντζόγλου Η αρχή όμως είχε γίνει από πολύ νωρίτερα: Όταν ήταν μόλις επτά ετών, ο μικρός Χρύσανθος αντιγράφει έναν ελέφαντα από το κουτί με τα χρώματά του, συνοδεύοντας τη ζωγραφιά του με τη λεζάντα, σε καλλιγραφικά, «Η έρημος Ζακχάρα», μπερδεύοντας την έρημο Σαχάρα με τη λέξη «ζάκχαρις». Παρουσιάζοντάς το, η οικογένειά του ξέσπασε σε γέλια. Πολλά παιδιά μπορεί να παρεξηγούνταν ή να απογοητεύονταν από μια τέτοια οικογενειακή υποδοχή. Εκείνος αντιθέτως το πήρε επάνω του. Κάπως έτσι γεννήθηκε το πρώτο καλλιγραφικό, παράλογο, λογοπαιγνιακό εικαστικό έργο του. Κάπως έτσι, ο Χρύσανθος ξεκίνησε για να γίνει ο Μποστ. Πολύγλωσσος, πολυδιαβασμένος αλλά μέτριος έως κακός μαθητής, εισάγεται το 1939 στη Σχολή Καλών Τεχνών, την οποία μετά το πρώτο εξάμηνο θα… παρατήσει. Σύμφωνα με τον ίδιο, βαρέθηκε να αντιγράφει ατελείωτα την προτομή του Αντήνορα με κάρβουνο. Μέσα στην Κατοχή ο Μποστ γίνεται ενεργό μέλος του ΕΑΜ, ξεκινώντας τα πρώτα του βήματα στον δρόμο της Αριστεράς, τον οποίο θα ακολουθούσε μέχρι το τέλος του. Σε έναν τοίχο της Αθήνας θα γράψει το πρώτο του ανορθόγραφο σύνθημα: «ΝΑ ΦΗΓΟΥΝ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ». Ο λόγος της ανορθογραφίας; Να φαίνεται πως είναι αίτημα του απλού, αμόρφωτου λαού. Η λογική της εκπροσώπησης του λαουτζίκου μέσω της ανορθογραφίας θα τον ακολουθήσει στη μετέπειτα πορεία του. Μέσα στα Δεκεμβριανά, γράφει πρωτοχρονιάτικα κάλαντα που τραγουδά στα νοσοκομεία του ΕΛΑΣ ο Γιώργος Σεβαστίκογλου με την κομπανία του – το πρώτο του ενήλικο στιχούργημα – ενώ το 1945 αυτοεκδίδει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Ο Άγιος Φανούριος, βοήθημα δια την κατανόησιν των Κινέζων κλασσικών του 20ού μ.Χ. αιώνος ήτοι των συγγραφέων Γκα-τσου και Βου-Σβου-Νι». Ο σατιρικός, λογοπαιγνιακός του λόγος βρίσκεται στα σπάργανα. ... ένας θεατρικός γελοιογράφος… Μέσα στον Εμφύλιο θα ξεκινήσει να βιοπορίζεται ως γελοιογράφος και εικονογράφος παιδικών περιοδικών και βιβλίων. Ενδιαφέρον προκαλούν και κάποιες γελοιογραφίες του οι οποίες, λόγω ανωτέρας βίας, σατιρίζουν και λοιδορούν τους αντάρτες στον Γράμμο και στο Βίτσι. Το 1948 παντρεύεται τη Μαρία Παπαγιαννακοπούλου, με την οποία αποκτούν τους δύο γιους του: τον εικαστικό και θεατρικό συγγραφέα Κώστα (1949-2021) και τον ηθοποιό Γιάννη Μποσταντζόγλου (1951). Στη δεκαετία του ’50, ο νεαρός πλέον οικογενειάρχης δουλεύει σε όποιο περιοδικό βρίσκει, κάνοντας τον διανομέα, φτιάχνοντας χάρτες, εικονογραφήσεις και κόμικς, με σημαντικό σταθμό την εικονογράφηση του κόμικς των Κλασικών Εικονογραφημένων «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» (σ.