Search the Community
Showing results for tags 'ρενό ροσέ'.
-
Στο δεύτερο μέρος της τριλογίας των Renaud Roche και Laurent Hopman για τη ζωή και το έργο του Τζορτζ Λούκας, «Ο Πόλεμος των Άστρων», παρά τις αντιξοότητες και τα τεράστια οικονομικά προβλήματα, συνεχίζεται. Με την ολοκλήρωση του «Πολέμου των Άστρων» το 1977, τον εισπρακτικό θρίαμβο που ακολούθησε και τα επτά βραβεία Όσκαρ που κέρδισε η ταινία, όλα έδειχναν ότι η συνέχεια της καριέρας του Τζορτζ Λούκας θα ήταν πιο εύκολη και η επιτυχία του εγγυημένη. Εκεί τελείωνε ο πρώτος τόμος από το «Ο Πόλεμος του Λούκας» των Laurent Hopman (σενάριο) και Renaud Roche (σχέδιο). Η πραγματικότητα όμως αποδείχτηκε πολύ διαφορετική, όπως περιγράφεται στον δεύτερο τόμο της τριλογίας (μετάφραση: Τατιάνα Ραπακούλια, εκδόσεις Μικρός Ήρως, 210 σελίδες). Κι αυτό γιατί ο νεαρός, ακόμα, σκηνοθέτης, πεπεισμένος για τις ικανότητές του και πεισμωμένος από τα εμπόδια που του είχαν βάλει τα μεγάλα στούντιο στην πρώτη μεγάλη του παραγωγή, αποφάσισε να χρηματοδοτήσει μόνος του τη συνέχεια του οράματός του. Η δεύτερη ταινία του σύμπαντος του «Πολέμου των Άστρων» και πέμπτο επεισόδιο της αφηγηματικής συνέχειας, όπως την είχε ονειρευτεί και σχεδιάσει ο Τζορτζ Λούκας με τίτλο «Η Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται», ξεκίνησε με έναν υψηλό προϋπολογισμό που πολύ γρήγορα εκτοξεύτηκε. Ταυτόχρονα τα προβλήματα δεν είχαν τελειωμό. Ο σοβαρός τραυματισμός του Μαρκ Χάμιλ (Λούκ Σκαιγουόκερ) σε τροχαίο δυστύχημα που οδήγησε σε πλαστική επέμβαση στη μύτη του (κάτι που εξηγεί και την πρώτη σκηνή της «Αυτοκρατορίας» με τη μάχη του Λουκ απέναντι σε ένα άγριο θηρίο ώστε να αιτιολογηθεί η αλλαγή του προσώπου του), η ατυχής επιλογή της Λι Μπράκετ για το σενάριο μιας και η διάσημη συγγραφέας δεν είχε εμπειρία στην επιστημονική φαντασία, η ενόχληση που ένιωθαν κάποιοι από τους ηθοποιούς της πρώτης ταινίας γιατί δεν πληρώθηκαν καλά, οι συγκυρίες που οδήγησαν στην αδυναμία να βρεθεί κατάλληλο στούντιο στο Λονδίνο όταν έπρεπε να αρχίσουν τα γυρίσματα, η σφοδρή κακοκαιρία στη Νορβηγία το 1979 που δεν επέτρεπε να γυριστούν οι πρώτες σκηνές στα χιόνια, διάφορες αναποδιές στο στούντιο με σοβαρότερη αυτή των αναπνευστικών προβλημάτων που έπληξαν τεχνικούς και ηθοποιούς λόγω των χημικών ουσιών που χρησιμοποιούνταν για τα εφέ. Όλα αυτά δημιούργησαν μια δυσάρεστη κατάσταση που επιδεινωνόταν διαρκώς όσο προκαλούνταν νέες καθυστερήσεις και η ταινία έβγαινε εκτός προγραμματισμού. Κι όλα αυτά σε ένα βαρύ κλίμα από την αρχή λόγω του θανάτου της Μπράκετ, που επηρέασε ψυχολογικά τον Τζορτζ Λούκας. Δεν ήταν όμως ο μόνος θάνατος που σημάδεψε τα γυρίσματα. Στα μέσα του 1979, σε ηλικία μόλις 43 ετών, πέθανε και ο Τζον Μπάρι από την ομάδα των σκηνοθετών μετά από αιφνίδια μηνιγγίτιδα, μια εξαιρετικά μεταδοτική ασθένεια, γεγονός που οδήγησε σε νέα διακοπή των γυρισμάτων. Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως ήταν το οικονομικό, καθώς από τη μια οι απαιτήσεις ήταν πια πολύ περισσότερες από αυτές της πρώτης ταινίας ενός ονειροπόλου και άγνωστου σκηνοθέτη και από την άλλη η τελειομανία του Λούκας δεν επέτρεπε εκπτώσεις. Επιπλέον είχε να διαχειριστεί και τη σχέση του με σπουδαίους ηθοποιούς όπως ο Χάρισον Φορντ, η Κάρι Φίσερ και ο Άλεκ Γκίνες, αλλά και να υλοποιήσει άλλα πρότζεκτ για τα οποία είχε δεσμευτεί με συμβόλαια όπως το σενάριο για τον πρώτο «Ιντιάνα Τζόουνς» του Στίβεν Σπίλμπεργκ και το δεύτερο μέρος από το «American Graffiti» που εν τέλει εξελίχθηκε σε παταγώδη αποτυχία. Είχε όμως και προβλήματα στην προσωπική του ζωή, καθώς η σχέση του με τη σύζυγό του και μοντέρ, Μάρσια Λου Γκρίφιν, δεν ήταν ανέφελη αφενός λόγω της εργασιομανίας του («Έμαθα από τα λάθη μου. […] Θα είμαι στο σπίτι κάθε απόγευμα στις έξι η ώρα. Θα έχουμε τα Σαββατοκύριακα δικά μας, θα πηγαίνουμε διακοπές…» της υπόσχεται, χωρίς να καταφέρει να το τηρήσει), αφετέρου λόγω των ανεπιτυχών προσπαθειών του ζευγαριού να αποκτήσει παιδί, που όπως αποδείχτηκε οφείλονταν σε ζητήματα υγείας του Λούκας. Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό επαγγελματικό, συναισθηματικό και ψυχολογικό μίγμα τα στούντιο, οι εταιρείες και οι τράπεζες δεν σταμάτησαν ούτε λεπτό να πιέζουν για την ολοκλήρωση της ταινίας, τον περιορισμό των εξόδων και το φρένο στις διαδοχικές υπερβάσεις του προϋπολογισμού. Και παρά την αβάσταχτη πίεση, το συνεχές άγχος και τον κίνδυνο να τιναχθούν όλα στον αέρα, ο Τζορτζ Λούκας δεν ξέχασε ποτέ το όνειρο για το Ράντσο Σκαιγούοκερ και τη θεμελίωση των δικών του στούντιο μέσω της εταιρείας Lucas Film. Κάπως έτσι μια ταινία που ξεκίνησε με στόχο να κοστίσει 12 εκατομμύρια δολάρια, έφτασε τον Απρίλιο του 1978 τα 18,5 εκατομμύρια, τον Οκτώβριο τα 21,5 εκατομμύρια, τον Απρίλιο του 1979 τα 25 εκατομμύρια, για να κλείσει τελικά πάνω από τα 33 εκατομμύρια. Αυτές οι τεράστιες αναπροσαρμογές όμως ήταν που επέτρεψαν όλα αυτά που είχε ονειρευτεί ο Τζορτζ Λούκας να γίνουν πράξη: τα πρωτοποριακά για την εποχή τους ειδικά εφέ, τα ανασχεδιασμένα αεροσκάφη, τις διαστημικές μάχες, τα ευφάνταστα όπλα, τις απειλητικές στολές των stormtroopers, ακόμα και την πειστική κίνηση και ομιλία του Γιόντα στον παράξενο και γεμάτο βλάστηση, ομίχλη και υγρασία πλανήτη του. Και φυσικά την εκπληκτική μουσική του Τζον Γουίλιαμς στον οποίο δόθηκε απόλυτη ελευθερία και αυτός έξι εβδομάδες μετά παρέδωσε 108 λεπτά πρωτότυπης μουσικής επένδυσης από μια πολυπληθή ορχήστρα. Συνεχίζοντας στο στιλ του πρώτου τόμου οι Hopman και Roche διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη γιατί επιλέγουν με προσοχή τις λεπτομέρειες στις οποίες θα επεκταθούν και αυτές που θα αφήσουν να περάσουν χωρίς μεγάλη ανάπτυξη. Κυρίως όμως γιατί δεν φιλοτεχνούν μια στεγνή βιογραφία με απλή απαρίθμηση γεγονότων, αλλά προσεγγίζουν ψυχολογικά και συναισθηματικά τον πρωταγωνιστή τους – χρησιμοποιώντας καταλλήλως και με φειδώ το χρώμα –, επιχειρώντας να ερμηνεύσουν τις προσωπικές και καλλιτεχνικές επιλογές του. Δίνοντας παράλληλα και μια σαφή εικόνα του τρόπου λειτουργίας του Χόλυγουντ, των κινηματογραφικών στούντιο και των εταιρειών παραγωγής και διανομής ταινιών. Η ολοκλήρωση του δεύτερου τόμου βρίσκει τον Τζορτζ Λούκας θριαμβευτή και τους αναγνώστες εν αναμονή του τελευταίου μέρους μιας σπουδαίας τριλογίας. Και το σχετικό link...
