Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'εκδόσεις οξύ'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Γερμανίκεια
  • Ιστορική/ φιλολογική γωνιά
  • Περί ανέμων και υδάτων
  • Dhampyr Diaries
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • The Unstable Geek
  • Κομικσόκοσμος
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Valt's blog
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • Film
  • Θέμα ελεύθερο
  • Vet in madness
  • GCF about comics
  • Dr Paingiver's blog

Calendars

  • Εκδηλώσεις

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

  1. Η πορεία της κομίστριας και σκηνοθέτριας Μαρζάν Σατραπί, που αυτοεξορίστηκε από το Ιράν και βυθίστηκε στη νοσταλγία. Ήταν το 2007 όταν μια άγνωστη Ιρανή σκηνοθέτρια βρέθηκε στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ των Καννών, διεκδικώντας τον Χρυσό Φοίνικα απέναντι σε μεγαθήρια (Ταραντίνο, Καρ Γουάι, Φίντσερ, Μπέλα Ταρ, Ζβιάγκιντσεφ, Κουστουρίτσα, αδελφοί Κοέν, Βαν Σαντ, Κιμ Κι Ντουκ, Φατίχ Ακίν κ.ά.). Εκείνη η διοργάνωση έκρυβε εκπλήξεις αφού, εκτός του βαρύτιμου επάθλου που απονεμήθηκε στον άγνωστο Ρουμάνο Μουντζίου («4 μήνες, 3 βδομάδες, 2 μέρες»), η 38χρονη τότε Σατραπί κέρδισε, μαζί με τον συνσκηνοθέτη του «Περσέπολις» Βενσάν Παρονό, το Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής. «Παρ’ όλο που αυτή η ταινία είναι παγκόσμια, θέλω να την αφιερώσω σε όλους τους Ιρανούς» δήλωσε η νικήτρια στα μέσα ενημέρωσης για το φιλμ που προβλήθηκε σχεδόν παντού και γνώρισε τεράστια εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία. Στη χώρα μας έγινε από τις δημοφιλέστερες ταινίες των 00s σπάζοντας τα εισπρακτικά – για artistic φιλμ – ρεκόρ της χρονιάς, καθώς το είδαν περισσότεροι από 60.000 σινεφίλ. Η πραγματική ζωή της Μαρζάν Σατραπί, από τα παιδικά της χρόνια στην Περσία του σάχη Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί μέχρι και την εποχή του σκληρού αποχωρισμού από την οικογένεια αλλά και τον τόπο καταγωγής της, αποτέλεσε το θέμα του ομότιτλου αυτοβιογραφικού της κόμικς στο οποίο βασίστηκε το φιλμ. Το τέλος της αθωότητας Στο «Περσέπολις» (στην Ελλάδα κυκλοφόρησε αρχικά από τις εκδόσεις Ηλίβατον και αργότερα από το Οξύ σε μτφρ. Π. Τομαρά) που γράφτηκε σε τρία μέρη, αρχής γενομένης το 2000, η Σατραπί αναφέρεται κυρίως στο τέλος της παιδικής αθωότητάς της. Την ταυτίζει με την οδύνη για την απώλεια όλων αυτών τα οποία θεωρούμε δεδομένα (η ασφάλεια της οικογένειας, το δικαίωμα στην ελευθερία, η χαρά της ζωής) και τη συνδέει άμεσα με όσα ακολούθησαν μετά την ανατροπή του σάχη και τα πρώτα χρόνια της Ισλαμικής Επανάστασης που έβαλε τη σφραγίδα του ο αγιατολάχ Χομεϊνί. Η ταινία ακολουθεί με απόλυτη πιστότητα τα βήματα του πρωτότυπου κόμικς. Μάλιστα σε αρκετά σημεία η κινηματογραφική αφήγηση είναι… φωτοτυπία εκείνης του χαρτιού. Από τις πιο ξεχωριστές σελίδες-σεκάνς είναι αυτές που σχετίζονται με το μεγάλωμα της μικρής Μαρζάν σε ένα μέρος πολύχρωμο και όλο ζωντάνια, το οποίο σταδιακά μεταβάλλεται σε ένα ασπρόμαυρο, σχεδόν νεκρικό, σκηνικό. Το πάλαι ποτέ χαμογελαστό κορίτσι μαραζώνει πλέον στη χώρα των μουλάδων, καθώς οι γυναίκες «που δοκιμάζουν την υπομονή» του Θεού και των εντολοδόχων του βρίσκονται σε μόνιμη κατάσταση επιτήρησης και καθεστώς τιμωρίας. Η λύση που της προσφέρει η οικογένειά της για σπουδές στο εξωτερικό (Βιέννη) αποδεικνύεται μπούμερανγκ, αφού η κατάθλιψη λόγω του νόστου χτυπάει με δύναμη την πόρτα της ξενιτεμένης Μαρζάν που επιστρέφει στην πατρίδα της. Την επιτυχία εκείνης της ταινίας – και του βιβλίου που μεταφράστηκε σε είκοσι γλώσσες – η οποία έφτασε μέχρι τα Όσκαρ, ενώ κέρδισε και δύο βραβεία Σεζάρ, δεν την ξανάζησε η Σατραπί. Η Γαλλοϊρανή κομίστρια και σκηνοθέτρια που ζούσε μόνιμα στο Παρίσι από το 1994 και ήταν σταθερή επικρίτρια του ιρανικού καθεστώτος γύρισε πέντε ταινίες. Μόλις μία όμως στάθηκε στο ύψος του «Περσέπολις». Πρόκειται για το επίσης βασισμένο σε δικό της graphic novel «Κοτόπουλο με δαμάσκηνα» (2011), ένα είδος νοσταλγικού ταξιδιού στην Περσία των 60s με όχημα μια τρυφερή ερωτική ιστορία και πρωταγωνιστές τους Ματιέ Αμαλρίκ, Εντουάρ Μπαέρ και Μαρία ντε Μεντέιρος. Αρνήθηκε τις τιμές Το 2025 αρνήθηκε να παραλάβει από τη Γαλλική Δημοκρατία τον τίτλο του Ιππότη Τάγματος της Λεγεώνας της Τιμής, καταγγέλλοντας «την υποκριτική στάση της κυβέρνησης της Γαλλίας» απέναντι στο Ιράν, το οποίο είχε εξαπολύσει ακόμη ένα ακραίο κύμα καταστολής των αντιφρονούντων Ιρανών που διεκδικούσαν το δικαίωμα στην ελευθερία. Δεν σταματούσε πάντως να τονίζει ότι η άρνησή της δεν σχετίζεται με την αγάπη της για τη Γαλλία την οποία θεωρούσε χώρα της. Στα έργα της Σατραπί, είτε στο χαρτί είτε στο σελιλόιντ, ο παράγοντας νοσταλγία είναι πρωταγωνιστής. Δεν συμφωνούσε με εκείνους που θεωρούσαν το συγκεκριμένο στοιχείο μέσο ωραιοποίησης κάποιων καταστάσεων. «Είναι σχεδόν αδύνατο να μάθεις από το παρελθόν αν δεν είσαι νοσταλγικός τύπος» συνήθιζε να λέει. Τόνιζε επίσης πως χάρη στην ενασχόλησή της με τις τέχνες έμαθε να καλλιεργεί την πολιτική σκέψη της, «παρότι δεν είμαι πολιτικός» όπως έλεγε, και συμπλήρωνε με νόημα: «Δεν ξέρω πώς να λύσω τα προβλήματα του κόσμου. Αλλά ως καλλιτέχνης έχω ένα καθήκον, να κάνω ερωτήσεις, κάτι που είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τον τρόπο που πορεύεται ένας καλλιτέχνης». Η τελευταία ταινία Η ύστατη φορά που η Μαρζάν Σατραπί κάθισε στη σκηνοθετική πολυθρόνα ήταν το 2024 για λογαριασμό της μέτριας σπονδυλωτής κωμωδίας «Παριζιάνικες ιστορίες», ένα κράμα από μικρές γλυκόπικρες ανθρώπινες ιστορίες που τοποθετούνται στο πολύβουο και χαοτικό σύγχρονο Παρίσι. Σαφώς, συγκριτικά, καλύτερες ήταν οι επιδόσεις της στη βιογραφία για την πρωτοπόρο νομπελίστρια Μαρί Κιουρί που υπέγραψε το 2019 με πρωταγωνίστρια την Ρόζαμουντ Πάικ. Τον τελευταίο χρόνο η Σατραπί πάλευε με την κατάθλιψη καθώς δυσκολευόταν να ξεπεράσει τον χαμό του συζύγου της. Όπως είχε γράψει σε αρκετές αναρτήσεις στον λογαριασμό της στο Instagram για τον ηθοποιό, παραγωγό και σεναριογράφο Ματίας Ρίπα που πέθανε τον Απρίλιο του 2025, «έχασα την αγάπη της ζωής μου». Και το σχετικό link...
  2. Η Μαριάν Σατραπί ήταν μια πολύ όμορφη γυναίκα. Μαύρα μάτια, μαύρα μαλλιά. Κάπνιζε πολύ. Είχε σεκλέτια. Ήταν ευαίσθητη και σαν εύθραυστη. Τα χαρακτηριστικά της αυτά, η γυναικεία ομορφιά, η συγκίνησή της, η ευαισθησία της καταγράφηκαν από την ίδια στο αυτοβιογραφικό βιβλίο της «Περσέπολις» (στα ελληνικά, εκδ. Οξύ). Ένα βιβλίο κόμικς. Το βιβλίο αρχίζει με μια σκηνή από πέντε καρέ. Στο πρώτο καρέ είναι η ίδια, το 1980, όταν ήταν μικρό κορίτσι 10 χρονών. Φοράει μαύρο πέπλο, μαντίλα. Στο δεύτερο καρέ είναι κι άλλα κοριτσάκια, με την ίδια αμφίεση, θα μπορούσε να είναι η ίδια τέσσερις φορές – αλλά είναι τέσσερα κορίτσια που πίσω από την αμφίεση δεν έχουν χαρακτηριστικά, κι ας έχουν διαφορετικά ονόματα, ας ονομάζονται Γκόλναζ, Μαχσίντ, Μαρίν, Μίννα. Στο τρίτο καρέ εικονίζονται διαδηλωτές σε μαύρο φόντο να διαμαρτύρονται κατά του αυταρχικού σάχη. Ύστερα είναι η άφιξη στο σχολείο το 1980, όταν στα κορίτσια δίνεται η υποχρεωτική μαντίλα. Και στο πέμπτο καρέ, εικονίζονται τα κορίτσια στο σχολείο να παίζουν με τις μαντίλες τους. Ώσπου, στην επόμενη σελίδα, μαθαίνει ότι η μαντίλα είναι υποχρεωτική – και σιγά σιγά γνωρίζει τι σημαίνει ισλαμιστικός αυταρχισμός. Αθωότητα δεν υπάρχει. Το δεύτερο καρέ από την «Περσέπολη» της Μαριάν Σατραπί (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Οξύ). Με τη γλώσσα των κόμικς, ή καλύτερα με το ιδίωμα του ασπρόμαυρου κόμικς «Μάους» που επινόησε ο Αρτ Σπίγκελμαν για να μιλήσει για το Ολοκαύτωμα (όχι όμως με ζωόμορφους ήρωες, αλλά με ανθρώπους), η Σατραπί διηγήθηκε την προσωπική της ιστορία, από το 1979-1980, τα χρόνια της Ισλαμικής Επανάστασης, μέχρι το 1994, όταν οριστικά εγκαθίσταται στη Γαλλία. Στο μεταξύ, αφηγείται τα πάντα. Την είσοδο της Επανάστασης στη ζωή και τη μετατροπή της κοινωνίας σε ένα κράτος με υποχρεωτικούς ισλαμικούς κανόνες· τις διώξεις των κομμουνιστών που, όπως οι γονείς της, είχαν αγωνιστεί για την ανατροπή του σάχη· τη διαρκή δική της πολιτιστική επανάσταση, όταν συνειδητά παραβίαζε τον κώδικα ευπρέπειας και αγόραζε απαγορευμένη από το καθεστώς δυτική μουσική· το σοκ από την απώλεια της καλύτερης φίλης της, που τάφηκε κάτω από τα ερείπια του σπιτιού όπου έμενε έπειτα από έναν ιρακινό βομβαρδισμό· τις σπουδές της στη Βιέννη, όπου σε σχολή καλογραιών αισθάνθηκε εξίσου πνιγηρά όπως στο Ιράν των μουλάδων· την επιστροφή της στη χώρα, τους έρωτές της, την απογοήτευσή της, τον οριστικό χωρισμό από την οικογένεια και την οριστική μετοικεσία της στη Δύση. Η αυτοβιογραφική και ασπρόμαυρη «Περσέπολις», δηλαδή, ήταν η προσωπική μαρτυρία της Μαριάν Σατραπί για την ήττα της ανοιχτής κοινωνίας μετά την επικράτηση της Ισλαμικής Επανάστασης στο Ιράν. Η κατάλυση στοιχειωδών δικαιωμάτων, και ιδίως η ποδοπάτηση της γυναικείας ιδιαιτερότητας αυτής και των γυναικών με τις οποίες σχετιζόταν και όλων των γυναικών της χώρας ήταν το βασικό θέμα του έργου της – και μαζί η νοσταλγία της πατρίδας της, της παιδικής ηλικίας της, των γονιών και της γιαγιάς της, των νεανικών της ονείρων για καλύτερη ζωή που κατέληξαν πνιγμένα στην ασφυξία της μαντίλας και στη βαριά παρεμβατικότητα ενός καθεστώτος, του καθεστώτος των μουλάδων, που απαιτεί την ισοπέδωση της υποταγής – και επιφυλάσσει σε όσους αντιστέκονται τους μηχανισμούς της υποταγής: τον φόβο, τα βασανιστήρια, τις εκτελέσεις. Αυτή η τρομερή καλλιτέχνις – που κάποτε της έφαγα μια ολόκληρη μέρα της ζωής της να τη θαυμάζω –, στοχαστική, τρυφερή, ανυπότακτη, διεκδικητική, μελαγχολική, γλυκιά, νοσταλγός ενός ελεύθερου Ιράν αλλά και μιας Δύσης πραγματικά ελεύθερης χωρίς τις λογοκριτικές εμμονές της πολιτικής ορθότητας, πέθανε χθες, στα 56, είπαν «από θλίψη». Είχε τεράστια επιτυχία – αλλά δυστυχώς ήταν φτιαγμένη από τα ερείπια της χώρας της και της ζωής της. Και το σχετικό link...
  3. Η Marjane Satrapi, η δημιουργός που μετέβαλε την εικόνα των δυτικών αναγνωστών και θεατών για το Ιράν, μόλις έφυγε από τη ζωή. H Marjane Satrapi, η Γαλλοϊρανή καλλιτέχνιδα, κινηματογραφίστρια και δημιουργός graphic novels, της οποίας τα πολυβραβευμένα απομνημονεύματα Persepolis βοήθησαν να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο η διεθνής κοινή γνώμη αντιλαμβανόταν το Ιράν, πέθανε σήμερα 4 Ιουνίου του 2026, σε ηλικία 56 ετών. Σε δήλωση που δόθηκε στο γαλλικό πρακτορείο ειδήσεων AFP, συγγενείς της ανέφεραν ότι «πέθανε από πένθος» μετά τον θάνατο του συζύγου της, του Σουηδού παραγωγού Mattias Ripa. Ο Ripa έφυγε από τη ζωή στις 8 Απριλίου του 2025, με τη Satrapi να αναρτά αργότερα τον ίδιο μήνα μία σειρά από μηνύματα στον λογαριασμό της στο Instagram που περιλάμβαναν μεταξύ άλλων τη φράση «γιατί έχασα τον έρωτα της ζωής μου;». Έχουν περάσει 25 χρόνια από όταν το αριστούργημα κόμικ της Satrapi, το πολυδιαβασμένο Persepolis, μετέβαλαν σε σημαντικό βαθμό την εικόνα που είχαν οι δυτικοί αναγνώστες για το Ιράν. Τα graphic memoirs της αφηγούνταν την ιστορία μέσα από τα μάτια ενός σκανταλιάρικου, αθυρόστομου κοριτσιού που μεγαλώνει κατά τη διάρκεια και μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, αγοράζει κασέτες της Kim Wilde στη μαύρη αγορά και προσπαθεί να καταλάβει τις συλλήψεις, τα βασανιστήρια, την αστυνομία ηθών και τη σφαγή του πολέμου Ιράν-Ιράκ, προτού ξεριζωθεί βίαια και σταλεί μόνη της στην Ευρώπη, σε ηλικία 14 ετών, επειδή οι γονείς της πίστευαν πως εκεί θα ήταν πιο ασφαλής. To Persepolis έχει πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα, καθιστώντας τη Satrapi μία από τις πιο εμπορικά επιτυχημένες Ιρανές συγγραφείς όλων των εποχών και την πρώτη γυναίκα που προτάθηκε για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας Κινουμένων Σχεδίων για την επιτυχημένη κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου έργου. Το φιλμ έμοιαζε να έχει πεταχτεί κατευθείαν από τη σελίδα στην οθόνη και, επειδή τα ίδια τα βιβλία έμοιαζαν να έχουν πεταχτεί απευθείας από το μυαλό της Satrapi στη σελίδα, η αμεσότητά του ήταν συνταρακτική. Η ηρωίδα της ήταν αυτοβιογραφική φυσικά, μία έφηβη Satrapi παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο κόσμους. Την έκανε την ιδανική, μελαγχολική και καυστική αφηγήτρια αυτό, για μια ιστορία γύρω από μία χώρα σε πόλεμο με τον εαυτό της. Τα σχέδια ήταν σε μεγάλο βαθμό ασπρόμαυρα, σαν κόμικ στριπ, με αρκετή λεπτομέρεια ώστε να αποτυπώνουν τα συναισθήματα των χαρακτήρων, αλλά όχι τόση ώστε να σε ξενίζει όταν περνούσαν στον εξπρεσιονισμό: τα λουλούδια που πετάριζαν από τον κόρφο της γιαγιάς της Satrapi, οι σιλουέτες των όχλων, τα πνεύματα των βασανισμένων νεκρών, η σφαγή του πολέμου με το Ιράκ. Ανάμεσα στα γεγονότα, η Satrapi πέρασε και στην ιστορία της χώρας της: την άνοδο του Σάχη χάρη στους Δυτικούς που είχαν στραμμένο το βλέμμα τους στις πετρελαιοπηγές, και την έλευση του χοντροκομμένου, πιο ανόητου γιου του. Οι γονείς της Satrapi τη στέλνουν σε ένα γαλλικό σχολείο στη Βιέννη, όμως εκείνη είναι ακυβέρνητη, χωρίς ρίζες. Τραβιέται ξανά πίσω σε μια κατεστραμμένη Τεχεράνη, όπου επίσης δεν μπορεί να σχεδιάσει μία ζωή. Αυτή η σπουδαία ταινία, της Satrapi και του Vincent Paronnaud, είναι ακριβώς αυτή η ζωή, σχεδιασμένη. Η δημιουργός απελευθέρωσε το μυαλό της και μαζί απελευθέρωσε και το δικό μας. Τα σκίτσα της ήταν περιζήτητα από εφημερίδες σε όλο τον κόσμο, όμως εκείνη σταμάτησε να τα σχεδιάζει το 2004, στρεφόμενη σε άλλες μορφές αφήγησης και σε διαφορετικά θέματα. Γύρισε πέντε μεγάλου μήκους ταινίες, ανάμεσά τους και το αναγνωρισμένο Radioactive του 2020, για την πρωτοποριακή επιστημονική έρευνα της Marie Curie. Επί χρόνια όμως μετά το Persepolis, ο διεθνής Τύπος αναζητούσε ακόμη το εκφραστικό πρόσωπο του εννιάχρονου alter ego της. «Κάθε φορά μού έλεγαν, “μα θέλουμε το μικρό κορίτσι” κι εγώ απαντούσα πως “το μικρό κορίτσι μεγάλωσε”», είχε αναφέρει στο Guardian. Η Satrapi είχε περιγράψει πως είχε, αρχικά, ελάχιστες προσδοκίες πως το Persepolis θα έφτανε καν να εκδοθεί. Εκείνη την εποχή ήταν ακόμη φοιτήτρια Καλών Τεχνών στο Στρασβούργο και είχε σχετικά περιορισμένη επαγγελματική εμπειρία στα κόμικ. «Νόμιζα ότι θα έβγαζα 50 φωτοτυπίες για να τις διαβάσουν οι φίλοι μου», είχε δηλώσει στην El País το 2020. Τόνιζε συχνά επίσης πως ο σκοπός των κόμικ της ήταν να καθησυχάσει τους νέους Ιρανούς πολίτες ότι ακούγονταν και πως είχαν τη στήριξη του έξω κόσμου: «Αν σε σκοτώσουν και ολόκληρος ο κόσμος δεν νοιαστεί, πώς είναι αυτό; Αυτό είναι όλο το πράγμα που ρωτάω – απλώς αναγνωρίστε το». Για την επιλογή του μέσου του animation, είχε πει σε συνέντευξή της το 2012 πως, «το σχέδιο είναι η πρώτη γλώσσα των ανθρώπων, πριν από τη γραφή, πριν ακόμη και από την ομιλία, πριν από τις λέξεις». Αφού είχε αφήσει τα κόμικ για χρόνια, το 2024 επέστρεψε στο μέσο συντονίζοντας το Woman, Life, Freedom, ένα συνεργατικό graphic έργο που έφερε κοντά 17 Ιρανούς και διεθνείς δημιουργούς κόμικ, μαζί με ακαδημαϊκούς και ερευνητές. Το βιβλίο εξέταζε το κίνημα διαμαρτυρίας που αναδύθηκε μετά τον θάνατο υπό κράτηση της Mahsa Amini, μιας 22χρονης Κούρδισσας Ιρανής, που συνελήφθη το 2022 επειδή φέρεται να μην είχε συμμορφωθεί με τους υποχρεωτικούς κανόνες του Ιράν για τη μαντίλα. «Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι πολιτιστικό έργο… Αυτό το βιβλίο είναι ένα μήνυμα προς τον ιρανικό λαό για να του πει: ακούστε, δεν είστε μόνοι». Και το σχετικό link...