σ. Περισσότερα για αυτό στο Καρέ Καρέ). Η γραμμή του αρχίζει να πλάθεται και να παίρνει τη μορφή που όλοι γνωρίζουμε, με οδηγούς τον Θεόφιλο, τον Καραγκιόζη, την αγιογραφία, τη λαϊκή τέχνη. Εικονογραφήσεις του Μποστ για τα «Βιβλικά Χαμόγελα» του Νίκου Τσιφόρου. Η μεγάλη του ευκαιρία του δίνεται στο περιοδικό «Ταχυδρόμος», το 1957. Όταν ο γελοιογράφος Κώστας Μητρόπουλος αρρωσταίνει, ο Μποστ τον αντικαθιστά στις εικονογραφήσεις των σίριαλ – ευθυμογραφημάτων του Νίκου Τσιφόρου. Σύντομα, για το ευθυμογράφημα «Σταυροφορίες» ο Μποστ αρχίζει να φτιάχνει σκίτσα που ξεφεύγουν του θέματος του κειμένου και εκσφενδονίζουν σατιρικές επίκαιρες υπόνοιες. Παρά τον εκνευρισμό του Τσιφόρου, οι «Σταυροφορίες» του Μποστ συνεχίζουν να εκδίδονται και ο δημιουργός εισάγει τα χαρακτηριστικά που τον καταξίωσαν: ανορθόγραφο καθαρευουσιάνικο λόγο, διαλόγους σε συννεφάκια, ομοιοκαταληξίες και στίχους στο περίγραμμα κάθε σκίτσου, που διαβάζονται βουστροφηδόν. Είχε πλέον διαβεί τον Ρουβίκωνα· ήταν ένας πρωτοπόρος πολιτικός γελοιογράφος. Σταυροφορική γελοιογραφία του Μποστ από τον «Ταχυδρόμο». Το 1959 του παραχωρείται επίσημη δική του στήλη στο περιοδικό, το «Μποστάνι του Μποστ», στο οποίο έχει την ελευθερία να σατιρίσει ανεμπόδιστα και να εξελίξει το νέο του στιλ. Εκεί είναι που εμφανίζονται πρώτη φορά οι τρεις μεγάλοι του ήρωες: η ξερακιανή Μαμά Ελλάς και τα παιδιά της, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα. Οι τρεις αυτοί χαρακτήρες – σύμβολα της εξαθλιωμένης μεταπολεμικής Ελλάδας, ντυμένοι με κουρέλια και σαραβαλιασμένα εθνικά σύμβολα, ήταν οι σκωπτικοί παρατηρητές και ο χορός που σχολίαζε το δεξιό και δυτικόφιλο ελληνικό κράτος. Παράλληλα, η ανορθογραφία και τα λογοπαίγνια παίζουν τον δικό τους ρόλο, αποδομώντας και υπονομεύοντας την καθαρεύουσα (γλώσσα της εξουσίας) υπέρ της δημοτικής (γλώσσας του λαού). Η Μαμά Ελλάδα κι ο Πειναλέοντας περιμένουν να μπουν στην ΕΟΚ, στο σινεμά Υβόνη (λογοπαίγνιο με την πρωτεύουσα της Δυτικής Γερμανίας, Βόνη) και τον αντικαγκελάριο και υπουργό Οικονομικών της Δ. Γερμανίας, Λούντβιχ Έρχαρτ, στο ταμείο. Τριγύρω αφίσες με τίτλους ταινιών – λογοπαίγνια για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Θα έλεγε κανείς πως, από το 1959 που δημοσιεύτηκε η γελοιογραφία, έχουν μείνει πολλά ίδια στην Ε.Ε. Η γλωσσική αποδόμηση, μαζί με τον στίχο, την ομοιοκαταληξία, τον σταθερό θίασο και το ναΐφ σκίτσο που θύμιζε πιο πολύ θέατρο σκιών παρά οποιοδήποτε παλιότερο ή σύγχρονο γελοιογραφικό στιλ, δόμησαν την μποστική γελοιογραφία: μία αυτόφωτη, λαϊκή και σκηνική γελοιογραφία, ένα κωμικό θεατρικό σκετς σε σκίτσα. ... ένας γελοιογραφικός θεατράνθρωπος… «Το παράπονό μου με τον Μποστ είναι ότι ποτέ δεν μπόρεσα, στο ποδοσφαιρικό γήπεδο του χιούμορ, να τον μαρκάρω… Πάνω που έμαθα να εικονογραφώ όπως ο Μποστ, αυτός πέρασε στη γελοιογραφία. Μόλις ψιλόμαθα τη γελοιογραφία και είπα “του μπαίνω”, όρμησε στο ευθυμογράφημα. Εκεί που άρχισα να στρώνω γραπτά με κάποια πλάκα, μου βγήκε θεατρικός συγγραφέας. Και τη στιγμή που άρχισε να ωριμάζει μέσα μου το πρώτο μονόπρακτο, μου ξέφυγε στη ζωγραφική… », είχε πει ο Κώστας Μητρόπουλος, ο μεγάλος γελοιογράφος που «έδωσε» τη θέση του στον Μποστ πλάι