Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'εκδόσεις χαραμάδα'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Valt's blog
  • Dr Paingiver's blog
  • GCF about comics
  • Vet in madness
  • Θέμα ελεύθερο
  • Film
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Γερμανίκεια
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Κομικσόκοσμος
  • The Unstable Geek
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • Dhampyr Diaries

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 10 results

  1. Μια συζήτηση με τον comic artist Σπύρο Δερβενιώτη με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του άλμπουμ. Πώς µπορεί να αφηγηθεί κανείς τη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας σε µόλις 96 σελίδες; Ο Σπύρος ∆ερβενιώτης έχει την απάντηση στο κόµικς άλµπουµ «Παλιές πουτάνες» που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό από τις εκδόσεις Χαραµάδα. Συναντηθήκαµε µε τον κοµίστα και γελοιογράφο, ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει και την ιδιότητα του υπεύθυνου επικοινωνίας του ΜέΡΑ25, προκειµένου να µιλήσουµε για τη νέα του δουλειά. Πώς προέκυψε λοιπόν αυτό το άλµπουµ; «Όλα ξεκίνησαν το 2013-14 εν µέσω κρίσης. Έγινε τότε η προσπάθεια να βγουν κάποια ΜΜΕ που να είναι διαφορετικά από τα συστηµικά · έτσι ξεκίνησε το “Unfollow”» λέει ο δηµιουργός. Από τους (ελ)λαδέµπορους στους ακροκεντρώους Η ιδέα για το κόµικς «Πουτάνες», όπως εξηγεί, ξεκίνησε µε αφορµή την τότε επικαιρότητα, την υπόθεση µε τον Ανδρέα Λοβέρδο και τις οροθετικές. «Επίσης ειδικά µε τον Αυγουστίνο Ζενάκο µοιραζόµασταν µια εµµονή για το gentrification που γινόταν τότε στον Κεραµεικό, το οποίο ήταν ακόµη εν εξελίξει. Οπότε η ιδέα ήταν ως εξής: σε ένα κτίριο στον Κεραµεικό που ήταν γκαλερί-γραφεία κ.λ.π. διαπλέκονται κάποιοι χαρακτήρες αρχετυπικά ακροκεντρώοι και όλο αυτό το βλέπουµε µέσα από τα µάτια δύο σεξεργατριών που κάνουν πιάτσα από κάτω. Και ο τίτλος αναφέρεται σε όλους εκτός από αυτές τις δύο κοπέλες». Κάποια στιγµή αποφασίστηκε να κυκλοφορήσει µια συγκεντρωτική έκδοση που να περιλαµβάνει το κόµικς. «Ακόµη αριθµούσε γύρω στα 30 επεισόδια και ψάχναµε ιδέες πώς να συµπληρώσουµε την έκδοση. Πάνω εκεί µας ήρθε η ιδέα να πιάσουµε την ιστορία του σπιτιού και των προγόνων των πρωταγωνιστών από το ’50 και µετά, λίγο µετά τον πόλεµο δηλαδή που άρχισε να χτίζεται αυτή η φάση». Για διάφορους λόγους η έκδοση έµεινε στη µέση, όπως λέει ο Σπ. ∆ερβενιώτης, ωστόσο η επέτειος του 1821 στάθηκε χρυσή αφορµή για να κυκλοφορήσει, µε την ιστορία πλέον να ξεκινάει από τότε που ο Κεραµεικός ήταν ακόµη χωράφια και ο ιδρυτής της δυναστείας φορούσε γουρνοτσάρουχα και έβοσκε πρόβατα. «Εκεί κλωτσήσαµε στον τίτλο γιατί είναι πια πολύ πιο παρακινδυνευµένο να έχεις τη λέξη “πουτάνες” σε έναν τίτλο και ειδικά σε µια έκδοση που δεν είναι µέσα σε περιοδικό, µακριά από αδιάκριτα µάτια. ∆εν µπορούσαµε να βρούµε όµως άλλον τίτλο από το “Παλιές πουτάνες” – τίτλος που περιγράφει τους χαρακτήρες σε τόσο πολλά επίπεδα». Και ποιοι είναι αυτοί οι χαρακτήρες; «Όσοι ανήκουν στη βαθιά ∆εξιά – από τους λαδέµπορες της Κατοχής µέχρι σήµερα – και σε αυτό που λέµε ακραίο κέντρο, που είναι απόφυση του σηµιτισµού. Πρόκειται για όλους αυτούς τους λίγο κοσµοπολίτες, λίγο τάχαµου, αλλά πάντα δικτυωµένους και πάντα καβαντζωµένους και πάντα σε όλα τα ΕΣΠΑ και σε όλες τις δουλειές του δηµοσίου, αλλά και για το πώς όλοι αυτοί µαγικά αγκαλιάστηκαν ενάντια στον κοινό εχθρό, την αριστερίλα – να το πούµε λαϊκά. Κάθε χαρακτήρας είναι σύµµειξη τουλάχιστον πέντε έξι αναγνωρίσιµων προσώπων». Μήπως ο ίδιος έχει πρόβληµα µε την «αριστεία»; «Ναι, αλλά αυτή το ξεκίνησε πρώτη» απαντά. Περιγράφει µια ολόκληρη εποχή λέγοντας: «Εν καιρώ ειρήνης, το 2009-10, όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήταν απλώς η θάλασσα µες στην οποία κολυµπούσαµε όλα τα ψάρια. ∆εν υπήρχε κάτι άλλο και δεν χρειαζόταν να υπάρχει κάτι άλλο γιατί λεφτά υπήρχαν, κανείς δεν νοιαζόταν για τα πολιτικά προτάγµατα. Όταν έσφιξαν τα γάλατα και έπρεπε να πάρεις θέση ή µε τους “φέρ’ τα εδώ” ή µε τους “άσ’ τα κάτω”, τότε άρχισαν να φαίνονται οι στρατεύσεις και οι πραγµατικότητες κάτω από το υπόστρωµα της νηφαλιότητας. ∆εν υπήρχαν πιο διχαστικοί, πιο ακραίοι από αυτούς οι οποίοι γράφανε σεντόνια υπέρ της νηφαλιότητας. Και κάπου εκεί χαλάσανε και τα µέχρι τότε χαρούµενα free press, στα οποία παρέµειναν µόνο οι µουτζαχεντίν και τα ροτβάιλερ µιας συγκεκριµένης ιδεολογίας την οποία υποστήριζαν µε µανία». Η Αριστερά και τα καθαρά σεντόνια της Ευρώπης Μιλάµε για το δηµοψήφισµα του 2015 και την Ευρωπαϊκή Ένωση των τελευταίων χρόνων. «∆εν έµεινε η χώρα στην Ευρώπη, έφυγε η Ευρώπη από την Ευρώπη. Αυτό ζούµε τη δεδοµένη στιγµή. Χύθηκαν τόσα κροκοδείλια δάκρυα για το Grexit και τελικά το βρήκαν από το Brexit. Έφυγε η ναυαρχίδα τους, ο πολιτισµένος αγγλοσαξονικός κόσµος τους αποχαιρέτησε: “Μπάι µπάι, ούτε να σας ξέρουµε”. Αυτό που απέµεινε δεν το λες ενωµένη Ευρώπη». Όπως λέει ο δηµιουργός, αυτό φάνηκε ξανά πρόσφατα στο θέµα των εµβολίων κατά του κορονοϊού. «Υπήρχε µια χλιαρή προσπάθεια ενός ευρωπαϊκού εµβολιαστικού προγράµµατος και όποιος ήταν πιο ισχυρός είχε κάνει τις καβάντζες του και είχε αγοράσει διπλές και τριπλές παρτίδες και η πρόβλεψη ήταν οι υπόλοιποι να µοιραστούν τα ψίχουλα. Το βλέπουµε επίσης στο προσφυγικό. Υποτίθεται ότι χύθηκε τόσος ιδεολογικός ιδρώτας για το σύνορο της Ευρώπης. Από την Ελλάδα παρέλασε όλη η Frontex, µε όλους τους πρωτοκλασάτους να υπερασπίζονται τι; Ένα τείχος. ∆ηλαδή οι ίδιοι που χόρευαν στα ερείπια του τείχους µετά έκαναν ένα τείχος µε χαρά και µε µανία. Και όλη η ενιαία στρατηγική απορρόφησης προσφύγων πήγε στον διάολο όταν η βαθιά Ευρώπη αποφάσισε ότι θα βάλει ένα µαχαίρι στα δόντια και θα πει “σφάξτε όλους τους σκουρόχρωµους, δεν θέλουµε κανέναν στα καθαρά µας σπίτια”». Η κουβέντα στρέφεται στην πανδηµία, την έλλειψη νοσοκοµείων και υγειονοµικού προσωπικού, την έξαρση της συνωµοσιολογίας και την έλλειψη εµπιστοσύνης στην κεντρική εξουσία. Η Αριστερά µπορεί να προσφέρει λύση αυτήν τη στιγµή; «Είχε µια ευκαιρία και την έχασε. ∆εν την έχασε, τη δυναµίτισε. ∆εν τη δυναµίτισε, τη σαµποτάρισε. ∆εν τη σαµποτάρισε, την έχωσε βαθιά. ∆εν την έχωσε βαθιά, χόρεψε στον τάφο της». Για ποιο λόγο ο ίδιος πιστεύει ότι συνέβη κάτι τέτοιο; «Θα µάθουµε σε 30 χρόνια που θα βγουν τα memoirs». INFO Το κόμικς άλμπουμ «Παλιές πουτάνες» του Σπύρου Δερβενιώτη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Χαραμάδα. Και το σχετικό link...
