Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'αυγή'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Γερμανίκεια
  • Ιστορική/ φιλολογική γωνιά
  • Περί ανέμων και υδάτων
  • Dhampyr Diaries
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • The Unstable Geek
  • Κομικσόκοσμος
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Valt's blog
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • Film
  • Θέμα ελεύθερο
  • Vet in madness
  • GCF about comics
  • Dr Paingiver's blog

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 4 results

  1. Με επίκεντρο τα διονυσιακά κόμικς και τις τολμηρές γελοιογραφίες του, αφιερώνουμε λίγα λόγια στο πολυδιάστατο έργο του συντρόφου, συνεργάτη και αγαπημένου φίλου μας, Γιάννη Καλαϊτζή, που έκλεισε 10 χρόνια μακριά μας. Ο Γιάννης σχεδιάζει στα γραφεία του περιοδικού «Γαλέρα» Για πολλούς θεωρείται, όχι άδικα, το σημαντικότερο ελληνικό άλμπουμ κόμικς της Ιστορίας και σίγουρα ένα από αυτά που επηρέασαν καθοριστικά την εξέλιξη της ένατης τέχνης στη χώρα μας. Πρωταγωνιστής είναι ο σκιτσογράφος της εφημερίδας «Η Σημαία», Κώστας Φαναρτζής, φανταστικός χαρακτήρας που έκανε σε αυτό το άλμπουμ την πρώτη του εμφάνιση στο χάρτινο σύμπαν και 70 σελίδες παρακάτω την τελευταία. Σελίδες που ήταν αρκετές για τον μύθο της «Τσιγγάνικης Ορχήστρας». Με διάρκεια σεναρίου, μιας και μόνο, κάποιας, οποιασδήποτε μέρας στην Αθήνα των αρχών της δεκαετίας του 1980 και με cameo εμφανίσεις από Βελουχιώτη και Σαββόπουλο, η «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» (Εκδόσεις Πολύτυπο, 1984, το πρώτο μέρος είχε δημοσιευτεί νωρίτερα στη «Βαβέλ») είναι ένα διονυσιακό road movie, κυρίως με τα πόδια και λίγο με νυχτερινό ταξί, σε μια Αθήνα γεμάτη παλιατζίδικα, γαλατάδικα, πορνοσινεμά, καφενεία, σουβλατζίδικα, φτηνά ξενοδοχεία ημιδιαμονής, μπουλντόζες, σπασμένους αγωγούς και ερειπωμένα σπίτια. Βρόμικη, πολύβουη και καταϊδρωμένη. Με ένα ζευγάρι που ψάχνει δωμάτιο για λίγο σεξ. Ανάμεσα σε διαδηλωτές και ματατζήδες. Σε μια Αθήνα ασπρόμαυρη όπως τη θυμόμαστε όσοι μεγαλώσαμε με ασπρόμαυρη τηλεόραση, γκρι ταξί, κυκλική την Ομόνοια και μποτιλιαρισμένη την Ερμού. Με στιλ που φέρνει στον νου τα εξίσου «βρόμικα» κόμικς των Munoz και Sampayo με τις ευρυγώνιες συνθέσεις και τα πλήθη των ανωνύμων που συνωστίζονται, που ασφυκτιούν σε μικρά καρέ. Αριστερά: «Τσιγγάνικη Ορχήστρα», εκδόσεις Πολύτυπο, 1984. Δεξιά: Απόσπασμα από την «Τσιγγάνικη Ορχήστρα», εκδόσεις Πολύτυπο, 1984. Στον Καλαϊτζή αυτοί οι ανώνυμοι όμως είναι οι κάτοικοι της Αθήνας, που ακροβατεί χωρίς ποτέ να καταφέρει να ισορροπήσει μεταξύ μιας βαλκανικής, ανατολικής παράδοσης και μιας επιμονής να γίνει με το ζόρι μέρος τής (ανύπαρκτης) ευρωπαϊκής (και καλά, κοινής μας) οικογένειας, της ΕΟΚ των μονοπωλίων, που μαζί με το ΝΑΤΟ δεν έπαψαν ποτέ να είναι το «ίδιο συνδικάτο», όπως έλεγε το σύνθημα που δονούσε τις πλατείες στις συγκεντρώσεις της Αριστεράς (και του ΠΑΣΟΚ!) μιας άλλης, μακρινής εποχής. Απόσπασμα από την «Τσιγγάνικη Ορχήστρα», εκδόσεις Πολύτυπο, 1984. Αυτήν την προϊούσα παρακμή των συνθημάτων (και της ίδιας) της Αριστεράς την είχε οσμιστεί από τότε ο Καλαϊτζής και πάσχιζε να την αποτρέψει με κάθε τρόπο. Κυρίως με το αυθάδικο χιούμορ του και την αυτοκριτική που έκανε για την Αριστερά αντ’ αυτής («το πολύ το Κάπα-Κάπα κάνει το παιδί μαλάκα» λέει το παιδάκι της ιστορίας και συνεγείρει τα πλήθη όταν ο αριστερός Φαναρτζής τσακώνεται με τον φασίστα περιπτερά), και τη μοναδική του ικανότητά να συνθέτει φαινομενικά ανόμοια πράγματα και να μεταφέρει αξίες του ενός στο άλλο, αποδεικνύοντας πόσο μοιάζει ορισμένες φορές η Ιστορία. Εξ ου και καμιά τσιγγάνικη ορχήστρα δεν κάνει ποτέ την εμφάνισή της στην «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» (αν και “ακούγεται” διαρκώς μουσική από Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, μπουζουκτσήδες και πανηγυρτζήδες) αλλά ρίχνει βαριά τη σκιά της και τη μουσική της με μεταγραφή από τον πολωνικό κινηματογράφο, όπως εξηγεί ο ίδιος ο Καλαϊτζής: «Στον “Άνθρωπό από μάρμαρο” του Βάιντα, ο Μπίρκουτ, ο ήρωας της ταινίας, πρώην σταχανοβίτης, αγκαζάρει μια ορχήστρα τσιγγάνων και μεθυσμένος κατεβάζει τη μόστρα της αστυνομίας. Τον καταδικάζουν επειδή, λέει, ήταν αρχηγός της μυστικής οργάνωσης “τσιγγάνικη ορχήστρα”, τίτλος-κακή απομίμηση της “κόκκινης ορχήστρας” των σοβιετικών πρακτόρων (Τσεχοσλοβάκοι οι περισσότεροι) στον Β' Παγκόσμιο. Μελάνωσα την “Τσιγγάνικη Ορχήστρα” με πινέλα “Ευαγγελινός” Νο 2 από ρώσικη ζιμπελίνα. Έχω