  4. 40+ χρόνια μετά την κυκλοφορία του «Piece of Mind» (1983), το ομώνυμο art book μάς βυθίζει σε όσα συγκροτούν τη μυθολογία των Maiden: λογοτεχνία, πόλεμος, τρόμος, μυστικισμός και ιστορικές αναφορές. Τη μέρα που δημοσιεύεται αυτό το κείμενο στο έντυπο «Καρέ Καρέ», οι Iron Maiden πραγματοποιούν τη 16η συναυλία τους στην Ελλάδα. Λίγο πριν οι ακάματοι γερόλυκοι της θρυλικής βρετανικής μπάντας αποθεωθούν από το αθηναϊκό κοινό, τραντάζοντας τη σκηνή του ΟΑΚΑ με τα «σιδερένια» riffs τους, βυθιζόμαστε στον κόσμο τους μέσα από τις σελίδες μιας ιδιαίτερης κόμικς έκδοσης. Το «Piece of Mind» είναι ένας συλλεκτικός τόμος αφιερωμένος στα 40 χρόνια από την κυκλοφορία του ομώνυμου δίσκου των Iron Maiden. Κυκλοφόρησε στα ελληνικά το καλοκαίρι του 2025 από τις εκδόσεις Οξύ, σε συνεργασία με το Monsterville. Πριν δούμε όμως αναλυτικά την αφιερωματική συλλογή, θα μεταφερθούμε τέσσερις και πλέον δεκαετίες πίσω. Τότε που η φήμη της Σιδηράς Παρθένου επεκτάθηκε προς όλα τα σημεία του ορίζοντα, πέρα από τα υδάτινα σύνορα της Γηραιάς Αλβιώνος. Ένας δίσκος-σταθμός Όπως είναι γνωστό στους φαν, κάθε studio album από τους δεκαεπτά δίσκους που έχουν κυκλοφορήσει οι Maiden από το 1980 μέχρι το 2021 συνιστά και ένα διαφορετικό θεματικό «σύμπαν». Στίχοι, ήχοι και εικαστικό στιλ μάς «ταξιδεύουν» σε πολιτισμούς και γεγονότα, σε τόπους πραγματικούς, μυθικούς και φανταστικούς. Πεδία προσφιλή, βεβαίως, για την τέχνη των κόμικς, μια και η ενέργεια των μεϊντενικών τραγουδιών μοιάζει να αποζητά τη γλώσσα της εικονογραφημένης αφήγησης. Το «Piece of Mind» του 1983 είναι ο δίσκος που επισφράγισε την ανοδική πορεία της μπάντας μετά το «The Number of the Beast» της προηγούμενης χρονιάς. Είναι ο τέταρτος δίσκος τους και ο δεύτερος με τραγουδιστή τον Bruce Dickinson, ο οποίος το 1982 διαδέχθηκε τον Paul di’Anno. Αποτελεί τον αγαπημένο δίσκο του Dickinson και έναν από τους αγαπημένους του αρχηγού Steve Harris, ο οποίος, όπως έχει δηλώσει, «εμπεριέχει όλη την ουσία των Iron Maiden». Δύσκολα θα βρεθεί οπαδός που να μην τον συμπεριλάβει στα 5 καλύτερα άλμπουμ τους. Πρόκειται, άλλωστε, για το άλμπουμ που περιλαμβάνει κλασικές κομματάρες όπως το «Flight of Icarus» και το «The Trooper», αλλά και το ξεσηκωτικό «Where Eagles Dare» ή το επικό «To Tame a Land”. Λογοτεχνία, πόλεμος, τρόμος, μυστικισμός και ιστορικές αναφορές συγκροτούν τη μυθολογία του σε 9 τραγούδια, τα οποία μετατράπηκαν σε 9 μικρής φόρμας ιστορίες κόμικς, φιλοτεχνημένες από σπουδαίους συγγραφείς, εικονογράφους και μουσικούς, οι οποίοι μεγάλωσαν με τον ήχο των Maiden. Αριστερά: Το εξώφυλλο του δίσκου «Piece of Mind» (1983). Δεξιά: Το «Piece of Mind» κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Οξύ, σε συνεργασία με το Monsterville. Κάθε τραγούδι το επιμελήθηκαν διαφορετικοί δημιουργοί, προσεγγίζοντάς το από ξεχωριστή σκοπιά και με διαφορετική τεχνοτροπία. Το αποτέλεσμα είναι ένας συλλογικός τόμος που τιμά την παρακαταθήκη της μπάντας. Δεν δεσμεύεται απαραίτητα από την αισθητικοποίηση που έχουν προσδώσει οι Iron Maiden στα τραγούδια τους (στα βιντεοκλίπ και επί σκηνής), αλλά εμπεριέχει την προσωπική ματιά, τη φαντασία, την ένταση και το πάθος όσων ανέλαβαν τη μετατροπή τους σε κόμικς. Από τον δίσκο στα καρέ Κρίνοντας το βιβλίο από το… εξώφυλλο, ο Eddie μάς δίνει ένα δυνατό μήνυμα ελευθερίας, σπάζοντας τα δεσμά με τα οποία απεικονιζόταν στο εξώφυλλο του δίσκου. Τότε ήταν η πρώτη εμφάνιση του ζόμπι-μασκότ, κουρεμένου γουλί, αλυσοδεμένου και λοβοτομημένου σε ένα κελί. Τώρα οι αλυσίδες σπάνε. Κάθε κομμάτι αποκτά τη δική του αφηγηματική και γραφική υπόσταση. Το εναρκτήριο Where Eagles Dare, εμπνευσμένο από την ομώνυμη πολεμική ταινία του 1968, απεικονίζει την παράτολμη επιχείρηση του σμήνους των αμερικανικών Mustang P-51C κατά ενός ναζιστικού οχυρού το 1944 στις Βαυαρικές Άλπεις, θυμίζοντας τεχνοτροπικά τα βρετανικά πολεμικά κόμικς των 70s. Το Revelations, με την υπογραφή και του Bruce Dickinson, γίνεται μια γοτθική ιστορία του 19ου αιώνα όπου αποτυπώνονται οι εσωτεριστικές του αναζητήσεις: αποκρυφισμός, πνευματική δοκιμασία, θνητότητα, θεία κρίση, αποκαλυπτική εμπειρία. Το Flight Of Icarus δεν εξιστορεί απλώς τον αρχαιοελληνικό μύθο: ο «Ίκαρος» εδώ είναι ο τραγικός επαναστάτης και η ιστορία του μια περιπέτεια ενηλικίωσης. Στο Die With Your Boots On, ο έρωτας και ο πόλεμος, η ζωή και ο θάνατος λειτουργούν ως αντιθετικά δίπολα, ενώ το σύμβολο «Ζ» μοιάζει να παραπέμπει στον ρωσικό στρατό που εισέβαλε στην Ουκρανία. Ακολουθεί το The Trooper, μία από τις πιο αναγνωρίσιμες ωδές της μπάντας. Εδώ η έμπνευση δεν περιορίζεται στη μάχη/σφαγή της 25ης Οκτωβρίου 1854 στην Μπαλακλάβα της Κριμαίας, αλλά παρουσιάζει, εν είδει λούπας, τη διαχρονική επαναληψιμότητα του βροτοκτόνου Πολέμου από την αρχαιότητα μέχρι το μακρινό μέλλον. Στο Still Life το κόμικς μένει πιο πιστό στο τραγούδι, πραγματευόμενο τον φόβο του πνιγμού και του άνδρα που πιστεύει ότι βλέπει πρόσωπα στον πάτο μιας πισίνας. Πιστή μένει και η ιστορία Quest for Fire για τη σύγκρουση προϊστορικών φυλών, 80.000 χρόνια πριν, για την ανάκτηση της φωτιάς, με την αστεία αναφορά στη συνύπαρξη ανθρώπων και δεινοσαύρων να τρολάρεται καταλλήλως. Το Sun and Steel, γραμμένο από τον Dickinson για τον θρυλικό σαμουράι Μιγιαμότο Μουσάσι, αποδίδεται ως ένας ύμνος στην ιαπωνική τέχνη του πολέμου. Όπως ο δίσκος, έτσι και το λεύκωμα κλείνει με το επικό To Tame a Land, εμπνευσμένο από το «Dune» του Frank Herbert: η μόνη ιστορία χωρίς λόγια, αφήνοντας τις εικόνες που αναδύονται από το βιβλίο να μας ταξιδεύουν σε ένα σύμπαν ανάμεσα σε επιστημονική φαντασία και ονειροφαντασία. Δεδομένου ότι ο τόμος είναι μια δημιουργία από φαν προορισμένη για φαν, και ορισμένες ιστορίες λειτουργούν περισσότερο ως εικαστικά αφιερώματα παρά ως κόμικς αφηγήσεις, το «Piece of Mind» δεν περνά απαρατήρητο από τους λάτρεις της 9ης τέχνης. Συνιστά μια απαράμιλλη ανθολογία που ισορροπεί ανάμεσα στη χέβι μέταλ αισθητική και μια μεγάλη γκάμα τεχνοτροπιών, πετυχαίνοντας τη δημιουργική συνάντηση των κόσμων της μουσικής και των κόμικς. Και το σχετικό link...
  5. Τα ιαπωνικά κόμικς έχουν φανατικούς φίλους, ιδιαίτερα στις μικρότερες ηλικίες, εδώ και χρόνια. Η manga τεχνοτροπία με τα τεράστια μάτια των χαρακτήρων, τις μικροσκοπικές μυτούλες, την ξέφρενη δράση σε φουτουριστικούς, μετα-αποκαλυπτικούς κόσμους κ.λ.π. δεν είναι όμως προνόμιο μόνο των Ιαπώνων καλλιτεχνών, καθώς την εφαρμόζουν πλέον πολλοί δημιουργοί σε ολόκληρο τον κόσμο. Ένας από τους Έλληνες δημιουργούς που σημειώνει μεγάλη επιτυχία και εκτός συνόρων είναι ο Οδυσσέας Θεοδωράτος, βραβευμένος το 2024 με το World Webtoon Award στη Νότια Κορέα για τη σειρά Tomahawk Angel που κυκλοφορεί πλέον και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Anubis. Μια άλλη ενδιαφέρουσα σειρά που σχεδιάζει όμως, με τίτλο «Φοίβη και Φιλέας», σε σενάριο της εκπαιδευτικού και δημοσιογράφου Ρένας Καλπάκη, μόλις ξεκίνησε από τις εκδόσεις Οξύ. Η Φοίβη και ο Φιλέας είναι δύο παιδιά ελληνικής καταγωγής που ζουν στον πλανήτη Αστερία 500 χρόνια μετά την αναγκαστική μετανάστευση των γήινων λόγω υπερπληθυσμού. Και λατρεύουν τη μυθολογία! Μέσω του χιούμορ των δύο παιδιών και των ιστοριών που ανακαλύπτουν για την Αρχαία Ελλάδα, οι νεαροί αναγνώστες μαθαίνουν χρήσιμες πληροφορίες για τον Δία, την Αθηνά, τον Ερμή και τους υπόλοιπους θεούς του Ολύμπου και προσεγγίζουν τη γνώση με έναν εναλλακτικό, πρωτότυπο και διασκεδαστικό τρόπο. Και το σχετικό link...
  6. Σύνοψη από την εκδοτική Το θρυλικό και πολυαναμενόμενο υπερηρωικό έπος, κυκλοφορεί στα ελληνικά, μια ανάσα πριν την πρεμιέρα του στο Netflix! Οι Εκδόσεις Οξύ Comics με μεγάλη χαρά παρουσιάζουν το πρώτο βιβλίο του Jupiter’s Legacy, το υπερηρωικό έπος των περιφανών δημιουργών Mark Millar και Frank Quitely, όπου οι μεγαλύτεροι ήρωες του κόσμου έχουν γεράσει και η κληρονομιά τους είναι δηλητηριώδης για τα παιδιά τους, τα οποία ποτέ δε θα καταφέρουν να σταθούν στο ύψος των αξιοθαύμαστων γονιών τους. Ιδεολογικές, κοινωνικές και υπαρξιακές συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών γενεών, πρότυπα και στερεότυπα, που καταρρίπτονται και επαναπροσδιορίζονται, αλλά και οι πιο βαθιά συμπλεγματικές σχέσεις, αυτές μεταξύ γονέων και παιδιών, διαπραγματεύονται με φόντο την Αμερική της Μεγάλης Ύφεσης και του Σήμερα, σε ένα graphic novel που θα αποτελέσει το καλύτερο πρόγευμα πριν την επίσημη πρεμιέρα της κινηματογραφικής του μεταφοράς στο Netflix, την 5η Μαίου. Όσο για την κληρονομιά του, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για όλα τα κόμικς του μέλλοντος! Η ιστορία του Jupiter’s Legacy Κίνηση ματ από τις εκδόσεις Οξύ, καθώς με αφορμή τη σειρά Jupiter’s Legacy που θα βγει στο Netflix τον επόμενο μηνα, φέρνει στα ελληνικά το source material από τους Mark Millar και Frank Quitely. Πρόκειται για μια σειρά 10 τευχών, σπασμένη σε δύο paperbacks των πέντε τευχών έκαστο, η οποία κυκλοφόρησε από την Image. Στα ελληνικά η κυκλοφορία του δεύτερου αναμένεται σύντομα. Επίσης υπάρχει μια spinoff σειρά, το Jupiter’s Circle. Η ιστορία έχει πολλές επιρροές από τα Star Wars, το King Kong, τη Ρωμαϊκή Μυθολογία καθώς και τη Χρυσή Εποχή των Κόμικ με τον Millar να θέλει να εξερευνήσει τη σύνδεση των υπερηρωικών ιδανικών με την Αμερικάνικη Ιδέα. Έτσι η ιστορία φέρνει σε κόντρα δύο διαφορετικές γενιές υπερηρώων, τη Union ή Ένωση και τα παιδιά τους. Η Union αποτελείται από ήρωες με αρχηγό τον Sheldon Sampson (γνωστό και ως Utopian), ο οποίος το 1932 μαζί με τη μέλλουσα γυναίκα του Grace, τον μικρό του αδερφό Walter και άλλους συντρόφους θα καταφέρουν μέσα από τις αναζητήσεις τους να αποκτήσουν υπερδυνάμεις και να αποτελέσουν μια αχτίδα φωτός για την ανθρωπότητα. Οι κόντρες του Sheldon αφορούν δύο διαφορετικά μέτωπα. Το ένα μέτωπο είναι με τον αδερφό του και επίσης υπερήρωα Brainwave ή Walter, ο οποίος δε θέλει πλέον να ζει υπό τη σκιά του ηγέτη αδερφού και γι’ αυτό το λόγο διαφωνεί για τις επιλογές του και θεωρεί πως τα ιδανικά του είναι παλιομοδίτικα. Πιστεύει περισσότερο στον πολιτικό ακτιβισμό των υπερηρώων ζητώντας την κατάργηση των θρησκειών, την εξάλειψη των φόρων και την παρέμβαση για την κλιματική αλλαγή. Στην κόντρα αυτή ο Millar απεικονίζει σε μεγάλο βαθμό την παγκόσμια οικονομική κρίση που ξεκίνησε από το 2007 έως το 2009. Το άλλο μέτωπο του Sheldon είναι με τα παιδιά του, την Chloe και τον Brandon. Η Chloe είναι έγκυος, ενώ ο Brandon αδιαφορεί για την κληρονομιά του ονόματός του, αντιμετωπίζοντας την κατάσταση σαν celebrity την ίδια ώρα που ο Sheldon θέλει να τον κάνει να αναλάβει σοβαρότερες ευθύνες. Ο Brandon επίσης επηρεάζεται πολύ από τον θείο του και φαίνεται πως στρέφεται κατά του πατέρα του. Σε αυτό το πρώτο μέρος πέντε τευχών ουσιαστικά έχουμε την εισαγωγή των χαρακτήρων αυτού του σύμπαντος. Ταξιδεύουμε στη δεκαετία του 30 και μαθαίνουμε το πως ο Sheldon, η Grace, ο Walter και η υπόλοιπη Union απέκτησε τις υπερδυνάμεις, καθώς και το πως ξεκινάει η κόντρα με τον Brainwave να επηρεάζει τον Sheldon ώστε να οδηγηθούν στις απολυταρχικές τους απόψεις. Όποιος έχει δει τη σειρά The Boys ή έχει διαβάσει το κόμικ έχει παρατηρήσει το πως προσπαθεί ο Ennis να απεικονίσει τον Homelander ως μια διεστραμμένη εκδοχή του Superman και την Queen Maeve ως άλλη εκδοχή της Wonder Woman, όπως αντίστοιχα ισχύει για τον Deep/Aquaman, A-Train/The Flash και τα λοιπά. Έτσι και εδώ ο Millar χρησιμοποιεί τον Sheldon ή Utopian σαν μια ολοκαίνουρια εκδοχή του Superman που συμβολίζει το Truth, Justice and the American Way πρωτοφανώς επηρεασμένος από τη Χρυσή Εποχή των Κόμικ, ενώ η γυναίκα του Grace αποτελεί αλληγορική εκδοχή της Wonder Woman. Ο Millar κάνει φανταστική δουλειά στην αποτύπωσή τους, αλλά κυρίως προκαλεί ενδιαφέρον το πόσο αριστουργηματικά σετάρει και αναπτύσσει την ιστορία καταφέρνοντας ταυτόχρονα να μιλήσει για απολυταρχικά καθεστώτα, υπερήρωες, αμερικάνικα ιδανικά (μικρή σημείωση: ο Millar είναι Σκωτσέζος), την οικονομική κρίση του 1929, την οικονομική κρίση του 2008, πολύ κοντά στην εποχή που γραφόταν το κόμικ, το πως επηρεάζονται οι κοινωνίες από τους υπερήρωες και τα λεγόμενα τους και πολλά ακόμα άλλα θέματα, στα οποία ο Σκωτσέζος δίνει ρέστα. Αν σας αρέσουν τα υπερηρωικά με ωραίες ιδέες από πίσω, θα λατρέψετε κι αυτό. Το σχέδιο του Frank Quitely Ο Quitely είναι γνωστός για τις συνεργασίες του με τον Grant Morrison (New X-Men, we3 κτλ) και αυτή είναι η πρώτη του μεγάλη συνεργασία εκτός του έτερου Σκωτσέζου και η πρώτη του με τον Millar μετά το The Authority για τη DC. Αν και δεν είμαι μεγάλος φαν της δουλειάς του, πρέπει ταπεινά να πω πως ο Quitely κάνει εξαιρετική δουλειά στο Jupiter’s Legacy και το θεωρώ εύκολα το κορυφαίο του από όσα έχω διαβάσει. Τα πρόσωπα έχουν πολύ ωραίες εκφράσεις, κάθε ήρωας σου αποπνέει ένα τεράστιο κύρος, κάθε σκηνή έχει εξαιρετικό δυναμισμό, το φόντο κάθε καρέ έχει τεράστια λεπτομέρεια και οι μάχες έχουν εξαιρετική ζωντάνια. Πραγματικά απολαυστική δουλειά. Έκδοση Περισσότερο ενθουσιάστηκα με το timing και την επιλογή της έκδοσης, πράγμα που συνηθίζουν οι ελληνικές εκδοτικές πλέον. Το Jupiter’s Legacy είναι μια εξαιρετική δουλειά που έπρεπε να δούμε στα ελληνικά και μπράβο στις εκδόσεις Οξύ που το έβγαλαν μαζί με την κυκλοφορία της σειράς. Η έκδοση είναι στο κλασικό μέγεθος της εκδοτικής και φυσικά με τις γνωστές προδιαγραφές που μας έχει συνηθίσει η Οξύ. Ανυπομονώ και για το δεύτερο μέρος της ιστορίας, από μένα καλή ανάγνωση σε όλους.
  7. Περισσότερα από 400 χρόνια μετά τη συγγραφή του από τον Θερβάντες, ο Δον Κιχώτης παραμένει επίκαιρος και μεταφέρεται σε ακόμη μία πλούσια και ιδιαίτερα σχεδιασμένη κόμικς διασκευή. Δεν θα πάψει ποτέ να θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και του Δυτικού Κανόνα. Και γι’ αυτό δεν θα πάψει επίσης ποτέ να προσαρμόζεται, να διασκευάζεται και να είναι ανοιχτό σε άλλες μορφές τέχνης. Ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες, βιβλίο γραμμένο σε δύο μέρη στις αρχές του 17ου αιώνα, είναι μια σάτιρα της ιπποτικής μυθιστορίας της εποχής. Πρωταγωνιστής είναι ένας ξεπεσμένος επαρχιώτης ευγενής που επηρεασμένος από τις ιστορίες με ιππότες που διαβάζει παθιασμένα, φορά μια παλιά πανοπλία, καβαλά το γέρικο άλογό του και «μεταμορφώνεται» σε ιππότη. Είναι όμως ο μόνος που πείθεται, αυθυποβάλλεται θαρρείς, από την εικόνα του εαυτού του ως ιππότη καθώς όλος ο υπόλοιπος κόσμος τον βλέπει ως έναν γραφικό γεράκο με άγνοια κινδύνου που μπλέκει σε επικίνδυνες καταστάσεις. Τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας συχνά είναι συγκεχυμένα τόσο για τον Δον Κιχώτη όσο και για τους αναγνώστες του, ενώ η λεπτή γραμμή που χωρίζει τη ζωή από το μυθιστόρημα μετατοπίζεται συνεχώς. Μια τέτοια πρώτη ύλη προσφέρεται για διαρκείς επιστροφές, νέες ερμηνευτικές προσεγγίσεις, τολμηρές αναπλαισιώσεις και χιουμοριστικές παρωδίες. Αλλά και για «νόμιμες» εικονοποιήσεις. Τέτοια είναι και η εκδοχή των δίδυμων αδελφών Paul και Gaetan Brizzi με τίτλο «Δον Κιχώτης ντε λα Μάντσα» (μετάφραση: Χαρά Σκιαδέλλη, εκδόσεις Οξύ, 198 σελίδες) που έρχεται λίγο μετά την εξίσου εντυπωσιακή προσαρμογή της «Κόλασης» του Δάντη σε κόμικς από τους δύο Γάλλους καλλιτέχνες. Οι πολυβραβευμένοι αδελφοί Brizzi (γενν. 1951) έχουν κατά το παρελθόν εργαστεί για την Disney, έχουν υπογράψει πολλές ταινίες animation κι έχουν προσαρμόσει σε κόμικς έργα του Φερντινάν Σελίν, του Μπορίς Βιάν, του Ονορέ ντε Μπαλζάκ. Στον Δον Κιχώτη επιλέγουν μια έντονα εικαστική ασπρόμαυρη απόδοση με τα μολύβια και τις γραμμοσκιάσεις να κυριαρχούν και να διακόπτονται από λίγες εντυπωσιακές έγχρωμες σελίδες, όπως ίσως θα έβλεπε τα πράγματα μέσα στην έξαψη της παραζάλης του ο θολωμένος από τη φιλοδοξία του, φαντασμένος «ιππότης». Σε αντίθεση με τον «Δον Κιχώτη» του Rob Davis (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Χαραμάδα) για παράδειγμα, που ήταν έγχρωμος στο σύνολό του και κάλυπτε πολύ μεγαλύτερο μέρος της πλοκής του πρωτοτύπου αλλά και με την ελεύθερη ματιά των δημιουργών της έκθεσης και έκδοσης «Lanza en Astillero» σε «κρυφές» πτυχές των περιπετειών του, οι αδελφοί Brizzi προχωρούν σε μια αυστηρή επιλογή αντιπροσωπευτικών επεισοδίων του έργου, τα εικονογραφούν θαυμάσια με έμφαση στις εκφράσεις των προσώπων και τα συνοδεύουν με λιτούς διαλόγους κατά τρόπο που το βιβλίο τους ρέει ομαλά, αλλά μετά την ολοκλήρωσή του σε προσκαλεί ξανά και ξανά για να εντοπίσεις λεπτομέρειες που πέρασαν απαρατήρητες στην πρώτη ανάγνωση. Το σημαντικότερο όμως, είναι η συμπάθεια με την οποία οι Brizzi αντιμετωπίζουν τον εμβληματικό, πια, χαρακτήρα. Δεν τον χλευάζουν ούτε τον γελοιοποιούν. Αντιθέτως, επιχειρούν να τον προσεγγίσουν με ενσυναίσθηση. «Για να είμαστε απολύτως σαφείς, ο Δον Κιχώτης, κατά τη διάρκεια των ατυχών περιπετειών του, προκαλεί συμπάθεια επειδή τον κινητοποιεί η επιθυμία να πράξει το σωστό και επειδή η αναζήτησή του σχετίζεται περισσότερο με μια στάση αθωότητας, ίσως και αφέλειας απέναντι στην κοινωνία, παρά με μια παθολογική συμπεριφορά. Παρότι έχει όψη και χαρακτηριστικά σοφού, δεν ενεργεί καθόλου ως τέτοιος. Και γι’ αυτό προκαλεί επίσης συμπάθεια. Η αγάπη μας για τους ιδιόρρυθμους γέρους ικανοποιείται εδώ πλήρως», γράφουν στον πρόλογό τους. Κι έτσι, παρά τις συνεχείς γκάφες του και τις απρόβλεπτες συμπεριφορές του, παρά τους ανεμόμυλους που «μεταμορφώνει» με τη φαντασία του σε απειλητικούς γίγαντες, τη νεαρή αγρότισσα που βαφτίζει «ευγενή Δουλτσινέα» και το ψωριάρικο άλογο που το βλέπει ως υπερήφανο άτι, ο Δον Κιχώτης των Brizzi, με τη συνδρομή του πιστού Σάντσο Πάντσα, είναι μια γλυκιά ιστορία με συγκινητικό τέλος για έναν άνθρωπο που έζησε το όνειρό του χωρίς ποτέ να βλάψει κανέναν παρά μόνο τον εαυτό του. Και το σχετικό link...