στον Τσιφόρο, με το χαρακτηριστικό πλακατζίδικο ύφος του. Ο Μποστ με τον Μίκη Θεοδωράκη και το επιτελείο της «Όμορφης Πόλης», το 1962. Το 1961, ο Μποστ είναι ένας πολιτικός γελοιογράφος σε πλήρη ακμή. Συνεργάζεται με πλήθος εφημερίδων και περιοδικών ως σκιτσογράφος και ευθυμογράφος, ενώ τα δύο γελοιογραφικά άλμπουμ που εκδίδει («Σκίτσα του Μποστ» με εισαγωγή του Ηλία Πετρόπουλου και «Το λέφκομά μου») εξαντλούνται. Και τότε είναι που «ξεφεύγει», κατά τον Μητρόπουλο, από το γραφείο του σκιτσογράφου στο θεατρικό σανίδι. Καθοριστικός παράγοντας στη θεατρική του πορεία θα σταθεί ο Μίκης Θεοδωράκης, που θα γίνει ίνδαλμα για τον σκιτσογράφο και τον οποίο κωμικά (λόγω του ύψους του) θα τον αποκαλεί «Επιμήκη». Αρχικά, ο Μίκης μελοποιεί τους στίχους του Μποστ «Η Ρομβία» και «Η Νήσος των Αζορών» και το 1962 ανεβάζουν μαζί στο θέατρο Παρκ την επιθεώρηση «Όμορφη Πόλη». Η «Πόλη», το πρώτο και πιο πολιτικοποιημένο θεατρικό έργο του Μποστ, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι κατά το ήμισυ γραμμένο από τον ίδιο και ολόκληρο σε μουσική Θεοδωράκη, αλλά δεν σημειώνει επιτυχία. Η ατυχία τον ακολουθεί σε διάφορες πρωτοπόρες προσπάθειές του, όπως στο να ανοίξει δικό του θέατρο σκιών ή στην εισπρακτική αποτυχία της ταινίας «Το πιθάρι», όπου έγραψε το σενάριο. Την ίδια χρονιά, παρότι συνηθισμένος στη λογοκρισία και στις μηνύσεις (κυρίως από την Εκκλησία), έρχεται και η απόλυσή του από το περιοδικό «Εικόνες» λόγω του «ασεβούς» κειμένου του «Το αμάρτημα της μητρός μου» – μια ενδιαφέρουσα περίπτωση μεταπολεμικού cancel. Παρόλα αυτά σκηνογραφεί και σχεδιάζει κοστούμια για το θέατρο, ενώ το 1963 γράφει το πρώτο του μεγάλο έργο, τη «Φαύστα ή Η απωλεσθείς κόρη». ... ένας δημιουργός της Αριστεράς… Όταν, το 1963, ο Μποστ ρωτά τον διευθυντή του στην «Ελευθερία», Πάνο Κόκκα, γιατί λογοκρίνονται τα σκίτσα του, εκείνος του απαντά: «Εσύ γράφεις κομμουνιστικά. Να πας στην Αυγή!». Συμβουλή που… θα ακούσει! Από την ίδια χρονιά, ο Μποστ ξεκινά συνεργασία ως γελοιογράφος και ευθυμογράφος με την «Αυγή». Συμπίπτοντας χρονικά με τη δολοφονία του Λαμπράκη, η πολιτική του απόχρωση πλέον οξύνεται: τα σκίτσα και τα κείμενά του γίνονται ξεκάθαρα και χωρίς υπόνοιες Αριστερά, διατηρώντας όμως τη σπιρτάδα της πρότερης δουλειάς του, εκείνης που με ευρηματικότητα έπρεπε να καλύψει και να υπονοήσει τους πολιτικούς του προσανατολισμούς. Γελοιογραφία του Μποστ από την «Αυγή» για τη δολοφονία Λαμπράκη, με παρακρατική σχολή… οδήγησης τρίκυκλων. Παράλληλα, κατεβαίνει υποψήφιος βουλευτής με την ΕΔΑ (χωρίς να εκλεγεί) το 1963 και κατόπιν συνιδρύει, το 1964, τη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη. Ο πολιτικός αναβρασμός των χρόνων της Αποστασίας καθρεφτίζεται φλογερά στα έργα και στη δράση του δημιουργού. Η Μαμά Ελλάς, η Ανεργίτσα και ο Πειναλέων στηλιτεύουν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, το παλάτι, τους Αμερικάνους, και