ακόμα 6 στο ψυγείο για τον φόβο του σκόρου». Μετά από την περιπλάνηση σ’ αυτήν τη σκοτεινή Αθήνα αναμενόμενο θα ήταν να υπάρξει και συνέχεια. «Τέλος στο πρώτο βιβλίο» είναι η τελευταία λεζάντα. Αλλά πότε ήταν αναμενόμενος ο Καλαϊτζής; Δεν υπήρξε ποτέ δεύτερο μέρος. Αντί γι’ αυτό, έξι χρόνια μετά, κυκλοφόρησε κατευθείαν σε ενιαία έκδοση «Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης» (Εκδόσεις Ars Longa / Nemo, 1990) και άλλα επτά χρόνια αργότερα το «Τυφών» (Εκδόσεις Κώμος, 1997). Από την Αθήνα των eighties μεταφερόμαστε στη Σαντορίνη του 1707 και από το καυσαέριο και τη βρομιά της πρωτεύουσας της σύγχρονης Ελλάδας στα μεθυστικά σταφύλια και στη συνάντηση τυχοδιωκτών κάθε είδους σε ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί. Ο Διόνυσος και ο Καζαντζίδης Τα δυο τους, όπως εξηγεί ο Καλαϊτζής, «είναι βιβλία ζευγάρι» και «συμβαίνουν την ίδια μέρα, ή μάλλον την ίδια νύχτα, σε διαφορετικό τόπο της Σαντορίνης». Κι αν συνηθίζουμε να χαρακτηρίζουμε «διονυσιακά» τα κόμικς του Καλαϊτζή, στην περίπτωση του «Ειδώλου» αυτό είναι κυριολεξία, καθώς οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου αλλά και το εξώφυλλο φιλοτεχνούνται με βάση το ταξίδι του Διονύσου, σχεδιασμένο σε κύλικα από τον Εξηκία (περ. 540 π.Χ.). Γι’ αυτό και στο βιβλίο κολυμπούν με χάρη τα δελφίνια που, σύμφωνα με τον μύθο, δεν είναι παρά οι Τυρρηνοί πειρατές που απήγαγαν τον Διόνυσο για να τον πουλήσουν ως σκλάβο. Ο Θεός τιμώρησε την αλαζονεία τους και τους μεταμόρφωσε σε δελφίνια ενώ τα κατάρτια του καραβιού τους έγιναν κληματαριές. Αριστερά: «Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης», εκδόσεις Ars Longa / Nemo, 1990. Δεξιά: Απόσπασμα από «Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης», εκδόσεις Ars Longa / Nemo, 1990. Πρωταγωνιστές είναι ο Αλέκος ο Τράκας, με τη μορφή του Τάσου Μητρόπουλου, οξύθυμου και νευρώδη σταρ του Ολυμπιακού, και ο Καράμπαμπας, δούλος κι αφέντης του εαυτού του, υβρίδιο φυσιογνωμικά του Στέλιου Καζαντζίδη και του Καραγκιόζη. Οι δυο τους, απατεώνες, απένταροι μα πολυμήχανοι, ψάχνουν το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης που «όποιος το κρατάει στα χέρια του κρατάει την αρχή και το τέλος του κόσμου. Το πώς και το γιατί είναι γραμμένο στη βάση του». Πορτρέτο του ποδοσφαιριστή Τάσου Μητρόπουλου, που αποτέλεσε το «μοντέλο»για τον σχεδιασμό του Αλέκου Τράκα, του πρωταγωνιστή του κόμικς «Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης». Την ίδια ώρα στον «Τυφώνα», ένα άλλο δίδυμο σχεδόν ίδιο με το προηγούμενο, ο λούμπεν Γκογκόσης και ο τάχα αριστοκράτης Καπετάν Γκρέκο, από κοντά κι ο πιτσιρίκος Κολλαούζος, μπλέκονται σε ένα όργιο φυλών, θρησκειών, καταγωγών, γλωσσών και πολιτισμών με φόντο το ηφαίστειο, ανάμεσα σε κυνηγούς αρχαιοτήτων, Φράγκους, παπάδες, αναστημένους, αφορισμένους και τον γενίτσαρο Σουλεϊμάν Σαλίκ, με την όψη του αείμνηστου Περικλή Κοροβέση, αγαπημένου φίλου του Γιάννη Καλαϊτζή. «Τυφών», Εκδόσεις Κώμος, 1997 Αυτά τα τρία βιβλία είναι τα μεγάλης έκτασης κόμικς του. Υπήρξαν όμως και πολλά μικρότερης έκτασης αλλά όχι μικρότερης αξίας. Το 1985 και το 1986, για παράδειγμα, δημιουργεί για το περιοδικό «Τέταρτο» του Μάνου Χατζιδάκι, μεγάλου θαυμαστή του Καλαϊτζή, τα «Συνειρμικά Ντεκουπάζ», μια σειρά αυτοτελών μονοσέλιδων πειραματικών κόμικς με πανέξυπνα λογοπαίγνια και συναρπαστικούς λεκτικούς και εικονιστικούς συνειρμούς. Τέτοια κόμικς είχε φιλοτεχνήσει και για την εφημερίδα «Αυγή» σε μια αποθέωση πυκνών και συνάμα χαλαρών αφηγήσεων στα όρια του horror vacui, καθώς υπήρχαν περιπτώσεις που σε μία σελίδα στριμώχνονταν σχεδόν 100 καρέ! Το 1990 έφτιαξε ένα υπέροχο κόμικς το οποίο δεν βρήκε τον δρόμο του προς το κοινό. Τα «Χαμένα Δάση» ήταν μια ανάθεση της περιφέρειας της Προβηγκίας σε πολλούς καλλιτέχνες για τα δάση της Ευρώπης – ο Καλαϊτζής ανέλαβε την Ελλάδα –, αλλά ένας χάρτης στο εσώφυλλο που περιλάμβανε τη χώρα «Macedonia» έγινε η αιτία για να αποσυρθεί η ελληνική συμμετοχή μετά από πιέσεις του Έλληνα πρόξενου. Ήταν εποχή συλλαλητηρίων και εθνικής συστράτευσης εναντίον των «γυφτοσκοπιανών» και ούτε η συμμετοχή χαρακτήρων με τις μορφές του Γιώργη Μασσαβέτα, του Τέλη Σαμαντά, του Γιάννη Μπαχ-Σπυρόπουλου και του Περικλή Κοροβέση δεν ήταν αρκετή για να μεταπείσει τους ευαίσθητους Ελληναράδες. Στην «Ελευθεροτυπία» Στο περιοδικό «9» της «Ελευθεροτυπίας», που ξεκίνησε να κυκλοφορεί το 2000, δημοσιεύτηκαν δύο σειρές του από μονοσέλιδες, επίσης αυτοτελείς ιστορίες: Τα «Έκτακτα Περιστατικά» και το «Πέλαγος της Μποτίλιας». Στην πρώτη, κάποιες φορές χωρίς λόγια αλλά με έναν θησαυρό ονοματοποιιών και ηχητικών εφέ και κάποιες άλλες με μακροσκελή κείμενα και εξαντλητικούς διαλόγους, ο Καλαϊτζής αφηγείται ξεκαρδιστικά στιγμιότυπα και περιστατικά της αστικής μας παράνοιας, με ζευγάρια σε αποτυχημένες σεξουαλικές συνευρέσεις, εκπροσώπους των θρησκειών όλου του κόσμου σε κρίση, οργισμένους ακροδεξιούς και αποτυχημένους υπουργούς, πελαγωμένους σερβιτόρους κι απελπισμένους υπαλλήλους. «Το Πέλαγος της Μποτίλιας», περιοδικό «9» της «Ελευθεροτυπίας», 21.6.2000. Στη δεύτερη, μια εικαστική πανδαισία και ταυτόχρονα ένα σουρεαλιστικό, παραισθητικό πανηγύρι, αποτίνει φόρο τιμής στον Winsor McCay και στη σειρά «Little Nemo in Slumberland» των αρχών του 20ού αιώνα. Στα κόμικς του Αμερικανού πρωτοπόρου δημιουργού, πρωταγωνιστής ήταν ένα παιδάκι που ζει στα όνειρά του απίστευτες περιπέτειες με μοχθηρούς βασιλιάδες, πανίσχυρους στρατούς, άγρια ζώα και πελώριους δράκους, για να ξυπνήσει στο τελευταίο καρέ πεσμένο από το κρεβάτι του με τη μητέρα του να το καθησυχάζει. Στο «Πέλαγος» του Καλαϊτζή, πρωταγωνιστής είναι ένας νέος άνδρας σε ανάλογες περιπέτειες αλλά για ενηλίκους. Η αιτία τους όμως είναι το κρασί. Και δεν τις ζει στον ύπνο του αλλά ξύπνιος και φέσι από το αλκοόλ. Η κατάληξή τους αντί για το μητρικό χάδι και τη στοργή είναι μια βουτιά στο σιντριβάνι της πλατείας. Και μετά το ασθενοφόρο. Ο Μαρξ, ο Μπαχ και ο Κοροβέσης Στη «Γαλέρα», της οποίας ήταν ο μοναδικός καπετάνιος αλλά και ο πιο δημοκρατικός, καθώς συζητούσε διεξοδικά με όλους και για όλα για κάθε λεπτομέρεια, επέστρεψε στα «ιερά κείμενα», στον Κάρολο τον ίδιο και στο παρεξηγημένο «Κεφάλαιο». Έχρισε πρωταγωνιστή της σειράς του τον Κώστα Καραμανλή και της έδωσε το όνομα «Μαρξ και Σπένσερ» (στο πρώτο όνομα ανατριχιάζουν από περηφάνια οι ορθόδοξοι αριστεροί και στο δεύτερο δαγκώνονται και τρώνε την κρυάδα). Πρωταγωνιστεί φυσικά ο ανιψιός, που εξαιτίας της ιδιότητας αυτής έγινε πρωθυπουργός, και όλα τα πρόσωπα της αλήστου μνήμης κυβέρνησής του, με κορυφαίους συνεργάτες του δύο γουρούνια που απολαμβάνουν μαζί του το μπάνιο τους σε μια μπανιέρα γεμάτη λάσπη και σκατά. «Εφημερίδα των Συντακτών», 31.10.2015 Το τελευταίο κόμικς του Καλαϊτζή δημοσιεύτηκε εδώ, σ’ αυτήν την εφημερίδα, στο ένθετο «Καρέ Καρέ». Οι «Μπον και Βιβέρ» (και πάλι ο Κοροβέσης και ο Μπαχ) ήταν οι δυο κλοσάρ πρωταγωνιστές του με αυξημένη την αίσθηση του χιούμορ και του αυτοσαρκασμού. Δύο πανέξυπνοι τύποι που η μοίρα τους ανάγκασε να τρώνε από τους κάδους των σκουπιδιών κι αυτοί, αντί να το βάλουν κάτω, υποκρίνονται – μπορεί και να το πιστεύουν – ότι τρώνε στα καλύτερα γαλλικά εστιατόρια. «Μπον και Βιβέρ», «Εφ.Συν.», 16.5.2014 Πέραν αυτών, ο διαρκώς παραγωγικός Καλαϊτζής, που δεν σταματούσε να σχεδιάζει ούτε στα τραπεζομάντιλα στις ταβέρνες ή και στα ίδια τα τραπέζια, έχει δημιουργήσει πολλά ακόμη κόμικς «από δω κι από κει»: τις «Καλύτερες Μέρες» στο περιοδικό «Ένα», ολιγοσέλιδες ιστορίες στο περιοδικό «Ντέφι» και στον «Θούριο», στο περιοδικό «Αντί» και στην εφημερίδα «Αυγή», μεταξύ άλλων, στριπάκια στη βάση των σελίδων του περιοδικού «Έψιλον» της «Ελευθεροτυπίας», τον φοβερό Αυτοσερβιριζόμενο στο flip-book «Soloup Εναντίον Καλαϊτζή» (Εκδόσεις ΚΨΜ). Έχει φτιάξει αμέτρητα γελοιογραφικά πορτρέτα, από τον Μητροπάνο και τον Παύλο Σιδηρόπουλο μέχρι τον Τζον Λένον και τον Λε Κορμπιζιέ, έχει εικονογραφήσει άρθρα και φιλοτεχνήσει ρεκλάμες για μέρη που αγαπούσε και πολιτικές οργανώσεις που συμπαθούσε. «Εφημερίδα των Συντακτών», 28.01.2016 Παρότι ήταν ένας άνθρωπος της εικόνας, η γραφή του ήταν συγκλονιστική. Το αποδεικνύουν «Οι αφορισμοί των αφορεσμένων» (Εκδόσεις Στιγμή), με τα γραπτά του για τον Σοπενάουερ, τον Μποντλέρ, τον Νίτσε, τον Κάφκα κ.ά. Τα κείμενά του στην «Ελευθεροτυπία», στη «Γαλέρα», στην «Εφημερίδα των Συντακτών» ξεχειλίζουν από την πολυμάθειά του και το σαρκαστικό του χιούμορ. «Εφημερίδα των Συντακτών», 14.09.2015 Σε μια καριέρα ζηλευτή κοντά 60 χρόνων, είχε κάνει φοβερά και τόσο διαφορετικά πράγματα. Σχεδίασε τα σκηνικά και τα κοστούμια για το «Happy Day» του Παντελή Βούλγαρη, τις κάρτες για το «Heavy Metal Farm», εικονογράφησε παιδικά βιβλία, εργάστηκε σε διαφημιστικές εταιρείες, έφτιαξε εξώφυλλα, αφίσες και αγιογραφίες. Κι άφησα τελευταίες τις γελοιογραφίες, τη βασική και πιο μακρά απασχόλησή του. Σκάρωσε δεκάδες χιλιάδες απ’ αυτές, σε πλήθος εντύπων, με κατάληξη την «Εφημερίδα των Συντακτών», στην οποία ήταν συνεταιριστής από την πρώτη