Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'δημήτρης μαστώρος'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Valt's blog
  • Dr Paingiver's blog
  • GCF about comics
  • Vet in madness
  • Θέμα ελεύθερο
  • Film
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Γερμανίκεια
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Κομικσόκοσμος
  • The Unstable Geek
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • Dhampyr Diaries

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 8 results

  1. Είναι ένα ευχάριστο σοκ, να μπαίνεις σε βιβλιοπωλείο των Βρυξελλών και μπροστά σου, ανάμεσα σε δεκάδες γαλλικές εκδόσεις, να φιγουράρει ένα βιβλίο με ελληνικό τίτλο. Τα «Εξάρχεια - το πικρό νεράντζι» εξακολουθεί να είναι έκπληξη και όταν το κρατήσεις στα χέρια σου: ένα κόμικς που «μιλάει» τη γαλλική αργκό, αλλά περιγράφει άψογα την ατμόσφαιρα της πιο παρεξηγημένης γειτονιάς της Αθήνας. Από τις πορείες, τα «μπάχαλα» και τη διακίνηση ναρκωτικών, μέχρι το κλίμα της αλληλεγγύης, τις ιδεολογικές συζητήσεις και τις προσπάθειες δημιουργικότητας. Είναι η έμπνευση του 27χρονου Δημήτρη Μαστώρου, που γεννήθηκε στις Βρυξέλλες, έζησε κάποια χρόνια στην Αθήνα και επέστρεψε ξανά στο Βέλγιο για να σπουδάσει. Για διπλωματική εργασία στη Σχολή Κόμικς όπου φοίτησε, «διηγήθηκε» μέσα από τα σκίτσα του μία ιστορία που διαδραματιζόταν στον λόφο του Στρέφη. Όταν θέλησε να συνεργαστεί με τον συμφοιτητή και φίλο του Νικολά Γουτέρς, αποφάσισαν να αναπτύξουν αυτήν την ιδέα. Ο ένας έβαλε το βίωμα και τη ζωγραφική του τέχνη, ο άλλος το σενάριο και την «εξωτερική ματιά» που χρειαζόταν, μια που το διήγημα απευθυνόταν σε διεθνές κοινό. Το αποτέλεσμα κυκλοφορεί τους τελευταίους δύο μήνες από τον ιστορικό γαλλικό οίκο Futuropolis, που αποτελεί τμήμα των γνωστών εκδόσεων Gallimard. Γεμάτα κλισέ «Ήθελα να μιλήσω για τα Εξάρχεια. Εκεί πέρασα την εφηβεία μου και έχω πολύ καλές αναμνήσεις. Όσο ήμουν εκεί δεν ένιωθα αυτήν την ανάγκη, παρόλο που ήταν εντελώς διαφορετικά από τις Βρυξέλλες. Όμως μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και σε συνδυασμό με την κρίση, διάβαζα άρθρα, έβλεπα ντοκιμαντέρ, γεμάτα κλισέ για την περιοχή. Ήξερα ότι δεν ήταν έτσι και ήθελα να το δείξω», είπε στο «Έθνος της Κυριακής» ο Δημήτρης Μαστώρος. «Αυτό που μου άρεσε στα Εξάρχεια είναι ότι εκεί μπορείς να βρεις τα πάντα: συζητήσεις, ζυμώσεις, διαφορετικές ιδεολογίες, ποιητές, εκδότες, ακτιβιστές, αλλά και τζάνκια, αστυνομία, φασαρίες, ποζέρια, απολίτικες συγκρούσεις. Και κάπως έτσι, η περιοχή αποκτά ευρύτερες διαστάσεις, γίνεται κάτι πέρα από τον συγκεκριμένο χώρο, γίνεται ολόκληρη η Ελλάδα», συμπληρώνει ο Νικολά Γουτέρς. «Ο Δημήτρης δεν ήθελε να πούμε ψέματα ή υπερβολές. Ήθελε η ιστορία να μπορεί να έχει συμβεί όντως στην περιοχή», λέει ο Νικολά. Πρωταγωνιστής των ασπρόμαυρων καρέ των «Εξαρχείων» είναι ο Νίκος, «έτσι τον ονομάσαμε στην αρχή, με σκοπό να τ’ αλλάξουμε, αλλά έμεινε. Επίσης μοιάζει στα χαρακτηριστικά μου, όπως άλλωστε συχνά συμβαίνει με τους σκιτσογράφους και τον ήρωά τους. Λέγοντάς τον Νίκο, έχει κάτι και από τους δυο μας», όπως μας λένε οι δημιουργοί του βιβλίου. Πρόκειται για έναν νεαρό που βρισκόταν για σπουδές στο εξωτερικό, αλλά επέστρεψε στην Ελλάδα με σκοπό να πάει στην Πάρο για διακοπές. Φτάνοντας στην Αθήνα, βρήκε τον θείο του τον Εξαρχειώτη στο νοσοκομείο και τη γειτονιά αλλαγμένη. Έτσι, ο Νίκος αποφάσισε να μην πάει διακοπές στο νησί, αλλά να μείνει στα Εξάρχεια να βοηθήσει τη θεία του στο παλιό μπαρ της οικογένειας. Μέσα από εκεί, συναντάει ξανά παλιούς φίλους, γνωστούς και τα προβλήματά τους: Το διαμέρισμα που νοικιάζει η θεία του το έχουν καταλάβει μετανάστες, ο παιδικός του φίλος ο Τζίμης παιδεύεται στο πάρκο Ναυαρίνου, υπάρχει πρέζα, βία, ένταση. Ο Νίκος ζει τη νέα φάση της περιοχής και βιώνει τα πολλαπλά πρόσωπα της κρίσης, τις καταστάσεις που ζει καθημερινά η γειτονιά και είναι οικείες στους κατοίκους της. Τα επεισόδια, οι καταλήψεις, το πάρκο Ναυαρίνου, οι παρέες παρουσιάζονται μέσα από τα μάτια του Νίκου, αλλά και του σκύλου-μασκότ του βιβλίου που -εμπνευσμένος από τον θρυλικό «Λουκάνικο»- ενώνει τις διαφορετικές ιστορίες και τα πρόσωπα. «Πάντα με σεβασμό» Ρωτάμε τον Δημήτρη αν η ιστορία είναι αυτοβιογραφική. «Έχει πολλά στοιχεία από μένα, πολλά κοινά. Αλλά μέσα στο βιβλίο έχουμε βάλει και πολλά ακόμη στοιχεία που τα έχουμε ακούσει, τα έχουμε μάθει, έχουν συμβεί σε άλλο χώρο, ακόμη και σε άλλη χώρα. Πάντοτε όμως με σεβασμό στην πραγματικότητα και σ’ αυτό που