  8. Το κόμικς του David Prudhomme, σε μετάφραση Θανάση Πέτρου, επιχειρεί να αφηγηθεί την ιστορία του ρεμπέτικου, να σταθεί μέσα στον χρόνο του, να τον περπατήσει, να τον ακούσει, να μεταφράσει τη μουσική του στον δύσκολο ρυθμό των συνθηκών που γεννήθηκε. Είναι ένα από τα κόμικς που επανακυκλοφόρησε τη χρονιά που μας πέρασε, επιβεβαιώνοντας τη θεματική και αισθητική διαχρονικότητά του. Ο δημιουργός του δεν είναι Έλληνας, γι’ αυτό και η προσέγγισή του αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η ματιά του δεν ενσωματώνεται ούτε επηρεάζεται από το βάρος της παράδοσης, αλλά εστιάζει στην παρατήρηση που κρατά αποστάσεις από το φολκλόρ στοιχείο και τη μυθολογία που το ακολουθεί – και συνήθως το εξωραΐζει. Το ρεμπέτικο τον τραβά επειδή γεννήθηκε σε χώρους ακατάλληλους για εξιδανίκευση: τεκέδες, φυλακές, λιμάνια, παράγκες. Εκεί όπου η κοινότητα προηγείται του μύθου και το τραγούδι λειτουργεί ως τρόπος επιβίωσης και επικοινωνίας. Αυτή η βασική παραδοχή καθορίζει και όλο το έργο και το σώζει από τη «λαϊκή αυθεντικότητα». Το αφηγηματικό παρόν του κόμικς είναι το 1936, που η δικτατορία του Μεταξά λειτουργεί ως καταπιεστικός μηχανισμός έτσι ώστε να αρκεί ένας αστυνομικός λόγος, μια υποψία λογοκρισίας, μια απαγόρευση που πλανιέται, για να βάλει σε περιπέτειες την περιθωριακή κοινότητα που εξέφραζαν οι ρεμπέτες, καθώς οι συνθήκες της εποχής, κυρίως η υποδοχή των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας από τη μητέρα Ελλάδα, δεν ήταν ούτε εύκολη ούτε ανώδυνη. Προφανώς, αυτές οι λούμπεν κοινωνικές ομάδες που δημιουργήθηκαν από τις βίαιες ανταλλαγές πληθυσμών δεν ήταν περιθωριακές από επιλογή, αλλά από μια σειρά άβολων συνθηκών που λειτουργούσαν σε βάρος τους, ώστε να θεωρούνται παράσιτα. Αυτή η καταγραφή της πραγματικότητας δίχως καταγγελίες και ιδεολογικοποιήσεις χαρίζει μιαν αυθεντική πολιτική διάσταση στην ιστορία. Οι μορφές είναι αναγνωρίσιμες χωρίς να κατονομάζονται. Ο Μάρκος υπάρχει ως παρουσία, ως σώμα που «κεντάει» στο μπουζούκι, όχι ως μνημείο. Ο Σταύρος θυμίζει τον Παπαϊωάννου χωρίς να εγκλωβίζεται στη βιογραφία του. Η μυθοπλασία λειτουργεί ως μηχανισμός για να μπορέσει να φωτίσει τους χαρακτήρες από μέσα. Όπως ο ίδιος ο δημιουργός σημειώνει, «το ταξίδι δεν μπορεί να είναι ρεαλιστικό· μπορεί όμως να είναι αληθινό». Το σχέδιο του Prudhomme αποφεύγει κάθε γραφικότητα. Τα πρόσωπα των ρεμπέτηδων περιγράφονται περήφανα χωρίς πόζα, κουρασμένα χωρίς μελοδραματισμό. Οι σκηνές κυλούν με έναν ρυθμό βαρύ και εσωτερικό. Ακόμη και όταν η κομπανία βγαίνει στη θάλασσα του Πειραιά και τραγουδά, πλανάται η αίσθηση ότι αυτός ο κόσμος ξέρει ήδη πόσο προσωρινός είναι. Στο βιβλίο «Ρεμπέτικο (Το κακό βοτάνι)» ο δημιουργός του δεν δείχνει να σκοτίζεται από τον ψυχαναγκασμό να κάνει τον αναγνώστη να αγαπήσει το ρεμπέτικο. Πιθανόν να κάνει κάτι πιο έξυπνο: το αφήνει να υπάρξει ως μια έκφραση τέχνης που γεννιέται ως πρόβλημα και δεν εξημερώνεται ποτέ πλήρως. David Prudhomme Ρεμπέτικο (Το κακό βοτάνι) Μετάφραση: Θανάσης Πέτρου Εκδόσεις: Οξύ Σελ.: 104 Και το σχετικό link...
  9. Δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του Lemmy, οι εκδόσεις Οξύ μάς φέρνουν στα ελληνικά μια συλλεκτική έκδοση 29 ιστοριών κόμικς για τον μύθο των Motörhead. Μία δεκαετία συμπληρώνεται από τον θάνατο του Ian Fraser (Lemmy) Kilmister, γνωστού απλώς ως Lemmy (πέθανε στις 28 Δεκεμβρίου 2015). Συμπτωματικά, πριν από λίγες μέρες συμπληρώθηκαν επίσης 80 χρόνια από τη γέννησή του (γεννήθηκε στις 24 Δεκεμβρίου 1945). Ποια καλύτερη αφορμή λοιπόν, από αυτή τη χρονική σύμπτωση των στρογγυλών επετείων, για να μιλήσουμε για αυτόν τον θρύλο της ροκ μουσικής, του οποίου η φωνή, η ερμηνεία, η στιλιστική παρουσία και η εν γένει κληρονομιά θα μείνουν ανεξίτηλα γραμμένα στο μουσικό στερέωμα; Ο Lemmy υπήρξε κάτι παραπάνω από μπασίστας και τραγουδιστής των Motörhead. Ήταν ένας ζωντανός μύθος του ροκ εν ρολ, μια φιγούρα που γεφύρωσε το hard rock, την punk και τη heavy metal, χωρίς να ανήκει ολοκληρωτικά σε κανένα από αυτά. Η ζωή του, γεμάτη περιοδείες, ουσίες, καβγάδες, φανατικούς φίλους και ακόμα πιο φανατικούς εχθρούς, έμοιαζε από μόνη της με κόμικς: υπερβολική, θορυβώδης, αντιφατική. Το λεύκωμα που παρουσιάζουμε σήμερα το γνωρίζει αυτό και το αξιοποιεί στο έπακρο. Το «No Remörse – Αληθινές ιστορίες για τον Lemmy Kilmister και τους Motörhead» είναι μια πολυτελής, συλλεκτική, ευμεγέθης έκδοση - καρπός συνεργασίας των εκδόσεων Οξύ με το Monsterville. Είναι ένας φόρος τιμής σε ένα «αληταριό», η βιογραφική αφήγηση και η ωμή καταγραφή μιας ζωής που δεν χωρούσε σε συμβάσεις. Η αφήγηση δεν είναι μονοδιάστατη. Δεν πρόκειται για μια γραμμική, «τυπική» βιογραφία, αλλά για ένα μωσαϊκό 29 επεισοδίων, το σενάριο των οποίων βασίζεται σε αληθινές ιστορίες από τη ζωή του Lemmy, αντλώντας υλικό από συνεντεύξεις, αυτοβιογραφικά στοιχεία και μαρτυρίες ανθρώπων που βρέθηκαν κοντά του: από τα παιδικά του χρόνια και τις πρώτες μουσικές αναζητήσεις μέχρι τους Hawkwind, τη δημιουργία των Motörhead και την καθιέρωση του Lemmy ως απόλυτου μουσικού συμβόλου. Η αφήγηση σκοπίμως αφήνει κενά, παρακάμπτει χρονολογίες και προτιμά το συναίσθημα από την εγκυκλοπαιδική ακρίβεια, επιλογή που ταιριάζει απόλυτα στο θέμα της. Οι συντελεστές του κόμικς προέρχονται από διαφορετικές σχολές και εκπροσωπούν διαφορετικές τεχνοτροπίες. Το εικαστικό μέρος αλλάζει συχνά τόνο, από ρεαλιστικό σε καρτουνίστικο ή εξπρεσιονιστικό, αντανακλώντας τις μεταπτώσεις της ίδιας της ζωής του Lemmy. Οι βαριές σκιές, οι έντονες αντιθέσεις και η συχνά «βρόμικη» γραμμή δεν είναι απλώς αισθητική επιλογή· είναι δήλωση. Αυτός, άλλωστε, ήταν ο κόσμος του Motörhead: θόρυβος, ιδρώτας, αλκοόλ, ενισχυτές στο τέρμα. Το «No Remörse» δεν αποσιωπά τις σκοτεινές πλευρές του Lemmy: τις καταχρήσεις, τη μοναξιά, την εμμονή με έναν τρόπο ζωής που αργά αλλά σταθερά τον κατέστρεφε. Ταυτόχρονα όμως, αποφεύγει την ηθικολογία. Δεν προσπαθεί να τον «σώσει» εκ των υστέρων, ούτε τον ωραιοποιεί. Τον παρουσιάζει όπως ήταν: ένας άνθρωπος που έζησε ακριβώς όπως ήθελε και πλήρωσε το τίμημα χωρίς παράπονα. «…Είναι προφανές ότι πίσω από τη σκοτεινή, απειλητική μορφή του Lemmy κρυβόταν ένας πανέξυπνος, παθιασμένος άνθρωπος με απίστευτο χιούμορ», γράφει ο Dave Grohl που προλογίζει το βιβλίο. Και συνεχίζει: «Μ’ ένα τσιγάρο Μάρλμπορο στο ένα χέρι κι ένα ποτήρι Τζακ Ντάνιελς με κόκα-κόλα στο άλλο, ο Lemmy είχε τον τρόπο του να γοητεύει τους πάντες σε όλες τις καταστάσεις (ή να ζηλοτυπεί απ’ αυτές). Ήταν αγγελιοφόρος, προφήτης, κατεργάρης, λύκος, προστάτης άγγελος. Για τους περισσότερους όμως, ο Lemmy ήταν ήρωας και η επιρροή του παραμένει απροσμέτρητη». Ενώ ο Ozzy Osbourne (μία από τις διάσημες απώλειες της χρονιάς που φεύγει) συνοψίζει στον επίλογό του ως εξής: «Ήταν προσωπικότητα. Δεν υπάρχουν πολλές προσωπικότητες στη μουσική σήμερα. Θέλω να πω, εντάξει, έχεις τη Μάιλι Σάιρους, αλλά δεν έχουν απομείνει πολλές προσωπικότητες. Αυτός όμως, ήταν αναμφισβήτητα προσωπικότητα. Ήταν γνήσιος. Έζησε όλη τη φάση. Σεξ, ναρκωτικά και ροκ εν ρολ, αυτό ήταν ο Lemmy». Δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Lemmy παραμένει παρών. Όχι μόνο μέσα από τη μουσική των Motörhead, αλλά και μέσα από έργα σαν αυτό, που προσδίδουν «ήχο» στην 9η Τέχνη. Το «No Remörse» είναι κάτι παραπάνω από ένα κόμικς για τους φαν του Lemmy ή της σκληρής μουσικής. Είναι ένα κομμάτι ροκ ιστορίας σε εικονογραφημένη μορφή, ένα μνημείο θορύβου και ελευθερίας. Και όπως θα έλεγε και ο ίδιος: «Αν πρόκειται να ζήσεις, ζήσε δυνατά». Και το σχετικό link...
  10. Σύνοψη από την εκδοτική: Οι Εκδόσεις Οξύ Comics με μεγάλη χαρά παρουσιάζουν μια από τις πλέον επικές ιστορίες της Marvel! Γεμάτο δράση και ορισμένες αξιομνημόνευτες στιγμές για τους χαρακτήρες που κάνουν την εμφάνισή τους, το War of the Realms αποτελεί ήδη σταθμό, ανάμεσα στις κορυφαίες εκδόσεις της Marvel, υπογεγραμμένο από έναν σπουδαίο και πολυβραβευμένο συγγραφέα. Δέκα Βασίλεια έχουν πέσει στον Μάλεκιθ και τον στρατό του εκτός από ένα: Τη Μίντγκαρντ. Σπίτι των αγαπημένων ανθρώπων του Θορ. Σπίτι για ήρωες και θεούς. Τώρα, όμως, η Μίντγκαρντ καίγεται. Ολόκληρη η κόλαση ελευθερώνεται στη Νέα Υόρκη, καθώς ο Μάλεκιθ και οι σύμμαχοί του ξεκινούν την εισβολή τους – και οι μεγαλύτεροί μας ήρωες παρακολουθούν, ενώ η Γη πέφτει! Με τον Θορ παγιδευμένο στη γη των Γιγάντων του Πάγου και τις δυνάμεις της Γης καταβλημένες, τι μπορεί να σταματήσει τον Μάλεκιθ και τον στρατό του; Ο Σπάιντερ-Μαν, ο Ντέρντεβιλ, ο Τιμωρός, ο Γκοστ Ράιντερ, ο Μπλέιντ, ο Μαύρος Πάνθηρας και ακόμη περισσότεροι ήρωες μπαίνουν στη μάχη, καθώς το επικό saga του Jason Aaron για τον Θορ εκρήγνυται σε όλο το σύμπαν της Marvel σε ένα γεγονός που θα σας μείνει αξέχαστο! Η ιστορία: Ρε παιδιά... Ρε παιδιά... Έχω πάρει κάτι μήνες το War of the Realms και είμαι σε μια φάση να το διαβάσω, σίγουρος ότι έχει παρουσιαστεί εδώ μέσα. Κάνω να το ψάξω, ψάχνω από εδώ, ψάχνω από εκεί, πουθενά εξώφυλλα, πουθενά στη βάση ή στο e-shop της Λέσχης. ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ; Το παρουσίασε ο @ hudson σε κάποιο άλλο σύμπαν του Multiverse; Ήρθε σε αυθυποβολή στον υπολογιστή μου και έφυγε; Anyway συλλεκτικό αφιέρωμα, έτρεχα δύο το βράδυ να το σκανάρω και να ετοιμάσω παρουσίαση, αλλά κυρίως θα διαβάσει ο @ constantinople review σε τόμο Thor! Έχουμε και λέμε λοιπόν, το War of the Realms είναι ουσιαστικά το κλείσιμο του Jason Aaron στο Thor και δε θα μπορούσε να βρεθεί καλύτερος τρόπος από μια επικών διαστάσεων ιστορία. Ξεκινώντας από τον Απρίλιο και τελειώνοντας τον Ιούλιο του 2019, ο Aaron γράφει μια ιστορία με κεντρικό κακό τον Malekith, ο οποίος έχει καταφέρει και έχει κατακτήσει 9 από τα 10 Βασίλεια (ή Realms) που υπάρχουν στη μυθολογία του Thor, έχοντας καταστρέψει το Bifrost και μάλιστα πολλούς εκ των ηγετών του έχει καταφέρει να τους πάρει με το μέρος του, ενώ το τελευταίο είναι προφανώς η Μίντγκαρντ, δηλαδή ο κόσμος μας. Οι Ασγκαρντιανοί βρίσκονται στη Νέα Υόρκη όπου επιτίθενται οι στρατιές του Malekith και έτσι ξεκινάει μια τεράστια μάχη με τους Avengers και άλλους ήρωες που προσπαθούν να τους σταματήσουν. Ο Thor ωστόσο έχει φυλακιστεί από τον Malekith στην αρχή της ιστορίας και ο Captain America διοργανώνει μια αποστολή διάσωσής του παρέα με άλλους ήρωες, ενώ προσωρινά το Bifrost αναπληρώνεται χάρη στη συμβολή του Daredevil δίπλα στον Heimdall. Παράλληλα έχουμε διάφορες ομάδες των Avengers να πολεμούν χωριστά τον Malekith σε διάφορα όπως του War Avengers της Carol Danvers (με Deadpool, Weapon H, Winter Soldier, Captain Britain, Lady Sif και το συμβιωτικό του Venom), καθώς και τους Fantastic Four και τις συνδυαστικές τεχνολογικές δυνάμεις Iron Man και Shuri. Η ιστορία ωστόσο επικεντρώνεται κυρίως σε χαρακτήρες της μυθολογίας Thor όπως η ηρωική έξοδος του Loki, η συμβολή της Jane Foster που πλέον είναι ταλαιπωρημένη από τον καρκίνο και κυρίως τη διάσωση του Thor, ο οποίος θα οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι χρειάζεται διαφορετικές εκδοχές του εαυτού του για να νικήσει αυτή τη μάχη και έτσι έχουμε πολλές εκδοχές του χαρακτήρα που διαβάσαμε στα κόμικ του Aaron, χαρακτηριστικά αναφέρω τον King Thor. Έχουμε μάχες στη Wakanda, έχουμε μάχες σχετικά με το Bifrost, έχουμε τη μεταμόρφωση του Malekith και των ακολούθων του σε Dark Elves αφού υπάρχει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ένωση με το συμβιωτικό του Venom και γενικότερα υπάρχει ένα ενδιαφέρον μακελειό σε ένα κόμικ-ωδή στα χρόνια που πέρασε ο Aaron στον τίτλο και σίγουρα μια ενδιαφέρουσα τελική υπογραφή για ένα πολύ δυνατό πλέον συγγραφικό όνομα της Marvel. Ίσως λίγο άνισο σχέδιο από τον Russell Dauterman Russell Dauterman στο σχέδιο και χωρίς να έχω διαβάσει πολλές δουλειές του, ο σχεδιαστής αποπνέει έναν αέρα indie comics που δεν ξέρω πόσο καλός είναι για κόμικ που έχει τόσους πολλούς ήρωες. Αλλού οι λεπτομέρειες είναι πολύ όμορφες, αλλά κάτι μου λείπει σε τελική ανάλυση προσωπικά, αν και το πρόσημο είναι σίγουρα θετικό, μιλάμε για σύγχρονο Thor, χρωματισμένο και με άπειρους χαρακτήρες. Απλώς δεν ανταποκρίνεται 100% στα προσωπικά μου γούστα. Η έκδοση: Κλασικό μέγεθος, κλασική ποιότητα Οξύ, αν και πρέπει να πω ότι το δικό μου κόμικ είχε κάποια προβλήματα με τη ράχη του και μου έβγαλε θεματάκια στο διάβασμα. Όπως και να 'χει, σίγουρα ακόμα μια καλή επιλογή, ειδικά αν μιλάμε για το Νορβηγό θεό του πολέμου και τις σύγχρονες ιστορίες του και ελπίζω να αρέσει και σε εσάς. Καλό διάβασμα σε όλους