στιγμή. Πρωταγωνιστές (αρνητικοί) ήταν όλα τα πρόσωπα της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής επικαιρότητας από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 μέχρι τη μέρα του θανάτου του. Κάποιες συγκεντρώθηκαν σε άλμπουμ όπως τα «Γιαταλεφτά Νοέμβρη» (Εκδόσεις Λιβάνη), «2000 στα 4» και «Ασύμμετρη Κυβέρνηση» (Εκδόσεις Άγρα), όλες τους αποτύπωσαν ξεχωριστές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Τελευταίοι «αστέρες» των σκίτσων του ήταν ο Κάμπινετ Μαν, ο ΓΑΠ ή 3ος ο Μακρύτερος, το τρικέφαλο σκυλί της Τρόικας, ο διαχρονικά «αγαπημένος» του Μπενίτο (Ευάγγελος Βενιζέλος), ο Αντώνης Σαμαράς στην Έρημο Σαμάρα, ανάμεσα σε λογοπαίγνια όπως το Υπουργείον χάριν Πεδιάς, το Χάρβαλον μεν Υπεχωδέ, το Στρατόπεδον Υλάρχου Τραγκαουνάκη. Μέχρι τέλους ο Γιάννης σχεδίαζε, έκανε πλάκα, γελούσε δυνατά. Θα τον θυμόμαστε πάντα για το έργο του, που πάντα ισορροπούσε με μαεστρία ανάμεσα στην αποκαλούμενη υψηλή τέχνη και τα «ταπεινά σκιτσάκια», αλλά κυρίως για το πάθος του για τα κόμικς, τις γελοιογραφίες και την Αριστερά, που υπηρέτησε μια ολόκληρη ζωή. Ο Καλαϊτζής μιλά για τον Καλαϊτζή Το αυτο-βιογραφικό του όπως δημοσιεύεται στην προσωπική του ιστοσελίδα, gianniskalaitzis.gr Μεγάλωσα στο καφενείο του πατέρα μου στην Κοκκινιά. Πάνω στα τραπέζια κυκλοφορούσαν δύο-τρεις εφημερίδες. Γελοιογραφικά σκίτσα κάνω από μωρό. Ήμουν παρατηρητικό και κακό και το ’δειχνα. Το περιβάλλον μου ένοιωσε την απειλή. Χάριν εξευμενισμού μου διέθεσε μια αποδοχή διαρκείας. Το να επιδοθώ στην πολιτική σάτιρα ήταν αυτονόητο. Ήμασταν αριστεροί, το κράτος μας έκανε και ρατσιστές. Η δεξιά, η εξουσία, οι αρχές ήταν έξω από την κοινωνία μας, ήταν το ξένο, το άλλο. Μου την είχε στημένη στο νηπιαγωγείο. Κατανάγκαζαν εμένα το σκιτσογράφο να πλέκω καλαθάκια και να κεντάω με μπρισίμι μηλαράκια σε χαρτόνι. Για να με σπάσουν. Δε μίλησα. Καταδικάστηκα σε δωδεκαετή εκπαίδευση. Μου ’ριξαν και έναν χρόνο επιπλέον ως μη συνεργάσιμο. Δραπέτευσα πριν εκτίσω την ποινή. Ακολούθησε ο κατήφορος. Από τα χαμαιτυπεία της Αριστεράς στα καταγώγια των Καλών Τεχνών. Έμαθα κινηματογράφο στους κινηματογράφους, θέατρο στο θέατρο, μουσική την νύχτα και εικόνες στο πεζοδρόμιο. «Πανσπουδαστική», «Δρόμοι της Ειρήνης», «Αυγή». Ακολουθεί μια χούντα που επί 40 χρόνια παραμένει 7 ετών. Σκιτσάρω αγωνιώντας να κατανοήσω το προηγούμενο. «Αντί», «Ελευθεροτυπία», «Σχολιαστής», «Ντέφι», «Βαβέλ», «ΔΗΩ» και «Τσιγγάνικη ορχήστρα», «Το μαύρο είδωλο της Αφροδίτης», «Τυφών», «Γιαταλεφτά Νοέμβρη», «2000 στα 4». Γαλέρα στους πέρα κάμπους Γιάννης Καλαϊτζής ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΑΪΤΖΗΣ Ο Μεγάλος Ερετικός Μικρός που είναι ο κόσμος. Να πώς γίναν τα πράγματα, πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, αν η γηράσκουσα μνήμη δεν μου παίζει άσχημο παιχνίδι: Έχω φύγει από την «Καθημερινή», μετά 13 έτη, έχω πάει στον «Κόσμο του Επενδυτή» επί ιδιοκτησίας Γιαννίκου, πολύ πριν διαβεί το κατώφλι της φυλακής για το φιάσκο του Alter, του «Επενδυτή», των «Modern Times» και του τριγώνου «ΜΜΕ-Τράπεζα-Media Shop» που οδήγησε σε κατάρρευση της διαφημιστικής αγοράς, κι εκεί που προσπαθώ να προσαρμοστώ στη νέα κατάσταση, τόσο με το κυρίαρχο επαγγελματικό μου προσόν, όσο και με το χρονογραφικό μου avatar (τον ΚΙΜΠΙ), χτυπάει το τηλέφωνο και είναι η εξαδέλφη Κλεοπάτρα. Με την οποία είχαμε εντελώς τυχαία – αλλά δεν θυμάμαι πώς – ανακτήσει επαφή έπειτα από δεκαετίες και μερικές φευγαλέες συναντήσεις σε ένα σπίτι με θέα το Α' Νεκροταφείο, τη δεκαετία του ’60, έφηβη εκείνη, νήπιο εγώ, όπου η γιαγιά μου η Άρτεμις και η αδελφή της Κλεοπάτρα προσπαθούσαν να ξανασυνθέσουν τις λαμπερές μνήμες της απαστράπτουσας Σμύρνης, πριν αυτή καεί κι αυτές γίνουν προσφύγισσες, σε μικρές ηλικίες. Σκίτσο: Πέτρος Ζερβός Μου λέει η Κλεό: «Σε αναζητάει ο Περικλής, που τον έχει βάλει ο Γιάννης, αν θες να γράφεις στη “Γαλέρα”». «Ποιος Περικλής;» «Ο Κοροβέσης». «Ποιος Γιάννης;» «Ο Καλαϊτζής». Να πω πως δεν πήρα τα πάνω μου, ψέματα θα πω. Αντιθέτως, ο ναρκισσισμός μου με γαργαλούσε να κάνω τον δύσκολο, τον καχύποπτο, αν και είμαι τύπος που σπανίως λέει όχι, και στο πληρωτέο και στο θεότζαμπα, και στις ουσίες και στις συσκευασίες. Αλλά, μετ’ ου πολύ, έδωσα στην εξαδέλφη Κλεό, μια από τις σπουδαιότερες ζωγράφους των 70's που δεν έχει καβαλήσει καλάμι και δεν κωλώνει να «λερώσει» την τέχνη της με ακτιβισμό, θυμό, κίνημα, πολιτική, το τηλέφωνό μου για τον Περικλή. Και στα καπάκια με παίρνει ο «Φύλακας της ανθρωπιάς» – το θαυμάσιο αντίστροφο