είναι πραγματικά τα Εξάρχεια», εξηγεί. «Διαφωνήσαμε πολλές φορές γιατί ήθελα να προσθέσω στο σενάριο στοιχεία που θα ήταν πολύ ελκυστικά για τον αναγνώστη. Όμως ο Δημήτρης δεν ήθελε να πούμε ψέματα ή υπερβολές. Ήθελε η ιστορία να μπορεί να έχει συμβεί όντως στη συγκεκριμένη περιοχή. Να είναι μέρος της αλήθειας της περιοχής. Από την άλλη, το ότι το σκυλί είναι σε καροτσάκι, το εμπνεύστηκα από έναν Βέλγο ακτιβιστή, που ενώ είναι τόσο δυναμικός και αγωνιστικός, έχει ένα πόδι - κάτι που καθόλου δεν τον εμπόδισε σε τίποτα. Αν θες, όλα τα μπορείς, είναι στο χέρι σου το πώς θα πάρεις τη ζωή σου», λέει ο Νικολά. Το έργο «Εξάρχεια - το πικρό νεράντζι», με πρωταγωνιστή τον Νίκο, κυκλοφορεί τους τελευταίους δύο μήνες από τον ιστορικό γαλλικό οίκο Futuropolis. Σπουδές στις Βρυξέλλες Επέλεξαν το άσπρο-μαύρο επειδή δίνει καλύτερα την ατμόσφαιρα της γειτονιάς, αλλά και την αντίθεση που υπάρχει εκεί. Αποκλειστικός σχεδιαστής είναι ο Δημήτρης, ο οποίος ασχολείται εδώ και καιρό με τα κόμικς. «Γεννήθηκα και σπούδασα στις Βρυξέλλες. Εδώ τα κόμικς είναι παντού. Όσο έζησα στην Αθήνα, αγόραζα μανιωδώς και άρχισα να φτιάχνω τις δικές μου ιστορίες. Κάποια στιγμή, έστειλα ένα κόμικς μου στους Schooligans, ήμουν 15 ετών. Το δημοσίευσαν και έγινα σιγά σιγά ο σκιτσογράφος του περιοδικού», διηγείται ο Δημήτρης. «Τελείωσα το γαλλικό σχολείο στην Αγία Παρασκευή και σπούδασα για έναν χρόνο στη σχολή Ορνεράκη. Έδωσα δύο φορές να μπω στην Καλών Τεχνών αλλά δεν τα κατάφερα, οπότε γύρισα στο Βέλγιο να φοιτήσω σε μια σχολή κόμικς που έχουν εκεί, το Saint Luc». Ο Νικολά δεν είχε καμία σχέση με Ελλάδα, καμία σχέση με τα Εξάρχεια. Όλα τα γνώρισε μαζί με τον Δημήτρη, για τις ανάγκες του σεναρίου που έπρεπε να γράψει. Ήρθαν μαζί στην Αθήνα, έζησαν για αρκετές μέρες στη γειτονιά και «μυρίστηκε» από κοντά το κλίμα. «Το καλύτερο όσο ήμασταν εκεί ήταν ότι μας σταμάτησε η αστυνομία και μας πήγε για εξακρίβωση στο τμήμα. Ήταν αυτό ακριβώς που χρειαζόμασταν, μια ανάλογη εμπειρία, η οποία φυσικά υπάρχει στο βιβλίο», λέει ενθουσιασμένος. Όταν τους ρωτάμε ποιες είναι οι αγαπημένες τους «σκηνές» από το κόμικς, οι απόψεις τους διαφέρουν. Για τον Δημήτρη, το αγαπημένο του καρέ είναι εκείνο που διαδραματίζεται στο καφενείο-παλιό μπαρ του θείου του. «Δίνει την ατμόσφαιρα που θέλω, μου αρέσει πολύ». Για τον Νικολά, αγαπημένο του κομμάτι του βιβλίου είναι όταν το μαύρο δίνει τη σκυτάλη στο κόκκινο, όταν δηλαδή «βλέπουμε» την ιστορία μέσα από τα μάτια του σκύλου των Εξαρχείων. «Όλα γίνονται κόκκινα και ζούμε μια γιορτή στην πλατεία», λέει. Οι δύο φίλοι επέλεξαν το άσπρο-μαύρο επειδή αποδίδει καλύτερα την αντίθεση που υπάρχει στη γειτονιά. Παρεξηγήσεις «Στο βιβλίο μας δεν παίρνουμε θέση. Δεν ήταν πρόθεσή μας να πούμε ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο. Νομίζω το να δείξεις τα Εξάρχεια σαν μια αυτόνομη ουτοπία, μπορεί να προκαλέσεις παρεξήγηση, η οποία οδηγεί στα άκρα. Γι’ αυτό προσπαθήσαμε να περιγράψουμε ουδέτερα την κατάσταση και αυτό ήταν το πιο δύσκολο. Γιατί μπορεί οι Έλληνες αναγνώστες να μη συμφωνήσουν με την απλοποίηση, τον συμβολισμό ορισμένων γεγονότων, που από την άλλη ήταν απαραίτητος για ένα ξένο κοινό. Κάποιοι μας είπαν ότι παρουσιάζουμε τα πράγματα πολύ μαύρα, μουντά. Αλλά γενικά, έχουμε πάρει καλές κριτικές, γράφτηκαν ωραία άρθρα και λάβαμε μέιλ με σχόλια από Έλληνες του εξωτερικού που μας συγκίνησαν, που μας συγχαίρουν για την ατμόσφαιρα, την απεικόνιση των Εξαρχείων. Αυτό μας δίνει θάρρος για τη μετάφραση. Θέλω να πιστεύω ότι μέσα στον χρόνο θα γίνουν οι επαφές για την ελληνική έκδοση», σχολιάζει ο Δημήτρης. Προς το παρόν, το κόμικς πωλείται στο ξενόγλωσσο βιβλιοπωλείο της Πανεπιστημίου. «Στα Εξάρχεια μου άρεσε ότι μπορείς να βρεις τα πάντα: συζητήσεις, ζυμώσεις, διαφορετικές ιδεολογίες, ποιητές, εκδότες, ακτιβιστές αλλά και τζάνκια...», εξηγεί ο Δημήτρης. «Για μένα το βιβλίο αυτό είναι μια γιορτή, ένας καλοκαιρινός περίπατος, μια μπαλάντα για τα αλμυρά Εξάρχεια, σε όσα στοιχεία της γειτονιάς εξακολουθούν να με τραβάνε. Από την ατμόσφαιρα, τα tags, τα μπαρ, τη συλλογικότητα μέχρι και τα μπάχαλα, το πώς αντιμετωπίζει ο κόσμος την πίεση του κράτους, τα ναρκωτικά, τη σαπίλα. Το πώς η περιοχή προχωράει πληγωμένη, σέρνοντας το παρελθόν, ψάχνοντας ένα νόημα που πρέπει συνεχώς να ανανεώνεται σαν αδέσποτο σκυλί. Το βιβλίο, πιστεύω, έχει μια γλυκόπικρη γεύση σαν το νεράντζι. Σαν τη γειτονιά. Σαν ένα βράδυ στα Εξάρχεια χαμένος στα σοκάκια τους», καταλήγει ο Δημήτρης. Και το σχετικό link...