  11. Ο Μάιλς Ντέιβις (1926–1991) υπήρξε μία από τις πλέον ριζοσπαστικές και δημιουργικά ανήσυχες μορφές της μουσικής του 20ού αιώνα. Η καλλιτεχνική του πορεία εκτείνεται σε σχεδόν πέντε δεκαετίες, κατά τις οποίες διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στην ανανέωση της jazz, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση και εξέλιξη ποικίλων ειδών όπως το bebop, η cool jazz, το hard bop, η modal jazz ● O Τσίσολμ συνθέτει ένα graphic novel όπου ο ίδιος ο Ντέιβις αναλαμβάνει τον ρόλο του αφηγητή. Δεν εξιστορεί απλώς τη βιογραφία του, στοχάζεται επ’ αυτής, αναπτύσσοντας παράλληλα τη φιλοσοφία του πάνω στη μουσική και τη ζωή. Η διαδρομή του Μάιλς Ντέιβις χαρακτηρίζεται από μια σταθερή άρνηση της επανάληψης και από μια διαρκή τάση υπέρβασης των συμβάσεων. Δεν επιδίωκε απλώς τη διαφοροποίηση, επιζητούσε τη ρήξη, τη μεταμόρφωση και τη διαρκή ανανέωση. Μέσα από αυτήν την αδιάλειπτη αναζήτηση νέων μορφών έκφρασης, ο Ντέιβις δεν συνέβαλε μόνο στον επαναπροσδιορισμό της jazz· διαμόρφωσε μια ολόκληρη φιλοσοφία καλλιτεχνικής εξέλιξης, η οποία άσκησε βαθιά επίδραση σε δημιουργούς από ένα ευρύ φάσμα μουσικών ειδών: από την κλασική μουσική και τη rock έως την pop και το hip hop. Ο Ντέιβ Τσίσολμ, εικονογράφος, τρομπετίστας και δύο φορές υποψήφιος για τα βραβεία Eisner και Ringo, δεν προσεγγίζει για πρώτη φορά τη βιογραφική αφήγηση μιας εμβληματικής μορφής της jazz. Το 2020 παρουσίασε το graphic novel «Chasin’ the Bird: Charlie Parker in California» (Z2 Comics, σελ. 144), το οποίο εστιάζει σε ένα συγκεκριμένο και κρίσιμο χρονικό διάστημα της ζωής του Τσάρλι Πάρκερ. Στο πρόσφατο έργο του «Μάιλς Ντέιβις – Αναζητώντας τον Ήχο», επιχειρεί μια πιο σύνθετη και ολοκληρωμένη καλλιτεχνική βιογραφία, εστιάζοντας όχι μόνο στα γεγονότα αλλά και στο εσωτερικό σύμπαν του κορυφαίου συνθέτη και τρομπετίστα. Το graphic novel κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Οξύ σε μετάφραση του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη και επιμέλεια του Θάνου Καραγιαννόπουλου. Ωστόσο, η βιογραφία του Τσίσολμ δεν αποτελεί μια απλή χρονική καταγραφή των γεγονότων. Βασισμένος στην αυτοβιογραφία του Ντέιβις, την οποία έγραψε ο ίδιος σε συνεργασία με τον δημοσιογράφο Quincy Troupe (Μάιλς: Αυτοβιογραφία, εκδ. Σέλας, σελ. 510), καθώς και σε πλήθος συνεντεύξεων, και με τη συμβολή του γιου του, Έριν Ντέιβις, ο Τσίσολμ συνθέτει ένα graphic novel όπου ο ίδιος ο Ντέιβις αναλαμβάνει τον ρόλο του αφηγητή. Δεν εξιστορεί απλώς τη βιογραφία του, στοχάζεται επ’ αυτής, αναπτύσσοντας παράλληλα τη φιλοσοφία του πάνω στη μουσική και τη ζωή. Η αισθητική προσέγγιση του Τσίσολμ στο graphic novel βασίζεται σε τρεις βασικές αρχές: την ελλειπτική αφήγηση, τη λεπτομερή εικονογράφηση και τη δυνατότητα οπτικοποίησης της μουσικής του Μάιλς Ντέιβις με έναν τρόπο που αμέσως σε συνδέει με αυτή. Αξίζει να αναφερθεί η σημαντική συμβολή του Dustyn Payette, υπεύθυνου για τον χρωματικό σχεδιασμό, ο οποίος προσδίδει ζωντάνια και βάθος σε κάθε καρέ. Μέσα από την έντονη και μελετημένη χρωματική παλέτα, το έργο αποκτά έναν δικό του τρόπο να αφηγείται τις διάφορες χρονικές περιόδους στη ζωή του Ντέιβις. Το κόκκινο και το μαύρο, μαζί με τις σκοτεινές σκιές, κυριαρχούν στα δύσκολα χρόνια των ναρκωτικών, του ποτού και της απομόνωσης, οι αποχρώσεις του μπλε και του γαλάζιου συνοδεύουν τη γέννηση του «Kind of Blue» (1959), η πράσινη και κίτρινη παλέτα χρησιμοποιείται όταν ο Μάιλς επηρεάζεται από το φλαμένκο και την παραδοσιακή ισπανική μουσική και ηχογραφεί το αριστουργηματικό «Sketches of Spain» (1960), ενώ το ροζ, το φούξια και οι ηλεκτρισμένες γαλάζιες λάμψεις αποτυπώνουν την έκρηξη πειραματισμού που φέρνει το Bitches Brew (1970). Ο Τσίσολμ ενσωματώνει με διακριτικό τρόπο μουσικούς όρους και έννοιες στο σενάριο, χωρίς να προβαίνει σε τεχνικές αναλύσεις που θα αποδυνάμωναν την αφηγηματική ροή. Αντιθέτως, προσκαλεί τον αναγνώστη σε ένα βιωματικό ταξίδι εικόνας και ήχου, προκαλώντας τον να διερευνήσει περαιτέρω το μουσικό σύμπαν του Ντέιβις και της jazz συνολικότερα. Το «Μάιλς Ντέιβις: Αναζητώντας τον Ήχο» δεν ξεκινά από τη γέννηση ή την ακμή της καριέρας του Ντέιβις, αλλά από τη δεκαετία του 1980, όταν επιστρέφει στη σκηνή μετά την περίφημη πενταετή του απόσυρση (1975–1980). Το graphic novel ανοίγει με τον Davis αποδυναμωμένο, καθισμένο στο γραφείο ενός γιατρού, αμέσως μετά από το εγκεφαλικό που άφησε προσωρινά παράλυτο το δεξί του χέρι. Ο γιατρός τού προτείνει να ξεκινήσει θεραπεία για να ανακτήσει τη λειτουργικότητα του χεριού του και ο Ντέιβις, επιλέγει τη ζωγραφική ως μέσο αποκατάστασης αλλά και έκφρασης. Από αυτό το σημείο ξεκινά η εσωτερική αφήγηση, που γυρίζει πίσω στις απαρχές της ζωής του. Ανατρέχει στην παιδική του ηλικία στο Άλτον του Ιλινόι, στις σπουδές του στη διάσημη σχολή Juilliard (που δεν ολοκλήρωσε ποτέ) και στις νυχτερινές του αποδράσεις στα jazz clubs, όπου αναζητούσε και τελικά κατάφερε να γνωρίσει το είδωλο του, τον Τσάρλι Πάρκερ και εντάχθηκε στο σχήμα του. Η αφήγηση διατρέχει σχεδόν όλες τις καθοριστικές καλλιτεχνικές φάσεις: την εποχή του «Birth of the Cool» (1949), τις συνεργασίες με τον Gil Evans (1912–1988) και τον Gerry Mulligan (1927–1996), τη δεκαετία του ’50, όταν ηχογραφεί το εμβληματικό «Kind of Blue», με τη συμμετοχή κορυφαίων μουσικών όπως οι Bill Evans, John Coltrane, Cannonball Adderley, Paul Chambers και Jimmy Cobb. Παράλληλα, γινόμαστε μάρτυρες της προσωπικής μάχης του Ντέιβις με τις εξαρτήσεις, μια σκιά που θα παραμείνει παρούσα σε όλη του τη ζωή. Κατά τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, ο Davis στρέφεται στον ηλεκτρικό ήχο. Επηρεασμένος από τον Τζίμι Χέντριξ (1942–1970) και σε συνεργασία με τον παραγωγό Teo Macero (1925–2008), ηχογραφεί πολύωρους αυτοσχεδιασμούς και με την τεχνική του ηχητικού «κολάζ» θα μονταριστούν σε έργα όπως το «Bitches Brew», ένα από τα πιο πρωτοποριακά άλμπουμ της jazz. Η επιστροφή του τη δεκαετία του ’80 αποτυπώνεται στο έργο με σκοτεινά, φορτισμένα καρέ, που οδηγούν σταδιακά στην αναγέννησή του ως δημιουργού. Άλμπουμ όπως το «Tutu» (1986), σε συνεργασία με τον μουσικό παραγωγό Marcus Miller, ενσωματώνουν στοιχεία από την jazz, τη funk και το hip hop, αποδεικνύοντας πως ο Davis δεν έπαψε ποτέ να πειραματίζεται, ακόμη και πριν το τέλος. Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά του graphic novel είναι η συνειδητή αποφυγή εξιδανίκευσης της μορφής του Ντέιβις. Ο Τσίσολμ υιοθετεί μια ρεαλιστική προσέγγιση, φωτίζοντας τις σκοτεινές πτυχές της προσωπικότητάς του: τη βίαιη συμπεριφορά του απέναντι στις γυναίκες, τις εξαρτήσεις του και την ανάγκη του για συνεχή σύγκρουση. Αυτά τα στοιχεία δεν αποκρύπτονται. Το έργο δεν διαχωρίζει την καλλιτεχνική ιδιοφυΐα από τις ανθρώπινες αντιφάσεις, αντίθετα, αναδεικνύει την πολυπλοκότητα ενός ανθρώπου που υπήρξε ταυτόχρονα πρωτοπόρος και αντιφατικός. Η αποδόμηση του μύθου δεν αναιρεί την αξία του έργου του, αλλά προτείνει μια ηθικά και αισθητικά ώριμη πρόσληψή του: η τέχνη του Μάιλς υπήρξε αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με τις εσωτερικές του συγκρούσεις. Η δύναμη του graphic novel έγκειται στην αποδοχή αυτής της σύνθετης προσωπικότητας. Υπάρχουν σελίδες όπου ο Ντέιβις κυριολεκτικά διαλύεται μέσα στις γραμμές και τα χρώματα, σαν να χάνει τη σωματική συνοχή του κάτω από το βάρος των εξαρτήσεων και έρχεται συχνά αντιμέτωπος με τον ίδιο του τον εαυτό. Το έργο του Τσίσολμ δεν επιχειρεί να ερμηνεύσει τη μουσική του Μάιλς Ντέιβις, την αποδίδει οπτικά. Κάθε σκηνή λειτουργεί σαν μελωδική φράση, με φυσική ροή, δημιουργώντας μια αφήγηση που θυμίζει μουσική σύνθεση. Αποτυπώνει όχι μόνο τα γεγονότα της ζωής του, αλλά και τον αγώνα του να παραμείνει δημιουργικός. Εστιάζει στη ρευστότητα της ταυτότητάς του, στη συνεχή αμφισβήτηση και την αέναη μεταμόρφωση που χαρακτήρισε την πορεία του. Ο ίδιος έλεγε: «I have to change. It’s like a curse» («Πρέπει να αλλάζω. Είναι σαν κατάρα»). Κάθε του άλμπουμ, υπήρξε ένα ρίσκο, μια τομή, ένα άλμα προς το άγνωστο. ℹ️ Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οξύ, σε μετάφραση του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη και επιμέλεια του Θάνου Καραγιαννόπουλου, το περίφημο graphic novel του Ντέιβ Τσίσολμ για τον κορυφαίο συνθέτη και τρομπετίστα που διαμόρφωσε τη σκηνή της jazz τον 20ό αιώνα. Και το σχετικό link...
  12. Σ’ έναν φεγγαρόλουστο χωματόδρομο κάπου στο Αρκάνσας στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ένα παιδί ακούει έναν μυστηριώδη ήχο που μοιάζει με μπλουζ να βγαίνει μέσα από τους βάλτους. Από εκείνη τη στιγμή ξεκινά το εμμονικό ταξίδι του μικρού Miles προς την αναζήτηση του ήχου. Στο «Miles Davis and the search for the sound» ένας από τους πλέον σημαντικούς δημιουργούς κόμικς σήμερα, ο Dave Chisholm, που διδάσκει Κόμικς και Μουσική στη Σχολή Hochstein και στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας του Ρότσεστερ κοντά στη Νέα Υόρκη, απεικονίζει τη ζωή ενός ήρωά του ενώ αφηγείται την ιστορία με τα λόγια του ίδιου του Miles, έχοντας την αυτοβιογραφία του ως αφηγηματική ραχοκοκαλιά. O Chisholm μοιάζει να γεννήθηκε για να αφηγηθεί τη ζωή του μεγάλου ινδάλματός του με τη δική του τέχνη: τα κόμικς. Τζαζ και κόμικς, βίοι παράλληλοι Ο D. Chisholm, που το 2013 πήρε το διδακτορικό του στην τζαζ τρομπέτα από το Eastman Music School, με την εμπειρία του στη μουσική και την εφευρετικότητά του στα κόμικς έχει δημιουργήσει σημαντικά μουσικοκεντρικά graphic novels, όπως το «Chasin’ the Bird: Charlie Parker in California» του 2020. Στο «Miles Davis and the search for the sound» οδηγεί τους αναγνώστες σε μια οδύσσεια που ακολουθεί και καταγράφει την εξέλιξη αυτής της διάνοιας, η οποία επαναπροσδιόρισε τα όρια του τι θα μπορούσε να είναι η τζαζ, αλλά και όλη η μουσική σήμερα. Αυτό το graphic novel των 150 σελίδων ακολουθεί τον Miles στη διάρκεια τεσσάρων δεκαετιών μουσικής καινοτομίας και κλιμακούμενων εμποδίων. Ο Chisholm «χτίζει» την αφήγησή του γύρω από την εποχή που ο Davis ζούσε μια από τις πιο δυσάρεστες περιόδους του: την ανάρρωσή του από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο το 1982, όταν παρέλυσε προσωρινά το δεξί του χέρι. Καθώς δεν μπορούσε να παίξει τρομπέτα, η ιατρική ομάδα τον παρότρυνε να ανακτήσει τον συντονισμό του γράφοντας μικρά μοτίβα και σκιτσάροντας με μολύβι σε χαρτί. Κάτι που έκανε, με όλα τα μέσα, στο υπόλοιπο της ζωής του. Πίσω στον χρόνο Μετά από ένα διάστημα η ικανότητά του να εκφράζεται μέσα από τις ζωγραφιές του μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο. Προσηλώθηκε στο να σκιτσάρει με μολύβι, πένες και μαρκαδόρους και με τον καιρό γέμισε εκατοντάδες μπλοκ. Από εκεί η ιστορία γυρίζει πίσω στον χρόνο, για να «βρει» έναν μυστηριώδη τόνο που άκουγε στα παιδικά του χρόνια σε έναν φεγγαρόλουστο επαρχιακό δρόμο. O Miles Davis επιστρέφει στη ζωή, φεύγει από το σπίτι του στο Σεντ Λούις για να σπουδάσει μουσική στη Νέα Υόρκη και να παίξει με τον Charlie Parker, μέχρι που ξεκινά, με τη βοήθεια του Gil Evans, να παράγει τη μουσική του νονέτου του. Στη συνέχεια ακολουθούν το ταξίδι στη Γαλλία το 1949, όπου συναντά την Juliette Greco και την ερωτεύεται ανυπόκριτα, οι δίσκοι της Prestige που τον έκαναν παγκόσμια γνωστό, τα περίφημα κουιντέτα του με τον John Coltrane και τον Wayne Shorter, η υιοθέτηση της ηλεκτρικής τζαζ και η επιστροφή του στη σκηνή τότε, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, χάρη στον υπερταλαντούχο ηλεκτρικό μπασίστα Marcus Miller. Η μουσική κυριαρχεί Σε όλο το βιβλίο κυριαρχούν ο εθισμένος σε γυναίκες και ναρκωτικά Miles Davis, η απαράδεκτη συμπεριφορά του απέναντι στα παιδιά του και το ακατανίκητο εγώ του που ανατρέπει τη ζωή του και καταστρέφει τις σχέσεις του. Ο Chisholm δεν διστάζει να αναφερθεί στον χαρακτήρα του και προσπαθεί να εξηγήσει τη συνεχή αναζήτησή του για τον «δικό του» ήχο ως μια μάχη που μαινόταν μέσα του. «Καθώς σχεδίαζα το έργο, ήταν λογικό να προσαρμόσω τα ίδια τα λόγια του για να δείξω το χάσμα μεταξύ όσων είπε και όσων έκανε» εξηγεί ο D. Chisholm. Πέρα από τη ζωή, η μουσική κυριαρχεί στο graphic novel που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Οξύ, σε μετάφραση του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη. Απεικονίζεται στις σελίδες που περιγράφουν τη δημιουργία του μαγικού «Sketches Of Spain», του πρώτου σε πωλήσεις όλων των εποχών τζαζ άλμπουμ «Kind of blue», αλλά και την ψυχεδελική κακοφωνία που συνοδεύει την ηλεκτρισμένη μουσική του εποποιία, στη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, με κορυφαίο έργο το εκρηκτικό «Bitches brew». Ο δημιουργός, ο μεταφραστής, ο υιός «Η μουσική του Davis ήταν πραγματικά μια διά βίου εμμονή μου, εμπνέοντάς με να ασχοληθώ με την τζαζ τρομπέτα στο κολέγιο, και όχι μόνο. Το δε περίφημο άλμπουμ “Sketches of Spain” είναι η πρώτη μουσική που θυμάμαι να έχω ακούσει ποτέ. Είχα την ευκαιρία να ερμηνεύσω όλη τη μουσική που έπαιξαν – μαζί με τον Gil Evans – στο Φεστιβάλ Τζαζ της Umbria, στην Περούτζια της Ιταλίας» έλεγε ο Chisholm. «Ο Miles με εμπνέει στην αναζήτηση στιλιστικών – καλλιτεχνικών αλλαγών, τόσο οπτικών όσο και μουσικών. Αυτό το βιβλίο είναι η πιο μεγάλη τιμή στην καλλιτεχνική μου ζωή!». Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης Λάτρης του Miles Davis ήδη από πιτσιρικάς, όταν τον μύησε στην τζαζ ο αείμνηστος Νίκος Σαχπασίδης στο μπαρ Braxton’s της πλατείας Αμερικής, ο φίλος συγγραφέας Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης ενθουσιάστηκε με τη δεξιοτεχνία και τις γνώσεις του Dave Chisholm. Κι ήταν χαρά και τιμή του η ανάθεση της μετάφρασης από τον οίκο Οξύ και τον Νίκο Χατζόπουλο. Τον διευκόλυνε ότι είχε διαβάσει την «Αυτοβιογραφία» του Μάιλς από την πρώτη έκδοση και είχε γράψει κείμενα για το έργο και τον βίο του. «Δεν περνάει εβδομάδα που να μην ακούσω το “Kind of blues”, το “Birth of the cool”, το “Some day my prince will come”, το “Bitches brew”, τα πάντα όλα. Ο Μάιλς, σε μια ψηλομύτα λευκή Νότια (κατ᾽ άλλους, ήταν η ίδια η Νάνσυ Ρίγκαν), όταν τον ρώτησε τι σημαντικό έχει κάνει και τον κάλεσαν για δείπνο στον Λευκό Οίκο, απάντησε ότι έχει αλλάξει την ιστορία της μουσικής πέντε έξι φορές. Και πράγματι! Ο M.D. είναι ο Σεργκέι Μπούμπκα της τζαζ, έσπαγε διαρκώς τα ίδια του, τα δικά του ρεκόρ! Μαζί με τον Τσάρλι Πάρκερ και τον Τζον Κολτρέιν απαρτίζουν την Αγία Τριάδα της τζαζ» μας είπε ο Γιώργος-Ίκαρος, ο οποίος είχε μεταφράσει προ δεκαετίας το graphic novel «Nick Cave – Mercy on me» του Reinhard Kleist και είχε γράψει τον πρόλογο στο «Johnny Cash», επίσης του Reinhard Kleist (αμφότερα κυκλοφόρησαν από το Οξύ). «Ένιωσα δέος και ένταση αρχικά, όπως κάθε φορά που καλούμαι να μεταφράσω κάτι που έχει σχέση με όσα με διέπλασαν. Και η μουσική του Μάιλς έχει διαδραματίσει πολύ κρίσιμο ρόλο στη ζωή μου. Πολλά πεζογραφήματά μου τα έγραψα ακούγοντας Μάιλς. Αφέθηκα στη ροή του κειμένου, φροντίζοντας να είμαι πιστός στα λόγια του Dave Chisholm. Η τεχνική μου είναι η αναζήτηση της πιστότητας στις λέξεις και στον ρυθμό κάθε πονήματος που μεταφράζω. Καμία αυθαιρεσία, προσπάθεια γυρίσματος στα ελληνικά όσο πιο πιστά στο πρωτότυπο γίνεται, ακόμα και στα σημεία της στίξης μένω πιστός», ήταν η απάντηση στην εύλογη απορία μου με ποια συγγραφική μέθοδο αντιμετώπισε το έργο ο μεταφραστής του Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης. «Το όραμα του Dave για το ταξίδι του Miles ανάμεσα στους ήχους είναι κάτι που ο Miles θα ήθελε πολύ να δει. Ξέρω ότι θα ήταν τόσο περίεργος να δει τη ζωή του να απεικονίζεται μέσα από το πρίσμα που μόνο τα γραφικά μυθιστορήματα μπορούν να μεταδώσουν. Ο Chisholm, όντας τρομπετίστας και γραφίστας, έχει μια έντονη άποψη για το μακρύ ταξίδι του» σχολιάζει στον πρόλογο του βιβλίου ο Erin Davis, γιος του σπουδαίου ανανεωτή τρομπετίστα. Και το σχετικό link...