σχήμα λόγου που επινόησε ο Δημήτρης Ψαρράς για το θύμα και τον συγγραφέα των «Ανθρωποφυλάκων» της χούντας, τον Κοροβέση – και μου λέει πως με ψάχνει ο Γιάννης – «Ποιος Γιάννης;» «Ο Καλαϊτζής!». Τι λες τώρα, ποιος να μην ανταποκριθεί στο κάλεσμα της άγριας φύσης του Γιάννη, της άγριας, της σεμνής, της διαλλακτικής, της ευρηματικής, της γελαστής, της μελαγχολικής, αλλά πάντα της αφοπλιστικά ανθρώπινης φύσης του Γιάννη; Ποιος να αρνηθεί να γίνει συν-ερέτης (= συν-κωπηλάτης) στον «συνεταιρισμό ερετών» της «Γαλέρας», υπό το πρόσταγμα του Μεγάλου Ερετικού, με «Ε» για τους μαζόχες της ληστρικής εκμετάλλευσης του εαυτού τους, αλλά αν σας ενοχλεί η περίεργη ορθογραφία και με «ΑΙ», για όσους πίστεψαν στο εγχείρημα της αιρετικής, εναλλακτικής, ανεξάρτητης ενημέρωσης. Ανέβηκα στο κατάστρωμα της «Γαλέρας» αφού είχε σαλπάρει σχεδόν δύο χρόνια «ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ», κολυμβητής στη θάλασσα της ενημέρωσης πριν γίνω κωπηλάτης της. «Σε ξέρω, με ξέρεις, αλλά δεν ξερενόμαστε» είπαμε με τον Γιάννη στο πρώτο ραντεβού, για να γίνει η ταυτοπροσωπία, γιατί εγώ τον ήξερα από τα χιλιάδες πράγματα που είχε ήδη κάνει, αυτός με ήξερε κυρίως από την persona που είχα επινοήσει από το 2000 στην «Καθημερινή», τελικά κάτι είχε πετύχει ο «Ελεύθερος Σκοπευτής» μου περιπλανώμενος ως ΚΙΜΠΙ σε σομόν ή λευκές σελίδες καθωσπρέπει αστικών εντύπων, γιατί να μη σαλπάρει και με μια ΓΑΛΕΡΑ για Ακυβέρνητες Πολιτείες, ήταν τόσο κολακευτικό να σ’ το προτείνει αυτό ο συνήθως γελαστός πίσω απ’ τα γυαλιά και τα μούσια του καπετάνιος της. «Τι θέλετε από μένα;» ρώτησα σ’ αυτή την πρώτη επαφή τον Μεγάλο Ερετικό, στο ισόγειο αγκυροβόλιο της «Γαλέρας» στα Εξάρχεια. «Εσένα» ήταν η απάντηση του καπετάνιου. «Αλλά ποιον εμένα, τον ΚΙΜΠΙ ή τον άλλον;» τον ρωτάω – δεν θυμάμαι την ακριβή ανταπάντησή του, αλλά για το alter ego μου γινόταν το παζάρι, κι έτσι ανέλαβα κι εγώ κουπί για καμιά 35αριά μηνιαία ταξίδια της «Γαλέρας», μαζί με μερικές δεκάδες συν-ερέτες, εργάτες των εικόνων, των μολυβιών, των χρωστήρων, των λέξεων, των αναλύσεων, των αποκαλύψεων, των τολμηρών ρεπορτάζ, των νέων ιδεών, του ανελέητου χιούμορ, της καταλυτικής σάτιρας, ένα πολύχρωμο πλήρωμα ανθρώπων που υπέκυψαν στη γοητεία του Γιάννη και του πρωτότυπου υβρίδιου πολιτικού περιοδικού που εμπνεύστηκε. Αυτή ήταν η πρώτη χαρούμενη επαφή με τον Μεγάλο Ερετικό. Αλλά θυμάμαι και τη θλίψη της τελευταίας επαφής, ως συν-ερέτη, Γενάρη ή Φλεβάρη του 2010, τη μέρα που στο αγκυροβόλιο της «Γαλέρας» στα Εξάρχεια ο συνεταιρισμός των ερετών έπρεπε να αποφασίσει αν θα συνεχίσει το κουπί ή θα τραβήξει την τάπα και θα αφήσει τη θάλασσα να πάρει το σκάφος στον βυθό της. Καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του, εναλλακτικές χρηματοδότησης, κράουντ φάντινγκ, τραπεζικό δανεισμό, αλλά στην όψη του Γιάννη νομίζω πως είχε ζωγραφιστεί ένα αμετάκλητο μείγμα απογοήτευσης, αγωνίας, θυμού – με τον εαυτό του; – και πείσματος. Η «Γαλέρα» έκλεισε. Τα τελευταία σκίτσα, κόμικς, κείμενα ανέβηκαν στην ιστοσελίδα της. Αλλά το αιρετικό, ερετικό, συνεταιριστικό σαράκι δούλευε στα στομάχια πολλών, φυσικά και του Μεγάλου Ερετικού. Υποθέτω πως του ήταν εντελώς αυτονόητο να μπει δυο χρόνια μετά στην περιπέτεια της συνεταιριστικής «Εφ.Συν.». Κάπως έτσι, μια άλλη ομάδα «πετροβολημένων», καμιά 25αριά ήμασταν, τολμήσαμε το 15ήμερο πολιτικό περιοδικό «ΜΟΝΟ». Γενάρη του 2012 βγήκε το πρώτο τεύχος, εμπνευστής ο δαιμόνιος Νεκτάριος (Λαμπρόπουλος), τα δώσαμε όλα (και λεφτά), αλλά όχι όλοι, γιατί πολλές φορές οι συνεταιρισμοί ερετών εξελίσσονται σε λεόντειες συμφωνίες, άλλοι τραβάνε το κουπί κι άλλοι ρεμβάζουν τη θάλασσα. Έξι μήνες κράτησε εκείνη η συνεταιριστική αποκοτιά που είχε πολλά από τις ιδέες του Μεγάλου Ερετικού, «Γαλέρα» δεν την έλεγες βέβαια, πιο πολύ με τα φουσκωτά των προσφύγων που διεμβολίζει το Λιμενικό έμοιαζε το «ΜΟΝΟ» μας, είχε μια ενθαρρυντική κυκλοφοριακή εκκίνηση, θυμάμαι τα επαινετικά σχόλια του Γιάννη και του Περικλή για το εγχείρημα, που μέσα σε έξι μήνες όμως πήγε να συναντήσει τη «Γαλέρα» στο μεγάλο υποθαλάσσιο νεκροταφείο της ενημέρωσης. Ου παντός πλειν ες Κόρινθον... ΚΙΜΠΙ Η απουσία από τη ζωή ενός δημιουργού είναι ένας άλλος τρόπος να καταλάβεις πόσο σημαντικός ήταν. Μια απουσία όχι μόνο της καθημερινής του δουλειάς στην εφημερίδα, αλλά απουσία και μιας ισχυρής προσωπικότητας με δυναμισμό, ενέργεια, σοφία, αλλά και γενναιοδωρία και φροντίδα για τους νέους δημιουργούς! Το πείραμα της «Γαλέρας» ήταν ένα θερμοκήπιο όπου νέοι