  2. Ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της σύγχρονης ελληνικής παιδικής – εφηβικής λογοτεχνίας που έχει διαβαστεί από εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά τα τελευταία 50 χρόνια προσαρμόζεται σε κόμικς από την Αγγελική Δαρλάση και τον Δημήτρη Μαστώρο. Και διατηρεί ατόφιο το κλίμα με το οποίο η Άλκη Ζέη περιέγραψε την Αθήνα της Κατοχής. Ο τίτλος του άρθρου είναι ενδεικτικός των προθέσεων της Άλκης Ζέη (1923 – 2020) όπως αυτές αποκαλύπτονται σιγά-σιγά στον «Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου» (εκδόσεις Μεταίχμιο, 168 σελίδες): η σπουδαία συγγραφέας, που δραστηριοποιήθηκε κυρίως στην παιδική κι εφηβική λογοτεχνία, μέσα από μια συγκινητική αλλά κι εμψυχωτική ιστορία με φόντο την Αθήνα της Κατοχής καταγράφει τη σταδιακή πορεία ενός εννιάχρονου αγοριού προς την «ενηλικίωση». Μια «ενηλικίωση» που θα έρθει πολύ πριν από τη βιολογική σε καθεστώς πολέμου. Και χαρακτηρίζεται από σταδιακές συνειδητοποιήσεις που υπό συνθήκες ειρήνης θα καθυστερούσαν, θα έρχονταν ομαλά, θα χωνεύονταν με ένα φυσιολογικό ρυθμό. Σε συνθήκες Κατοχής όμως η Ιστορία εξελίσσεται με άλματα και ο χαρακτήρας του παιδιού διαμορφώνεται βίαια κι απότομα, με πόνο, τραύματα, απανωτές ήττες αλλά και σημαντικές προσωπικές νίκες. Τέτοιες νίκες είναι οι σταδιακές καταρρεύσεις των μύθων και η σταδιακή αντικατάστασή τους από τις γνώσεις και τις εμπειρίες. Ο Πέτρος σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής «μεγαλώνει» με ταχείς ρυθμούς και μαθαίνει διαρκώς πράγματα για τη ζωή, τους ανθρώπους, τον χαρακτήρα, την αξιοπρέπεια, την οικογένεια, την ελευθερία, την αντίσταση. «Ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου» είναι μια μακρά διαδρομή τεσσάρων ετών μέσα από δύσβατα μονοπάτια με αφετηρία την παιδική αθωότητα εν καιρώ ειρήνης και κατάληξη την ωριμότητα. Το βιβλίο γράφτηκε κατά τη διάρκεια της Χούντας, όταν η Άλκη Ζέη ζούσε εξόριστη στο Παρίσι, και κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1971. Από τότε μέχρι σήμερα έχει κάνει δεκάδες επανεκδόσεις και έχει πουλήσει εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα. Η προσαρμογή του σε κόμικς σε σενάριο της πολυβραβευμένης για βιβλία παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας συγγραφέως Αγγελικής Δαρλάση και του σχεδιαστή Δημήτρη Μαστώρου που έδωσε το 2016 το εξαιρετικό «Εξάρχεια – Το Πικρό Νεράντζι», ακολουθεί πιστά την εξέλιξη του πρωτοτύπου και το εικονοποιεί με έναν πολύ εύστοχο τρόπο αποδίδοντας ιδανικά το κλίμα και το πνεύμα του. Υπερασπιζόμενο και μέσω της εικόνας την ιστορική μνήμη όπως τη θωράκιζε και την προωθούσε το σύνολο του έργου της Άλκης Ζέη. «Για την Άλκη Ζέη, η ανάγκη του “να μη λησμονείς, να θυμάσαι” μοιάζει να είναι μια βαθιά ανάγκη κατανόησης της ατομικής και συλλογικής ύπαρξης και συνείδησης και, ταυτόχρονα, μια συνειδητή αποδοχή της μεγάλης, κοινής κληρονομιάς ενός λαού κι ενός έθνους. Για τη Ζέη, η ιστορική μνήμη δεν αποτελεί ποτέ πεδίο για αναμόχλευση ερίδων και διαφωνιών. Αντίθετα είναι μια θαρραλέα πράξη συμφιλίωσης, (αλληλο)κατανόησης, συνεννόησης, ακόμα και τρόπος επούλωσης πληγών κι ένα χρέος όχι μόνο προς το παρελθόν αλλά και, κυρίως, προς το μέλλον μας» γράφει η Αγγελική Δαρλάση στο επιλογικό της σημείωμα. Και μαζί με τον Δημήτρη Μαστώρο υπογράφουν το τελικό κείμενο, στο οποίο διευκρινίζουν πώς δούλεψαν στο «Μεγάλο Περίπατο» και πώς συνεργάστηκαν με την Άλκη Ζέη που δυστυχώς πέθανε πριν από την ολοκλήρωση του βιβλίου και δεν είχε τη χαρά να το δει τελειωμένο: «Η μόνη δικιά της πρόταση ήταν να μην είναι πολύχρωμη η εικονογράφησή του, πρόταση που φυσικά σεβαστήκαμε κι ακολουθήσαμε. Η αγάπη μας για το συγκεκριμένο βιβλίο και τη δημιουργία του, τα δικά της ενθαρρυντικά, εγκάρδια λόγια και η εμπιστοσύνη που μας έδειξε κατάφεραν να μεταμορφώσουν το βάρος που είχαμε αρχικά νιώσει σε φτερά. Φτερά που θα μας έκανε να ταξιδέψουμε σε έναν τόπο τόσο οικείο και ταυτόχρονα πρωτόγνωρο. Και ταξιδέψαμε... Δεν θα ισχυριστούμε ότι δεν είχε δυσκολίες το ταξίδι μας. Σε κάθε μεταγραφή από ένα είδος σε κάποιο άλλο γνωρίζουμε ότι αναπόφευκτα χάνεις πολλά από το πρωτότυπο. Έτσι και στην περίπτωσή μας, το να μεταγράψεις ένα μυθιστόρημα, όπου πρωταγωνιστεί φυσικά ο λόγος, σε graphic novel όπου το βασικό αφηγηματικό του μέσο είναι η εικόνα, σήμαινε ότι έπρεπε να αποχωριστούμε αρκετά στοιχεία της πλοκής αλλά και της δυναμικής που φέρει η λογοτεχνικότητα του κειμένου. Έπρεπε να δομήσουμε διαφορετικά το δικό μας βιβλίο, ώστε ν’ ανταποκρίνεται στις δικές του διαφορετικές από το πρωτότυπο, απαιτήσεις και κανόνες. Έπρεπε να βρούμε αυτό που εμάς μας είχε συγκινήσει, αυτό που σ’ εμάς μιλούσε κι αυτό να μεταπλάσουμε κι εκ νέου να δημιουργήσουμε». Σίγουρα τα κατάφεραν. Η κόμικς εκδοχή του «Μεγάλου Περίπατου» είναι απολαυστική και έρχεται να προστεθεί σε μια μεγάλη αλυσίδα από μεταφορές σπουδαίων έργων της κλασικής και νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας σε κόμικς. Μετά τις πολλές προσαρμογές και διασκευές όπως αυτές των Δημήτρη Βανέλλη και Θανάση Πέτρου πάνω σε κείμενα πολλών πεζογράφων και λογοτεχνών (Καραγάτσης, Βουτυράς, Καβάφης, Καρυωτάκης, Παπαδιαμάντης κ.ά.), τον «Ερωτόκριτο» του Βιτσέντζου Κορνάρου από τους Γιάννη Ράγκο, Δημοσθένη Παπαμάρκο και Γιώργο Γούση, τα «Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα από τους Γιάννη Ράγκο και Παναγιώτη Πανταζή, την «Κερένια Κούκλα» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου από τους Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και Γιώργο Τσιαμάντα, τον «Ζητιάνο» του Καρκαβίτσα από τον Kanellos Cob κ.ά., η κυκλοφορία του «Μεγάλου Περίπατου» επιβεβαιώνει αυτή την τάση «επιστροφής» στην ελληνική πεζογραφία, αλλά και τη νέα ματιά με την οποία μπορούν να ιδωθούν ακόμα και τα πιο σύγχρονα ελληνικά λογοτεχνικά έργα όπως αυτό της Άλκης Ζέη. Η δομή της διασκευής των Δαρλάση και Μαστώρου ακολουθεί τη δομή του πρωτοτύπου και το βιβλίο διαιρείται σε τέσσερα μέρη με τίτλους: «Όχι», «Πεινάααω», «Συσσίτιο» και «Λευτεριά ή Θάνατος». Η ιστορία ξεκινά την παραμονή της 28ης Οκτωβρίου με τον θάνατο του τριζονιού του εννιάχρονου Πέτρου και τις οικογενειακές συζητήσεις για την εύθραυστη πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη. Μια μέρα μετά, η Ελλάδα έχει μπει στον πόλεμο και αυτό που φαινόταν για τον μικρό Πέτρο ως κάτι μακρινό και, πιθανώς, ως ένα πεδίο επίδειξης ηρωισμών και ανδρείας, γίνεται θλιβερή πραγματικότητα. Ο πόλεμος είναι σκληρός και κανείς δεν μπορεί να νιώθει ικανοποίηση σε τέτοιες συνθήκες. Μέσα από τα μάτια του Πέτρου, από τις σκέψεις του, από τα όσα συμβαίνουν πρώτα μακριά από αυτόν και προοδευτικά, κατά την εξέλιξη του βιβλίου, όλο και πιο κοντά του, στους γείτονες, στους φίλους, στην οικογένειά του, ο αναγνώστης παρακολουθεί τη διαρκή επιδείνωση της ζωής των Αθηναίων, τον αγώνα για επιβίωση υπό καθεστώς Κατοχής, την προδοσία και τη σκληρότητα αλλά και την αλληλεγγύη και την ανθρωπιά, τον θάνατο που ζυγώνει αλλά και τη ζωή που θριαμβεύει. Η φτώχεια, η πείνα, ο φόβος, η ανελευθερία, οι αρρώστιες, οι νεκροί στη μέση του δρόμου, η ναζιστική αγριότητα, οι δωσίλογοι και οι εκμεταλλευτές γίνονται εφιάλτης για τον Πέτρο που δεν παύει να είναι παιδί. Αλλά ένα παιδί που, όπως όλα τα παιδιά της εποχής, μεγάλωσαν πριν την ώρα τους. Και πήραν μαθήματα ζωής από την αντίσταση, τις διαμαρτυρίες, τις διαδηλώσεις, τις προκηρύξεις, τα συνθήματα στους τοίχους, το ΕΑΜ, τις ειδήσεις για τις νίκες του Κόκκινου Στρατού, την ανυπακοή χωρίς να υπολογίζονται οι συνέπειες και το τίμημα απέναντι στους ναζί και στους ντόπιους συνεργάτες τους. Κι έτσι ο Πέτρος θα καταφέρει να μείνει ζωντανός μέχρι την πολυπόθητη ημέρα της Απελευθέρωσης της Αθήνας, εντελώς διαφορετικός όμως από το παιδί της έναρξης του πολέμου. Και θα ξεχυθεί χαμογελαστός στους δρόμους για έναν πραγματικά Μεγάλο Περίπατο στην ελεύθερη και αδούλωτη Ζωή. Και το σχετικό link...