περιμένουν καλύτερες μέρες από την Ένωση Κέντρου του Γεώργιου Παπανδρέου. Η άνοδος της χούντας όμως, θα ανακόψει τις ανορθόγραφες δημιουργικές πτήσεις. Το κυνηγητό, η κακοποίηση της γυναίκας του και η κατάσχεση του γελοιογραφικού, του ζωγραφικού και του συγγραφικού του αρχείου από την Αστυνομία θα οδηγήσουν τον Μποστ σε μετριοπάθεια και σε «αποκήρυξη μετά βδελυγμίας του αντεθνικού κομμουνισμού» – έστω κι αν δεν το εννοούσε – στο αστυνομικό τμήμα όπου μετέβη ο ίδιος και κρατήθηκε για πέντε ημέρες. Με τη σύλληψη του γιου του, Γιάννη, σε αντιδικτατορικά επεισόδια και την καταδίκη του με αποκλεισμό από όλα τα Γυμνάσια, ο Μποστ θα αποστασιοποιηθεί από την πολιτική, μεταφορικά και κυριολεκτικά – μετακομίζει οικογενειακώς στο Μεταξοχώρι Λάρισας – για πέντε ολόκληρα χρόνια. Μόνο κατά τους τριγμούς της δικτατορίας, το 1972, θα προσπαθήσει να επιστρέψει με το ειρωνικό κείμενό του «Υπέρ δικτατορίας», στο πρώτο (και μοναδικό) τεύχος του «Αντί», και με το ανοιχτά σατιρικό θεατρικό του έργο «Εκλογές του Μποστ» το 1973, που θα σημειώσει επιτυχία στο κοινό και θα προκαλέσει οργή στους συνταγματάρχες. Το 1974, με την ολοκληρωτική της πτώση, θα επιστρέψει στην Αθήνα αλλά και στην τέχνη του, με νέες γελοιογραφικές και θεατρικές συνεργασίες, μπαίνοντας στη δεύτερη μεγάλη παραγωγική περίοδο της πορείας του. ... ένας καταξιωμένος πολυ-καλλιτέχνης… Στις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του, ο γκριζαρισμένος πια μυστακοφόρος Μποστ απολαμβάνει την αποδοχή ως καταξιωμένος και λαοφιλής δημιουργός. Παρόλα αυτά, δεν αναπαύεται στις δάφνες του. Συνεργάζεται με την «Πρωινή», την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» και τον «Ριζοσπάστη» μεταξύ άλλων, ως σκιτσογράφος, ενώ θεατρικά συνεργάζεται με το θέατρο «Στοά», τον Θανάση Παπαγεωργίου, τη Λήδα Πρωτοψάλτη και τον Λουκιανό Κηλαηδόνη. Στις νέες του γελοιογραφίες, η Μαμά Ελλάς έχει ραμμένες τις λέξεις «ΕΟΚ» στον χιτώνα της, ενώ η Ανεργίτσα και ο Πειναλέοντας απουσιάζουν, μια και, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν έχουν θέση σε μια εποχή που ο εργάτης έχει πλέον ψυγείο στο σπίτι του. Οι τρεις μεγάλοι ήρωες του Μποστ: η Μαμά Ελλάς, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα. Συγγραφικά, σε αυτή την τελευταία περίοδο της ζωής του δίνει και τρία από τα μεγαλύτερα και έως και σήμερα δημοφιλή του θεατρικά: τη «Μαρία Πενταγιώτισσα» (1982), τη «Μήδεια» (1993) και το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» (1995), κείμενα γεμάτα μποστική πρόζα, δεκαπεντασύλλαβο και σκωπτικό σατιρικό χιούμορ. Παράλληλα κάνει τις πρώτες του ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής με πίνακες που, όπως οι γελοιογραφίες του, εμπνέονται από την ελληνική ιστορία και τη λαϊκή παράδοση και τον σπρώχνουν εικαστικά ακόμα πιο κοντά στον Θεόφιλο, στον Κόντογλου και στα πορτραίτα του Φαγιούμ. Ο μοναδικός τομέας στον οποίο συστηματικά