  13. Η βιογραφία του θρύλου της τζαζ παίζει με εντυπωσιακές εικόνες που χαρτογραφούν ακόμα και το πάθος και τον εσωτερικό του κόσμο. Το γκράφικ νόβελ «Μάιλς Ντέιβις – Αναζητώντας τον Ήχο» του Ντέιβ Τσίσολμ μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Οξύ, σε μετάφραση του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη. Είναι μια βιογραφία του μεγάλου θρύλου της τζαζ, που δεν περιορίζεται στην αφήγηση της ζωής του, αλλά παίζει με εντυπωσιακές εικόνες που χαρτογραφούν ακόμα και το πάθος και τον εσωτερικό του κόσμο. Ας ξεκινήσουμε με την ιδέα ότι πάντα και παντού η τζαζ σε ταξιδεύει εντελώς κινηματογραφικά στα περιβάλλοντα που θέλεις. Ας πούμε σε έναν απόμερο δρόμο, στη σιωπή μιας φεγγαρόφωτης νύχτας, κάπου στο Αρκάνσας το 1933. Ένα παιδί ακούει ένα παράξενο μπλουζ ν’ αναδύεται από τους βάλτους. Δεν είναι ήχος. Είναι όραμα. Το παιδί ονομάζεται Μάιλς Ντέιβις. Και κάπως έτσι ξεκινάει αυτή η ιστορία της ζωής του, προσαρμοσμένη σε λόγια του ίδιου του μεγάλου μουσικού από την αυτοβιογραφία του, άρθρα και συνεντεύξεις. Και κυρίως, στις ίδιες τις εικόνες που σχεδίαζε ο Μάιλς. Το άλμπουμ ξεκινά με τον πρόλογο του γιου του Μάιλς Ντέιβις, Έριν. Όταν ο πατέρας μου υπέστη εγκεφαλικό το 1982, παρέλυσε προσωρινά το δεξί του χέρι. Ο γιατρός τού συνέστησε να σκιτσάρει προκειμένου να αποκατασταθεί. Ο Μάιλς καταπιάστηκε μ’ αυτό και, μετά από ένα διάστημα, η ικανότητά του να εκφράζεται μέσα από τις ζωγραφιές του μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο. Προσηλώθηκε στο να σκιτσάρει με μολύβια, πένες και μαρκαδόρους και, με τον καιρό, γέμισε δεκάδες (ίσως εκατοντάδες) μπλοκ. Του άρεσε να ζωγραφίζει χορευτές, μουσικούς και άλογα – αλλά κυρίως χορεύτριες. Πιστεύω ότι η λεπταίσθητη δουλειά του με τα χρώματα έχει την προσωπική της ταυτότητα, που μιλάει στον θεατή όπως η τρομπέτα του και η μουσική του μιλάνε στον ακροατή. Συνέχισε κατόπιν να ζωγραφίζει με ακρυλικά σε μουσαμάδες ποικίλων μεγεθών, αλλά πιο πολύ του άρεσε να ζωγραφίζει σε γιγάντια ρολά μουσαμά χωρίς να τελαρώνει – μετά να τα κρεμάει στη σκάλα του δεύτερου πατώματος ώστε να τα βλέπει εκτεθειμένα από διαφορετικές γωνίες. Η ζωγραφική έγινε γι’ αυτόν τόσο σημαντική όσο και η μουσική, και άρχισε να πουλάει έργα του τόσο ιδιωτικά (στον Λάιονελ Ρίτσι, τον Κουίνσι Τζόουνς κ.ά.) όσο και σε ατομικές εκθέσεις σε αίθουσες τέχνης, αλλά και σε ομαδικές με άλλους μουσικούς όπως ο Τζον Μέλενκαμπ. Του άρεσε να επισκέπτεται τα ατελιέ άλλων καλλιτεχνών και να βλέπει τα έργα τους. Με πήρε μαζί του σε μερικές τέτοιες επισκέψεις ενόσω βρισκόμασταν για περιοδείες στην Ευρώπη, και πάντοτε με γοήτευε το πώς αλληλεπιδρούσε με τους καλλιτέχνες αυτούς – καθώς συζητούσε τη μείξη χρωμάτων και τις ποικίλες τεχνικές. Γνώρισα τον Ντέιβ Τσίσολμ από το γκράφικ νόβελ του “Chasin’ the Bird – Charlie Parker in California”. Δεν ήμουν βέβαιος πώς θα μπορούσαν να μεταφερθούν στον ΔΙΚΟ ΜΟΥ κόσμο των κόμικς και των γκράφικ νόβελ μορφές σαν τον Μπερντ και τον Μάιλς. Τέλος πάντων, δεν κράτησε για πολύ η αβεβαιότητά μου, μια και με κέρδισε με το παραπάνω το πώς προσέγγισε ο Ντέιβ την ιστορία του Μπερντ. Υπήρχε τέτοια ελευθερία σ’ αυτό το μέσο έκφρασης ώστε νιώσαμε (εμείς οι διαχειριστές της κληρονομιάς του Μάιλς) ότι η ιστορία του Μάιλς Ντέιβις μπορούσε να αποδοθεί μ’ έναν τέτοιο τρόπο από τον κύριο Τσίσολμ. Θα άρεσε πολύ στον Μάιλς να δει πώς είδε ο Ντέιβ το ταξίδι για την ανακάλυψη του προσωπικού του ήχου. Ξέρω καλά ότι θα είχε μεγάλη περιέργεια για το πώς αποδίδεται η ζωή του με τον μοναδικό τρόπο των γκράφικ νόβελ. Ο Ντέιβ, τόσο τρομπετίστας όσο και εικαστικός καλλιτέχνης, έδειξε μεγάλο ενθουσιασμό όταν βυθίστηκε στο μακρύ ταξίδι του Μάιλς. Από παιδί λάτρευα τα κόμικς. Τις ιστορίες, τα χρώματα, τη μυθοπλασία τους! Στον δρόμο για το σχολείο είχα πετύχει ένα κιόσκι που αντάλλασσε ένα κόμικ με μια συλλεκτική μεταλλική μάρκα λεωφορείου της Νέας Υόρκης. Εκείνο τον καιρό διάβαζα κυρίως Marvel και κάποια της DC, καλού κακού. Αργότερα, όταν πήγα στη Δυτική Ακτή για να μείνω με τον πατέρα μου στο ηλιόλουστο Μαλιμπού της Καλιφόρνια, ανακάλυψα τα γκράφικ νόβελ. Έτυχε ο πατέρας μου να έχει κάποια βιβλία του Τονίνο Λιμπερατόρε από τη σειρά RanXerox. Εντάξει, ήταν για γερά νεύρα (τουλάχιστον τότε, τη δεκαετία του 1980), αλλά ο Μάιλς δεν νοιαζόταν εν προκειμένω για το περιεχόμενο όσο για τις εντυπωσιακές εικόνες του Λιμπερατόρε. Φαντάσου τώρα έναν πιτσιρικά που έχει περιέργεια για τον Μάιλς ή που έχει ακουστά τον Μάιλς από κάπου, να ανακαλύπτει αυτό το νέο έργο του Ντέιβ Τσίσολμ… Να βλέπει την αναζήτηση του ήχου από τον Μάιλς όπως εικονογραφείται με όλα αυτά τα έντονα χρώματα και τις σκοτεινές σκιές. Και τι δεν θα ’χει να αποκομίσει! Έριν Ντέιβις, 2023 Η ιστορία του Mάιλς Ντέιβις Γεννημένος στο 1926 στο Ιλινόις, ο Mάιλς Ντιούι Ντέιβις III μεγάλωσε σε μια μεσοαστική οικογένεια. Από τις αρχές της εφηβείας του, η ενασχόλησή του με τη ζωντανή μουσική άρχισε να μεταμορφώνει το παιδί σε μύθο. Η είσοδός του στην μπίμποπ σκηνή της Νέας Υόρκης, όταν έγινε συνεργάτης του Τσάρλι Πάρκερ, ήταν το πρώτο του άλμα στη διαμόρφωση της τζαζ. Η καριέρα του υπήρξε τρικυμιώδης αλλά και γεμάτη φως (ίσως και όχι): από το «Birth of the Cool» και την κουλ τζαζ, στο κορυφαίο «Kind of Blue», ως την εκρηκτική fusion του «Bitches Brew». Ο Μάιλς Ντέιβις έζησε ακραία, καινοτόμα και σε αέναη αναζήτηση – και πέθανε το 1991, αφήνοντας πίσω του ήχους που κανείς ακόμη δεν έχει ερμηνεύσει πλήρως. Σαν σινεμά Ο Ντέιβ Τσίσολμ, μουσικός και εικονογράφος, είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για τη δουλειά. Ο ίδιος έχει διδακτορικό στην τζαζ τρομπέτα και έργα όπως το «Instrumental» και «Chasin’ the Bird» έχουν αποδείξει ότι ξέρει πώς να μεταφράζει τις νότες σε αφήγηση και πώς να κάνει έναν αυτοσχεδιασμό πλάνο σε καρέ. Η αφήγησή του στο «Mάιλς Ντέιβις» είναι μη γραμμική. Θυμίζει παρτιτούρες ή συνεχή ταξίδια στο παρελθόν μιλώντας για το τώρα, όπως σκέψεις του Μάιλς λίγο πριν πεθάνει. Η ιστορία ξετυλίγεται σαν συναυλία με ανάκατες στιγμές, ήχους, ιδέες και φαντασιώσεις. Από την κουλ τζαζ μέχρι τους αφρικανικούς πειραματισμούς και τον ηλεκτρικό ήχο της δεκαετίας του ’70, η ζωή του Μάιλς αποκτά το δικό της εικονογραφημένο σάουντρακ. Ορισμένες σελίδες λειτουργούν ως εικαστικές συνθέσεις – ένα κολάζ από μουσικά ρεύματα, εσωτερικά οράματα, ναρκωτικά, έρωτες και θυμό. Η τεχνική με μελάνι και υδατόχρωμα παραπέμπει άμεσα στο είδος του εξπρεσιονισμού, που ο ίδιος ο Μάιλς λάτρευε. Κι η εικονογράφηση είναι πραγματικά σαν μια ταινία τζαζ: κοφτερές σεκάνς, αφαιρετικά πάνελ με χρώματα που θυμίζουν εικονική εμπειρία LSD – ψυχεδέλεια, μπλε, μοβ και ηλεκτρικά κόκκινα εναλλάσσονται με το νουάρ της μπίμποπ περιόδου. Κάθε κεφάλαιο αλλάζει layout, σαν πέρασμα σε άλλη σκηνή σε κινηματογραφικό χρόνο ή σαν τοπία από τις ηχογραφήσεις του Ντέιβις. Ο Μάιλς Ντέιβις, όπως και ο Κολτρέιν, ο Μονκ, ο Μίνγκους, δεν ήθελε να «ανήκει» πουθενά. Ήθελε να σπάσει αυτό που υπήρχε, να βρει κάτι άλλο. Το έργο αυτό αποτελεί φόρο τιμής όχι μόνο σε έναν άνθρωπο, αλλά σε μια ολόκληρη αντίληψη για την τέχνη και την ελευθερία. Και το σχετικό link...
  14. Υπό άλλες συνθήκες, μπορεί να ήταν ένα ακόμη κόμικ που εκμεταλλεύεται τη δημοφιλία του μέσου – ή και την υποτιθέμενη ευχρηστία του – προκειμένου να αφηγηθεί ξανά μια λίγο-πολύ γνωστή ιστορία, με στόχο το ευρύ κοινό. Στην περίπτωση όμως του «Μάιλς Ντέιβις: Αναζητώντας τον ήχο» (εκδ. Οξύ, μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης), το όνομα του δημιουργού συνιστά διπλή εγγύηση: ο Ντέιβ Τσίζολμ έχει υπογράψει στο παρελθόν καλοδουλεμένα και επιτυχημένα γκράφικ νόβελ για τον Τσάρλι «Μπερντ» Πάρκερ και για τη δισκογραφική εταιρεία Blue Note. Δεν το έκανε ευκαιριακά: εκτός από εικονογράφος, ο Τσίζολμ είναι κάτοχος διδακτορικού στην τζαζ τρομπέτα: κάτι ξέρει από μουσική και για το πώς μπορεί κανείς να αφηγηθεί τη ζωή ενός σπουδαίου τζαζίστα μέσα από στατικές, άηχες εικόνες. Ένα στριπ από το «Μάιλς Ντέιβις: Αναζητώντας τον ήχο» (εκδ. Οξύ, μτφρ. Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης) του Ντέιβ Τσίζολμ. Η ίδια η ιστορία εξάλλου ξεκινάει από το 1982, όταν ο Μάιλς Ντέιβις (1926-1991) υπέστη εγκεφαλικό και ο γιατρός – αφού του απαγόρευσε αλκοόλ, τσιγάρο, ναρκωτικά, σεξ, αλλά και το φύσημα της τρομπέτας – του συνέστησε τη ζωγραφική, σαν συμπληρωματική μέθοδο αποκατάστασης του ημιπαράλυτου δεξιού χεριού του. Τον βλέπουμε να σκιτσάρει βαρυγκομώντας και να ανακαλεί μια μάλλον μεταφυσική αλλά σίγουρα διαμορφωτική εμπειρία που είχε ως μικρό παιδί μια νύχτα στο Αρκάνσας και η οποία τον έκανε να μαγευτεί από τη μουσική. Τα όσα ακολουθούν στο κόμικ αντλήθηκαν μεν από την αυτοβιογραφία του Ντέιβις («Μάιλς», εκδ. Σέλας) και από συνεντεύξεις του, ωστόσο, ειδικά για τους αμύητους, συνιστούν μια βουτιά στον πολύχρωμο (και ενίοτε σκοτεινό) βυθό του πολυσχιδούς έργου (και της ταραχώδους ζωής) ενός μεγάλου μουσικού του 20ου αιώνα. Υπάρχει εδώ η έλευση στη Νέα Υόρκη το 1944, με στόχο να παίξει μαζί με τους θρύλους Τσάρλι Πάρκερ και Ντίζι Γκιλέσπι, τους οποίους όμως άφησε πίσω του, καθώς το σκληρό μπίποπ ιδίωμά τους δεν ήταν όσο λεπταίσθητο ήθελε. Καταγράφεται η γνωριμία με τον περίφημο ενορχηστρωτή Γκιλ Έβανς, που είχε εκτιμήσει την προσήλωση του Ντέιβις στην «πιο σημαντική νότα κάθε συγχορδίας». Η κομβική εμφάνιση στο Φεστιβάλ του Νιούπορτ, οι αυτοσχεδιασμοί στο σάουντρακ του «Ασανσέρ για δολοφόνους» του Λουί Μαλ, η γνωριμία με τον σαξοφωνίστα Τζον Κολτρέιν και τον πιανίστα Μπιλ Έβανς, η συγκρότηση (και κατόπιν η διάλυση) των σχημάτων που θα κυκλοφορούσαν εμβληματικούς δίσκους όπως τα «Kind of Blue», «Sketches of Spain» και «Bitches Brew», οι φυλετικές διακρίσεις εις βάρος του Ντέιβις δεν λείπουν. Ούτε όμως και ο εθισμός του στην ηρωίνη (και έπειτα στην κοκαΐνη). Ούτε η ασταθής και ενίοτε σκληρή συμπεριφορά του προς τις συντρόφους και τα παιδιά του. Δικαιώνοντας πάντως τον τίτλο του, το «Μάιλς Ντέιβις: Αναζητώντας τον ήχο» (του οποίου τον πρόλογο υπογράφει ο γιος του μουσικού, Έριν Ντέιβις) αναφέρεται και στη διαμόρφωση του καλλιτεχνικού credo του τρομπετίστα. «Παίξτε σαν να έχετε μόλις ανακαλύψει την ίδια τη μουσική», λέει σε ένα καρέ, ενώ «προθερμαίνει» τους μουσικούς του «Bitches Brew». Σε μια πιο γνωστή ρήση του, παρατηρεί ότι «δεν είναι η νότα που παίζεις η λάθος νότα, είναι η νότα που παίζεις μετά που την κάνει σωστή ή λάθος». Και σε μια προσπάθεια να αποτυπώσει οπτικά τον ήχο του Ντέιβις και της τζαζ γενικά, ο δημιουργός του κόμικ, Ντέιβ Τσίζολμ, επιλέγει την εξής εικόνα: γεωμετρικά ή ακανόνιστα σχήματα, φωτεινά και παλλόμενα, που αναμειγνύονται ή κινούνται ελεύθερα, αλλά με αίσθηση και γούστο. Και το σχετικό link...
  15. Μια τρυφερή ματιά στα έργα και τις ημέρες του εμβληματικού ροκ σταρ που έγραψε χρυσή ιστορία με το συγκρότημα των Queen. Μερικές φορές πρέπει να βρίσκεις εναλλακτικούς τρόπους να ψυχαγωγείς το παιδί σου. Όταν ο γιος μου ήταν ενός έτους, θυμάμαι να τον καθίζω στο παιδικό του καρεκλάκι στην κουζίνα και να μαγειρεύω. Ο ήλιος δεν είχε καλά-καλά ανατείλει κι εγώ για να πολεμήσω τη νύστα μου, έψαχνα μουσικές. Όταν πια εξάντλησα το ρεπερτόριο της Λιλιπούπολης, στράφηκα στις παλιές μου αγάπες: κάπως έτσι έμαθε ο Νικόλας τους Queen. Δίπλα στον πάγκο της κουζίνας, κι ενώ έκοβα ευλαβικά και λίγο ψυχαναγκαστικά καρότα και κολοκύθια τα οποία θα πολτοποιούνταν εν συνεχεία, βουτήξαμε στη μουσική μιας από τις πιο επιδραστικές μπάντες στην ιστορία της ροκ. Στο κόμικ των Εκδόσεων Οξύ, που μόλις κυκλοφόρησε με τίτλο «Freddie Mercury, Σκιές στο φως», ο Φρέντι Μέρκιουρι ξαναζεί: μέσα από μία αφήγηση που διατρέχει τη ζωή του – από τη γέννησή του σε μια μεσαίας τάξης οικογένεια στη Ζανζιβάρη μέχρι την εκτίναξή του στη στρατόσφαιρα της μουσικής βιομηχανίας – παίρνουμε μία ιδέα για τον άνθρωπο πίσω από τον μύθο. Θέλοντας να γίνει θρύλος I ’ve fallen in love / I ’ve fallen in love for the first time / This time I know it ’s for real: Πάντοτε τούτος ο στίχος του τραγουδιού που αγαπήθηκε ως ο απόλυτος ύμνος της σεξουαλικής απελευθέρωσης, σε μια εποχή που λίγοι νέοι άνθρωποι μπορούσαν να είναι ανοιχτά γκέι, κινούσε κάτι μέσα μου. «Φυσικά είμαι εξωφρενικός, θηλυπρεπής, θεατρικός και επιδεικτικός, αλλά δεν επέλεξα εγώ αυτήν την εικόνα. Είμαι ο εαυτός μου», γράφουν δια στόματος Φρέντι οι συγγραφείς Τρε Ντιν και Καμίλα Ζανγκ. Αν κάποιος ψάχνει ιστορικά ορόσημα, πότε γεννήθηκε, πότε δημιουργήθηκαν οι Queen και πότε κυκλοφόρησε ο τάδε δίσκος, θα απογοητευτεί από το βιβλίο. Ο τρόπος που επέλεξαν οι συγγραφείς να δομήσουν τη ζωή του Μέρκιουρι δεν υπακούει σ’αυτούς τους καθαρά γραμμικούς κανόνες. Μια βαθιά υποκειμενική αφήγηση, σε απλή γλώσσα, λιγάκι απλουστευτική και παιδική, αλλά σεβόμενη αυτήν την τρομερά πληθωρική προσωπικότητα, που βυθίζεται σε μια αυτοανάλυση. Στόχος της, να μας ανοίξει μια μικρή τρύπα ώστε να παρατηρήσουμε έναν άνθρωπο που δεν ήθελε να γίνει απλά διάσημος: επιθυμούσε διακαώς να γίνει θρύλος, όπως είχε πει ο ίδιος. Στο κόμικ παρατηρούμε τις διαφορετικές μεταμορφώσεις του, και ίσως όχι τυχαία την εικονογράφηση έχουν αναλάβει δύο δημιουργοί, ο Τζέισον Αλμέιγερ και η Κόρτνι Μέναρντ, με αποτέλεσμα ο σταρ να απεικονίζεται με διαφορετικό ζωγραφικό στυλ μέσα στα κεφάλαια της ζωής του. Μαθαίνουμε για την τρυφερή σχέση με τη μόνη γυναίκα στη ζωή του, τη Μέρι Όστιν, η οποία του στάθηκε σε όλες τις φάσεις της διαμόρφωσης της ταυτότητας του. Κι έπειτα, οι έρωτες που προκύπτουν μετά το coming out του, η εμμονή του με το σεξ, η βαθιά μοναχικότητα του και οι εξάρσεις του, η γνωριμία του με τη Μονσερά Καμπαγιέ. Και επίσης, μια μάλλον παράξενη δημιουργική επιλογή: λείπει οποιαδήποτε αναφορά στο AIDS. Και το σχετικό link...
  16. Τα κόμικς αθλητικού περιεχομένου αποτελούσαν κάποτε μια ευρεία κατηγορία της ένατης τέχνης. Συνήθως δημοσιεύονταν σε εβδομαδιαία περιοδικά και φρόντιζαν να κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον των πιτσιρικάδων ώστε να τρέχουν κάθε εβδομάδα στα περίπτερα για να μη χάσουν τη συνέχεια. Σταδιακά όμως έχασαν την αίγλη τους, στο πλαίσιο της γενικότερης πτώσης των πωλήσεων των αμιγώς παιδικών κόμικς, πιθανώς λόγω των ολοένα και μεγαλύτερων δυνατοτήτων των παιδιών να μαθαίνουν σε πραγματικό χρόνο λεπτομέρειες από τη ζωή των αληθινών σταρ του αθλητισμού και να παρακολουθούν μέσω τηλεόρασης και διαδικτύου ποικίλα αθλητικά γεγονότα. Από την άλλη, ακολουθώντας αντίθετη πορεία, τα κόμικς για ενήλικο κοινό από τη δεκαετία του ’80 και μετά γνώρισαν τεράστια άνθηση και ίσως τα πιο δημοφιλή από τα υποείδη τους είναι αυτά της βιογραφίας, της δημοσιογραφίας, του ντοκουμέντου και της μαρτυρίας. Συνδυάζοντας τέτοια χαρακτηριστικά μαζί με το αθλητικό περιεχόμενο, το «Michael Jordan – Ο Ιπτάμενος Ταύρος» σε σενάριο και σχέδια του Γουίλφρεντ Σαντιάγκο (εκδ. Οξύ, μετάφραση: Κωνσταντίνος Μελάγιες) είναι μια εξαιρετική προσπάθεια περιγραφής των σημαντικότερων σταθμών της ζωής του μεγαλύτερου σταρ που έβγαλε ποτέ το παγκόσμιο μπάσκετ. Κι όταν λέμε «της ζωής» το εννοούμε κυριολεκτικά, καθώς ακόμα και οι αθλητές τέτοιου επιπέδου των οποίων κάθε πράξη είναι μελετημένη από επιτελεία συμβούλων και κάθε κίνηση παρακολουθείται διαρκώς, έχουν προσωπική ζωή που, ορισμένες φορές, μόνο εύκολη δεν είναι. Και αυτό είναι που ξεχωρίζει την απόπειρα του Σαντιάγκο: η προσπάθειά του να ρίξει φως σε άγνωστες πτυχές της ζωής του Μάικλ Τζόρνταν, οι οποίες ωστόσο έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην καριέρα του. Γιατί εκτός από την ηγετική του παρουσία στους Σικάγο Μπουλς, τα διαδοχικά δαχτυλίδια του και τα βραβεία του MVP, η ζωή του μόνο ανέφελη δεν ήταν. Απέκτησε αμύθητα πλούτη και μεγάλη δόξα, αλλά οι οικογενειακές του περιπέτειες ήταν μεγάλες, οι φήμες για τον ταραχώδη γάμο του και τους εθισμούς του οργίαζαν. Ο χαρακτήρας του ήταν εκρηκτικός παρά την εικόνα του αφοσιωμένου επαγγελματία. Κι όλα αυτά αποδίδονται ιδανικά σε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο που επιχειρεί να ερμηνεύσει και να καλύψει σφαιρικά τη ζωή ενός σπουδαίου αθλητή μέσα κι έξω από τα γήπεδα. Και το σχετικό link...