  2. Το καινούργιο άλμπουμ «Παλιές πουτάνες» του γνωστού κομίστα και σκιτσογράφου είναι ο δικός του τρόπος υποδοχής της 200ής επετείου του 1821, διατρέχοντας όλες τις εποχές από τη... σωστή πλευρά της Ιστορίας. «Παλιές πουτάνες» είναι ο τίτλος του νέου γκράφικ νόβελ ή άλμπουμ κόμικς του Σπύρου Δερβενιώτη από τις εκδόσεις Χαραμάδα: «Αυτό που ήθελα να δείξω είναι ότι όλοι αυτοί οι πολιτικοί από σόι δεν φύτρωσαν σε ιστορικό κενό, ότι η σωστή πλευρά της Ιστορίας έχει συνέχεια» μας λέει ο εξ απαλών ονύχων κομίστας και γελοιογράφος, που διατελεί υπεύθυνος επικοινωνίας του ΜέΡΑ25. Με λίγα λόγια το «καστ» της ιστορίας, που ξεκίνησε ως σειρά στο περιοδικό «Unfollow», ήταν δύο σεξεργάτριες που έκαναν πιάτσα στον Κεραμεικό έξω από ένα κτίριο όπου στεγάζονταν τα γραφεία ενός πολιτικού γόνου της συντηρητικής παράταξης, μιας γκαλερίστα και ενός χίπστερ-γραφίστα. ● Τι ήθελε να πει ο ποιητής; Ήταν ο καιρός του τζεντριφικέσιον ελληνιστί, δηλαδή του εξευγενισμού του Κεραμεικού, και ταυτόχρονα η κρίση. Η σειρά εικονογραφούσε σε πραγματικό χρόνο την κρίση του 2011-12. Ο τίτλος αναφερόταν σε όλους τους χαρακτήρες, εκτός από τις σεξεργάτριες. Αφορούσε αυτούς τους τυχοδιώκτες που ήταν ικανοί για όλα, ήταν μέσα σε όλα τα κόλπα, πουλούσαν ακόμη και τη μάνα τους. Σαν ένα ντοκιμαντέρ... ● Αυτό το σχήμα ήταν το όχημα για να σχολιάσεις την επικαιρότητα; Για να ερμηνεύσουμε την κρίση και αυτούς που βγήκαν αλώβητοι και κερδισμένοι από αυτήν, χρεώνοντας για τις υπηρεσίες τους ανάλογα με τη «στάση». Το άλμπουμ παίρνει τους ίδιους χαρακτήρες από τους προγόνους τους. Από το 1821 μέχρι σήμερα. Από τότε που ο Κεραμεικός ήταν χωράφι, ξεκινώντας από τον πρώτο πρόγονο του πολιτικού «κωλόσογου», διατρέχοντας όλες τις εποχές, Κατοχή, ΕΡΕ, Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ και ξανά ΠΑΣΟΚ και ξανά Ν.Δ. Όλα τα 200 χρόνια μέσα από τα μάτια των καθαρμάτων, από τους προγόνους μέχρι τους απογόνους, όλο το σόι. ● Γιατί το έκανες; Βρήκαμε εξαιρετικά ενδιαφέρον το να πιάσουμε τη ρίζα του προβλήματος και να πούμε «ρε φίλε, αυτοί δεν φύτρωσαν σε ιστορικό κενό» κι ότι η «σωστή πλευρά της Ιστορίας» έχει συνέχεια. Περιγράφει όλη αυτή την πορεία γιατί ξέρεις, υπάρχει αυτή η τάση εξωραϊσμού του παρελθόντος όπου ανάβουν τα λαμπάκια της νοσταλγίας. Μόνο που για πολλές δεκαετίες τον προηγούμενο αιώνα οι μισοί ήταν στις εξορίες και οι άλλοι μισοί άνοιγαν κεφάλια. Λένε «αχ τότε που είχαμε το ένα και το άλλο», δεν λένε όμως «αχ τότε που είχαμε ξερονήσια» και «αχ τότε που δολοφόνησαν τον Λαμπράκη». ● Δεν υπάρχει μια υπερβολή σε όλα αυτά; Καρτουνιστική αδεία; Όχι, είναι μια άγκυρα στην πραγματικότητα. Ακόμη και την ώρα που τα ζούσαμε θεωρούσαμε ότι ήταν υπερβολικά, μα ήταν όλα για όλα αληθινά. Μια τάση που συνεχίζεται αμείωτη και το 2022... ● Το Δόγμα του Σοκ σε συνέχειες; Σε εβδομαδιαίες ημερήσιες δόσεις. ● Έχεις ιστορικές αναφορές; Είναι μόνο ιστορικές αναφορές, αλλά όχι με τον μανδύα του μαθήματος της Ιστορίας. ● Είναι τόσο στραβό το «κλίμα»; Ναι, ξεκάθαρα. Για την ακρίβεια γέρνει και προς τα δεξιά. ● Με αυτά τα δεδομένα και όσα περιγράφεις βλέπεις διέξοδο; Αυτό είναι το αστείο: μέσα σε αυτό το κλίμα πάντα βλέπω διέξοδο, κόντρα σε κάθε απόδειξη για το ενάντιο. ● Πού τη βλέπεις; Δεν ξέρω, παρ’ όλα αυτά επιζούμε σαν τις κατσαρίδες, αντέχουμε. Το κλίμα είναι ωραίο, η χώρα είναι όμορφη και δυστυχώς μας συμβαίνουν και αυτά τα πράγματα. Η διέξοδος θα είναι πάντα οι χαμένοι των εμφυλίων, αλλά νικητές της ιδεολογικής ηγεμονίας. ● Ναι, κάτι τέτοια δεν λέει και η κυβέρνηση και ο Άδωνις, ότι για όλα φταίει η Αριστερά; «Για όλα αυτά φταίει η Αριστερά» και την ταυτίζει περιέργως με τον κομμουνισμό. Οτιδήποτε δεν φουσκώνει τις τσέπες ενός ολιγάρχη θεωρείται κομμουνισμός. Δεδομένου του πόσοι είναι οι ολιγάρχες, είμαστε μια χώρα γεμάτη κομμουνιστές, οπότε δικαίως ο κάθε Άδωνις ιδρώνει... ● Καλά, έχουμε στείλει στη Βουλή και σκοταδοσούρουπους τύπους, για να μην ξεχνιόμαστε... Μια χαρά συνεργοί αυτού του συστήματος ήταν και αυτοί. Αρκεί να θυμηθούμε ποια νομοσχέδια στήριξαν και υπέρ ποιων συγκεκριμένων συμφερόντων ψήφισαν. ● Τελικά είναι η αναμέτρησή σου με την Ιστορία; Τα τελευταία αρκετά χρόνια η παραγωγή κόμικς και γενικότερα κουλτούρας, ακόμη και τηλεοπτικής, δείχνει να σταματά σε θεματολογία που φτάνει το πολύ μέχρι τη δεκαετία του 1930. Έχουμε μια επιστροφή με τα δυο πόδια στο παρελθόν και έναν δισταγμό να αναμετρηθούμε με το παρόν, λες και μας έχει τρομάξει τόσο πολύ που δεν θέλουμε ούτε να ασχοληθούμε. Ελπίζω ότι αυτό το άλμπουμ καταφέρνει να κάνει το παρελθόν πιο κατανοητό, να ενώσει το νήμα με το τότε και να το ξετυλίξει μέχρι σήμερα μπας και βγάλουμε κάποιο νόημα και ξαναπατήσουμε επιτέλους το κουμπί της επανεκκίνησης. ● Υπάρχει τέτοιο κουμπί; Κάθε κουμπί ευχαρίστησης το ψάχνουμε. Και το σχετικό link...
  3. Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα κάποιοι λίγοι καταφέρνουν να λυμαίνονται τη χώρα, να προσαρμόζονται και να αφήνουν απογόνους. Αυτές οι διαχρονικές «Παλιές Πουτάνες», που διατηρούνται πάντα στον αφρό του συστήματος, βρήκαν στο πρόσωπο του Σπύρου Δερβενιώτη τον βιογράφο τους. Δύο σεξεργάτριες, η Κρίστυ και η Λούλου, ο πολιτικός γόνος Κωνσταντίνος Κολετζντηρής, ο χίπστερ γραφίστας Αντόμπης Γκάραμοντ και η γκαλερίστα Αγρίππη, που είδαν τις ζωές τους να διασταυρώνονται (και τις ζωές όλων των Ελλήνων να επηρεάζονται από αυτή τη διασταύρωση) κάπου στο Μεταξουργείο και στον Κεραμεικό όταν οι «κακόφημες» περιοχές «αναπλάθονταν», δηλαδή περνούσαν στα χέρια νέων επιδρομέων και πλιατσικολόγων, ήταν οι πρωταγωνιστές στις «Πουτάνες» του Σπύρου Δερβενιώτη («Μάνα Ρέιβερ», «Yesternow», «Ουγκ», «Διαρκής Ειρήνη», «Γιατί μας Μισούν» κ.ά.) που δημοσιεύονταν στο περιοδικό Unfollow επί σειρά ετών. Οι «Πουτάνες» μπορεί να πέρασαν στην Ιστορία, αλλά κάποια σκοτεινά σημεία του παρελθόντος των χαρακτήρων δεν φωτίστηκαν ποτέ. Με τις «Παλιές Πουτάνες» (εκδόσεις Χαραμάδα) ο Δερβενιώτης συμπληρώνει όλα τα κενά και πιάνει την ιστορία από το βαθύ παρελθόν της οικογένειας Κολετζντηρή, για να αποδείξει ότι αυτοί που κυβερνούσαν πριν από δύο αιώνες φρόντισαν να διαιωνίσουν το όνομα και την περιουσία τους για να φτάσουν οι απόγονοί τους στο σήμερα αλώβητοι, αλλά και γελοίοι. «Η χαρτογράφηση των τεκτονικών πλακών από επενδυτές, γκαλερίστες, free press, πολιτικούς και χίπστερς που συναποτελούσαν την Πανγαία με το όνομα “Ακραίο Κέντρο” και που συναντήθηκαν σε εκείνο το σημείο της Αθήνας, σε εκείνη την περίοδο της Ιστορίας, ήταν η μαγιά για την κόμικς σειρά που ξεκίνησε εκείνη την περίοδο να δημοσιεύεται στο περιοδικό Unfollow» διευκρινίζει ο Δερβενιώτης στο εισαγωγικό του σημείωμα. Και συνεχίζει εξηγώντας ότι τώρα «ο καμβάς ανοίγει ώστε να μάθουμε το παρελθόν και το μέλλον, την καταγωγή και την κατάληξη αυτών των χαρακτήρων από την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους μέχρι σήμερα. Λέγεται συχνά ότι “η Ιστορία γράφεται από τους νικητές”. Αν αυτό αληθεύει, δείτε τον τόμο που κρατάτε στα χέρια σας ως το “bonus material”: όλες οι κομμένες σκηνές που θεωρήθηκε σκόπιμο να μείνουν εκτός της κύριας αφήγησης αλλά που εξηγούν ασυνέχειες, λύνουν απορίες και κλείνουν σεναριακές τρύπες». Γυρνώντας λοιπόν πίσω στο παρελθόν, οι αναγνώστες μαθαίνουν το origin των χαρακτήρων σε ένα απολαυστικό πρίκουελ που καταλήγει σίκουελ. Όλα ξεκίνησαν από τον προπάππο Αρείμανθο Κολετζντηρή, βοσκό σε έναν απέραντο