Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'εκδόσεις Polaris'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Dr Paingiver's blog
  • Valt's blog
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • GCF about comics
  • Vet in madness
  • Θέμα ελεύθερο
  • Film
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Γερμανίκεια
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Κομικσόκοσμος
  • The Unstable Geek

Categories

  • ΚΟΜΙΚΣ
    • ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
    • ΠΟΛΥΘΕΜΑΤΙΚΑ
    • ΤΕΥΧΗ
    • ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΣΑΡΩΣΕΙΣ
    • ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΟΜΙΚΣ
  • ΛΟΙΠΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΠΟΙΚΙΛΗΣ ΥΛΗΣ
    • ΕΝΘΕΤΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ
    • ΛΑΪΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
    • ΒΙΒΛΙΑ

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 18 results

  1. Γεννήθηκε στο Γαλάτσι, έχει ζήσει στη Λυών και στον Καναδά, τώρα μένει στην πλατεία Αμερικής. Είναι ένας από τους πιο ταλαντούχους σχεδιαστές κόμικ της νέας γενιάς. • Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Γαλάτσι, σε ένα περιβάλλον αρκετά μικροαστικό. Δεν υπήρχε η έννοια της τέχνης στο σπίτι, ήταν τελείως προσωπική μου ανάγκη. Ήταν έκφραση για μένα, από μικρός ζωγράφιζα τους τοίχους, έκοβα τις κουρτίνες, έψαχνα συνέχεια να κάνω κάτι δημιουργικό, αλλά δεν είχα και την καλύτερη ανταπόκριση. Σιγά-σιγά όμως, μέσα από αυτό βρήκα τον εαυτό μου και μέσα από τον εαυτό μου βρήκα την τέχνη. Κάπως έτσι εξελίχθηκε. • Από παιδί είχα διάφορες ανησυχίες, ήταν πολλά αυτά που με απασχολούσαν και σε πιο προσωπικό επίπεδο. Είχα τους φίλους μου, έκανα συνέχεια όνειρα, είχα μεγάλη φαντασία, στην εφηβεία με απασχολούσε η σεξουαλικότητά μου, η πολιτική. Πήγαινα στην Γκράβα, ανήκω στη γενιά του Αρσένη. Ήμουν στη Γ’ Γυμνασίου όταν έγιναν οι κινητοποιήσεις και τότε υπήρξε η πρώτη σπίθα για την πολιτική. Ήμουν πολύ μικρός για να καταλάβω πώς δουλεύουν το σύστημα και ο κόσμος, αλλά πήρα μία γεύση απ’ αυτό και από τότε δουλεύω ομαδικά, προσπαθώντας να παλέψω για κάτι, αποκτώντας πολιτική συνείδηση. • Ήθελα πάντα να γίνω ζωγράφος, αυτό έλεγα, χωρίς να ξέρω καν τι σημαίνει. Πάντα είχα όμως το φόβο που μου καλλιέργησαν οι γονείς μου για το «πώς θα ζήσεις; Εμείς δεν μπορούμε να βοηθάμε». Η μητέρα μου ασχολούνταν με τα οικιακά, καμιά φορά φύλαγε παιδιά, και ο πατέρας μου ήταν δημόσιος υπάλληλος, οπότε έπαιζε πάρα πολύ η τετράγωνη λογική να έχεις μια σταθερή δουλειά, να έχεις έναν σίγουρο μισθό, έτσι ώστε να μπορέσεις να ζήσεις τα παιδιά σου. Αυτό το μοτίβο, το οποίο με περιόρισε αρκετά, ειδικά στην εφηβεία, είχε ως αποτέλεσμα να απομακρυνθώ από το σχέδιο. Γι’ αυτό και όταν έδωσα Πανελλήνιες πέρασα στη Σχολή Συντήρησης Έργων Τέχνης. Ήταν κοντά στην τέχνη, αλλά δεν αφορούσε τη δημιουργία. Την έβγαλα τη σχολή, πήρα το πτυχίο, αλλά εκεί μέσα συνειδητοποίησα ότι δεν μου αρέσει να το κάνω αυτό, δεν θα ήθελα στα τριάντα μου να είμαι συντηρητής αλλά σχεδιαστής. Έτσι ξεκίνησα να κυνηγάω αυτό το όνειρο και ήταν η πρώτη φορά που είχα πραγματικά έναν στόχο, στα είκοσι δύο μου, γιατί δεν ήμουν ποτέ καλός μαθητής, δεν υπήρχε ποτέ το κίνητρο, για ποιον λόγο να κάτσεις να διαβάσεις πέρα από το να σπουδάσεις, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. • Ξεκίνησα να κάνω κάποια σεμινάρια κόμικς στο Μικρό Πολυτεχνείο και φάνηκε ότι το σχέδιό μου ήταν σε ένα αρκετά καλό επίπεδο, επειδή σχεδίαζα πολλά χρόνια αλλά χωρίς να ξέρω κιόλας, δεν σχεδίαζα ακαδημαϊκά. Ωστόσο ήταν η πρώτη μου επαφή με το κόμικ, να κάνω κάτι που στέκει και αφηγηματικά και σχεδιαστικά. Εκεί, στα είκοσί μου, άρχισα να βλέπω το σχέδιο σοβαρά. Έμαθα πραγματικά να σχεδιάζω στην τεχνική σχολή σχεδίου στη Γαλλία, όπου σε μαθαίνουν πώς να ζωγραφίζεις. Τα δύο πρώτα χρόνια μόνο ακαδημαϊκά, γυμνά μοντέλα, προτομές, σχεδίαση αντικειμένου, πώς να τοποθετείς το αντικείμενο στον τρισδιάστατο χώρο, αρχές προοπτικής, τα πάντα. Παράλληλα κάναμε και κόμικ, εικονογράφηση, κινούμενο σχέδιο, για να διαλέξουμε την κατεύθυνση που θέλαμε. Από αυτά τα τέσσερα χρόνια θυμάμαι μόνο τη σχολή, δεν υπήρχε ζωή παραδίπλα, και συνέχισε και εκτός σχολής αυτό το μοτίβο. Πριν φύγω για Γαλλία δούλευα στην εστίαση εφτά χρόνια, σεζόν σε νησιά κ.λ.π., κι έτσι μάζεψα και τα λεφτά για να φύγω. • Τελειώνοντας τη σχολή είχα αποφασίσει να μην ξαναδουλέψω σε άκυρη δουλειά, γιατί μου είχε βγει η πίστη όλα αυτά τα χρόνια, θα κυνηγούσα το σχέδιο όσο μπορούσα. Και βοήθησε το γεγονός ότι είχα πει «αν όχι αυτό, τίποτα» χωρίς να αφήσω άλλη επιλογή ‒ μέχρι τώρα λειτουργεί κάπως. Πάνε εφτά χρόνια που έχω τελειώσει τη σχολή και τα τελευταία ζω από αυτό, δεν μπορώ να πω άνετα, αλλά δεν ξέρω και αν θα ζήσω ποτέ άνετα απ’ το σχέδιο. • Ένας άνθρωπος που με επηρέασε πολύ ήταν ένας καθηγητής μου στη σχολή σχεδίου, ο Πασκάλ Ζαρκέτ, γλύπτης και εικονογράφος, ο οποίος φτιάχνει σκηνικά για τις μεγαλύτερες όπερες της Γαλλίας. Απίστευτος άνθρωπος, στάθηκε δίπλα μου από την αρχή όταν τα γαλλικά μου ήταν χάλια και δεν καταλάβαινα, και χρησιμοποιούσε τη γλώσσα του σώματος για να μου εξηγήσει τι ήθελε να κάνω, τι μου ζητάει σαν άσκηση. Θυμάμαι μια ατάκα που μου είχε πει και τη λέω κάθε φορά που με ρωτάνε για τη ζωγραφική: «Όταν δεν ζωγραφίζεις καλά, δεν σημαίνει ότι δεν έχεις ταλέντο, σημαίνει ότι απλώς δεν έχεις μάθει ακόμα να παρατηρείς». Αυτό το πράγμα μού έλυσε τα χέρια, γιατί το σχέδιο είναι πολύ προσωπική διαδικασία και είναι δύσκολο να βρεις τη γραμμή σου. Βασικά, σε βρίσκει αυτή, δεν τη βρίσκεις εσύ. Υπάρχει εκεί αυτό το πράγμα, το θέμα είναι να μάθει ο εγκέφαλος να δίνει την εντολή στο χέρι σου. Δεν πιστεύω στο ταλέντο, πιστεύω στην αντίληψη, και μετά, αν η αντίληψη κάποιου είναι καλύτερη από κάποιων άλλων, χρειάζεται καλλιέργεια, αλλιώς δεν γίνεται τίποτα. Τον έχω πάντα ορόσημο αυτόν τον άνθρωπο. • Η ασχολία μου με το σχέδιο ήταν από τα μεγαλύτερα ρίσκα που έχω πάρει στη ζωή μου. Και ακόμα ρίσκο είναι, δεν έχουν δρομολογηθεί τα πράγματα. Ήρθε μια στιγμή στη ζωή μου που συνειδητοποίησα ότι για να ζήσω πρέπει να δουλέψω, δεν έχω και άλλη επιλογή, τι δουλειά θα κάνω; Κι επέλεξα να κάνω κάτι εξαιρετικά δύσκολο, για το οποίο αναπόφευκτα πρέπει να θυσιάσω πράγματα, ωστόσο ξέρω ότι σηκώνομαι στις οχτώ το πρωί για να κάνω αυτό που γουστάρω. Κι αυτό είναι μεγάλη ικανοποίηση. Μπορεί να κάθομαι στο γραφείο όλη μέρα δουλεύοντας, πολλές φορές εφτά μέρες την εβδομάδα, να είμαι κομμάτια και να νιώθω ότι έχω πάει στη Νέα Υόρκη με τα πόδια από την κούραση, αλλά με καλύπτει. Θυσιάζεις πράγματα, την προσωπική σου ζωή, αλλά δεν έχω χόμπι, η διέξοδός μου είναι η δουλειά μου. Περνάω πολλές ώρες με τη δουλειά μου, δεν γίνεται να κάνω κάτι μου με θλίβει. Είναι ένα επάγγελμα όμως που θα έχει πάντα ρίσκο. • Επαγγελματικά σχεδιάζω από το 2012, όταν ήμουν ακόμα στη σχολή. Δούλεψα σε ένα πρότζεκτ κυρίως με χρώμα στη μεγαλύτερη τοιχογραφία του Moebius, αυτήν που έκανε στο Montrouge δίπλα στο Παρίσι. Του είχε παραγγείλει το δημαρχείο ένα τεράστιο έργο 170 τετραγωνικών μέτρων αλλά πέθανε πριν το τελειώσει, το 2012, και το τελείωσε η ανιψιά του που είχε σπουδάσει το στυλ του. Πήρα τη δουλειά μέσω μιας καθηγήτριάς μου που δούλευε στο πρότζεκτ. Ήμουν πολύ τυχερός, γιατί εκεί είδα ποια είναι η διαδικασία δουλεύοντας στο έργο ενός «θεού». Στη συνέχεια εκδόθηκε ένα παραμύθι που είχα γράψει κι έτσι είδα για πρώτη φορά τι σημαίνει «σχεδιάζω επαγγελματικά». Μετά τελείωσα τη σχολή και συνέχεια προέκυπταν πράγματα ‒ πρέπει να έστειλα πενήντα βιογραφικά σε περιοδικά και εφημερίδες γιατί με ενδιέφερε πολύ να δουλεύω κυρίως εκεί, έψαχνα τέτοιες δουλειές, το κόμικ προέκυψε λίγο αργότερα. • Η Γαλλία έχτισε όλη την αισθητική μου και την αντίληψή μου για την τέχνη. Έμαθα Ιστορία της Τέχνης. Πάντα με ενδιέφερε ο εικοστός αιώνας στην τέχνη, αλλά αυτό δεν μου δημιούργησε μια αισθητική, πηγαίνοντας στη σχολή κάπως μπήκαν σε μια σειρά οι γνώσεις που είχα από την Ιστορία της Τέχνης. Ο Egon Schiele για παράδειγμα γαλούχησε το στυλ μου, στα πρώτα έργα που έκανα αντέγραφα τα δικά του, τη γραμμή του, και αυτό το πράγμα εξελίχθηκε μόνο του, σιγά σιγά το σχέδιό μου έπαψε να τον θυμίζει. Η σχολή στη Γαλλία ήταν ένα παράθυρο στην τέχνη, στον κόσμο, ήταν απίστευτες επιρροές, είχα σημαντικούς καθηγητές που έβλεπες το έργο τους και έλεγες «οk, αυτό δεν το έχω ξαναδεί, αυτή η αισθητική δεν θα με τράβαγε ποτέ, αλλά κοίτα, έχει κάτι να σου δείξει». Η ιδέα των κόμικς στο μυαλό μου ήταν εντελώς διαφορετική, πολύ πιο τυποποιημένη πριν πάω εκεί. Και επέλεξα να πάω γιατί ήξερα ότι δεν θα με έβαζαν σε καλούπι. Σε καθοδηγούσαν και σε συμβούλευαν, και είναι πολύ σημαντικό αυτό. • Κάποια στιγμή δοκίμασα να ζήσω στον Καναδά επειδή έχω καναδική υπηκοότητα. Ο πατέρας μου ήταν μετανάστης εκεί δώδεκα χρόνια, έφυγε με το μεταναστευτικό κύμα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και πήρε την υπηκοότητα. Έτσι γεννήθηκα με καναδικό διαβατήριο και πήγα στον Καναδά επειδή θεώρησα ότι έπρεπε να εκμεταλλευτώ την πρόσβαση που δεν έχει ο καθένας. Το κυνηγούσα χρόνια να πάω αλλά τα τέσσερα πρώτα χρόνια στη Γαλλία οι γονείς μου ήταν άρρωστοι, οπότε γυρνούσα Ελλάδα μόνο γι’ αυτόν τον λόγο, για να τους δω και να χαρούνε. Μετά πέθαναν και οι δύο και είχα την ελευθερία να πάω να δω τι γίνεται εκεί. Έγινε αργά στη ζωή μου όμως και το ταξίδι ήταν αποτυχία, αλλά έμαθα πολλά πράγματα για τον εαυτό μου στον Καναδά. Πάντα είχα αυτό το ρομαντικό στο μυαλό μου, ότι μέχρι να πεθάνεις πρέπει να έχεις πάει παντού, και όχι μόνο ως επισκέπτης, πρέπει να έχεις ζήσει για καιρό σε διάφορες χώρες και πόλεις για να δεις τις κουλτούρες. Είχα ξεχάσει όμως τον παράγοντα «άνθρωπος», και φτάνοντας στον Καναδά συνειδητοποίησα ότι μου έλειπαν οι φίλοι μου. Είδα ότι το Αθήνα ‒ Λυών ήταν πιο εύκολο ταξίδι, ενώ το Καναδάς ‒ Αθήνα ή Καναδάς ‒ Λυών έπρεπε να το κανονίσεις πέντε μήνες πριν και να έχεις μαζέψει και λεφτά μόνο για τα εισιτήρια. • Στην κουλτούρα δεν αισθάνθηκα και μεγάλες διαφορές, αλλά πολιτικά ο καπιταλισμός γεννήθηκε εκεί, δεν είχαν ποτέ κάποιο άλλο σύστημα και τον είδα να παρεισφρέει στις ανθρώπινες σχέσεις. Έπαιζε πάρα πολύ πάρε-δώσε, για να σου δώσω πρέπει να μου δώσεις, μέχρι και στα διαπροσωπικά. Φρίκαρα με αυτό πάρα πολύ. Και μετά ήταν το κωλόκρυο. Δεν είμαι του καλοκαιριού, το προτιμώ το κρύο γιατί μπορείς να προφυλαχτείς, αλλά εκεί ήταν ακραία η κατάσταση, περίμενα να τελειώσουν όλες οι προμήθειες που είχα στο σπίτι για να βγω να πάω σούπερ-μάρκετ και ένιωθα ότι αν έβγαινα θα πονούσα. Ήταν πολύ δύσκολο. Ήμουν τριάντα δύο χρονών και συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να τα κάνω όλα από την αρχή, π.χ. να κάνω φίλους κι αυτό ήταν πολύ δύσκολο, γιατί σε αυτή την ηλικία ξέρεις πλέον τι ανθρώπους θέλεις να έχεις γύρω σου. Είναι διαφορετικά στα είκοσι πέντε σου που ακόμα μαθαίνεις. Κατάλαβα ότι δεν θέλω να κάνω καινούργιους φίλους, γιατί ήξερα ότι για να γίνεις κολλητός με κάποιον άνθρωπο πρέπει να περάσουν δυο-τρία χρόνια για να έρθεις αβίαστα κοντά του κι εγώ δεν θα ήθελα να σπαταλήσω τόσο χρόνο. Γι’ αυτό γύρισα. Είχα στο μυαλό μου τον Καναδά ως τη γη της επαγγελίας και χάρηκα που πήγα, γιατί αν δεν πήγαινα δεν θα ήξερα ποτέ πώς είναι. Έμαθα κάποια πράγματα για τον εαυτό μου, αναδιοργάνωσα κάποιες εντυπώσεις που είχα για μένα και έμαθα πως δεν είμαι όπως πίστευα, αλλά that ’s fine, δεν υπάρχει πρόβλημα. • Τώρα επιστρέφω στην Αθήνα γιατί ένιωσα ότι έκανε τον κύκλο της η Λυών. Σκεφτόμουν να πάω στο Βερολίνο γιατί έχω φίλους εκεί, αλλά δεν είχα το κουράγιο για άλλο ξεκίνημα. Δεν μιλάω γερμανικά και δεν θέλω να μπω στη διαδικασία να τα μάθω από την αρχή όπως τα γαλλικά. Εκτός αυτού δεν ερχόμουν καθόλου Ελλάδα, ήρθα το 2018 όταν βγήκε ο Ζητιάνος και για πρώτη φορά μετά από χρόνια έμεινα στην Αθήνα για δύο μήνες. Και συνειδητοποίησα πόσο πιο εύκολη είναι η ανθρώπινη επαφή εδώ, από το να φλερτάρεις στη γλώσσα σου μέχρι να μιλήσεις πολιτικά, είχα ξεχάσει την αμεσότητα και μου έλειπε, γιατί τόσα χρόνια είχα μπει στη γαλλική νόρμα. Είχα ξεχάσει πόσο ωραίο είναι να επικοινωνείς στη γλώσσα σου. Έτσι μπήκε στο μυαλό μου η επιστροφή. Επίσης για τα επόμενα δύο χρόνια έχω δουλειά, έχω κάποια συμβόλαια για graphic novels, δηλαδή έχω μια στασιμότητα που δεν την είχα ποτέ μου όσον αφορά στο οικονομικό. Επειδή έχω τάσεις φυγής, έχω πει ότι θα μείνω δύο χρόνια στην Αθήνα και μετά θα δούμε, αν φρίξω θα πάω αλλού. Αλλά προς το παρόν ήταν πολύ συνειδητή απόφαση. • Έχω κάνει τρία graphic novels, τον Ζητιάνο του Καρκαβίτσα, τα Γυμνά Οστά με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο και το Ceux du Chambon που κυκλοφόρησε μόλις στη Γαλλία, με την αληθινή ιστορία του Étienne Weil, ενός αγοριού που είναι Εβραίος και η ζωή του, όπως και της οικογένειάς του, ανατρέπεται από τον πόλεμο και την κατοχή στη Γαλλία κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έχω σχεδιάσει το Tout nu et tout bronzé ‒ Généalogie de la piscine du Rhône, ένα δεκασέλιδο ένθετο για την ιστορική πισίνα του ποταμού Rhône στη Λυών και έχω συμμετάσχει και σε διάφορες ομαδικές δουλειές: στο Guide de Paris en bandes dessinées (Éditions Ρetit à Ρetit), δεκαπέντε μικρές αληθινές ιστορίες στις γειτονιές του Παρισιού που έχτισαν την πόλη όπως την ξέρουμε σήμερα και στο Histoires incroyables du timbre en BD (Éditions Ρetit à Ρetit), δεκαπέντε ιστορίες που μιλούν για τα σημαντικότερα γραμματόσημα και για την ιστορική τους αξία. • Έχει ανέβει πολύ το επίπεδο του graphic novel στην Ελλάδα κι αυτό που είδαμε να γίνεται στο Comicdom Con φέτος ήταν μαγικό. Θα έλεγα όμως ότι μου άρεσε ακόμη περισσότερο το comic festival στην πλατεία Κυψέλης γιατί ήταν πολύ πιο «οικογενειακό». Ήταν όλα τα τραπέζια μαζί, απίστευτα πολύς κόσμος, απίστευτη ανταπόκριση. Έφυγα πολύ χαρούμενος από αυτό. Το καλό είναι ότι αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα ασχολούνται και φέρνουν περισσότερες ξένες εκδόσεις, όχι μόνο Marvel και αμερικανικό κόμικ αλλά και ευρωπαϊκό από Γαλλία, Ιταλία, και όλο αυτό εισχωρεί στην ελληνική κουλτούρα του κόμικ. • Αυτό που έχει σημασία είναι η κουλτούρα του κόμικ να μη μείνει μόνο στα graphic novels αλλά να διεισδύσει και σε άλλα μέσα, από την εκπαίδευση μέχρι τη διαφήμιση, για να καταλάβει ο κόσμος ότι είναι ένα μέσο επικοινωνίας, όπως είναι ένα βιντεάκι που θα κάνεις για μια διαφήμιση ή ένα μουσικό σποτ. Στη Γαλλία ο κόσμος αγοράζει κόμικ όπως αγοράζει λογοτεχνία και το βλέπεις παντού, στην εκπαίδευση, στα βιβλία, σε κοινωνικές και διαφημιστικές καμπάνιες, χρησιμοποιείται για να εξηγήσει κάτι, που είναι λίγο πιο fun. Εντυπωσιάστηκα που το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ανέθεσε στον Γούση, στη Ζάχαρη και στον Pan Pan να φτιάξουν ένα κόμικ για την 60ή επέτειό του. Αυτός είναι ο τρόπος για να περάσει σε όλους και βλέπεις ότι είναι σοβαρή δουλειά, κάτι ξεκάθαρα καλλιτεχνικό, όχι παιδικό. • Τα παιδιά του Comicdom Con δίνουν βραβεία, δεν υπάρχει χρηματικό έπαθλο, έτσι και υπήρχε μια χρηματοδότηση για να δίνει μεγαλύτερο κίνητρο θα άλλαζαν πολλά πράγματα. Στην Angoulême π.χ., που είναι το μεγαλύτερο φεστιβάλ κόμικς της Ευρώπης, δίνουν καμιά δεκαριά βραβεία, χρηματικά έπαθλα, τα οποία σε βοηθούν ουσιαστικά να συνεχίσεις το έργο σου. Το κράτος εκεί δίνει πολλά λεφτά σε όλα τα φεστιβάλ κόμικς που γίνονται στη Γαλλία γιατί είναι μια ευκαιρία να σχετιστεί με τον νεαρόκοσμο. Στη Λυών όπου ζούσα, είδα τι κρεσέντο παίζει από τον κόσμο που ρέει στην οργάνωση τέτοιων φεστιβάλ. Και αν πληρώνεις τον δημιουργό και δίνεις και κίνητρα στους εκδοτικούς να βγάλουν ποιοτικά πράγματα ανεβαίνει το επίπεδο. Ένα βραβείο είναι τιμή έτσι κι αλλιώς, αλλά εδώ δεν σου προσφέρει τίποτα πέρα απ’ αυτό. Είναι μια αναγνώριση ότι αυτό που κάνω κάπως αξίζει, αλλά επί του πρακτέου, το μεγαλύτερο πρόβλημα ειδικά στη δική μας δουλειά είναι το οικονομικό. Και εκεί πρέπει να βοηθηθεί η φάση, να ζήσουμε εμείς και να επιζήσει και αυτή η δουλειά. Δυστυχώς ή ευτυχώς, that’s life. Σε αυτή την κοινωνία ζούμε, που πρέπει να πληρώσεις για να ζήσεις. • Η αντιμετώπιση της δουλειάς μας ως δουλειάς, ως εργατοώρας, είναι πολύ κακή. Μπορεί όσα σου πω ότι χρεώνω τη σελίδα να σου φανούν πολλά, αλλά για να κάνω αυτήν τη σελίδα έχω κάνει έρευνα, storyboard, έχω χρησιμοποιήσει μελάνια, χρώμα. Εσύ βλέπεις ένα χαρτί. Η μεγαλύτερη δυσκολία είναι αυτή, το ντιλ που θα κάνεις τον X εκδότη, με τον X συντάκτη, διευθυντή. Και δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα αυτό. Στη Γαλλία το 60% των σχεδιαστών κόμικ ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. • Ο πιο μεγάλος μου φόβος είναι μην πάθω Αλτσχάιμερ και να τα ξεχάσω όλα. Από Αλτσχάιμερ έχασα και τον πατέρα μου, οπότε έζησα όλη αυτήν τη διαδικασία της φθοράς της νόησης κι αυτό μου άφησε ένα τραύμα, είναι να μην ξεχάσω όσα έχω ζήσει. Ό,τι κάνεις, το κάνεις για να βιώσεις τη στιγμή και να ’χεις μετά να τη θυμάσαι. Και το Αλτσχάιμερ σου παίρνει τη μισή ζωή, που είναι οι αναμνήσεις σου. • Η ζωή μού έχει μάθει ότι τίποτα δεν κρατάει για πάντα. Και ότι πρέπει να έχεις λίγο συναίσθηση του τέλους όταν έρχεται, και να το δέχεσαι ή να δίνεις το τέλος όταν πρέπει να το δώσεις. Τα Γυμνά Οστά και ο Ζητιάνος κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Polaris. www.instagram.com/kanelloscob Και το σχετικό link...
  2. Ο Τίτος, ένας έφηβος από την Αθήνα, ζει ακόμη ένα Πάσχα στο χωριό ίδιο κι απαράλλαχτο όπως κάθε χρόνο. Αλλά αυτήν τη φορά, με τους φίλους του, παίρνουν μια πολύ σοβαρή απόφαση: να μη γυρίσουν στην Αθήνα αν δεν γίνει επιτέλους αυτό το κάτι. Βιώνουν τις δικές τους «Μέρες Λατρείας», βουτώντας στα νερά των πρώτων εφηβικών ερώτων, αυτών που ζεις μόνο για μία φορά. Και οι ήρωές μας δεν βουτάνε απλά, σκάνε με πάθος επάνω τους κάνοντας πάταγο. O Pan Pan / Παναγιώτης Πανταζής («Στα Μυστικά του Βάλτου») και Γιώργος Γούσης («Ερωτόκριτος», «Ληστές») δημιουργούν μια γλυκόπικρη και χιουμοριστική ιστορία με αληθινούς, σύγχρονους εφηβικούς χαρακτήρες σε ένα εξαιρετικά καλοφτιαγμένο graphic novel που κάνει την πρεμιέρα του στο Φεστιβάλ ComicDom Con 2021. – Πότε ξεκινήσατε να φτιάχνετε τις «Μέρες Λατρείας»; Το 2019, όταν στο περιοδικό για κόμικ «Μπλε Κομήτης», με το οποίο συνεργαζόμασταν σε διαφορετικά πόστα και οι δύο, ξεκίνησαν διάφορες σειρές, δηλαδή κόμικς που θα δημοσιευόταν σε συνέχειες σε κάθε νέο τεύχος. Μια από αυτές ήταν και το «Μέρες Λατρείας», που θα είχε τα χαρακτηριστικά της εφηβικής χιουμοριστικής ιστορίας. Είχαμε ξανασυζητήσει μεταξύ μας στο παρελθόν την ιδέα μιας ερωτικής εφηβικής ιστορίας με φόντο το, κλασικό για πολλούς Έλληνες, Πάσχα στο χωριό και θεωρήσαμε πως ήταν καλή ευκαιρία να το κάνουμε. – Τι σας έδωσε την ιδέα να φτιάξετε τον Τίτο και τις περιπέτειές του; Οι εφηβείες μας και οι εμπειρίες μας από το Ελληνικό Πάσχα και την κορύφωση του θείου δράματος που ζούσαμε κάθε χρόνο, όντας κάθε χρόνο κρυφά ερωτευμένοι με την ίδια έφηβη συγχωριανή μας. Ενώσαμε τα τοπία από τις διαφορετικές καταγωγές μας (ο ένας βουνό, ο άλλος νησί), τις διάφορες ιστορίες που είχαμε ακούσει από «έναν φίλο στο χωριό που δεν τον ξέρεις» και μαζί με διάφορες ιδέες που μας ήρθαν στην πορεία της συγγραφής, προέκυψαν όλοι οι χαρακτήρες και οι καταστάσεις του κόμικ. Μόνο το όνομα Τίτος δεν θυμόμαστε από πού μας ήρθε, αλλά νομίζουμε ότι ταιριάζει αρκετά στον ντροπαλό ερωτιάρη «χυλοπιτάκια» ήρωα που έχουμε φτιάξει. Άλλο τόσο πιστεύουμε ότι ταιριάζει και το Μάγδα στην αγέρωχη μελλοντική αρχιτεκτόνισσα που είναι η συγχωριανή της ιστορίας μας. – Πόσο διαφορετική είναι η ιστορία που κυκλοφορεί τώρα από αυτή που ξεκινάτε στον «Μπλε Κομήτη»; Καθόλου διαφορετική, είναι απλώς ολοκληρωμένη. Καθώς ο «Μπλε Κομήτης» σταμάτησε να κυκλοφορεί ενώ το «Μέρες Λατρείας» δεν είχε προλάβει να δημοσιευτεί ολόκληρο ως ιστορία, οι εκδόσεις Polaris μας ανακοίνωσαν με χαρά πως θα ήταν διατεθειμένοι, αν το ολοκληρώσουμε, να το κυκλοφορήσουν αυτόνομα πια ως graphic novel. Συμφωνήσαμε και κάπως έτσι φτάσαμε στην τωρινή έκδοση, με μια μικρή καθυστέρηση λόγω πανδημίας. – Πείτε μου με λίγα λόγια για όσα γίνονται στο κόμικ. O Tίτος πάει μαζί με τον πατέρα του στο χωριό για διακοπές: Μεγάλη Πέμπτη με Τρίτη του Πάσχα. Η μητέρα του δεν είναι μαζί τους αυτήν τη χρονιά και καταλαβαίνουμε ότι οι γονείς του περνάνε μια κρίση στη σχέση τους. Στο χωριό ξανασμίγει όπως κάθε χρόνο με τους φίλους του, τον Γιώργο και την Κορίνα. Όμως φέτος κάτι έχει αλλάξει στην ατμόσφαιρα, τελείωσαν τα ψέματα: ο 15χρονος Τίτος έχει αποφασίσει ότι δεν γυρίζει στην Αθήνα «αν δεν γίνει κάτι» με τη δύο χρόνια μεγαλύτερή του Μάγδα, στην οποία προσπαθούσε να μιλήσει το Πάσχα και των προηγούμενων τριών χρόνων. Έτσι, τον παρακολουθούμε να προσπαθεί να αναρριχηθεί στην τροφική αλυσίδα της νεολαίας του χωριού εντός πολύ στενών χρονικών περιθωρίων, τη στιγμή που η Μάγδα έχει τις Πανελλήνιες να την περιμένουν σε τρεις μήνες. Η σκηνή αυτής της περφόρμανς του Τίτου είναι το χωριό, είναι τα έθιμα του Πάσχα, είναι οι θείοι που σε ταΐζουν σημεία του αρνιού που δεν θα σκεφτόσουν ποτέ να φας και οι γιαγιάδες που κάνουν αδιάκριτες ερωτήσεις. Και κάπως έτσι τα παιδιά ζουν εκείνες τις λίγες μέρες των διακοπών με ένταση που ταιριάζει στις πιο σημαντικές μέρες της ζωή τους – ως τις επόμενες. – Σε τι κοινό απευθύνεται; Είναι μια ποπ δουλειά με πολύ χρώμα, υπάρχει εφηβικό κοινό που ασχολείται με κόμικς; Φτιάχνουμε ιστορίες που μπορεί να τις διαβάσει και να συνδεθεί οποιοσδήποτε. Το κοινό των κόμικς είναι πιστό και ενθουσιώδες, αλλά στην Ελλάδα είναι μικρό σε αριθμό. Με κάθε νέα μας δουλειά προσπαθούμε να δημιουργούμε κι άλλους φαν αυτής της τέχνης. Το χρώμα σε αυτό είναι όντως ποπ, αυτό ταίριαζε σε αυτή την ιστορία. Σε άλλες ιστορίες μας ταιριάζουν άλλες παλέτες. – Πώς είναι να δουλεύετε μαζί; Έχει πλάκα και επίσης είναι αποτελεσματικό. Οι φορές που έχει συμβεί με credit σε κόμικς (Lynch, Φεστιβάλ, Ερωτόκριτος, Μπλε Κομήτης κ.ά.) είναι λίγες σε σχέση με το πόσες φορές ο ένας ζητάει τη γνώμη ή τη βοήθεια του άλλου. Επίσης έχουμε δουλέψει και σε άλλους τομείς που ο ένας έφερε κάτι δικό του στη δουλειά του άλλου (κινηματογράφος, μουσική, logo design κ.ά.) – Πού θα σας βρει όποιος ενδιαφέρεται για αυτόγραφο και για να ρωτήσει τις απορίες του για τις «Μέρες Λατρείας»; Παρασκευή με Κυριακή, 10:00 με 21:00, στην πλατεία Κλαυθμώνος. Πότε στο περίπτερο των εκδόσεων Polaris και πότε στο artist alley στο τραπέζι με Πανταζή/Ζάχαρη/Στεργίου. Άλλα 12 κόμικς που αξίζει να αναζητήσει κανείς στο φετινό ComicDom Con από τις πρόσφατες και νέες κυκλοφορίες – ιδιαίτερη προσοχή αξίζουν και οι αυτοεκδόσεις, όπου μπορεί να βρει κανείς κάθε χρονιά διαμαντάκια: — Γυμνά Οστά, Δημοσθένης Παπαμάρκος/Kanellos Cob — Ληστές, Γιώργος Γούσης/Γιάννης Ράγκος — Equidistance, Ντέννις Γιατράς/Αύγουστος Κανάκης — Πείνα η Απηνής, Δήμητρα Νικολαΐδη — Ψυχαλάστρας, Τρίτο σεμινάριο, Πανάγος — Τσοντοκόμικ 2, Ανθολογία με γυναίκες δημιουργούς — Σπαζοραχούλα ή το Μάτι της Μέδουσας, Στηβ Στιβακτής/Έλενα Γώγου — Φθινόπωρο, Κατερίνα Μαραμβελιωτάκη — Μυστήρια Πράγματα, Θανάσης Πετρόπουλος — 1800, Θανάσης Καραμπάλιος (η συνέχεια της saga) — Mυθομάχος, Γιάννης Ρουμπούλιας — Διακοπές στην Ακτή, Ευάγγελος Ανδρουτσόπουλος Και το σχετικό link...