  17. Δεν είναι λίγα τα άτομα που ισχυρίζονται πως ο Superman στερείται δραματουργικού ενδιαφέροντος. Πώς να ενδιαφερθείς, αναρωτιούνται, για έναν χαρακτήρα που είναι αφοπλιστικά ευγενικός και ασυνήθιστα δυνατός; Πώς να ταυτιστείς με ένα ον που κάνει τα πάντα σωστά και γνωρίζει ποια είναι η σωστή απάντηση σε κάθε πρόβλημα; Η επιχειρηματολογία τους δεν είναι άστοχη∙ εξάλλου, η ίδια η ιστορία έχει αποδείξει πως οι πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες δοκιμάζονται από τα έντονα πάθη και τις αδυναμίες τους, απαραίτητα συστατικά για τον εξανθρωπισμό τους. Ευτυχώς, ο Tom King (The Human Target) το γνωρίζει πολύ καλά αυτό και γι’ αυτό στο Superman: Up in the Sky, φέρνει τον αγαπημένο υπερηρώα αντιμέτωπο με ένα δίλημμα που δεν μπορεί να απαντηθεί εύκολα: είτε θα ταξιδέψει στην άκρη του διαστήματος, προκειμένου να εντοπίσει ένα κοριτσάκι που έχει απαχθεί από εξωγήινους, είτε θα μείνει στη Γη για να προστατέψει τα αγαπημένα του πρόσωπα από τους νέους κινδύνους που αναδύονται. H ιστορία του Superman: Up in the Sky ξεδιπλώνεται μέσα μόλις έξι τεύχη, ωστόσο η αφαιρετική αφήγηση του King καταφέρνει να αποδώσει στο μέγιστο βαθμό το ψυχογράφημα που επιχειρείται, δίνοντας έμφαση περισσότερο στις συναισθηματικές καταπτώσεις του υπεράνθρωπου πρωταγωνιστή της, παρά σε μια ορθολογική επίλυση του μυστηρίου της εξαφάνισης. Έτσι, στα περισσότερα τεύχη, ο Superman δοκιμάζεται σε πολλάπλά επίπεδα: σωματικά, λαμβάνοντας μέρος σε έναν αγώνα μποξ, ψυχολογικά με τη σκέψη του να ταξιδεύει συχνά στη Γη λόγω της αγωνίας του για την ασφάλεια της Λόις, αλλά και ηθικά, όταν καλείται να καταπατήσει τον σημαντικότερο όρκο του. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο King δεν μας υπενθυμίζει μονάχα την ικανότητα του να αφηγείται συναρπαστικές ιστορίες σε ελάχιστες σελίδες, αλλά και όλα εκείνα τα χαρακτηριστά που προκαλούν θαυμασμό για την προσωπικότητα του Superman. Η εσωτερική αφήγηση του King βρίσκει το κατάλληλο ταίρι στην πένα του Andy Kubert, ο οποίος καταφέρνει να αποδώσει οπτικά όλα όσα εκφράζει ο Superman. Άλλοτε δυναμικός, άλλοτε καταπονημένος σωματικά, αλλά πάντοτε έτοιμος να κάνει ο, τι καλύτερο μπορεί, ο Superman του Kubert συνδυάζει την επική αίσθηση με την ελπίδα και την ανθρώπινη ευαισθησία, πατώντας με το ένα πόδι στην ανθρώπινη κλίμακα και με το άλλο στον κόσμο των Ιδεών και των Συμβόλων. Δυστυχώς, όμως, η αρχή και το φινάλε της ιστορίας αμαυρώνουν την αξιόλογη και τολμηρή προσπάθεια του King. Το πρώτο τεύχος, εκείνο δηλαδή στο οποίο ο Superman καλείται να αποφασίσει αν θα ψάξει ή όχι το κοριτσάκι, φλερτάρει με τον μελοδραματισμό για να παραδοθεί αμαχητί στον εκβιασμό του συναισθήματος. Και αν η συνέχεια της ιστορίας βοηθάει να διαγραφεί από τη μνήμη η δύσκολη αρχή, το φινάλε της και η μια ευκολία μετά την άλλη στις οποίες καταφεύγει ο King αμαυρώνουν τούτη την τόσο ενδιαφέρουσα προσπάθεια. Ξαφνικά, η δύναμη του Superman μπορεί να κάνει χίλια κομμάτια με μια απλή κίνηση ακόμα και το πιο ισχυρό μέταλλο του γαλαξία, ενώ δύσκολες αποφάσεις που είχε πάρει στο αμέσως προηγούμενο τεύχος, ακυρώνονται. Το χειρότερο απ’ όλα δε, είναι πως όλως τυχαίως το ταξίδι του Superman στην άκρη του γαλαξία αποδείχθηκε σωτήριο για τη μοίρα της Γης, ακυρώνοντας με το χειρότερο δυνατό τρόπο το δίλημμα πάνω στο οποίο είχε οικοδομηθεί ολόκληρη η ιστορία, άρα και τη συναισθηματική πάλη του Superman που αποτέλεσε και το πιο γοητευτικό στοιχείο της. Στο μεγαλύτερο μέρος του, το Superman: Up in the Sky είναι μια συναρπαστική ιστορία επικών διαστάσεων που καταφέρνει να ισορροπήσει ιδανικά τα σημαντικότερα γνωρίσματα του χαρακτήρα, διεκδικώντας μια θέση ανάμεσα στις πιο εμβληματικές του ιστορίες. Δυστυχώς όμως, η παραφωνία του φινάλε τού στερεί τη δυνατότητα να αναγνωρισθεί και ως το σπουδαίο κόμικ που θα μπορούσε να είναι. Το Superman: Up in the Sky (ελληνικός τίτλος, Superman: Ψηλά στον Ουρανό) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οξύ. Πηγή: https://thedirectorscut.gr/superman-up-in-the-sky/
  18. Στο μακρινό μέλλον, η Γη έχει μετατραπεί σε έναν ερειπωμένο πλανήτη εξαιτίας της χρήσης πυρηνικών όπλων. Μικρές κοινότητες ανθρώπων περιπλανιούνται από το ένα σημείο στο άλλο, δίχως ιδιαίτερη προοπτική και με φρικιαστικά τέρατα να απειλούν την ίδια τους την ύπαρξη. Μέσα σε αυτό το αφιλόξενο περιβάλλον ξυπνάει και η Diana, η οποία βρισκόταν όλα αυτά τα χρόνια σε ένα μηχάνημα κρυογονικής. Με μια παρέα παιδιών, δίχως ανάμνηση των γεγονότων που οδήγησαν στην παγκόσμια καταστροφή και με τους παλιούς συμμάχους της να έχουν φύγει βάναυσα από τη ζωή, η Diana θα ξεκινήσει μια οδύσσεια προκειμένου να βρει απαντήσεις για τις αιτίες της καταστροφής, αλλά και για τον λόγο που δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στην αποστολή της, να προστατέψει δηλαδή την ανθρωπότητα από τον ίδιο της τον εαυτό. Το Wonder Woman: Dead Earth είναι σεναριακό και σχεδιαστικό τέκνο του προσφάτως βραβευμένου με Eisner για τα Transformers (!!) Daniel Warren Johnson (Do A Powerbomb!) με την σφραγίδα του να είναι διάχυτη σε κάθε πάνελ και κάθε σελίδα. Αγαπημένα του στοιχεία, όπως ο μεταποκαλυπτικός κόσμος και τα γιγαντιαία πλάσματα αποτελούν το ιδανικό σκηνικό πάνω στο οποίο χτίζει μια ιστορία που οι εντυπωσιακές μονομαχίες έχουν για ακόμη μια φορά πρωταγωνιστικό ρόλο. Ταιριαστή στο ύφος της ιστορίας, δίχως να καινομοτεί σε σχέση με την αισθητική ταυτότητα των προηγούμενων δουλειών του και με εντυπωσιακά δισέλιδα που κόβουν την ανάσα, η τραχιά και γεμάτη ένταση σχεδιαστική του προσέγγιση απομακρύνεται από την καλογυαλισμένη ματιά του μέσου υπερηρωικού κόμικ για να βουτήξει με μανία και ωμότητα στη βρωμιά, τον ιδρώτα και το φρέσκο αίμα που σκεπάζει τον ερειπωμένο πλέον πλανήτη. Και αν ο οπτικός μαξιμαλισμός του Johnson φλερτάρει με το χάος και τον βομβαρδισμό οπτικών πληροφοριών, είναι ο προσεγμένος χρωματισμός του Mike Spicer που διατηρεί την τάξη. Μουντές αποχρώσεις, αλλά με τις σωστές αντιθέσεις μεταξύ των στοιχείων, διευκολύνουν την κατανόηση ενός σχεδίου που εύκολα θα μπορούσε να κατρακυλήσει προς πιο δυσνόητα μονοπάτια. Ευτυχώς, η εκδοχή ακραίας βαρβαρότητας που οραματίζεται ο Johnson δεν εξυπηρετεί μόνο τις προσωπικές εμμονές του δημιουργού, αφού είναι ένα μοτίβο που επανέρχεται συχνά στη βιβλιογραφία του, αλλά αναδεικνύει και τις αρετές της πρωταγωνίστριας του κόμικ. Μέσα σε ένα περιβάλλον που ευνοεί την εκμετάλλευση, τον εξευτελισμό και την κακοποίηση, η Wonder Woman έρχεται να προτάξει ένα διαφορετικό σύστημα αξιών που δίνει έμφαση στην αλληλεγγύη, την κατανόηση και γιατί όχι, ακόμη και τη συγχώρεση. Εξαιρώντας κάποιες σεναριακές επιλογές που επιλύουν με παραπανίσια ευκολία συγκρούσεις που θα μπορούσαν να αποτυπωθούν πιο λεπτομερώς, αλλά και την βιαστική μεταστροφή χαρακτήρων που κουβαλούν παγιωμένες αντιλήψεις αιώνων, το πάντρεμα αποδεικνύεται πετυχημένο. Ο Johnson δεν παραδίδει μονάχα μία ανελέητα βίαιη σπουδή στους κινδύνους της ανεξέλεγκτης δύναμης, αλλά και μια ιστορία που μπορεί να λειτουργήσει ως ιδανική αφετηρία για την εξερεύνηση των περιπετειών της εμβληματικής Wonder Woman. Αναζητώντας μια μικρή χαραμάδα ελπίδας σε έναν κόσμο που έχει βυθιστεί για αιώνες στην απελπισία, ο Daniel Warren Johnson εξασφαλίζει πως το Wonder Woman: Dead Earth θα αγαπηθεί εξίσου από τους πιστούς ακολούθους του, όσο και από τα άτομα που αναζητούν μια ιστορία που να γιορτάζει όλες τις αρετές της θρυλικής Αμαζόνας. Το κόμικ Wonder Woman: Dead Earth (Wonder Woman: Νεκρή Γη) κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Οξύ σε μετάφραση Σάββα Αργυρού. Πηγή: https://thedirectorscut.gr/wonder-woman-dead-earth/
  19. Το αριστούργημα της Μαργιάν Σατραπί που δείχνει τη βία του θεοκρατικού ιρανικού καθεστώτος ενάντια στις γυναίκες και στην ελευθερία του λόγου κυκλοφορεί ξανά στα ελληνικά, από τις Εκδόσεις Οξύ. Η ηρωική κίνηση της φοιτήτριας που έμεινε με τα εσώρουχα σε πανεπιστήμιο της Τεχεράνης, προκειμένου να διαμαρτυρηθεί για την καταπίεση των γυναικών στο Ιράν, μας φέρνει στον νου το συγκλονιστικό κόμικς της Ιρανής Μαργιάν Σατραπί, το οποίο κυκλοφόρησε ξανά στα ελληνικά. Το αυτοβιογραφικό graphic novel της Ιρανής illustrator που μεγάλωσε στην Τεχεράνη και διέφυγε τη δεκαετία του '80 στην Ολλανδία, και στη συνέχεια στη Γαλλία, για να ζήσει ως ελεύθερη γυναίκα μακριά από την ισλαμική θεοκρατία που κυριαρχεί πλέον στην πατρίδα της, καταγράφει λεπτομερώς όσα συνέβησαν στα τέλη της δεκαετίας του '70, μετά την πτώση της ιρανικής μοναρχίας και της δυναστείας Παχλαβί (1925-79) και την εγκαθίδρυση ενός αρτηριοσκληρωτικού ισλαμικού καθεστώς που καταδίκασε τις γυναίκες σε μια ζωή κρυμμένη κάτω από τη χιτζάμπ, με όλα όσα σημαίνει αυτό για τη στέρηση των ατομικών τους ελευθεριών. Σκίτσο της Μαργιάν Σατραπί από το graphic novel Persepolis Η Μαργιάν Σατραπί ήταν στην ηλικία του κοριτσιού με τα εσώρουχα όταν ξέφυγε από τις δαγκάνες του ισλαμικού απολυταρχισμού. Μεγαλώνοντας ως μικρό κοριτσάκι στο κοσμικό κράτος του Σάχη, είδε τη ζωή της, τη ζωή της μητέρας, των συγγενών και των φίλων της να καταλύεται διά της βίας από την Ιρανική Επανάσταση του αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί. Από τη μια μέρα στην άλλη οι Ιρανές που ζούσαν όπως οι γυναίκες της Δύσης πέρασαν από τις μίνι φούστες, τα σορτς, τα μπικίνι και τα παντελόνια, στις μπούργκες και στα χιτζάμπ, άρχισαν να διώκονται από επιτροπές αστυνόμευσης συντηρητικών φανατικών Ιρανών, να κακοποιούνται δημοσίως για παραδειγματισμό, να συλλαμβάνονται, να κουρεύονται για να ατιμαστούν ή να υφίστανται κοινωνικό διασυρμό και αποκλεισμό. Όποια δεν υπάκουε τους νέους θεοκρατικούς νόμους λιντσαριζόταν ή οδηγούνταν στη φυλακή. Καθώς ο δυτικός κόσμος παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τις εξελίξεις για την τύχη της τολμηρής νεαρής γυναίκας μετά τη σύλληψή της από τις ιρανικές αρχές καταστολής, οι οποίες τη βαφτίζουν ανισόρροπη και ψυχικά διαταραγμένη, η υπόθεση αυτή ξυπνά τις πιο άγριες μνήμες και φέρνει ξανά στην επικαιρότητα τις συζητήσεις για τη δεινή θέση της γυναίκας στη θεοκρατική κοινωνία του Ιράν. Πώς το κοσμικό κράτος έγινε θεοκρατία Ο εκδυτικισμός του Ιράν από τον Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί, που βασίλευε από το 1941 έως το 1979, είχε οδηγήσει μεν σε μια κοσμική εποχή την Τεχεράνη, όμως η επαρχία στην οποία έναν κουμάντο οι αγιατολάδες έβραζε από αγανάκτηση. Ο λαός, επηρεασμένος από τον θρησκευτικό συντηρητισμό, τον ισλαμικό φανατισμό και τις παραδόσεις, παρακολουθούσε με αποτροπιασμό και φρίκη τη γυναίκα του Σάχη να διοργανώνει πάρτι, δεξιώσεις και κοσμικές κοινωνικές εκδηλώσεις, με καλεσμένες διεθνείς προσωπικότητες του jet-set, οι οποίες πόζαραν με τα μπικίνι τους στις πισίνες του παλατιού σαν να βρίσκονταν στη Γαλλική Ριβιέρα. Από τη μια μέρα στην άλλη η κοσμική ζωή στο Ιράν έγινε εφιάλτης και δυστοπία Στα τέλη της δεκαετίας του '70 μεγάλα τμήματα του ιρανικού πληθυσμού άρχισαν να απαξιώνουν τον Σάχη ως αχυράνθρωπο των Αμερικανών και μέσα από ένα τεράστιο κύμα απεργιών, διαδηλώσεων και αναταραχών, τον έριξαν από το θρόνο του. Την 1η Φεβρουαρίου του 1979, εκμεταλλευόμενος τη λαϊκή οργή για τις οικονομικές συναλλαγές του Παχλαβί με αμερικανικά συμφέροντα, επέστρεψε στην Τεχεράνη μετά από μακρόχρονη εξορία ο Αγιατολάχ Χομεϊνί και ύστερα από δημοψήφισμα ανέλαβε τα ηνία της χώρας. Μέσα σε μια νύχτα ολόκληρο το Ιράν καλύφθηκε από ένα κατάμαυρο τσαντόρ. Η θεοκρατική κυβέρνηση του Χομεϊνί από την πρώτη μέρα έδειξε το αληθινό πρόσωπο της επανάστασης. Οι φανατικοί ισλαμιστές βγήκαν σαν τάγματα ασφαλείας στον δρόμο και δίωκαν γυναίκες επειδή δεν φορούσαν μπούργκα, οδηγούσαν στα κρατητήρια ως εχθρούς του Ισλάμ ακόμα και τους απείθαρχους απεργούς που τους είχαν βοηθήσει να πάρουν την εξουσία, εκτελούσαν εν ψυχρώ οποιονδήποτε είχε συνεργαστεί με το καθεστώς του Σάχη, έκλεισαν σχολεία και πανεπιστημιακά ιδρύματα, ποινικοποίησαν το αλκοόλ και δεν δίσταζαν ακόμα και να πετάξουν από το μπαλκόνι φοιτητές που συνελήφθησαν να κάνουν κρυφά πάρτι στο σπίτι τους. Την ίδια στιγμή, οι φανατικοί αγιατολάδες και οι ιμάμηδες στα διάφορα τεμένη του κράτους προσηλύτιζαν διαρκώς νέα μέλη, ζητώντας τους να καταδώσουν στο όνομα του Αλλάχ ακόμα και τον πατέρα, τη μάνα ή τα ίδια τους τα παιδιά αν δεν υπάκουαν με το καθεστώς του Χομεϊνί. Ένα αριστούργημα για τα δικαιώματα των γυναικών Το χρώμα απουσιάζει πλήρως από τον δυστοπικό κόσμο που παρουσιάζει τόσο ρεαλιστικά και εύστοχα η Μαργιάν Σατραπί στο Persepolis. Όχι τυχαία, σε όλο το εικονογραφημένο βιβλίο τα σκίτσα είναι φτιαγμένα συμβολικά με μαύρο πηχτό μελάνι, όπως μαύρη έγινε η ζωή των ελεύθερων γυναικών μέσα σε μια νύχτα. Η επόμενη μέρα που ξημέρωσε από την Ιρανική Επανάσταση ήταν μια κάθοδος στην κόλαση της ανελευθερίας, της έμφυλης και μη βίας και μιας καταπίεσης δικτατορικού τύπου που μετέτρεπε σε υπόδουλο σύσσωμο τον γυναικείο πληθυσμό του Ιράν. Το Persepolis κυκλοφόρησε ξανά στα ελληνικά αυτό το φθινόπωρο από τις Εκδόσεις Οξύ Σκίτσο-σκίτσο, σελίδα-σελίδα, η Μαργιάν Σατραπί καταγράφει τα γεγονότα μιας ολόκληρης εποχής με τρόπο ανατριχιαστικό: Η άνοδος του Χομεϊνί στην εξουσία, η εισβολή των εξτρεμιστών φοιτητών στην αμερικανική πρεσβεία του Ιράν και η απαγωγή 52 Αμερικανών πολιτών για ενάμιση χρόνο, ο πόλεμος με το Ιράκ, οι άγριες διώξεις όσων αρνούνταν να αποδεχθούν τον φανατισμό του νέου καθεστώτος και, φυσικά, την απόλυτη καταπάτηση κάθε ανθρώπινου δικαιώματος στο όνομα της επανάστασης... Στις σελίδες του κόμικς παρακολουθούμε την ιστορία του Ιράν μέσα από τα μάτια ενός κοριτσιού που αφήνει την παιδική του αθωότητα και μπαίνει βίαια στην εφηβεία. Παράλληλα όμως με την αγριότητα, απολαμβάνουμε μέσα από σκίτσα με πολλή τρυφερότητα και χιούμορ τις σκέψεις ενός παιδιού που προσπαθεί να βρει τη θέση, τον ρόλο και την ταυτότητά του μέσα στο χάος. Πώς ένα κορίτσι που λατρεύει τους Iron Maiden και τους Bee Gees, φοράει μπουφάν με κονκάρδα του Μάικλ Τζάκσον πάνω από τη μαντίλα και αγοράζει κασέτες της Κιμ Γουάιλντ στη μαύρη αγορά, βιώνει την απόλυτη βία ενός καθεστώτος που μαχαιρώνει αδίστακτα οποιονδήποτε δεν θέλει να ζήσει κάτω από την μπότα της θεοκρατίας; Το θρυλικό αυτό κόμικς που έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 20 γλώσσες και έχει κυκλοφορήσει σε όλο τον κόσμο, αποσπώντας δεκάδες διακρίσεις και βραβεία, ενώ το 2007 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο -κερδίζοντας Βραβείο Σεζάρ και μπαίνοντας στις υποψηφιότητες για Όσκαρ-, κυκλοφορεί ξανά στα ελληνικά, από τις Εκδόσεις Οξύ. Πηγή: https://www.iefimerida.gr/politismos/persopolis-graphic-novel-katapiesi-gynaikon-iran