γιδότοπο, τον Κεραμεικό επί Τουρκοκρατίας πριν από διακόσια χρόνια. Και συνεχίστηκαν σε κάθε κρίσιμη καμπή της ελληνικής Ιστορίας με την οικογένεια Κολετζντηρή μαζί με άλλες επώνυμες οικογένειες αυτού του τόπου να βγαίνουν αλώβητες από κάθε κρίση ή καλύτερα να αρπάζουν τις ευκαιρίες που φέρνει η κρίση σύμφωνα με το νεοφιλελεύθερο τσιτατολόγιο. Έτσι σε μερικούς απολαυστικούς αναχρονισμούς του Δερβενιώτη στην Επανάσταση του 1821 αυτοί οι «πατριώτες» κατηγορούσαν τον «λαϊκισμό» των εξεγερμένων, απειλούσαν ότι οι Τούρκοι «θα μας πετάξουν έξω από το γρόσι» και διαμαρτύρονταν ότι «για την Τριπολιτσά δεν λέτε κουβέντα», μετά την Καταστροφή της Σμύρνης εκμεταλλεύτηκαν τους πρόσφυγες, το 1941 συνεργάστηκαν με τους ναζί και το 1945 με τους Άγγλους, τη δεκαετία του 1960 αποθέωσαν την ΕΡΕ και τον Καραμανλή, το 1973 είδαν «κάτι αλήτες» να μπαίνουν στο Πολυτεχνείο, το 1981 τρόμαξαν από τα λαϊκά μουστάκια, τα δασύτριχα στέρνα και τα ζιβάγκο του ΠΑΣΟΚ, το 1992 κραύγαζαν «το όνομά μας είναι η ψυχή μας» και πάει λέγοντας. Με το σαρκαστικό του χιούμορ και με μια μοναδική αίσθηση ειρωνείας σε κάθε φράση, ο Δερβενιώτης πλάθει ένα αξεπέραστο χρονολόγιο της μίζας, της αρπαχτής, της διαπλοκής και της υποκρισίας στο οποίο πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν αυτοί που πάντα φρόντιζαν να διαιωνίσουν το είδος τους και, διόλου περίεργο, βρίσκονται ακόμα και σήμερα στην καρδιά κάθε εξουσίας. Το πιο σπουδαίο είναι όμως πως δεν παρουσιάζονται ως ανίκητοι ή πανέξυπνοι. Ως ηλίθιοι, ψεύτες και απατεώνες παρουσιάζονται. Ως ανθρωπάκια δειλά που αναπαράγονται μένοντας γαντζωμένα σε έναν «προαιώνιο» μηχανισμό απομύζησης και αφαίμαξης του Δημοσίου, των κοινών κόπων, των συλλογικών προσπαθειών τις οποίες καταγγέλλουν για να τις εκμεταλλευτούν. Ο μηχανισμός είναι ανίκητος, τα ανθρωπάκια όχι. Κι ο Δερβενιώτης φαίνεται να αναρωτιέται: «Ως πότε;» Κι ακόμα περισσότερο «ως πότε» αυτή η δράκα των απολογητών κάθε ιστορικού εγκλήματος θα το μεταβαπτίζει σε σωτηρία και θα αναθεωρεί το παρελθόν για να αδράξει το μέλλον; Το επισημαίνει υποδειγματικά ο Αυγουστίνος Ζενάκος στην εξαιρετική εισαγωγή του: «[…] Το θέμα ήταν και εξακολουθεί να είναι πως ο μετασχηματισμός της δημόσιας συζήτησης που η ακροκεντρώα τεχνολογία εν πολλοίς πέτυχε όλα αυτά τα χρόνια δεν ήταν μόνο μια προσπάθεια επείγουσας παρέμβασης στο παρόν: πίσω από τις κροκοδείλιες εκκλήσεις για μετριοπάθεια, υπέρβαση του διχασμού και πολιτικό πολιτισμό, διεξαγόταν μια επιχείρηση που αναθεωρούσε αφηγήσεις και παραδοχές που συνιστούσαν – ή έτσι πιστεύαμε – την ίδια τη βάση της πολιτικής συναίνεσης. Ξαφνικά ήταν όχι μόνο θεμιτό αλλά και ζωτικό να συζητηθεί αν τα Τάγματα Ασφαλείας είναι λίγο παρεξηγημένα, καθότι – “ας μη φοβόμαστε πια να το πούμε” – μας σώζανε από το να γίνουμε Αλβανία∙ αν ο Μελιγαλάς ήταν ένα έγκλημα ισάξιο με τις θηριωδίες των Ναζί, όπως στο κάτω κάτω και ο σταλινικός ολοκληρωτισμός που ήταν το πρότυπό του· αν το μετεμφυλιακό κράτος, παρά τις όποιες υπερβολές του, δεν εδραίωσε στην πραγματικότητα τη θέση της χώρας στο δυτικό στρατόπεδο και έθεσε τις βάσεις για την ασφάλεια και την ανάπτυξη∙ αν η εξέγερση του Πολυτεχνείου πρέπει να συνεχίσει να θεωρείται θετικό γεγονός, πόσο μάλλον να τιμάται, παρότι ανέκοψε τον δρομολογημένο εκδημοκρατισμό της χούντας, συνεισφέροντας κι αυτή στην τραγωδία της Κύπρου…». Στον συμφεροντολογικό αναθεωρητισμό αυτού του είδους αντιστέκεται σθεναρά ο Δερβενιώτης αποκαλύπτοντας, ξεμπροστιάζοντας τους διαχρονικούς εκπροσώπους του και αποδίδοντάς τους στην απόλυτη γύμνια τους από το μακρινό «τότε» μέχρι το συγκεκριμένο «σήμερα». Με στόχο όχι να φύγουν οι «Παλιές Πουτάνες» και να 'ρθουν καλύτερες νέες, αλλά να συντριβεί το κύκλωμα που τις συντηρεί και τις αναπαράγει. Και το σχετικό link...
  4. Το καινούριο κόμικ του Σπύρου Δερβενιώτη διατρέχει 200 χρόνια ελληνικής ιστορίας με ήρωες κάποιους τύπους που μπορεί να μην ξέρετε αλλά σίγουρα κάτι σας θυμίζουν. Συνέντευξη στον Παναγιώτη Μένεγο. Η ιστορία του κόμικ ξεκινά – τι άλλο; – 200 χρόνια πριν. Τόσο πίσω αναζητά ο δημιουργός τις ρίζες των πρωταγωνιστών του: της οικογένειας Κολετζντήρη που, κάπως τα κουτσοκαταφέρνει, και για τους επόμενους δύο αιώνες «και με χιόνια και με κρύα» επιβιώνει σε μια Ελλάδα που γίνεται διαδοχικά ανεξάρτητο κράτος, βασίλειο με Βαυαρούς επιστάτες, βαλκανική δύναμη με σύνορα ακορντεόν, έδαφος στρατηγικής σημασίας στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους, βασιλευόμενη-κοινοβουλευτική-καταλυμένη δημοκρατία, «σοσιαλιστική», «εκσυγχρονισμένη», Ολυμπιακή, «μνημονιακή», «πρώτη φορά Αριστερή». Με ένα διαχρονικό μαράζι να είναι μια χώρα «κανονική». Οι πρωταγωνιστές του είναι ευέλικτοι, ευπροσάρμοστοι, εύκαμπτοι και ότι άλλο από -ευ χρειάζεται προκειμένου να βρίσκονται πάντα στο κάδρο. Τους παρακολουθούμε σε επιλεγμένα σημεία αυτής της περιόδου (ίσως όχι με τα σημεία αναφοράς που φαντάζεστε – ποιος δεν συνδέει άλλωστε το 1922 με τα «81 χρόνια πριν κυκλοφορήσει η Πολίτικη Κουζίνα;») να συμμετέχουν και να αντανακλούν τον μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας και ψυχοσύνθεσης. Να εξελίσσονται σε αυτό που λέει ο τίτλος του άλμπουμ («Παλιές Πουτάνες»), αλλά να βρίσκουν (;) και τον δάσκαλο τους από την Λούλου και την Κρίστυ, δύο κορίτσια που ασκούν το παλιότερο επάγγελμα του κόσμου. Κι όλο αυτό το ταξίδι συμβαίνει με «εμφυλιοπολεμικό» χιούμορ και μπόλικες ποπ αναφορές (γραμμένες πάντα με ελληνικούς χαρακτήρες) που ξεχειλίζουν από το μόνιμα λυμένο ζωνάρι του Σπύρου Δερβενιώτη που, μετά τα Yesternow και Shark Nation, «μένει Ελλάδα» επιστρέφοντας στο πρόσφατο παρελθόν (του). Η ιδέα του κόμικ από την άλλη ξεκινά στα πρώτα χρόνια της κρίσης. Δημοσιευόταν με την υπογραφή του Δερβενιώτη κάθε μήνα επί 4 χρόνια στο περιοδικό Unfollow. Με αφετηρία μια περίοδο στην καρδιά της οικονομικής κρίσης, εκεί που είχε απότομα διακοπεί το «αθηναϊκό όνειρο» ενός εξευγενισμένου Μεταξουργείου, αλλά και παράλληλα το ήθος της εποχής αποτυπωνόταν στην χυδαία ιστορία της διαπόμπευσης των οροθετικών. Από εκεί προκύπτει τόσο ο τίτλος, ο χωροχρόνος που κορυφώνεται η δράση αλλά κι ο κομβικός ρόλος των σεξεργατριών στην πλοκή. Γύρω τους πολιτικοί γόνοι, χίψτερ γραφίστες, γκαλερίστες με σβησμένο παρελθόν και λοιποί παρατρεχάμενοι διαπλέκονται χωρίς αιδώ και (όσο τα πράγματα ζορίζουν) χωρίς προσχήματα… Οι Παλιές Πουτάνες δεν είναι κάτι σαν η ελληνική εκδοχή του Τι Ωραίο Πλιάτσικο!; Δεν ψάχνω να αθωώσω κανέναν, αλλά καπιταλισμός χωρίς παράσιτα μπορεί να υπάρξει; Ναι; Όχι; Ίσως; Δε θα μάθουμε ποτέ, γιατί στην Ελλάδα δεν έχουμε καπιταλισμό. Καπιταλισμός σημαίνει κεφάλαια και συσσώρευση αυτών. Το «δανείζομαι απ’ το κράτος για να αγοράσω μια υποδομή του κοψοχρονιά και να το δέσω με ρήτρα που θα με πληρώνει ακόμα κι όταν έχω χασούρα», που είναι το mondus operandi του εν Ελλάδι «επιχειρείν», από τη Frapport μέχρι τους «εντερπρενέρ της ενέργειας», είναι άλλο σύστημα: αυτό που συνοπτικά αποκαλούμε «σοσιαλισμός των πλουσίων» κι αν θέλουμε πιο επιστημονική ονομασία, την προσφέρει ο τίτλος του άλμπουμ. Οπότε το καίριο ερώτημα δεν είναι αν μπορεί να υπάρχει καπιταλισμός χωρίς παράσιτα, αλλά αν μπορούν να υπάρξουν τα παράσιτα αν ξαφνικά σταματήσει να τους φέρνει το σκουλήκι στο στόμα μια κρατική μαμά χήνα. Νομίζω, ελπίζω, ότι οι 96 σελίδες του άλμπουμ τεκμηριώνουν την απάντηση. Τα 5 απαραίτητα προσόντα για να γίνεις κάποια μέρα «Παλιά Πουτάνα»; Αν αποσυνθέσεις μια Παλιά Πουτάνα, θα μείνει ένα Τζάκι, μια καλά δικτυωμένη χούφτα ευνοημένοι αυλοκόλακες, μια αίσθηση ότι το Σύμπαν σου χρωστάει και λίγο λαδάκι απ΄ τη μαύρη αγορά. Που σημαίνει ότι με άλλα τόσα μπορείς να την ξαναφτιάξεις. Διαβάζοντας τα εισαγωγικά σημειώματα της έκδοσης, το δικό σου και του Αυγουστίνου Ζενάκου, να τι σκέφτηκα: 2022 πιάνουμε, μήπως είναι λίγο πασέ να τα βάζουμε ακόμα με το «ακραίο κέντρο»; Μήπως είναι πια απλά ένας «βολικός εχθρός» προορισμένος να ξοδεύεται στα σόσιαλ μίντια χαρακώματα, ενώ γύρω μας ο κόσμος κυριολεκτικά καίγεται ή χάνεται; Δεν ξέρω τι σημαίνει «2022 πιάνουμε», αν μη τι άλλο είναι 22 χρόνια αργότερα από τη χρονιά που θα είχαμε jetpacks και διαστημικές αποικίες. Αντίθετα, έχουμε σταγονίδια της ΕΠΕΝ σε υπουργικες θέσεις, το μισό cast από το “Magdalene sisters” να χαράσσουν πορεία στην Παιδεία και τον Πολιτισμό, τα ΜΜΕ στα χέρια του Κορλεόνε, του Τατάλια και του Mπαρζίνι κι ένα μανιακό ξαναγράψιμο της Ιστορίας με τους δοσίλογους στο ρόλο του ήρωα και την Αντίσταση στο εδώλιο. Κι όλα αυτά υπό την εποπτεία ενός επικοινωνιακού ολογράμματος που χρειάστηκε σεμινάρια εκατομμυρίων για να μάθει να λέει «συμπολίτες μου». Όλο αυτό το “1950 reboot”, το Ακραίο Κέντρο το αποκαλεί «κανονικότητα» κι «επιτέλους γίναμε κανονικό ευρωπαϊκό κράτος», το οποίο είναι σχετικά ακριβές αν για σένα η Ευρώπη περιορίζεται στην Ορμπανοκρατούμενη «ζώνη Βίσεγκραντ». Δαιμονοποιώντας σταδιακά την τελευταία δεκαετία οτιδήποτε ορθολογικό ως «τεχνοκρατικό», οτιδήποτε μοντέρνο ως «χίψτερ», οτιδήποτε μεταρρυθμιστικό ως «φιλελέ», μήπως η «Αριστερά της προόδου» εκχώρησε ένα κομμάτι αυτού που θα έπρεπε να είναι και συμβιβάστηκε με την κνίτικη πλευρά της; Υπάρχει μια υπέροχη σκηνή στη Λίστα του Σίντλερ όπου ο Όσκαρ Σίντλερ διαβεβαιώνει τον Εβραίο λογιστή του ότι έχει εξασφαλίσει γι αυτόν «ειδική μεταχείριση». Ο λογιστής του υποδεικνύει ότι «οι διαταγές από το Βερολίνο αναφέρουν όλο και συχνότερα τον όρο Ειδική Μεταχείριση, ελπίζω ότι δεν εννοείτε αυτό». Ο Σίντλερ απαντά ελαφρώς ενοχλημένος «Προνομιακή μεταχείριση, οκ; Πρέπει να εφεύρουμε καινούργια γλώσσα;». «Νομίζω πως ναι», έρχεται η απάντηση. Μακριά από μένα η εύκολη αναγωγή στο Ολοκαύτωμα για οτιδήποτε δε μας αρέσει, το τονίζω, αλλά ας κρατήσουμε μια ουσία η οποία επαναλαμβάνεται στο χρόνο και στα καθεστώτα: τη χρήση του Newspeak ώστε οι λέξεις να επανεγγράφονται στις συνειδήσεις ως το αντίθετό τους. Αυτό ήταν κι είναι βασικός εξοπλισμός του οπλοστασίου του Ακραίου Κέντρου. Ελευθεραγορίτες που ζουν αποκλειστικά από Κρατικές Επιδοτήσεις, Φιλελεύθεροι υπέρ Βαριάς Αστυνόμευσης, Τεχνοκράτες που παραγγέλνουν τα Έργα σε ανύπαρκτες εταιρείες που στήθηκαν την προηγούμενη του διαγωνισμού, σκίζουν τα ιμάτιά τους που δεν ανοίγουν τα καταστήματα και τις Κυριακές ώστε να γίνουμε επιτέλους Ευρώπη (όπου τα καταστήματα είναι θεόκλειστα τις Κυριακές). Είναι καθήκον μας να ξεσκεπάζουμε αυτή την απάτη, είναι επιτακτική ανάγκη να απελευθερώσουμε τις λέξεις. Είναι ζωτικής σημασίας να συμφωνήσουμε για τι ακριβώς πράγμα μιλάμε, ώστε και η διαφωνία μας επ’ αυτού να έχει ένα νόημα, και κάποιο κοινωνικό equilibrium να γίνει κάποια στιγμή εφικτό. Δεν ξέρω αν κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας γινόμαστε κνίτες, ξέρω ότι υπάρχει μια μεγάλη σειρά από χειρότερα πράγματα να γίνει κανείς. «Η Ιστορία γράφεται από τους νικητές», την ιστορία της κρίσης ποιος την έγραψε τελικά; Ή αλλιώς, ποιος νίκησε; Η ιστορία της κρίσης δεν τελείωσε. Το κεφάλαιο της πανδημίας είναι απλά το S02E01. Οι γνώριμοι πρωταγωνιστές επανέρχονται σε καινούργια επεισόδια του saga: η ΕΚΤ, η «ποσοτική χαλάρωση» (το περίφημο «λεφτόδεντρο» που υπάρχει πάντα για τις Τράπεζες αλλά ποτέ για τον Μπάμπη), το Eurogroup, το «ποτέ δεν αφήνουμε μια καλή κρίση να πάει ανεκμετάλλευτη» είναι και πάλι εδώ, για να μας μαγνητίσουν στις οθόνες μας πριν το δραματικό φινάλε (ακολουθούν spoilers). Εικάζω ότι όταν συμπληρωθεί το box set, θα καταγραφεί όπως η Πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας: η αδυναμία συντήρησης ενός Imperium θα αποδοθεί στους «βαρβάρους προ των πυλών». Διαλέγω τρία στιγμιότυπα του άλμπουμ, διάλεξε μια προσωπικότητα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας για να: ξαναδείτε μαζί το Top Gun/ να ακούσετε ξανά την κασέτα της ΝΔ από τον Ρόμπερτ Ουίλιαμς / να επισκεφθείτε έκθεση με αντικείμενα οstalgia έμπλεα σοβιετικής ειρωνείας; Μπορώ να πάρω ένα plus one μαζί με το plus one μου; Αν ναι, ξεκάθαρα η παρέα μου θα είναι ο Διονύσης Σαββόπουλος και ο Βασίλης Ραφαηλίδης. Ναι, και οι δύο. Ταυτόχρονα. Μαζί. Αν δεν είχε μεσολαβήσει η κρίση και είχε ολοκληρωθεί το gentrification του Κεραμεικού (στον οποίο κορυφώνεται το δράμα της ιστορίας σου), θα είχαμε γίνει τελικά το νέο Βερολίνο; Ας ρωτήσουμε στου Ψυρρή και στο Γκάζι που ολοκληρώθηκε: πόσο Kρόϊτσμπεργκ νιώθετε; Προς το παρών βιώνω το τεράστιο “joke is on you, pal”, να γράφω αυτές τις γραμμές από τα Αδούλωτα Εξάρχεια, όπου ένα στενό από το σπίτι μου ήταν τα γραφεία της «Γαλέρας», όπου τραβούσαμε χαρούμενο κουπί κατά του gentrification, και τώρα αν πετάξεις τυχαία μια πέτρα δύσκολο να μην πετύχει μια organic, gluten free «ψαγμένη επιχείρηση» που δεν θα ένιωθε πιο στο σπίτι της στο Μίτε. Από αυτά που «κινδυνέψαμε» περισσότερο να γίνουμε, τι θα προτιμούσες να είχαμε γίνει τελικά; Χώρα του Ανατολικού Μπλοκ το 1949, Κούβα της Μεσογείου το 1981 ή Κοπεγχάγη του Νότου το 2009; Ό,τι και να είχαμε γίνει την ίδια δουλειά θα έκανα, είναι η μόνη σοβαρή απάντηση που μπορώ να δώσω. Και στο τυχόν αντεπιχείρημα ότι σε κάποιες απ’ αυτές τις περιπτώσεις θα μου απαγορευόταν να την κάνω, ω, σας έχω νέα από την «επιτέλους μια κανονική χώρα» όπου δε χρειάζεται να απειλήσεις τους ενοχλητικούς όταν μπορείς απλά να αγοράσεις όλα τα ΜΜΕ. Τελευταία ερώτηση: Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια παρουσιάστρια που λέει τις ειδήσεις στις οποίες πρωταγωνιστεί ο σύζυγος της κι έναν κομίστα που σατιρίζει μια περίοδο στην οποία κεντρικός πρωταγωνιστής υπήρξε ο ηγέτης του κόμματος που ο ίδιος είναι υπεύθυνος Επικοινωνίας; Εσύ κι ο Γιάνης Βαρουφάκης δηλαδή… Μερικά μηδενικά στο «Πόθεν Έσχες», και κάποιες μάλλον οφθαλμοφανείς διαφορές και στο «πόθεν» εκτός απ’ το «έσχες», είναι η αυτόματη απάντηση. Θέλοντας να απαντήσω όσο γίνεται ευθύτερα στο ερώτημα, οφείλω να το επαναδιατυπώσω χωρίς το υπονοούμενο: όντας πλέον μέρος του πολιτικού συστήματος που σατιρίζω, έχω κατά κάποιο τρόπο «άλογο στην κούρσα». Ναι, έχω «άλογο στην κούρσα» με την ίδια έννοια που είχε «άλογο στην κούρσα» ένας Χριστιανός στο Κολοσσαίο. Μια ακριβέστερη περιγραφή της σχέσης μου με το κόμμα και τον Γιάνη θα ήταν η εξής: «τύπος που θυσίασε μια θέση στο Τραπέζι για να μπορεί να κοιμάται τα βράδια με ήσυχη συνείδηση», συνάντησε «τύπο που θυσίασε μια θέση στο Τραπέζι για να μπορεί να κοιμάται τα βράδια με ήσυχη συνείδηση». Βέβαια μέχρι στιγμής καταφέραμε να μην προλαβαίνουμε ούτε να κοιμηθούμε, αλλά τουλάχιστον «δεν κοιμόμαστε» με ήσυχη συνείδηση. Σε μια συγκυρία που οι περισσότεροι κουμπώνουν μισό «Μπακάκο» χάπια για να αντέξουν την καθημερινή τους εργασία, εγώ κατάφερα να έχω μια καθημερινή δραστηριότητα που με σώζει από να κουμπώνω μισό «Μπακάκο» χάπια. Εύχομαι στην οποιαδήποτε «παρουσιάστρια» και τον οποιοδήποτε «σύζυγό» της να το καταφέρουν κι αυτοί κάποια στιγμή. Και το σχετικό link...