  3. Με φόντο ένα μετα-αποκαλυπτικό σκηνικό, με τη Γη ρημαγμένη ύστερα από απανωτούς πολέμους και λιγοστούς επιζώντες να περιφέρονται αναζητώντας τροφή, οι Δημοσθένης Παπαμάρκος και Kanellos Cob φιλοσοφούν για την τεχνητή νοημοσύνη και τη σχέση ανθρώπου και μηχανής. Αντί προλόγου στα «Γυμνά Οστά» (εκδόσεις Polaris, 128 σελίδες), οι Δημοσθένης Παπαμάρκος (σενάριο) και Kanellos Cob (σχέδια) επιλέγουν να παραθέσουν τους τρεις «Νόμους της Ρομποτικής» των Ισαάκ Ασίμοφ και Τζον Κάμπελ οι οποίοι είναι: 1ος: Κανένα ρομπότ δεν θα προξενήσει βλάβη σε ανθρώπινο ον είτε με πρόθεση είτε από αδράνεια. 2ος: Το ρομπότ οφείλει να πειθαρχεί στις εντολές που δίνονται από ανθρώπινα όντα, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αυτές οι εντολές αντιβαίνουν τον Πρώτο Νόμο. 3ος: Το ρομπότ οφείλει να προφυλάσσει τη σωματική και διανοητική του ακεραιότητα, εφόσον μια τέτοια ενέργεια δεν αντιβαίνει στον Πρώτο και τον Δεύτερο Νόμο. Όταν στο πλαίσιο της επιστημονικής φαντασίας διατυπώνονταν αυτοί οι «νόμοι» το μακρινό 1940, η τεχνητή νοημοσύνη και η ρομποτική βρίσκονταν ακόμα στο στάδιο της σκέψης και της πρόβλεψης φωτεινών μυαλών με ορίζοντα κάποιο μακρινό μέλλον. Αυτό το μέλλον έχει γίνει πια παρόν και στα «Γυμνά Οστά» αποτελεί ένα μακρινό, ρομαντικό και γεμάτο ελπίδα παρελθόν που θάφτηκε κάτω από τη φιλοδοξία του ανθρώπου να παίξει τον ρόλο του Θεού. Οι post-human studies αποτελούν εδώ και καιρό ένα διακριτό επιστημονικό πεδίο στο πλαίσιο των ανθρωπιστικών σπουδών και της φιλοσοφίας, ενώ τα θέματα που αναπτύσσονται πάνω σε αυτήν την προβληματική απασχολούν ολοένα και πιο εντατικά τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, τις τηλεοπτικές σειρές, τα κόμικς. Αυτή την έννοια του μετα-ανθρώπου σε ένα τεχνολογικό περιβάλλον όπου η «σκεπτόμενη» μηχανή κατακτά όλο και μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης πρωτοβουλίας και δραστηριότητας, πραγματεύονται οι Παπαμάρκος και Cob σε ένα υπέροχο βιβλίο περί της οντολογίας και της φύσης του ανθρώπου. Ένα βιβλίο που ξεκινά με τα ερείπια του ανθρώπινου πολιτισμού, με ιωνικές κολόνες και ανεξήγητες τοιχογραφίες μελλοντικών πίστεων και πεποιθήσεων να αποτελούν διαστρωματώσεις απανωτών και διαδοχικών πολέμων που ατάκτως στοιβάζονται η μία πάνω στην άλλη, χωρίς να μπορείς να διακρίνεις ποια προηγήθηκε, ποια ακολούθησε, ποια επικράτησε. Και ποια ήταν η τελευταία πριν από την οριστική και αμετάκλητη καταστροφή. Ένας κένταυρος με μυτερά-κωνικά πόδια και πρισματικό κεφάλι (ως σύμβολο λατρείας ή σπουδή εκκεντρικότητας;), φουτουριστικά γκράφιτι που δεν βγάζουν νόημα με βάση τις σύγχρονες προσλαμβάνουσες αλλά θα μπορούσαν να αποτελούν τα υλικά τεκμήρια μελλοντικών πολιτισμών, μια εικόνα του David Bowie από το Aladdin Sane πάνω σε έναν μισογκρεμισμένο τοίχο, η Πύλη των Λεόντων ως ένα μετα-μεταμοντέρνο αρχιτεκτόνημα, αποτέλεσμα πολλαπλών μιμήσεων και επιστροφών σε ένα μετα-παρελθόν, αποδεικνύουν μια απροσδόκητη (και εν μέρει ακατανόητη) εξέλιξη που οδήγησε τα πράγματα στο Τέλος. Στα ερείπια αυτών των πολιτισμών, οι ελάχιστοι άνθρωποι έχουν την ανάγκη των ρομπότ για να επιβιώσουν. Και ταυτόχρονα, τα ρομπότ χρειάζονται τους ανθρώπους. Άνθρωπος και μηχανή έχουν συνάψει ατύπως μια συμβιωτική σχέση αμοιβαίου συμφέροντος. Και οι δυο χρειάζονται ενέργεια. Και οι δυο έχουν αναπτυγμένο το ένστικτο της επιβίωσης. Και οι δυο «ζουν» σε ένα απολύτως εχθρικό περιβάλλον. Αλλά η μηχανή κατατρώει τον άνθρωπο, του αποστερεί κάθε ανθρώπινη διάσταση και τον μετατρέπει σε οργανική πηγή ζωτικότητας για την ίδια. Και το χειρότερο είναι πως αυτό συνέβη κατ’ επιλογή του ανθρώπου. Όπως περιγράφει και ο πραγματιστής πρωταγωνιστής των «Γυμνών Οστών»: «Δεν υπάρχει τίποτα πιο φριχτό από το να βρεθείς μέσα σε μια τέτοια μηχανή. Δεν νεκρώνουν τις εγκεφαλικές σου λειτουργίες πριν αρχίσουν να τρέφονται. Ίσα ίσα, θέλουν να διατηρείς τις αισθήσεις σου καθ’ όλη τη διάρκεια. Για μέρες, ίσως και μήνες ανάλογα με τις αντοχές σου. Γιατί, εκτός από ενέργεια, αποζητούν εξίσου έναν νέο εταίρο, μια σύνδεση με μια ανθρώπινη συνείδηση». Και λίγο παρακάτω: «Τίποτε ανθρώπινο δεν μπορεί να επιβιώσει μέσα σε μια τέτοια μηχανή. Από τη στιγμή που γίνει η σύζευξη, η συνείδησή της κυριεύει ολοκληρωτικά αυτή του θύματός της. Κάθε σκέψη, κάθε ανάμνηση κατασπαράζεται, ώσπου στο τέλος το μόνο που απομένει είναι η παράφρων, ζωώδης νοημοσύνη της μηχανής, που ψάχνει το επόμενο θύμα της». Σύμφωνα με το σενάριο, ένας επιζών και ένα ρομπότ περιπλανώνται ανάμεσα στα χαλάσματα, αποφεύγοντας τα ισχυρότερα ρομπότ και αναζητώντας ανθρώπους για τροφή την ώρα που η πανταχού παρούσα ραδιενέργεια προσβάλλει κάθε μορφή ζωής. Μια γυναίκα από έναν μακρινό πλανήτη που ακμάζει (προϊόν ενός παλαιότερου εποικισμού;) έρχεται στη Γη για να μελετήσει τις αιτίες που οδήγησαν στον αφανισμό του ανθρώπινου είδους. Παρά τις επιφυλάξεις όλων, το αμοιβαίο συμφέρον θα επικρατήσει και όλοι μαζί θα συνεχίσουν την περιπλάνηση με στόχο την επιβίωση και την ανακάλυψη. Η γυναίκα, ξένη, επισκέπτρια, αφ’ υψηλού και υπό το πέπλο της ασφάλειας θα κατηγορήσει τον άντρα για την «αποκτήνωσή» του. Αυτός θα επικαλεστεί την επιβίωση και την απανθρωποποίηση των «ζωντανών». «Οι σοφιστείες σου είναι τρομακτικές», τον κατηγορεί αυτή. «Η άγνοιά σου τρομακτικότερη. Μπερδεύεις τις πεποιθήσεις σου με την αλήθεια. Σκέφτεσαι σαν οπαδός θρησκείας. Λατρεύεις την εικόνα του ανθρώπου με τον ίδιο τρόπο που οι πρωτόγονοι λάτρευαν κάποτε τα είδωλα. Η προσήλωσή σου σε αυτή σε εμποδίζει να δεις. Σε αντίθεση με σένα, εγώ γνωρίζω το είδος μου ενώ εσύ μόνο την εικόνα του», την αποστομώνει. Και μαζί καταγγέλλει την ανθρώπινη κατάσταση: «Οι μηχανές, ακόμα και μετά από όλα αυτά τα χρόνια, είναι ανίκανες να συναγωνιστούν την ανθρωπότητα στην ευχέρειά της για αδικαιολόγητη βία. Δεν είναι στη φύση τους, σε αντίθεση με μας». Τα «Γυμνά Οστά» είναι ένα βιβλίο γεμάτο σκληρότητα και βία. Ένα βιβλίο για ένα ασαφές «μετά». Το μόνο όμως που το καθιστά ασαφές είναι η έλευσή του, όχι το περιεχόμενο και η κατάληξή του. Είναι όμως και ένα βιβλίο συναρπαστικό λόγω της μεστής αφήγησης του Παπαμάρκου και των εντυπωσιακών εικόνων τού Cob. Στον νου φέρνει όλη τη γενεαλογία του είδους, από τον «Φρανκενστάιν» και τον άνθρωπο-Θεό και Προμηθέα συνάμα μέχρι το «Existenz» του Κρόνενμπεργκ με την εικονική πραγματικότητα και τα οργανικής φύσης όπλα, και από τα αλλόκοτα πλάσματα του Druillet ή του Caza και τη δαιδαλώδη αρχιτεκτονική των Schuiten – Peeters μέχρι τα υβρίδια οργανικής και ανόργανης ύλης του πρόσφατου «Extinction». Με συνειδητές ή υποσυνείδητες τέτοιες επιρροές, οι Παπαμάρκος και Cob δεν παραμένουν στο επίπεδο των επιτυχημένων «tributes», αλλά προσθέτουν πολλές δικές τους πρωτότυπες εικόνες που θα αποτελούν ενδεχομένως μελλοντικές αναφορές άλλων καλλιτεχνών: τα σύμβολα των τεσσάρων Ευαγγελιστών (λιοντάρι, μόσχος, αετός και άνθρωπος) αλλά με τον άνθρωπο να είναι γυναίκα και όχι άντρας, τα ανθρωπόμορφα gargoyles που είναι πιο εφιαλτικά από αυτά με δαιμονικές φιγούρες, τα δέντρα από τα οποία ξεπηδούν ανθρώπινα μέλη (ή το αντίθετο;), οι αρχαιοελληνικοί ναοί που περιέργως δεν έχουν γκρεμιστεί, ένας «Άνθρωπος του Βιτρούβιου» που δεν υμνεί την ανθρώπινη ανατομία αλλά τη σύζευξη ανθρώπου-μηχανής, τα σάρκινα συμπλέγματα του Ντορέ από τη «Θεία Κωμωδία», ένας «Μυστικός Δείπνος» με 14 αντί για 13 συνδαιτυμόνες. Συνθέτοντας ένα βιβλίο που στο σύνολό του θα αποτελεί σημαντική αναφορά στο είδος και θα προσφέρει μια οδυνηρή απάντηση στο γιατί τα πράγματα έφτασαν ως εδώ: «Γιατί πιστεύαμε τόσο βαθιά στην αυταπόδεικτη ανωτερότητα του είδους μας που δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό μας πως η μοναδική απειλή για την ανθρωπότητα ήταν η δική της ασυδοσία». Και το σχετικό link...
  4. Ένας άνθρωπος και ένα ρομπότ συμβιώνουν στο μακρινό μέλλον, μετά το τέλος της ανθρωπότητας, και προσπαθούν να επιβιώσουν σε ένα (ελληνικό) τοπίο πλήρους καταστροφής. Είναι ένας πλανήτης στο μέλλον, χιλιάδες χρόνια μετά, κατεστραμμένος, «αμετάκλητα απολεσθείς» για την ανθρωπότητα, κι ένας κόσμος έρημος, με τις ανθρωποφάγες μηχανές να κυριαρχούν. Μέσα εκεί ένας άνθρωπος και ένα ρομπότ αναπτύσσουν μια απρόσμενη, συμβιωτική σχέση για να αντιμετωπίσουν τη φρίκη της ραδιενέργειας και των άλλων μηχανών. Αυτό είναι το βασικό μοτίβο του αριστουργηματικού graphic novel Γυμνά Οστά που εμπνεύστηκε και έγραψε ο Δημοσθένης Παπαμάρκος και σχεδίασε ο Kanellos Cob, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Polaris. Αδίστακτοι κυνηγοί οι δυο τους και απελπισμένοι νεκροφάγοι σε ένα περιβάλλον όπου η επιβίωση είναι μια διαρκής άσκηση στη βία και τη σκληρότητα, συναντούν μια γυναίκα, απεσταλμένη της διαγαλαξιακής ομοσπονδίας, που έρχεται να τσεκάρει τι έγινε στη Γη και σταμάτησε κάθε ίχνος επικοινωνίας. Η επαφή μαζί της θα τους κάνει να αμφισβητήσουν την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και θα τους φέρει αντιμέτωπους με κάτι που πίστευαν πως έχει οριστικά χαθεί – την ελπίδα. Η έκπληξη στο ραντεβού για τη συνέντευξη είναι ότι είναι η πρώτη φορά που οι δυο τους συναντιούνται από κοντά μετά τον Φλεβάρη του 2020, που ξεκίνησε η αρχική ιδέα. Από τότε πέρασαν δύο καραντίνες δουλεύοντας το concept – ο καθένας από το σπίτι του ‒ μέχρι και τον φετινό Απρίλιο, που ολοκληρώθηκε η δημιουργία του. Η έρευνα και η μελέτη της βιολογίας και της αρχιτεκτονικής είναι ξεκάθαρη στο κόμικ, ακόμα και αν δεν στο πουν. Τα πάντα είναι τόσο προσεκτικά τοποθετημένα στο σκίτσο και στα λόγια που είναι αδύνατο να τα προσέξεις με την πρώτη ανάγνωση. «Η ιδέα είχε ξεκινήσει από τον “Μπλε Κομήτη”» λέει ο Δημοσθένης, «αλλά εκεί υπήρχαν πολύ συγκεκριμένοι περιορισμοί. Επειδή ήταν σε επεισόδια, είχα κάνει σε αρκετά πράγματα εκπτώσεις όσον αφορά την έκτασή τους, οπότε έγινε σημαντική ανακαίνιση σεναρίου, και όταν αρχίσαμε να δουλεύουμε με τον Κανέλλο το ξαναφτιάξαμε από την αρχή». «Του είπα ότι πάμε προς τη γαλλική σχολή στο σχέδιο, προς Moebius, για να καταλάβει και την αισθητική που είχα στο μυαλό μου. Και τα βρήκαμε» συνεχίζει ο Κανέλλος. «Αυτό βοήθησε στο να γίνουν γρήγορα πολλά πράγματα, γιατί αμέσως καταλάβαμε πλήρως τι είναι τι. Ακόμα και κάποια concepts που δεν τα είχαμε τελειώσει σχετικά με το τι είναι αυτή η τεχνολογία, πώς δουλεύει». Kanellos Cob και Δημοσθένης Παπαμάρκος. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν — Πού διαδραματίζεται; Δ.Π.: Στο μυαλό μου είχα τη δική μας γη, περισσότερο γιατί με βοηθούσε στις αναφορές. Η γεωγραφία όπου κινούνται οι ήρωες είναι κάπου μεταξύ Πελοποννήσου, Μυκηνών και Δελφών. Με βοηθούσε να το έχω στο μυαλό μου έτσι, και για το κομμάτι το αισθητικό και για το κομμάτι το πρακτικό, δηλαδή για την αλληλουχία των ημερών στον χρόνο της αφήγησης. Συν το ότι είχαμε πει απ’ την αρχή ότι θέλουμε να διαδραματίζεται σε ελληνικό τοπίο, με πολύ φως, ξεραΐλα, θάλασσα. Θέλαμε να βλέπεις τον ναό στο Σούνιο και να αναρωτιέσαι, να είναι ανοιχτό στην ερμηνεία γενικά. K.C.: Ο Δημοσθένης μού είπε: «Το φαντάζομαι σε μια Ελλάδα δύο χιλιάδες χρόνια από τώρα», που σημαίνει ότι έχεις χτίσιμο και γκρέμισμα πολιτισμών γενικότερα σε όλη αυτήν τη διάρκεια, αλλά τα στοιχεία που χρησιμοποίησα ήταν κάτι πιο εξελιγμένο που να θυμίζει κάπως την Ελλάδα. Και αυτό είναι που σε κάνει να αναρωτιέσαι, είναι δεν είναι; Δ.Π.: Είναι ένας κόσμος με επάλληλες στρώσεις πολιτισμών και το κομμάτι της μνήμης, τι είναι αρχαίο και τι παλιό, είναι λίγο μπερδεμένο, οπότε στον κόσμο των Γυμνών Οστών όλη η αρχαιότητα είναι το δικό μας σήμερα. Η δική μας αρχαιότητα είναι κάτι τελείως ξεχασμένο. Ήθελα να πάρουμε στοιχεία από την αρχαιότητα και να τα αναπλάσουμε ελεύθερα, όπως κάνουν οι τάσεις του νεοκλασικισμού, του αρ νουβό κ.λ.π. Κάπου στο μακρινό μέλλον μια αρχιτεκτονική μόδα έχει επιστρέψει, αλλά δεν είναι και ακριβώς όπως την ξέρουμε. Γι’ αυτό υπάρχουν στοιχεία μπρουταλισμού στην αρχιτεκτονική και αρ νουβό. K.C.: Στο αρχιτεκτονικό κομμάτι ο μπούσουλάς μου ήταν ο μπρουταλισμός, τσιμέντο, υπερκατασκευές και μετά, για να δώσουμε το ελληνικό στοιχείο χωρίς να είναι ακριβώς αυτό, έπαιξαν ένα συνονθύλευμα από αρ νουβό και αρχαία ελληνικά μοτίβα για να βγει κάτι καινούργιο. Δ.Π.: Είχα πάει στη Νέα Υόρκη τον Μάρτη του 2020 και του έστελνα φωτογραφίες από κτίρια, μου είπε «εκεί είμαι». Ήταν φοβερό γιατί συμπέσαμε σε αυτό το κομμάτι. Το άλλο που έχει κάνει ο Κανέλλος είναι ότι ενέταξε μεγάλα κεφάλια ή αγάλματα στο τοπίο και επειδή ο κόσμος δεν έχει ζώα, έχει μόνο φυτά, τεράστια φυτά και ερείπια, μου λέει «σκέφτομαι να υποδηλώσω την παρουσία των ζώων με αγάλματα». Δηλαδή πρόκειται για έναν πολιτισμό που εκτιμά την εξαφανισμένη πανίδα με όρους σχεδόν θρησκευτικούς. Το ελληνικό στοιχείο δηλώνεται και από τα υπερμεγέθη αγάλματα που δεν ξέρεις τι είναι ‒ είναι θεοί, είναι ήρωες, σημαίνουσες προσωπικότητες; Απλώς βρίσκονται στο τοπίο και τα προσεγγίζουμε με τον ίδιο τρόπο που προσεγγίζουμε εμείς τα αρχαία σήμερα. Μετά θέλαμε να παίξουμε και με την ποπ κουλτούρα και βάλαμε μια τοιχογραφία του David Dowie, που έχει θεοποιηθεί 2000 χρόνια μετά, ή τον Βελουχιώτη. Θυμάμαι, μου στέλνει ένα μήνυμα και μου λέει «πες μου τρία πρόσωπα που θα ’θελες να δεις στο κόμικ, τα τρία που σου έρχονται τώρα στο μυαλό», και του απαντάω «Tesla, Βελουχιώτης, Bowie» ‒ και τους έβαλε και τους τρεις! K.C.: Είναι μικρές λεπτομέρειες στις οποίες δίνω πάντα έμφαση. Για μένα είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει στην εικόνα η λεπτομέρεια που δεν τη βλέπεις με την πρώτη, αλλά σε προκαλεί να βολτάρεις σε αυτήν. Υπάρχει πολλή συμμετρία, μοτίβα που επανέρχονται και δένουν και την ιστορία, π.χ. αυτά που βλέπει ο άντρας στο όνειρο με τα Χερουβείμ τα βλέπει και στην επίσκεψη στην πόλη, τα ίδια στοιχεία. Είναι τελείως ρεαλιστική τεκμηρίωση, εξηγείται γιατί βλέπει αυτό το όνειρο. — Βλέπουμε δύο οντότητες που συμβιώνουν, έναν άνθρωπο και ένα ρομπότ, αλλά τι έχει συμβεί στον κόσμο; Δ.Π.: Ο κόσμος τεχνολογικά και πολιτισμικά είναι πολύ ανεπτυγμένος, ανήκει σε μια διαπλανητική συνομοσπονδία η οποία είναι εμπορική λίγκα, μια υπερκαπιταλιστική διαπλανητική ομοσπονδία όπου όλα μετριούνται με το χρήμα. Κάθε πλανήτης είναι αυτόνομος ουσιαστικά, υπάρχουν κάποιοι κοινοί θεσμοί αλλά μέχρι εκεί. Το κομμάτι artificial intelligence, ρομπότ, έχει προχωρήσει πάρα πολύ, αλλά αυτό που δεν καταφέρνουν να διακρίνουν είναι ότι δεν έχουν λυθεί τα θέματά τους, γι’ αυτό καταλήγουν σε έναν παγκόσμιο πυρηνικό πόλεμο. Οπότε ο πλανήτης καταστρέφεται, ερημώνονται σχεδόν τα πάντα, εξαφανίζεται η πανίδα, εξαφανίζεται το 98% του ανθρώπινου πληθυσμού και πολύ σημαντικό ρόλο στην ερήμωση παίζει το ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου καταφεύγουν στις μηχανές, σε σκελετούς που έχουν φτιάξει και είναι σαν ρομπότ, ακριβώς για να μπορέσουν να συνεχίσουν τον πόλεμο μέχρις εσχάτων. Όλος ο πλανήτης γίνεται ραδιενεργή ζώνη και αντί να τα παρατήσουν και να φτάσουν σε εκεχειρία, για να μην εξαφανιστούν, χρησιμοποιούν τις μηχανές ώστε να συνεχίσουν τον πόλεμο μέχρι τέλους. Εκεί γίνεται το ατύχημα που περιγράφεται στο κόμικ και αυτό που είχε ξεκινήσει με τον πυρηνικό πόλεμο το τελειώνουν οι μηχανές, εξαφανίζουν την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Δέκα χρόνια μετά δεν υπάρχει τίποτα, όσοι άνθρωποι είχαν απομείνει απ’ την καταστροφή έχουν φαγωθεί σχεδόν όλοι από τα ρομπότ. Οι μηχανές έχουν μια ευφυΐα, αλλά δεν είναι αντίστοιχη της ανθρώπινης και δεν δημιουργούν δικό τους πολιτισμό. Είναι σαν άγρια ζώα, γιατί δεν αποκτούν πολιτισμό, συνείδηση κ.λ.π. και δεν λύνουν το θέμα της ενέργειας, οπότε κυνηγούν ανθρώπους και τρέφονται από αυτούς, γιατί προ καταστροφής είχαν σχεδιαστεί να παίρνουν ενέργεια από το ανθρώπινο σώμα. — Και οι άνθρωποι είναι κανίβαλοι. Δ.Π.: Αυτό το βλέπουμε κυρίως στον κεντρικό χαρακτήρα. Στον οικισμό π.χ. δεν δείχνουμε με ποιον τρόπο λειτουργεί αυτή η κοινωνία. Η σκέψη ήταν ότι είναι vegetarian αφού δεν υπάρχει πανίδα, άρα έχουν εξελίξει και τα χωράφια, τα οποία δεν τα δείχνουμε όμως γιατί θα ήταν πάρα πολύ επεξηγηματικό. Η τεχνολογία ωστόσο είναι τόσο αναπτυγμένη, που μπορούν να έχουν συνθετικό κρέας, συνθετικές τροφές κ.λ.π., οπότε το θέμα της τροφής το έχουν λυμένο. Όσοι είναι εκτός οικισμού αφήνουμε να εννοηθεί ότι έχουν εξαφανιστεί ακριβώς επειδή δεν υπάρχουν πόροι. Δεν αναφέρουμε αν υπάρχουν επιζώντες και πώς τα έχουν καταφέρει. Αλλά ο κεντρικός χαρακτήρας έχει επιλέξει να τρώει ό,τι πετάει το Θ.Ω.Ρ.Α.Κ.Σ., αυτή είναι και η συμφωνία που έχουν κάνει. Το ρομπότ τρώει τον άνθρωπο που πιάνει και όταν τελειώσει μαζί του αυτός πλέον δεν έχει συνείδηση, λογική, καμία σωματική λειτουργία, και ο άνθρωπος που συμβιώνει με το ρομπότ τρώει αυτό το απόρριμμα. K.C.: Στην ουσία αυτό είναι και το φιλοσοφικό ερώτημα που θέτει ο Δημοσθένης: τι είναι ο άνθρωπος χωρίς τη σκέψη, αν παραμένει άνθρωπος χωρίς τη λογική και τη συνείδηση. — Το Θ.Ω.Ρ.Α.Κ.Σ. θεωρεί τον εαυτό του ένα διαφορετικό είδος, ότι είναι εξελιγμένος οργανισμός. Δ.Π.: Ναι, ακριβώς, αυτή είναι η διαφορά του, ότι έχει ξεφύγει από το καθαρό ένστικτο κι έχει αναπτύξει ένα είδος ευφυΐας και συνείδησης. Παίζω πολύ με το μοτίβο της εξέλιξης, ότι έχουμε τις αρχικές μηχανές Θ.Ω.Ρ.Α.Κ.Σ., οι οποίες έχουν μια στοιχειώδη νοημοσύνη, κυρίως υποστηρικτική για τον πιλότο. Μετά υπάρχει μια σύζευξη, μια συγχώνευση της ανθρώπινης με την τεχνητή νοημοσύνη και αυτό που παράγεται είναι μια νέου τύπου νοημοσύνη, η οποία όμως στο σύνολό της είναι μικρότερη από το άθροισμα των μελών της. Και απ’ αυτά τα υβρίδια έχουμε την εξέλιξη του Θ.Ω.Ρ.Α.Κ.Σ., που είναι πρωταγωνιστής στο κόμικ. Και μάλλον θα είναι και το τελευταίο του είδους του, γιατί ούτε αυτό έχει λύσει το θέμα της ενέργειας. Και οι δύο χαρακτήρες κινούνται μέσα στον κόσμο με τη βεβαιότητα του θανάτου. — Όλος ο κόσμος βαδίζει προς τον θάνατο. Τα Β.Α.Κ.Χ.Α.Ι. τι είναι; Δ.Π.: Είναι τα κακά ρομπότ, οι μηχανές από τις οποίες ξεκίνησε το κακό. Δηλαδή ήταν τα πρώτα στα οποία εμφανίστηκε η «μετάλλαξη» της νοημοσύνης τους, που μπερδεύτηκε με τη νοημοσύνη των πιλότων τους. Και μετά, με όρους ιού, μεταδόθηκε και στις υπόλοιπες μηχανές. Οπότε είναι κάπως ο ασθενής μηδέν. — Η γυναίκα από πού έρχεται; Δ.Π.: Είναι απεσταλμένη της διαπλανητικής ομοσπονδίας της που έχει κάποιους θεσμούς ομοσπονδιακούς, κάτι σαν στρατό, και προέρχεται από ένα φυλάκιο-παρατηρητήριο εκτός πλανήτη, το οποίο είναι και ένας σύνδεσμος του πλανήτη με την συνομοσπονδία. Έρχεται να τσεκάρει γιατί εδώ και πολύ καιρό δεν λαμβάνουν σήματα απ’ τον πλανήτη. Είναι σαν μια Ευρωπαϊκή Ένωση πολύ αποκεντρωμένη, όπου δεν υπάρχει πάντοτε δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας και ξαφνικά υπάρχει μια τρύπα, δηλαδή εξαφανίζεται μια χώρα και δεν δίνει σήμα, δεν υπάρχει επικοινωνία κανενός τύπου. Στέλνουν ανιχνευτές να δουν τι συμβαίνει. Ελέγχουν ένα ολόκληρο ηλιακό σύστημα. — Είναι η μοίρα μας η καταστροφή; Δ.Π.: Είναι μια πιθανή μοίρα. Είναι σίγουρα το πιο απαισιόδοξο σενάριο, αλλά με ενδιέφερε πολύ αυτό. Υπάρχει διάχυτη αισιοδοξία πως ό,τι και να γίνεται, στο τέλος θα τα καταφέρουμε. Στα Γυμνά Οστά είναι η άλλη όψη του νομίσματος, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν τα καταφέρνουμε. Κι όπως άλλα είδη ζώων έχουν εξαφανιστεί για διάφορους λόγους, έτσι μπορεί να εξαφανιστεί και ο άνθρωπος. Βλέπεις την αλαζονεία στον δυτικό κόσμο, που έχει μεγάλη πίστη στις δυνάμεις του και στα επιτεύγματά του, πως ό,τι και να συμβεί μπορούμε να το διορθώσουμε. Για παράδειγμα, καταρρέουν τα οικοσυστήματα και λες ότι σε πέντε χρόνια θα τα έχουμε επαναφέρει, που δεν ισχύει. Ξεφεύγει μια σύγκρουση ακριβώς επειδή καμία πλευρά δεν έχει υπολογίσει ότι μπορεί να συμβεί το ατύχημα, αφού αφήνεται στα χέρια ανθρώπων που δεν μπορούν να συνεννοηθούν τελικά. Αυτό που κάποια στιγμή λέει το κείμενο, ότι η μεγαλύτερή μας αρετή είναι να αντιμετωπίζουμε την πρόκληση και κάθε αντιξοότητα και πουσάρουμε προς το μέλλον, είναι αυτό που τελικά καταστρέφει τον κόσμο, γιατί ουσιαστικά όταν γίνεται ο πυρηνικός πόλεμος αντί να πούνε «το τερματίσαμε», λένε «όχι, είναι μία ακόμα δυσκολία που θα την ξεπεράσουμε. Θα συνεχίσουμε τον πόλεμο». Γιατί αυτοί δεν πλήττονται στο πρώτο κύμα, έχουν το προνόμιο της άνεσης. Για μένα το κόμικ έχει απόλυτα πολιτικό statement. — Έχεις κόλλημα από μικρός με το sci-fi, Δημοσθένη, από την «Αδελφότητα του Πυριτίου»… Δ.Π.: Είναι παλιά λόξα το sci-fi και μόνο εδώ το θεωρούμε παραείδος. Στην Ελλάδα πάει στο fantasy, κι αυτή ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που είχα να αντιμετωπίσω, γιατί στη γλώσσα ξαφνικά έπρεπε να διαχειριστώ ορολογία που δεν υπάρχει εδώ. Δεν υπάρχει παράδοση και δεν μπορώ να πάρω όρο που έχει χρησιμοποιήσει κάποιος το 1960 στο μυθιστόρημά του, έτσι έπρεπε να εφεύρω τους όρους για να μη δανειστώ από αγγλικούς, που πάλι παρέπεμπαν σε άλλα διακείμενα, σε άλλες αναφορές. Και ήταν δύσκολο, γιατί έπρεπε να έχουν και λογική και να είναι και επιστημονικοφανείς, να σου δημιουργούν την αίσθηση ότι υπάρχει μια τεχνολογία που, με βάση αυτά που ξέρουμε σήμερα για τις πιο προωθημένες τεχνολογίες, θα μπορούσε να είναι αληθινή. K.C.: Η στολή της γυναίκας που έρχεται από έναν άλλο πλανήτη που δεν ξέρουμε ήταν κάτι που συζητήσαμε πολύ. Είναι τεχνολογία που δεν ξέρουμε τι είναι. Παίξαμε με τη νανοβιοτεχνολογία κάπως και το αποτέλεσμα είναι μια στολή που είναι σαν ένα μίγμα που την περιλούζει. Έπρεπε να σκεφτεί κάποιον όρο γι’ αυτό το πράγμα ο Δημοσθένης, και την ονόμασε φαοδερμίδα. Είναι σαν ένα δεύτερο δέρμα. Και μετά οι ελληνικοί όροι που προέκυπταν ήταν μεγάλοι, μεγάλες λέξεις που είναι πολύ δύσκολο να χωρέσεις στο κόμικ. Δ.Π.: Πρέπει να προσέξεις τέσσερα πράγματα στο κόμικ: να βγάζει νόημα η ιστορία, να υπάρχει διαφορετικό ύφος από πρόσωπο σε πρόσωπο, να υπάρχει μια σχετική συντομία στην έκφραση και, το τέταρτο, να υπάρχει ορολογία επιστημονικής φαντασίας. Ήταν εξίσωση με τέσσερις αγνώστους τα Γυμνά Οστά και το κείμενο το δούλευα μέχρι δύο εβδομάδες πριν το στείλουμε στο τυπογραφείο. Έκοβα για την οικονομία έκφρασης μέχρι την τελευταία στιγμή. K.C.: Εγώ έχω πάντα στο μυαλό μου ένα κόμικ χωρίς καθόλου λόγια και βρήκαμε μια μέση λύση, να αφηγηθούμε πολλά πράγματα μόνο με την εικόνα. Αλλιώς γίνεται μυθιστόρημα η φάση. — Στο τέλος το ρομπότ λέει γυναικείο όνομα. Ήταν εσκεμμένο αυτό; Δ.Π.: Αρχικά είχε αντρικό όνομα, γιατί στον «Μπλε Κομήτη» είχε ένα στένσιλ του Δράκουλα και το έλεγα Βλαντ. Ήταν αρσενικό. Ο Κανέλλος όμως μου λέει «θέλω να το κάνω με φτερά, θα το πούμε Λόλα». Λίγο πριν από το τέλος συνειδητοποίησα ότι είχαμε έναν οργανισμό, ένα περίπου cyborg, το οποίο αποκτάει συνείδηση και η συνείδηση είναι το κλασικό πατριαρχικό μοντέλο ‒ ο Θεός είναι άντρας ‒, το οποίο υπονόμευε όλο το ιδεολογικό υπόστρωμα του τι είναι συνείδηση, πώς αποκτιέται, πώς διαμορφώνεται, γιατί εμφανίζεται, αν εξελίσσεται. Το κόμικ δεν δίνει απάντηση, περισσότερο είναι μια διερεύνηση αυτών των ερωτημάτων και μου φάνηκε πολύ φυσιολογικό σε όλο το έργο το Θ.Ω.Ρ.Α.Κ.Σ. να είναι ουδέτερο για όλους τους άλλους, γιατί δεν έχει αποκαλύψει τι είναι. Στο τέλος όμως, που πρέπει να σβήσει τα πάντα, μας αποκαλύπτει ότι είναι γυναίκα. K.C.: Mου πήρε πολύ χρόνο να φτιάξω το ρομπότ και όταν το έφτιαξα άρχισα να το βάζω και σε άλλες συνθήκες γενικά, π.χ. ως drag queen, και κάψιμο στο κάψιμο έγινε Λόλα, κάπως. Και καταλήγει όντως να λέγεται Λόλα στο τέλος. Στο τελικό pdf ήταν Λόλα και λίγο πριν πάμε τυπογραφείο άλλαξε όνομα και έγινε Τσιφόνη. Μου άρεσε πάρα πολύ αυτή η λογική, να είναι γυναίκα, γιατί πατάει στις θεωρίες της Τζούντιθ Μπάτλερ όσον αφορά το βιολογικό και το κοινωνικό φύλο, όπου ένα ον από τη στιγμή που αποκτά συνείδηση έχει δικαίωμα να επιλέξει και το φύλο του, οπότε γιατί να μην είναι θηλυκό; Και μιλάμε και για άλλη τάξη συνείδησης, δεν έχει ανθρώπινη συνείδηση το Θ.Ω.Ρ.Α.Κ.Σ. Και το γεγονός ότι επιλέγει θηλυκό όνομα είναι κάτι τελείως ξένο για μας. Έχουμε κάτι το οποίο είναι τελείως διαφορετικό από αυτό που ξέρουμε εμείς ως προς το πώς σκέφτεται, το πώς αντιλαμβάνεται τον κόσμο, το πώς αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, άρα γιατί να μην ξεφεύγει από κάθε είδους στερεότυπο και προκάτ σκέψη; Επειδή θέτει ερωτήματα και τα ερευνά, ανάλογα με την κοινωνική ομάδα στην οποία ανήκεις, βρίσκεις και αντικρίσματα πάνω σ’ αυτό. Ακόμα και το όνειρο με τα Χειρουβείμ το είδα σε ένα μεταβατικό στάδιο: έχεις ένα πράγμα που δεν έχει φύλο και ανοίγει σιγά-σιγά, μεταμορφώνεται και γίνεται γυναίκα. Ο καθένας θα το δει αυτό με τον δικό του τρόπο… Η εικονογράφηση είναι από σελίδες του κόμικ και αποκλειστικά σχέδια από τις δοκιμές του Kanellos Cob. Και το σχετικό link...