αποτυγχάνει είναι… η πολιτική. Κατεβαίνει υποψήφιος στις δημοτικές εκλογές του 1978 με τον συνδυασμό του Μίκη Θεοδωράκη και στις βουλευτικές του 1981 και του 1985 με το ΚΚΕ, αποτυγχάνοντας να εκλεγεί και τις τρεις φορές. Παράλληλα, βλέπει το μέτωπο της Αριστεράς που επιθυμούσε να παραμείνει ενωμένο μετά την πτώση της Χούντας, να διασπάται σε μικρότερα κόμματα. Γίνεται άλλος ένας απογοητευμένος παλιός Αριστερός, μέσα στα χρόνια του πασοκικού πάρτι... Η ζωή του τελειώνει μέσα στη δημιουργικότητα και στην αποδοχή, αφήνοντας την τελευταία του πνοή 77 ετών, την Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου του 1995. … που σήμερα θα έσπαγε πλάκα! «Ο Μποστ δεν έκανε γελοιογραφία! Έκανε επανάσταση! (…) Είναι σαν να εφηύρε ένα καινούργιο εμβόλιο! Ένα εμβόλιο που θα μας προστατεύει από τον ιό της κακογουστιάς για τουλάχιστον 1.000 χρόνια!», έγραφε ο γελοιογράφος ΚΥΡ το 1987. Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατο του Μποστ, πάντως, το εμβόλιό του δεν φαίνεται να έπιασε ιδιαίτερα τόπο, ενώ ο κόσμος που άφησε, μοιάζει να χειροτέρεψε κατά πολύ. Ο Μποστ «συλλαμβάνεται» από συναδέλφους του γελοιογράφους, ποζάροντας όπως ο πίνακας με τη σύλληψη του Αθανάσιου Διάκου πίσω τους. Από αριστερά, Λογό, ΚΥΡ, Μποστ, Κώστας Μητρόπουλος. Ο Μέντης θα είχε, σίγουρα, πολλά να πει για το σήμερα: για την άνοδο της Ακροδεξιάς, το νεοφασιστικό φαινόμενο Τραμπ, τη Γάζα, το μεταναστευτικό, το περιβάλλον, τον διάδοχο Μητσοτάκη και τις νεοφιλελεύθερες συμμορίες του, την τραγική αμηχανία της Αριστεράς. Η Μαμά Ελλάς του θα ήταν ρακένδυτη και κακομοίρα όπως παλιά, μόνο με μερικά αστραφτερά μπλε μπαλώματα στον χιτώνα της που θα έφεραν αστεράκια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ ο Πειναλέων κι η Ανεργίτσα θα τσακώνονταν για το ποιος θα πρωτοπαίξει στο τάμπλετ. Και σίγουρα, θα χρησιμοποιούσε όλο το πολυπρόσωπο και ανεπανάληπτο δημιουργικό του στιλ για να κατακεραυνώσει, να σατιρίσει και να καταδείξει τα στραβά της εποχής μας. Πάντα με το ιδιόρρυθμο μποστικό χιούμορ του. Και το σχετικό link...
-
- 1
-
-
- μέντης μποσταντζόγλου
- μποστ
-
(and 17 more)
Tagged with:
-
Στη μνήμη του γελοιογράφου Αρχέλαου Αντώναρου, τρεις προσωπικότητες που τον γνώρισαν από κοντά γράφουν γι’ αυτόν. Ο Αρχέλαος Αντώναρος στο γραφείο του Ο Αρχέλαος Αντώναρος, γνωστός και ως Αρχέλαος, ήταν ταλαντούχος σκιτσογράφος που με τη ζωντανή καρτουνίστικη γραμμή του και το κοινωνικοπολιτικό χιούμορ του ξεχώρισε στη μεταπολεμική ελληνική γελοιογραφία. Από τον Απρίλιο του 1998 που μας άφησε πέρασαν 25 χρόνια. Ένα παιδί που γεννήθηκε τότε είναι πλέον 25 χρόνων νέος, ακόμα ένας πιθανόν άνεργος και αγχωμένος πτυχιούχος μέσα στην αβεβαιότητα του σήμερα. Στις επόμενες σειρές γράφουν για αυτόν τρεις προσωπικότητες που γνώρισαν το έργο του και τον ίδιο: ο γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς Soloup (Αντώνης Νικολόπουλος), ο