  5. Ακόμη μια δύσκολη χρονιά έφτασε στο τέλος της χωρίς κάποιο ελπιδοφόρο μήνυμα για την επόμενη. Τα ελληνικά κόμικς ωστόσο στάθηκαν στο ύψος τους με πολλές νέες κυκλοφορίες και με τους εκδοτικούς οίκους να αντιστέκονται και να επιμένουν. Όπως κάθε τελευταία εβδομάδα του έτους, καταγράφουμε ορισμένα από τα κόμικς που μας κράτησαν συντροφιά σε εποχές κατήφειας και απομόνωσης. Γυμνά Οστά Δημοσθένης Παπαμάρκος, Κανέλλος Cob (εκδόσεις Polaris) Χρόνια μετά το τέλος του πολιτισμού όπως τον ξέραμε, ένας από τους τελευταίους ανθρώπους πασχίζει να επιβιώσει μαζί με το συμβιωτικό του. Οι μηχανές που έχουν κυριεύσει τον κόσμο απαιτούν ενέργεια και «τρέφονται» από τους λιγοστούς επιζήσαντες, ενώ αυτοί έχουν ανάγκη τις μηχανές για να αντέξουν λίγο παραπάνω σε μια εύθραυστη ισορροπία αμοιβαίου συμφέροντος. Η τεχνολογία δεν εξελίχθηκε όπως ναρκισσιστικά την ονειρευόταν ο άνθρωπος, και οι Παπαμάρκος και Cob φιλοτεχνούν ένα πολυεπίπεδο φιλοσοφικό και οντολογικό σχόλιο για τη φύση της ύπαρξης και την ηθική της επιβίωσης, με αμέτρητες αναφορές στην ιστορία της ανθρωπότητας και της τέχνης. 1922 Θανάσης Πέτρου (εκδόσεις Ίκαρος) Μετά το «Όμηροι του Γκαίρλιτς», ο Θανάσης Πέτρου επιστρέφει στη νεότερη ελληνική ιστορία και ειδικότερα στις τραγικές μέρες που προηγήθηκαν της Καταστροφής της Σμύρνης. Καταγράφοντας το οδοιπορικό μιας ομάδας αβοήθητων Ελλήνων στρατιωτών στην Τουρκία με προορισμό τη Σμύρνη, χωρίς «πυξίδα», χωρίς τροφή, χωρίς σχέδιο και ουσιαστικά εγκαταλελειμμένων από το κράτος, ερμηνεύει εν πολλοίς την αναμενόμενη έκβαση της προσπάθειας. Ο Πέτρου (που φέτος έδωσε επίσης το σπαρακτικό ψυχολογικό δράμα «Υπομονή Θέλει» από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως και πιο πρόσφατα το «Ξημέρωσε ο Θεός τη Μέρα» σε σενάριο Τάσου Ζαφειριάδη από τις εκδόσεις Πατάκη) με εντυπωσιακή τεκμηρίωση, προσπαθώντας και πετυχαίνοντας να μείνει πιστός στα πραγματολογικά και ιστορικά δεδομένα, στήνει μια συγκινητική μυθοπλασία με πρωταγωνιστές τους ανθρώπους-θύματα του διαχρονικού μεγαλοϊδεατισμού μας. ’21, Η Μάχη της Πλατείας Soloup (εκδόσεις Ίκαρος) Τα 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821 ήταν η κατάλληλη αφορμή για τη δημιουργία ενός εντυπωσιακού σε μέγεθος και πληροφορίες βιβλίου γύρω από την πιο σημαντική στιγμή της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Για να περιγράψει ο Soloup όλα όσα συνέβησαν πριν αλλά και μετά την επανάσταση, χωρίζει το βιβλίο του σε πολλά μικρά κεφάλαια, οιονεί λήμματα, που συνδέονται όμως αριστοτεχνικά μεταξύ τους μέσω μιας πανέμορφης ιστορίας που εξελίσσεται στο σήμερα. Ένας ηλικιωμένος λάτρης της Ιστορίας και μια νεαρή κοπέλα που διψά να την κατανοήσει συζητούν στη σκιά του Κολοκοτρώνη στην Παλιά Βουλή και «διδάσκουν» πώς πρέπει να προσεγγίζεται το παρελθόν, χωρίς πανηγυρισμούς και αφορισμούς. Οι Τρομοκράτες Νικόλας Ρώσσης (εκδόσεις Jemma Press) Το σκάνδαλο Ιράνγκεϊτ συντάραξε τη διεθνή κοινή γνώμη τη δεκαετία του 1980 γιατί τα είχε όλα: παράνομο εμπόριο όπλων, σκοτεινές διαδρομές βρόμικου χρήματος, μυστικούς πράκτορες, στρατιωτικούς, πολιτικούς και παρακράτος σε συντονισμένη δράση, επέμβαση στα πολιτικά πράγματα ξένων χωρών με άρωμα ανατροπής νόμιμων κυβερνήσεων, επικίνδυνα παιχνίδια πολιτικής επικράτησης. Ενορχηστρωτής του σκανδάλου ήταν ο Λευκός Οίκος επί Ρέιγκαν, με πρώτο βιολί τον στρατιωτικό καριέρας Όλιβερ Νορθ. Σε όλο αυτό το χάος προσπαθεί να βάλει τάξη και να το καταγράψει ο Νικόλας Ρώσσης στην πρώτη του και εντυπωσιακά δοσμένη και τεκμηριωμένη μεγάλη ιστορία κόμικς. Μέρες Λατρείας Γιώργος Γούσης, Παναγιώτης Πανταζής (εκδόσεις Polaris) Το Πάσχα στο χωριό για τον Τίτο, έναν έφηβο από την Αθήνα σε ολιγοήμερες διακοπές, ήταν πάντα το ίδιο. Οι ίδιες συνήθειες, τα ίδια φαγητά, τα ίδια έθιμα, το ίδιο πρόγραμμα, οι ίδιες προβλέψιμες εξελίξεις. Η εφηβεία όμως είναι μια έκρηξη συναισθημάτων και προσδοκιών. Τα πάντα διογκώνονται, οι χαρές γίνονται θρίαμβοι και οι στενοχώριες καταστροφές. Ο Τίτος, το συγκεκριμένο Πάσχα, παίρνει την απόφαση να μη γυρίσει στην Αθήνα αν δεν ζήσει κάτι πραγματικά μεγάλο. Οι εφηβικοί έρωτες προαναγγέλλουν τη μετάβαση από την άγουρη παιδικότητα στην ενηλικίωση και το παιδί μεγαλώνει απότομα σε ένα γλυκόπικρο κλίμα αθωότητας με ημερομηνία λήξης. Παλιές Πουτάνες Σπύρος Δερβενιώτης (εκδόσεις Χαραμάδα) Πίσω από τη μεγάλη εικόνα της Ιστορίας που γράφεται πάντα από τους νικητές, βρίσκονται άνθρωποι. Οι πολλοί και ανώνυμοι συνήθως δεν επηρεάζουν τα πράγματα και η Ιστορία τούς αποσιωπά. Κάποιοι γράφονται με χρυσά γράμματα γιατί βρέθηκαν στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή και πήραν πρωτοβουλίες. Και κάποιοι κρύβονται στο βάθος, στις σκιές, καταφέρνοντας να βγαίνουν πάντα αλώβητοι και θριαμβευτές. Σε αυτές τις Παλιές Πουτάνες αναφέρεται με το γνωστό χιούμορ του και δεν τους χαρίζεται καθόλου ο Δερβενιώτης, σε μια δράκα διαπλεκόμενων τυχοδιωκτών που διαχρονικά είναι με το μέρος των νικητών αλλά πάντα στα μουλωχτά. Σπαζοραχούλα ή Το Μάτι της Μέδουσας Στιβ Στιβακτής – Έλενα Γώγου (εκδόσεις Jemma Press) Αν το Brokeback Mountain γυριζόταν στην Ελλάδα και αν οι δημιουργοί του είχαν χιούμορ, θα λεγόταν Σπαζοραχούλα. Ο Στιβακτής και η Γώγου πλάθουν μια υπέροχα αστεία και μαγικά ρεαλιστική σαρκαστική ιστορία για το κυνήγι της ευτυχίας και της αυτογνωσίας σε έναν εχθρικό κόσμο, αυτόν της ελληνικής επαρχίας. Έναν κόσμο που διαθέτει όμως και αμέτρητες νησίδες ελπίδας και σωτηρίας, αρκεί να ξέρεις πού να ψάξεις και να τολμήσεις να περιπλανηθείς. Στις πολλές Ελλάδες που ξεδιπλώνονται όσο πιο βαθιά τολμά να ταξιδέψει, αναζητά ο βοσκός Κωνσταντής το παλικάρι των ονείρων του κόντρα σε προκαταλήψεις και αγκυλώσεις, αλλά με θαρραλέους και ανοιχτόμυαλους συμμάχους. Αποτυπώματα 1967-1975 Κυριάκος Ρόκος (εκδόσεις Στερέωμα) Ένα από τα πρώτα ολοκληρωμένα κόμικς που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα (1978) δημιουργήθηκε από έναν γλύπτη. Ο Κυριάκος Ρόκος το φιλοτέχνησε στο Παρίσι κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών της δικτατορίας και αποτελεί ένα μοναδικό ιστορικό και καλλιτεχνικό αποτύπωμα. Με μια επινοημένη και φαινομενικά ακατάληπτη γλώσσα που παρ’ όλα αυτά λειτουργεί αφηγηματικά και βγάζει νόημα και με εικόνες ρέουσες, γεμάτο παραλλαγμένες διαφημίσεις, σλόγκαν και ειδήσεις της εποχής, δίνει ιδανικά το κλίμα της ανελευθερίας, της θλίψης, της καταπίεσης αλλά και της ανυπακοής, της διαμαρτυρίας, της εξέγερσης ενάντια στη χούντα. Τα Θέλουμε Όλα Κυριάκος Μαυρίδης (Εκδόσεις των Συναδέλφων) Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Νάνι Μπαλεστρίνι, το έργο του Κυριάκου Μαυρίδη αποτελεί ένα πλήρως τεκμηριωμένο ντοκουμέντο, συνοδευμένο από εκτενείς σημειώσεις του δημιουργού, για τον μεγάλο απεργιακό αγώνα των εργατών της Φίατ στην Ιταλία το 1969. Με παραστατικότητα και χωρίς μεγαλοστομίες, ο Μαυρίδης μεταφέρει το αγωνιστικό κλίμα από τις διαδηλώσεις, τις κινητοποιήσεις, τις συνελεύσεις των Ιταλών εργατών, ακόμα και από τις αντιφάσεις του κινήματος που τις κρίσιμες στιγμές, απέναντι στην αδιαλλαξία της εργοδοσίας και τον κρατικό αυταρχισμό, στάθηκε ενωμένο και έγινε παράδειγμα για το μέλλον. Ρεμπέτικο – Ιστορία και Πρωταγωνιστές Νίκος Κουφόπουλος και 14 σχεδιαστές (εκδόσεις Ελυζέ) Όσα και να γραφτούν για το Ρεμπέτικο και την ιστορία του, θα είναι πάντα λίγα. Ο Νίκος Κουφόπουλος με τα σενάριά του επιχειρεί και επιτυγχάνει να φωτίσει ακόμα περισσότερες πλευρές του καθαρά ελληνικού μουσικού και κοινωνικού φαινομένου. Σε συνεργασία με 14 σχεδιαστές καταγράφει σημαντικές στιγμές του ρεμπέτικου γύρω από τα απαγορευμένα τραγούδια και τα ρεμπέτικα της κατοχής, τους τεκέδες του Πειραιά, τους σμυρνέικους αμανέδες, τις απαγορεύσεις και τη λογοκρισία, τον Βαμβακάρη, τον Τσιτσάνη, τον Παπαϊωάννου, τον Μπαγιαντέρα, την Μπέλλου, τη Νίνου, τον Χατζιδάκι. Σε μια χρονιά με λοκντάουν και την πανδημία να μονοπωλεί τις ζωές μας, δεν θα μπορούσαν να λείψουν και τα ανάλογα κόμικς. «Οι Έγκλειστοι» του Περικλή Κουλιφέτη (εκδόσεις Μικρός Ήρως) είναι μια χιουμοριστική και μελαγχολική συνάμα καταγραφή των ατέλειωτων ωρών της καραντίνας που μοιράζονται ο Στάθης και το μισάνθρωπο καναρίνι του, ο Αγαθοκλής, ενώ το «Το Λέει η Επιστήμη» (αυτοέκδοση) του Πάνου Γερακάκη είναι μια συλλογή από σαρκαστικά στριπάκια με πρωταγωνιστές σε πολλά από αυτά τον «Μωυσή» πρωθυπουργό μας και τον εκπρόσωπό του, Σωτήρη Τσιόδρα. Αξιοσημείωτες για τη χρονιά που φεύγει ήταν επίσης οι δυο νέες περιοδικές ανθολογίες από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως («Non Stop Comics», μια συλλογή από ιστορίες κυρίως δράσης και περιπέτειας και «Μουσικά Καρέ», μια έκδοση που εξερευνά τη σχέση κόμικς και μουσικής), η συλλογική δουλειά «Τσοντοκόμικ» ως ένας ύμνος στο απενοχοποιημένο σεξ και το «Ο Μαρίνος Ρούσος θα παίξει την Τρομπέτα του», ένα φλιπ κόμικς φτιαγμένο από Έλληνες δημιουργούς με τη τζαζ στο επίκεντρο, στη μνήμη του Soter Tas που έχασε τη ζωή του λίγο πριν φιλοτεχνήσει τη δική του συμμετοχή στο βιβλίο. Τέλος, δεν θα μπορούσε να λείπει από αυτόν τον απολογισμό η σπουδαία πρωτοβουλία του Τάσου Μαραγκού (ο οποίος κυκλοφόρησε μέσα στη χρονιά δυο νέα μικρά αλμπουμάκια και τη συνέχεια του εμβληματικού «Hard Rock») «Πενάκια εναντίον Γκλομπ», που συγκέντρωσε διαδικτυακά έργα πολλών δημιουργών με θέμα την αστυνομική βία και ασυδοσία. Στα αξιοσημείωτα επίσης η 5η συνέχεια του «1800» του Θανάση Καραμπάλιου, το 2ο μέρος από τα «Μυστήρια Πράματα» του Θανάση Πετρόπουλου, καθώς και οι δυο νέες εκδόσεις του κύκλου του «World War Sapiens» του Δημήτρη Καμένου, όλα από τη Jemma Press. Με την ευχή ότι του χρόνου θα μπορούμε να γράφουμε για ακόμη περισσότερα κόμικς, από το Καρέ Καρέ, Καλή Χρονιά! Και το σχετικό link...