σκιτσογράφοι δημιουργούσαν σε κλίμα πλήρους ελευθερίας και ενθάρρυνσης. Τα καλύτερα σκίτσα μου τα είχα φτιάξει ως τότε στη «Γαλέρα», μέσα στο συλλογικό κλίμα άμιλλας αλλά και με το κρυφό καμάρι ότι θα τα δει ο «Δάσκαλος». Γιάννη, θα σε θυμάμαι πάντα! Πέτρος Ζερβός Σκίτσο: Soloup Πριν από λίγο καιρό έχασα τον πατέρα μου. Τα… προεόρτια όμως μιας τέτοιας αναντικατάστατης απώλειας τα ένιωσα δέκα χρόνια πριν με το φευγιό του Γιάννη. Δάσκαλος, εμπνευστής, συνάδελφος και φίλος, αλλά και πολλά περισσότερα πράγματα ακόμα, όχι μόνο για εμένα, αλλά για πολλές και πολλούς που τον γνωρίσαμε, φιλοσοφήσαμε, παρεξηγηθήκαμε και καλαμπουρίσαμε μαζί του. Γιατί δεν ήταν μόνο κορυφαίος γελοιογράφος – με πολιτικοποιημένο σκίτσο και αφοπλιστικά σαρκαστικό και αυτοσαρκαστικό χιούμορ- και άκρως επιδραστικός δημιουργός κόμικς – με τα πρωτοποριακά συνειρμικά μονοσέλιδά του και κυρίως τα έργα του «Τσιγγάνικη Ορχήστρα», «Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης» και «Τυφών» – όσο και μια ξεχωριστή προσωπικότητα. Με τη σοφία αλλά και τις εξάρσεις, την έγνοια για τα πράγματα, τις φωνές, το γέλιο και τις σιωπές κάθε σπάνια ουσιαστικού και βαθιά ειλικρινούς ανθρώπου. Ενός δημιουργού που ήξερε να βάζει το Εμείς – όπως ας πούμε με τον τρόπο που έστησε το περιοδικό «Γαλέρα» – πάνω από την ξελογιάστρα καλλιτεχνική ματαιοδοξία. Τον συμβουλεύτηκα στα δύσκολα και τον συμβουλεύομαι ακόμα. Βαρύτιμος μπούσουλας με επαρκέστατα τρελαμένη βελόνα. Σ’ ευχαριστούμε Γιάννη. Soloup ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΣΧΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΩΝ «Ένα παιδί που κάνει κόμικς δεν είναι αυτό;» Ήταν κάπου στις αρχές του 2006, όταν κόβαμε την πρωτοχρονιάτικη πίτα στα γραφεία της Λέσχης μας. Μερικοί από εμάς, που είχαμε την τύχη να συνεργαζόμαστε και να μαθητεύουμε στη «Γαλέρα» με τον Γιάννη Καλαϊτζή, προσκομίσαμε εκείνη τη βραδιά τα πρώτα τεύχη του περιοδικού. Η υποδοχή που επιφύλαξαν στη «Γαλέρα» οι συνάδελφοι είχε διάφορες αποχρώσεις. Πολλοί τη γνώριζαν από πριν, ως συνεργάτες. Άλλοι, ως αναγνώστες της. Ένας από τους πρεσβυτέρους την κοίταξε και ρώτησε: «Ποιος τη βγάζει; Ο Καλαϊτζής; Ένα παιδί που κάνει κόμικς δεν είν' αυτός;». Τότε ο Καλαϊτζής είχε συμπληρώσει τα 61 του και είχε πάνω από 40 χρόνια στο σκίτσο, την πολιτική γελοιογραφία και τα κόμικς. Ασχέτως της σαρκαστικής προσποίησης άγνοιας, ο κατά δύο δεκαετίες αρχαιότερος ομότεχνός του είχε δίκιο: ο Γιάννης Καλαϊτζής παρέμενε, πράγματι, ένα «παιδί» που ενοχλούσε τους «μεγάλους». Οι καινοτομίες του στην καρικατούρα, στο αντιεξουσιαστικό σκίτσο και στο πολιτικοκοινωνικό κόμικς ήταν σαν την εφευρετική φαντασία των παιδιών που αλλάζουν παιχνίδι, το ίδιο το παιχνίδι και τον κόσμο που το πλαισιώνει. Ήταν εμβληματικός, ταλαντούχος και αγωνιστής ο Γιάννης Καλαϊτζής. Συνάμα ήταν εργασιομανής, τελειομανής και μαχητικός. Μαζί με τον άλλο Γιάννη, τον Ιωάννου, υπήρξαν ανανεωτές, θαυματουργοί και ανάδοχοι της Νέας Πολιτικής Γελοιογραφίας. Ο ένας λίγο πριν κι ο άλλος λίγο μετά τη δικτατορία, είχαν συνδέσει τα βήματα του μοντερνισμού στα εικαστικά, στη θέαση του αστικού τοπίου, στον κινηματογράφο, στα κόμικς και το θέατρο του Παραλόγου, με ό,τι πιο κριτικό, ανατρεπτικό και φρέσκο είχε να δείξει η παγκόσμια λογοτεχνία. Απογείωσαν το πολιτικό σκίτσο στην Ελλάδα και το έκαναν να επισπεύδει, να εγείρει τον ριζοσπαστισμό της Μεταπολίτευσης. Οι νεότερες γενιές χρωστάμε ακόμα πιο πολλά σε αυτούς που τόλμησαν, με φαντασία και ρίσκο, σε μια εποχή πάντως με εύφορες πλαγιές και μια κοινωνία διψασμένη και επιδεκτική για το νέο που καλλιεργούσαν. Μας δίδαξαν, θέλοντας και μη, αλλά και μας «κακομάθανε». Δεν προέβλεπαν ίσως την ξηρασία του τοπίου, την απαξίωση και τη δυσανεξία που θα ακολουθούσε. Στο φευγιό του Γιάννη Καλαϊτζή είχαμε γράψει πως αυτοί οι ευαίσθητοι ποιητές του σκίτσου ήταν σαν τα αηδόνια που συνήθιζαν να έχουν στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην πρώτη κιόλας διάχυση της τοξικότητας, μας άφηναν μόνους. Κι ακόμα χειρότερα από μόνους... Δέκα χρόνια μετά την απώλεια του Γιάννη Καλαϊτζή, νιώθουμε ευγνώμονες που ζήσαμε αυτό το «ενοχλητικό παιδί» ως ομότεχνο, ως συνάδελφο και ως φίλο. Και τον ευχαριστούμε που έβαλε χρώμα στη ζωή μας. ⚪ Ευχαριστούμε την οικογένεια του Γ. Καλαϊτζή για την άδεια αναδημοσίευσης των εικόνων που συνοδεύουν το αφιέρωμα. Το σώμα του γνωστού έργου του Γ. Καλαϊτζή βρίσκεται κατατεθειμένο στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας. Και το σχετικό link...
