Search the Community
Showing results for tags 'ντέιβ τσίζολμ'.
-
Η βιογραφία του θρύλου της τζαζ παίζει με εντυπωσιακές εικόνες που χαρτογραφούν ακόμα και το πάθος και τον εσωτερικό του κόσμο. Το γκράφικ νόβελ «Μάιλς Ντέιβις – Αναζητώντας τον Ήχο» του Ντέιβ Τσίσολμ μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Οξύ, σε μετάφραση του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη. Είναι μια βιογραφία του μεγάλου θρύλου της τζαζ, που δεν περιορίζεται στην αφήγηση της ζωής του, αλλά παίζει με εντυπωσιακές εικόνες που χαρτογραφούν ακόμα και το πάθος και τον εσωτερικό του κόσμο. Ας ξεκινήσουμε με την ιδέα ότι πάντα και παντού η τζαζ σε ταξιδεύει εντελώς κινηματογραφικά στα περιβάλλοντα που θέλεις. Ας πούμε σε έναν απόμερο δρόμο, στη σιωπή μιας φεγγαρόφωτης νύχτας, κάπου στο Αρκάνσας το 1933. Ένα παιδί ακούει ένα παράξενο μπλουζ ν’ αναδύεται από τους βάλτους. Δεν είναι ήχος. Είναι όραμα. Το παιδί ονομάζεται Μάιλς Ντέιβις. Και κάπως έτσι ξεκινάει αυτή η ιστορία της ζωής του, προσαρμοσμένη σε λόγια του ίδιου του μεγάλου μουσικού από την αυτοβιογραφία του, άρθρα και συνεντεύξεις. Και κυρίως, στις ίδιες τις εικόνες που σχεδίαζε ο Μάιλς. Το άλμπουμ ξεκινά με τον πρόλογο του γιου του Μάιλς Ντέιβις, Έριν. Όταν ο πατέρας μου υπέστη εγκεφαλικό το 1982, παρέλυσε προσωρινά το δεξί του χέρι. Ο γιατρός τού συνέστησε να σκιτσάρει προκειμένου να αποκατασταθεί. Ο Μάιλς καταπιάστηκε μ’ αυτό και, μετά από ένα διάστημα, η ικανότητά του να εκφράζεται μέσα από τις ζωγραφιές του μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο. Προσηλώθηκε στο να σκιτσάρει με μολύβια, πένες και μαρκαδόρους και, με τον καιρό, γέμισε δεκάδες (ίσως εκατοντάδες) μπλοκ. Του άρεσε να ζωγραφίζει χορευτές, μουσικούς και άλογα – αλλά κυρίως χορεύτριες. Πιστεύω ότι η λεπταίσθητη δουλειά του με τα χρώματα έχει την προσωπική της ταυτότητα, που μιλάει στον θεατή όπως η τρομπέτα του και η μουσική του μιλάνε στον ακροατή. Συνέχισε κατόπιν να ζωγραφίζει με ακρυλικά σε μουσαμάδες ποικίλων μεγεθών, αλλά πιο πολύ του άρεσε να ζωγραφίζει σε γιγάντια ρολά μουσαμά χωρίς να τελαρώνει – μετά να τα κρεμάει στη σκάλα του δεύτερου πατώματος ώστε να τα βλέπει εκτεθειμένα από διαφορετικές γωνίες. Η ζωγραφική έγινε γι’ αυτόν τόσο σημαντική όσο και η μουσική, και άρχισε να πουλάει έργα του τόσο ιδιωτικά (στον Λάιονελ Ρίτσι, τον Κουίνσι Τζόουνς κ.