  6. Μια κουβέντα με τον δημιουργό κόμικ Σπύρο Δερβενιώτη, για το «Shark Nation», το βαθύ twitter και τον Ντόναλντ Τραμπ. Μέσα στις 144 σελίδες του κόμικς Shark Nation (εκδ. Χαραμάδα), ο δημιουργός του, Σπύρος Δερβενιώτης, μας παρουσιάζει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία: Ως Πρόεδρος των ΗΠΑ έχει εκλεγεί ένας αστέρας των social media, του οποίου το πρόσωπο δεν βλέπουμε, καθώς κρύβεται πίσω από μια μάσκα καρχαρία, BDSM αισθητικής. Στην πρώτη του δημόσια εμφάνιση -μια φωτογράφιση με τους υπόλοιπους ηγέτες του πλανήτη- ο Καρχαρίας παρουσιάζεται κρατώντας ένα πούρο και σέρνοντας μια γυναίκα -την Μπίμπι- δεμένη με λουρί. Μια LGBTQ ακτιβιστική οργάνωση με το όνομα Grossbusters, που φαίνεται παράλληλα να συνδέεται με την πολιτική αντίπαλο του Καρχαρία, αποφασίζει να την απαγάγει – ή, ανάλογα την οπτική, να την απελευθερώσει. Η ιστορία, όμως, ξεκινάει με την παρουσίαση των δυο συνεργατών ντετέκτιβ τους οποίους ο Σπύρος Δερβενιώτης μας είχε ήδη συστήσει στο Υesternow. Πρόκειται για τον Ντικ Φιλίπο, έναν σωματώδη 50άρη με μια χαρακτηριστική καλύπτρα ματιού, ένα πυκνό υπογένειο και δυο χοντρές φαβορίτες και την Γκάφρεϊ, την όμορφη, μελαχρινή, δυναμική και λεσβία συνεργάτιδά του, οι οποίοι θα παίξουν καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής. Ο πρώτος θα προσληφθεί από τον Καρχαρία, για να εντοπίσει την απαχθείσα παλλακίδα του, ενώ η δεύτερη θα βρεθεί προ τετελεσμένου γεγονότος, αναγκασμένη να τη φιλοξενήσει, για να βοηθήσει την ερωμένη της και την ακτιβιστική της ομάδα. Επίσης, δυο από τους πολλούς χαρακτήρες που εμφανίζονται θα αποδειχθεί τελικά πως είναι cyborg. Ενώ σκοπός του Σπύρου Δερβενιώτη είναι μάλλον να συζητήσει γύρω από τα ζητήματα του φύλου, παράλληλα θέτει μια σειρά από προβληματισμούς που συνοδεύουν την εποχή μας. Το φεμινιστικό ζήτημα, λοιπόν, παίζει σε πρώτο πλάνο, όμως κάποιος μπορεί να το αντιληφθεί ως μια απλή αφορμή, για να συζητήσει πολλά άλλα θέματα που συνοδεύουν την εποχή μας. Σε κάθε περίπτωση, είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά. Το ίδιο ενδιαφέρουσες είναι και οι απαντήσεις του στο VICE με αφορμή αυτήν. VICE: Πρόεδρος των ΗΠΑ, ένα alt-right troll. Μια περσόνα του Διαδικτύου παίρνει τέτοια δύναμη, ώστε καταφέρνει να γίνει Πρόεδρος των ΗΠΑ. Σπύρος Δερβενιώτης: Προφανώς, οποιοσδήποτε συνταγματολόγος θα σου έλεγε ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει. Είναι ένα σύμβολο. Ήθελα να είναι ο Trump, αλλά χωρίς να είναι ο Trump. Όσες φορές παρουσιάστηκε ο Trump σε τέτοια πράγματα βγήκε κάτι το οποίο δεν ήταν πετυχημένο. Είναι τόσο ορατά και φανερά λάθος, που δεν μπορείς να τον σατιρίσεις. Ό,τι και να πεις γι’ αυτόν, αυτός είναι ο λόγος που τον εκλέξανε. Επειδή είναι σκατάς, επειδή είναι σάπιος. Είναι τόσο υπερμπουφόνος, που δεν μπορείς να τον σατιρίσεις. Οπότε, βρήκα αυτήν τη λύση. Να μην είναι ο Trump. Να μην είναι καν χοντρός, ας πούμε. Να μη θυμίζει Trump, αλλά να είναι. Ήθελα να έχω έναν Πρόεδρο alt-right, δηλαδή το αντίθετο όσων είναι υπέρ των δικαιωμάτων. Εντάξει, έχουμε ήδη τέτοιον, αλλά δεν έπρεπε να είναι αυτός συγκεκριμένα. Όποτε, χρονολογικά είναι στις επόμενες εκλογές, αμέσως μετά τον Trump. Θεωρητικά ο Trump έκανε μια τετραετία και αμέσως μετά πήγαμε στον Καρχαρία. Η αρχική σκέψη ήταν ένα κόμικς γύρω από τα ζητήματα του φύλου. Στην αρχή, ο ρόλος που παίζει ο Καρχαρίας είναι, όχι ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, αλλά ένας οποιοσδήποτε κυρίαρχος αρσενικός. Όσο δούλευα το σενάριο, μου ήρθε η έμπνευση να είναι ο πλανητάρχης και αυτό μου άνοιγε οδούς σεναρίου που δεν είχα σκεφτεί. Ότι μπορεί να γίνει μια ωραία ιστορία που μπορεί να απλωθεί σε αυτό, εκείνο, το άλλο. Η σύλληψη του Καρχαρία πώς προέκυψε; Είναι τυχαίο, από την άποψη ότι έψαχνα για πολύ καιρό ποια θα μπορούσε να είναι η φάτσα που ταιριάζει σε αυτό το σώμα. Έπεσα στην περίπτωση του Πέπε του βατράχου, ένα καρτούν το οποίο ήταν ένα αθώο παιδικό που σιγά-σιγά το μετέτρεψαν οι alt-right, πολύ συγκεκριμένα και πολύ πετυχημένα, σε ένα ρατσιστικό avatar που με παιδικά χαρακτηριστικά ξερνούσε μίσος και προπαγάνδα και αυτό μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον. Tέλος, πάντων χαρτί και μολύβι - χαρτί και μολύβι, κάποια στιγμή σκάει χωρίς να το συνειδητοποιήσω αυτή η επιλογή. Ουσιαστικά μια BDSM μάσκα. Ψάχνοντας συγχρόνως ζώα, είδα ότι το σχήμα του καρχαρία μου έδινε καλύτερες δυναμικές και καλύτερες γωνίες. Ήταν συμβολικά σωστό και στιλιστικά βολικό. Υπάρχει μια αίσθηση ότι κάνεις κάποιου είδους κριτική στα δικαιωματικά κινήματα και ότι τα παρουσιάζεις σαν να διαπλέκονται με την εξουσία. Δεν είναι ότι το δικαιωματικό διαπλέκεται με την εξουσία, αλλά ότι το εγκολπώνει η εξουσία για δικούς της λόγους. Ήθελα να κάνω και μια κριτική στη Hillary, για παράδειγμα ότι αγκάλιασε και έκανε σημαία το δικαιωματικό κίνημα και στα υπόλοιπα είναι ένας Trump με φουστάνι. Σε όλα τα υπόλοιπα υπέσκαπτε την εκφρασμένη της ιδεολογία. Έβαλε μπροστά το «είμαι γυναίκα, είμαι των δικαιωμάτων» και από πίσω ήταν πιο έτοιμη να μπει και στην Κορέα και στο Ιράν, από ότι ήταν ο Trump. Δύο από τους πρωταγωνιστές σου προκύπτει ότι τελικά είναι cyborg - δυο δολοφονημένοι άνθρωποι που επανήλθαν στη ζωή ως cyborg. Βάζεις κάποια ηθικά και φιλοσοφικά θέματα γύρω από το ζήτημα. Από το ζήτημα της αθανασίας, μέχρι τα δικαιώματά τους. Πηγαίνουμε προς τα εκεί. Έχει ξεκινήσει να σκάει ως θέμα, να συζητιέται πολύ. Είναι ένα θέμα πολύ πιο now, από ότι πριν από δέκα χρόνια, που απλώς υπήρχαν σποραδικές προσπάθειες για αυτό. Συζητιέται πια, είναι πλέον επίκαιρο, γράφονται πράγματα. Πλέον συγκλίνουν και οι τεχνολογίες προς τα εκεί. We are going there. Είναι πράγματα που εδώ και καιρό προβληματίζουν και δεν μπορείς να έχεις και μια ξεκάθαρη θέση ή απάντηση γι’ αυτά. ΟΚ, προφανώς εδώ και πάρα πολλά χρόνια μηχανοποιούμαστε. Είναι εύλογο, είναι και φυσικό. Οπότε, δεν υπάρχει και φιλοσοφικά κανένας λόγος να πεις ότι αυτό σταματάει κάπου. Ή μάλλον, φιλοσοφικά υπάρχει λόγος να πεις που σταματάει αυτό. Βάζεις μηχανική υποστήριξη, γίνεσαι μηχανή, αλλά είσαι τελικά άνθρωπος ή μηχανή - και τι σημαίνει αυτό; Αν υποθέσουμε ότι αντικαθιστάς όλο σου το εξωτερικό περίβλημα με μηχανή, παύεις να είσαι άνθρωπος; Σε ποιο ποσοστό; Δηλαδή, είσαι τελικά μόνο ο εγκέφαλος; Είσαι ανεξάρτητος από τις ορμόνες; Το γεγονός ότι έχουμε συναισθηματικές αντιδράσεις είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπους; Τι είναι άνθρωπος, τελικά; Πού σταματάει αυτό; Στο Υesternow υπήρχε η προβληματική γύρω από τους «αναστέρες», όπως αναφέρονταν εκεί: Ήταν ηθοποιοί οι οποίοι επανέρχονταν στη ζωή. Ήταν ακριβώς η λύση στο ζήτημα της αθανασίας. Εκεί, δεν σου επιτρέπεται να πεθάνεις, ακόμη και αν θες κάποια στιγμή να πεις ότι έρχεται το βιολογικό μου τέλος και αυτό θα ήθελα να συνοδεύεται και από το τέλος της εκμετάλλευσής μου. Δεν στο αφήνουν αυτό. «Όχι», σου