  2. «Ό,τι ήταν ο Λεονάρντο ντα Βίντσι για την εποχή του, το ίδιο απάνω κάτω είναι και ο Μέντης Μποσταντζόγλου για τη σημερινή εποχή»: Αυτή τη βαρύγδουπη δήλωση είχε γράψει… ο ίδιος ο Μποστ αστειευόμενος στην εισαγωγή της πέμπτης έκδοσης του άλμπουμ του «Σκίτσα του Μποστ». Μια πρόταση που, μέσα στην πλάκα και στην υπερβολή της (δύο λέξεις κλειδιά για όλη του την εργογραφία), κρύβουν μια, τηρουμένων των αναλογιών, μεγάλη αλήθεια: Σκιτσογράφος, γελοιογράφος, ζωγράφος, διαφημιστής, διακοσμητής, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, στιχουργός, ευθυμογράφος, πεζογράφος, ο Μέντης Μποσταντζόγλου ήταν ένας από τους πλέον πολυπράγμονες, ευφυείς και αιχμηρούς χιουμορίστες του ελληνικού 20ού αιώνα και της ελληνικής Αριστεράς. Ο Μποστ στο γραφείο του με τον αγαπημένο του γάτο. Παραδοσιοκράτης και πρωτοπόρος, έπλασε ένα ολόδικό του γραπτό και σχεδιαστικό στιλ, που όμοιό του δεν πέρασε ξανά από το νεοελληνικό στερέωμα. Σαν σήμερα, 13 Δεκεμβρίου 1995, αποχαιρέτησε τα εγκόσμια. Οι Νησίδες δεν έχουν παρά να θυμηθούν στιγμές από το σπουδαίο πέρασμά του... Ένας μικρός χιουμορίστας… Ο Χρύσανθος Βοσταντζόγλου, που έμελλε να γίνει Μέντης και Μποστ, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 7 Νοεμβρίου 1918 από εύπορη αστική οικογένεια. Το 1922 μετακομίζει με την οικογένειά του στο Γαλάτσι της Ρουμανίας, και τέλος στην Αθήνα το 1926. Ξεκινάει να δημοσιεύει σκίτσα του από το 1933, στη γυμνασιακή εφημερίδα που εξέδιδε ο μεγαλύτερός του γυμνασιόπαις Αλέκος Σακελλάριος, υπογράφοντας πρώτη φορά ως «Μποστ». Ο μικρός Μέντης Μποσταντζόγλου Η αρχή όμως είχε γίνει από πολύ νωρίτερα: Όταν ήταν μόλις επτά ετών, ο μικρός Χρύσανθος αντιγράφει έναν ελέφαντα από το κουτί με τα χρώματά του, συνοδεύοντας τη ζωγραφιά του με τη λεζάντα, σε καλλιγραφικά, «Η έρημος Ζακχάρα», μπερδεύοντας την έρημο Σαχάρα με τη λέξη «ζάκχαρις». Παρουσιάζοντάς το, η οικογένειά του ξέσπασε σε γέλια. Πολλά παιδιά μπορεί να παρεξηγούνταν ή να απογοητεύονταν από μια τέτοια οικογενειακή υποδοχή. Εκείνος αντιθέτως το πήρε επάνω του. Κάπως έτσι γεννήθηκε το πρώτο καλλιγραφικό, παράλογο, λογοπαιγνιακό εικαστικό έργο του. Κάπως έτσι, ο Χρύσανθος ξεκίνησε για να γίνει ο Μποστ. Πολύγλωσσος, πολυδιαβασμένος αλλά μέτριος έως κακός μαθητής, εισάγεται το 1939 στη Σχολή Καλών Τεχνών, την οποία μετά το πρώτο εξάμηνο θα… παρατήσει. Σύμφωνα με τον ίδιο, βαρέθηκε να αντιγράφει ατελείωτα την προτομή του Αντήνορα με κάρβουνο. Μέσα στην Κατοχή ο Μποστ γίνεται ενεργό μέλος του ΕΑΜ, ξεκινώντας τα πρώτα του βήματα στον δρόμο της Αριστεράς, τον οποίο θα ακολουθούσε μέχρι το τέλος του. Σε έναν τοίχο της Αθήνας θα γράψει το πρώτο του ανορθόγραφο σύνθημα: «ΝΑ ΦΗΓΟΥΝ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ». Ο λόγος της ανορθογραφίας; Να φαίνεται πως είναι αίτημα του απλού, αμόρφωτου λαού. Η λογική της εκπροσώπησης του λαουτζίκου μέσω της ανορθογραφίας θα τον ακολουθήσει στη μετέπειτα πορεία του. Μέσα στα Δεκεμβριανά, γράφει πρωτοχρονιάτικα κάλαντα που τραγουδά στα νοσοκομεία του ΕΛΑΣ ο Γιώργος Σεβαστίκογλου με την κομπανία του – το πρώτο του ενήλικο στιχούργημα – ενώ το 1945 αυτοεκδίδει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Ο Άγιος Φανούριος, βοήθημα δια την κατανόησιν των Κινέζων κλασσικών του 20ού μ.Χ. αιώνος ήτοι των συγγραφέων Γκα-τσου και Βου-Σβου-Νι». Ο σατιρικός, λογοπαιγνιακός του λόγος βρίσκεται στα σπάργανα. ... ένας θεατρικός γελοιογράφος… Μέσα στον Εμφύλιο θα ξεκινήσει να βιοπορίζεται ως γελοιογράφος και εικονογράφος παιδικών περιοδικών και βιβλίων. Ενδιαφέρον προκαλούν και κάποιες γελοιογραφίες του οι οποίες, λόγω ανωτέρας βίας, σατιρίζουν και λοιδορούν τους αντάρτες στον Γράμμο και στο Βίτσι. Το 1948 παντρεύεται τη Μαρία Παπαγιαννακοπούλου, με την οποία αποκτούν τους δύο γιους του: τον εικαστικό και θεατρικό συγγραφέα Κώστα (1949-2021) και τον ηθοποιό Γιάννη Μποσταντζόγλου (1951). Στη δεκαετία του ’50, ο νεαρός πλέον οικογενειάρχης δουλεύει σε όποιο περιοδικό βρίσκει, κάνοντας τον διανομέα, φτιάχνοντας χάρτες, εικονογραφήσεις και κόμικς, με σημαντικό σταθμό την εικονογράφηση του κόμικς των Κλασικών Εικονογραφημένων «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» (σ.σ. Περισσότερα για αυτό στο Καρέ Καρέ). Η γραμμή του αρχίζει να πλάθεται και να παίρνει τη μορφή που όλοι γνωρίζουμε, με οδηγούς τον Θεόφιλο, τον Καραγκιόζη, την αγιογραφία, τη λαϊκή τέχνη. Εικονογραφήσεις του Μποστ για τα «Βιβλικά Χαμόγελα» του Νίκου Τσιφόρου. Η μεγάλη του ευκαιρία του δίνεται στο περιοδικό «Ταχυδρόμος», το 1957. Όταν ο γελοιογράφος Κώστας Μητρόπουλος αρρωσταίνει, ο Μποστ τον αντικαθιστά στις εικονογραφήσεις των σίριαλ – ευθυμογραφημάτων του Νίκου Τσιφόρου. Σύντομα, για το ευθυμογράφημα «Σταυροφορίες» ο Μποστ αρχίζει να φτιάχνει σκίτσα που ξεφεύγουν του θέματος του κειμένου και εκσφενδονίζουν σατιρικές επίκαιρες υπόνοιες. Παρά τον εκνευρισμό του Τσιφόρου, οι «Σταυροφορίες» του Μποστ συνεχίζουν να εκδίδονται και ο δημιουργός εισάγει τα