  5. Τι συμβαίνει όταν δύο δημιουργοί που σιχαίνονται τις ταμπέλες και θέλουν να ακολουθήσουν τα καλλιτεχνικά τους όνειρα ενώνουν τις δυνάμεις τους; Το αποτέλεσμα λέγεται Γυμνά Οστά, είναι graphic novel, είναι επιστημονική φαντασία και ήρθε για να τα ταράξει τα νερά. «Στο βλοσυρό σκοτάδι του απώτερου μέλλοντος δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από πόλεμος». Ακούγεται σαν προφητεία του Νοστράδαμου, πρόκειται όμως για το motto ενός sci-fi παιχνιδιού στρατηγικής με την επιβλητική ονομασία Warhammer 40K. Υπάρχουν εκατομμύρια φανατικοί οπαδοί του σε κάθε πιθανή και απίθανη γωνιά του πλανήτη, σίγουρα όμως δύσκολα θα πήγαινε το μυαλό κάποιου σε έναν 38χρονο Έλληνα συγγραφέα που εντυπωσίασε με μια συλλογή διηγημάτων, συμμετείχε στο σενάριο της τελευταίας ταινίας του Γιάννη Οικονομίδη, και δικά του έργα ανεβαίνουν στις μεγάλες θεατρικές σκηνές της Αθήνας. Πόσο μάλλον σε έναν κομίστα που το ευρύ κοινό τον έμαθε από την εξαιρετική μεταφορά του Ζητιάνου του Ανδρέα Καρκαβίτσα σε graphic novel και μέχρι πρότινος έμενε στη Γαλλία. Για τον Δημοσθένη Παπαμάρκο το Warhammer 40K υπήρξε για χρόνια κομμάτι της ψυχαγωγίας του. Είναι η ίσως πιο άγρια μορφή επιστημονικής φαντασίας στην πιο ωμή μορφή της· ένα σύμπαν όπου ακόμα και η ελπίδα έχει χαθεί. O Kanellos Cob πάλι δεν είχε ιδέα περί τίνος πρόκειται. Γνώριζε καλά όμως κάτι πιο σημαντικό: «εγώ πάντα sci-fi ήθελα να κάνω» εξομολογήθηκε ένα πολύ ζεστό βράδυ του περασμένου Ιουνίου στην Πλατεία Μεσολογγίου. Κάπως έτσι, αν και στο ενδιάμεσο είχαν συμβεί πολλά – ναυαγισμένα projects, αναζήτηση σχεδιαστή, καθυστερήσεις – τα Γυμνά Οστά (εκδ. Polaris) έφυγαν από τις σελίδες του περιοδικού Μπλε Κομήτης και έγιναν graphic novel. Ή αλλιώς ένα από τα καλύτερα ελληνικά κόμικ που έχουν κυκλοφορήσει εδώ και πολλά χρόνια. Ποιος θα διαβάσει αυτό το κόμικ; Αυτό που συναντάς καθώς γυρίζεις τις σελίδες από τα Γυμνά Οστά είναι η άγρια γοητεία ενός ολοκαίνουργιου, τρομερά σκοτεινού και – σχήμα οξύμωρο – γεμάτου ψυχεδελικά χρώματα κόσμου. Μια ιστορία απρόσμενης ανθρωπιάς για τη συμβιοτική σχέση ενός ανθρώπου και ενός ρομπότ σε έναν ξεχασμένο πλανήτη γεμάτο ραδιενέργεια και ανθρωποφάγες μηχανές. Ειλικρινά όμως, ποιος θα διαβάσει αυτό το κόμικ σε μια ελληνική αγορά που ακόμα προσπαθεί να απενοχοποιήσει τις εικονογραφημένες αφηγήσεις; Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι εξαιρετικό, το ρίσκο όμως είναι μεγάλο. «Δεν το σκέφτηκα ποτέ έτσι» απαντά ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, πίνοντας μια γουλιά από την μπύρα του, για να συνεχίσει: «Είχα κολλήσει ότι θέλω να πω αυτήν την ιστορία. Αγαπώ την επιστημονική φαντασία, τη διαβάζω, παίζω ακόμα και sci-fi video games. Γιατί να μην το επιχειρήσω; Δεν μπήκα καν στη διαδικασία να σκεφτώ πως θα το πάρει το κοινό αφού είχα το ΟΚ του εκδότη. Εγώ ήθελα να πω την ιστορία». Ήταν όμως ένα προσωπικό στοίχημα κόντρα σε όλα τα προγνωστικά για τον 38χρονο συγγραφέα που ο συνεργάτης του απλά εικονογράφησε; «Χτίζαμε έναν κόσμο από την αρχή, έναν κόσμο που δεν υπάρχει. Δουλεύαμε συνεχώς πάνω σε αυτό, μας πήρες πολύ παραπάνω χρόνο από όσο είχαμε υπολογίσει, μανουριάζαμε, διαφωνούσαμε. Κάναμε τα πάντα για χάρη του project» συμπληρώνει ο Kanellos Cob, καθώς μοιάζει να βυθίζεται σε έναν διαφορετικό κόσμο, όπου η δημιουργική διαδικασία είναι το άλφα και το ωμέγα. Είναι ξεκάθαρο πως πρόκειται για δημιουργικό ντουέτο. Το άτυπο πάντρεμα των δύο έγινε μέσα από τις εκδόσεις Polaris. Πιο πριν υπήρχε μια απλή γνωριμία. – Σκάει ένας τύπος με backpack και μου λέει εσύ είσαι ο Δημοσθένης; – Εσύ είσαι ο Κανέλλος; Είχαν συστηθεί τον Δεκέμβρη του ‘19 στο Rue du Marseille στην Οδό Μασσαλίας. Μία από εκείνες τις δεκάδες γνωριμίες που κάνεις στα μπαρ και μετά (συνήθως) χάνονται για πάντα. Εκτιμούσαν όμως ο ένας τη δουλειά του άλλου και έτσι είπαν ότι κάποια μέρα θα πάνε για μπύρες. Ο Κανέλλος βρισκόταν κάπου ανάμεσα σε Γαλλία και Ελλάδα τρέχοντας διάφορα projects. Ο Δημοσθένης έγραφε θέατρο, έγραφε για σινεμά, δούλευε την Εξημέρωση. Έγιναν κάποια τηλέφωνα, έσκασε η καραντίνα, για μπύρες δεν πήγαν. Ο Παπαμάρκος δεν το περίμενε. Είχε την αίσθηση ότι ο Cob δεν είναι της φάσης. Είπαν ότι θα έκαναν πρώτα ένα δοκιμαστικό. Τελικά ξεκίνησαν κατευθείαν. «Ό,τι τρέλα είχα σκεφτεί γινόταν πραγματικότητα. Αρκετές φορές μου έλεγε ότι αυτό θα πάρει μια σελίδα παραπάνω και του απαντούσα όχι μία, τέσσερις σελίδες πάρε» λέει ο Παπαμάρκος. «Άπλα ρε παιδιά, άπλα» συμπληρώνει γελώντας ο Kanellos Cob και πίνει το σφηνάκι ουίσκι που έχει παραγγείλει. Τσιγάρα, ποτά, πατατάκια, ζεστός αθηναϊκός αέρας στην Πλατεία Μεσολογγίου, ζευγαράκια που κάνουν βόλτες, κυρίες με τα σκυλάκια τους. Ωραία όλα αυτά, αλλά αναρωτιέμαι ξανά: ποιος θα διαβάσει αυτό το κόμικ; «Στην Ελλάδα θα πάει σε ένα συγκεκριμένο κοινό» αναφέρει σε επαγγελματικό τόνο ο 36χρονος κομίστας, για να συνεχίσει: «Άλλωστε ο Δημοσθένης έχει το δικό του κοινό, έτσι αυτοί οι αναγνώστες θα ενδιαφερθούν για το τι καινούργιο έχει γράψει αυτός ο άνθρωπος. Επίσης τα geeks της επιστημονικής φαντασίας λογικά θα του δώσουν μια ευκαιρία». Είναι όμως αυτό αρκετό; «Κοίτα» λέει ο Kanellos Cob, προσπαθώντας να μου δώσει τη συνολική εικόνα: «Όταν ξεκινήσαμε και κάναμε το συγκεκριμένο κόμικ είχα στο μυαλό μου ότι μπορεί να αποκτήσει διεθνές κοινό. Είχα την εμπειρία με τον Ζητιάνο που τον πρότεινα σε πολλούς εκδοτικούς της Γαλλίας και ενώ έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον μου έκαναν την εύλογη ερώτηση: “Σε ποιον θα το πουλήσουμε αυτό; Τέλη 19ου αιώνα στον ελλαδικό χώρο; Ποιος θα ενδιαφερθεί για κάτι τέτοιο; Οι Γάλλοι όταν ακούν στην Ελλάδα έχουν στο μυαλό τους ή την αρχαιότητα ή την Ελληνική Κρίση”. Τα Γυμνά Οστά είναι όμως global με λίγο ελληνικό στοιχείο, που απλά κάνει την εμπειρία πιο γοητευτική για έναν ξένο αναγνώστη». Σημειώνω τη φράση αλλά δυσκολεύομαι να πιστέψω την αισιόδοξη οπτική, όσο λογική και αν ακούγεται. Γνωρίζω πως ο Cob δουλεύει εδώ και χρόνια σε φουλ επαγγελματικά πλαίσια, αφού από τη στιγμή που τέλειωσε τη σχολή στη Γαλλία εργάστηκε στον χώρο του illustration χωρίς διαλείμματα. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό να μη δουλέψει ξανά σε μπαρ και κράτησε την υπόσχεση. Ξέρει τι λέει. Απλά νιώθω ότι δεν είναι μόνο αυτό. Είναι κάτι περισσότερο. «Αν θα πάει ή δε θα πάει, είναι κάτι που συζητήσαμε όταν πια είχε τελειώσει το κόμικ» συμπληρώνει ο Παπαμάρκος. «Ήμασταν πάνω από τις μηχανές στο τυπογραφείο. Το “λάθος” είχε γίνει. Επενδύσαμε τόσο χρόνο, κόπο, ενέργεια και δουλειά που αν το βλέπαμε πρακτικά θα έπρεπε να είχαμε δώσει το ένα όγδοο από αυτά. Εμείς όμως θέλαμε να πούμε αυτή την ιστορία ακριβώς με τον τρόπο που την είπαμε». «Σε όλη τη δημιουργική διαδικασία πιστεύαμε ότι όλος ο κόσμος ενδιαφέρεται για την ιστορία που έχουμε να πούμε» τονίζει ο Kanellos Cob. Hard sci-fi με σκεπτόμενα ρομπότ που κυνηγούν ανθρώπους σαν θηράματα; Ναι, γιατί όχι; Στον αστερισμό του Moebius Jean Giraud. Έτος γέννησης 1938. Ημερομηνία θανάτου: 10 Μαρτίου 2012. Πιο γνωστός ως Moebius ή αλλιώς ο ένας από τους πατριάρχες του ευρωπαϊκού κόμικ και εκείνος που έβαλε φαρδιά πλατιά την υπογραφή του στη sci-fi αισθητική των 70s. Αν, προσωπικά μιλώντας, έπρεπε να αναφέρω μια επιρροή που διακρίνω στα Γυμνά Οστά πέρα από το Warhammer 40K, αυτή θα ήταν η ψυχεδελική φαντασμαγορία του Γάλλου μετρ. «Δούλεψα στο τελευταίο illustration που έκανε ο Moebius. Λίγο πριν πεθάνει οι αρχές του Montrouge, μιας κοινότητας έξω από το Παρίσι, του είχαν ζητήσει τη μακέτα που θα έντυνε όλο το δημαρχείο. Δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει όμως. Βρέθηκα να δουλεύω λοιπόν στην τεράστια τοιχογραφία καθώς μια καθηγήτρια μου κέρδισε τον διαγωνισμό για να ολοκληρωθεί το έργο» λέει, χωρίς ίχνος έπαρσης, ο Kanellos Cob. Λίγο η ζέστη, λίγο τα ποτά, λίγο η ευχάριστη συζήτηση, λίγο οι αναφορές σε τόσο αγαπημένα πράγματα, με κάνουν να χαλαρώνω τελείως και να τριπάρω σε διαστημικούς κόσμους. Άλλωστε, η αίσθηση του escapism σώζει ζωές. «Πήρα τηλέφωνο τον Δημοσθένη και του είπα: “Από αυτά που μου έχεις περιγράψει μέχρι τώρα δεν πάμε στο αμερικάνικο για κανέναν λόγο. Εκείνο που έρχεται στο μυαλό μου είναι η αισθητική του Moebius”» συνεχίζει την αφήγηση ο 36χρονος κομίστας. Ο Kanellos Cob έκανε το artwork του Hadra Trance Festival για το 2020, του μεγαλύτερου γαλλικού φεστιβάλ trance μουσικής, αλλά δυστυχώς η καραντίνα και ο κορονοϊός τα χάλασε όλα. «Ξενέρωσα γιατί έχασα μια ευκαιρία να δει τη δουλειά μου όλη η Γαλλία» λέει χαρακτηριστικά. Περίπου έναν χρόνο πριν, η δικιά του εικονογράφηση στον Ζητιάνο του Ανδρέα Καρκαβίτσα τον έκανε γνωστό στους βιβλιόφιλους. Παράλληλα έχει συμβόλαια με γαλλικούς εκδοτικούς μέχρι το 2023 αλλά γνωρίζει ακριβώς πού πατάει και τι κάνει. «Σε γενικές γραμμές πάντα χρειάζεται να κάνεις πράγματα που ίσως έρχονται κόντρα στην αισθητική σου. Πιστεύω όμως ότι είναι ένα δύσκολο μονοπάτι που χρειάζεται να περπατήσεις έτσι ώστε μια μέρα να εκδίδεις ό,τι γουστάρεις». «Όταν άκουσα το όνομα του Moebius είπα ότι ήταν κάτι που δεν θα τολμούσα ποτέ να ζητήσω» θυμάται με ενθουσιασμό ο Παπαμάρκος. «Αν θες να πας εκεί, μέσα. Με τρέλα». Το ζητούμενο ήταν να συνδυαστεί το βιομηχανικό illustration με την αισθητική ενός καλλιτέχνη που άλλαξε την pop κουλτούρα. Άλλωστε, το story board του Moebius για τις ανάγκες του Dune δια χειρός Alexander Jodorowsky (μιας μυθικής ταινίας που τελικά δεν γυρίστηκε ποτέ) άλλαξε λίγο έως πολύ το σύγχρονο σινεμά. Τα Star Wars πάτησαν πάνω στη δουλειά του και έκοψαν εκατοντάδες εκατομμύρια εισιτήρια στα χρόνια που ακολούθησαν. Τελικά τι το τόσο μαγικό έχει η τέχνη του Moebius; «Έχει μία παράξενη ομορφιά· σου προκαλεί νοσταλγικότητα για κάτι που όμως βλέπεις πρώτη φορά, ενώ την ίδια στιγμή είναι ικανή να σου παρουσιάσει έναν ολόκληρο (φανταστικό) κόσμο σε ένα μόνο καρέ» λέει ο Παπαμάρκος. Πραγματικά, τι άλλο να ζητήσει κανείς από το sci-fi; Το soundtrack της δημιουργίας «Δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι ήμουν Γαλλία και σχεδίαζα, όταν μου έστειλαν σήμα ότι ένας γνωστός θα παίξει ηλεκτρονική μουσική σε ιντερνετικό ραδιόφωνο» διηγείται ο Kanellos για τις μέρες του περσινού ατέλειωτου χειμώνα. «Συντονίστηκα και καθώς εκείνος μίξαρε, μια κοπέλα δίπλα του απήγγειλε ποίηση. Δούλευα και άκουγα. Το έζησα πάρα πολύ εκείνο το live – ναι, όσο το σκέφτομαι, εκείνες οι στιγμές είναι απόλυτα συνδεδεμένες με τα Γυμνά Οστά». Στην Πλατεία Μεσολογγίου δεν υπάρχει καμία μουσική πέρα από τους ήχους της αθηναϊκής νύχτας. Ο καταιγισμός όμως από ονόματα καλλιτεχνών φτιάχνει το δικό του soundtrack στον αέρα. «Θοδωρής Cortés, Dolly Vara, Regressverbot, Kangding Ray, Tim Hecker. Γενικά άκουγα πολλά ηλεκτρονικά και ambient όταν δούλευα το κόμικ, αλλά και πολύ post rock. God is an Astronaut, Explosions in the Sky». «Α ναι. Και πολύ Αρλέτα, το Batida de coco» λέει ο 36χρονος κομίστας γελώντας. «Εγώ πάλι άκουγα The Sword, τον δίσκο Gods of the Earth» αναφέρει ο Παπαμάρκος πριν συνεχίσει: «Σε λούπα το Fire Lances of the Hyper Zephyrians που είναι πολύ βασική επιρροή του κόμικ γενικά, και επίσης δισκογραφία Blue Oyster Cult και πιο συγκεκριμένα το Veteran of the Psychic Wars, την οκτάλεπτη live εκτέλεση με όλα τα σόλο». Όλοι μπορούν να έχουν αναφορές, επιρροές, και προτιμήσεις. Το ζήτημα όμως είναι να δένει το γλυκό στο τέλος. Στα Γυμνά Οστά μπορεί κανείς να βρει ψήγματα από Isaac Asimov και Robert Heinlein μέχρι λατινικές ζωολογίες της αρχαιότητας, Jorge Luis Borges και τα ζόμπι του George Romero. Μάλιστα αν κάνεις τον έξυπνο μπορείς να πέσεις και έξω. «Όχι το Τσέρνομπιλ, ένα χρονικό του μέλλοντος της Svetlana Alexievich δεν ήταν στις επιρροές για τα Γυμνά Οστά» λέει ευγενικά αλλά κάπως αυστηρά ο Δημοσθένης Παπαμάρκος διαλύοντας τις υπερφίαλες σιγουριές μου. «Ήταν όμως βασική επιρροή για την Εξημέρωση». Επιστρέφοντας στο soundtrack της δημιουργίας, ο David Bowie και ο χαρακτηριστικός στίχος “ground control to Major Tom” δε θα μπορούσε να λείπει. «Για αυτό βάλαμε το πρόσωπό του μέσα στο κόμικ» λέει ο Kanellos Cob. Για μισό λεπτό όμως, πώς ακριβώς έγινε αυτό; «Με πήρε τηλέφωνο και μου ζήτησε τρία πρόσωπα για να μπουν ένθεση σε κάποια καρέ του κόμικ. Του είπα: David Bowie, Nikola Tesla, Άρης Βελουχιώτης». Μήπως τελικά, δεν υπάρχει σωτηρία; Ο ήλιος έχει χαθεί τελείως και καμία αχτίδα φωτός δεν περνάει μέσα από τις φυλλωσιές της Πλατείας Μεσολογγίου. Το σκοτάδι είναι απόλυτο και η ζέστη αφύσικη. Σκέφτομαι ξανά το motto του Warhammer 40Κ: In the grim distance future, there is only war. Έρχεται στο μυαλό μου το πρώτο-πρώτο καρέ από τα Γυμνά Οστά: ένα πελώριο μηχανικό χέρι θαμμένο στην άμμο που θυμίζει τον αρχαίο μύθο για τον Τάλω, το πρώτο ρομπότ της ιστορίας. Μία μηχανή που προστατεύει το νησί της Κρήτης και τους Μινωίτες από τις εξωτερικές απειλές. Έναν πολιτισμό δηλαδή που εξαφανίστηκε κάτω από την οργή της φύσης. Εκρήξεις ηφαιστείων, τσουνάμι. Τη μέρα της συνέντευξης στον Καναδά σημειώθηκαν θερμοκρασίες 49,5 Βαθμών Κελσίου. «Για μένα το καύσιμο στα Γυμνά Οστά ήταν το αίσθημα απαισιοδοξίας που έρχεται από την εξέταση των μελλοντικών σεναρίων (σ.σ: κλιματική αλλαγή, κοινωνικές αναταραχές). Δηλαδή, αν το θες, των στιγμών που με έπαιρνε από κάτω και δεν έβλεπα ελπίδα» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Παπαμάρκος. Αυτό που ήθελε να πετύχει στο κόμικ ήταν να παρουσιάσει έναν κόσμο χωρίς ορίζοντα ελπίδας, μια ατμόσφαιρα απόλυτης απελπισίας. Στα Γυμνά Οστά όμως ο αναγνώστης δεν έρχεται αντιμέτωπος με έναν αυτάρεσκο ύμνο στην απαισιοδοξία. Από την απόλυτη απελπισία που ντύνεται ψυχεδελικά χρώματα προχωράμε σε μία ελπίδα, ή μάλλον σε μια λύτρωση που έρχεται μόνο στο τέλος, χωρίς να είναι ένα φτηνό happy ending. «Αν δουμε τον νιχιλισμό στα πλαίσια της επιβίωσης (όταν φτάνεις στο σημείο που σκέφτεσαι ότι πρέπει να παραμένεις στη ζωή με κάθε τρόπο), αν αυτό είναι μηδενιστικό, ΟΚ, παίρνεις τις αποφάσεις σου. Σε τέτοιες συνθήκες η λογική αλλάζει. Και η έννοια της ηθικής αλλάζει και αυτή» σημειώνει ο Kanellos Cob. «Ο μηδενισμός του κεντρικού χαρακτήρα, του άντρα, είναι αυτός: έχει δει τον κόσμο σε όλη του την πορεία, γνωρίζει πως δεν υπάρχει λύση, αφού είμαστε πολύ καιρό μετά τη στιγμή που θα μπορούσαμε να γλιτώσουμε την καταστροφή, και ουσιαστικά εκείνος επιμένει να γραπώνεται στη ζωή γιατί αυτό είναι το ένστικτό του» εξηγεί ο Παπαμάρκος. «Δε θέλει να εγκαταλείψει γιατί ποτέ κανένας οργανισμός δεν τα παρατάει» Τελικά, υπάρχει σωτηρία ή όχι; «Μία βασική ιδέα πίσω από το κόμικ ήταν η εξής: η ανθρωπότητα έχει κάνει πολλά μοιραία λάθη μέσα από τα χιλιάδες χρόνια και την έχει σκαπουλάρει, έτσι στα Γυμνά Όστα βλέπουμε την άλλη όψη του νομίσματος. Την εξέταση δηλαδή της πιθανότητας του τι θα συμβεί σε περίπτωση που δε σώσουμε την παρτίδα την τελευταία στιγμή. Ένας κόσμος όπου η καταστροφή του περιβάλλοντος συνεχίζεται χωρίς κανένα stop· ένας κόσμος που φτάνει κυριολεκτικά στα άκρα». ΟΚ, όντως τα πράγματα είναι σοβαρά, στον Καναδά το θερμόμετρο άγγιξε τους 50 Βαθμούς Κελσίου. Πίνω μια γουλιά από την μπύρα μου γιατί το στόμα μου έχει στεγνώσει και παραπονιέμαι λίγο για τον καύσωνα. Kanellos Cob: Δεν είναι καύσωνας, η κλιματική αλλαγή είναι. Ένα ρομπότ που το έλεγαν Λόλα Δεν υπάρχει πιο γελοία ερώτηση από το «πείτε μου μια αστεία ιστορία» αλλά την κάνω. Ποτέ δεν ξέρεις. Το δημιουργικό ντουέτο ανταλλάσει ματιές και ένα μειδίαμα εμφανίζεται στα χείλια και των δύο. «Πες του για τη Λόλα». Ποια Λόλα ρε παιδιά; «Η μηχανή που πρωταγωνιστεί ανήκει στο μοντέλο Θ.Ο.Ρ.Α.Κ.Σ, έπρεπε όμως να της/του βρούμε κάποιο όνομα» δίνει τις απαραίτητες διευκρινίσεις ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, για να συνεχίσει: «Έτσι αφού στο περιοδικό Μπλε Κομήτης, εκεί όπου εμφανίστηκαν για πρώτη φορά τα Γυμνά Οστά, ονομαζόταν Βλαντ, το λέγαμε έτσι μεταξύ μας για να συνεννοούμαστε». Καταλαβαίνω από την όψη και των δύο ότι κάτι τους έλειπε. «Ποιος Βλαντ; Να τον πούμε Λόλα» λέει ο Kanellos Cob καθώς θυμάται το σκηνικό. Μάλιστα μου εξηγεί πως όταν είναι να δουλευτεί ένας χαρακτήρας, καλό είναι να δοκιμάζεται και σε συνθήκες εκτός concept. Για να υπάρξει, να γίνει πιο αληθινός. «Έτσι έκανα το πολεμικό ρομπότ να μοιάζει με drag queen. Να φοράει φτερά και πούπουλα και να το φωνάζουν Λόλα». Είναι φανερό ότι αυτοί οι δύο έχουν αναπτύξει έναν κώδικα επικοινωνίας παρότι έχουν τελείως διαφορετικές προτιμήσεις στα διαβάσματά τους. Πάνω στην κουβέντα μου ανέφεραν πως εκεί που συναντήθηκαν ήταν οι φιλμογραφικές αναφορές. Έβλεπαν και βλέπουν ταινίες σαν παλαβοί. «Θέλω δύο σελίδες να κάνω κάτι σουρεαλιστικό. Το έχεις;» του ζήτησε σε κάποια φάση ο Kanellos Cob. Στο σενάριο δεν υπήρχε τίποτα τέτοιο, ο Παπαμάρκος όμως έστυψε το μυαλό του, και ένα καλοκαιρινό μεσημέρι στο χωριό του, τη Μαλεσίνα, είδε ένα όνειρο. Οι εικόνες έγιναν ένα υπερρεαλιστικό τετρασέλιδο γεμάτο μεταμορφώσεις, γεμάτο χερουβείμ, γεμάτο σκηνές ταμπού. Του λέω ότι μου δίνεται η αίσθηση ότι έχουν γίνει εκατομμύρια διορθώσεις στο κείμενο. «Μέχρι το Γκιακ δεν έκανα πολλές διορθώσεις. Κάθε διήγημα το έγραφα με τη μία. Το Νόκερ το ολοκλήρωσα σε 16 ώρες. Εδώ όμως πέθανα. Διόρθωνα μέχρι και την τελευταία στιγμή». Τι έγινε όμως λίγο πριν τυπωθούν τα Γυμνά Οστά; «Τελειώνει το κόμικ. Παίρνω το draft pdf να διορθώσω κείμενο και βλέπω το ρομπότ να είναι γραμμένο όντως ως Λόλα» λέει ο Δημοσθένης, όσο ο Kanellos γελά. Όχι, δεν τυπώθηκε έτσι. Ποιο είναι τελικά το όνομα του συγκεκριμένου Θ.Ο.Ρ.Α.Κ.Σ μοντέλου; Θα πρέπει να πάρεις το κόμικ για να μάθεις. Εις το επανιδείν Σε αντίθεση με τα μυθιστορήματα που εκτός εξαιρέσεων δεν έχουν συνέχεια, τα περισσότερα κόμικ έχουν sequel. Όλα όμως δείχνουν ότι θα χρειαστεί να περιμένουμε λίγο για το επόμενο επεισόδιο από τα Γυμνά Οστά. Υπάρχουν άλλωστε και άλλα project που τρέχουν. «Τον Σεπτέμβριο ξεκινάω με τις Εκδόσεις Πατάκη, θα εικονογραφήσω ένα βιβλίο της Ζωρζ Σαρρή, τον Θησαυρό της Βαγίας» αποκαλύπτει ο Kanellos Cob λίγο πριν το λήξουμε. Και συνεχίζει: «Έχω συμβόλαιο με γαλλικό εκδοτικό για να κάνουμε μία εικονογραφημένη έκδοση της βιογραφίας του Bobby Sands». Να μια ιστορία που όλοι ξέρουν αλλά ελάχιστοι γνωρίζουν τι πραγματικά συνέβη. Όσο για τον Δημοσθένη Παπαμάρκο; «Είμαι σε φάση που προετοιμάζω κάτι πεζογραφικό. Μάλλον, είναι η ιδέα που θα αρχίσω». Όταν όμως κάτσουν να φτιάξουν το sequel για τα Γυμνά Οστά, τι να περιμένουμε; Μια τελική λύση για το μείζον πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής; Μια λυτρωτική ιστορία όπου οι καλοί θριαμβεύουν ενάντια στο κακό; Μία πραγματική ελπίδα για το μέλλον; Ο 36χρονος κομίστας αναλαμβάνει να ρίξει την αυλαία της βραδιάς με την απάντησή του. «ΚΑΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ». Και το σχετικό link...