-
- 5
-
-
-
- τζορτζ λούκας
- ο πόλεμος του λούκας
- (and 8 more)
-
Οι Εκδόσεις Μικρός Ήρως παρουσιάζουν το δεύτερο μέρος του graphic novel “Ο Πόλεμος του Λούκας”. Ένα κόμικ γεμάτο αποκαλύψεις και στοιχεία που θα συναρπάσουν όλους τους φαν του Star Wars. Μετά την μεγάλη επιτυχία του πρώτου graphic novel “Ο Πόλεμος του Λούκας”, οι δημιουργοί του Λοράν Χόπμαν, στο σενάριο και Ρενό Ροσέ, στο σχέδιο, επιστρέφουν με την κυκλοφορία του δεύτερου μέρους του “Ο Πόλεμος του Λούκας – Επεισόδιο ΙΙ”. Το δεύτερο graphic novel πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως και θα είναι διαθέσιμο σε βιβλιοπωλεία, κομιξάδικα και περίπτερα από την Τρίτη 9 Δεκεμβρίου. Ωστόσο, όσοι σκοπεύουν να επισκεφθούν το φετινό AthensCon θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν την παρουσίαση του graphic novel νωρίτερα, και συγκεκριμένα την Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου στις 20:30, αλλά και να ακούσουν όλα όσα έχουν να μοιραστούν οι δημιουργοί του graphic novel Λοράν Χόπμαν και Ρενό Ροσέ που θα βρίσκονται εκεί μέσω τηλεδιάσκεψης. Την παρουσίαση θα συντονίζει ο επίσης δημιουργός κόμικς, Σπύρος Δερβενιώτης. Στη συγκλονιστική συνέχεια, “Ο Πόλεμος του Λούκας – Επεισόδιο ΙΙ”, παρακολουθούμε μια ακόμα πραγματική καλλιτεχνική οδύσσεια γύρω από τις προκλήσεις του να μένεις πιστός στο καλλιτεχνικό σου όραμα, έχοντας απέναντί σου το σύστημα του Χόλυγουντ. Ένα graphic novel γεμάτο αποκαλύψεις και στοιχεία που θα συναρπάσουν όλους τους φαν του Star Wars, για την ταινία που έως σήμερα υμνείται ως το αριστούργημα της σειράς. Λοράν Χόπμαν και Ρενό Ροσέ Ο Λοράν Χόπμαν είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Με πάνω από είκοσι χρόνια εμπειρίας ως αρχισυντάκτης στον χώρο της ψυχαγωγίας, θεωρείται ειδικός στον αμερικανικό κινηματογράφο και βαθύς γνώστης του σύμπαντος των Star Wars. Έχει εργαστεί επί πολλά χρόνια στη βιομηχανία του θεάματος και σήμερα δραστηριοποιείται ως σεναριογράφος κόμικς. Ο Ρενό Ροσέ αποφοίτησε από τη Σχολή Τεχνών Gobelins στο Παρίσι το 2002. Ξεκίνησε την καριέρα του στα οπτικά εφέ, προτού στραφεί στο storyboard και την εικονογράφηση. Για σχεδόν δύο δεκαετίες εργάστηκε στον κινηματογράφο, τη διαφήμιση και τον Τύπο. Το 2019 εντάχθηκε στο στούντιο Illumination Mac Guff, συμβάλλοντας στη δημιουργία ταινιών όπως τα