ά.) όσο και σε ατομικές εκθέσεις σε αίθουσες τέχνης, αλλά και σε ομαδικές με άλλους μουσικούς όπως ο Τζον Μέλενκαμπ. Του άρεσε να επισκέπτεται τα ατελιέ άλλων καλλιτεχνών και να βλέπει τα έργα τους. Με πήρε μαζί του σε μερικές τέτοιες επισκέψεις ενόσω βρισκόμασταν για περιοδείες στην Ευρώπη, και πάντοτε με γοήτευε το πώς αλληλεπιδρούσε με τους καλλιτέχνες αυτούς – καθώς συζητούσε τη μείξη χρωμάτων και τις ποικίλες τεχνικές. Γνώρισα τον Ντέιβ Τσίσολμ από το γκράφικ νόβελ του “Chasin’ the Bird – Charlie Parker in California”. Δεν ήμουν βέβαιος πώς θα μπορούσαν να μεταφερθούν στον ΔΙΚΟ ΜΟΥ κόσμο των κόμικς και των γκράφικ νόβελ μορφές σαν τον Μπερντ και τον Μάιλς. Τέλος πάντων, δεν κράτησε για πολύ η αβεβαιότητά μου, μια και με κέρδισε με το παραπάνω το πώς προσέγγισε ο Ντέιβ την ιστορία του Μπερντ. Υπήρχε τέτοια ελευθερία σ’ αυτό το μέσο έκφρασης ώστε νιώσαμε (εμείς οι διαχειριστές της κληρονομιάς του Μάιλς) ότι η ιστορία του Μάιλς Ντέιβις μπορούσε να αποδοθεί μ’ έναν τέτοιο τρόπο από τον κύριο Τσίσολμ. Θα άρεσε πολύ στον Μάιλς να δει πώς είδε ο Ντέιβ το ταξίδι για την ανακάλυψη του προσωπικού του ήχου. Ξέρω καλά ότι θα είχε μεγάλη περιέργεια για το πώς αποδίδεται η ζωή του με τον μοναδικό τρόπο των γκράφικ νόβελ. Ο Ντέιβ, τόσο τρομπετίστας όσο και εικαστικός καλλιτέχνης, έδειξε μεγάλο ενθουσιασμό όταν βυθίστηκε στο μακρύ ταξίδι του Μάιλς. Από παιδί λάτρευα τα κόμικς. Τις ιστορίες, τα χρώματα, τη μυθοπλασία τους! Στον δρόμο για το σχολείο είχα πετύχει ένα κιόσκι που αντάλλασσε ένα κόμικ με μια συλλεκτική μεταλλική μάρκα λεωφορείου της Νέας Υόρκης. Εκείνο τον καιρό διάβαζα κυρίως Marvel και κάποια της DC, καλού κακού. Αργότερα, όταν πήγα στη Δυτική Ακτή για να μείνω με τον πατέρα μου στο ηλιόλουστο Μαλιμπού της Καλιφόρνια, ανακάλυψα τα γκράφικ νόβελ. Έτυχε ο πατέρας μου να έχει κάποια βιβλία του Τονίνο Λιμπερατόρε από τη σειρά RanXerox. Εντάξει, ήταν για γερά νεύρα (τουλάχιστον τότε, τη δεκαετία του 1980), αλλά ο Μάιλς δεν νοιαζόταν εν προκειμένω για το περιεχόμενο όσο για τις εντυπωσιακές εικόνες του Λιμπερατόρε. Φαντάσου τώρα έναν πιτσιρικά που έχει περιέργεια για τον Μάιλς ή που έχει ακουστά τον Μάιλς από κάπου, να ανακαλύπτει αυτό το νέο έργο του Ντέιβ Τσίσολμ… Να βλέπει την αναζήτηση του ήχου από τον Μάιλς όπως εικονογραφείται με όλα αυτά τα έντονα χρώματα και τις σκοτεινές σκιές. Και τι δεν θα ’χει να αποκομίσει! Έριν Ντέιβις, 2023 Η ιστορία του Mάιλς Ντέιβις Γεννημένος στο 1926 στο Ιλινόις, ο Mάιλς Ντιούι Ντέιβις III μεγάλωσε σε μια μεσοαστική οικογένεια. Από τις αρχές της εφηβείας του, η ενασχόλησή του με τη ζωντανή μουσική άρχισε να μεταμορφώνει το παιδί σε μύθο. Η είσοδός του στην μπίμποπ σκηνή της Νέας Υόρκης, όταν έγινε συνεργάτης του Τσάρλι Πάρκερ, ήταν το πρώτο του άλμα στη διαμόρφωση της τζαζ. Η καριέρα του υπήρξε τρικυμιώδης αλλά και γεμάτη φως (ίσως και όχι): από το «Birth of the Cool» και την κουλ τζαζ, στο κορυφαίο «Kind of Blue», ως την εκρηκτική fusion του «Bitches Brew». Ο Μάιλς Ντέιβις έζησε ακραία, καινοτόμα και σε αέναη αναζήτηση – και πέθανε το 