εικαστικός, δημοσιογράφος και συγγραφέας της «Ιστορίας της Ελληνικής Γελοιογραφίας» Δημήτρης Σαπρανίδης, και ο πολιτικός, δημοσιογράφος και γιος τού Αρχέλαου, Ευάγγελος Αντώναρος. Soloup «Τον ένιωθα κάτι σαν τον… γελοιογραφικό μου παππού» Ήταν μια ξεχωριστή φιγούρα στον χώρο της γελοιογραφίας ο Αρχέλαος. Με παχιά, αστεριξίστικα μουστάκια, εκτός από τα χαμόγελα και τα γέλια των αναγνωστών, προκαλούσε και την αγάπη, τον θαυμασμό τον ίδιων των συναδέλφων του. Φαρδιά μουστάκια που όμως δεν κατάφερναν να κρύψουν το πλατύ του χαμόγελο. Αντίθετα το τόνιζαν, το μεγάλωναν. Είχα τη μεγάλη χαρά στα σκιτσογραφικά μου ξεκινήματα να γνωρίσω τον «διάσημο γελοιογράφο» Αρχέλαο αλλά και να νιώσω τη ζεστασιά που μετέδιδε ως άνθρωπος. Τον ένιωθα κάτι σαν τον… γελοιογραφικό μου παππού. Εκείνος με σύστησε στους άλλους μεγάλους σκιτσογράφους της γενιάς του που θαύμαζα. Τον Μπόστ, τον Μητρόπουλο, τον Κυρ… Με καλούσε ως νεαρό σκιτσακούδι στις εκθέσεις, στις μαζώξεις της Λέσχης Γελοιογράφων που ήταν και πρόεδρος, μα και στο σπίτι του στην Καλλιθέα. Εκεί με τράταρε με καρτούλες και σκιτσάκια αλλά και με κάποια από τα όμορφα ζωγραφιστά του βότσαλα που είχε τοποθετημένα σ’ ένα καλάθι πάνω στο γραφείο του. Από τότε, σαν ευχή, σαν «γούρι», ως δείγμα ήθους και ύφους, το έχω πάντα κοντά στο δικό μου σχεδιαστήριο. Καθημερινή παρουσία στα πενήντα εκατοστά απ’ την καρέκλα μου. Βότσαλο ζωγραφισμένο από τον Αρχέλαο, δώρο στον Soloup (από τη συλλογή του Soloup) Ήταν κορυφαίος, μαζί με τον Χριστοδούλου, εκείνης της θεματικής φόρμας που θα την περιγράφαμε ως «κοινωνική» γελοιογραφία. Είχε τον δικό του, καλόκαρδα σαρκαστικό τρόπο να αναδείξει το αστείο στην καθημερινότητα των Ελλήνων στον «Θησαυρό», στο «Ρομάντζο» ή και σε άλλα έντυπα τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Υπήρξε όμως το ίδιο πολιτικοποιημένος και ευαίσθητος, όχι μόνο ως ΤΟΤ στον «Ριζοσπάστη», αλλά ως το τέλος του στην «Αθηναϊκή» και παραδόξως στη «Βαβέλ». Εξώφυλλο του άλμπουμ του Αρχέλαου «Βαρελόφρονες», των εκδόσεων Βαβέλ Ναι, τον θαύμαζα ως σκιτσογράφο. Ένιωθα δέος με όλους αυτούς τους μεγάλους της γενιάς του. Όμως αυτό που μου έμεινε ήταν και το ανθρώπινο της επαφής του. Η ζεστασιά, η φροντίδα, το χιούμορ στις συναναστροφές του. Και πώς αλλιώς, αφού, εκτός των άλλων είχα και μια εμπειρία ζωής από τον Αρχέλαο. Όταν βρισκόμουν «αβυσματίας» δυσμενώς στον στρατό, μακριά από τους δικούς μου και έχοντας φύγει με μετάθεση από την αγαπημένη μου Λέσβο, έμαθε ο Αρχέλαος από τη μητέρα μου τις μαύρες μου πλερέζες. Ανέλαβε λοιπόν αμέσως δράση χωρίς να του ζητήσει κανείς κάτι τέτοιο. Έβαλε σ’ έναν φάκελο το βιβλιαράκι του «Γέλα καρδιά μου γέλα» που μόλις είχε κυκλοφορήσει, φυσικά με ιδιαίτερη αφιέρωση για να μου… ακμαιώσει το ηθικό. Όμως το έκανε με τον δικό του τρόπο, υπογράφοντας τον φάκελο ως «Αρχέλαος Γελοιογράφος» (για να το «δουν») και με ξεχωριστό γράμμα για τον διοικητή του