  3. Πενήντα χρόνια μετά, επανέρχεται – online από σήμερα κι όταν ανοίξουν τα βιβλιοπωλεία φυσικά – «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου» της Άλκης Ζέη, αυτήν τη φορά σε μορφή κόμικ με σχέδιο του Δημήτρη Μαστώρου και διασκευή της Αγγελικής Δαρλάση (εκδόσεις Μεταίχμιο). Ένας φόρος τιμής από νεότερους δημιουργούς στη συγγραφέα του θρυλικού ομώνυμου βιβλίου που από την πρώτη του έκδοση το 1971 έχει πουλήσει περί τα 345.000 αντίτυπα και μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Ήταν η πρώτη φορά που ένα παιδικό βιβλίο εξιστορούσε μέσα από τα μάτια ενός παιδιού γεγονότα της Κατοχής και της απαγορευμένης Αντίστασης. Ξεριζωμένη και πάλι τότε από την Ελλάδα λόγω της χούντας, η Άλκη Ζέη εκπατρισμένη στο Παρίσι έγραψε τον μεγάλο περίπατο του Πέτρου αναπλάθοντας με τη γραφή της δραματικά βιώματα δικά της και πολλών, με απλότητα, χωρίς διδακτισμό και με το υποδόριο χιούμορ της που δεν την εγκατέλειψε ποτέ, συνεχίζοντας τη συναρπαστική της πορεία η οποία σταμάτησε τον Φεβρουάριο του 2020. Πώς θα της φαινόταν άραγε ο αντιστασιακός Πέτρος, ο σκανταλιάρης Σωτήρης ο κολλητός του σε graphic novel; Ο κομίστας Δημήτρης Μαστώρος που έκανε γνωστά τα Εξάρχεια στους Γάλλους με το επιτυχημένο του graphic novel «L'Orange Αmère»(«Εξάρχεια Το πικρό νεράντζι») μιλά στο ΑΠΕ/ΜΠΕ για τη δική του ματιά στον «μεγάλο περίπατο του Πέτρου», τη συμμετοχή της Άλκης Ζέη στην προετοιμασία της έκδοσης, την επικαιρότητα του βιβλίου, αλλά και το ελληνικό κόμικ, παρότι ο ίδιος γεννήθηκε, μεγάλωσε και σπούδασε στις Βρυξέλλες, πρωτεύουσα με ισχυρή παράδοση στο κόμικ. Είσαι 31 χρόνων, ανήκεις σε μια γενιά μακρινή από το βιβλίο, ιδίως από τα γεγονότα που εξιστορεί. Πώς προέκυψε η εμπλοκή σου στον «μεγάλο περίπατο του Πέτρου»; Είχα δικό μου πρότζεκτ, όταν στο μεταξύ μού πρότειναν από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» να αναλάβω το σχέδιο. Δεν είχα ξαναδουλέψει σε διασκευή βιβλίου και μού άρεσε η ιδέα, άλλωστε η Αγγελική Δαρλάση που έκανε τη διασκευή είχε την περισσότερη δουλειά. Έκριναν ότι το σχέδιό μου θα ταίριαζε στην ατμόσφαιρα του βιβλίου. Κι επειδή ζω στις Βρυξέλλες και γνωρίζω την κόρη της Άλκης Ζέη, την Ειρήνη, είχα την φιλική υποστήριξή της, όπως και του Πέτρου, τού αδελφού της. Με δεδομένο ότι άρεσε η ιδέα στην Άλκη, διάβασα το βιβλίο – το είχα διαβάσει πρώτη φορά όταν ήμουν μικρός – κι αμέσως «είδα» κάποιες σκηνές που κόλλαγαν πολύ σε κόμικς. Της έστειλα ένα δείγμα σχεδίου, της άρεσε και αποφασίσαμε να προχωρήσουμε. Ξεκίνησα το καλοκαίρι του 2019 και τις τελικές σελίδες άρχισα να τις σχεδιάζω στην Ελλάδα τον Φεβρουάριο του 2020, λίγες μέρες πριν φύγει από τη ζωή. Είχε προλάβει να δει το πρόσωπο του Πέτρου στο σχέδιο και της άρεσε. Στο πρώτο λοκντάουν δούλευα το βιβλίο συνέχεια, είτε στην Ελλάδα είτε στις Βρυξέλλες, πάντως αρκετά γρήγορα για τα δεδομένα μου. Κι επειδή ήθελα να βγει τώρα, επέμενα να κάνω την δική μου γραμματοσειρά οπότε όλα τα γράμματα στο βιβλίο είναι χειρόγραφα ενώ θα μπορούσα να τα κάνω στον υπολογιστή, πράγμα που δεν έκανα και το πλήρωσα γιατί έχει πολλούς διαλόγους. Τι σε άγγιξε διαβάζοντάς το; Το είδα αμέσως με το βλέμμα της δουλειάς. Όταν πεθαίνει η γιαγιά ενός παιδιού και πρέπει αντί να την θάψουν επίσημα να την πετάξουν στο νεκροταφείο ώστε να μη τη δηλώσουν νεκρή και χάσουν το δελτίο συσσιτίου της, ενθουσιάστηκα με την ιδέα να ζωγραφίσω την εικόνα. Τόσα άτομα του βιβλίου έχουν μια εικόνα, έπρεπε να βρω τις φάτσες τους πώς θα κινούνται, πώς θα μιλάνε… Δουλεύουμε πολύ το στόρυμπορντ. Με το που σου σκάει μια σκηνή από την ανάγνωση σημειώνεις σ' ένα τετράδιο πώς θα είναι ένα καντράζ. Θεωρείς ότι είναι ένα βιβλίο για παιδιά ή για μεγάλους; Αυτή είναι η μαγκιά. Περιγράφει κάποιες σκηνές πολύ σκληρές, αφήνοντας άλλα ιστορικά γεγονότα ασχολίαστα τα οποία καταλαβαίνεις όταν το ξαναδιαβάσεις στην εφηβεία κι έχεις ακούσει π.χ. για τους χίτες, για το σκοπευτήριο της Καισαριανής. Και σίγουρα είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται από μεγάλους. Τι σε διευκόλυνε στην πρόσληψη της εποχής στην οποία αναφέρεται το βιβλίο; Έπρεπε ιστορικά να είμαστε σωστοί, έψαξα φωτογραφίες, υλικό από ταινίες, ανέτρεξα στο πελώριο φωτογραφικό λεύκωμα της Βούλας Παπαϊωάννου για να βρω τους δρόμους, τα αμάξια της εποχής, την πλατεία Ομονοίας, τον κινηματογράφο Ατθίς στην Πατησίων, την πλατεία Άϊ Γιώργη στην Κυψέλη, όλα όσα αναφέρονται στο βιβλίο. Δεν ήξερα τι είναι η φουφού, έπρεπε να το ψάξω. Όπως και τα φορέματα της Αντιγόνης με τα στοιχεία της εποχής, τα πλισέ και άλλες λεπτομέρειες που περιγράφει η Άλκη Ζέη. Η έκδοση αυτή προσεγγίζει μια άλλη γενιά, πιο εξοικειωμένη με το graphic novel. Εμένα αυτό μ' ενδιαφέρει. Είναι ένα βιβλίο 50 ετών και είναι επίκαιρο όχι μόνο επειδή μεταγράφεται σε μια διαφορετική γλώσσα που είναι το κόμικ αλλά και επειδή είμαστε μια χώρα που ξέρει πολύ καλά τι σημαίνει να ξαναφουντώνει ο φασισμός και ο ναζισμός, το έχουμε δει πρόσφατα. Διαβάζουμε τον μεγάλο περίπατο του Πέτρου και μπορούμε να δούμε παράλληλα ότι μπορεί να συμβούν ακόμα και σήμερα. Ήταν ένα βιβλίο μπροστά από την εποχή του. Όταν η Άλκη Ζέη το έγραφε το 1970 μπόρεσε και μίλησε για ανθρώπινες σχέσεις ακόμα και για προδοσίες, μίλησε για τα παιδιά, τις γυναίκες. «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου» είναι, νομίζω, αρκετά επίκαιρος σε πολλούς τομείς. Πώς βλέπεις το ελληνικό κόμικ; Τα γυμνασιακά μου χρόνια τα πέρασα εδώ στην Ελλάδα και μεγάλωσα με τη Βαβέλ. Εξαιρετικό περιοδικό. Δεν ξέρω κάποιο περιοδικό στη Γαλλία τόσο εκλεπτυσμένο, με εξαιρετικά κόμικς από τη Γαλλία, την Ιταλία, με άρθρα και άποψη. Πήγαινα στο φεστιβάλ της Βαβέλ κάθε χρόνο, στενοχωρήθηκα όταν σταμάτησε. Ήθελα να το ξαναδώ, να ξαναβγεί το περιοδικό. Πρόσφατα είχε κυκλοφορήσει και ο «Μπλε Κομήτης», μια αξιόλογη προσπάθεια. Έχουμε πολύ καλά χέρια στην Ελλάδα, ωραία κόμικς που ίσως δεν είναι τόσο γνωστά στο ευρύ κοινό. Συνεχίζοντας το ενδιαφέρον παιχνίδι του κόμικ ποιο θα είναι το επόμενο πρότζεκτ σου; Μια προσωπική ιστορία με φόντο την Ελλάδα των παιδικών μου χρόνων, όχι σε συγκεκριμένο χώρο όπως τα Εξάρχεια. Είναι όμως ακόμα νωρίς. Και το σχετικό link...