  20. Εκατό χρόνια μετά, ένα γκράφικ νόβελ ζωντανεύει τον παράξενο και ονειρικό κόσμο του. Ο Φραντς Κάφκα πεθαίνει στις 3 Ιουνίου 1924, στο σανατόριο Κέρλινγκ κοντά στη Βιέννη. Το τελευταίο διάστημα η φυματίωση του λάρυγγα δεν του επέτρεπε να φάει, να πιει ή να μιλήσει. Επικοινωνεί με την οικογένειά του με επιστολές που γράφει μαζί με την Ντόρα Ντιαμάντ. Τι ξέρουμε για τον Φραντς Κάφκα, εκατό χρόνια μετά τον πρόωρο θάνατό του; Στο γκράφικ νόβελ με τίτλο «Φραντς Κάφκα: Άνθρωπος χωρίς εποχή», που κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Οξύ (μτφρ. Lucie Kuligová), οι Radek Malý (κείμενο) και Renáta Fučíková (εικονογράφηση) δίνουν μια πρώτη απάντηση με τηλεγραφική συντομία: «1. Ήταν ένας συγγραφέας εβραϊκής καταγωγής. Γεννήθηκε στην Πράγα και έγραφε στα γερμανικά. »2. Έγραψε ένα διήγημα στο οποίο ο πρωταγωνιστής ξυπνάει ένα πρωί ως έντομο. Και παραμένει έτσι. »3. Είχε προβλήματα με τον πατέρα του, με τη εργασία του και με τις γυναίκες. Κρίνοντας από αυτά που έγραφε και τον τρόπο που τα έγραφε, αυτά τα τρία δεν ήταν τα μοναδικά του προβλήματα…». Ο συγγραφέας Φραντς Κάφκα «γεννήθηκε» τη νύχτα της 22ας προς την 23η Σεπτεμβρίου 1912, όταν έγραψε το διήγημα «Η κρίση».«Από τις 10 το βράδυ έως τις 6 το πρωί, δίχως ανάσα», σημειώνει ο ίδιος στο ημερολόγιό του. Επειδή μάλλον ούτε τους ίδιους τους δημιουργούς καλύπτει η απάντηση, προσθέτουν: «Ο Κάφκα είχε, απλούστατα, πρόβλημα με τον κόσμο. Και ο κόσμος εξακολουθεί να έχει πρόβλημα με τον Κάφκα». Τα προβλήματα με τον αλλόκοτο αυτόν συγγραφέα παραμένουν. «Δεν κατανοούμε τα πάντα στα μυθιστορήματα και τα διηγήματα του Κάφκα αλλά φαίνεται ότι ακριβώς δεν προορίζονται όλα για να γίνουν κατανοητά». Ίσως μια αιτία να είναι η κληρονομιά που άφησε φεύγοντας, δηλαδή οι αφηγήσεις του. Από αυτές έχει προκύψει π.χ., το περίφημο «καφκικό σύνδρομο». Τι είναι αυτό όμως; Κάτι σαν το οιδιπόδειο στην ψυχιατρική; Λογοτεχνική σχολή; Η αίσθηση ότι κάθε πραγματικότητα είναι κινούμενη άμμος; Έναν αιώνα μετά, μέσα στην παραζάλη των «σόσιαλ» και των «φέικ νιουζ», μέσα στις ψηφιακές εικονικές ζωές, ο Κάφκα είναι ακόμη πιο επίκαιρος; Εκ φύσεως ντροπαλός, ο Φραντς Κάφκα δυσκολευόταν να αναπτύξει σχέσεις με τα κορίτσια, που ενώ προορίζονταν για υποψήφιες νοικοκυρές, σύζυγοι και μητέρες, λόγω του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου μεταλλάχθηκαν σε δυναμικές γυναίκες με αυτοπεποίθηση. Καφκικό σύνδρομο, με σημερινούς όρους, θα μπορούσαμε – ίσως – να πούμε ότι είναι η κρίση πανικού. Ο ίδιος ο Κάφκα πάντως ήταν ψύχραιμος. Μονάχα μια φορά ο φίλος του Μαξ Μπροντ τον είδε να κλαίει. Ψύχραιμοι είναι και οι λογοτεχνικοί του χαρακτήρες: αυτοί που ο πατέρας τους τους καταδικάζουν σε θάνατο διά πνιγμού (και σπεύδουν να εκτελέσουν την πατρική εντολή)· αυτοί που ξυπνούν στο κρεβάτι τους μεταμορφωμένοι σε έντομο (το μόνο τους άγχος είναι πώς θα πάνε τώρα στη δουλειά και τι θα πούνε οι γονείς τους)· αυτοί που τους διακόπτουν συνεχώς πάνω στην κορύφωση της ερωτικής επαφής (ίσως επειδή συμβαίνει πάντοτε την πλέον ακατάλληλη στιγμή και σε δημόσιους χώρους)· αυτοί που δένονται επάνω σε μια θηριώδη μηχανή βασανισμού (Άουσβιτς πριν από το Άουσβιτς;)· αυτοί που αφήνονται να τους «σφάξουν σαν το σκυλί» έπειτα από μια δίκη που συμβαίνει παντού και πουθενά, αφού μια δίκη είναι ολόκληρη η ζωή τους (μας). Πώς να τον αντέξεις αυτό τον τύπο, στ’ αλήθεια τώρα. Γράφουν οι συγγραφείς του «Άνθρωπος χωρίς εποχή» ότι το στερεότυπο που θέλει τον Κάφκα μονόχνωτο και καταθλιπτικό δεν ισχύει: γυμναζόταν, τον ενδιέφερε η τεχνολογία, ταξίδευε, φρόντιζε την υγεία του. Από την άλλη, «ο Φραντς ήταν ένας ντροπαλός και χωρίς μεγάλη αυτοπεποίθηση άντρας, επομένως η σχέση του με τις γυναίκες ήταν αρκετά περίπλοκη. Αυτό όμως δεν είναι παράξενο, δεδομένου ότι έζησε σε μια εποχή που δεν ήταν εύκολο να αναπτύξει κανείς μια κανονική επαφή με τα κορίτσια. Η κοινωνία ακόμη προσδοκούσε από τις γυναίκες πρωτίστως να εκπληρώνουν τον ρόλο της νοικοκυράς, η οποία είναι στήριγμα για τον σύζυγό της και καλή μητέρα για τα παιδιά της. Ωστόσο, ακόμα και αυτό άλλαζε υπό την επίδραση του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και οι μοιραίες γυναίκες του Κάφκα δεν ήταν σε καμία περίπτωση αφελή κοριτσάκια». Η τελευταία γυναίκα που ερωτεύτηκε ο Κάφκα ήταν η πιο ατίθαση και απελευθερωμένη: η Ντόρα Ντιαμάντ. «Η σχέση τους ήταν εξαρχής παθιασμένη και πιθανότατα μόνο μαζί της ο Κάφκα γνώρισε την έννοια της πραγματικά ολοκληρωμένης σχέσης. Εκείνη ήταν η αιτία που εγκατέλειψε την Πράγα και μετακόμισε στο Βερολίνο όπου έζησαν ευτυχισμένοι, αν και πολύ λιτά. Σχεδίαζαν να μετακομίσουν στην Παλαιστίνη και εκεί να ανοίξουν μαζί ένα εστιατόριο − εκείνη θα μαγείρευε και αυτός θα σερβίριζε. Ωστόσο αυτό δεν ήταν γραφτό να συμβεί: Η Ντόρα συνόδευσε τον Φραντς σε όλες τις ιατρικές του εξετάσεις και θεραπείες και στην αγκαλιά της πέθανε στις 3 Ιουνίου του 1924». Αργότερα η Ντόρα θα γράψει: «Μια μέρα με τον Φραντς ξεπερνά όλα όσα έγραψε ποτέ». «Ολόκληρη η πόλη καταγινόταν με τον καλλιτέχνη της πείνας. Όλοι επιθυμούσαν, τουλάχιστον μία φορά τη μέρα, να δουν τον καλλιτέχνη. Ακόμα και κατά τη διάρκεια της νύχτας…». «Ο καλλιτέχνης της πείνας», 1922. Οι επιστολές της χαμένης κούκλας «Ευτυχώς μου δόθηκε η ευκαιρία να εικονογραφήσω το βιβλίο για τον Φραντς Κάφκα σε ώριμη πλέον ηλικία, κάτι που μου επέτρεψε να χρησιμοποιήσω όλα τα ένστικτα και τη διαίσθησή μου», μας είπε σε γραπτό μήνυμα έπειτα από σχετικό ερώτημα που της αποστείλαμε η Ρενάτα Φουτσίκοβα, εικονογράφος του γκράφικ νόβελ. Και συνεχίζει: «Αφέθηκα να με καθοδηγήσουν τα κείμενα και η σύλληψη του Ράντεκ Μάλι, ενώ παράλληλα αξιοποίησα την ερευνητική μου εμπειρία από τη συγγραφή μη μυθοπλαστικής λογοτεχνίας. Αλλά το κυριότερο: Στηρίχθηκα στο γεγονός ότι ζω στην πόλη του Κάφκα, και μάλιστα στην ίδια συνοικία όπου έμενε κι εκείνος. Αν ζούσα εκατό χρόνια νωρίτερα, σίγουρα θα συναντιόμασταν». Το διάστημα 1909-1911, ο Φραντς Κάφκα πραγματοποίησε μαζί με τον Μαξ Μπροντ πολλά περιηγητικά ταξίδια σε Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία και Ελβετία. Μάλιστα, κρατούσαν ημερολόγια για να συγκρίνουν τις παρατηρήσεις τους. Ανάλογα, ο συγγραφέας Ράντεκ Μάλι τόνισε: «Ο Φραντς Κάφκα είναι ένα τόσο αδιαμφισβήτητο φαινόμενο της παγκόσμιας λογοτεχνίας που είναι σχεδόν αδύνατο να τον αποφύγει κανείς – ιδιαίτερα όταν ο συγγραφέας ζει στην ίδια πόλη με αυτόν. Τα στοιχεία του τρόμου στα έργα του τα αντιλαμβάνομαι πάντα ως ισορροπημένα με μια ασυνήθιστη αίσθηση του χιούμορ, μια ειρωνεία που δεν είναι πάντοτε εμφανής με την πρώτη ματιά. Ίσως είναι κάτι κεντροευρωπαϊκό, που όμως προφανώς αντηχεί έντονα και σε άλλες κουλτούρες». Ο Κάφκα διαγνώστηκε με φυματίωση τον Αύγουστο του 1917. «Το μυαλό μου έκανε συμφωνία με τους πνεύμονές μου πίσω από την πλάτη μου», είχε σχολιάσει, θεωρώντας την ασθένειά του συνέπεια της ψυχικής του καταπόνησης. Η έξοχη δουλειά τους βασίζεται και στην εύστοχη επιλογή επεισοδίων από τη ζωή και το έργο του Κάφκα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι και το ακόλουθο: «Ένα ενδιαφέρον περιστατικό, που σχετίζεται με την παραμονή του Φραντς Κάφκα στο Βερολίνο τον τελευταίο χρόνο της ζωής του, επισήμανε η σύντροφός του Ντόρα σε μεταγενέστερη συνέντευξή της. Στο πάρκο της συνοικίας Στέγκλιτζ, όπου διέμεναν, συνάντησαν μια φθινοπωρινή μέρα του 1923 ένα κοριτσάκι που έκλαιγε. Της μίλησαν και όταν ο Φραντς έμαθε πως είχε χάσει την κούκλα της, έσπευσε να της απαντήσει: “Η κούκλα σου έχει πάει ταξίδι. Το ξέρω γιατί μου έστειλε ένα γράμμα”. »Το κορίτσι ήθελε να δει το γράμμα, οπότε ο άγνωστος κύριος σε ρόλο ταχυδρόμου τής υποσχέθηκε να της το παραδώσει την επόμενη μέρα. Ανέλαβε την αποστολή αυτή με μεγάλη υπευθυνότητα: φέρεται να έγραφε τα γράμματα της κούκλας για τις επόμενες τρεις εβδομάδες, προκειμένου να διαβεβαιώσει το κοριτσάκι για την αγάπη της. Τελικά αποφάσισε να παντρέψει την κούκλα στο εξωτερικό ώστε να εξηγήσει την οριστική της εξαφάνιση. Καφκολόγοι από όλο τον κόσμο αναζητούν αυτά τα γράμματα και το άγνωστο κορίτσι εδώ και μερικές γενιές. Μάταια. «Ήταν ένα όμορφο ανοιξιάτικο πρωινό Κυριακής. Ο νεαρός έμπορος Γκέοργκ Μπέντεμαν καθόταν στο ιδιωτικό του δωμάτιο στον πρώτο όροφο του σπιτιού δίπλα στο ποτάμι…». Η «Κρίση» ήταν «μια κανονική γέννα καλυμμένη με ακαθαρσίες και βλέννες που βγήκαν από μέσα μου», θα γράψει ο Κάφκα στο ημερολόγιό του. »Αρκετοί συγγραφείς προσπάθησαν να επινοήσουν πώς θα μπορούσαν να μοιάζουν αυτές οι επιστολές της χαμένης κούκλας. Ίσως η όλη ιστορία να είναι απλώς ένας ακόμα θρύλος, από τους πολλούς που έχουν δημιουργηθεί γύρω από αυτόν τον αξιοπερίεργο άνθρωπο μετά τον θάνατό του. Κι αν δεν είναι; Ίσως αυτή τη στιγμή, κάπου στο Βερολίνο, μια εκατόχρονη γριούλα να χαμογελά φέρνοντας στον νου της τον λιγνό κύριο με το μαύρο καπέλο. Στις αναμνήσεις της παραμένει ως ένας καλός άνθρωπος». Το μυαλό συνωμοτεί με τους πνεύμονες… «“Πριν από τρεις εβδομάδες περίπου, τη νύχτα, οι πνεύμονές μου άρχισαν να αιμορραγούν έντονα. Ήταν περίπου 4 το πρωί· ξυπνάω, απορώ με την ασυνήθιστη ποσότητα σάλιου στο στόμα μου, το φτύνω και ανάβω ένα σπίρτο − παράξενο, είναι ένας θρόμβος αίματος. Και αυτή ήταν η αρχή. Στα τσεχικά αυτό λέγεται “chrlení”, δεν ξέρω αν το γράφω σωστά, αλλά είναι μια λέξη που περιγράφει αυτή την έκρηξη υγρού από τον λαιμό. Νόμιζα ότι δεν θα σταματούσε ποτέ. Πώς υποτίθεται ότι θα φράξω αυτή τη ροή όταν δεν την άνοιξα εγώ; Σηκώθηκα, διέσχισα το δωμάτιο, πήγα στο παράθυρο, κοίταξα έξω, γύρισα πίσω − ακόμα αίμα. Κάποια στιγμή σταμάτησε και κοιμήθηκα· κοιμήθηκα καλύτερα από ότι είχα κοιμηθεί εδώ και πολύ καιρό” (από ένα γράμμα στην αδελφή του Ότλα, 1917). Ο Κάφκα συνάντησε τη 19χρονη – και κατά 20 χρόνια μικρότερή του – Ντόρα Ντιαμάντ το καλοκαίρι του 1923 και στα τέλη του ίδιου χρόνου μετακόμισε μαζί της στο Βερολίνο. Λίγους μήνες αργότερα, η υγεία του επιδεινώθηκε και νοσηλεύθηκε σε σανατόρια. Λίγο πριν από το τέλος του, η Ντόρα ζήτησε από τον πατέρα της άδεια να τον παντρευτεί, όμως η απάντηση ήταν αρνητική. »Στα μέσα Αυγούστου του 1917, μέσα στη νύχτα, ο Φραντς Κάφκα υπέστη αιμορραγία. Για πρώτη φορά διαγνώστηκε με φυματίωση, τότε ακόμη μια ανίατη και δυστυχώς αρκετά διαδεδομένη ασθένεια, που προσέβαλλε ιδίως τους σωματικά αδύναμους. »Ωστόσο, ο Κάφκα θεωρούσε την ασθένεια επίσης ως συνέπεια της ψυχικής του καταπόνησης. Άλλωστε, ο ίδιος το διατύπωσε ως εξής: “Το μυαλό μου έκανε συμφωνία με τους πνεύμονές μου πίσω από την πλάτη μου”. Πάλευε με τη φυματίωση για τα επόμενα επτά χρόνια, γεγονός που άλλαξε ριζικά τον τρόπο ζωής του. Περνούσε πλέον πολύ χρόνο εκτός Πράγας σε θεραπευτήρια, όμως παρά τα επανειλημμένα αιτήματά του, δεν συνταξιοδοτήθηκε − στη δουλειά του τον θεωρούσαν αναντικατάστατο. »Στην αρχή κράτησε την ασθένειά του κρυφή από τους γονείς του. Η πρώτη που έμαθε για τη θλιβερή διάγνωση ήταν η αδελφή του Ότλα. Όταν τελικά του δόθηκε η αναρρωτική άδεια από την εργασία του, αποφάσισε να πάει κοντά της στο αγρόκτημα στο Σίρεμι, όπου δούλευε στον γαμπρό της. Στο χωριό ο Φραντς ήρθε πιο κοντά με τους απλούς αγρότες και ακολούθησε τον αντίξοο τρόπο ζωής τους, δουλεύοντας στα χωράφια και κόβοντας ξύλα. Ταυτόχρονα όμως, δεν παραμελούσε το γράψιμο − οι σημειώσεις του από το Σίρεμι, που εκδόθηκαν το 1931 από τον Μαξ Μπροντ, περιέχουν μερικούς πραγματικά αξιοσημείωτους συλλογισμούς. Για παράδειγμα: “Ένα κλουβί βγήκε να αναζητήσει ένα πουλί”». Και το σχετικό link...
  21. Δεκάδες είναι τα σύγχρονα κόμικς που πραγματεύονται θέματα τα οποία άπτονται της σωματικής και ψυχικής υγείας. Τα περισσότερα από αυτά αποτελούν αυτοβιογραφικές, προσωπικές μαρτυρίες και άλλα είναι απομνημονεύματα και καταγραφές εμπειριών χωρίς να λείπουν και ορισμένες περιπτώσεις μυθοπλασιών. Πρόσφατα το CBLDF (Comic Book Legal Defense Fund) στις ΗΠΑ αφιέρωσε μάλιστα μία από τις δράσεις του σε αυτά ακριβώς τα κόμικς, ενώ εξέδωσε και μια εκτενή λίστα με προτεινόμενα βιβλία που αφορούν την ψυχική υγεία και τις συνέπειές της στους παθόντες και τις παθούσες αλλά και στον κοινωνικό τους περίγυρο. Τέτοια έργα έχουν κυκλοφορήσει και στα ελληνικά, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το «Ιστορίες από την αίθουσα αναμονής» της Γεωργίας Ζάχαρη, την «Αλίσια στη Χώρα των Μικρών Θαυμάτων» των Isabel Franc και Susanna Martin κ.ά., ενώ πολλά από αυτά μελετώνται διεξοδικά από επιστήμονες και επαγγελματίες της υγείας και διδάσκονται σε πανεπιστημιακές σχολές αλλά και σε σχολικές μονάδες. Στην κατηγορία αυτή ανήκει και το «Hairless» της 34χρονης Τσέχας συγγραφέως Tereza Drahonovska σε σχέδια της 32χρονης συμπατριώτισσάς της Stepanka Jislova (εκδόσεις Οξύ, μετάφραση: Lucie Kuligova, 130 σελίδες), ένα πολύ επιτυχημένο εγχείρημα απόδοσης της προσωπικής περιπέτειας της δημιουργού με την αλωπεκία. Η ιστορία ακολουθεί τη νεαρή καλλιτέχνιδα από τη στιγμή που αντιλαμβάνεται ότι αραιώνουν τα μαλλιά της μέχρι τη συνειδητοποίηση της πλήρους απώλειας κάθε τρίχας του σώματός της. Και έστω κι αν η αλωπεκία, ένα αυτοάνοσο νόσημα, δεν είναι ασθένεια απειλητική για τη ζωή, αποτελεί αναμφίβολα μια σοβαρή πάθηση λόγω των συνεπειών της κυρίως στην ψυχολογία των ανθρώπων που ξαφνικά βλέπουν στον καθρέφτη τους ένα άλλο πρόσωπο. Οι απανωτές και δαπανηρές επισκέψεις στους γιατρούς, το σωματικοποιημένο άγχος, η προσπάθεια συμφιλίωσης με τον διαφορετικό εαυτό, ο τρόπος διαχείρισης των σχέσεων με τους άλλους, ο συμβιβασμός με τα καπέλα, τα μαντίλια και τις περούκες αποδίδονται ιδανικά από τις δύο δημιουργούς και μάλιστα με τις κατάλληλες δόσεις χιούμορ και συγκίνησης που καθιστούν το «Hairless» όχι μόνο ένα οιονεί εγχειρίδιο «γνωριμίας» με την αλωπεκία αλλά κυρίως μια γέφυρα προσέγγισης, ενσυναίσθησης και κατανόησης του ταραγμένου εσωτερικού κόσμου με τον οποίο όλοι και όλες κάποτε ερχόμαστε αντιμέτωποι. QueerCon: κόμικς για όλ@ Για δύο ημέρες, το Σάββατο 14 και την Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου στην Ελληνοαμερικανική Ένωση (Μασσαλίας 22, Αθήνα), πολύχρωμοι ήρωες θα κατακλύσουν το κτίριο όπου για σειρά ετών λάμβανε χώρα το Comicdom Con Athens – η διοργανωτική ομάδα του οποίου είναι υπεύθυνη και για αυτό εδώ το διήμερο φεστιβάλ, το οποίο διεξάγεται στο πλαίσιο των φθινοπωρινών δράσεων του Athens Pride και είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Ζακ Κωστόπουλου/Zackie Oh και της Άννα Ιβάνκοβα. Ένα φεστιβάλ για την queer τέχνη, αισθητική, ποπ κουλτούρα και ορατότητα. Και το σχετικό link...