Sing 2 και Migration. Το πάθος τους για τα Star Wars τους οδήγησε να γράψουν και να σχεδιάσουν αντίστοιχα το σενάριο του “Πολέμου του Λούκας”, του πρώτου graphic novel που καταγράφει την ιστορία του Τζορτζ Λούκας και τη γέννηση του Star Wars. “Ο Πόλεμος Του Λούκας” είναι μια προσπάθεια να ειπωθεί μια οικουμενική και ειλικρινής εκδοχή της ζωής του δημιουργού των ταινιών “Star Wars”, Τζορτζ Λούκας, αλλά και των “ηρώων” που συνέβαλαν στην πραγματοποίηση του κινηματογραφικού του ονείρου. Όχι τυχαία, αν αναλογιστεί κανείς το πόσο σημαντική φιγούρα για την ιστορία του κινηματογράφου αποτέλεσε ο ίδιος ο Λούκας, αλλά και τη διαχρονική πολιτισμική αξία που έχει το space opera έπος που λέγεται Star Wars. Στόχος του Χόπμαν ήταν η δημιουργία ενός graphic novel με δράση, ένταση αλλά και συγκρούσεις που θα κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη αλλά και θα αποκαλύψει το πλαίσιο και τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκε αυτό το κινηματογραφικό αριστούργημα. Υπενθυμίζεται πως το graphic novel “Ο Πόλεμος Του Λούκας”, το πρώτο “επεισόδιο” της αφήγησης της ζωής του “πατέρα” των Star Wars αποτέλεσε ένα εκδοτικό φαινόμενο στη Γαλλία, καθώς ξεπέρασε τις 120.000 πωλήσεις, μεταφράστηκε σε 19 γλώσσες, αλλά και αναγνωρίστηκε ως ένα εξαιρετικό έργο τόσο από τους αναγνώστες όσο και από κριτικούς, λαμβάνοντας πολλαπλά βραβεία. Ποιος ήταν ο Τζορτζ Λούκας Μετά την κυκλοφορία του πρώτου Ο Πόλεμος Των Άστρων (Star Wars, 1977), ο νεαρός Τζορτζ Λούκας δεν είναι πλέον ένας ακόμα εκκεντρικός ονειροπόλος. Έχοντας κατακτήσει το αμερικανικό box office, πλέον ο ίδιος μπορεί να αποφασίσει το μέλλον της καριέρας του. Αποφασισμένος να απελευθερωθεί μια και καλή από την αυτοκρατορία των στούντιο, κάνει το τολμηρό βήμα να ρισκάρει όλα όσα έχει για να χρηματοδοτήσει μόνος του την συνέχεια του Star Wars, του κλασικού Η Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται (The Empire Strikes Back, 1980), όπως και άλλες παραγωγές όπως τη σειρά ταινιών Indiana Jones (Raiders of the Lost Arc, 1981). Μια απόφαση που δεν πρόκειται όμως να την περιδιαβεί με ροδοπέταλα… Ο δημιουργός των Star Wars, George Lucas. Περισσότερες πληροφορίες για το graphic novel «Ο Πόλεμος του Λούκας» στη σελίδα https://www.mikrosiros.gr/o-polemos-tou-loukas-2 Και το σχετικό link...