  4. Το περασμένο καλοκαίρι τα Εξάρχεια μετακόμισαν στις προθήκες των βρυξελλιώτικων βιβλιοπωλείων, μέσα από το εικονοποιημένο αφήγημα του Δημήτρη Μαστώρου (εικονογράφηση, σενάριο) και του Nicolas Wouters (σενάριο), που εκδόθηκε από τον ιστορικό γαλλικό οίκο Futuropolis (τμήμα των εκδόσεων Gallimard). Πριν από λίγο καιρό ο εκδοτικός οίκος Χαραμάδα εξασφάλισε τα δικαιώματα, ώστε μέχρι το επόμενο καλοκαίρι το βιβλίο να κυκλοφορήσει και στην ελληνική αγορά. Η ιστορία τού «Εξάρχεια - L’orange amère» αφορά τον Νίκο, ένα παιδί που ζει στο εξωτερικό και επιστρέφει κάποιο καλοκαίρι στη γειτονιά που μεγάλωσε, τα Εξάρχεια, προτού κατέβει για διακοπές στα νησιά. Μέσα από την ιστορία του Νίκου, που φιλοξενείται από το ζευγάρι των θείων του που έχουν μπαρ στην Καλλιδρομίου, καταγράφεται η καθημερινότητα της περιοχής, οι παρέες, οι μετανάστες, οι δράσεις στην πλατεία Ναυαρίνου αλλά και η διακίνηση της πρέζας και πολλά άλλα πράγματα που «πονάνε». Με αφορμή τα νέα για την κυκλοφορία στην ελληνική αγορά, το Documento μίλησε με τον 27χρονο δημιουργό Δημήτρη Μαστώρο, ο οποίος ζει στις Βρυξέλλες. Ποια είναι η σχέση σου με τα Εξάρχεια; Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Βέλγιο. Η Ελλάδα ήταν πάντα παρούσα, στις διακοπές και σε κάθε αργία. Γύρισα οριστικά στα 12 περίπου, πρώτα επί της Αλεξάνδρας και μετά στη Στουρνάρη. Τότε και για τα επόμενα χρόνια δεν σκεφτόμουν να φύγω. Το να σκας στην Αθήνα στην αρχή της εφηβείας, μετά τη μουντίλα των Βρυξελλών, έδινε την αίσθηση παιδικής χαράς. Μεγάλη πόλη, θόρυβος, ζωντάνια, ελευθερία… Έπειτα από το λύκειο όμως ένιωθα λίγο στάσιμος και ξαναγύρισα στις Βρυξέλλες για να σπουδάσω στην Καλών Τεχνών και ανακάλυψα πόσο φοιτητική πόλη είναι. Γενικά μιλώντας, η Αθήνα είναι ένα μεγάλο πηγαινέλα. Πώς ξεκίνησες στο χώρο των κόμικ; Στα 15 άρχισα να συνεργάζομαι με τους Schooligans, που ήταν τότε στην «Ελευθεροτυπία». Εστειλα ένα μέιλ ότι κάνω κόμικ, τους πήγα μερικά και κολλήσαμε. Ήταν πιο εύκολο να εκδοθεί το «Εξάρχεια - L’orange amère» πρώτα στο εξωτερικό και μετά στην Ελλάδα; Εγώ και ο Nicolas Wouters, με τον οποίο κάναμε μαζί το βιβλίο, είχαμε πάντα κριτές στις πτυχιακές μας στη σχολή εκδότες, δασκάλους, πολίτες και άλλα άτομα του χώρου των κόμικ. Όταν έκανα ένα προσχέδιο για τα «Εξάρχεια» στο τελευταίο έτος της σχολής, κριτής ήταν ένας εκπρόσωπος του Futuropolis και είχε αφήσει να ακουστεί ότι θα τους ενδιέφερε ένα κόμικ με αυτό το θέμα. Έπειτα από ένα χρόνο και πολλά ζόρια φτιάξαμε επιτέλους έναν άξιο φάκελο για να τον δείξουμε στους εκδότες και στείλαμε σε 3-4 που μας άρεσαν. Στην αρχή μας κάλεσαν από τον πιο μικρό, αλλά καλό οίκο Sarbacane, με τους οποίους ο Νicolas είχε ήδη βγάλει βιβλίο. Εγώ όμως περίμενα το Futuropolis, μου άρεσαν τα βιβλία τους, είχαν βγάλει και το «Rebétiko» του David Prudhomme πριν από μερικά χρόνια. Οπότε είπαμε να το σκεφτούμε, περιμένοντας την απάντηση που θέλαμε. Ήταν ρίσκο αλλά μας βγήκε. Τι απαιτήσεις έχει μια ιστορία ώστε να γίνει κατανοητή από κάποιον που προέρχεται από διαφορετική κουλτούρα; Αυτό ήταν που με βασάνιζε σε όλη τη δημιουργία. Πώς να είναι το κόμικ για ένα γαλλικό κοινό που χρειάζεται εξηγήσεις και πληροφορίες, χωρίς να επαναλαμβάνει κοινοτοπίες και υπερβολές για το ελληνικό κοινό. Ένας ξένος πρέπει να καταλάβει το βαρύ παρελθόν της γειτονιάς, την τωρινή ατμόσφαιρα, το τι δυνάμεις συγκρούονται για να είναι έτσι η κατάσταση. Είναι κρίμα να πετάξεις απλώς το ότι γίνονται μπάχαλα ή το ότι υπάρχει πρέζα. Από την άλλη, δεν θέλαμε να δώσουμε καμία απάντηση ή να πούμε τη γνώμη μας. Προσπαθήσαμε να βρούμε τη χρυσή τομή. Φυσικά, δεν ξέρω πώς θα το αντιμετωπίσει το κοινό στην Ελλάδα. Πώς προκύπτει ο υπότιτλος «L’orange am ère» (Το νεράντζι); Τον τελευταίο μήνα του κόμικ τρέχαμε να προλάβουμε τη χρονική προθεσμία και είχαμε καταλήξει ότι θα γράφαμε σε ελληνικά το «Εξάρχεια» και πως χρειαζόταν έναν υπότιτλο. Ο τίτλος πάντα λίγο-πολύ βρίσκεται μέσα στο βιβλίο. Υπήρχε ένα παιχνίδι με τα νεράντζια γενικά μέσα στην ιστορία, η μυρωδιά τους, το ότι γίνονται μπάλες για τα σκυλιά, όπλα όταν παίζεις νεραντζοπόλεμο με τους φίλους σου. Ένας γλυκόπικρος συμβολισμός, όπως η γειτονιά. Τι είναι για σένα τα Εξάρχεια; Θα είναι πάντα σπίτι. Θα είναι αναμνήσεις και μόνιμη βάση. Πάντα θα μιλάω για την εκρηκτικότητά τους, τα γκράφιτι και τα στέκια (μεταναστών και άλλα). Όμως είναι ένας τόπος που άφησα. Και από μακριά πλέον μίλησα γι’ αυτόν. Ένας Ναπολιτάνος συγγραφέας που μ’ αρέσει, ο Erri de Luca, έφυγε από τη συνοικία του στη Νάπολη, το Montedidio και έκανε ένα ομώνυμο βιβλίο γι’ αυτήν. Έλεγε ότι όταν αφήνεις τη γειτονιά σου, την προδίδεις και πλέον είσαι και εσύ ένας επισκέπτης. Και το σχετικό link...