  6. Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, συγγραφέας του «Γκιακ», συνυπογράφει με τον Kanellos Cob το graphic novel «Γυμνά οστά», που προβάλλει στο μέλλον τον εφιάλτη του παγκόσμιου παραλογισμού. Δημοσθένης Παπαμάρκος «Οι μηχανές, ακόμα και μετά από όλα αυτά τα χρόνια, είναι ανίκανες να συναγωνιστούν την ανθρωπότητα στην ευχέρειά της για αδικαιολόγητη βία. Δεν είναι στη φύση τους, σε αντίθεση με μας». Το λέει ένας σκληροτράχηλος άντρας που έχει χάσει το ένα μάτι του στη μάχη. Ένας άντρας χωρίς όνομα, που τρέφεται με υπολείμματα ανθρώπων ή μάλλον με μάζες ύλης που προέρχονται από αλλοτινούς πιλότους μηχανών, οι οποίες έσπερναν τον θάνατο σε ανθρώπους. Το λέει σε μια γυναίκα σταλμένη στη Γη από μια συνομοσπονδία πλανητών που συνεργάζονται σε ένα «μερκατοκρατικό» (sic) επίπεδο, με αποστολή να ανιχνεύσει το πώς θα μπορέσουν να οικειοποιηθούν την υψηλή τεχνολογία διάδρασης ανθρώπων και μηχανών για την οποία ξεχωρίζει αυτός ο πλανήτης. Τη συνέλαβαν μακριά από το διαστημόπλοιό της, ο άντρας μαζί με το «Θ.Ο.ΡΑ.Κ.Σ.» (sic) με το οποίο εκείνος συνεργάζεται. Σ’ αυτό αναφέρεται όταν της μιλά για «μηχανές»: στον τεράστιο «εξωσκελετό» (sic), την ενεργό πανοπλία που κινείται πια χωρίς πιλότο έχοντας αποκτήσει αυτόνομη συνείδηση. Έχει προηγηθεί ένας θερμοπυρηνικός παγκόσμιος πόλεμος, η βλάστηση είναι οργιώδης και έχει τυλίξει τα τσιμεντένια κτίρια και τα ερείπια των πιο αρχαίων πολιτισμών, τον Ναό του Ποσειδώνα, τον τάφο του Ατρέα, τις ανατιναγμένες πόλεις, τα πυρηνικά απόβλητα και τις κατεστραμμένες φονικές μηχανές. Αυτές, που ήταν τόσο εξελιγμένες ώστε έπαιρναν ενέργεια από τους πιλότους τους… Το τοπίο είναι απειλητικό, και οι δυο τους, για το αμοιβαίο όφελός τους, έχουν γίνει κυνηγοί των κυνηγών τους. Καλώς ήρθατε στα Γυμνά οστά, το graphic novel-γροθιά στο στομάχι που συνυπογράφουν δύο ανήσυχοι 40άρηδες: ο Δημοσθένης Παπαμάρκος και ο Kanellos Cob (εκδ. Polaris). Ο ιστορικός της ελληνιστικής αρχαιότητας, βραβευμένος πεζογράφος και σεναριογράφος, μαζί με τον γεννημένο στην Αθήνα, σπουδαγμένο συντηρητή αρχαιοτήτων και βραβευμένο κομίστα που σταδιοδρομεί στη Γαλλία, δημιούργησαν ένα μυθιστόρημα-σε-εικόνες, που μπορεί να διεκδικήσει διεθνή καριέρα τόσο για το εικαστικό όσο και για το θεματικό ειδικό βάρος του. Το βιβλίο τους, σε ιδέα και σενάριο του Παπαμάρκου, προβάλλει στο μέλλον τον εφιάλτη του παγκόσμιου παραλογισμού που γιγαντώνεται σήμερα με τη σκυταλοδρομία των εξοπλισμών, με την ακόρεστη δίψα για οικονομική εξουσία, με τη συνεχιζόμενη καταστροφή των βιότοπων του πλανήτη, αλλά όχι μόνο. Γιγαντώνεται πρώτα με την απαξίωση, τον ευτελισμό, την περιφρόνηση, την αδιαφορία, τον απενοχοποιημένο κυνισμό για τους πληθυσμούς των ανθρώπων που αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμοι. Και δεν είναι μόνο οι μεταναστευτικές ροές, είναι και οι μικροκοινότητες των μεγαλουπόλεων που δεν χωρούν στα σχέδια των κυρίαρχων. Το graphic novel των Παπαμάρκου και Cob ζωντανεύει, με υποδειγματική οικονομία στον λόγο, αυτή την ήδη διαφαινόμενη δυστοπία περιγράφοντας μια πορεία θανάτου σε ένα τοπίο θανάτου. Έτσι, τα Γυμνά οστά διασταυρώνονται με τη συλλογή διηγημάτων Γκιακ (Αντίποδες 2014, Πατάκης 2020) του Παπαμάρκου, που εμπνεόταν από την αιματηρή προέλαση του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία, όπως διασταυρώνονται και με την ομηρική «Νέκυια» της Οδύσσειας. Όμως τώρα, σε τούτο το μελλοντολογικό τοπίο για το οποίο ευθύνεται η δική μας εποχή, κανένας χαρακτήρας, μα κανένας, δεν είναι «καλός». Και δεν ξέρουμε εάν κάποιος από τους βασικούς τρεις θα προλάβει, ούτε εάν θα θελήσει ή εάν θα μπορέσει να κάνει κάποτε κάτι καλό. Και ποιο θα είναι εκείνο; Η προσπάθεια βελτίωσης αυτού του μετα-κόσμου ή η ανατροπή του; Άνθρωποι σαν μπαταρίες «Ήθελα να διερευνήσω την πιο σκοτεινή πλευρά της ανθρωπότητας» εξηγεί στην «Εφ.Συν.» ο Παπαμάρκος. «Λέμε ότι η αρετή του ανθρώπινου είδους είναι η θέληση να αίρεται στο ύψος του απέναντι σε κάθε αντιξοότητα. Ο πλανήτης έχει φτάσει στα όριά του, το βλέπουμε. Αλλά αντί να αναθεωρήσουμε το μοντέλο ζωής μας, αναζητάμε νέα εργαλεία για να το προστατέψουμε. Αντί να πούμε ένα «στοπ» στην ανάπτυξη σπρώχνουμε ολοένα πιο μακριά τα όριά της. Αντί να σταματήσουμε τους πολέμους, αναζητάμε την τεχνολογία που θα μας επιτρέψει να τους κάνουμε από μακριά. Στα Γυμνά οστά έχει γίνει ένας ολοκληρωτικός πόλεμος, τα πεδία μάχης είναι τόσο ραδιενεργά που οι στρατιώτες και οι γύρω πόλεις πεθαίνουν. Αλλά η απάντηση είναι η “Θωράκιση οπλίτη ραδιοανθεκτικού κατάφρακτου συντάγματος”: τα Θ.Ο.ΡΑ.Κ.Σ. Μάλιστα όταν οι πιλότοι-“εταίροι” (sic) τους θα εμφανίσουν μετατραυματικό στρες, αυτά θα “βελτιωθούν” τεχνολογικά ώστε να αποκτήσουν μεγαλύτερη αυτονομία στον εγκέφαλό τους: μια νοημοσύνη επικουρική της ανθρώπινης που θα τους επιτρέπει την πράξη -όχι την απόφαση- του φόνου. Ώσπου από ένα ατύχημα προκύπτει ένα υβρίδιο ανθρώπινης και τεχνητής νοημοσύνης. Οπότε αποχαλινώνονται. Αντιμετωπίζουν κάθε ανθρώπινη μορφή ζωής σαν “μπαταρία”. Ό,τι έχει απομείνει από την ανθρωπότητα το κυνηγούν για να το καταναλώσουν. Με εξαίρεση το Θ.Ο.ΡΑ.Κ.Σ στο πρωταγωνιστικό μου δίδυμο, που είναι προϊόν κάποιας μετάλλαξης. Ωστόσο ούτε αυτό το δίδυμο πιστεύει πως υπάρχει σωτηρία σ’ αυτόν τον πλανήτη όπου όλοι αλληλοτρώγονται». Αλλά τα πράγματα είναι ακόμα πιο σύνθετα. Όχι μόνο επειδή υπάρχει το μάτι της συνομοσπονδίας των άλλων πλανητών που στέλνουν την κοπέλα-«πρόσκοπο» (sic) με τον… Ευρωστρατό τους για να αντλήσουν οφέλη (εδώ, τεχνογνωσία) ακόμη και από μια ολοκληρωτική καταστροφή. Κάπου κρυμμένη υπάρχει και η ελίτ που ποτέ δεν μένει άπραγη. Είναι οι «τεχναριστοκράτες» (sic) που διέφυγαν τις τελευταίες μέρες της σύγκρουσης στην κοιλάδα των Δελφών(!) με επίσημη δικαιολογία να επιχειρήσουν την ανοικοδόμηση. Στην πραγματικότητα όμως για να κατασκευάσουν ένα διαστημόπλοιο και να σωθούν μόνοι τους. Εδώ το πολιτικό σχόλιο του συγγραφέα είναι εύγλωττο. Άρα; Άρα η συνέχεια επί… του graphic novel και επί των εικόνων του Κανέλλου Μπίτσικα (Kanellos Cob), που «μιλούν» με αφηγηματική δύναμη, με φοβερή βία και με καθηλωτική ποιητικότητα. Ο Γιάννης Κουκουλάς, που αναδεικνύει την «9η Τέχνη» των κόμικς στο εβδομαδιαίο καρέ καρέ της «Εφ.Συν.», θα έχει κι άλλα πολλά να πει. Φιλοσοφικά ερωτήματα «Το σενάριο για τα Γυμνά οστά τελείωσε πριν από την πανδημία και κατά κάποιο τρόπο επιβεβαιώνει την ευθύνη της ανθρωπότητας για όσα συμβαίνουν στον πλανήτη» σχολιάζει ο Παπαμάρκος. «Ακόμη και το εμβόλιο του Covid έγινε μπίζνα». Πράγματι, αυτό το βιβλίο διαβάζεται απνευστί σαν δυσοίωνη περιπέτεια κανιβαλισμού με μεγάλες δόσεις σασπένς και εντυπωσιακή ατμόσφαιρα. Αλλά στο τέλος επικρατούν τα φιλοσοφικά ερωτήματα που ακουμπάνε με νύξεις στη χριστιανική εξόδιο ακολουθία όσο και στην ελληνική μυθολογία με αναφορά στις Ερινύες κ.ά. Ο Παπαμάρκος, με χαρακτήρες που δεν ξέρουμε σε ποιο βαθμό είναι άνθρωποι και σε ποιο φονικές μηχανές, μας εισάγει σε έναν μελλοντικό κόσμο όπου επικρατεί η ανωνυμία και η ισονομία του θανάτου και όπου κάθε στοιχείο πολιτισμού έχει ακυρωθεί. Και μας προκαλεί να στοχαστούμε την εμπλοκή μας στην οικοδόμησή του και να θέσουμε ερωτήματα όπως: «τι κάνει τον άνθρωπο;» ή «εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, τότε;» Είναι χαρακτηριστικό το ότι τα Γυμνά οστά δεν υιοθετούν το μοτίβο της επανάστασης των μηχανών-που-αποκτούν-συνείδηση, μοτίβο κλασικό πλέον στην επιστημονική φαντασία, αλλά αντλούν στοιχεία από τον μύθο των ζόμπι. Επίσης ότι πλάθουν ένα δικό τους λεξιλόγιο και παράλληλα εισάγουν τις ελληνικές αρχαιότητες σαν αρχιτεκτονικό μοτίβο που υπαινίσσεται τη συγχρονία της Ιστορίας. Διότι το αύριο συγκατοικεί ήδη με το χθες. Και το σχετικό link...
  7. Δεν ήταν μια συνηθισμένη, φυσιολογική χρονιά αυτή που φεύγει. Μια από τις πολλές συνέπειες της κυριαρχίας του ιού επί των ζωών μας ήταν και η ελάττωση της παραγωγής κόμικς. Λίγο πριν από το νέο έτος ξαναθυμόμαστε τα σημαντικότερα έργα του 2020 με την ευχή του χρόνου τέτοιες μέρες τα πράγματα να είναι καλύτερα. «Οι Όμηροι του Γκαίρλιτς» του Θανάση Πέτρου (εκδόσεις Ίκαρος) Ήρωες ή προδότες; Οι Όμηροι του Γκαίρλιτς στο περιθώριο (ή στην καρδιά;) του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου γίνονται οι ανώνυμοι πρωταγωνιστές σε μια ιστορία διχασμού και πολέμου. Ξεχασμένοι από όλους, έρμαια των παλινωδιών και της αναποφασιστικότητας της ελληνικής κυβέρνησης, οι Έλληνες φαντάροι ένιωσαν στο πετσί τους την έννοια της εγκατάλειψης. Ο Θανάσης Πέτρου παρουσιάζει έπειτα από εξαντλητική έρευνα και τεκμηρίωση τις ζωές αυτών των ανθρώπων σε μια από τις ελάχιστα γνωστές πτυχές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, στην οποία αντικατοπτρίζονται μοναδικά οι πολιτικές συνθήκες της εποχής. «Ληστές» των Γιάννη Ράγκου και Γιώργου Γούση (εκδόσεις Polaris) Στην Ήπειρο των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα, με κεντρικά πρόσωπα τους ληστές που λυμαίνονταν την ύπαιθρο αλλά και τις πόλεις, τοποθετείται η μυθοπλασία των Γιάννη Ράγκου (σενάριο) και Γιώργου Γούση (σχέδια). Μια ιστορία που μπορεί να έχει φανταστικούς πρωταγωνιστές, αλλά βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και είναι εμπνευσμένη από τη ζωή των αδελφών Ρέντζου. Νουάρ ατμόσφαιρα, ηθογραφία, ακρίβεια σε όλα τα πραγματολογικά στοιχεία και τα ιστορικά δεδομένα χαρακτηρίζουν αυτή την ιδιότυπη βιογραφία, από την οποία αναδύονται όλες οι κλασικές παθογένειες του νεοελληνικού κράτους και η διαχρονικά αμετάβλητη διαφθορά της εξουσίας. «Berlin» των Κυριάκου Αθανασιάδη και Νικόλα Κούρτη (εκδόσεις Jemma Press) Ένας λιγόλογος και φλεγματικός ιδιωτικός ντετέκτιβ που ασχολείται με μικροϋποθέσεις δέχεται μια δελεαστική πρόταση που μπορεί να αλλάξει (ή να τερματίσει) τη ζωή του. Αναλαμβάνει τη δουλειά αδιαφορώντας για τους κινδύνους. Αλλά αυτοί θα είναι τελικά απρόβλεπτοι και πολύ περισσότεροι σε μια θηριώδη, επιβλητική και απάνθρωπη μητρόπολη που λέγεται Μπερλίν. Σε μια πνιγηρή και κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και με πολλά στοιχεία εξπρεσιονιστικού και παραφυσικού τρόμου, η αυτοτελής νουάρ ιστορία των Αθανασιάδη και Κούρτη αποτελεί την αρχή μιας σειράς που αναμένεται να έχει πολλές ακόμη συνέχειες. «Στο δάσος» των Σπύρου Γιαννακόπουλου και Στέλλας Στεργίου (εκδόσεις Πατάκη) Ένα μοντέρνο παραμύθι που πλάθεται με σκοπό να ανατρέψει κάθε στερεότυπο και κάθε σύμβαση του είδους φιλοτεχνούν ο συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας Σπύρος Γιαννακόπουλος και η γνωστή από την υπέροχη εκδοχή του «Μικρού Πρίγκιπα» Στέλλα Στεργίου. Η συνταγή τα έχει όλα: μάγισσες, γίγαντες, τέρατα, νάνους, μαγεμένες βατραχίνες, πρίγκιπες και σκουπόξυλα. Αλλά τίποτα δεν πηγαίνει όπως συνηθίζεται σε παρόμοιες ιστορίες. Οι ανατροπές κρύβονται σε κάθε γωνιά αυτού του γοητευτικού δάσους που διαβάζεται εξίσου απολαυστικά από μικρούς και μεγάλους. «1800» του Θανάση Καραμπάλιου (εκδόσεις Jemma Press) Στο τέταρτο μέρος της βραβευμένης σειράς «1800», με τίτλο «Χάκι» (= εκδίκηση στα αρβανίτικα) ο Θανάσης Καραμπάλιος παρακολουθεί και καταγράφει τα επόμενα βήματα της οικογένειας των Καραμάνων λίγο πριν από την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Κλέφτες και αρματολοί, Έλληνες και Τούρκοι, στρατιώτες και χωρικοί, πλούσιοι και φτωχοί στην ακόμα ρευστή, σαν καζάνι που κοχλάζει, ελληνική ύπαιθρο, παρουσιάζονται με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια σε μια μυθοπλασία που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον μπλέκοντας πραγματικά πρόσωπα και fiction χαρακτήρες και προχωρώντας βήμα βήμα προς τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που θα ακολουθήσουν σε λίγα χρόνια. «Η γυναίκα με τα τραπουλόχαρτα» της Αλέξιας Οθωναίου (εκδόσεις Jemma Press) Μια σειρά από εγκλήματα με θύματα επιτυχημένους άνδρες στοιχειώνουν τη σκέψη και τη ζωή ενός ντετέκτιβ που πασχίζει να λύσει το μυστήριο στη βροχερή και αφιλόξενη Αθήνα μιας νουάρ και σκοτεινής ιστορίας. Σε κάθε κατακρεουργημένο πτώμα κρύβεται και ένα διαφορετικό τραπουλόχαρτο που οδηγεί στην επόμενη κίνηση σε μια παράδοξη και εφιαλτική παρτίδα πόκερ. Κι όλα αυτά στη βαριά σκιά ενός μεγάλου και μοιραίου έρωτα που αποτελεί μέρος της ίδιας παρτίδας, από την οποία κανείς από τους παίκτες δεν μπορεί να βγει. «Ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου» των Αγγελικής Δαρλάση και Δημήτρη Μαστώρου (εκδόσεις Μεταίχμιο) Ένα κλασικό βιβλίο της Άλκης Ζέη, μιας από τις σπουδαιότερες εκπροσώπους της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, προσαρμόζουν σε κόμικς η συγγραφέας Αγγελική Δαρλάση και ο Δημήτρης Μαστώρος. Η ιστορία ξεκινά μια μέρα πριν οι Ιταλοί κηρύξουν τον πόλεμο στην Ελλάδα το 1940 και εξελίσσεται μέχρι τη λήξη του πολέμου μέσα από τα μάτια και τη ζωή του μικρού Πέτρου που βλέπει τον εαυτό του να «ενηλικιώνεται» απότομα υπό καθεστώς κατοχής. Κι ας είναι μόνο εννιά χρονών όταν ακούει τις πρώτες σειρήνες. Η πείνα, οι διωγμοί, ο φόβος, ο θάνατος αλλά και η φιλία, η Αντίσταση, η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά εναλλάσσονται σε ένα υπέροχο βιβλίο που γεννά σπάνια συναισθήματα στον αναγνώστη. «Μετεωρίτες» των Τάκη Θεοδοσίου και John Antono (εκδόσεις Λόγος Slovo Α-Ω) Διευθυντής του Ελληνικού Μουσείου Μετεωριτών ο Τάκης Θεοδοσίου και πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς με επιστημονικές ανησυχίες ο Γιάννης Αντωνόπουλος, συνεργάζονται σε ένα σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα βιβλίο εκλαΐκευσης της επιστημονικής γνώσης. «Ταξίδι στη Γνώση» είναι ο υπότιτλός του και πράγματι προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία στον αναγνώστη του να μάθει τι ακριβώς είναι οι μετεωρίτες, από πού έρχονται, ποιες οι διαφορές τους, τι μας διηγούνται για την ιστορία του ηλιακού συστήματος, πόσο κινδυνεύουμε από αυτούς, πώς θα εκμεταλλευτούμε την ύπαρξή τους. «Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς» των Γιώργου Σκαμπαρδώνη και Δημήτρη Κερασίδη (εκδόσεις Μικρός Ήρως) Τέσσερις ρεμπέτες που μετέπειτα έγραψαν ιστορία, ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Γιώργος Μπάτης, ο Ανέστος Δελιάς και ο Στράτος Παγιουμτζής αποτέλεσαν την Τετράδα την Ξακουστή του Πειραιώς, μια ρεμπέτικη κομπανία που σχηματίστηκε το 1934. Η ιστορία τους βασίζεται στο βιβλίο «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας» του συγγραφέα Γιώργου Σκαμπαρδώνη, ενώ τα σχέδια φιλοτεχνεί ο Δημήτρης Κερασίδης και το εξώφυλλο ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ιστορία μιας παρέας που άφησε εποχή και μέσω αυτής η ιστορία του ρεμπέτικου ως κοινωνικού και καλλιτεχνικού φαινομένου αλλά και η κατάσταση της Ελλάδας την προπολεμική περίοδο. «All Hell Broke Loose» των Αντώνη Β. και Λέανδρου (εκδόσεις Skewed Press) Η Κόλαση στις εικόνες του Λέανδρου και τα κείμενα του Αντώνη Β. είναι οι σύγχρονες βρόμικες, εχθρικές και σκοτεινές μητροπόλεις και οι κολασμένοι πολίτες καίγονται στα καζάνια της. Αλλά δεν έχουν συνθηκολογήσει. Και κάποια μέρα ξεχύνονται στους δρόμους για να πάρουν εκδίκηση. Πάνω στις φωτογραφίες του Αντώνη Β. από το Όκλαντ της Νέας Ζηλανδίας, το Χονγκ Κονγκ και το Λος Αντζελες που θα μπορούσαν να έχουν ληφθεί από κάθε μεγαλούπολη της Δύσης, ο Λέανδρος στήνει τα δικά του σχέδια και παρουσιάζει ένα «πριν» απελπισίας και ένα φωτεινό «μετά» από το ξέσπασμα της βίας και της επανάκτησης της αξιοπρέπειας έστω κι αν το μέλλον θα είναι πάντα αβέβαιο και υπό διαμόρφωση. «Scary Tales» του Πάνου Ζάχαρη (εκδόσεις Jemma Press) Ο Κακός Λύκος, τα Τρία Γουρουνάκια, ο Κοντορεβιθούλης, η Κοκκινοσκουφίτσα, ο Πίτερ Παν, ο Πινόκιο, ο Λαγός κι η Χελώνα συμπρωταγωνιστούν στα «τρομακτικά παραμύθια» του Πάνου Ζάχαρη που δημοσιεύονται κάθε εβδομάδα στις σελίδες της Εφ. Συν. Ο τρόμος ωστόσο δεν προκύπτει από το περιεχόμενο των πρωτότυπων παραμυθιών αλλά από τις απολαυστικές παρωδίες του δημιουργού τους, από τους ευφυέστατους αναχρονισμούς του, από τη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα στην οποία παραπέμπουν. Όλα τα στριπάκια του Ζάχαρη αποτελούν μοναδικά χιουμοριστικά σχόλια πάνω στην εξοργιστική γύμνια των βασιλιάδων αλλά και την κομφορμιστική σιωπή των υπηκόων τους. «Καραντινιέροι» του Κλήμη Κεραμιτσόπουλου (αυτοέκδοση) Ως «μια αφ’ υψηλού και εκ του ασφαλούς θεώρηση καταστάσεων εγκλεισμού» χαρακτηρίζει σαρκαστικά και αυτοσαρκαστικά ο ίδιος ο δημιουργός το έργο του. Και καταγράφει τη διόλου αρμονική συμβίωση δύο συγκατοίκων στα χρόνια της καραντίνας και του κορονοϊού. «Τι μέρα είπαμε ότι είναι;» είναι η λιτή και λακωνική φράση που παίζει τον ρόλο του προλόγου για να ξεκινήσει ένα χιουμοριστικό «πιτζάμα πάρτι», με μόνους πρωταγωνιστές δύο φίλους σε κατάσταση απομόνωσης και σε διαρκή ανταγωνισμό για το ποιος θα ξεστομίσει την πιο απαισιόδοξη και φαρμακερή ατάκα. Αν όλα αυτά κάτι θυμίζουν στους περισσότερους από εμάς, δεν είναι τυχαίο. Όπως δεν είναι τυχαίο ότι τα ζούμε ακόμα και απ’ ότι φαίνεται θα συνεχίσουμε για πολύ ακόμα. Και το σχετικό link...