-
- 1
-
-
- ο πόλεμος του λούκας
- τζορτζ λούκας
- (and 9 more)
-
«Ο Πόλεμος των Άστρων», η εμβληματικότερη ταινία του κινηματογράφου επιστημονικής φαντασίας, αποτέλεσε το προσωπικό όραμα ενός μοναχικού σκηνοθέτη. Μια συναρπαστική βιογραφία του Τζορτζ Λούκας περιγράφει την πορεία του από τις νεανικές αποτυχίες μέχρι την παγκόσμια καταξίωση. «Αρνείται να ακολουθήσει οδηγίες. Απ’ το ένα αυτί μπαίνουν, απ’ το άλλο βγαίνουν. Δ στα μαθηματικά, Δ στη γραμματική, Δ στην ορθογραφία, Δ στην ιστορία. Μόνο στη μουσική και στο σχέδιο τα καταφέρνει. Αλλά δεν θα φτάσει μακριά μ’ αυτά!» λέει θυμωμένη η δασκάλα του δεκάχρονου Τζορτζ Λούκας στους απογοητευμένους γονείς του το 1954. Αυτοί τον θεωρούν τεμπέλη, ανυπάκουο και φυγόπονο. Μεγαλώνοντας, βαριέται αφάνταστα το σχολείο και προτιμά να ονειρεύεται. Δεν σκοπεύει να σπουδάσει, του αρέσει να γυρίζει με γρήγορα αυτοκίνητα και να αψηφά τους κανόνες. Το 1962 ένα πολύ σοβαρό αυτοκινητικό δυστύχημα τον κάνει να αναθεωρήσει αξίες κι επιλογές. Παρά τη θέληση των γονέων του, αποφασίζει να γραφτεί στο Πανεπιστήμιο για κινηματογραφικές σπουδές. Γυρίζει την πρώτη εκδοχή του «THX-1138», με το οποίο κατακτά το πρώτο βραβείο στο Εθνικό Φεστιβάλ Φοιτητικού Κινηματογράφου. Γνωρίζεται με τον Στίβεν Σπίλμπεργκ και λίγο αργότερα με τη Μάρσια Λου Γκρίφιν, που θα γίνει η μοντέρ του, η εμψυχώτριά του και η μελλοντική σύζυγός του. Θα γίνει φίλος με τον Φράνσις Φορντ Κόπολα ακριβώς όταν αυτός ξεκινά τον Νονό. «Ο Κόπολα είναι φωνακλάς, παρορμητικός και γλεντζές, ακριβώς το αντίθετο του Λούκας. Όπως και με τη Μάρσια όμως, τα αντίθετα έλκονται. Τον Δεκέμβριο του 1969 ιδρύουν την εταιρεία Zoetrope και κλείνουν συμβόλαιο για πολλές ταινίες με την Warner Bros» σύμφωνα με τον Laurent Hopman, σεναριογράφο της εξαιρετικής βιογραφίας «Ο Πόλεμος του Λούκας» (εκδόσεις Μικρός Ήρως, μετάφραση: Τατιάνα Ραπακούλια, 210 σελίδες) που εικονογραφεί ιδανικά ο Renaud Roche. Αυτή η ευκαιρία που δίνεται στον νεαρό Τζορτζ Λούκας, αντί να αποτελέσει την απελευθερωτική ώθηση στα πρώτα βήματα της καριέρας του, λειτουργεί εντελώς διαφορετικά. Τον φορτώνει με άγχος καθώς νιώθει πως τον αποσπά από το μακρόπνοο σχέδιο του, από μια ταινία με αστρομαχητές, φωτόσπαθα, γυαλιστερά ρομπότ και σκληρές αερομαχίες με ευφάνταστα διαστημόπλοια στις εσχατιές του γαλαξία. Αποφασίζει να αφιερωθεί στον στόχο του και αρχίζει να γράφει. Η οργιώδης φαντασία του όμως δεν συγκινεί τα μεγάλα στούντιο και τους συντηρητικούς παραγωγούς που βρίσκουν τα σενάριά του υπερφίαλα και ανερμάτιστα. Οι απορρίψεις διαδέχονται η μία την άλλη μέχρι που αποφασίζει να γυρίσει κάτι πιο συμβατικό για να γίνει γνωστός και να πείσει τους μελλοντικούς χρηματοδότες του ότι μπορεί να τα καταφέρει. Το 1973 βγαίνει στις αίθουσες το American Graffiti (στα ελληνικά προβλήθηκε ως «Νεανικά Συνθήματα») από την Universal με κόστος μικρότερο από 1 εκατομμύριο δολάρια και