λένε, «μπορούμε να σε εκμεταλλευόμαστε και μετά θάνατον». Δεν το έκανα αστόχαστα και φυσικά δεν το έκανα στην έκταση που του πρέπει. Στο τρίτο κεφάλαιο -επειδή θα υπάρξει τρίτο κεφάλαιο- θα φύγω από την προβληματική «cyborg», θα πάω στα θέματα της περιρρέουσας κουλτούρας και πώς αυτή διαμορφώνεται και στο τέταρτο θα πιάσω μόνο το θέμα cyborg. Πού βλέπεις να πηγαίνει ο έλεγχος και η λογοκρισία στο Ίντερνετ; Είναι άλλο ένα θέμα που θίγεις. Ζούμε στη μετά WikiLeaks εποχή. Μετά τα WikiLeaks δεν υπάρχει επιστροφή. Από τη μια, γίνεται μια προσπάθεια να ξεχυθεί η πληροφορία για όποιον νοιάζεται. Όμως αυτό είναι το άλλο ερώτημα. Ποιος νοιάζεται για την πληροφορία; Τη βγάλαμε. Ποιος νοιάζεται; Από την άλλη, υπάρχει η προσπάθεια η πληροφορία να μαντρωθεί ακόμη πιο αποτελεσματικά, σε σχέση με όταν ξεκινούσε το ίντερνετ, που υπήρχε η υπόσχεση ότι ο καθένας θα μπορεί να έχει πρόσβαση στην πληροφορία. Υπάρχει μια θέληση να ελεγχθεί το Ίντερνετ. Δεν είναι αυτό που ξεκίνησε. Το αν θα πάμε σε ένα Ίντερνετ πιο ελεύθερο ή σε ένα Ίντερνετ περιορισμένο και τεμαχισμένο σε μεγάλες εταιρείες, είναι ένα ανοιχτό ερώτημα. Αλλά είτε αν πάει προς τη μια πλευρά είτε προς την άλλη, πιστεύω ότι δεν θα κάτσει η μπίλια κάπου για πάντα. Οι φόβοι ότι οι εταιρείες θα αναλάβουν τον έλεγχο, που υπήρχαν στα πρώτα χρόνια του Ίντερνετ, βεβαιώθηκαν μέχρι στιγμής. Όμως η ίδια η τεχνολογία, η ίδια η δυνατότητα των ανθρώπων, θα αφήνει πάντα δικλίδες ασφαλείας, ακόμη και σε πολύ κλειστά καθεστώτα. Φαίνεται με έναν τρόπο -και αυτό είναι επίσης ένα θέμα που αναδεικνύεται στο Shark Nation- ότι όλο και περισσότερο η συλλογική μνήμη συνδέεται και εξαρτάται από τις μηχανές αναζήτησης. Και από τα social media το ίδιο. Τα social media χρησιμοποιούνται πια από την εφορία και την Αστυνομία, για να εξετάσουν πού ήσουν, πού είσαι και πού θα πας. Δεν είσαι πια κύριος του εαυτού σου και το έχεις κάνει μόνος σου. Τελικά, φτιάχνεις κάτι που σε υπερβαίνει. Δεδομένου ότι η πολιτική των δυο τελευταίων δεκαετιών έχει ντυθεί με έναν μανδύα πολιτικής ορθότητας, η εκλογή του Καρχαρία ως Πρόεδρου των ΗΠΑ δείχνει να είναι εκδήλωση μιας δυσαρέσκειας, με την έννοια ότι η κοινωνική απάντηση περιορίζεται στην εκλογή του πολιτικά μη ορθού. Αυτή η τάση φαίνεται να υπάρχει και στην πραγματικότητα. Δεν είναι η απάντηση, αλλά η αντίδραση. Δεν είναι ότι επειδή η πολιτική ορθότητα απέτυχε, πρέπει να είμαστε το αντίθετο, δηλαδή κανίβαλοι. Είναι κάποιοι που εκμεταλλεύτηκαν αυτό το γεγονός, έδειξαν την υποκρισία τους πέφτοντας από πολύ πιο ψηλό πήχη. Η αντίδραση είναι: Τι μισείς; Με αυτό θα σε τιμωρήσω. Άλλο ένα θέμα της εποχής μας που θίγεις είναι η δημόσια διαπόμπευση στα social media. Η αναβίωση αυτής της μορφής τιμωρίας. Η διαπόμπευση είναι ακριβώς χαρακτηριστικό της μικρής κλειστής ομάδας. Είναι το κατεξοχήν όπλο μια κλειστής ομάδας. Απλώς μεγάλωσε η κλειστή ομάδα και έγινε ένα παγκόσμιο χωριό, όμως δεν ξέρω αν είναι ίδια η λογική. Το παραδοσιακό χωριό το έκανε, όποτε το έκανε, για να προστατέψει μια ενιαία -ας το πούμε- ηθική πλειοψηφία. Για να τιμωρήσει το ξένο σώμα. Ό,τι ξέφευγε από τη νόρμα. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάτι τέτοιο, αλλά με κάτι πολύ χειρότερο, το οποίο θέλει μελέτη και εξηγήσεις που δεν τις έχω. Τη μόνη εξήγηση για την πολύ επιθετική συμπεριφορά στο ίντερνετ, η οποία όμως ξεφεύγει από αυτό που λες, την έδωσε ο Douglas Paszkiewicz, ένας αμερικάνος κομίστας, ο οποίος έλεγε ότι στο ίντερνετ δεν έχουμε φυσική παρουσία, η οποία είναι το 80% της επικοινωνίας των ανθρώπων, όπως το ύφος ή οι χειρονομίες ή η γλώσσα του σώματος που καθορίζουν πολύ καλύτερα τον λόγο σου, από ό,τι αυτά που λες. Οπότε, όταν δεν υπάρχει αυτό το στοιχείο, για να βγάλεις άκρη ποιος είναι τι, αυτό που γίνεται είναι ότι ενστικτωδώς και πρωτόγονα προσπαθείς να ξεχωρίσεις ποιος είναι φίλος και ποιος εχθρός. Μιλάς με συνθήματα, για να εκπέμψεις ένα σήμα. Είμαι από εδώ ή από εκεί. Είμαι με εκείνους, δεν είμαι με τους άλλους, έτσι, πολύ εύκολα. Τώρα, για τη διαπόμπευση συγκεκριμένα, ας επικεντρωθούμε λίγο και στο alt-right, του οποίου ο λόγος στοχεύει στο να διαπομπεύει κόσμο, να πληγώνει κόσμο, να επιτίθεται σε κόσμο. Είναι τελικά ο διαχωρισμός μεταξύ διαδικτυακού προφίλ και πραγματικού προσώπου καθοριστικός; Δεν το πίστευα ποτέ αυτό. Δηλαδή, αυτό που λένε, «άλλο το Ίντερνετ, άλλο η πραγματική ζωή», δεν το καταλαβαίνω. Πρέπει να ορίσεις κάποια στιγμή τι είναι η πραγματική ζωή και εκεί ξεκινούν οι δυσκολίες. Δεν είναι διαφορετικά πράγματα. Στο Facebook ή στο Twitter είσαι απλώς μια έκφραση του ίδιου σου του εαυτού, με πάρα πολύ πραγματικές συνέπειες. Δεν είναι αυτό που λένε ότι σβήνει ο υπολογιστής και χάνονται όλα αυτά. Υπάρχουν διαδικτυακές προσωπικότητες που έχουν αναδειχτεί, επειδή είναι ιδιαίτερα διχαστικοί ή εριστικοί. Αυτά είναι χαρακτηριστικά που ώθησαν τον Καρχαρία μέχρι τη θέση του Προέδρου των ΗΠΑ; Όχι γενικά, αλλά σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, όπου αυτό ήταν η αντίδραση σε κάτι άλλο. Δεν είναι ο κανόνας ότι όσο πιο εριστικός είσαι, τόσο πιο πετυχημένος. Το alt-right, όντας επιθετικό με αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο, στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, έχει έρθει στον αφρό. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Είναι συγκεκριμένες συγκυρίες που προμοτάρουν το ένα ή το άλλο είδος επιθετικότητας και επίσης μπορεί και να έρθει ένας κορεσμός με την επιθετικότητα. Για παράδειγμα, το Instagram, πολύ συγκεκριμένα και πολύ συνειδητά, «επιβάλλει» μια ειρήνη στους συμμετέχοντες και κόβει τα επιθετικά σχόλια. Υπάρχει κάποιου είδους λογοκρισία και δεν μπορείς στο Instagram να ξεκινήσεις ιντερνετικό πόλεμο. Αν το τιμήσουν πολύ περισσότεροι άνθρωποι με την επιλογή τους, δίνει μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Εγώ είχα στο μυαλό μου τον Kanekos που έχει κάποιες δεκάδες χιλιάδες ακόλουθους στο Twitter, όμως οι περισσότεροι είναι haters. Δεν μπορώ να το κατατάξω με βάση την επιθετικότατα, αφού και αυτά που λέμε «ρομαντικά ακάου», δηλαδή καλημέρες, καληνύχτες, λουλουδάκια και Coelho έχουν εξαπλάσιους ακολούθους από τον Kanekos. Δηλαδή, είναι δυο διαφορετικές καταστάσεις. Βρίζεις τους πάντες και σε παρακολουθούν, επειδή έχει χάζι, σαν να βλέπεις ένα δυστύχημα. Δεν υπάρχει ένας κανόνας για την ιντερνετική επιτυχία και αυτό είναι το ωραίο. Το The Shark Nation μας λέει ότι ζούμε στο στάδιο που ένα avatar έχει φτάσει στη θέση του Προέδρου των ΗΠΑ. Το επόμενο βήμα ποιο είναι; Από avatar σε cyborg, όπως υπονοείς στον επίλογο; Θα πρέπει να αποφύγω το spoiler. Ο Alan Moore είχε πει ότι μπορείς να δεις οτιδήποτε για Πρόεδρο της Αμερικής - αυτό που δεν μπορεί να δεις ποτέ, είναι ένας φτωχός. Όλα είναι ανοιχτά, ώστε να συμβεί οτιδήποτε, αλλά αυτό που δεν θα δεις ποτέ, είναι κάποιος από τα φτωχά στρώματα στη θέση του Προέδρου των ΗΠΑ. Και το σχετικό link...