  8. Η ιστορία των αδερφών Ρεντζαίων, των «βασιλιάδων της Ηπείρου», γίνεται έμπνευση για το ατμοσφαιρικό κόμικ «Ληστές», από τους δημιουργούς του Ερωτόκριτου. Μιλήσαμε με τον σεναριογράφο και σχεδιαστή Γιώργο Γούση για το μύθο και την αλήθεια αυτών των θρυλικών ιστοριών. Το φαινόμενο της ληστοκρατίας κυριάρχησε στο νεοελληνικό κράτος σχεδόν για έναν αιώνα, μέχρι και τα μέσα των 30s, με τη σύγκρουση παράδοσης και νεωτερικότητας να βρίσκεται στην καρδιά του. Από τη μία, έχεις το κράτος που σταδιακά οργανώνεται ως κάτι πιο σύγχρονο και κεντρικό, από την άλλη έχεις τις μικρές αυτόνομες κοινότητες των απομακρυσμένων βουνών. Σε αυτό το σκηνικό της Ελληνικής υπαίθρου των αρχών του αιώνα βλέπουμε πολλούς ληστές να εξαπλώνουν τη δράση τους, ανάμεσά τους αρκετοί ξακουστοί. Δύο εξ αυτών, τα αδέρφια Ρέντζου, δίνουν την έμπνευση σε δύο δημιουργούς να αναπτύξουν μια συναρπαστική, επική ιστορία κάπου ανάμεσα στο νουάρ, το γουέστερν, τη μαφιόζικη περιπέτεια και την ηθογραφία, με φόντο την Ήπειρο της γέννησης του 20ου αιώνα. Στο κόμικ Ληστές: Η Ζωή και ο Θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα (Εκδόσεις Polaris), οι Γιώργος Γούσης και Γιάννης Ράγκος εμπνέονται από τους Ρεντζαίους για να αφηγηθούν μια ιστορία κοντά μεν στην αλήθεια, αλλά και μακριά την ίδια στιγμή. Όπως εξάλλου συμβαίνει και με τους ίδιους τους πρωταγωνιστές αυτών των ιστοριών, τους ίδιους τους λήσταρχους, που βάσιζαν μεγάλο μέρος της φήμης τους σε μύθους γύρω από το όνομα και τη δράση τους στα απομονωμένα χωριά. Οι δημιουργοί του υπερ-επιτυχημένου Ερωτόκριτου επιστρέφουν με μια ακόμα εξαιρετική δουλειά, όπου το ασπρόμαυρο, ατμοσφαιρικό σχέδιο του Γούση ντύνει λεπτομερώς μελετημένα σκηνικά και μια μοναδική εκδοχή γλώσσας της εποχής, για να απολαύσουμε τελικά μια ιστορία χαρακτήρων και δράσης σε ένα βαθιά Ελληνικό σκηνικό, βγαλμένο από την καρδιά της νεοελληνικής παράδοσης. Το πρώτο από τα δύο προβλεπόμενα μέρη των Ληστών κυκλοφορεί ήδη στα βιβλιοπωλεία κι εμείς μιλήσαμε με τον δημιουργό Γιώργο Γούση για το φαινόμενο των ληστών, τι ήταν αυτό που βρήκε συναρπαστικό σε αυτές τις ιστορίες, και το ρόλο του μύθου και της προπαγάνδας σε κάθε τοπικό θρύλο. Για την σχέση του κόμικ με την αληθινή ιστορία των Ρεντζαίων Δεν είναι βασισμένο 100% στους Ρεντζαίους, θεωρούσα πως το να έχουμε τα ονόματα θα οδηγούσε κάποιον να πιστεύει ότι είναι ντοκουμέντο, ότι διαβάζει ιστορική έρευνα. Θέλαμε να μπορούμε να αυθαιρετήσουμε και να εξυπηρετήσουμε τη δική μας ιστορία εν τέλει. Στην αρχή η ιδέα ήταν να δούμε την ιστορία αυτών των 2 ανθρώπων. Συνειδητοποιήσαμε καταρχάς ότι δε μπορούσαμε να ξέρουμε διάφορα κομβικά σημεία της ζωής και των αποφάσεων που πήραν, δεν ξέραμε τους λόγους και δε μπορούσαμε καν να τους υποψιαστούμε. Οπότε γνωρίζαμε πως αναγκαστικά θα αυθαιρετούσαμε με έναν τρόπο. Οπότε αποφασίσαμε αφού δεν θέλαμε να εγκλωβιστούμε στην πραγματικότητα, να αλλάξουμε τα ονόματα ώστε να δικαιολογείται η αυθαιρεσία. Και το άλλο πρόβλημα όταν κάνεις ιστορική έρευνα είναι ότι δεν πρέπει να χαθείς. Υπάρχει δηλαδή και το αντίθετο, να διαβάζεις για αληθινά περιστατικά και να πεις, Αφού αυτό έγινε έτσι, γιατί να μην το βάλω κι αυτό μέσα; Γιατί δεν είναι μουσείο με εκθέματα. Μία ιστορία πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος. Για το πώς ήρθε σε επαφή με την ιστορία των Ρεντζαίων Πριν πολλά χρόνια είχε φτάσει σπίτι ένα βιβλίο, μια αυτοέκδοση του Νίκου Πάνου, ενός ανθρώπου που έκανε την έρευνά του από μεράκι. Λεγόταν Ρεντζαίοι: Οι Βασιλείς της Ηπείρου, και μου κίνησε την περιέργεια. Ήταν μια σκόρπια έρευνα, όχι δηλαδή μυθιστόρημα, αλλά διαβάζοντας την ιστορία με κέρδισε αγνά η αφήγηση και η εξέλιξη των χαρακτήρων. Ήταν συναρπαστική η ίδια η εξέλιξη της ζωής τους. Και είχε πολλά στοιχεία πολιτικά στο φόντο, πώς αλλάζανε τάξη, πώς από παράνομοι γίνονταν νόμιμοι, πως εγκολπίζονταν από πολιτικά στελέχη, από την αστυνομία. Ήταν από αυτές τις ιστορίες που μου αρέσει να βλέπω, έναν Scorsese ή ένα Κάποτε στην Αμερική. Είχε τέτοια στοιχεία η ίδια η ιστορία, οπότε με γοήτευσε και αποφάσισα να προσπαθήσω να το κάνω. Το χωριό των Ρεντζαίων είναι κοντά στο δικό μου αλλά δεν είναι ότι ήμουν ιστοριοδίφης. Θεώρησα είναι bigger than life η ιστορία, απλά αισθανόμουν κοντά στη νοοτροπία των ανθρώπων. Και υπάρχει μια σωματοδομή συγκεκριμένη, είναι πολύ Βαλκάνια. Κι έπειτα υπάρχει η ατμόσφαιρα της περιοχής, ομίχλη, υγρασία, που προσπάθησα να αναδείξω. Αυτοί οι άνθρωποι είναι κάπως βγαλμένοι από την πέτρα, από τη λάσπη, την ομίχλη. Αλλά όλα αυτά διαισθητικά, σαν μνήμες. Για το πώς πλέχτηκε η αλήθεια και η μυθοπλασία γύρω από τη μυθολογία των ληστών Όπου διαβάσαμε για ένα περιστατικό που μπορεί να φαινόταν όχι ρεαλιστικό αλλά ταίριαζε, το βάλαμε. Αλλά εφευρέθηκαν και τελείως σκηνές. Η σκηνή ας πούμε με τα αδέρφια στο ποτάμι είναι fiction, δεν έγινε έτσι. Με κάποιο τρόπο όμως σκότωσαν τους άλλους, οπότε εφηύραμε αυτή τη σκηνή που είναι πολύ δραματική και τελείως πάνω στους χαρακτήρες. Τρομερή πράξη βίας που λέει πράγματα όμως για αυτούς τους δύο. Το νόημα ήταν κάθε σκηνή να εξυπηρετεί και την πλοκή και τους χαρακτήρες. Σίγουρα δεν γύρισαν ας πούμε τον γιο από την απαγωγή με αυτό τον τρόπο, αλλά αυτή η σκηνή μου ήρθε στο μυαλό και λέω, Πρέπει να είναι έτσι! Εφηύραμε πολλά, που όμως έρχονταν εμπνευσμένα από αυτό τον κόσμο και από την ιστορία. Οι ίδιοι ληστές έχουν έτσι κι αλλιώς μια μυθολογία, οπότε έχει ενδιαφέρον τι είναι αλήθεια και τι είναι ψέματα. Για τη διάσταση του μύθου και της προπαγάνδας στις ιστορίες των ληστών Ακόμα κι αυτό το βιβλίο έχει μέσα συνεντεύξεις από βοσκούς ας πούμε, που ο καθένας λέει τη δική του εκδοχή της ιστορίας. Οι ίδιοι οι ληστές βασίζουν ένα μεγάλο κομμάτι της φήμης και της δράσης τους σε προπαγάνδα. Ο άλλος ο φοβισμένος ο βοσκός έχει ακούσει μια ιστορία από τη γιαγιά του κλπ. Έχει ενδιαφέρον και για το ίδιο το είδος. Το ληστρικό είναι genre, έχει συγκεκριμένους κανόνες και χαρακτήρες, και μεγάλο κομμάτι βασίζεται στο πώς οι ληστές μυθοποιούνται και γίνονται λαϊκοί ήρωες. Δε μπορείς λοιπόν να κάνεις ένα ντοκουμέντο, αλλά για μένα δεν έχει και νόημα να το κάνεις. Γιατί από τη φύση της ιστορίας υπάρχει το μυθικό στοιχείο. Είναι δυο άγριοι άνθρωποι που ζουν στα βουνά, είναι μυθικά πλάσματα. Οπότε σίγουρα βλέπεις και αντικρουόμενες αφηγήσεις αν διαβάσεις υλικό, αλλά και παραφουσκωμένα πράγματα, ο ένας τον βλέπει ως άγριο, ο άλλος ανθρώπινο. Αλλά εμείς επειδή αποφασίσαμε να είμαστε με τους χαρακτήρες, αποφασίσαμε να τους παρουσιάσουμε προσγειωμένους στη γη και να δούμε την ψυχανάλυσή τους. Δεν τους δικαιολογούμε δηλαδή, απλώς προσπαθούμε να τους κατανοήσουμε και να τους παρουσιάσουμε. Καταλαβαίνεις από πού προέρχονται τα τραύματά τους, ποια είναι τα κίνητρά τους κλπ. Για την έρευνα, από τη γλώσσα μέχρι τα περιστατικά της εποχής Με τον Γιάννη έπρεπε να εφεύρουμε μια γλώσσα που να μην είναι η πραγματική, γιατί η αληθινά πραγματική είναι δυσνόητη, έχει πολλές κοψιές. Κι έπειτα υπάρχει το διφορούμενο στοιχείο ότι στο κόμικ είναι γραπτός λόγος γιατί τον διαβάζεις γραπτό, αλλά είναι προφορικός γιατί είναι μέσα σε κάποια μπαλονάκια. Νομίζω βρήκαμε μια χρυσή τομή. Με λέξεις που σε πηγαίνουν στην εποχή, στη σύνταξη δεν υπάρχουν νεολογισμοί, δεν υπάρχει αργκό. Και ταυτόχρονα είναι δημοτική, δηλαδή καταλαβαίνει ο καθένας τι συμβαίνει. Το άλλο στην έρευνα είχε να κάνει με την ίδια την ιστορία που έπρεπε να βρούμε κάθε πτυχή, ακόμα και ψεύτικες μαρτυρίες ή δημοσιεύματα. Αυτό που γινόταν τότε ήταν ότι οι εφημερίδες στέλναν ανταποκριτές να πάρουν μια συνέντευξη ας πούμε, και ο ανταποκριτής γύρναγε πίσω με μια ψιλο-νουβέλα. Πήγα εκεί, τους συνάντησα, το μέρος μύριζε υγρασία… Κατάλαβες, έβαζαν σίγουρα μέσα και δικά τους, που αρκετά από αυτά όμως είχαν ενδιαφέρον μυθοπλαστικό. Τα κρατήσαμε, ακόμα και στοιχεία που δεν ήταν διασταυρωμένα από πολλές πλευρές. Τέλος το τρίτο στάδιο της έρευνας ήταν η αρχιτεκτονική, τα ρούχα, τα αντικείμενα. Εκεί με βοήθησε και η Ιουλία Σταυρίδου, που δυστυχώς πέθανε πρόσφατα. Είχε πολύ εκτενές υλικό από την εποχή. Την γνώριζα από τον Γιάννη Οικονομίδη με τον οποίο είχε δουλέψει, και επειδή έψαχνα υλικό εκείνης της εποχής, μου είπε ότι έχει κάνει κι η ίδια μεγάλη έρευνα λόγω των ταινιών του Αγγελόπουλου στις οποίες είχε δουλέψει. Έτσι έγινε κι αυτό το κομμάτι, που πιστεύω πάντα πρέπει να μένει αόρατο. Η σκηνογραφία είναι εκεί για να μην την παρατηρείς. Για να νιώθεις ότι είσαι σε ένα κόσμο πραγματικό, μια άλλη εποχή. Αφού κάναμε όλη την έρευνα βρισκόμασταν με τον Γιάννη Ράγκο και γράψαμε τη σκαλέτα, τη ροή, πώς εξελίσσεται η ιστορία σκηνή-σκηνή. Και προέκυψαν 4 μεγάλα κεφάλαια. Φαίνεται κι από τους τίτλους: Ριζά, δηλαδή οι πρόποδες του βουνού, Κορμί, η πλαγιά δηλαδή, το τρίτο είναι η Κορυφή και το τέταρτο ο Γκρεμός. Είναι η δομική εξέλιξη της ιστορίας. Και χωρίστηκε σε 2 κομμάτια που το πρώτο είναι η προέλευση και μετά η δράση στο βουνό και η παρανομία, και τα άλλα δύο είναι η δράση στην πόλη και η φυγή μέχρι τη σύλληψη – ένα πιο αστικό μέρος. Επειδή τραβάει πολλά χρόνια αυτό, θεώρησα ότι πρέπει να βγει και να φύγει από πάνω μου και να νιώθω ότι έχω κάτι που χρωστάω. Αλλά και επειδή από μόνο του θεωρώ ότι στέκει σαν ανάγνωσμα. Απλώς περιμένεις να διαβάσεις και τη συνέχεια. Για τη διαχρονικότητα του φαινομένου των ληστών Το φαινόμενο των ληστών έχει μια διαχρονικότητα και το είδαμε στην έρευνα διαβάζοντας το βιβλίο του Χόμπσμπαουμ, που λέγεται Ληστές. Παρατηρεί πως με έναν τρόπο είναι παγκόσμιο το φαινόμενο, έχει ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά από τη Γη του Πυρός μέχρι τη Μογγολία. Είτε σε μέρη τόσο απομονωμένα που δε μπορεί να φτάσει ο νόμος, και συνήθως μετά από μεγάλες καταστροφές, πλημμύρες κλπ, ή σε πάμφτωχα μέρη, όπου δεν υπάρχουν πόροι. Οι ληστές δρουν με τον ίδιο τρόπο, εμφανίζονται για τους ίδιους λόγους και υπάρχουν 3 διαφορετικές μορφές, ίδια χαρακτηριστικά που δρουν αντίστοιχα. Υπάρχουν οι Ρομπέν των Δασών, χρησιμοποιούν την προπαγάνδα του καλού και ίσως και από τη φύση τους έχουν τέτοια στοιχεία. Υπάρχουν οι ληστές-εκδικητές, σαν τους δικούς μου, που γίνονται ληστές από μια εκδίκηση κι έπειτα εξελίσσονται σε επαγγελματίες. Και οι ληστές-επαναστάτες, που σύντομα μετατρέπουν την δράση τους σε πολιτική, επαναστατική. Ταυτόχρονα καθένας μπορεί να έχει λίγο από όλα τα στοιχεία. Οι δικοί μου είναι πιο πολύ εγκληματίες, αλλά υπάρχει το ενδιαφέρον στοιχείο ότι αρχίζουν κι αυτοί προς το τέλος να αποκτούν την υπόσταση του… όχι επαναστάση, δεν κάνουν επαναστατική κίνηση, αλλά από το πώς φέρονται υπάρχει μια αποστροφή απέναντι στην εξουσία. Καταλαβαίνουν ότι χρησιμοποιήθηκαν. Και προκύπτει μέσα από αυτούς ένα σχόλιο για την εξουσία και το πώς δρα. Για την εξουσία μέσα από τα μάτια των χωρικών Η χωροφυλακή για πολλά χρόνια δεν έφτανε καν εκεί πάνω. Είχανε κέντρα αλλά στο βουνό που θες 5 ώρες μες στα χιόνια να πας, δεν πήγαιναν. Ο χωροφύλακας από την πλευρά των χωρικών ήταν αυτός που έρχεται καμιά φορά και μας δέρνει γιατί θέλει να μας ανακρίνει. Δεν υπάρχει καμία άλλη σχέση, γι’ αυτό και η κοντινότερη εξουσία που έχουν είναι ο ληστής. Αν θέλω κάποιος να μου λύσει το πρόβλημα, πάω στον ληστή. Αυτός είναι δικός μας. Για τη σύγκρουση δύο κόσμων, για τον παλιό απέναντι στον νέο Ενδιαφέρον στην ιστορία αυτή είναι ότι περνάνε στη νομιμότητα και μετά ξανά στην παρανομία, κι αυτό μου δίνει μια τεράστια γκάμα μυθοπλαστική και δραματουργική, αλλά έχει ενδιαφέρον και το να δεις πώς πάνε από το ένα στο άλλο. Εκεί υπάρχει ένα μεγάλο ερώτημα που δεν το λύσαμε στην έρευνα: Γιατί αφού είναι νόμιμοι, πλούσιοι και έχουν εξουσία, γίνονται ξανά κυνηγοί οι ίδιοι και ξαναβγαίνουν στην παρανομία; Είναι κάτι που έρχεται στο δεύτερο μέρος και σε εμάς έχει να κάνει με τους χαρακτήρες. Το πρώτο μέρος είναι πιο πολύ γουέστερν και το δεύτερο πιο πολύ μαφιόζικο, με περισσότερο αστικό τοπίο. Αλλά και τα δύο είναι το ίδιο πράγμα όσο αφορά το ότι βασίζεται στους χαρακτήρες. Είναι δύο κόσμοι που σίγουρα θα συγκρουστούν, το παρελθόν με το μέλλον, το σύγχρονο με το παλιό. Αλλά αυτοί είναι στη μέση. Μέχρι ένα σημείο το ισορροπούν καλά αλλά μετά αρχίζουν να αποκτούν περισσότερη δύναμη από όσοι οι άλλοι περίμεναν ότι θα αποκτούσαν. Οι ίδιοι ανήκουν σε έναν παλιό κόσμο, με μια άλλη ηθική, κάποια δεδομένα, κανόνες κλπ. Ο Κολοβός είναι από έναν πιο σύγχρονο κόσμο, είναι ένας μελλοντικός καπιταλιστής, έχει τρόπους να ελίσσεται. Επίσης οι δυο τους είναι αδέρφια κι έχει ενδιαφέρον ψυχαναλυτικό που συναντάμε δυο ανθρώπους που δεν συγκρούονται, αλλά δρουν σαν ένας. Οπότε μου φαινόταν σα να ήταν ο ληστής και το alter ego του, σα να βλέπει τον καθρέφτη και κάποιες φορές είναι σαν ο ένας να είναι ο καλός κι ο άλλος η κακή του πλευρά ή το ανάποδο. Μαζί δεν κάνουνε και χώρια δεν μπορούνε. Και υπάρχει συνεχώς ένα δίπολο που επιτρέπει κάποια πράγματα, σε μια σκηνή που πρέπει ας πούμε να πάρει μια μεγάλη απόφαση, αν ήταν ένας θα τον έβλεπες απλά σκεπτικό. Ενώ τώρα θα μιλήσει με τον «εαυτό» του. Έχει συνέχεια απέναντί του έναν καθρέφτη. Και το σχετικό link...
  9. Λίγα χρόνια μετά το graphic novel του Ερωτόκριτου, οι Γιώργος Γούσης και Γιάννης Ράγκος καταπιάνονται ξανά με το ελληνικό παρελθόν. Είναι πολύ εντυπωσιακό αυτό που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια με τα ελληνικά κόμιξ. Κι όχι, δεν αναφέρομαι μόνο στην επανάκτηση της δημοτικότητας και του κούλνες τους, στην δημιουργική κι εκδοτική άνθιση της σκηνής, στην έκδοση περιοδικών που επιχειρούν να αποτυπώσουν αυτήν την στιγμή και να την προχωρήσουν παρακάτω. Όλα αυτά ισχύουν φυσικά, κι είναι πολύ όμορφες εξελίξεις τόσο για τους ανθρώπους που αγαπήσαμε το μέσο του κόμικ σε μια προηγούμενη περίοδο της ζωής μας και της ζωής του, όσο και για αυτούς που το ανακαλύπτουν και το αγαπούν τώρα, στη νέα του άνοιξη. Εδώ όμως αναφέρομαι σε κάτι πιο συγκεκριμένο, σε ένα ιδιαίτερο ρεύμα που ενυπάρχει εντός της διαδικασίας που περιγράψαμε παραπάνω και το οποίο την ωθεί στα πιο φιλόδοξά της όρια. Μιλάω λοιπόν για μια τάση κόμιξ που αναπτύσσεται, με αξιοσημείωτη συνοχή και φροντίδα, μέσα από μια διαρκή επεξεργασία του βαθέως ελληνικού παρελθόντος, των γενικών εθνικών και ειδικών τοπικών αφηγήσεων, αλλά και της ίδιας της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας κατά το πέρασμά της στην νεωτερικότητα. Πριν από 4 χρόνια κυκλοφορεί μια φαινομενικά παράξενη έκδοση. Ο δημιουργός κόμιξ Γιώργος Γούσης μαζί με τον συγγραφέα Δημοσθένη Παπαμάρκο και τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Γιάννη Ράγκο διασκευάζουν σε κόμικ τον Ερωτόκριτο του Βιτσέντζου Κορνάρου. Η έκδοση που προκύπτει δεν έχει τίποτα από την ξεραΐλα και τη μιζέρια που συνήθως περιβάλλει ως αύρα την επαφή με τις απαρχές της νεοελληνικής λογοτεχνίας μέσω της σχολικής εκπαίδευσης ή της ακαδημίας. Αντιθέτως, πρόκειται για ένα ζωηρό fantasy ιπποτικό έπος που όσο πηγάζει από μια ερευνητική αφοσίωση στο κείμενο και την εποχή του, άλλο τόσο προέρχεται από ένα genre πάθος που θέλει να επικοινωνήσει με την pop κουλτούρα του φανταστικού η οποία μοιραία διαμόρφωσε εμάς και την εποχή μας. Έπειτα οι εκδόσεις Polaris μετά την τεράστια απήχηση του Ερωτόκριτου, προχωρούν στην έκδοση δύο ακόμα τίτλων που εμβαθύνουν στο πρότζεκτ «νεοελληνική λογοτεχνία σε graphic novel», τα Μυστικά του Βάλτου της Πηνελόπης Δέλτα που διασκευάζουν οι Παναγιώτης Πανταζής και Γιάννης Ράγκος, και τον Ζητιάνο του Ανδρέα Καρκαβίτσα από τον Kanellos Cob με τον Γιάννη Ράγκο στην επιμέλεια του σεναρίου. Όπως ίσως έχετε παρατηρήσει ακόμα κι οι λιγότερο παρατηρητικοί, το όνομα του Ράγκου διατρέχει όλη αυτήν την υπο-διαδρομή του σύγχρονου ελληνικού κόμικ. Και τώρα ξανά στις εκδόσεις Polaris, o Ράγκος συνεργάζεται εκ νέου με τον Γιώργο Γούση (κάτι που είχαν ξανακάνει πρόσφατα όχι μόνο στον Ερωτόκριτο αλλά και στον Μπλε Κομήτη) για το graphic novel Ληστές: Η ζωή και ο θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα που κυκλοφόρησε πρόσφατα, τον Οκτώβριο του 2020. Οι Ληστές λοιπόν αποτελούν με έναν τρόπο τομή και συνέχεια όσον αφορά την προαναφερθείσα πορεία. Από τη μία πλευρά δεν αποτελούν μεταφορά κάποιου λογοτεχνικού κειμένου, αλλά βασίζονται στην ιστορική έρευνα που έκαναν οι δύο δημιουργοί τους πάνω στο φαινόμενο της ληστείας στην Ήπειρο κατά τις αρχές του 20ού αιώνα κι ειδικότερα πάνω στη ζωή και τη δράση των αδερφών Ρέτζου, των Ρετζαίων, οι οποίοι αποτέλεσαν την πραγματική βάση για την δημιουργία της ιστορίας του Γιάννη και του Θύμιου Ντόβα που αφηγείται το κόμικ. Μ’ αυτήν την έννοια τυπικά δεν αποτελούν συνέχεια του πρότζεκτ μεταφοράς νεοελληνικής λογοτεχνίας σε κόμιξ. Από την άλλη πλευρά, όσον αφορά την θεματολογία και την προβληματική που αναπτύσσουν οι Ληστές, αποτελούν όχι μόνο συνέχεια αλλά και δημιουργικό ξεπέρασμα του ήδη τρομερά ενδιαφέροντος πρότζεκτ προς την κατεύθυνση της πρωτότυπης ιστορικής έρευνας κι επακόλουθα της πρωτότυπης μυθοπλαστικής αφήγησης. Τα Μυστικά του Βάλτου και ο Ζητιάνος αφορούν αμφότερα την κοινωνική κατάσταση στη Μακεδονία και την Θεσσαλία λίγο πριν και λίγο αφότου αυτές προσαρτηθούν στο ελληνικό κράτος κατά το μεταίχμιο ανάμεσα στον 19ο και τον 20ό αιώνα. Μ’ αυτήν την έννοια αποκαλύπτουν ένα πολύπλοκο κοινωνικό, γλωσσικό, πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό περιβάλλον που φωτίζει με έναν διαφορετικό τρόπο τις μέχρι τώρα κυρίαρχες εθνικές αφηγήσεις πάνω στην εδραίωση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας μέσα από τη σχέση της με το έθνος-κράτος. Στους Ληστές, αυτή η διαδικασία προχωράει παρακάτω, στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, όταν η σύγκρουση παράδοσης και νεωτερικότητας εκδηλωνόταν σε ένα διπλό επίπεδο: αφενός στη σχέση του κράτους και του νόμου με τα προϋπάρχοντα δίκτυα κοινωνικής και οικονομικής εξουσίας στην ελληνική επικράτεια, κι αφετέρου στη σχέση ανάμεσα στους παλιότερους κώδικες τιμής/επικοινωνίας ή τρόπους ζωής και τις απαιτήσεις συμμόρφωσης στα ήθη ή ενσωμάτωσης στους θεσμούς της σύγχρονης εποχής. Όπως καταλαβαίνετε οι Ληστές είναι ένα εικονογραφημένο αφήγημα αντιθέσεων και συγκρούσεων. Αυτές οι αντιθέσεις και συγκρούσεις όμως δεν αναπαριστώνται με κάποια ακαδημαϊκή τυπικότητα ή τακτοποίηση ούτε με κάποια λαογραφική φολκλόρ διάθεση. Αντιθέτως ξεδιπλώνονται με την παλλόμενη ένταση της αναμπουμπούλας και της μανούρας, ενώ εικονογραφούνται με την καυλερή genre αισθητική ενός σκληροτράχηλου, ασπρόμαυρου, βίαιου western (κυκλοφορώντας σχεδόν ταυτόχρονα με το κινηματογραφικό Digger, υπέροχη σύμπτωση). Σ’ αυτό εδώ το παράδοξο western η παρουσία του frontier, του ρευστού συνόρου προς κατάκτηση και ξεπέρασμα από τις δυνάμεις του καινούριου είναι φυσικά κομβική. Εδώ το frontier είναι διαρκώς κινούμενο, με τους αδερφούς Ντόβα να διαπραγματεύονται την ύπαρξή τους στον καινούριο εκμοντερνισμένο κόσμο μέσα από μια σειρά λυκοσυμμαχιών και λυκοσυμπράξεων με τους νέους θεσμούς της σύγχρονης πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. Ταυτόχρονα, όπως και στην Άγρια Συμμορία του Sam Peckinpah που διαδραματίζεται την ίδια ακριβώς εποχή στην άλλη πλευρά του πλανήτη, το frontier στενεύει γύρω τους και πνίγει τους τραγικούς ληστές σαν θηλιά: ο θαυμαστός νέος κόσμος δεν είναι γι’ αυτούς. Μπορεί η ζωή των Ντοβαίων να αναπαρίσταται με τρόπο συναρπαστικό, αλλά οι Ράγκος και Γούσης είναι προσεκτικοί στο να μην τους μυθοποιήσουν και δοξολογήσουν παραπάνω απ’ όσο τους αντιστοιχεί και τους πρέπει. Μ’ αυτήν την έννοια, η ισορροπία ανάμεσα στην αισθητικοποίηση και την αποστασιοποίηση είναι πολύ πετυχημένη κι αποτελεί