κέρδη που ξεπέρασαν τα 140 εκατομμύρια. Το Χόλιγουντ αρχίζει να τον υπολογίζει κι αυτός παρά τις παλινωδίες του και την δυσκολία του να συγκεντρωθεί στο γράψιμο, το 1974 παρουσιάζει την πρώτη ολοκληρωμένη σεναριακή εκδοχή από τον «Πόλεμο των Άστρων», εντελώς διαφορετική όμως από την περίληψη που είχε υποβάλλει ένα χρόνο νωρίτερα. Κεντρικοί ήρωες είναι ο Κέιν Σταρκίλερ και ο γέρος στρατηγός Λουκ Σκαϊγουόκερ, επιζώντες του τάγματος των Τζεντάι που το εξολόθρευσαν οι καταχθόνιοι ιππότες Σιθ. Ο Ανικίν, γιος του Κέιν Σταρκίλερ, αναλαμβάνει να βρει την πριγκίπισσα Λέια, ενώ ο Νταρθ Βέιντερ είναι ένας σκληρός στρατηγός στις υπηρεσίες του αυτοκράτορα που καταδιώκει την Λέια, μόνη κληρονόμο του θρόνου του πλανήτη Ακουίλα. Κι αν όλα αυτά φαίνονται πολύ διαφορετικά από όσα ξέρουν οι θεατές του «Πολέμου των Άστρων», είναι γιατί αφενός ο ίδιος ο Τζορτζ Λούκας ήταν μονίμως ανικανοποίητος από τα πολυδαίδαλα σενάρια του με αποτέλεσμα να τα αλλάζει διαρκώς προσθέτοντας και αφαιρώντας πρόσωπα και λεπτομέρειες, αλλάζοντας ονόματα κ.λ.π., αφετέρου τα στούντιο επί σειρά ετών δίσταζαν να τον υποστηρίξουν καθώς τα χρήματα που απαιτούνταν ήταν δυσανάλογα πολλά για έναν σχετικά άσημο σκηνοθέτη με χαώδεις ιδέες και αχαλίνωτες φιλοδοξίες. Μετά από αμέτρητες τροποποιήσεις και πολύ κόπο, η 20th Century Fox πείθεται εν μέρει να αναλάβει το εγχείρημα και αρχίζουν τα γυρίσματα, αν και οι περικοπές στον προϋπολογισμό είναι συνεχείς αναγκάζοντας τον Τζορτζ Λούκας να εφευρίσκει συνεχώς πατέντες για τα ειδικά εφέ και τις τοποθεσίες των γυρισμάτων ώστε να προσαρμοστεί στα δεδομένα. Όπως περιγράφουν οι Hopman και Roche, η πρώτη πρόκληση είναι «η κατασκευή της κάμερας που θα ελέγχεται με υπολογιστή, μια τεχνολογική καινοτομία στην οποία βασίζεται εξ ολοκλήρου το μέλλον του “Πολέμου των Άστρων”». Με αρκετό χιούμορ, αφηγούνται τις μεθόδους του Λούκας και του συνεργάτη του, Μπεν Μπαρτ για τη δημιουργία των «εντυπωσιακών και αξιομνημόνευτων ηχητικών εφέ»: ο ήχος των φωτόσπαθων δεν είναι τίποτα άλλο από «το βουητό μιας κινηματογραφικής μηχανής προβολής συνδυασμένο με τον ήχο της καθοδικής λυχνίας μιας τηλεόρασης», η φωνή του Τσουμπάκα δεν είναι παρά «η μίξη κραυγών διάφορων ζώων», τα μαχητικά σκάφη δανείζονται τον ήχο από «το σάλπισμα ενός ελέφαντα με επιβράδυνση και παραμόρφωση μαζί με τον θόρυβο ενός αυτοκινήτου σε δρόμο γεμάτο νερά», οι πόρτες των σκαφών είναι απλώς ο ήχος από το ανοιγόκλεισμα «των θυρών του μετρό της Φιλαδέλφειας», τα «μπιπ» του R2D2 είναι «οι ήχοι από ένα συνθεσάιζερ συνδυασμένοι με την φωνή του Μπεν Μπαρτ» και τα όπλα λέιζερ είναι απλώς κυριολεκτικά «σφυροκοπήματα πάνω στα καλώδια μιας κεραίας τηλεπικοινωνιών». Και λίγο αργότερα ξεκινά το εξαντλητικό κάστινγκ από το οποίο θα περάσουν αμέτρητοι/ες νεαροί/ες ηθοποιοί, ανάμεσά τους η Τζόντι Φόστερ, ο Τζον Τραβόλτα, ο Νικ Νόλτε, ο Τόμι Λι Τζόουνς, ο Κερτ Ράσελ, ο Κρίστοφερ Γουόκεν κ.