  22. Σύνοψη από την εκδοτική: TΟ ΞΙΦΟΣ ΤΟΥ ΑΖΡΑΗΛ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΘΗΚΕ! Η αστική ζούγκλα, το Γκόθαμ Σίτι, κατασπαράζεται από τον πόλεμο ανάμεσα στον Μπάτμαν και τον Τζόκερ — ένας πόλεμος στον οποίο η διαφορά μεταξύ ήρωα και εγκληματία έχει γίνει ανυπόφορα δυσδιάκριτη. Τώρα, με την προσωπικότητα του καλοπροαίρετου Τζακ Νέιπιερ βυθισμένη βαθιά κάτω από έναν κυρίαρχο Κλόουν Πρίγκιπα του Εγκλήματος, ο Τζόκερ ετοιμάζεται να πάει αυτόν τον πόλεμο στο επόμενο επίπεδο — και ο στρατός έχει έναν καινούργιο νεοσύλλεκτο. Κραδαίνοντας ένα φλεγόμενο σπαθί και φέρων το βάρος εκατοντάδων χρόνων ιστορίας στους ώμους του, ο Αζραήλ είναι ο σκοτεινότερος ιππότης που έχει δει ποτέ το Γκόθαμ. Ένας ένας, οι εχθροί του Μπάτμαν θα πέσουν από τη λεπίδα του — και λίγο λίγο, αυτός ο νέος σταυροφόρος θα ξαναφτιάξει το Γκόθαμ Σίτι στη δική του εκδοχή του παραδείσου επί της Γης. Μόνο ο Μπάτμαν και οι αποξενωμένοι του σύμμαχοι μπορούν να τον σταματήσουν — αλλά η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ τους είναι βαθιά. Και όταν ο Τζόκερ και ο Αζραήλ αποκαλύψουν την κρυφή ιστορία της οικογένειας Γουέιν, κάθε πίστη στον Σκοτεινό Ιππότη μπορεί να κλονιστεί για πάντα. Πως προέκυψε το Batman: Curse of the White Knight Το ημερολόγιο λέει Οκτώβριος 2017. Το DC Black Label έχει ξεκινήσει ως imprint, αλλά στα σπάργανα βρίσκεται ένα κόμικ, το οποίο έμελλε να είναι τόσο ρηξικέλευθο, τόσο καινοτόμο που θα ξεκινούσε ένα δικό του καινούριο σύμπαν. Το Batman: White Knight σε σενάριο και σχέδιο Sean Murphy κερδίζει αμέσως κοινό και κριτικούς, καθώς φέρνει μια καινούρια πρόταση. Πως θα ήταν αν ο Joker εγκατέλειπε τη ζωή του εγκληματία και ως πολιτικός πλέον ονόματι Jack Napier προσπαθούσε να πείσει το Gotham ότι ο πραγματικός κακός μεταξύ των δύο είναι ο Batman; Η ιδέα ήταν τόσο καλή και άρεσε αρκετά, ώστε λίγο καιρό μετά την ολοκλήρωση της σειράς, ανακοινώθηκε το sequel Curse of the White Knight. Μικρό spinoff μέσα στην παρουσίαση: Το Curse of the White Knight αποτελεί μέρος ενός μεγαλύτερου σύμπαντος Προκειμένου να σας βοηθήσω να κατανοήσετε περισσότερο το κόμικ, θα σας βάλω χρονολογικά που τοποθετείται το Curse of the White Knight. Η συγκεκριμένη σειρά ανήκει σε ένα ενιαίο, καινούριο σύμπαν που δεν έχει καμία σχέση με το DC Black Label που λέγεται Murphyverse με τον Sean Murphy να έχει αναλάβει σενάριο και σχέδιο, αλλά και την επίβλεψη όλων των τίτλων που θα βγουν υπό το δικό του σύμπαν. Το Batman: White Knight είναι ο τίτλος που τα ξεκίνησε όλα και ακολούθησε το Batman: White Knight Presents Von Freeze, ένα one-shot τεύχος που προηγείται του Curse. Μάλιστα η έκδοση της Οξύ συμπεριλαμβάνει το one-shot του Von Freeze στην έκδοση του Curse of the White Knight. Σε λίγες μέρες ολοκληρώνεται η κυκλοφορία του Batman: White Knight Presents: Harley Quinn σε σενάριο Murphy και Katana Collins και σχέδιο Matteo Scalera. Στα τέλη Μαρτίου ξεκινάει στην Αμερική η κυκλοφορία του Batman: Beyond the White Knight που αποτελεί το τρίτο μέρος της ιστορίας του Λευκού Ιππότη με τον Sean Murphy να έχει αναλάβει τα πάντα ξανά, θα τρέξει και αυτό για οχτώ τεύχη και φαντάζομαι θα το δούμε να εκδίδεται μελλοντικά. Εντός του 2022 ετοιμάζεται και το Batman: White Knight: Red Hood, ενώ στο στάδιο της παραγωγής είναι σειρές για την Justice League, τον Nightwing και την Batgirl! Τέλος να σας πω κάτι ενδιαφέρον για τα White Knight. O Murphy έχει θέσει έξι κανόνες σε όλους τους συγγραφείς: 1. Όποιος πεθαίνει, δεν ανασταίνεται. 2. Όχι εσωτερικοί μονόλογοι στο σενάριο. 3. Όχι βιασύνες στην ολοκλήρωση της σειράς. 4. Κύριος στόχος να ικανοποιήσουμε τους αναγνώστες 5. Τουλάχιστον ένα όχημα να εμφανίζεται στη σειρά. 6. Καμία σειρά δεν μπορεί να κάνει crossover με άλλη σειρά του Murphyverse. Η ιστορία του Curse of the White Knight Αφού σας είπα λίγα πράγματα για το σύμπαν που λαμβάνει χώρα η ιστορία, ας πούμε για το Curse of the White Knight. Στην ιστορία μας αυτή, τα πράγματα ξεκινούν στο τέλος της προηγούμενης. Η δεύτερη Harley Quinn ή Neo Joker έχει πλέον ηττηθεί, αλλά ο Napier δεν καταφέρνει να μείνει σώφρων και εν τέλει μετατρέπεται ξανά μόνιμα στον Joker και οδηγείται ξανά στο Arkham. Αποτέλεσμα της ζημιάς που έκανε ο Napier στον Batman είναι ο τελευταίος να πρέπει να ξανακερδίσει την πόλη του, αποκαλύπτοντας αρχικά στον Gordon ότι είναι ο Bruce Wayne. Στο Curse of the White Knight λοιπόν ο Napier έχει αποδεχθεί ότι πλέον θα είναι μόνο ο Joker, ενώ ταυτόχρονα εμφανίζεται ένας ολοκαίνουριος αντίπαλος, ο Azrael ο οποίος θέλει να μετατρέψει τη Gotham σε μια δική του πόλη. Ο Jean-Paul Valley ή αλλιώς Azrael παρουσιάζεται συχνά ως αντιήρωας, αλλά σε αυτό το κόμικ θα είναι εχθρός του Batman και μάλιστα ο σκοπός του Murphy είναι διαρκώς να οδηγεί τους δύο ήρωες στα άκρα της αντιπαράθεσης και να τους δώσει μια πάρα πολύ εντυπωσιακή, coming of age τελική μάχη προκειμένου να δούμε ποιος τελικά θα κουβαλήσει την κληρονομιά του Gotham. Μια κληρονομιά που στο Curse of the White Knight συνεχώς δοκιμάζεται χάρη στις ενέργειες του Joker. Μαζί λοιπόν με τον Azrael κάνουν μία ακόμα προσπάθεια να σπιλώσουν την εικόνα του ήρωα και να τον φέρουν ξανά αντιμέτωπο με τη δημόσια κατακραυγή. Αποκαλύπτουν όλη την ιστορία του Gotham από τη μέρα που δημιουργήθηκε μέχρι το σήμερα, αποκαλύπτοντας το βρώμικο ρόλο και τα κρυμμένα μυστικά της οικογένειας Wayne όλα αυτά τα χρόνια και όλες τις ενέργειες που ζημίωσαν τη Gotham. Αυτή λοιπόν είναι η Κατάρα που αναφέρεται στον τίτλο. Ο Napier και ο Azrael δείχνουν ότι η Κατάρα της Gotham είναι για πάντα να είναι μια πόλη που θα μαστίζεται από την εγκληματικότητα και τους κακοποιούς και θα μαστίζεται ακριβώς επειδή η οικογένεια Wayne έχει βάλει το χέρι της. Θέλουν να δείξουν πως ο Bruce Wayne ή ο Batman είναι όντως ο κακός της ιστορίας, αυτός που το όραμα του δε θα οδηγήσει σε μια καλύτερη εκδοχή της πόλης, αλλά θα συνεχίσει να τη βυθίζει στον όλεθρο. Και αυτό θα κληθεί να κάνει ο Batman σε αυτό το κόμικ. Να πάρει στις πλάτες του τα κακώς κείμενα και την κληρονομιά της οικογένειας του, να συνεργαστεί με τους συμμάχους που δείχνουν ξεκάθαρη δυσπιστία στο πρόσωπο του και να οδηγήσει την πόλη του σε ένα καλύτερο μέλλον. Το αν θα τα καταφέρει; Θα το περιμένω στις δικές σας κριτικές Το χαρακτηριστικό σχέδιο του Sean Murphy Ο Sean Murphy πέραν από αρχιτέκτονας του White Knight σεναριακά (μετά το Curse είπε ότι έχει προγραμματίσει ακόμα δύο συνέχειες, η μία προφανώς είναι το Beyond που αναφέραμε πιο πάνω), είναι και ένας πάρα πολύ καλός σχεδιαστής. Κάνει όμορφα redesigns στους Batman κακούς και το σχέδιο του είναι αρκετά σκοτεινό, με έντονα μελάνια για άλλη μια φορά. Να δείξετε προσοχή και στους χρωματισμούς, στο πρώτο κόμικ δόθηκε έμφαση για προφανείς λόγους στο λευκό και το μαύρο, εδώ ο Azrael φέρνει αρκετές αποχρώσεις κόκκινου και ο Joker λευκού και μπλε. Δεν ξέρω αν είναι για όλους, αλλά δε θα μπορούσα να φανταστώ ποιο ταιριαστό στυλ σχεδίου για τη σειρά. Η έκδοση, τελικός απολογισμός και σε ποιους προτείνεται Για μένα το Murphyverse είναι μακράν το πιο ενδιαφέρον Batman project που τρέχει εδώ και καιρό στα αμερικάνικα κόμικς. Πιο πάνω και από τη main σειρά το βάζω. Έχει εξαιρετικά βαθύ σενάριο και πολύπλοκους χαρακτήρες. Αν σας άρεσε η ιδιαιτερότητα του πρώτου, τότε να πάρετε κι αυτό ασυζητητί. Η έκδοση της Οξύ είναι στο κλασικό της μέγεθος, με ωραίο χαρτί, όμως το τεράστιο μέγεθος του τόμου, οδηγεί ξανά σε ένα θέμα που έχει αναφερθεί στο παρελθόν. Αρκετά μπαλονάκια που βρίσκονται πιο κεντρικά στις δύο σελίδες, θα σας δυσκολέψουν λίγο στο διάβασμα. Από εκεί και πέρα ανταποκρίνεται στα ποιοτικά στάνταρ της εκδοτικής και μπράβο τους που κάνουν μια προσπάθεια πάρα πολύ καλή με το Murphyverse, μακάρι να τη συνεχίσουν. Η τιμή είναι λίγο αλμυρή, αλλά δυστυχώς όποιος βρίσκεται στην αγορά ξέρει για τις ανατιμήσεις σε πρώτες ύλες και το χαρτί έχει πάει στο Θεό. Δυστυχώς πολλά κόμικς που είχαμε συνηθίσει σε συγκεκριμένο πλαίσιο τιμών, θα ακριβύνουν δυστυχώς. Ελπίζω να σας άρεσε το αφιέρωμα μου, καθώς μου πήρε αρκετή ώρα και έβαλα όσο περισσότερη πληροφορία γίνεται για να σας ξεδιαλύνω απορίες. Καλό διάβασμα σε όλους
  23. Ο βίος του τεράστιου τραγουδιστή των Queen Φρέντι Μέρκιουρι κυκλοφόρησε σε κόμικς που διαβάζεται απνευστί. Το «Shadows illuminated», δηλαδή «Σκιές στο φως» όπως είναι ο ελληνικός τίτλος, βάζει ένα ακόμη λιθαράκι – προηγήθηκε πριν από λίγα χρόνια η ταινία του Μπράιαν Σίνγκερ «Bohemian rhapsody» – στη διατήρηση του μύθου του άτυχου Φρέντι Μέρκιουρι. Άτυχου διότι, όπως έχει γραφτεί, αν η νόσος του AIDS τον έβρισκε λίγο αργότερα, θα έπαιρνε την πρώτη γενιά αντιρετροϊκών φαρμάκων και πιθανότατα σήμερα να βρισκόταν στη ζωή. Στο κόμικς δεν υπάρχει καμία αναφορά στην ασθένεια του Μέρκιουρι, ενώ αντίθετα παρουσιάζεται η ομοερωτική προσωπική του ζωή. Το ένατο δηλαδή και τελευταίο κεφάλαιο κλείνει με τον Μέρκιουρι σε στιγμές χαλάρωσης με τον σύντροφό του στο κρεβάτι στο Garden Lodge, το ησυχαστήριό του, ενώ οι συγγραφείς Tρες Ντιν και Καμίλα Zανγκ τον βάζουν να κάνει όνειρα για τα γεράματά του. Αυτό και μόνο, δεδομένων των κεφαλαίων που έχουν προηγηθεί, με κάνει να πιστεύω πως αποπειράται ένας εξωραϊσμός του βίου του Μέρκιουρι μακριά από τις συνήθεις καταχρήσεις των ροκ σταρ και κυρίως μακριά από το τραγικό του τέλος. Κι αν δεν υπήρχε το έντονο ομοφυλοφιλικό στοιχείο, θα λέγαμε πως η έκδοση απευθύνεται σε παιδιά στο πλαίσιο «γνωριμίας» των νεότερων γενιών μ’ έναν απ’ τους σημαντικότερους τραγουδιστές του 20ού αιώνα. Εκτός κι αν η έκδοση, έτσι όπως είναι, βασισμένη στην πρόοδο των κοινωνιών αναφορικά με την αποδοχή της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, απευθύνεται όντως σε παιδιά και εφήβους. Το βιβλίο έτσι, αποκτά τον χαρακτήρα… ροκ παραμυθιού που τα έχει όλα, καθώς ο Φρέντι Μέρκιουρι απεικονίζεται και «μιλάει» για όλα σε πρώτο πρόσωπο: το μεγάλωμά του σε μια φτωχή οικογένεια από την Ινδία, την έφεσή του στον αθλητισμό, τις σπουδές πιάνου και τη συμμετοχή του στα πρώτα ροκ συγκροτήματα, τη γνωριμία του με τα άλλα μέλη των Queen, τη γρήγορη καθιέρωσή τους, την αποθέωση που γνώρισαν επί ιαπωνικού εδάφους και που μόνο με την Beatlemania μπορούσε να συγκριθεί, τη φύση των ερωτικών τραγουδιών του που βασίζονταν κατά κόρον στην προσωπική του μελαγχολία και φυσικά, τη σχέση του με τον εραστή του, κομμωτή στο επάγγελμα. Αξίζει να πούμε ότι στο έκτο κεφάλαιο του κόμικς υπάρχει προειδοποίηση για «έμμεσες αναφορές σε περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας» με την ανάγνωση να «έγκειται στην κρίση του καθενός», εφόσον διαβάζουμε/βλέπουμε τον στενόχωρο χωρισμό του Μέρκιουρι με τη Μέρι, τη μοναδική γυναίκα της ζωής του, αλλά και τα βίαια ξεσπάσματά του με τους κατά καιρούς ερωτικούς παρτενέρ του. Το έβδομο κεφάλαιο καταλαμβάνει η ασχολία του Μέρκιουρι με την τέχνη του χορού, που τον ανέδειξε σε κανονικό σόουμαν επί σκηνής, και στο όγδοο και προτελευταίο κεφάλαιο μαθαίνουμε για τη γνωριμία και συνεργασία του με τη Μονσερά Καμπαγέ που, όπως όλοι ξέρουμε, οδήγησε σ’ ένα μοναδικό κοινό δίσκο τους. Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί και είναι τόσο καλογραμμένα τα κείμενα που αν τα απομονώσεις από τις σελίδες με τα σκίτσα, μπορούν να γίνουν θεατρικός μονόλογος διά στόματος του ίδιου του Μέρκιουρι. Οφείλουμε επομένως να αποδώσουμε τα εύσημα στον μεταφραστή Σάββα Αργυρίου και τον Πάνο Τομαρά που επιμελήθηκε τα πρωτότυπα αγγλικά κείμενα. Όσο για τους σχεδιαστές του κόμικς, είναι ο Τζέισον Ουλμάγερ και η Κόρτνεϊ Μέναρντ. INFO Tο εξώφυλλο του graphic novel-βιογραφίας του Φρέντι Μέρκιουρι «Σκιές στο φως» που κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Οξύ. Ροκ και ένατη τέχνη, μια σχέση που κρατάει χρόνια Η σχέση μεταξύ των ροκ σταρ και των graphic novels δεν είναι καινούργια. Για την ακρίβεια, πηγαίνει τόσο πίσω στα χρόνια όσο και η καθιέρωση της ροκ μουσικής στα 60s-70s με τα μεγάλα συγκροτήματα αλλά και με εύλογες διαφορές: λόγου χάρη, στα τέλη του 1960 στην Αμερική και στις αρχές του ’70 στην Αγγλία το ζητούμενο δεν ήταν απλώς η ψυχαγωγία. Δημιουργοί όπως ο Γκίλμπερτ Σέλτον με τους περιβόητους Freak Brothers ή η Τρίνα Ρόμπινς, η πρώτη γυναίκα καρτουνίστρια, με το αντεργκράουντ κόμικς «It ain’t me babe», στόχευαν στη διάδοση της κουλτούρας της εποχής που περιλάμβανε τη χρήση ναρκωτικών, τη σεξουαλική απελευθέρωση, ακόμη και τη βία ενάντια στις δυνάμεις καταστολής. Το εξώφυλλο του δεύτερου άλμπουμ της Τζάνις Τζόπλιν «Cheap thrills» με τους Big Brother & The Holding Company. Ενδεικτικό της απήχησης των αντεργκράουντ κόμικς ήταν ότι το συγκεκριμένο είδος πέρασε ακόμη και στους φακέλους των βινυλίων θρυλικών άλμπουμ της περιόδου: στο εξώφυλλο του δεύτερου άλμπουμ της Τζάνις Τζόπλιν με τους Big Brother & The Holding Company, του «Cheap thrills» (1968), όλα τα τραγούδια απεικονίζονταν με τη μορφή graphic novel που σχεδίασε ο καρτουνίστας Ρόμπερτ Κραμπ. Το δεύτερο άλμπουμ των Poll το 1972. Στην Ελλάδα πάλι κάτι παρεμφερές συνέβη με το δεύτερο άλμπουμ των Poll το 1972, που είχε τίτλο το όνομα του φολκ-ροκ συγκροτήματος. Στον φάκελο αυτού του δίσκου υπήρχε συνημμένο ένα ολόκληρο εξασέλιδο κόμικς σχεδιασμένο από τον Στέργιο Δελιαλή, τον ίδιο καλλιτέχνη που είχε φιλοτεχνήσει και το χίπικο εξώφυλλο για το «Περιβόλι του τρελού» του Διονύση Σαββόπουλου. Τα κείμενα στο κόμικς των Poll, που έφερε τον τίτλο «Fantastic Four (Ο κακός Madman και τα κατορθώματά του)» ήταν του Κώστα Τουρνά, και το περιεχόμενό του ήταν ένα συνονθύλευμα ψυχεδελικών επιρροών από το εξωτερικό, sci-fi αναζητήσεων και μιας glam rock αισθητικής. Και το σχετικό link...
  24. Είναι συνηθισμένο πρόσωπα της πραγματικής ζωής να δανείζουν την όψη τους σε χαρακτήρες των κόμικς. Οι Goscinny και Uderzo εφάρμοσαν πολλές φορές την πρακτική αυτή στις περιπέτειες των Αστερίξ και Οβελίξ. Οι Μπιτλς, ο Τζέιμς Κόμπερν, ο Σον Κόνερι, ο Έντγκαρ Χούβερ, ο Κερκ Ντάγκλας, οι Χοντρός και Λιγνός έκαναν μικρές εμφανίσεις στο γαλατικό χωριό ή γύρω απ’ αυτό δίνοντας πάντα ένα χιουμοριστικό αποτέλεσμα. Την τακτική ακολούθησαν και οι διάδοχοι των μεγάλων δημιουργών του Αστερίξ με πιο επιτυχείς τις περιπτώσεις του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, του Λουτσιάνο Παβαρότι, της Σοφία Λόρεν και του Αλέν Προστ στον πρόσφατο Υπεριταλικό Αγώνα. Παρομοίως στον Λούκι Λουκ, ο Morris σχεδίασε τον Κρίστοφερ Λι, τον Τζακ Πάλανς, τον Λι Βαν Κλιφ κ.ά. Είναι σπάνιο όμως το αντίθετο, το να μοιάζουν δηλαδή άνθρωποι του πραγματικού κόσμου σε πρωταγωνιστές της μαζικής κουλτούρας αν εξαιρέσουμε τους διαγωνισμούς cosplay ή τις επιτηδευμένες μεταμφιέσεις. Ο Ντόναλντ Τραμπ πάντως το κατάφερε να μοιάζει στον Goldfinger, κατά κόσμον Gert Fröbe, από την ταινία «Τζέιμς Μποντ εναντίον Χρυσοδάκτυλου». «Αφού δείτε την ομοιότητα, είναι πολύ δύσκολο να πάψετε να τη βλέπετε. Και βλέποντας το έργο σάς τριβελίζει το μυαλό, ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι ο Γκολντφίνγκερ ανατινάζει το ομοσπονδιακό απόθεμα χρυσού ώστε να αυξήσει την αξία του χρυσού που κατέχει ο ίδιος […] Το να προσέξετε την ομοιότητα μεταξύ Γκολντφίνγκερ και Ντόναλντ Τζ. Τραμπ μπορεί να κάνει τεράστια διαφορά. Μπορεί ν’ αλλάξει την εμπειρία σας με έναν αισθητικά κρίσιμο τρόπο», επισημαίνει ο Bence Nanay στην «Αισθητική», ένα πολύ χρήσιμο εισαγωγικό βιβλίο πάνω στην έννοια της Αισθητικής, με εύστοχα παραδείγματα και άφθονο χιούμορ (εκδόσεις Οξύ, μετάφραση: Χαρά Σκιαδέλλη, 136 σελίδες). Όσο δύσκολο είναι ωστόσο το φιλοσοφικό ζήτημα της Αισθητικής, τόσο εύκολο είναι να κατανοηθεί η αισθητική που εκφράζει ο υποψήφιος πρόεδρος των ΗΠΑ. Και το σχετικό link...
  25. Ένα εντυπωσιακό εικονογραφημένο βιβλίο για τη ζωή, τον μύθο και τις πολλές πτυχές της προσωπικότητας του Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Από τις εκδόσεις Οξύ Comics κυκλοφορεί στην Ελλάδα το μοναδικό graphic novel «Το Χέρι του Θεού», ένα εντυπωσιακό εικονογραφημένο βιβλίο για τη ζωή, το μύθο και τις πολλές πτυχές της προσωπικότητας του Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα, σε μετάφραση του Θάνου Σαρρή. Γεννημένος σε μια φτωχογειτονιά έξω από το Μπουένος Άιρες, ο νεαρός Ντιέγκο έδειξε το μοναδικό του ταλέντο στο ποδόσφαιρο σε ηλικία εννέα ετών. Ξεκινώντας από τις αλάνες της γειτονιάς του ο pibe de oro, το «χρυσό αγόρι» των γηπέδων, σύντομα μεσουράνησε στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Ωστόσο, ο Μαραντόνα έγινε θρύλος ως αρχηγός της εθνικής ομάδας της Αργεντινής στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986, όταν στον προημιτελικό με την Αγγλία το «χέρι του Θεού» ήρθε σε βοήθεια για να δώσει στην ομάδα του το προβάδισμα και στον ίδιο τον μύθο που τον ακολούθησε σε όλη του τη ζωή. Η μοίρα ενός εξαιρετικού ταλέντου στα χέρια – ή μάλλον στα πόδια – ενός ευαίσθητου ανθρώπου. «Το χέρι του Θεού» είναι το χρονικό της ζωής ενός από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών, μέσα από τις αφηγήσεις ανθρώπων που έζησαν την ιστορία του από κοντά. ΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ Ο Paolo Baron είναι Ιταλός συγγραφέας που έχει διακριθεί στην κατηγορία των graphic novels. Η συνεργασία του με τον εικονογράφο Ernesto Carbonetti τους έχει καθιερώσει ως ένα σημαντικό καλλιτεχνικό δίδυμο σε όλη την Ευρώπη. Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.