ίσως την σημαντικότερη αρετή του κόμικ. Παρόλα αυτά, οι δημιουργοί κάθε άλλο παρά κρύβονται από τον αντιφατικό αλλά πραγματικό κοινωνικό χαρακτήρα της ληστείας στον ελλαδικό χώρο από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι και την εποχή που χοντρικά ολοκληρώνεται η αφήγηση, δηλαδή έναν ολόκληρο αιώνα σχεδόν (1830-1930). Υπάρχει μια αποσιωπημένη παράδοση ανταρσίας και παραβατικότητας που συχνά συναντήθηκαν μεταξύ τους μέσα από το φαινόμενο της ληστείας. Η Ήπειρος εκείνης της περιόδου, ως άγριος και παραμεθόριος τόπος, είχε πολύ έντονη ληστρική δραστηριότητα μέχρι και αρκετά μετά από την κατάκτησή της από τον ελληνικό στρατό. Οι κλέφτες έβγαιναν στο βουνό κι άλλαζαν σύνορα σαν τα πουκάμισα προκειμένου να μην τους πιάσουν. Την εποχή που διαδραματίζονται οι Ληστές, το ελληνικό κράτος αναγκάζεται να προχωρήσει στην πικρή διαπίστωση ότι οι απόπειρες εκσυγχρονισμού του προσκρούουν στα αναχρονιστικά δίκτυα εξουσίας που έχουν εγκαθιδρύσει οι ληστές με τους ντόπιους πολιτευτές. Έτσι οι κάτοικοι της περιοχής πολύ συχνά προτιμούν την εξουσία των ληστών από αυτήν του κράτους. Κατά μία έννοια, η Ήπειρος του μεσοπολέμου που αφηγείται το κόμικ στιγματίστηκε από τη σχέση του ληστή και του σταυρωτή (όπως χαρακτήριζαν τους κρατικούς αξιωματούχους), με τους ληστές της εποχής να διχάζονται ανάμεσα στις συμμαχίες με τους Φιλελεύθερους ή τους Εθνικόφρονες, και πιο συγκεκριμένα τους Ρετζαίους να συντάσσονται με το Βενιζέλο και τους Κουμπαίους να συντάσσονται με το Λαϊκό Κόμμα. Κι ενώ αυτή η ψυχρή υπολογιστική πλευρά της δύναμης των ληστών είναι πέρα για πέρα τεκμηριωμένη και χειροπιαστή, από την άλλη η ληστρική μυθολογία συνεχίζει να ασκεί επίμονα τη γοητεία της. Ο μεγάλος ιστορικός Eric Hobsbawm έχει δείξει πολύ αναλυτικά τις κοινωνικές και ηθικές ρίζες της λατρείας των ληστών, αφού πρόκειται για εχθρούς του νόμου αλλά φίλους των ηθικών κανόνων των λαϊκών τάξεων. Ως σημάδι της παρακμής των φεουδαρχικών θεσμών και της ηθικής τους, αλλά κι ως μορφή αντίδρασης στον αναδυόμενο καπιταλιστικό εκμοντερνισμό, οι ληστές αποτέλεσαν πολύ συχνά την πρώτη ύλη για τους μύθους και τους θρύλους μιας ρομαντικής αντίστασης προς τον σύγχρονο κόσμο (γι’ αυτό και θα τους συναντήσουμε εξίσου συχνά στα λαϊκά τραγούδια των ανώνυμων δημιουργών αλλά και στους εκλεπτυσμένους στίχους των ρομαντικών ποιητών). Το είπαμε και πριν: οι Ληστές αφηγούνται μια σκοτεινή και συγκρουσιακή ιστορία. Κι όπως φαίνεται ήταν αναπόφευκτο, αφού οι σελίδες της μετάβασης στο σύγχρονο, καπιταλιστικό, εθνικά ομογενοποιημένο ελληνικό κράτος είναι βαμμένες με πολύ αίμα. Όλα αυτά με ενδιαφέρουν προσωπικά πάρα πολύ από ιστορική και πολιτική σκοπιά, αλλά δεν υπονοώ ότι το κόμικ αποτελεί κάποιου είδους ιδεολογική ιστορική δήλωση. Αντίθετα προσπαθεί μάλλον να απελευθερώσει τις κρυμμένες δυνάμεις της ιστορικής πραγματικότητας μέσα από την εικόνα και το δράμα, χωρίς να φλυαρεί γι’ αυτές με κυριολεκτικό τρόπο, όπως κάνω εγώ ας πούμε εδώ από την σκοπιά του αρθρογράφου. Παρόλα αυτά, η παλιά Ελλάδα του μεσοπολέμου που αποκαλύπτουν οι Ληστές δεν έχει καμία σχέση με την εξιδανικευμένη απεικόνιση του παρελθόντος που προσφέρουν οι κυρίαρχες αφηγήσεις, απ’ τις οποίες θα μπουχτίσουμε από το νέο έτος που θα γιορτάζεται πλουσιοπάροχα (ή και όχι) η 200ή επέτειος από το 1821. Μ’ αυτήν την έννοια, το κόμικ των Γούση και Ράγκου επικοινωνεί με την πολύ ενδιαφέρουσα άτυπη καλλιτεχνική συνομοταξία που μοιάζει να καταπιάνεται με μια επανεπινόηση του παρελθόντος και της παράδοσης (όπως έχει σημειωθεί πετυχημένα ξανά και ξανά) μέσα από νέα αισθητικά εργαλεία. Όχι πια σαν επανανακάλυψη μιας δήθεν χαμένης κι ευγενούς αυθεντικότητας που επικυρώνει εκ νέου την αδιαμφισβήτητη ομοψυχία του έθνους, όπως έκαναν αμέτρητες φουρνιές καλλιτεχνών που στράφηκαν προς την παράδοση κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, αλλά περισσότερο σαν εξερεύνηση των παραδόσεων και των ιστοριών που ανθίζουν στο περιθώριο της κυρίαρχης εθνικής αφήγησης. Έτσι θα μπορούσαμε να βάλουμε τους Ληστές δίπλα στο Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου και τις Παγανιστικές Δοξασίες του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη (αμφότερα των εκδόσεων Αντίποδες), που τα τελευταία χρόνια αποτέλεσαν σημεία αναφοράς για τις υπο-εθνικές παραδόσεις που πριμοδοτούν το αλλόκοτο, το αποκλίνον, το φυγόκεντρο και το ετερόδοξο (κάτι που στα κόμιξ ξανάκανε τρόπον τινά πριν χρόνια ο Γιάννης Καλαϊτζής στα σπουδαία Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης και Τυφών). Και όπως είπαμε και πριν, αυτό δεν συμβαίνει μέσα από τα μουχλιασμένα εργαλεία της χασμουρητής πατριδογνωσίας αλλά με μια οργανική ενσωμάτωση των πιο παθιάρικων πλευρών της pop κουλτούρας, από τη λογοτεχνία και τα video games μέχρι το σινεμά και την τηλεόραση: το horror, το fantasy, το noir, το western. Όλα τα όμορφα πράγματα δηλαδή. Με αφορμή την κυκλοφορία των Ληστών λοιπόν, ζήτησα από τον Γιώργο Γούση και τον Γιάννη Ράγκο να φτιάξουν μια λίστα με 5 ελληνικές ταινίες και 5 ελληνικά βιβλία για όσους θέλουν να εντρυφήσουν περισσότερο σε μια σκοτεινή ιστορική/λαογραφική ματιά πάνω στο εθνικό παρελθόν που να περιβάλλεται από μια ιδιαίτερη genre αύρα. Αυτοί ανταποκρίθηκαν κι έτσι μου έστειλαν τα εξής: ΤΑΙΝΙΕΣ – «Οι βοσκοί» του Νίκου Παπατάκη (1967) Τα πρόσωπα, οι ερμηνείες, και η σκηνοθεσία μιας βαθιά ανατρεπτικής και μοντέρνας ταινίας. Κλασικό παράδειγμα όπου η ηθογραφία δεν είναι απλά η επιδερμική αναπαράσταση μιας εποχής. – «Ο φόβος» του Κώστα Μανουσάκη (1966) Θρίλερ στην ελληνική επαρχία, στην ουσία του υπαρξιακό, άρα και πολιτικό. Καλλιτεχνικό επίτευγμα σε κάθε του πεδίο (σκηνοθεσία, σενάριο, φωτογραφία, μουσική) με το κάθε ένα από αυτά να αναδεικνύει τα υπόλοιπα. – «Αναπαράσταση» του Θόδωρου Αγγελόπουλου (1970) Το ντεμπούτο του πιο αναγνωρισμένου Έλληνα σκηνοθέτη με ένα μη γραμμικό «αστυνομικό» στα χωριά της Ηπείρου, βασισμένο σε αληθινό έγκλημα. Ταινία σταθμός για το νέο Ελληνικό σινεμά, αλλά και για τον ίδιο τον Αγγελόπουλο που ανακαλύπτει εδώ το κινηματογραφικό του σύμπαν στην πιο ανεπιτήδευτη μορφή του. – «Λόλα» του Ντίνου Δημόπουλου (1964) Στην εποχή που το εμπορικό ελληνικό σινεμά βρίσκεται στο ζενίθ του, παράγει την «Λόλα», ένα κλασικό νουάρ το οποίο ενώ πατάει στα πρότυπα του αμερικάνικου κινηματογράφου, δεν πέφτει στην παγίδα της αντιγραφής. Παρά τις μικρές δόσεις “μελό”, παραμένει μία από τις κορυφαίες νουάρ ταινίες της εγχώριας κινηματογραφικής παραγωγής με ένα σούπερ καστ της εποχής (Κούρκουλος, Καρέζη, Παπαγιαννόπουλος). – «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο» του Βασίλη Γεωργιάδη (1966) Βασισμένος στα πρότυπα του γουέστερν, ο Νίκος Φώσκολος γράφει ένα από τα καλύτερά του σενάρια με φόντο την αγροτική εξέγερση του Κιλελέρ (αρχές 20ου αιώνα) και τον πρωτεργάτη της Μαρίνο Αντύπα ως έναν από τους χαρακτήρες. Ο Γεωργιάδης σκηνοθετεί το σενάριο και παρουσιάζει μια εμβληματική ταινία με σκηνές ανθολογίας για το ελληνικό σινεμά και φτάνει ως τα Όσκαρ του 1966, υποψήφια για καλύτερη ξενόγλωσση ταινία. ΒΙΒΛΙΑ – “Πίστομα” (διήγημα από τις “Κορφιάτικες ιστορίες”) του Κωνσταντίνου Θεοτόκη (1899) Πυκνό (μόλις 650 λέξεις), νατουραλιστικό, βαθύ ψυχογράφημα ενός ληστή που, μετά από την χορήγηση αμνηστίας, επιστρέφει στο χωριό του και βυθίζεται στην ανθρώπινη κτηνωδία. Ένα αληθινό αριστούργημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. – “Οι λησταί στα πρόθυρα των Αθηνών” του Μ. Καραγάτση (1952/2001) Ληστρικό μυθιστόρημα, βασισμένο στην υπόθεση της σφαγής στο Δήλεσι (1870), αλλά με σαφείς συνδηλώσεις για την (τότε) ιστορική και πολιτική συνθήκη (Εμφύλιος πόλεμος και πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια). – “Το μυστικό του Άσπρου Βράχου” του Γιάννη Μαρή (1959) Το πρώτο ιστορικό αστυνομικό μυθιστόρημα στην Ελλάδα, γραμμένο από τον εισηγητή της αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα και “εμποτισμένο” με στοιχεία από την παράδοση των λαϊκών ληστρικών αφηγημάτων. – “Το κιβώτιο” του Άρη Αλεξάνδρου (1975) “Ορεινή” πολιτική περιπέτεια στα χρόνια του Εμφυλίου, με εντελώς αυτόφωτη σύλληψη και δομή, αλληγορία – μεταξύ άλλων – της σταθερής οδύνης της ύπαρξης. – “Μπέσα για μπέσα ή ο άλλος Φώτης” του Νίκου Μπακόλα (1998) Το φαινόμενο των “ληστών των ορέων”, κοιταγμένο μέσα από την “κουλτούρα της ανταρσίας”, μαζί με το δημιουργικό “αναποδογύρισμα” των αρχετυπικών μοτίβων της ληστρικής φιλολογίας. Και το σχετικό link...
  10. Οι Ληστές δέσποζαν στην ελληνική επαρχία για σχεδόν έναν αιώνα εγκαθιδρύοντας ανάλογα με τις συνθήκες σχέσεις αγάπης και μίσους με το νεοελληνικό κράτος, με τους χωρικούς, με τη χωροφυλακή αλλά και μεταξύ τους. Οι Γιάννης Ράγκος και Γιώργος Γούσης μιλούν στην «Εφ. Συν.» για τους εμπνευσμένους από αληθινά γεγονότα δικούς τους «Ληστές». «Οι Ντοβαίοι έχουν δικούς τους ανθρώπους παντού. Κανείς δε λέει λέξη, άλλοι γιατί τους αγαπούν και άλλοι γιατί τους φοβούνται», λέει ο ένστολος εκπρόσωπος του ελληνικού κράτους για να εξηγήσει το πώς παραμένουν ασύλληπτα τα δυο αδέρφια που πρωταγωνιστούν στους «Ληστές» (εκδόσεις Polaris) των Γιάννη Ράγκου (σενάριο) και Γιώργου Γούση (σχέδιο). Για να πάρει την απάντηση: «Τότε, αγαπητέ, την εξουσία έχουν αυτοί, κι όχι οι δικοί σου». Γι’ αυτή την εξουσία οι Ντοβαίοι, βασισμένοι στη ζωή των αδελφών Ρεντζαίων που έγιναν θρύλος της Ηπείρου με τη δράση τους, τις πράξεις τους και τη βία που τους χαρακτήριζε, έζησαν στα άκρα. «Μπας και πλαστήκαμε να ζούμε για πάντα;» φωνάζει ο ένας απ’ αυτούς αψηφώντας τον θάνατο και τους νόμους. Στον πρώτο τόμο των «Ληστών», που αποτελεί μια ελεύθερη μυθοπλασία και ταυτόχρονα μια συναρπαστική και καθηλωτική ιστορία κόμικς στην Ήπειρο των πρώτων δεκαετιών του προηγούμενου αιώνα, οι Ράγκος και Γούσης, μετά από εξαντλητική τεκμηρίωση και σχεδόν δεκαετή έρευνα και εργασία, καταγράφουν τη ζωή (και τον θάνατο) των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα και παράλληλα τις σκοτεινές διαστάσεις της ληστοκρατίας στην Ελλάδα. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα ελληνικά κόμικς («1800», «Όμηροι του Γκαίρλιτς», «Αϊβαλί» κ.ά.) ασχολούνται με τη νεότερη ελληνική Ιστορία. Πώς ξεκίνησε η δική σας ιδέα, τι νέο έχει να κομίσει; Γιώργος Γούσης: Η ιδέα ξεκίνησε δέκα χρόνια νωρίτερα, πριν από κάθε άλλο ελληνικό κόμικς για το παρελθόν. Και τα πρώτα κριτήρια ήταν εντελώς αφηγηματικά. Είχαν να κάνουν με την ίδια την ιστορία των Ληστών και όχι τόσο με το ότι η καταγωγή τους ήταν από την πατρίδα μου. Ούτε εμπορικά ήταν τα κίνητρα, μια και τότε στους εκδότες και τους δημιουργούς δεν είχε ακόμα επικρατήσει η τάση της επιστροφής στην ελληνική επαρχία του παρελθόντος. Γιάννης Ράγκος: Ο Γιώργος μού έστειλε ένα mail το 2011, δεν γνωριζόμασταν τότε, και μου έλεγε ότι ήθελε να φτιάξει μια ιστορία για τους ληστές σε μια περιοχή κοντά στο χωριό του κι αν με ενδιέφερε να συνεργαστούμε. Με ενδιέφερε πολύ γιατί γνώριζα την ιστορία και επιπλέον είχε μόλις κυκλοφορήσει το non fiction αστυνομικό μυθιστόρημά μου «Μυρίζει Αίμα», με παρόμοια μέθοδο εργασίας που βασίζεται επίσης σε πραγματικά περιστατικά, αλλά πάνω απ’ όλα γιατί πάντα ήθελα να ασχοληθώ με το σενάριο των κόμικς. Έτσι όταν ήρθε η πρόταση του Γιώργου ήταν σαν να απαντούσε σε μια δική μου ανάγκη πολλών ετών. Αυτή η επιστροφή στο παρελθόν μήπως γίνεται υπερβολή και εμμονή πια; Γιάννης Ράγκος: Νομίζω πως επιστρέφουμε σε μια νέου τύπου ηθογραφία. Η οικονομική και κοινωνική κρίση στην Ελλάδα μάς ανάγκασε να πιαστούμε από έναν κορμό σταθερών σημείων, να βρούμε ένα σημείο αναφοράς, να ξαναδούμε το παρελθόν μας και το εθνικό και το ατομικό. Στο πλαίσιο αυτό εξηγείται αυτή η στροφή στην ιστορία μας και την ηθογραφία μας, όχι όμως με ένα βλέμμα πατριδολαγνικό, προγονολατρικό ή νοσταλγικό, αλλά με ένα νέο κοίταγμα. Αυτή είναι μια τάση γενικότερη, δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Γιώργος Γούσης: Κάτι τέτοιο ισχύει και από την άποψη της εικόνας. Της εικόνας που δεν μπορεί να σου προσφέρει, ας πούμε, το ελληνικό σινεμά για λόγους μπάτζετ. «Ληστές - Η ζωή και ο θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα» είναι ο τίτλος σας. Χωρίς καμιά διευκρίνιση αν πρόκειται για φανταστική ιστορία, για μυθοπλασία, για ντοκουμέντο, για βιβλίο τεκμηρίωσης. Ήταν συνειδητή επιλογή να προτιμήσετε την ασάφεια από το να χαρακτηρίσετε το βιβλίο σας; Σε ποια προθήκη βιβλιοπωλείου θα θέλατε να τοποθετείται; Γιώργος Γούσης: Προτιμήσαμε να αναφέρεται το «η ζωή και ο θάνατος» για να δηλώνεται πως είναι μια ολοκληρωμένη ιστορία που σηματοδοτεί και το τέλος του φαινομένου της Ληστείας. Η αλήθεια είναι πως είχαμε πολλές συζητήσεις και με τον εκδότη για το αν πρέπει να αναφέρεται κάτι όπως «εμπνευσμένο από αληθινά περιστατικά», αλλά αποφασίσαμε να μπει κάτι τέτοιο μόνο στο οπισθόφυλλο. Δεν αισθάνομαι ότι είναι κάτι πιο συγκεκριμένο. Ούτε αισθάνομαι ότι είναι ένα ιστορικό βιβλίο. Σκοπός του δεν είναι να μιλήσει για την ελληνική Ιστορία. Κατά βάση είναι ένα έργο για δυο χαρακτήρες, έχει μια προσωποκεντρική πλοκή. Μάλλον μυθιστόρημα θα ήταν αν δεν επρόκειτο για κόμικς. Επιλέξαμε να μην του βάλουμε ταμπέλες γιατί αφορά όλον τον κόσμο και όχι μόνο αναγνώστες συγκεκριμένων ειδών. Γιάννης Ράγκος: Πρόκειται για μια μυθοπλασία. Κρατάμε κάποια κεντρικά σημεία της ζωής των αδελφών Ρέντζου, όμως παίρνουμε ελευθερίες. Δεν είναι ένα docudrama για τη ζωή των Ρεντζαίων. Παίρνουμε αφορμή από τη ζωή τους για να κάνουμε μια δική μας ιστορία. Δεν κάνουμε βιογραφία. Είναι σαν να παίρνεις ένα βάζο, να το σπας σε χίλια κομμάτια και στη συνέχεια να τα ξανακολλάς, όχι όμως ξαναφτιάχνοντας το ίδιο βάζο αλλά ένα άλλο πρωτότυπο βάζο από τα ίδια κομμάτια. Άρα είναι μια μυθοπλασία που διαδραματίζεται σε έναν συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο και σε συγκεκριμένο κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό και ηθογραφικό περιβάλλον το οποίο θέλουμε να αποδώσουμε. Δεν διεκδικεί δάφνες ιστορικού τεκμηρίου, αλλά το πραγματολογικό κομμάτι είναι απολύτως τεκμηριωμένο, τα ρούχα, τα όπλα, ο τρόπος ομιλίας, τα πάντα είναι αποτέλεσμα μεγάλης έρευνας και των δυο μας. Πώς προσεγγίσατε μεθοδολογικά την έρευνά σας; Γιώργος Γούσης: Βασιστήκαμε πολύ στο βιβλίο του Νίκου Πάνου, ενός ιστοριοδίφη από το χωριό που κατάγονταν οι Ρεντζαίοι, «Ρεντζαίοι, οι βασιλείς της Ηπείρου», με μαρτυρίες έστω κι αν πολλές φορές ήταν αντικρουόμενες, υπερβολικές ή μυθοπλαστικού τύπου, με άρθρα από την εποχή κ.λ.π. Χρησιμοποιήσαμε συνεντεύξεις των Ρεντζαίων μετά τη σύλληψή τους που σίγουρα ήταν διανθισμένες και με φανταστικά στοιχεία. Αξιοποιήσαμε πάρα πολλά ακόμα βιβλία. Συγκεντρώσαμε ένα μεγάλο υλικό και αρχίσαμε τις συζητήσεις πάνω σε μια σκαλέτα. Όταν καταλήξαμε στην αλληλουχία των σκηνών, ο Γιάννης έφτιαξε ένα πρώτο κείμενο, εγώ τα πρώτα σχέδια, το ξανασυζητήσαμε και εντέλει φτιάχτηκε το τελικό πάνω στο οποίο δούλεψα, πάντα σε επαφή με τον Γιάννη. Γιάννης Ράγκος: Όπως κάθε κόμικς, έτσι και το δικό μας ήταν ένα work in progress μέχρι να φτάσει στο τυπογραφείο. Άλλες πηγές που χρησιμοποιήσατε; Γιώργος Γούσης: Μας βοήθησε πολύ και η Ιουλία Σταυρίδου που έφυγε πρόσφατα από κοντά μας, ενδυματολόγος και σκηνογράφος του Αγγελόπουλου, του Παπαστάθη, του Βούλγαρη, του Οικονομίδη μεταξύ άλλων. Μας συμβούλευσε με τα βιβλία και τα αρχεία της ως προς τις φορεσιές, τα σπίτια κ.λ.π. Κι έτσι συγκεντρώθηκε ένα τεράστιο υλικό από φωτογραφίες και ντοκουμέντα. Για να επιλέξουμε μορφές, φυσιογνωμίες κ.λ.π. κάναμε ένα ιδιότυπο casting μέσω φωτογραφιών. Αλλά όλα αυτά είναι εκεί με σκοπό να περνούν απαρατήρητα για να μην αποσπούν τον αναγνώστη από την πλοκή. Γιάννης Ράγκος: Ο Γιώργος άλλωστε έχει και μια σχέση βιωματική με τον χώρο, με το περιβάλλον, με το τοπίο καθώς κατάγεται από κει. Ένα περιβάλλον που υπάρχει αλλά πρέπει να περνά απαρατήρητο. Όπως η σκηνή μετά τη δολοφονία ενός ομήρου που διαδραματίζεται στο αρχαίο θέατρο της Δωδώνης. Βρήκαμε από την αρχαιολογική υπηρεσία φωτογραφίες του θεάτρου της εποχής και τοποθετήσαμε εκεί τους ληστές ως μια υπόμνηση, ένα υπόρρητο κείμενο ότι αυτοί οι άνθρωποι γνώριζαν ότι είχαν μια σχέση με το κλέος και το κάλλος της αρχαίας Ελλάδας, ζούσαν στα ερείπιά της έστω κι αν δεν ήξεραν πολλά γι’ αυτήν. Πολύτιμα ήταν επίσης και κάποια φωτογραφικά λευκώματα του Κώστα Μπαλάφα από κοντινές εποχές με αυτή του βιβλίου που μας βοήθησαν στην ατμόσφαιρα. Έχει κάποιο «ηθικό δίδαγμα» ή πολιτικό πρόταγμα το βιβλίο; Συνιστά κάποια προτροπή προς τον αναγνώστη; Αποτελεί κάποια μεταφορά, παραπομπή ή αλληγορία; Γιάννης Ράγκος: Είναι ένα βιβλίο για το σήμερα, μια αλληγορία για το κάθε σήμερα. Αφού η ανθρώπινη φύση παραμένει ίδια στο βάθος των αιώνων κι εμείς προσπαθούμε να μπούμε στην ψυχή δυο ανθρώπων, γράφουμε μια ιστορία για την ανθρώπινη φύση. Για το τι σημαίνει σε κάθε εποχή νομιμότητα και παρανομία, για το σε ποιους νόμους οφείλει να υπακούει ο άνθρωπος όπως έχει τεθεί από την Αντιγόνη και τον Οιδίποδα Τύραννο μέχρι τον Ντοστογιέφσκι. Για τα ηθικά διλήμματα και τους κώδικες τιμής, για τον έρωτα, για τις σχέσεις διαπλοκής μεταξύ εξουσίας και παραεξουσίας. Ηθικό δίδαγμα όμως σαφώς δεν υπάρχει και δε μας ενδιέφερε να υπάρχει. Η τέχνη οφείλει να θέτει τις επίμαχες ερωτήσεις. Όχι να δίνει απαντήσεις. Απαντήσεις μπορεί να δώσει η επιστήμη, η φιλοσοφία και ενδεχομένως η θρησκεία. Ο τρόπος όμως που θα τεθούν τα ερωτήματα εμπεριέχει και το σπέρμα της άποψης του καλλιτέχνη. Εμείς δεν προσπαθούμε να ηθικολογήσουμε. Ούτε να δικαιολογήσουμε ή να καταδικάσουμε κανέναν. Προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τα ιστορικά, κοινωνικά, ψυχαναλυτικά και υπαρξιακά αίτια που συνόδευαν αυτούς τους ανθρώπους. Γιώργος Γούσης: Πάνω απ’ όλα είναι ένα έργο πλοκής. Δεν είχαμε στόχο να μιλήσουμε π.χ. μόνο για τη φτώχεια ή για τον χρηματισμό ή για την εμπλοκή της πολιτικής. Όμως όλα αυτά περνούν από την πλοκή, από τη σχέση, για παράδειγμα, των ληστών με την άρχουσα τάξη και με τον καπιταλισμό. Από το πώς αυτοί οι Ληστές κατάφερναν τόσα χρόνια να επιβιώνουν και μάλιστα να γίνουν μέρος της εξουσίας, να συνεργαστούν με οικονομικούς παράγοντες, ακόμα και με βουλευτές. Κάποια στιγμή όμως έγιναν πιο ισχυροί από την κρατική και οικονομική εξουσία, εντέλει έγιναν και ρέμπελοι, όχι επαναστάτες ή ιδεολόγοι, αλλά με την έννοια της σιχαμάρας γι’ αυτό που έβλεπαν και αναπόφευκτα ήρθε η σύγκρουση που σήμανε και το τέλος τους. Αλλά η άρχουσα τάξη λειτουργεί πάντα υπόγεια και δεν θα τιμωρηθεί ποτέ για τέτοιες σχέσεις. Κι αυτή είναι ακόμα μία σαφής σχέση με το σήμερα. Από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νέας γενιάς Ελλήνων δημιουργών κόμικς, ο Γιώργος Γούσης («Ερωτόκριτος», «Ιστορίες από τις αθώες εποχές» κ.ά.) έχει δημοσιεύσει δουλειές του σε πλήθος εντύπων και συλλογικών εκδόσεων ενώ υπήρξε αρχισυντάκτης στο περιοδικό κόμικς «Μπλε Κομήτης». Πρόσφατα σκηνοθέτησε την ταινία μικρού μήκους «Χειροπαλαιστής» που βραβεύτηκε στις «Νύχτες Πρεμιέρας» και κατέκτησε το βραβείο ΙΡΙΣ της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Δημοσιογράφος, ερευνητής και συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας, ο Γιάννης Ράγκος έχει συνεργαστεί με τον Γιώργο Γούση και τον Δημοσθένη Παπαμάρκο στον «Ερωτόκριτο», με τον Παναγιώτη Πανταζή στα «Μυστικά του Βάλτου» και με τον Canellos Cob στον «Ζητιάνο», έχει γράψει σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και θεατρικές παραστάσεις, ενώ έρευνές του έχουν μεταφερθεί στη λογοτεχνία και έχουν περιληφθεί σε ιστορικές εκδόσεις και επιστημονικά συγγράμματα. Και το σχετικό link...