ά. για να καταλήξει ο Τζορτζ Λούκας στον Μαρκ Χάμιλ για τον ρόλο του Λουκ, στον Χάρισον Φορντ, ο οποίος είχε παίξει και στο American Graffiti αλλά πλέον εργαζόταν ως ξυλουργός και βοηθητικό προσωπικό του κάστινγκ, για τον ρόλο του Χαν Σόλο και στην Κάρι Φίσερ για την πριγκίπισσα Λέια. Κατά την έναρξη των γυρισμάτων, στην ομάδα των ηθοποιών θα προστεθεί και ο Σερ Άλεκ Γκίνες στον ρόλο του Όμπι-Ουάν Κενόμπι για να προσφέρει τη μοναδική του εμπειρία στους άπειρους συναδέλφους του και λίγο μετά ο Πίτερ Κάσινγκ που εξομολογείται στον Γκίνες ότι «ξαναδιάβασα τρεις φορές το σενάριο και δεν κατάλαβα ούτε λέξη απ’ αυτά τα αλαμπουρνέζικα». Χαρακτηριστικά συγκινητική στο βιβλίο των Hopman και Roche είναι, μάλιστα, η στιγμή που ο Άλεκ Γκίνες μαθαίνει ότι ο χαρακτήρας του πεθαίνει στα μισά της ταινίας και παρά την εμφανή στενοχώρια του αντιμετωπίζει τη δυσάρεστη εξέλιξη με επαγγελματισμό και αξιοπρέπεια. Παράλληλα, ο Τζορτζ Λούκας σχεδιάζει τα φουτουριστικά όπλα, τις φανταχτερές στολές και τα απειλητικά αστρόπλοια, χτενίζει συνεχώς το σενάριο, διαχειρίζεται τους καυγάδες των ηθοποιών και των μελών του συνεργείου, επιλέγει χώρους και τοπία για τα γυρίσματα. Το δυσκολότερο όμως είναι να προσαρμοστεί στις οικονομικές περικοπές και τις παρεμβάσεις της FOX μέχρι την τελευταία στιγμή. Το συνεχές άγχος τον στέλνει στο νοσοκομείο με υποψίες για καρδιακή προσβολή. Ευτυχώς βγαίνει γρήγορα και συνεχίζει να δουλεύει με φρενήρεις ρυθμούς. Οι φίλοι του, ο Κόπολα, ο Σπίλμπεργκ, ο Μπράιαν ντε Πάλμα τον στηρίζουν και τελικά η ταινία, παρά τις επιφυλάξεις της FOX, βγαίνει σε μικρό αριθμό αιθουσών το 1977. Οι κριτικές είναι διθυραμβικές και σύντομα η ταινία προβάλλεται παντού. Αυτό το νέο είδος επιστημονικής φαντασίας συγκινεί εκατομμύρια θεατές, οι εικόνες της ταινίας καταλαμβάνουν όλα τα εξώφυλλα περιοδικών και εφημερίδων, οι εισπράξεις είναι τεράστιες. Από τις 10 υποψηφιότητες για Όσκαρ, κυρίως σε τεχνικές κατηγορίες, οι συνεργάτες του Τζορτζ Λούκας θα κερδίσουν τα επτά. «Σε λίγους μήνες, το πάθος για τον “Πόλεμο των Άστρων” γίνεται παγκόσμιο. Στη διάρκεια του 1978, η ταινία θα κάνει εισπράξεις 410 εκατομμύρια δολάρια σε όλο τον πλανήτη». Ένα νέο άστρο έχει γεννηθεί, το άστρο του Τζορτζ Λούκας που χρειάστηκε να πολεμήσει σκληρά για να λάμψει στο κινηματογραφικό στερέωμα. Τη διαδρομή αυτή καλύπτει με σαγηνευτικό τρόπο «Ο Πόλεμος του Λούκας» των Hopman και Roche, ένα βιβλίο γεμάτο ενδιαφέρουσες, άγνωστες λεπτομέρειες από την πορεία του Αμερικανού οραματιστή και εικονογραφημένο άψογα ώστε να αποδίδει με επιτυχία τα σκαμπανεβάσματα, τα διαδοχικά προβλήματα και τις λύσεις τους, τα ψυχολογικά αδιέξοδα, τα συναισθηματικά ξεσπάσματα και τις ατέλειωτες απογοητεύσεις στον δύσβατο δρόμο προς την κορυφή και τον θρίαμβο. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
-
- ο πόλεμος του λούκας
- renaud roche
- (and 8 more)