  5. Εξάρχεια: Το Πικρό Νεράτζι- Ένα κόμικ για το άβατο ανθρωπιάς, αλληλεγγύης και αντιφάσεων «Ξέρεις, λένε πως όταν χτιζόταν η Αθήνα, υπήρχε ένα σχέδιο να γεμίσουν τους δρόμους με οπωροφόρα δέντρα. Μηλιές, λεμονιές, φαγητό παντού… αλλά όταν το έμαθαν οι αγρότες έγινε χαμός, στο τέλος δεν μας έμεινε τίποτα άλλο από τα πικρά νεράντζια… και η μυρωδιά» Τα Εξάρχεια έχουν τη δική τους θέση στην επικαιρότητα όχι μόνο της Αθήνας αλλά όλης της Ελλάδας. «Άβατο», «κέντρο παρανομίας», «χώρος αντιεξουσιαστών», είναι μερικές από τις φράσεις που συνοδεύουν τις δημοσιογραφικές αναφορές στην ιστορική γειτονία. Στο τέλος αυτών, πάντα βρίσκεται η καθιερωμένη ερώτηση: «πότε θα κάνει κάτι το κράτος;». Με αυτό τον τρόπο, τα Εξάρχεια πλαισιώνονται πάντα ως πρόβλημα το οποίο πρέπει να επιλυθεί προκειμένου να επανέλθει η τάξη και να ζήσουν «κανονικά» οι κάτοικοι τους αλλά και εμείς, οι πολίτες των υπόλοιπων περιοχών που απειλούμαστε από αυτή την κατάσταση. Ακόμα και αν δεν είχαν τα Εξάρχεια την αυταξία τους (που την έχουν), τα παραπάνω θα αρκούσαν για να κάνουν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα την έκδοση στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Χαραμάδα, του κόμικ Εξάρχεια – Το Πικρό Νεράντζι (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Χαραμάδα), που κυκλοφόρησε αρχικά στη Γαλλία με τον τίτλο Εξάρχεια – L’ Orange Amere . Πώς προέκυψε ένα γαλλόφωνο κόμικ για τη διάσημη γειτονία; Μέσα από τη συνεργασία του Δημήτρη Μαστώρου, που γεννήθηκε και σπούδασε στις Βρυξέλλες αλλά μεγάλωσε στα Εξάρχεια, με τον Βέλγο συμφοιτητή του, Νικολάς Γουτέρς. Πρόκειται για την πρώτη τους έκδοση βιβλίου κόμικ, σε σχέδιο του Μαστώρου και σενάριο που επεξεργάστηκε ο Γούτερς, αξιοποιώντας τις αναμνήσεις από τα εφηβικά χρόνια που έζησε ο συνδημιουργός του στην περιοχή αλλά και τα πολλά ντοκιμαντέρ που έχουν δημιουργηθεί την τελευταία δεκαετία. Τα Εξάρχεια βρίσκονται στο επίκεντρο της ιστορίας και δεν αποτελούν απλά ένα πλαίσιο. Ο Νίκος, ο πρωταγωνιστής, φτάνει από το εξωτερικό στην Αθήνα για να περάσει λίγες μέρες προτού μεταβεί στα νησιά για να ζήσει το ελληνικό καλοκαίρι. Θα μείνει μερικές μέρες στα Εξάρχεια στους θείους του που έχουν ένα καφέ στα Εξάρχεια και χρειάζονται βοήθεια, καθώς ο θείος του έχει προβλήματα υγείας. Πολύ γρήγορα θα τον τραβήξει η γειτονία, τα μέρη και οι άνθρωποι, συνήθειες που είχε ξεχάσει και άλλες, νέες. Μέσα από τις βόλτες του Νίκου γνωρίζουμε τα Εξάρχεια και τις ιδιαιτερότητες τους: συγκρούσεις με την αστυνομία Παρασκευή και Σάββατο, άνθρωποι όπως ο αγωνιστής Τζίμπης, ο ενθουσιασμός με τον Αστέρα Εξαρχείων και η φιέστα για τον υποβιβασμό, ένα σκυλί σε αναπηρικό καροτσάκι (εμπνευσμένο από τον Λουκάνικο) οι μετανάστες που εγκλωβίστηκαν στην Αθήνα προσπαθώντας να περάσουν σε άλλες χώρες αλλά και οι ηρωινομανείς και ο δικός τους αγώνας επιβίωσης. Όλα αυτά μέσα σε ένα περιβάλλον γνώριμο για τον αναγνώστη: ο λόφος του Στρέφη, η πλατεία, τα στενάκια και, στο κέντρο όλων, το πάρκο Ναυαρίνου. Το πάρκο θα κεντρίσει την προσοχή του πρωταγωνιστή: ένας χώρος αλληλεγγύης, δημιουργίας αλλά και συγκρούσεων, με κάποιους από τους κατοίκους να στρέφονται επιθετικά ενάντια στους ναρκομανείς. Ο Νίκος θα εμπλακεί στη ζωή του πάρκου που ετοιμάζεται να γιορτάσει τα γενέθλια της δημιουργίας του και πολύ γρήγορα το εξαρχειώτικο καλοκαίρι θα τον «ρουφήξει», κάνοντας τον να ξεχάσει τα σχέδια για τα νησιά. Ο αναγνώστης που έχει κάνει έστω και ελάχιστες βόλτες στην περιοχή, θα καταλάβει πόσο προσοχή έχει δοθεί στην απεικόνιση του χώρου. Το εκάστοτε καρέ δεν παρουσιάζει έναν οποιονδήποτε δρόμο των Εξαρχείων αλλά κάθε φορά ένα συγκεκριμένο δρόμο, μία συγκεκριμένη πλευρά της πλατείας. Παρόλο που το σχέδιο βασίζεται σε αδρές γραμμές και σε αποχρώσεις του γκρι και του μαύρου, προσπαθεί να αποδώσει πιστά την περιοχή στις λεπτομέρειες της, που την κάνουν να ξεχωρίζει: γκράφιτι, πανό, αφίσες έχουν την τιμητική τους. Ο πιο φανατικός της περιοχής θα εντοπίσει και κάποιες ταμπέλες που έχουν αποδοθεί με ακρίβεια. Πολύ συχνά, οι πρωταγωνιστές βρίσκονται στο περιθώριο καθώς παραγκωνίζονται από καρέ των Εξαρχείων υπό διαφορετικές γωνίες ή οι διάλογοι αποκόπτονται από τα πρόσωπα και παρουσιάζονται σαν να πλέουν στη θερινή ραστώνη της περιοχής. Είναι και τα Εξάρχεια, με αυτό τον τρόπο, ένας από τους πρωταγωνιστές και θέλει να πει τη δική του ιστορία. Κορυφαίες στιγμές αυτής της προσπάθειας είναι τα πανοραμικά πλάνα του πάρκου της Ναυαρίνου, ως ένας τόπος γιορτής σε αντίθεση με τη μουντάδα της γύρω πόλης. Ωστόσο, όλα