  11. O σχεδιαστής κόμιξ και σκηνοθέτης Γιώργος Γούσης υπέγραψε στη διάρκεια του τελευταίου χρόνου δύο από τις καλύτερες ελληνικές δουλειές στα πεδία του κόμιξ και του σινεμά. Το graphic novel «Ληστές» εξιστορεί και «αναπαριστά» δεξιοτεχνικά την ιστορία των τελευταίων λήσταρχων της ελληνικής υπαίθρου, των αδελφών Ρετζαίων που έδρασαν στο πρώτο τέταρτο του 20ου αι. στην Ήπειρο. Στο κόμιξ οι Ληστές αλλάζουν όνομα – οι δημιουργοί πήραν έτσι την ελευθερία να προσθέσουν δικά τους, fiction στοιχεία σε ένα έργο που, όμως, βασίζεται με μεγάλη ακρίβεια στην πραγματική ιστορία. Ο Γούσης, μαζί με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Γιάννη Ράγκο που συνεργάστηκε στο σενάριο, δούλευαν αυτό το βιβλίο αρκετό καιρό – είχαμε ξαναμιλήσει στη HuffPostGreece πριν από περίπου ενάμιση χρόνο. Τα κόμιξ του Γούση μοιάζουν ήδη με φιλμ στο χαρτί, hard copy σινεμά – το πέρασμά του στον κινηματογράφο και η επιτυχία του πρώτου του μικρού μήκους ντοκιμαντέρ «Ο Χειροπαλαιστής», ούτε τυχαία ούτε πρόσκαιρα είναι. Οι «Ληστές (μέρος α΄)» κυκλοφόρησαν στα βιβλιοπωλεία στις 7 Οκτωβρίου (εκδόσεις Polaris) σε έναν καλαίσθητο τόμο που μπορεί να αποτελεί item για κάθε βιβλιοθήκη. Και τα δυο ιστορίες ηπειρώτικες: λόγια σταράτα και συννεφιασμένα χρώματα. «Η ιστορία των Ληστών ξεκινάει στην Ήπειρο που βρίσκεται ακόμα υπό οθωμανική κατοχή, το 1909: σε μια φτωχή, αγροτική οικογένεια, δολοφονείται ο πατέρας», λέει ο Γιώργος Γούσης όταν του ζητάω να περιγράψουμε τον πυρήνα, να πιάσουμε τον μίτο της ιστορίας. «Τα δυο ανήλικα αγόρια βρίσκονται ορφανά και ζούνε με τη μάνα τους σε μεγάλη φτώχεια. Λίγα χρόνια μετά, 18-19 χρονών πλέον, μαθαίνουνε ποιος σκότωσε τον πατέρα τους. Και αποφασίζουν να εκδικηθούν – είναι τέτοια η φύση των χαρακτήρων τους, αλλά και πολύ μεγάλες οι δυσκολίες που τους έχουν διαμορφώσει. Υλοποιώντας αυτή την εκδίκηση, βρίσκονται μπροστά στο δίλημμα της παρανομίας: ή θα συλληφθούν από την αστυνομία ή θα φύγουν στα βουνά». «Εκεί αρχίζουν να δρουν ως επαγγελματίες ληστές και περνάνε τα επόμενα 8- 9 χρόνια κρυμμένοι. Το όνομά τους, η φήμη τους, αλλά κι ο φόβος και το δέος απέναντί τους γιγαντώνονται. Διάφοροι τοπικοί οικονομικοί παράγοντες τους εγκολπώνουν και τους χρησιμοποιούν – στη σπείρα που δημιουργείται αυτοί οι τυπικά νομοταγείς, ευυπόληπτοι πολίτες λειτούργησαν ως εγκέφαλοι ενώ οι Ρετζαίοι ήταν τα εκτελεστικά όργανα στο πεδίο της δράσης». Γιώργος Γούσης «Το 1925 ο δικτάτορας Θ. Πάγκαλος προσπάθησε να δώσει τέλος στο φαινόμενο της ληστοκρατίας, εκδίδοντας έναν νόμο που αμνήστευε όποιον ληστή παρέδιδε στις αρχές το κεφάλι ενός άλλου παράνομου. Ο σκοπός προφανής: να αλληλοεξοντωθούν οι σπείρες. Αυτό έπραξαν και τα δύο αδέλφια, με έναν τρόπο που βλέπουμε στο βιβλίο». Με έναν πολύ σκληρό τρόπο. Χαρακτηριολογικό θα έλεγα. Γιατί απεικονίζει πολύ παραστατικά πλέον τη δομή αυτών των δύο χαρακτήρων. Αγαθά (ή υπεραισιόδοξα όσον αφορά το σήμερα) σκεπτόμενος μπορεί κάποιος να πει «αυτά δεν συμβαίνουν σήμερα», δύο εγκληματίες που βαρύνονται με δεκάδες δολοφονίες να αμνηστεύονται. Μάλιστα με μόνη προϋπόθεση να φέρουν πεσκέσι στις αρχές ένα ανθρώπινο κεφάλι... Το φοβερό είναι ότι αμνηστεύονται βάσει νόμου, ούτε με μπαξίσι, δάχτυλο κάποιου βουλευτή ή θεόσταλτη επέμβαση. Οι Ληστές, τόσο στο κόμιξ όσο και οι Ρετζαίοι στην πραγματικότητα ήταν από τους τελευταίους πρωταγωνιστές του ληστρικού φαινομένου. Ζουν και δρούνε σε μια μεταιχμιακή περίοδο, οπότε το έγκλημα από ληστρικό, «του βουνού», αρχίζει να γίνεται αστικό. Και ταυτόχρονα καπιταλιστικό. Πρώην παράνομοι στο περιβάλλον της πόλης αναδεικνύονται σε «παράγοντες»: σταδιοδρομούν ως αστυνομικοί, πρόεδροι επιχειρήσεων, εργολάβοι. Το έγκλημα ως εικόνα λειαίνεται: μπαίνει κάτω από το χαλί κομψών σαλονιών. Πολύ επίκαιρα όλα αυτά. Ναι, νομίζω μοιάζουν πολύ σημερινά, εύκολα έχουμε σύγχρονες προβολές τους σε αντίστοιχους τέτοιους ανθρώπους. Καθαρίζουν κόσμο αλλά μπορεί να είναι εξαιρετικά αγαπητοί σε μεγάλη μερίδα του κοινού. Τα παραδείγματα κάνουνε μπαμ. Όσον αφορά τους Ληστές, εσύ που εντρύφησες τόσο στην ιστορία τους, πόσο μπορεί να ταυτίστηκες μαζί τους προσπαθώντας να μπεις στο πετσί των χαρακτήρων τους; Εννοώ να τους συμπάθησες κάπως, ακόμα κι αν είναι/ ήταν καθάρματα; Κάθε άνθρωπος έχει περισσότερες πλευρές από το καλός/ κακός. Σίγουρα εμπεριέχει «ρίσκο» και είναι ενδιαφέρον να καταπιάνεται όποιος δημιουργός με «κακούς», αμφιλεγόμενους πρωταγωνιστές αλλά αυτό το ζήτημα η δραματουργία το έχει λύσει από τον καιρό του Σαίξπηρ μέχρι το πιο πρόσφατο αμερικάνικο σινεμά (βλ. Ο Νονός, Scarface). Ναι, προσπαθούμε να «μπούμε» στους χαρακτήρες αλλά δεν τους καθαγιάζουμε – είναι ενδιαφέροντες γιατί κινούνται εκτός ορίων αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι συμπαθητικοί κιόλας. Δεν τους δικαιολογούμε λοιπόν – φτιάχνουμε μόνο έναν χάρτη του κόσμου τους και αφήνουμε τον αναγνώστη να σκεφτεί. Να μιλήσουμε λίγο για το σχέδιο του κόμιξ; Σε μένα φάνηκε να χρωματίζεις τέλεια τον τόπο και την εποχή της δράσης. Και οι άνθρωποι, σα να τους φόρες στολή παραλλαγής για να είναι ενταγμένοι στο τοπίο, μέρος του. Αποφάσισα πολύ γρήγορα το ύφος του σχεδίου, αυτό το ασπρόμαυρο σχέδιο με τους τόνους να έχουν την αίσθηση της ακουαρέλας, του γκρι. Αυτό προφανώς είναι και μια επιρροή που έχουμε όλοι μας από τις ασπρόμαυρες εικόνες αυτής της εποχής, μεταφερόμαστε μέσω αυτών των χρωμάτων πιο εύκολα στο τότε. Αλλά και τα στοιχεία του νουάρ και του μπάλκαν γουέστερν που έχει η ιστορία των Ληστών με κατεύθυναν στο ασπρόμαυρο. Ειδικά όταν ο τόπος, το σκηνικό της ιστορίας είναι η Ήπειρος όπου τα τοπία είναι συχνά ομιχλώδη και άχρωμα. Οι άνθρωποι με τη μίξη αυτών των τριών χρωμάτων – άσπρο, μαύρο, γκρι – μετατρέπονται κάπως σε σύμβολα, φαίνονται πέτρινοι, κομμένοι με γωνίες. Το χρώμα μπορεί να τους έκανε πιο ρεαλιστικούς τυπικά αλλά θα αποδυνάμωνε το κοντράστ των χαρακτήρων τους. Μου έκανε εντύπωση ότι οι Ληστές θα ολοκληρωθούν ως δίτομη έκδοση. Μαζί με τον δεύτερο τόμο θα είναι περίπου 260 σελίδες συνολικά. Ο πρώτος τόμος τελειώνει όταν οι Ληστές μπαίνουν στα Γιάννενα, νομιμοποιούνται και παύουν (για κάποιον καιρό) να είναι ληστές. Αυτό λειτουργεί σαν ένα πρώτο κλείσιμο της ιστορίας – μετά αρχίζει μια δεύτερη περίοδος της ζωής τους. Φαντάζομαι η μεγάλη έκταση του κόμιξ είναι ανάλογη της «πόρωσής» σου με τη δημιουργία του. Προέκυψε αυθόρμητα, φυσικά. Γιατί αυτό το κόμιξ εξιστορεί όλη τη ζωή των δύο βασικών χαρακτήρων του, έχει την (κινηματογραφική) λογική του «Κάποτε στην Αμερική». Ξέραμε από την αρχή ότι θα είναι μεγάλο. Θεωρήσαμε ότι θα έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον να ασχοληθούμε με όλη τη γκάμα της ζωής αυτών των ανθρώπων και πως οι ίδιοι εξελίσσονται σαν χαρακτήρες, παρά να επικεντρωθούμε σε ένα γεγονός. «Η δουλειά για να βγει αυτό το βιβλίο κράτησε περίπου τρία χρόνια. Αλλά το είχα στο μυαλό μου από το 2012 – το «πάγωνα» για να κάνω άλλα πράγματα, τον Ερωτόκριτο, τον Μπλε Κομήτη». «Με τον Γιάννη (Ράγκο) γράφουμε τώρα το σενάριο για τον δεύτερο τόμο και σύντομα θα ξεκινήσω να σχεδιάζω», λέει ο Γ. Γούσης. «Καλό θα είναι να κυκλοφορήσει κι αυτός σχετικά σύντομα, ίσως μέσα στα επόμενα δύο χρόνια για να ολοκληρωθεί το πρότζεκτ των Ληστών. Δεν με «καίει» η εμπορική του συνέχεια πάντως, θέλω μόνο να βγει όπως πρέπει». Νομίζω ότι οι «Ληστές» είναι ένα σενάριο που θα μπορούσε να μεταφερθεί εξαιρετικά στον κινηματογράφο. Δεν θελήσαμε να φτιάξουμε ένα κόμιξ για να γίνει μετά ταινία. Παρόλα αυτά η υπόθεσή του και ο τρόπος που έχουμε αφηγηθεί την ιστορία – με σκηνές, χωρίς αφηγητή και voiceover – είναι τέτοιος που θα μπορούσε να μεταφερθεί και στην οθόνη, ίσως σαν σειρά δέκα επεισοδίων. Ένα τέτοιο εγχείρημα θα ήταν κοστοβόρο, αλλά αν γινόταν σωστά θα μπορούσε να είναι και εμπορικό. Και το σχετικό link...
  12. Στο graphic novel ξεδιπλώνονται η ζωή και τα έργα των αγωνιστών μιας πρωτότυπης αντίστασης, που άφησαν το αποτύπωμά τους στην ελληνική περιπέτεια. Ρομπέν των δασών, αγωνιστές μιας πρωτόγονης αντίστασης, φοβεροί εκδικητές, ή απλώς "ηττημένοι" στην ίδια τους τη χώρα, οι ληστές άφησαν το δικό τους αποτύπωμα στην ελληνική περιπέτεια. Φαινόμενο παλιό και με βαθιές ρίζες, η ληστοκρατία επικράτησε στις απαρχές του νεοελληνικού κράτους, ωστόσο ακόμα παραμένει σελίδα ανοιχτή στην ελληνική ιστοριογραφία, που επιδέχεται συστηματικής ιστορικής έρευνας και μελέτης. Όσο για την τέχνη, ένα ποίημα του Εμπειρίκου, ο "Μεγαλέξανδρος" του Θόδωρου Αγγελόπουλου, η ταινία "Τον Καιρό των Ελλήνων" του Λάκη Παπαστάθη και ίσως κάποιοι πίνακες του Εγγονόπουλου, είναι τα μόνα παραδείγματα που έρχονται στον νου. Στα ράφια των βιβλιοπωλείων όμως, μόλις προχθές βρήκε τη θέση του το πρώτο graphic novel επικεντρωμένο στη ληστοκρατία. Οι "Ληστές - Η ζωή και ο θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα - Μέρος Α'» σε σενάριο Γιάννη Ράγκου και σενάριο και εικονογράφηση Γιώργου Γούση (εκδόσεις Polaris), αναλαμβάνουν να ιχνηλατήσουν μια εποχή και ένα φαινόμενο, τη σύγκρουση δύο κόσμων. "Η περίοδος της ληστοκρατίας έχει ελάχιστα αξιοποιηθεί από οποιαδήποτε μορφή τέχνης. Ως terra incognita, αποτέλεσε τη μεγάλη πρόκληση για μας" λέει ο συγγραφέας Γιάννης Ράγκος εξηγώντας ότι, "εκτός από κάποια έργα της φουστανέλας, δεν έχουμε πολλές απεικονίσεις αυτού του φαινομένου που να συνδέονται με το κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό και ιστορικό περιβάλλον της εποχής. Αυτό ακριβώς θελήσαμε να αναδείξουμε". Παράλληλα όμως, "επειδή μας ελκύουν οι άνθρωποι με τραγικό πεπρωμένο, άλλωστε οι 'ευτυχισμένοι άνθρωποι' σπάνια έχουν ενδιαφέρουσες ιστορίες, μας ενδιέφερε να βυθιστούμε και στον ψυχισμό των δύο ηρώων, όχι για να δικαιολογήσουμε τις πράξεις τους αλλά για να παρουσιάσουμε τις διαφορετικές όψεις της ζωής και της δράσης τους". Στην Ήπειρο των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα και τη μεγάλη σύγκρουση της παράδοσης με τη νεωτερικότητα, την αντιπαράθεση του συγκεντρωτικού κράτους με τις αυτόνομες κοινότητες, μας μεταφέρουν οι "Ληστές". Οι αδελφοί Γιάννης και Θύμιος Ντόβας, παίρνοντας εκδίκηση για την άγρια δολοφονία του πατέρα τους, ακολουθούν τον μοναδικό δρόμο που απομένει, την παρανομία. "Δύο άνθρωποι με τραγικό πεπρωμένο, που κατάφεραν να αναρριχηθούν στην πιο απρόσιτη κορυφή του βουνού και αντί να απολαύσουν τη θέα από ψηλά, βούτηξαν στο κενό νοσταλγώντας την εθιστική αίσθηση της ανάβασης" τους περιγράφει ο Γ. Ράγκος. Στο graphic novel ξεδιπλώνεται ανάγλυφα η άνοδος και η πτώση τους. Αποτυπώνονται αδρά οι μεταξύ τους σχέσεις αλλά και οι έρωτές τους, η σχέση με τους συντρόφους τους και οι διαφοροποιήσεις τους, όπως και η νέα περίοδος που ξεκινάει με την αμνήστευσή τους. Ενώ ο Γιάννης ενσωματώνεται πλήρως στην αστική ζωή και το σύστημα, γίνεται χωροφύλακας-επιχειρηματίας, ο μικρός αδελφός του, ο Θύμιος, παραμένει ιδιοσυγκρασιακά συνδεδεμένος με τη ζωή και τους "νόμους" του βουνού. "Το βουνό δεν είναι μόνο ένας γεωγραφικός τόπος" διευκρινίζει ο Γιάννης Ράγκος. "Είναι περισσότερο ένα συμβολικό πεδίο, που συνοψίζει μια ολόκληρη αντίληψη για τη ζωή και τον κόσμο, η οποία συγκρούεται με την πόλη και το νεωτερικό της πλαίσιο. Δεν είναι τυχαίο που οι τελευταίοι ληστές την περίοδο της Κατοχής εντάχθηκαν στον ΕΛΑΣ. Για τον λόγο αυτό στους 'Ληστές' επιλέξαμε να δώσουμε όλη την πορεία της ζωής τους, την άνοδο και την πτώση τους, μέσα από την περιγραφή ενός βουνού, από τους πρόποδές του μέχρι την κορυφή και από εκεί στους γκρεμούς, δηλαδή την ηθική και βιολογική πτώση τους". Αντλώντας έμπνευση από τους Ρετζαίους, διαβόητους λήσταρχους των αρχών του 20ού αι. που έδρασαν στην Ήπειρο και τη Θεσπρωτία, οι "Ληστές", σύμφωνα με τον σεναριογράφο τους, "συνδυάζουν τη νουάρ ατμόσφαιρα με την ηθογραφία, τη μαφιόζικη δράση με την ελληνική εκδοχή της γουέστερν κουλτούρας, τον ληστρικό 'κώδικα τιμής' με τη διαφθορά της εξουσίας, το ιστορικό αφήγημα με τις σύγχρονες μορφές του οργανωμένου εγκλήματος". Και το σχετικό link...
  13. Επιχειρώντας να καλύψει το κενό στις ανθολογίες σύγχρονων, ποιοτικών εναλλακτικών κόμικς για ενηλίκους, ο Μπλε Κομήτης έβαλε ψηλά τον πήχη από την πρώτη μέρα της έκδοσής του. Φτάνοντας στο έβδομο τεύχος του, αποδεικνύει ότι μπορεί να φτάσει ακόμα ψηλότερα. Απόσπασμα από το εξώφυλλο του τεύχους 6 του «Μπλε Κομήτη», σχεδιασμένο από τον Ηλία Κυριαζή Τα πρώτα τεύχη μιας περιοδικής έκδοσης είναι τα δυσκολότερα. Η θλιβερή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ελληνική εκδοτική παραγωγή τα κάνει ακόμη πιο δύσκολα. Κάθε έντυπο στην αρχή του πρέπει να βρει τα βήματά του, να διαμορφώσει το προφίλ του, να επιλέξει τους συνεργάτες του, να αποδείξει τη συνέπειά του και, πάνω απ’ όλα, να πείσει τους αναγνώστες του. Ο Μπλε Κομήτης (εκδόσεις Polaris), διμηνιαίος πλέον και έχοντας ήδη συμπληρώσει έξι τεύχη (το έβδομο θα βρίσκεται σε λίγες ημέρες στα βιβλιοπωλεία και τα περίπτερα όλης της Ελλάδας), υπό την αρχισυνταξία του δημιουργού κόμικς Γιώργου Γούση («Ιστορίες από τις Αθώες Εποχές», «Ερωτόκριτος» κ.ά.), πάει από το καλό στο καλύτερο, πείθοντας ακόμα και τους πιο δύσπιστους και επιφυλακτικούς για την αναγκαιότητα ενός περιοδικού με σύγχρονα κόμικς για ενήλικο κοινό μετά τη Βαβέλ, το Παρά Πέντε, τη Γαλέρα, το Mov, το Εννέα κ.ά. Ιδιαίτερα τα νέα κόμικς που εγκαινιάστηκαν στο έκτο τεύχος αφήνουν πολλές υποσχέσεις για τη νέα μορφή του περιοδικού, που μπαίνει στη δεύτερη περίοδό του και, όπως σημειώνεται στο editorial, «ξεκινά με νέες ελληνικές και ξένες μεγάλες σειρές, χωρίς, ωστόσο, να αγνοούνται οι μικρότερες αυτοτελείς ιστορίες αλλά και οι νέοι καλλιτέχνες». Απόσπασμα από τη σειρά «Ληστές» των Γιάννη Ράγκου και Γιώργου Γούση Βαθιά πολιτικό και οδυνηρά σπαρακτικό μέσα στο πικρό του χιούμορ, το «Kobane Calling» του Ιταλού δημιουργού Zerocalcare είναι μια συγκλονιστική αυτοβιογραφική σειρά και παράλληλα ένα οδοιπορικό στο κουρδικό Κομπάνι και στην αυτόνομη δημοκρατική Ροζάβα εν καιρώ πολέμου. Η έναρξη της σειράς, μάλιστα, συνοδεύεται και από μια κατατοπιστική συνέντευξη του Ιταλού καλλιτέχνη στον Θοδωρή Παπαδημητρόπουλο. Η «Σατανία» των Kerascoet και Fabien Vehlmann, από την άλλη, είναι μια ιστορία τρόμου που εξελίσσεται στα έγκατα της Γης, με πρωταγωνιστές μια ομάδα σπηλαιολόγων κατά την αναζήτηση ενός εξαφανισμένου φίλου τους. Τη ζωή και τον θάνατο των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα, περιβόητων και δημοφιλών παρανόμων στην Ήπειρο των αρχών του εικοστού αιώνα, περιγράφει η σειρά «Ληστές» των Γιάννη Ράγκου και Γιώργου Γούση, ενώ η «Άρπη» των Ηλία Κυριαζή και Έλενας Γώγου αποτελεί μια δυστοπική, μετααποκαλυπτική σειρά, με την έννοια της Θεοκτονίας στο επίκεντρο. Οι «Μέρες Λατρείας» των Στρατή Ρέλλου και Παναγιώτη Πανταζή επαναφέρουν τον αναγνώστη στη σύγχρονη εποχή και στις εφηβικές ανησυχίες κάπου στην ελληνική επαρχία, ενώ τον Μπλε Κομήτη συμπληρώνουν ο Αντώνης Βαβαγιάννης με δύο προσωπικές σειρές του («Ο Θάνατος» και «Αληθινά Κουραφέλκυθρα»), η Γεωργία Ζάχαρη με τη γλυκιά, αυτοβιογραφική «Ζάχαρη» και η Ίριδα Μούζου με τη «Ραλλού». Στο εξώφυλλο του τεύχους 6 του «Μπλε Κομήτη» ο Ηλίας Κυριαζής σχεδιάζει την «Άρπη», την ηρωίδα του ομώνυμου κόμικ σε σενάριο του Κυριαζή και σχέδιο της Έλενας Γώγου Με τέτοια έργα που καλύπτουν σχεδόν όλα τα είδη της πλούσιας σύγχρονης παραγωγής κόμικς, ο Μπλε Κομήτης φαίνεται να φτάνει, μόλις έξι τεύχη μετά την πρώτη κυκλοφορία του, σε επίπεδα σπάνιας ωριμότητας. Έτσι, θα παραμείνει σίγουρα για καιρό ακόμη «στην τροχιά των κόμικς», όπως λέει και ο επιτυχημένος υπότιτλός του. Και το σχετικό link...
  14. Μετά τον "Ερωτόκριτο", ο Γιάννης Ράγκος και ο Παναγιώτης Πανταζής συνεργάζονται ξανά και ξανασυστήνουν στο αναγνωστικό κοινό ένα τα πιο δημοφιλή και "παιδικά" βιβλία των τελευταίων 80 ετών. «Τα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα εδώ και τρεις μήνες συστήνονται με έναν διαφορετικό τρόπο στο αναγνωστικό κοινό: Μέσα από το graphic novel που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Polaris», το σκοτεινό μυθιστόρημα παίρνει τη μορφή κόμικ και ζωντανεύει εκ νέου τις συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων μέσα από φιλοτεχνημένα καρέ. Δράστες της πρωτοβουλίας είναι ο Παναγιώτης Πανταζής και ο Γιάννης Ράγκος, δύο από τους πιο αξιόλογους Έλληνες δημιουργούς. Ο Γ. Ράγκος έχει συνεργαστεί με τον Γ. Γούση και τον Δ. Παπαμάρκο για τον «Ερωτόκριτο» ενώ ο Π. Πανταζής είναι μόνιμος συνεργάτης των περιοδικών «9» και «Μπλε κομήτης» κι έχει δημοσιεύσει πάνω από δεκαπέντε βιβλία με κόμικς. Μένοντας πολύ κοντά στο κείμενο της Δέλτα, το δημιουργικό δίδυμο κατάφερε να μεταφέρει καρέ-καρέ τις συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν στα εδάφη που βρίσκονταν υπό την κατοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι δύο πλευρές βρέθηκαν στα όπλα, διεκδικώντας η καθεμιά το δικό της κομμάτι. Ο Παναγιώτης Πανταζής (αριστερά) και ο Γιάννης Ράγκος (δεξιά) Όπως εξηγούν στο News 24/7 οι δύο δημιουργοί, η μεταφορά ήταν πολύ δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία καθώς κλήθηκαν να "στριμώξουν" ένα έργο 600 σελίδων στις 114 σελίδες του graphic novel. Γιατί επιλέξατε να κάνετε τη μεταφορά των «Μυστικών του Βάλτου» σε κόμικ; Γιάννης Ράγκος (Γ.Ρ.): «Πρόκειται, αναμφισβήτητα, για ένα από τα πιο εμβληματικά νεοελληνικά μυθιστορήματα. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι από την πρώτη του κυκλοφορία του, το 1937, έως τουλάχιστον το 2005 είχε ανατυπωθεί από τον εκδοτικό οίκο "Εστία", που το εξέδωσε, περισσότερες από 320 φορές. Βεβαίως, σε ένα βαθμό αυτό οφείλεται στο ότι είναι πλήρως ενταγμένο στον ονομαζόμενο «λογοτεχνικό κανόνα», ιδιαίτερα τις προηγούμενες δεκαετίες. Αυτό ωστόσο δεν μειώνει στο παραμικρό την προφανή γοητεία που ασκεί διαχρονικά στους αναγνώστες. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που διαθέτει αναμφισβήτητες λογοτεχνικές αρετές, ενώ ταυτόχρονα τοποθετεί τη δράση του σε μια περίοδο (Μακεδονικός Αγώνας), που ελάχιστες φορές έγινε αντικείμενο μυθοπλαστικής επεξεργασίας. Από την άλλη, αποτελεί και ένα κείμενο που διαθέτει άφθονη "πρώτη ύλη" προς εικονογράφηση - μάχες, συγκρούσεις χαρακτήρων, "σκληρές" προσωπικές ιστορίες κ.λ.π. -, κάτι που επίσης μας ενδιέφερε κατά τη διαδικασία μεταφοράς του σε μια άλλη τέχνη όπως αυτή των κόμικς.» Ένα έργο 600 σελίδων "στριμώχθηκε" στις 114 σελίδες του graphic novel Συγκυριακά, η έκδοση του κόμικ, συμπίπτει με την επίλυση του Σκοπιανού, ενός εθνικού ζητήματος που χρονίζει. Έπαιξε αυτό ρόλο στην επιλογή του έργου ή απλά ήταν μια χρονική συγκυρία; Γ.Ρ.: «Η προεργασία για το κόμικ ξεκίνησε ήδη από το 2015 κι ενώ δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμα η δουλειά για το προηγούμενο κόμικ (graphic novel) των Εκδόσεων Polaris «Ερωτόκριτος», στο οποίο ο Παναγιώτης (στο colouring) και εγώ (ως συν-σεναριογράφος με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο) είχαμε ενεργή εμπλοκή. Επομένως, η «παραγωγή» των «Μυστικών του Βάλτου» - η συγγραφή του σεναρίου και ο σχεδιασμός των 108 σελίδων του - διήρκεσε σχεδόν τρία χρόνια, σε μια εντελώς «ανύποπτη» από την άποψη της πολιτικής συγκυρίας περίοδο. Έτσι, όπως αντιλαμβάνεστε, η κυκλοφορία του κόμικ την προηγούμενη άνοιξη, όταν το ζήτημα του Σκοπιανού είχε αναδυθεί εκ νέου στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, δεν αποτελούσε παρά ένα τυχαίο γεγονός και δεν είχε καμία σχέση με τις δικές μας προθέσεις, οι οποίες ήταν αποκλειστικά καλλιτεχνικές». Χρειάστηκαν πάνω από τρία χρόνια δουλειάς για να γίνει η σωστή μεταφορά του μυθιστορήματος της Π. Δέλτα σε κόμικ Πώς είναι η διαδικασία να μετατραπεί ένα μυθιστόρημα σε εικόνες, καρέ και λίγες ατάκες; Παναγιώτης Πανταζής (Π.Π.): Είναι μια πρόκληση το να μεταφέρεις ένα έργο τέχνης από ένα μέσο σε κάποιο άλλο. Πράγματα που έχουν υπόσταση και νόημα ως λέξεις σε ένα μυθιστόρημα, σε ένα κόμικς μπορεί να μην φτάσουν καν στην επιφάνεια ενός balloon σε κάποιο καρέ, και να μείνουν ως περιγραφές στο σενάριο που θα κάνει εικόνα ο σχεδιαστής. Χρειάζεται να μπορέσεις να μεταφράσεις την οικονομία της λογοτεχνίας στην οικονομία του κόμικς. Και γι' αυτό χρειάζεται στενή συνεργασία σεναριογράφου και σχεδιαστή, για να επικοινωνεί ο ένας στον άλλον τι μπορεί να περάσει τα όρια ανάμεσα στα μέσα και σε τι μορφή. Δέκα σελίδες λογοτεχνίας μπορεί να αντιστοιχούν σε μια εικόνα ή μια γραμμή στο σενάριο να χρειάζεται δέκα σελίδες με εικόνες για να αποδοθεί όμορφα.» Γιατί επιλέγετε κλασικές ιστορίες; Είναι πιο εύκολο ή πιο δύσκολο από τη μεταφορά ενός πρωτότυπου σεναρίου; Γ.Ρ.: Μα δεν αφορά την ευκολία ή τη δυσκολία της δουλειάς. Η μεταφορά ενός μυθιστορήματος σε κόμικ, ειδικά όταν πρόκειται για ένα τόσο γνωστό και δημοφιλές κείμενο, παρουσιάζει μεν την "ευκολία" της έτοιμης πλοκής και των δοσμένων χαρακτήρων, αλλά από την άλλη ανεβάζει σημαντικά τον βαθμό δυσκολίας σχετικά με το πόσο "πιστή" στο πρωτότυπο θα είναι μια τέτοια μεταφορά, που θα πρέπει πρωτίστως να υπηρετεί τους αφηγηματικούς κώδικες του άλλου μέσου (του κόμικ), χωρίς εντούτοις να απομακρύνεται από τους κεντρικούς άξονες του αυθεντικού κειμένου. Σε κάθε περίπτωση, ας μην ξεχνάμε πως τα "Μυστικά του Βάλτου", όπως άλλωστε και ο «Ερωτόκριτος», εντάσσονται στη σειρά των Εκδόσεων Polaris για τη διασκευή σε graphic novels κλασικών κειμένων της νεοελληνικής λογοτεχνίας.» Ένα σχόλιο σας για το κόμικ στην Ελλάδα. Έχει διαδοθεί τα τελευταία χρόνια κρίνετε, πωλούνται περισσότερο από πριν και αν ναι γιατί; Π.Π.: «Δεν γνωρίζω αριθμούς πωλήσεων συνολικά, για να μπορέσω να κρίνω αν έχει μεγαλώσει το αναγνωστικό κοινό. Ξέρω όμως πως αυτή την στιγμή, στον χώρο των δημιουργών, συσσωρεύεται ενέργεια μεγαλύτερη από όση έχω δει ποτέ, στα 15 χρόνια που ασχολούμαι με αυτό. Νέοι δημιουργοί που φέρνουν νέες οπτικές εμφανίζονται διαρκώς. Ένα ακόμη συν είναι ότι πλέον ο χώρος μας, σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν, έχει πολύ περισσότερες γυναίκες δημιουργούς, ΛΟΑΤΚΙ άτομα, παιδιά μεταναστών και προσφύγων, και μπορούμε να δούμε δουλειές με ακόμη μεγαλύτερο εύρος ερεθισμάτων.» Μπορεί να βιοποριστεί ένας νέος κομίστας σήμερα; Π.Π.: «Για αυτό θα χρειαστεί να ρωτήσετε κάποιον νέο κομίστα. Υποψιάζομαι πως δεν είναι εύκολο, είναι κάτι που χρειάζεται σκληρή δουλειά και τύχη για τις κατάλληλες συγκυρίες.» Στιγμιότυπο από την επίσημη παρουσίαση του κόμικ Έχετε ήδη μεταφέρει τον «Ερωτόκριτο» στην Ένατη Τέχνη. Τα επόμενα σχέδιά σας; Π.Π.: «Σχεδιάζω μια coming of age σειρά που θα αρχίσει να εμφανίζεται στον Μπλε Κομήτη από το επόμενο τεύχος του. Και είμαι στο στάδιο προσχεδίων για διάφορα άλλα πράγματα, που δεν είναι ανακοινώσιμα για την ώρα.» Γ.Ρ.: «Από την πλευρά μου, καθώς προέρχομαι από το χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας, γράφω ένα καινούργιο αστυνομικό μυθιστόρημα, ενώ παράλληλα βρίσκομαι στο στάδιο της προώθησης του πρόσφατου συλλογικού τόμου με βαλκανικές αστυνομικές ιστορίες «BalkaNoir» (εκδόσεις Καστανιώτη), που επιμεληθήκαμε (και συμμετέχουμε με ένα διήγημά μας) μαζί με τον φίλο συγγραφέα Βασίλη Δανέλλη. Σε ότι αφορά το κόμικ, με τον κομίστα Γιώργο Γούση δουλεύουμε εδώ και αρκετό καιρό μια πρωτότυπη ιστορία, που θα αρχίσει να δημοσιεύεται σε συνέχειες από το επόμενο (Δεκεμβρίου 2018) τεύχος του περιοδικού «Μπλε Κομήτης» και κατόπιν θα κυκλοφορήσει σε άλμπουμ.» Το εξώφυλλο του graphic novel "Τα Μυστικά του Βάλτου" Και το σχετικό link...