1991, αφήνοντας πίσω του ήχους που κανείς ακόμη δεν έχει ερμηνεύσει πλήρως. Σαν σινεμά Ο Ντέιβ Τσίσολμ, μουσικός και εικονογράφος, είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για τη δουλειά. Ο ίδιος έχει διδακτορικό στην τζαζ τρομπέτα και έργα όπως το «Instrumental» και «Chasin’ the Bird» έχουν αποδείξει ότι ξέρει πώς να μεταφράζει τις νότες σε αφήγηση και πώς να κάνει έναν αυτοσχεδιασμό πλάνο σε καρέ. Η αφήγησή του στο «Mάιλς Ντέιβις» είναι μη γραμμική. Θυμίζει παρτιτούρες ή συνεχή ταξίδια στο παρελθόν μιλώντας για το τώρα, όπως σκέψεις του Μάιλς λίγο πριν πεθάνει. Η ιστορία ξετυλίγεται σαν συναυλία με ανάκατες στιγμές, ήχους, ιδέες και φαντασιώσεις. Από την κουλ τζαζ μέχρι τους αφρικανικούς πειραματισμούς και τον ηλεκτρικό ήχο της δεκαετίας του ’70, η ζωή του Μάιλς αποκτά το δικό της εικονογραφημένο σάουντρακ. Ορισμένες σελίδες λειτουργούν ως εικαστικές συνθέσεις – ένα κολάζ από μουσικά ρεύματα, εσωτερικά οράματα, ναρκωτικά, έρωτες και θυμό. Η τεχνική με μελάνι και υδατόχρωμα παραπέμπει άμεσα στο είδος του εξπρεσιονισμού, που ο ίδιος ο Μάιλς λάτρευε. Κι η εικονογράφηση είναι πραγματικά σαν μια ταινία τζαζ: κοφτερές σεκάνς, αφαιρετικά πάνελ με χρώματα που θυμίζουν εικονική εμπειρία LSD – ψυχεδέλεια, μπλε, μοβ και ηλεκτρικά κόκκινα εναλλάσσονται με το νουάρ της μπίμποπ περιόδου. Κάθε κεφάλαιο αλλάζει layout, σαν πέρασμα σε άλλη σκηνή σε κινηματογραφικό χρόνο ή σαν τοπία από τις ηχογραφήσεις του Ντέιβις. Ο Μάιλς Ντέιβις, όπως και ο Κολτρέιν, ο Μονκ, ο Μίνγκους, δεν ήθελε να «ανήκει» πουθενά. Ήθελε να σπάσει αυτό που υπήρχε, να βρει κάτι άλλο. Το έργο αυτό αποτελεί φόρο τιμής όχι μόνο σε έναν άνθρωπο, αλλά σε μια ολόκληρη αντίληψη για την τέχνη και την ελευθερία. Και το σχετικό link...
-
- 1
-
-
- μάιλς ντέιβις
- αναζητώντας τον ήχο
- (and 5 more)
-
Υπό άλλες συνθήκες, μπορεί να ήταν ένα ακόμη κόμικ που εκμεταλλεύεται τη δημοφιλία του μέσου – ή και την υποτιθέμενη ευχρηστία του – προκειμένου να αφηγηθεί ξανά μια λίγο-πολύ γνωστή ιστορία, με στόχο το ευρύ κοινό. Στην περίπτωση όμως του «Μάιλς Ντέιβις: Αναζητώντας τον ήχο» (εκδ. Οξύ, μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης), το όνομα του δημιουργού συνιστά διπλή εγγύηση: ο Ντέιβ Τσίζολμ έχει υπογράψει στο παρελθόν καλοδουλεμένα και επιτυχημένα γκράφικ νόβελ για τον Τσάρλι «Μπερντ» Πάρκερ και για τη δισκογραφική εταιρεία Blue Note. Δεν το έκανε ευκαιριακά: εκτός από εικονογράφος, ο Τσίζολμ είναι κάτοχος διδακτορικού στην τζαζ τρομπέτα: κάτι ξέρει από μουσική και για το πώς μπορεί κανείς να αφηγηθεί τη ζωή ενός σπουδαίου τζαζίστα μέσα από στατικές, άηχες εικόνες. Ένα στριπ από το «Μάιλς Ντέιβις: Αναζητώντας τον ήχο» (εκδ. Οξύ, μτφρ. Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης) του Ντέιβ Τσίζολμ. Η ίδια η ιστορία εξάλλου ξεκινάει από το 1982, όταν ο Μάιλς Ντέιβις (1926-1991) υπέστη εγκεφαλικό και ο γιατρός – αφού του απαγόρευσε αλκοόλ, τσιγάρο, ναρκωτικά, σεξ, αλλά και το φύσημα της τρομπέτας – του συνέστησε τη ζωγραφική, σαν συμπληρωματική μέθοδο αποκατάστασης του ημιπαράλυτου δεξιού χεριού του. Τον βλέπουμε να σκιτσάρει βαρυγκομώντας και να ανακαλεί μια μάλλον μεταφυσική αλλά σίγουρα διαμορφωτική εμπειρία που είχε ως μικρό παιδί μια νύχτα στο Αρκάνσας και η οποία τον έκανε να μαγευτεί από τη μουσική. Τα όσα ακολουθούν στο κόμικ αντλήθηκαν μεν από την αυτοβιογραφία του Ντέιβις («Μάιλς», εκδ. Σέλας) και από συνεντεύξεις του, ωστόσο, ειδικά για τους αμύητους, συνιστούν μια βουτιά στον πολύχρωμο (και ενίοτε σκοτεινό) βυθό του πολυσχιδούς έργου (και της ταραχώδους ζωής) ενός μεγάλου μουσικού του 20ου αιώνα. Υπάρχει εδώ η έλευση στη Νέα Υόρκη το 1944, με στόχο να παίξει μαζί με τους θρύλους Τσάρλι Πάρκερ και Ντίζι Γκιλέσπι, τους οποίους όμως άφησε πίσω του, καθώς το σκληρό μπίποπ ιδίωμά τους δεν ήταν όσο λεπταίσθητο ήθελε. Καταγράφεται η γνωριμία με τον περίφημο ενορχηστρωτή Γκιλ Έβανς, που είχε εκτιμήσει την προσήλωση του Ντέιβις στην «πιο σημαντική νότα κάθε συγχορδίας». Η κομβική εμφάνιση στο Φεστιβάλ του Νιούπορτ, οι αυτοσχεδιασμοί στο σάουντρακ του «Ασανσέρ για δολοφόνους» του Λουί Μαλ, η γνωριμία με τον σαξοφωνίστα Τζον Κολτρέιν και τον πιανίστα Μπιλ Έβανς, η συγκρότηση (και κατόπιν η διάλυση) των σχημάτων που θα κυκλοφορούσαν εμβληματικούς δίσκους όπως τα «Kind of Blue», «Sketches of Spain» και «Bitches Brew», οι φυλετικές διακρίσεις εις βάρος του Ντέιβις δεν λείπουν. Ούτε όμως και ο εθισμός του στην ηρωίνη (και έπειτα στην κοκαΐνη). Ούτε η ασταθής και ενίοτε σκληρή συμπεριφορά του προς τις συντρόφους και τα παιδιά του. Δικαιώνοντας πάντως τον τίτλο του, το «Μάιλς Ντέιβις: Αναζητώντας τον ήχο» (του οποίου τον πρόλογο υπογράφει ο γιος του μουσικού, Έριν Ντέιβις) αναφέρεται και στη διαμόρφωση του καλλιτεχνικού credo του τρομπετίστα. «Παίξτε σαν να έχετε μόλις ανακαλύψει την ίδια τη μουσική», λέει σε ένα καρέ, ενώ «προθερμαίνει» τους μουσικούς του «Bitches Brew». Σε μια πιο γνωστή ρήση του, παρατηρεί ότι «δεν είναι η νότα που παίζεις η λάθος νότα, είναι η νότα που παίζεις μετά που την κάνει σωστή ή λάθος». Και σε μια προσπάθεια να αποτυπώσει οπτικά τον ήχο του Ντέιβις και της τζαζ γενικά, ο δημιουργός του κόμικ, Ντέιβ Τσίζολμ, επιλέγει την εξής εικόνα: γεωμετρικά ή ακανόνιστα σχήματα, φωτεινά και παλλόμενα, που αναμειγνύονται ή κινούνται ελεύθερα, αλλά με αίσθηση και γούστο. Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
-
- εκδόσεις οξύ
- dave chisholm
- (and 5 more)