τάγματος! Απ’ ό,τι μου είπε αργότερα, για να μάθουν οι αξιωματικοί πως έχω τη γνωριμία του και πως είμαι κι εγώ «σπουδαίος» σκιτσογράφος, να με προσέχουν και να μη με βασανίζουν. Τέτοια μεγάλη καρδιά, ο Αρχέλαος. Πιο μεγάλη απ’ τη χαμογελάρα που δεν κατάφερναν να κρύψουν τα μουστάκια του. Δημήτρης Σαπρανίδης «Είχε δικό του γελοιογραφικό χαρακτήρα στο σκίτσο» Τον Αρχέλαο τον κατατάσσω με τους πρώτους μεταπολεμικούς γελοιογράφους της Ελλάδας. Ήταν ο μεγαλύτερος και ο πρώτος που δούλεψε στον «Ριζοσπάστη» ως γελοιογράφος. Ο «Ριζοσπάστης» την εποχή του Εμφυλίου ήταν φυτώριο, δεν ήταν απλώς μια εφημερίδα. Μέσα εκεί μεγάλωσαν γελοιογράφοι, λογοτέχνες, ήταν λαμπρή εποχή του πνεύματος. Ο Κώστας Μητρόπουλος μου είχε πει πως γνώρισε τον Αρχέλαο στον «Ριζοσπάστη», όπου εκεί έδωσε τα πρώτα του σκίτσα και τον εγκρίναν, καθώς αυτός που ιδιαίτερα ξεχώρισε το ταλέντο του ήταν ο Αρχέλαος. Μετά τον Εμφύλιο οι γελοιογράφοι πέρασαν στον αστικό Τύπο όπου «τους άλλαξαν» τα γούστα και, επί εποχής Παπάγου και Τσαλδάρη, η πολιτική γελοιογραφία τους άρχισε να γίνεται τυπική, μια μεταπολεμική γελοιογραφία που δεν έγινε καθαρά πολιτική. Ο Αρχέλαος, μαζί με τον (Βασίλη) Χριστοδούλου, δημιούργησαν έναν τύπο που ήταν πολύ επίκαιρος, τον μεθύστακα και τους «Βαρελόφρονες». Ήταν ως άνθρωπος χιουμορίστας. Όλοι αυτοί οι γελοιογράφοι ήταν χιουμορίστες ως άνθρωποι. Έλεγαν αστεία στην καθημερινότητά τους, άλλα κρύα και άλλα ζεστά, και έπιναν πολύ κρασί. Οι τύποι που χρησιμοποιούσαν στις γελοιογραφίες τους, οι «Βαρελόφρονες», ήταν από προσωπικά τους βιώματα. Γενικά ο Αρχέλαος είχε ένα χιουμοριστικό σκίτσο το οποίο είχε μια εξέλιξη. Ήταν αυτόνομος και δεν έγινε ούτε κέντρο μίμησης από άλλους γιατί είχε δικό του γελοιογραφικό χαρακτήρα στο σκίτσο. Ευάγγελος Αντώναρος «Έβλεπε τη ζωή από την ευχάριστη πλευρά κι ας είχε κάτι το αδιόρατα μελαγχολικό» Είναι δύσκολο να γράψεις για κάποιο γνωστό πρόσωπο που ήταν πατέρας σου. Είναι ακόμη πιο δύσκολο να γράψεις όταν αυτό το πρόσωπο ήταν, αποδεδειγμένα, ευρύτατα αγαπητός. Μιλάω για τον Αρχέλαο που μεσουράνησε ως σκιτσογράφος από τις αρχές της δεκαετίας του ‘50 μέχρι τη δεκαετία του ‘90 κι έφυγε από τη ζωή πρόωρα πριν από 25 χρόνια τον Απρίλη του 1998, τέτοιες μέρες. «Μεγάλο παιδί» τον αποκαλούσαν οι συνάδελφοί του. Άκακος ήταν. Αλλά όχι ανυποψίαστος. Ήταν πολιτικοποιημένος από τα φοιτητικά του χρόνια. Αμετακίνητος δημοκράτης με προοδευτικές για τα χρόνια του αντιλήψεις. Έβλεπε τη ζωή από την ευχάριστη πλευρά κι ας είχε κάτι το αδιόρατα μελαγχολικό στα γκριζογάλανα μάτια του. Ας είχε περάσει όχι και τόσο εύκολα παιδικά χρόνια στην αγαπημένη του Σαλονίκη. Οι συνάδελφοί του εκτιμούσαν όχι μόνο την ανυστερόβουλη συμπεριφορά του, αλλά και την ενθάρρυνση που έδινε σε πραγματικά ταλαντούχους νέους οι οποίοι ονειρεύονταν να μπουν σε αυτόν τον δύσκολο και πολύ ανταγωνιστικό χώρο. Ίσως γι’ αυτό τον είχαν εκλέξει επανειλημμένα «Πρόεδρο» στη Λέσχη τους. Γελοιογραφικό αυτοπορτρέτο του Αρχέλαου Κάποιοι νομίζουν πως οι σκιτσογράφοι είναι πάντα μέσα στην καλή χαρά γιατί με τις δημιουργίες τους κάνουν τους αναγνώστες να γελούν. Μεγάλο λάθος. Συνήθως κουβαλάνε μέσα τους μια μελαγχολία, έναν σκεπτικισμό κι έχουν ένα ιδιότυπο κοφτό χιούμορ. Βλέπουν πράγματα, χαρακτηριστικά και ιδιότητες στους άλλους και την κοινωνία που ο μέσος άνθρωπος δεν διακρίνει ή, πολύ συχνά, προσπερνά. Έτσι ήταν κι ο Αρχέλαος. Άνθρωπος της παρέας μεν, αλλά και με δόσεις εσωστρέφειας. Δεν του άρεσαν οι λεκτικές περιπλοκάδες. Ζωγράφιζε με το θείο δώρο που είχε «όπως έβλεπε». Κι όταν μια ηθοποιός, νούμερο ένα της εποχής της, του παραπονέθηκε πως σ’ ένα σκίτσο της είχε αποδώσει ένα χαρακτηριστικό του προσώπου της που εκείνη θαρρούσε πως την αδικούσε, της απάντησε: «Μα αυτό είναι το σήμα κατατεθέν σου που σε κάνει αγαπητή στον κόσμο». Και δεν την ξαναζωγράφισε. Όχι γιατί θύμωσε. Σπάνια άλλωστε τον είχα δει θυμωμένο – μερικές φορές με μένα (κι είχε δίκιο!). Όπως έλεγε η σύζυγός του και μητέρα μας Γεωργία: «Όταν κατεβάζει τα μουστάκια του, φεύγουμε από το δωμάτιο». Εκείνος δούλευε συνήθως στο γραφειάκι της μονοκατοικίας στην οδό Φορνέζη στην Καλλιθέα, όπου έζησε. Κάθε φορά που πάω να δω την 98χρονη μάνα μου, ανοίγω την πόρτα και μπαίνω μέσα. Είναι σαν να τον βλέπω ακόμη καθισμένο εκεί, έχοντας μπροστά τα πινέλα του. Τον χώρο τον έχουμε διατηρήσει όπως ήταν τη μέρα που μας είπε αντίο. Με τους τοίχους βαμμένους σε αιγαιοπελαγίτικο μπλε που εκείνος είχε διαλέξει. Και το σχετικό link...
-
- 6
-
-
-
- αρχέλαος αντώναρος
- θησαυρός
- (and 9 more)
-
Με αφορμή το άλμπουμ του Κώστα Μητρόπουλου 1960-2015 Τα καλύτερά μας χρόνια ο συγγραφέας του άρθρου κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα αναδρομή στην ελληνική γελοιογραφία (και ειδικά εκείνη στα αριστερά έντυπα) μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη συνέχεια όμως, είναι αρκετά επικριτικός σχετικά με την εν λόγω έκδοση. Ζητώ συγγνώμη για την ποιότητα των φωτοτυπιών, αλλά δυστυχώς αυτός που τις έβγαλε, προφανώς δεν ήξερε καλά τη δουλειά του. Η δεύτερη σελίδα είναι αρκετά στραβή, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα να έχει φαγωθεί η αρχή κάθε σειράς στην πρώτη παράγραφο. Ακόμα κι έτσι, βέβαια, πιστεύω ότι η παράγραφος βγάζει νόημα. Δεσμεύομαι να τις ξαναανεβάσω με καλές φωτοτυπίες μέσα στο Σ/Κ. Από το τεύχος #58 Αφιέρωμα στο γελοιογράφο.
-
- 10
-
-
- κώστας μητρόπουλος
- γελιογραφία
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Σατιρικό περιοδικό του 1934. Άγνωστος ο αριθμός των τευχών. Αριστερά (ευχαριστώ AndreasD για την επισήμανση) γράφει: Μηνιαίο εικονογραφημένο περιοδικό του Ριζοσπάστη, Πρωτομαγιά 1934. Ένα τεύχος υπάρχει στη συλλογή της βιβλιοθήκης του ΕΛΙΑ κι ένα κόμικ ( ; ) έχουμε: Πηγή: Βιβλιοθήκη ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ (www.elia.org.gr).