  7. Το περασμένο καλοκαίρι τα Εξάρχεια μετακόμισαν στις προθήκες των βρυξελλιώτικων βιβλιοπωλείων, μέσα από το εικονοποιημένο αφήγημα του Δημήτρη Μαστώρου (εικονογράφηση, σενάριο) και του Nicolas Wouters (σενάριο), που εκδόθηκε από τον ιστορικό γαλλικό οίκο Futuropolis (τμήμα των εκδόσεων Gallimard). Πριν από λίγο καιρό ο εκδοτικός οίκος Χαραμάδα εξασφάλισε τα δικαιώματα, ώστε μέχρι το επόμενο καλοκαίρι το βιβλίο να κυκλοφορήσει και στην ελληνική αγορά. Η ιστορία τού «Εξάρχεια - L’orange amère» αφορά τον Νίκο, ένα παιδί που ζει στο εξωτερικό και επιστρέφει κάποιο καλοκαίρι στη γειτονιά που μεγάλωσε, τα Εξάρχεια, προτού κατέβει για διακοπές στα νησιά. Μέσα από την ιστορία του Νίκου, που φιλοξενείται από το ζευγάρι των θείων του που έχουν μπαρ στην Καλλιδρομίου, καταγράφεται η καθημερινότητα της περιοχής, οι παρέες, οι μετανάστες, οι δράσεις στην πλατεία Ναυαρίνου αλλά και η διακίνηση της πρέζας και πολλά άλλα πράγματα που «πονάνε». Με αφορμή τα νέα για την κυκλοφορία στην ελληνική αγορά, το Documento μίλησε με τον 27χρονο δημιουργό Δημήτρη Μαστώρο, ο οποίος ζει στις Βρυξέλλες. Ποια είναι η σχέση σου με τα Εξάρχεια; Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Βέλγιο. Η Ελλάδα ήταν πάντα παρούσα, στις διακοπές και σε κάθε αργία. Γύρισα οριστικά στα 12 περίπου, πρώτα επί της Αλεξάνδρας και μετά στη Στουρνάρη. Τότε και για τα επόμενα χρόνια δεν σκεφτόμουν να φύγω. Το να σκας στην Αθήνα στην αρχή της εφηβείας, μετά τη μουντίλα των Βρυξελλών, έδινε την αίσθηση παιδικής χαράς. Μεγάλη πόλη, θόρυβος, ζωντάνια, ελευθερία… Έπειτα από το λύκειο όμως ένιωθα λίγο στάσιμος και ξαναγύρισα στις Βρυξέλλες για να σπουδάσω στην Καλών Τεχνών και ανακάλυψα πόσο φοιτητική πόλη είναι. Γενικά μιλώντας, η Αθήνα είναι ένα μεγάλο πηγαινέλα. Πώς ξεκίνησες στο χώρο των κόμικ; Στα 15 άρχισα να συνεργάζομαι με τους Schooligans, που ήταν τότε στην «Ελευθεροτυπία». Εστειλα ένα μέιλ ότι κάνω κόμικ, τους πήγα μερικά και κολλήσαμε. Ήταν πιο εύκολο να εκδοθεί το «Εξάρχεια - L’orange amère» πρώτα στο εξωτερικό και μετά στην Ελλάδα; Εγώ και ο Nicolas Wouters, με τον οποίο κάναμε μαζί το βιβλίο, είχαμε πάντα κριτές στις πτυχιακές μας στη σχολή εκδότες, δασκάλους, πολίτες και άλλα άτομα του χώρου των κόμικ. Όταν έκανα ένα προσχέδιο για τα «Εξάρχεια» στο τελευταίο έτος της σχολής, κριτής ήταν ένας εκπρόσωπος του Futuropolis και είχε αφήσει να ακουστεί ότι θα τους ενδιέφερε ένα κόμικ με αυτό το θέμα. Έπειτα από ένα χρόνο και πολλά ζόρια φτιάξαμε επιτέλους έναν άξιο φάκελο για να τον δείξουμε στους εκδότες και στείλαμε σε 3-4 που μας άρεσαν. Στην αρχή μας κάλεσαν από τον πιο μικρό, αλλά καλό οίκο Sarbacane, με τους οποίους ο Νicolas είχε ήδη βγάλει βιβλίο. Εγώ όμως περίμενα το Futuropolis, μου άρεσαν τα βιβλία τους, είχαν βγάλει και το «Rebétiko» του David Prudhomme πριν από μερικά χρόνια. Οπότε είπαμε να το σκεφτούμε, περιμένοντας την απάντηση που θέλαμε. Ήταν ρίσκο αλλά μας βγήκε. Τι απαιτήσεις έχει μια ιστορία ώστε να γίνει κατανοητή από κάποιον που προέρχεται από διαφορετική κουλτούρα; Αυτό ήταν που με βασάνιζε σε όλη τη δημιουργία. Πώς να είναι το κόμικ για ένα γαλλικό κοινό που χρειάζεται εξηγήσεις και πληροφορίες, χωρίς να επαναλαμβάνει κοινοτοπίες και υπερβολές για το ελληνικό κοινό. Ένας ξένος πρέπει να καταλάβει το βαρύ παρελθόν της γειτονιάς, την τωρινή ατμόσφαιρα, το τι δυνάμεις συγκρούονται για να είναι έτσι η κατάσταση. Είναι κρίμα να πετάξεις απλώς το ότι γίνονται μπάχαλα ή το ότι υπάρχει πρέζα. Από την άλλη, δεν θέλαμε να δώσουμε καμία απάντηση ή να πούμε τη γνώμη μας. Προσπαθήσαμε να βρούμε τη χρυσή τομή. Φυσικά, δεν ξέρω πώς θα το αντιμετωπίσει το κοινό στην Ελλάδα. Πώς προκύπτει ο υπότιτλος «L’orange am ère» (Το νεράντζι); Τον τελευταίο μήνα του κόμικ τρέχαμε να προλάβουμε τη χρονική προθεσμία και είχαμε καταλήξει ότι θα γράφαμε σε ελληνικά το «Εξάρχεια» και πως χρειαζόταν έναν υπότιτλο. Ο τίτλος πάντα λίγο-πολύ βρίσκεται μέσα στο βιβλίο. Υπήρχε ένα παιχνίδι με τα νεράντζια γενικά μέσα στην ιστορία, η μυρωδιά τους, το ότι γίνονται μπάλες για τα σκυλιά, όπλα όταν παίζεις νεραντζοπόλεμο με τους φίλους σου. Ένας γλυκόπικρος συμβολισμός, όπως η γειτονιά. Τι είναι για σένα τα Εξάρχεια; Θα είναι πάντα σπίτι. Θα είναι αναμνήσεις και μόνιμη βάση. Πάντα θα μιλάω για την εκρηκτικότητά τους, τα γκράφιτι και τα στέκια (μεταναστών και άλλα). Όμως είναι ένας τόπος που άφησα. Και από μακριά πλέον μίλησα γι’ αυτόν. Ένας Ναπολιτάνος συγγραφέας που μ’ αρέσει, ο Erri de Luca, έφυγε από τη συνοικία του στη Νάπολη, το Montedidio και έκανε ένα ομώνυμο βιβλίο γι’ αυτήν. Έλεγε ότι όταν αφήνεις τη γειτονιά σου, την προδίδεις και πλέον είσαι και εσύ ένας επισκέπτης. Και το σχετικό link...
  8. Λένε πως ένα από τα δυσκολότερα λογοτεχνικά είδη είναι το νουάρ μυθιστόρημα. Τα κλισέ που συνειδητά χρησιμοποιούν οι συγγραφείς του, κλείνοντας το μάτι στον αναγνώστη και παραπέμποντάς τον σε μια παλαιότερη αφήγηση που με τη σειρά της παραπέμπει σε μια ακόμα παλαιότερη, είναι συναρπαστικά στον εντοπισμό τους. Ο Σπύρος Δερβενιώτης με το νουάρ «Yesternow» αποτίνει φόρο τιμής στα κινηματογραφικά eighties. Με μια ανατρεπτική ιστορία. Εδώ και μερικά χρόνια, μια αίσθηση νοσταλγίας για τη δεκαετία του 1980 πλανάται στην ατμόσφαιρα. Άλλοτε αυτή η νοσταλγία αποκρύπτει και αποσιωπά τα μελανά σημεία και εξωραΐζει το παρελθόν, όπως στην πρόσφατη έκθεση «GR80s» και άλλοτε υμνεί κάποιες πολιτιστικές συνιστώσες της δεκαετίας, όπως στην τηλεοπτική σειρά «Stranger Things» για τον κινηματογράφο. Το «Yesternow» (εκδόσεις Χαραμάδα, μετάφραση από τα αγγλικά στα οποία γράφτηκε το βιβλίο: Μαρία Χρίστου) του Σπύρου Δερβενιώτη αποφεύγει τον εξωραϊσμό, την εξιδανίκευση και την εξύμνηση, παραμένοντας προσηλωμένο στον στόχο του: την υπενθύμιση των εμβληματικών ταινιών των eighties υπό το φίλτρο των τριών δεκαετιών που πέρασαν από τότε, με έναν ευφυέστατο τρόπο που φέρνει στον νου την τεχνική του Γουές Κρέιβεν στην κινηματογραφική «Κραυγή», μια ταινία-επιτομή των ταινιών τρόμου που είχαν προηγηθεί. Στο «Yesternow», πρωταγωνιστεί μια ντετέκτιβ του LAPD που ενώνει τις δυνάμεις της με έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ ονόματι Ντικ Φιλίπο (αναφορά στον συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Φίλιπ Ντικ), για να λύσουν το μυστήριο μιας αλυσίδας φόνων με θύματα ηθοποιούς της δεκαετίας του ’80 που δολοφονήθηκαν μόλις ανακοινώθηκε η επιστροφή τους σε σίκουελ των ταινιών που τους έκαναν διάσημους. Όλοι οι φόνοι συνδέονται μεταξύ τους με το όνομα του παραγωγού ταινιών B. B. Eightiz (αναφορά στη δεκαετία του ’80 και στο συμπαθές ρομπότ BB8 από τον «Πόλεμο των Άστρων»). Και, φυσικά, συνδέονται με τον κινηματογράφο της δεκαετίας αυτής. Από την πρώτη σελίδα κιόλας, ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με αυτό που θα ακολουθήσει με το tribute στον «ET» του Σπίλμπεργκ. Και αμέσως μετά συναντά τον Ντικ Φιλίπο με τη μορφή του Τζον Γκούντμαν από τον «Μεγάλο Λεμπόφσκι», τον Χάρισον Φορντ σε μια υβριδική παρουσία που δανείζεται στοιχεία τόσο από το «Blade Runner» όσο και από τους «Κυνηγούς της Χαμένης Κιβωτού», μια ηλικιωμένη Ντάριλ Χάνα με μια φωτογραφία Γοργόνας να κοσμεί τον τοίχο της, γιγαντοαφίσες από υποθετικά σίκουελ όπως «Jane Bond», «Teethx», «Ectoplasm» κ.ά., έναν Σβαρτσενέγκερ όχι ως Exterminator αλλά ως Obliterator, λίγο Νταρθ Βέιντερ, «Τζουράσικ Παρκ» και «Τρον» και πάει λέγοντας. Μαζί με τη νοσταλγία για τις τεράστιες αυτές επιτυχίες ωστόσο, ο Δερβενιώτης στήνει και την παρωδία τους. Ή, μάλλον, σατιρίζει όλους όσοι είναι κολλημένοι με μια χαμένη για πάντα εποχή και πασχίζουν να αναβιώσουν το κλίμα της με κάθε μέσο καταφέρνοντας απλώς να γίνονται γραφικοί και αρνούμενοι την εξέλιξη, τον πειραματισμό, το διαφορετικό. Σε ένα σημείο του «Yesternow», ένας σκηνοθέτης που παραπέμπει εξόφθαλμα στον Τζορτζ Λούκας σε νεαρή ηλικία κάνει μια δοκιμαστική προβολή του «Galaxy Warriors» (αναφορά στο Star Wars). Τα σχόλια που λαμβάνει πάνε κάπως έτσι: «Εκείνη η ταινία νοσταλγία-Αμερικής-του-’50-που είχες κάνει καλά τα πήγε. Τέτοιες να κάνεις. Η νοσταλγία πουλάει». Και «πραγματικά πιστεύεις πως είναι η κατάλληλη συγκυρία για μανιχαϊσμούς τύπου καλοί-κακοί; Τόσο κόπο κάναμε να εδραιώσουμε τον αντι-ήρωα!». Ευτυχώς που ο Τζορτζ Λούκας δεν το έβαλε κάτω. Ευτυχώς που τα σίκουελ του «Yesternow» είναι μόνο φανταστικά. Κι ευτυχώς που η νοσταλγία και η παρωδία του παρελθόντος στα χέρια ενός επιδέξιου δημιουργού κόμικς μπορούν να συνυπάρχουν σε ίσες δόσεις, συνθέτοντας ένα απολαυστικό αποτέλεσμα. Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.