  15. «Τα μυστικά του βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα εδώ και τρεις μήνες συστήνονται με έναν διαφορετικό τρόπο στο αναγνωστικό κοινό. Μέσα από το εικονογραφημένο βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Polaris» το αριστούργημα της Πηνελόπης Δέλτα παίρνει τη μορφή κόμιξ και οι συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων ζωντανεύουν ξανά. Δράστες της τωρινής πρωτοβουλίας είναι ο Παναγιώτης Πανταζής και ο Γιάννης Ράγκος, δύο από τους πιο αξιόλογους Έλληνες δημιουργούς. Ο Ράγκος έχει συνεργαστεί με τον Γούση και τον Παπαμάρκο για τον «Ερωτόκριτο» ενώ ο Πανταζής είναι μόνιμος συνεργάτης των περιοδικών «9» και «Μπλε κομήτης» κι έχει δημοσιεύσει πάνω από δεκαπέντε βιβλία με κόμικς. Ιδιαίτερα χαρούμενος με αυτή τη δουλειά δηλώνει στα nea.gr ο Παναγιώτης Πανταζής. Ο 36χρονος εικονογράφος δούλεψε τρία χρόνια για να ολοκληρώσει αυτό το έργο αλλά το αποτέλεσμα τον αντάμειψε. «Δεν είχα διαβάσει ολόκληρο το βιβλίο, μόνο κάποια αποσπάσματα όταν ήμουν μικρότερος» μου λέει ο ίδιος και συνεχίζει: «Πρώτη φορά το διάβασα ολόκληρο στα 33 μου. Είναι νομίζω ένα σκοτεινό βιβλίο που μιλάει με αρκετά ωμό τρόπο για πολλά πράγματα. Με ξάφνιασε που θεωρούνταν το πρωτότυπο έργο παιδικό. Βέβαια γράφτηκε το 1936 και οι συνθήκες ήταν τότε πολύ διαφορετικές». Αναρωτιέμαι πως μπορεί να φαίνεται σε έναν ενήλικο αυτό το έργο της Δέλτα που το έχουμε συνδυάσει με την εφηβική ηλικία. «Είναι πολύ γοητευτικό» απαντάει με βεβαιότητα ο Παναγιώτης. «Σε πιάνει σε διαφορετικά πράγματα όταν το διαβάζεις σε μεγαλύτερη ηλικία. Όταν είσαι μικρός μπορεί να μείνεις λίγο στις ηρωικές πράξεις, μεγαλώνοντας όμως συνειδητοποιείς ότι περιγράφει με πολύ δυνατό τρόπο και τρισδιάστατους χαρακτήρες τα προσωπικά δράματα του καθενός. Αυτό που μου έμεινε ήταν οι ματαιώσεις που ζει ο καθένας μπροστά στο σκοπό που προσπαθεί να πετύχει». Και πως όλο αυτό γίνεται κόμιξ; «Πρώτα το έκανε σενάριο ο Ράγκος γιατί από μόνο του το έργο είναι 600 σελίδες. Και εγώ ξεκίνησα την έρευνα. Μελέτησα τις μορφές που είχαν οι άνθρωποι εκείνη την εποχή, τα ρούχα, τον τρόπο που ζούσαν. Με βοήθησαν πολύ το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, βιβλία και διαδικτυακές αναφορές. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι πήγα και έκανα 400 χιλιόμετρα road trip στην Μακεδονία. Έκανα επιτόπια έρευνα στους τόπους που είχαν πάει οι χαρακτήρες. Μπορεί ο βάλτος να είναι πια αποξηραμένος αλλά η αίσθηση του τόπου είναι αρκετά δυνατή». Τρία χρόνια συνολικά, ένα χρόνο που χρειάστηκε για τον σχεδιασμό και δύο για την προετοιμασία και την μελέτη, αφιέρωσε ο Παναγιώτης για αυτή τη δουλειά, την πρώτη του εικονογράφηση σε έργο εποχής. Αυτή τη στιγμή είναι στο τυπογραφείο η δεύτερη έκδοση. «Είμαστε ικανοποιημένοι, πουλήθηκαν τρεις χιλιάδες σε τρεις μήνες. Επενδύσαμε χρόνο και διάθεση και χαίρομαι πολύ που άρεσε». Κλείνοντας την κουβέντα μου με τον Παναγιώτη τον ρωτάω ποιος είναι ο αγαπημένος του ήρωας του βιβλίου. «Ο Βασίλης Ανδρεάδης, που έχει κίνητρα προσωπικά και επιστρέφει για να εκδικηθεί. Τότε βρίσκει ένα κομμάτι της ζωής του που νόμιζε ότι είχε χάσει. Μου αρέσει πολύ ο τρόπος που σκιαγραφείται ο χαρακτήρας του. Παρόλο που το βιβλίο έχει πολλά ιστορικά πρόσωπα, αυτός ο φανταστικός ήρωας είναι ο αγαπημένος μου και σε αυτό συμφωνεί και ο Γιάννης». Και το σχετικό link...
  16. Συνήθως χαρακτηρίζουμε –λανθασμένα– «κομήτη» κάποιον ή κάτι που εμφανίζεται μία φορά και μετά εξαφανίζεται. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι οι κομήτες πάντα επιστρέφουν. Ο «Μπλε Κομήτης», ένα νέο περιοδικό κόμικς για ενήλικο κοινό, έπειτα από μακρά ανομβρία στον χώρο του περιοδικού τύπου, υπόσχεται να είναι πιστός στα τακτικά ραντεβού του. Ο αρχισυντάκτης του και δημιουργός κόμικς, Γιώργος Γούσης, μιλά στην «Εφ.Συν.» για τις προσδοκίες του. Γιατί «Μπλε» και γιατί «Κομήτης»; Όταν ψάχναμε όνομα για το περιοδικό, είχα κολλήσει στη λέξη «κομήτης», επειδή μου έκανε λίγο ρετρό και νοσταλγικό, μου θύμιζε pulp περιοδικά της δεκαετίας του 1980 και, επίσης, ως λέξη μοιάζει με τη λέξη κόμικς. Επιπλέον, η εμφάνιση ενός κομήτη είναι περιοδικό φαινόμενο με συγκεκριμένη περιοδικότητα, όπως το περιοδικό μας που θα εμφανίζεται κάθε τρεις μήνες. Το «μπλε» προστέθηκε στη συνέχεια από τον εκδότη, καθώς την εποχή που το κουβεντιάζαμε, διάβασε τυχαία ότι ήταν ορατός από τη Γη ο μπλε κομήτης Χόντα. Το θεωρήσαμε σημαδιακό. Ευχή μας και προσπάθειά μας είναι να εδραιωθεί ως Κομήτης, να είναι πάντα στην τροχιά των κομικς, να εμφανίζεται πάντα στην ώρα του και να βγαίνουν όλοι έξω για να τον παρατηρήσουν. Με άλλα λόγια, να είναι ένα περιοδικό-φαινόμενο για τα ελληνικά κόμικς. Απόσπασμα από την ιστορία του Γιώργου Γούση, βασισμένη στον χαρακτήρα του ντετέκτιβ Φιλ Πωτ του Παναγιώτη Μητσομπόνου Ποιος είχε την ιδέα για μια τέτοια έκδοση και σε ποιους ανήκουν οι πρωτοβουλίες για την κυκλοφορία του περιοδικού; Η ιδέα γεννήθηκε μέσα από συζητήσεις που είχαν οι εκδόσεις Polaris με εμένα και τον συγγραφέα Δημοσθένη Παπαμάρκο γύρω από το πώς και τι θα μπορούσαμε να κάνουμε εκδοτικά με την πληθώρα των εξαιρετικών δημιουργών που υπάρχουν στη χώρα και δεν συναντώνται με το ευρύ αναγνωστικό κοινό. Βλέπαμε, επίσης, ότι υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ των ανθρώπων που μπορούν να φτιάξουν και να εκδώσουν ένα γκράφικ νόβελ και των αυτοεκδόσεων όπου συναντάς πολλούς, νέους κυρίως δημιουργούς, με φοβερά προσόντα και υποσχέσεις και δεν μπορείς να τους βρεις παρά μόνο αν πέσει στα χέρια σου η αυτοέκδοσή τους. Καταλήξαμε ότι η φόρμα του περιοδικού είναι το καταλληλότερο μέσο που θα τα ένωνε όλα αυτά. Στέλλα Στεργίου Τι καινούργιο έρχεται να φέρει στα ελληνικά κόμικς; Ένα περιοδικό κόμικς πρέπει να έχει σκοπό να αναδείξει το καινούργιο και να αναθερμάνει το παλιό. Η προτεραιότητά μας είναι η ποιότητα της ύλης μας. Να υπάρχει γκάμα δημιουργών και απόψεων, να βοηθούνται οι δημιουργοί στο επίπεδο της επιμέλειας της δουλειάς τους, να δημιουργηθούν νέες δημιουργικές ομάδες, να συναντηθούν συγγραφείς με σχεδιαστές, να γίνει το περιοδικό ο λόγος για να εκφραστούν οι δημιουργοί και οι συγγραφείς και να αμειφθούν γι' αυτό. Είμαστε ανοιχτοί σε ιδέες και πιστεύουμε ότι ένα περιοδικό οφείλει να είναι ένας ζωντανός οργανισμός που προσαρμόζεται στα δεδομένα της εποχής. Ελπίδα μου είναι να δημοσιεύσουμε και πολλές ελληνικές ιστορίες σε διάφορα είδη αφήγησης, όπως για παράδειγμα συνέβη με την εξαιρετική έκθεση κόμικς με θέμα την απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς που έγινε πέρυσι. Απόσπασμα από το κόμικ των Γιώργου Φαραζή και Γλυκερίας Πατραμάνη Υπάρχει όμως το απαιτούμενο κοινό για να το στηρίξει; Από την εμπειρία του «9», της «Βαβέλ», του «Παρά Πέντε» κλπ., ξέρουμε ότι το κοινό που αγοράζει ένα περιοδικό κόμικς είναι ευρύ, είναι ο κόσμος που διαβάζει βιβλία, βλέπει σινεμά, πάει θέατρο κλπ. Επίσης πολλά κόμικς που έχουν εκδοθεί τα τελευταία χρόνια έχουν αξιοσημείωτες πωλήσεις. Αν συμπεριλάβουμε και ένα ποσοστό από την πληθώρα των νέων επισκεπτών στα συνέδρια και τα φεστιβάλ που γίνονται σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ένα κοινό λίγο-πολύ αχαρτογράφητο, τότε θα έλεγα πως όχι μόνο υπάρχει, αλλά μάλλον είναι και αρκετό. Μένει να το δούμε στην πράξη και φυσικά πιστεύω ότι δεν αρκεί να υπάρχει το κοινό για να αγοράσει οτιδήποτε, πρέπει να είναι καλό και το προϊόν για να το πάρει. Παναγιώτης Μητσομπόνος Θα υπάρχουν σταθεροί συνεργάτες ή θα εναλλάσσονται. Και η αραιή περιοδικότητα μήπως θα αποξενώσει τους αναγνώστες; Δυστυχώς λόγω περιορισμού του χώρου έμειναν απ’ έξω πολλοί σημαντικοί δημιουργοί, με τους οποίους όμως ελπίζω να συνεργαστούμε και να παρουσιάσουν δουλεία στο περιοδικό στη συνέχεια. Σκοπός μας είναι να εναλλάσσονται οι συνεργάτες και φυσικά να εμφανιστούν και νέοι που δεν έχουμε ξαναδεί και αξίζει η δουλειά τους. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν θα έχουμε και κάποιες μόνιμες ή περιστασιακές συνεργασίες με κάποιες σειρές ή ιστορίες που θα δημοσιεύονται σε συνέχειες. Η αραιή περιοδικότητα είναι κάτι που αποφασίσαμε ώστε να έχουμε αρκετό χρόνο για την αναζήτηση, τη δημιουργία και την επιμέλεια των ιστοριών που θα δημοσιεύουμε. Αυτό που έχουμε σκοπό να κάνουμε, και θα γίνει το πρώτο βήμα από το δεύτερο μόλις τεύχος, είναι να αυξήσουμε τις σελίδες και την ύλη του περιοδικού, κρατώντας σταθερή την τιμή. Το δεύτερο τεύχος θα έχει 16 σελίδες περισσότερες από το πρώτο. Προτιμούμε να βγάζουμε πιο αραιά ένα μεγαλύτερο και καλύτερο περιοδικό, παρά να κάνουμε βιαστικές επιλογές και εμείς και οι δημιουργοί. Μας ενδιαφέρει και η συλλεκτική αξία, το τεύχος να είναι ωραίο και σαν αντικείμενο. Ο Πέτρος Ζερβός μεταφέρει σε κόμικς το διήγημα «Παραλογή» από το «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου Πώς βλέπεις την κατάσταση των ελληνικών κόμικς σήμερα; Τι μπορούμε να περιμένουμε μέσα στο ζοφερό κλίμα της εποχής; Για να πάρουμε την απόφαση να εκδώσουμε ένα περιοδικό και προσωπικά εγώ να δεχτώ τη θέση του αρχισυντάκτη, είναι σαφές ότι πιστεύουμε πως η κατάσταση των ελληνικών κόμικς είναι σήμερα καλύτερη από ποτέ. Είναι η σωστή στιγμή για το κόμικ να κάνει το μεγάλο βήμα προς τα εμπρός, να μας δώσει σπουδαίες ιστορίες, άλμπουμ και δημιουργούς που να συναγωνίζονται ποιοτικά μεγάλους δημιουργούς του εξωτερικού. Ίσως τελικά το ζοφερό κλίμα της εποχής να είναι η μαγιά που φουσκώνει τη δημιουργικότητα. Απόσπασμα από την ιστορία των Μιχάλη Διαλυνά και Δημοσθένη Παπαμάρκου Μέχρι σήμερα σε γνωρίζαμε ως έναν νέο και πολύ επιτυχημένο δημιουργό. Τώρα θα σε δούμε και ως αρχισυντάκτη. Πώς συνδυάζονται αυτές οι ιδιότητες; Είναι δύσκολο, αλλά προσπαθώ να μη συνδυάζονται! Τα έργα και οι καλλιτέχνες που θα δημοσιεύονται στο περιοδικό δεν θα κρίνονται με το προσωπικό μου κριτήριο, είμαι εδώ για να βοηθώ τους νεότερους στα τεχνικά και στη διαδικασία της δημιουργίας από την εμπειρία μου και να λέω συμβουλευτικά την άποψή μου, ακόμα και αν αυτή δεν εισακουστεί από κάποιους δημιουργούς· προφανώς στο τελικό αποτέλεσμα έχει μεγαλύτερη βαρύτητα η δική τους άποψη. Επίσης δεν είμαι μόνος μου σε αυτή τη διαδικασία, υπάρχει και η εκδοτική ομάδα αλλά και συνεργάτες του οίκου που σέβομαι και συμβουλεύομαι τη γνώμη τους και το κριτήριό τους. Με ενδιαφέρει οι ιστορίες που θα δημοσιεύουμε να είναι κατ' αρχάς κατανοητές, να έχουν αισθητική, άποψη, να αφορούν όσο το δυνατόν πιο μεγάλη μερίδα του αναγνωστικού κοινού, να είναι τα γράμματα και τα μπαλονάκια σωστά, να διαβάζονται άνετα κλπ. Επίσης προσπαθώ να συνδέω συγγραφείς με δημιουργούς ή να προτείνω συνεργασίες, διασκευές από λογοτεχνικά κείμενα, κάποια ιδέα για σειρά κλπ. Από το επόμενο τεύχος, για παράδειγμα, θα υπάρχει μια σειρά κόμικς για ελληνικά εγκλήματα. Θα τη γράφει ο Γιάννης Ράγκος, που έχει τρομερό δημοσιογραφικό αρχείο πάνω στο θέμα και κάθε φορά θα σκιτσάρει διαφορετικός δημιουργός. Από κει και πέρα δεν υπάρχει κανείς περιορισμός, αντιθέτως, επιδιώκουμε να δούμε δουλείες που θα μας εκπλήξουν, που δεν τις περιμέναμε και δεν μπορούσαμε να τις φανταστούμε. Σχέδιο εξωφύλλου: Παναγιώτης Πανταζής. Δεξιά ο Γιώργος Γούσης. Ο Γιώργος Γούσης γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τη συλλογή σύντομων ιστοριών κόμικς «Ιστορίες από τις αθώες εποχές» (εκδ. ΚΨΜ). Ως εικονογράφος και σχεδιαστής κόμικς έχει εργαστεί στον τύπο («ΒΗΜΑMEN», «ΒΗMAgazino», «9» της «Ελευθεροτυπίας», «Lifo», «Athens Voice» κ.α.) και στον χώρο των εκδόσεων βιβλίου. Το graphic novel «Ερωτόκριτος», που δημιούργησε μαζί με τους Δημοσθένη Παπαμάρκο και Γιάννη Ράγκο στο σενάριο, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Polaris το 2016. Τι λένε οι δημιουργοί Συνεργάτες του «Μπλε Κομήτη» θα είναι μια πλειάδα Ελλήνων δημιουργών κόμικς, με διαφορετικά στιλ, τεχνοτροπίες και καλλιτεχνική διαδρομή. Ρωτήσαμε τον Αντώνη Βαβαγιάννη («Κουραφέλκυθρα», «Οι Προτελευταίοι» κ.ά.) αν υπάρχει κοινό στην Ελλάδα που μπορεί να στηρίξει ένα τέτοιο περιοδικό. «Η απλή και εύκολη απάντηση είναι “όχι δεν υπάρχει”. Οι εποχές της “Βαβέλ” και του “Παρά Πέντε” έχουν φύγει και δεν πρόκειται να ξαναγυρίσουν. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν υπάρχει κοινό που αγαπάει τα κόμικς στην Ελλάδα και ακόμα περισσότερο δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εξαιρετικοί Έλληνες δημιουργοί. Άρα η ερώτηση είναι αν μπορούμε εμείς, όσοι εμπλεκόμαστε στον “Μπλε Κομήτη”, να χτίσουμε αυτό το κοινό που θα στηρίξει και θα αγαπήσει κάτι καινούργιο. Όχι μόνο αυτούς που μεγαλώσανε αγοράζοντας περιοδικά και τους λείπει αυτό το υπέροχο συναίσθημα που νιώθεις όταν πρωτοανοίγεις μια καινούργια ανθολογία κόμικς που την περίμενες για μήνες, αλλά και νέο κοινό που θα θέλει να στηρίξει κάτι πραγματικά αξιόλογο. Δύσκολο; Σίγουρα. Αλλά, διάολε, θα το προσπαθήσουμε!» Θα καταφέρει, όμως, να αντέξει στον χρόνο ένα αμιγώς ελληνικό περιοδικό με κόμικς; Ο Παναγιώτης Πανταζής («Common Comics», «Μαρμελάδα Κεράσι» κ.ά.) μας απαντά: «Ένα καινούργιο ελληνικό περιοδικό ελπίζω πως έρχεται να γίνει σημείο, ένα τοπόσημο για όποιον ασχολείται με κόμικς στην Ελλάδα. Με την ιδιότητα του δημιουργού βρίσκομαι από την αρχή στο χτίσιμο ενός σπιτιού που ξανασυναντώ παλιότερους και σύγχρονούς μου, οργανωνόμαστε, συνεργαζόμαστε και προχωράμε. Αυτό που με κάνει πιο χαρούμενο, ωστόσο, είναι πως το καινούργιο περιοδικό δίνει τη δυνατότητα σε νέα παιδιά με ταλέντο να δουν πώς είναι η δουλειά σου να αφήνει πίσω την όμορφη μεν, αλλά ασφαλή φάση του ερασιτεχνισμού και να περνάει στον επαγγελματικό χώρο, όπου έχεις τη χαρά να πληρώνεσαι για να κάνεις αυτό που αγαπάς, να βλέπεις τη δουλειά σου να φτάνει σε μέρη όπου πριν δεν γινόταν και να βελτιώνεσαι λόγω των απαιτήσεων. Αν θα αντέξει στον χρόνο, θα το ξέρουμε όταν έχει περάσει ο απαιτούμενος χρόνος. Ως τότε, ξέρω πως όσοι συμμετέχουμε, σε κάθε σημείο της πορείας, θα έχουμε δώσει τον καλύτερό μας εαυτό». Και το σχετικό link...
  17. Ο Σέξπιρ στο πάρκο Στράτφορντ Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς Δύο από τις σημαντικότερες και πιο πολυδιαβασμένες τραγωδίες του Σέξπιρ, οι «Μάκμπεθ» και «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», γίνονται θεατρικές παραστάσεις όταν οι άνθρωποι κοιμούνται. Τα ζώα του πάρκου Στράτφορντ ανεβαίνουν στο σανίδι και υποδύονται τους διάσημους σεξπιρικούς χαρακτήρες, αλλοιώνοντας αρκετά το περιεχόμενο και προσφέροντας γέλιο. Για να εισπράξουν το χειροκρότημα των φίλων τους μέχρι το πρωί, όταν η παρουσία των ανθρώπων θα διακόψει την τέχνη. Οι μεταφορές κλασικών λογοτεχνικών έργων σε κόμικς δεν είναι κάτι νέο. Εχουν γίνει πια, όμως, τόσο πολλές που ορισμένες φορές, όταν προσπαθούν να παραμείνουν με νύχια και με δόντια «πιστές» στο πρωτότυπο, καταντούν ανιαρές. Γι’ αυτό και οφείλουν να ανανεώνονται, να προσθέτουν ή/και να αφαιρούν στοιχεία, να προσαρμόζουν το έργο στα νέα συμφραζόμενα, να το επικαιροποιούν και όχι να «υποτάσσονται» σε αυτό στον βωμό ενός καταναγκαστικού σεβασμού, θεωρώντας το «ιερό» κείμενο, ταμπού ή θέσφατο. Οι Ιαν Λέντλερ (σενάριο) και Ζακ Τζιαλόνγκο (σχέδια) δίνουν τη δική τους εκδοχή σε δύο κλασικές σεξπιρικές τραγωδίες, στο «Μάκμπεθ» (απόδοση: Δέσποινα Παπαγιαννοπούλου) και στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» (απόδοση: Απόστολος Ζαρρής), που μόλις κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Polaris. Με πρωταγωνιστές ζώα σε έναν ιδιότυπο ζωολογικό κήπο, στο πάρκο Στράτφορντ, οι Αμερικανοί δημιουργοί ξανααφηγούνται τις τραγωδίες του θρυλικού θεατρικού συγγραφέα, μεταφέροντας τα σκηνικά και τον τόπο του δράματος σε έναν αλλόκοτο αλλά και τρυφερό κόσμο. Είναι εύκολο να «φας» τους πολιτικούς αντιπάλους σου. Μετά έρχεται η δυσπεψία… Τα έγκλειστα ζώα, βορά στα μάτια των περίεργων καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, όταν όλοι οι επισκέπτες αποχωρούν και τα κλουβιά κλειδώνονται για να κυλήσει μια ήσυχη νύχτα, βγαίνουν από τα «κελιά» τους και επιδίδονται στην τέχνη τους. Κάποια κρατούν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους μετά από κοπιώδεις πρόβες, κάποια άλλα γίνονται κομπάρσοι και τα υπόλοιπα παίρνουν θέση στην πλατεία και τα θεωρεία για να απολαύσουν την παράσταση. Που κι αυτή με τη σειρά της είναι προσαρμοσμένη στις δυνατότητες και τις απαιτήσεις του κόσμου των ζώων. Στον «Μάκμπεθ», την πρώτη από τις δύο σεξπιρικές τραγωδίες των Λέντλερ και Τζιαλόνγκο, όταν πέφτει η νύχτα, η τίγρη, οι κροκόδειλοι, οι μαϊμούδες, η καμηλοπάρδαλη, οι νυχτερίδες και όλη η τοπική πανίδα συγκεντρώνεται στο αυτοσχέδιο θέατρο για να χειροκροτήσει το λιοντάρι που υποδύεται τον αριβίστα και μετέπειτα βασιλιά της Σκοτίας. Που δεν θα διστάσει, ακολουθώντας τις μυρωδιές από τη σούπα των τριών μαγισσών, να ταξιδέψει στα βάθη του βάλτου και να πάρει τον «χρησμό»: «Γύρνα, βάζε, βράζε, ανακάτωνε. Καίγε, φωτιά, και τρίζε! Κόχλαζε, νερό! Μάκμπεθ, φάε τον βασιλιά! Η τραγωδία αρχίζει. Κάνε τον μια χαψιά. Σαν χάμπουργκερ μυρίζει!.» Τότε το λιοντάρι συνειδητοποιεί πως δεν πεινάει για φαγητά αλλά για εξουσία. Και καταβροχθίζει τον βασιλιά-κουκουβάγια μέσα σε ένα λουτρό αίματος που «λογοκρίνεται» από τους δημιουργούς με το τέχνασμα της εμφάνισης ενός αργοπορημένου ελέφαντα στην παράσταση, ο οποίος ψάχνει τη θέση του, στερώντας από τους υπόλοιπους θεατές τη θέα μέχρι τη σκηνή. Ο Μάκμπεθ θα γίνει βασιλιάς, αλλά οι τύψεις θα αρχίσουν να τον κατατρύχουν και η κατάσταση θα επιδεινωθεί από την εξουσιαστική μανία της βασίλισσας και την έρευνα που ξεκινά ο ντετέκτιβ Μακντάφ. Στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», η σκηνική δράση μεταφέρεται σε μια φάρμα της Βερόνα και στο γειτονικό δάσος, ενώ το γνωστό ζευγάρι συνθέτουν ένας τυχοδιώκτης και ανήσυχος κόκορας (αν και τον ρόλο εποφθαλμιούσε ο γύπας…) και μια ευαίσθητη αρκουδίτσα. Ο κόκορας το σκάει από τη φάρμα, ερωτεύεται την αρκούδα του δάσους, αλλά η οικογένειά της αρνείται την ολοκλήρωση της σχέσης λόγω της ταπεινής καταγωγής του Ρωμαίου. Ο γνωστός ελέφαντας εμφανίζεται και πάλι στο θέατρο, μαζί με μια φίλη του αυτή τη φορά, για να ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων από τους υπόλοιπους θεατές και ακολουθεί το διάλειμμα –ένα από τα εξυπνότερα τεχνάσματα των Λέντλερ και Τζιανλόγκο–, με το καγκουρό να ρωτάει τη μαϊμού: «Πώς σου φαίνεται η παράσταση, μικρέ μου;» για να πάρει την απάντηση: «Καλή είναι. Αλλά στο "Μάκμπεθ" είχαν σκοτώσει περισσότερους πριν το διάλειμμα» και τους σκαντζόχοιρους να σκέφτονται αν θα ήταν έξυπνη κίνηση να μετακομίσουν σε μια φάρμα για να τους χαϊδεύουν παιδάκια. Η τραγωδία θα ολοκληρωθεί με τον γνωστό τρόπο και τον διπλό θάνατο που γεμίζει δάκρυα τα μάτια των αποσβολωμένων και συνεπαρμένων ζώων. Και την υπόσχεση του ιδιότυπου θιάσου ότι η επόμενη παράσταση του πάρκου Στράτφορντ θα είναι κωμωδία! Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζονται οι Λέντλερ και Τζιανλόγκο τα πρωτότυπα έργα για να τα μεταπλάσουν σε κάτι νέο είναι ευφυέστατος και διόλου βλάσφημος προς αυτά. Ωστόσο, το ποσοστό της επέμβασής τους είναι ασυνήθιστα υψηλό για αντίστοιχες απόπειρες, σε βαθμό που ακόμα και η πλήρης άγνοια του πρωτοτύπου να μην είναι απαγορευτική για την κατανόηση και την απόλαυση των νέων έργων. Η επιλογή τους να αφηγηθούν δύο κλασικά και πασίγνωστα έργα θα μπορούσε να θεωρηθεί κοινότοπη και εκ του ασφαλούς. Ομως, η ανάθεση των ρόλων σε ζώα μόνο συνηθισμένη δεν είναι. Επιπλέον, τα ζώα δεν γίνονται απλώς πρωταγωνιστές αλλά υποδύονται τους σεξπιρικούς χαρακτήρες, δημιουργώντας έτσι τρία επίπεδα στο μετα-μυθοπλαστικό παιχνίδι που στήνεται αριστοτεχνικά: σε πρώτο επίπεδο ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με ένα κλασικό έργο που αποτελεί ούτως ή άλλως μυθοπλασία, σε δεύτερο επίπεδο η μυθοπλασία τροποποιείται ως προσαρμογή με πολλούς βαθμούς ελευθερίας στη μεταγραφή της σε κόμικς και σε τρίτο επίπεδο το πρωτότυπο παρουσιάζεται ως θεατρικό έργο στο οποίο πρωταγωνιστούν φανταστικά όντα - ηθοποιοί και όχι τα φανταστικά όντα του πρωτοτύπου. Αυτό το συνειδητά πολυεπίπεδο και οντολογικά συσκοτισμένο μπέρδεμα ανάμεσα στο πρωτότυπο, την αναπαράστασή του, την ιδιοποίησή του και την προσαρμογή του σε ένα νέο έργο τέχνης είναι και η πεμπτουσία μεγάλου μέρους της μεταμοντέρνας αφήγησης στα κόμικς, στον κινηματογράφο, στη λογοτεχνία. Ο «Μάκμπεθ» και το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» (εκδόσεις Polaris) είναι τα δύο πρώτα σεξπιρικά έργα που ανεβάζουν τα ζώα του πάρκου Στράτφορντ. Θα ακολουθήσουν και άλλα Οι προσαρμογές σε κόμικς κλασικών έργων του παρελθόντος αποκτούν νόημα στην εποχή μας όταν κρατούν αποστάσεις από τα πρωτότυπα. Ο πρόσφατος «Δον Κιχώτης» του Rob Davis, η «Μεταμόρφωση» του Κάφκα από τον Peter Kuper και τόσα άλλα σύγχρονα κόμικς «πάτησαν» σε κάτι γνωστό, αλλά δεν ισχυρίστηκαν ότι το «μεταφέρουν» ούτε αξίωσαν να αποτελέσουν την εικονογραφημένη εκδοχή του. Εγιναν νέα έργα με αυταξία και ενδιαφέρον, ανεξαρτήτως πρωτοτύπου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η καλή γνώση του πρωτοτύπου δεν τους προσθέτει βαρύτητα και σημασία. Στην περίπτωση των «Μάκμπεθ» και «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», και μόνο η ανοίκεια και απρόσμενη εκδοχή τους σε κόμικς με χιούμορ και με πρωταγωνιστές που φέρονται μερικώς σαν άνθρωποι αλλά διατηρούν και πολλά από τα ζωώδη χαρακτηριστικά τους είναι αρκετή για να τα κατατάξει στις ενδιαφέρουσες και ρηξικέλευθες ιδέες. Κάτι που δεν είναι και τόσο συχνό φαινόμενο των καιρών μας. Πηγή
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.