τα παραπάνω δεν συντείνουν σε μία εξιδανίκευση των Εξαρχείων. Στην περιοχή μένουν πραγματικοί άνθρωποι μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο με τις δικές του αντιθέσεις και προκλήσεις. Δίπλα στο γλέντι στου Στρέφη, εξελίσσεται μία ακόμα ιστορία: μετανάστες έχουν καταλάβει ένα διαμέρισμα που ανήκει στον θείο του πρωταγωνιστή, ο οποίος θέλει να το νοικιάσει. Καθώς ο Νίκος προσφέρεται να βοηθήσει, θα έρθει σε επαφή με τον μικρό Ιμράν που κάνει κουμάντο και θα τον πιέσει να βρεθεί μία λύση. Αρχίζει να καταλαβαίνει τη λογική του νεαρού μετανάστη για το αδιέξοδο στο οποίο έχουν βρεθεί, την ίδια στιγμή που ο θείος του αρχίζει να αναζητά άλλες λύσεις που θα τον φέρουν σε σύγκρουση με τον Νίκο. Αυτή η ρεαλιστική ματιά στα Εξάρχεια και τις αντιφάσεις τους, αποτελεί το καλύτερο αντίβαρο στη δαιμονοποίηση τους. Μακριά από τις δημοσιογραφικές υπερβολές, το σκίτσο του κόμικ μας φέρνει πολύ πιο κοντά στη γειτονιά από ότι η παραμορφωμένη «αλήθεια» της κάμερας και του ρεπορτάζ. Το Πικρό Νεράντζι είναι ένα από τα καλύτερα κόμικ που θα διαβάσουμε φέτος. Δύο δημιουργοί που διατηρούν μία απόσταση από την ιστορική γειτονία της Αθήνας, όπως και ο πρωταγωνιστής του κόμικ, μας οδηγούν στην πιο βαθιά βουτιά στην περιοχή. Μέσα από χαρακτήρες που νιώθουμε ότι τους ξέρουμε ήδη, δρόμους που έχουμε χιλιοπερπατήσει, μας κάνουν να δούμε με άλλο μάτι την καθημερινότητα μας μέσα στην Αθήνα Η γλυκόπικρη αίσθηση κυριαρχεί σε όλο το κόμικ και το καθιστά, ταυτόχρονα, τρομακτικά οικείο αλλά και πρωτόγνωρο. Πηγή
  6. «Μπαίνουμε μέσα όπως μπαίνουμε σε ένα κάστρο, παρασυρμένοι από τη μυρωδιά του καμένου και του γλεντιού. Η ιστορική γειτονιά των Εξαρχείων πλέει ακυβέρνητη στην τσιμεντένια θάλασσα της Αθήνας. Στους στενούς δρόμους, οι κάτοικοι γελούν και χάνονται, διασχίζοντας επικίνδυνα νερά σαν νυχτερινά ψάρια. Ο Νίκος, έλληνας φοιτητής στο εξωτερικό, επιστρέφει ως επισκέπτης στα Εξάρχεια, τη γειτονιά της παιδικής του ηλικίας. Τα Εξάρχεια του οικογενειακού καφέ-μπαρ, του πάρκου Ναυαρίνου, των γκράφιτι, των καταλήψεων. Της θείας Ναταλίας, του αγωνιστή Τζίμπη, του εξαρτημένου Γιάννη, του μικρού μετανάστη Ιμράν». «Πρόκειται για μια γλυκόπικρη παρουσίαση της πιο αγαπημένης (ή πιο μισητής για άλλους) γειτονιάς της Αθήνας. Χωρίς να ωραιοποιεί, χωρίς να εξιδανικεύει, χωρίς να διστάζει να μιλήσει για τα κακώς κείμενα, χωρίς όμως και να ξεχνά την αίσθηση της αλληλεγγύης και της απλότητας αλλά και την υπέροχη μυρωδιά των νεραντζιών, ο Δημήτρης Μαστώρος και ο Nicolas Wouters μας δίνουν μια ιστορία που εκτυλίσσεται στο «πικρό νεράντζι» της Αθήνας, τα Εξάρχεια, με ένα ιδιαίτερο σχέδιο που θυμίζει κινηματογραφική ταινία». Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο κόμικ, όπως και η περιοχή όπου διαδραματίζεται. Με αφορμή την επίσκεψη και διαμονή του πρωταγωνιστή στα Εξάρχεια αλλά και τη διαμόρφωση του πάρκου Ναυαρίνου σε κοινωνικό χώρο, προσπαθεί να παρουσιάσει στον αναγνώστη τη γειτονιά των Εξαρχείων και να σχολιάσει κάποια κοινωνικά φαινόμενα, όπως η βία, ο ρατσισμός και η χρήση ναρκωτικών ουσιών, που δεν περιορίζονται στην περιοχή αλλά μας αφορούν γενικότερα ως κοινωνία. Κατά τη γνώμη μου στο πρώτο κομμάτι τα καταφέρνει πολύ καλά. Σε βάζει μέσα στο κλίμα της περιοχής και των κατοίκων της, μιας πραγματικά ζεστής γειτονιάς για όσους την αγαπούν και την περιδιαβαίνουν ειρηνικά. Τα «μπάχαλα» πέριξ της πλατείας είναι κι αυτά εδώ, αναπόσπαστο κομμάτι δυστυχώς της καθημερινότητας αλλά είναι εδώ και οι πράξεις αλληλεγγύης και συμπαραστάσης. Μάλιστα, έχει γίνει τόσο προσεκτική δουλειά στο εικαστικό κομμάτι που όσοι ξέρουν την περιοχή σίγουρα θα αναγνωρίσουν δρόμους, τοίχους, μαγαζιά και αν τυχόν έχουν αρκετό καιρό να την επισκεφτούν θα νιώσουν μια γλυκιά νοσταλγία. Από την άλλη όμως, βρήκα ότι δεν κατάφερε να μπει στην ουσία των πιο σοβαρών θεμάτων που προσπάθησε να θίξει και τα οποία τελικά τα αντιμετώπισε αρκετά επιφανειακά. Το καλό φυσικά σε αυτό είναι ότι το σενάριο δεν γίνεται σε καμία περίπτωση διδακτικό. Το προτείνω σίγουρα σε όλους όσοι ξέρουν/ζουν/αγαπούν τα Εξάρχεια. Πιστεύω θα σας αρέσει όσο άρεσε και σε μένα: μια ιστορία, ένα κόμικ για την αγαπημένη μου γειτονιά της Αθήνας. Στους υπόλοιπους, ειλικρινά δεν ξέρω. Το κόμικ σε βάζει να περπατήσεις τους δρόμους της περιοχής, οπότε αν θέλετε να κάνετε μια πρώτη βόλτα ίσως πρόκειται για μια καλή ευκαιρία. Για το σχέδιο δεν έχω πολλά να πω, αρχικά μου φάνηκε περίεργο αλλά το συνήθισα πάρα πολύ γρήγορα. Είναι υποκειμενικό όμως, οπότε αφήνω εδώ και κάποια καρέ.
  7. Στα εξωτικά Εξάρχεια δεν φυτρώνουν μόνο νεράντζια Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς Τα Εξάρχεια για τους αμύητους φαντάζουν τόπος εξωτικός και μαγεμένος. Μύθοι και θρύλοι αλλά και τερατολογίες τα συνοδεύουν στις αφηγήσεις και τα παραμύθια. Μέχρι να τα επισκεφτείς. Και να νιώσεις ζεστά και οικεία, αν το θες. Αντικρίζοντας ενδιαφέροντες ανθρώπους και μέρη ποτισμένα από μια άγραφη εναλλακτική Ιστορία. Και από δακρυγόνα Ο λόφος του Στρέφη, η πλατεία, η Τσαμαδού, η Μεθώνης, η Βαλτετσίου, η Αραχώβης, τα κατειλημμένα κτίρια, το Βοξ, το Πάρκο Ναυαρίνου, το Πολυτεχνείο, ο Λυκαβηττός στο βάθος να ρίχνει τη σκιά του, η λαϊκή αγορά και το Αστυνομικό Τμήμα στην Καλλιδρομίου, ο Αστέρας Εξαρχείων, τα σουβλατζίδικα και τα καφέ, τα βιβλιοπωλεία και τα τυπογραφεία. Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες, οι πολιτικοί ακτιβιστές, οι παλαιοπώλες, οι τοξικοεξαρτημένοι. Ο μικρόκοσμος της ιστορικής περιοχής της Αθήνας αποτελεί το επίκεντρο στα «Εξάρχεια – Το Πικρό Νεράντζι» των Δημήτρη Μαστώρου και Nicolas Wouters (εκδόσεις Χαραμάδα, μετάφραση Μαρία Χρίστου). Με την, κατά πώς φαίνεται, απολύτως εσκεμμένη επιλογή των δημιουργών να εστιάσουν το ενδιαφέρον τους, και συνεκδοχικά να στρέψουν την προσοχή των αναγνωστών, στα πρόσωπα και όχι στον τόπο ή στα γεγονότα. Ωστόσο, στην πιο παρεξηγημένη γειτονιά της Αθήνας, οι πιο απλές και καθημερινές ανθρώπινες ιστορίες επηρεάζονται καθοριστικά από τον τόπο εντός του οποίου εκτυλίσσονται. Τα γκράφιτι στους τοίχους, οι διαδηλώσεις, οι γείτονες, τα κτίρια, τα αδέσποτα σκυλιά, οι μουσικές και τα τραγούδια, οι συνελεύσεις και οι επιτροπές των κατοίκων, οι εντάσεις και οι καβγάδες, οι πολιτικές συζητήσεις και δράσεις, τα πάντα δείχνουν να καλύπτονται από την αύρα που αναδίδει ένα παρελθόν (και παρόν) πλημμυρισμένο από πολιτική και πολιτισμό. Και με την ευωδιά των πανταχού παρόντων νεραντζιών που αν τολμήσεις να τα δοκιμάσεις, γεύεσαι μια μοναδική πίκρα. Αυτήν την όψη των Εξαρχείων παρουσιάζει με απόλυτη επιτυχία το βιβλίο των Μαστώρου και Wouters. Εχοντας όμως για πρωταγωνιστή έναν νέο που επιστρέφει στην περιοχή μετά από μακρόχρονη απουσία στο εξωτερικό και προσπαθεί να προσαρμοστεί, να θυμηθεί, να ταιριάξει, να κατανοήσει τις αλλαγές και, αν τα καταφέρει, να ξαναδεθεί με πρόσωπα και πράγματα. Αυτό είναι και το δυνατό σημείο της αφήγησης στα «Εξάρχεια», η εμπλοκή του κεντρικού χαρακτήρα, δηλαδή, με την πραγματικότητα ως ενεργού μέρους της και όχι ως παντεπόπτη και κριτή ή αποστασιοποιημένου και τουρίστα. Δεν κάνουν ντοκιμαντέρ ούτε δημοσιογραφική έρευνα οι δημιουργοί των «Εξαρχείων». Αφηγούνται μια ιστορία και όχι την Ιστορία. Τα σχέδια του Μαστώρου είναι συναρπαστικά, εξπρεσιονιστικά και γκροτέσκα κάποιες στιγμές, «φωτογραφικά» κάποιες άλλες, με γωνίες λήψης που καταγράφουν τα Εξάρχεια από κάθε πιθανή θέση, από μπαλκόνια και πεζοδρόμια, από ταράτσες, από εδάφους και αέρος. Επηρεασμένα πιθανώς από το καρναβαλικό στοιχείο δημιουργών όπως ο Γιάννης Καλαϊτζής στην «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» ή οι Munoz και Sampayo στις σκηνές μητροπολιτικής, αστικής παράνοιας των κόμικς τους, τα ασπρόμαυρα σκίτσα των προσώπων που παραμορφώνονται, ιδρώνουν, ξεφυσούν, κραυγάζουν, αγκομαχούν, γίνονται τόσο εκφραστικά που θαρρείς πως νιώθεις την ανάσα τους και ακούς τις φωνές τους. Με αποκορύφωμα το συγκλονιστικό εξασέλιδο, χρωματισμένο με το κόκκινο της φωτιάς, που εικονογραφείται από την οπτική γωνία του ανάπηρου σκύλου, μια τεχνική που είχε χρησιμοποιήσει παλαιότερα και ο Matt Fraction στο «Hawkeye» αφιερώνοντας ένα ολόκληρο τεύχος στα μάτια και στα αυτιά του σκύλου–πρωταγωνιστή και στον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του. Πρόσφατα, στο «Εδώ Ελεύθερα Εξάρχεια» (Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2015), οι Νίκος Κουφόπουλος και Νικόλας Αγάθος φιλοτέχνησαν σε κόμικς μια σπουδαία ιστορική καταγραφή και διαδρομή της περιοχής, με πολλές και ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες και δεκάδες αναφορές σε ονόματα και γεγονότα που τη στιγμάτισαν. Παλαιότερα, στο αφιέρωμα για τα Εξάρχεια του περιοδικού «Γαλέρα» (2008), δημοσιογράφοι, δημιουργοί κόμικς, γελοιογράφοι, αρθρογράφοι και εικαστικοί είχαν σχηματίσει ένα μοναδικό κολάζ γνώσεων και εμπειριών για την περιοχή. Τα Εξάρχεια, όμως, των Μαστώρου και Wouters είναι πιο προσωπικά, δεν επιδιώκουν την ακρίβεια της επιστημονικής έρευνας ούτε την επαλήθευση των τεκμηρίων και των αποδείξεων, δεν αξιώνουν να κριθούν στο επίπεδο της πληρότητας ή της ολότητας του θέματος. Το έργο τους είναι μια fiction ιστορία που θα μπορούσε να είναι αληθινή. Κι αυτό είναι που δίνει και τα «ελαφρυντικά» στους δημιουργούς του για τον «εξωτισμό» και τον «οριενταλισμό» με τον οποίο πιθανώς αντιμετωπίζουν σε ορισμένα σημεία της ιστορίας το θέμα τους. Χωρίς να έχουν κακές προθέσεις, δεν αποφεύγουν σε κάποιες περιπτώσεις άθελά τους να αναπαράξουν τα κακώς καθιερωμένα στερεότυπα, που με τη σειρά τους ανακυκλώνουν προκαταλήψεις και δημιουργούν τεχνητές αφηγήσεις θεωρώντας τα Εξάρχεια μια συνάθροιση μελών τριών – τεσσάρων υποτιθέμενων αρχετυπικών «φυλών» που συμβιώνουν σε μια εύθραυστη ισορροπία με φόντο πολεμικές σκηνές από αμάξια που καίγονται, από επεισόδια κ.λπ. Τέτοιου τύπου απλοποιημένες περιγραφές διαιωνίζουν τον φόβο και την επιθετικότητα των «νοικοκυραίων», των κυρ Παντελήδων και των Κορκονέων ενάντια στην πιο ζωντανή περιοχή της Αθήνας. Αλλωστε, τα Εξάρχεια δεν είναι τα ίδια για όλους. Παραφράζοντας το γνωστό σύνθημα, υπάρχουν «Ενα, δύο, τρία, πολλά Εξάρχεια». Τα Εξάρχεια των Μαστώρου και Wouters είναι μία από τις εκδοχές που μπορούν να υπάρξουν για την εμβληματική γειτονιά. Αυτή η εκδοχή είναι θαυμάσια αποδοσμένη στο εικαστικό επίπεδο και άρτια αφηγημένη. Δεν είναι, όμως, η μοναδική. Πηγή
  8. Κυκλοφόρησε στο Βέλγιο, στα γαλλικά με τίτλο Εξάρχεια - L'orange Amere το νέο κόμικ του Δημήτρη Μαστώρου. αντιγράφω από δω (έχει και συνέντευξη που δεν βάζω, μπείτε και δείτε)
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.