χαρακτηριστικά που τον καταξίωσαν: ανορθόγραφο καθαρευουσιάνικο λόγο, διαλόγους σε συννεφάκια, ομοιοκαταληξίες και στίχους στο περίγραμμα κάθε σκίτσου, που διαβάζονται βουστροφηδόν. Είχε πλέον διαβεί τον Ρουβίκωνα· ήταν ένας πρωτοπόρος πολιτικός γελοιογράφος. Σταυροφορική γελοιογραφία του Μποστ από τον «Ταχυδρόμο». Το 1959 του παραχωρείται επίσημη δική του στήλη στο περιοδικό, το «Μποστάνι του Μποστ», στο οποίο έχει την ελευθερία να σατιρίσει ανεμπόδιστα και να εξελίξει το νέο του στιλ. Εκεί είναι που εμφανίζονται πρώτη φορά οι τρεις μεγάλοι του ήρωες: η ξερακιανή Μαμά Ελλάς και τα παιδιά της, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα. Οι τρεις αυτοί χαρακτήρες – σύμβολα της εξαθλιωμένης μεταπολεμικής Ελλάδας, ντυμένοι με κουρέλια και σαραβαλιασμένα εθνικά σύμβολα, ήταν οι σκωπτικοί παρατηρητές και ο χορός που σχολίαζε το δεξιό και δυτικόφιλο ελληνικό κράτος. Παράλληλα, η ανορθογραφία και τα λογοπαίγνια παίζουν τον δικό τους ρόλο, αποδομώντας και υπονομεύοντας την καθαρεύουσα (γλώσσα της εξουσίας) υπέρ της δημοτικής (γλώσσας του λαού). Η Μαμά Ελλάδα κι ο Πειναλέοντας περιμένουν να μπουν στην ΕΟΚ, στο σινεμά Υβόνη (λογοπαίγνιο με την πρωτεύουσα της Δυτικής Γερμανίας, Βόνη) και τον αντικαγκελάριο και υπουργό Οικονομικών της Δ. Γερμανίας, Λούντβιχ Έρχαρτ, στο ταμείο. Τριγύρω αφίσες με τίτλους ταινιών – λογοπαίγνια για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Θα έλεγε κανείς πως, από το 1959 που δημοσιεύτηκε η γελοιογραφία, έχουν μείνει πολλά ίδια στην Ε.Ε. Η γλωσσική αποδόμηση, μαζί με τον στίχο, την ομοιοκαταληξία, τον σταθερό θίασο και το ναΐφ σκίτσο που θύμιζε πιο πολύ θέατρο σκιών παρά οποιοδήποτε παλιότερο ή σύγχρονο γελοιογραφικό στιλ, δόμησαν την μποστική γελοιογραφία: μία αυτόφωτη, λαϊκή και σκηνική γελοιογραφία, ένα κωμικό θεατρικό σκετς σε σκίτσα. ... ένας γελοιογραφικός θεατράνθρωπος… «Το παράπονό μου με τον Μποστ είναι ότι ποτέ δεν μπόρεσα, στο ποδοσφαιρικό γήπεδο του χιούμορ, να τον μαρκάρω… Πάνω που έμαθα να εικονογραφώ όπως ο Μποστ, αυτός πέρασε στη γελοιογραφία. Μόλις ψιλόμαθα τη γελοιογραφία και είπα “του μπαίνω”, όρμησε στο ευθυμογράφημα. Εκεί που άρχισα να στρώνω γραπτά με κάποια πλάκα, μου βγήκε θεατρικός συγγραφέας. Και τη στιγμή που άρχισε να ωριμάζει μέσα μου το πρώτο μονόπρακτο, μου ξέφυγε στη ζωγραφική… », είχε πει ο Κώστας Μητρόπουλος, ο μεγάλος γελοιογράφος που «έδωσε» τη θέση του στον Μποστ πλάι στον Τσιφόρο, με το χαρακτηριστικό πλακατζίδικο ύφος του. Ο Μποστ με τον Μίκη Θεοδωράκη και το επιτελείο της «Όμορφης Πόλης», το 1962. Το 1961, ο Μποστ είναι ένας πολιτικός γελοιογράφος σε πλήρη ακμή. Συνεργάζεται με πλήθος εφημερίδων και περιοδικών ως σκιτσογράφος και ευθυμογράφος, ενώ τα δύο γελοιογραφικά άλμπουμ που εκδίδει («Σκίτσα του Μποστ» με εισαγωγή του Ηλία Πετρόπουλου και «Το λέφκομά μου») εξαντλούνται. Και τότε είναι που «ξεφεύγει», κατά τον Μητρόπουλο, από το γραφείο του σκιτσογράφου στο θεατρικό σανίδι. Καθοριστικός παράγοντας στη θεατρική του πορεία θα σταθεί ο Μίκης Θεοδωράκης, που θα γίνει ίνδαλμα για τον σκιτσογράφο και τον οποίο κωμικά (λόγω του ύψους του) θα τον αποκαλεί «Επιμήκη». Αρχικά, ο Μίκης μελοποιεί τους στίχους του Μποστ «Η Ρομβία» και «Η Νήσος των Αζορών» και το 1962 ανεβάζουν μαζί στο θέατρο Παρκ την επιθεώρηση «Όμορφη Πόλη». Η «Πόλη», το πρώτο και πιο πολιτικοποιημένο θεατρικό έργο του Μποστ, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι κατά το ήμισυ γραμμένο από τον ίδιο και ολόκληρο σε μουσική Θεοδωράκη, αλλά δεν σημειώνει επιτυχία. Η ατυχία τον ακολουθεί σε διάφορες πρωτοπόρες προσπάθειές του, όπως στο να ανοίξει δικό του θέατρο σκιών ή στην εισπρακτική αποτυχία της ταινίας «Το πιθάρι», όπου έγραψε το σενάριο. Την ίδια χρονιά, παρότι συνηθισμένος στη λογοκρισία και στις μηνύσεις (κυρίως από την Εκκλησία), έρχεται και η απόλυσή του από το περιοδικό «Εικόνες» λόγω του «ασεβούς» κειμένου του «Το αμάρτημα της μητρός μου» – μια ενδιαφέρουσα περίπτωση μεταπολεμικού cancel. Παρόλα αυτά σκηνογραφεί και σχεδιάζει κοστούμια για το θέατρο, ενώ το 1963 γράφει το πρώτο του μεγάλο έργο, τη «Φαύστα ή Η απωλεσθείς κόρη». ... ένας δημιουργός της Αριστεράς… Όταν, το 1963, ο Μποστ ρωτά τον διευθυντή του στην «Ελευθερία», Πάνο Κόκκα, γιατί λογοκρίνονται τα σκίτσα του, εκείνος του απαντά: «Εσύ γράφεις κομμουνιστικά. Να πας στην Αυγή!». Συμβουλή που… θα ακούσει! Από την ίδια χρονιά, ο Μποστ ξεκινά συνεργασία ως γελοιογράφος και ευθυμογράφος με την «Αυγή». Συμπίπτοντας χρονικά με τη δολοφονία του Λαμπράκη, η πολιτική του απόχρωση πλέον οξύνεται: τα σκίτσα και τα κείμενά του γίνονται ξεκάθαρα και χωρίς υπόνοιες Αριστερά, διατηρώντας όμως τη σπιρτάδα της πρότερης δουλειάς του, εκείνης που με ευρηματικότητα έπρεπε να καλύψει και να υπονοήσει τους πολιτικούς του προσανατολισμούς. Γελοιογραφία του Μποστ από την «Αυγή» για τη δολοφονία Λαμπράκη, με παρακρατική σχολή… οδήγησης τρίκυκλων. Παράλληλα, κατεβαίνει υποψήφιος βουλευτής με την ΕΔΑ (χωρίς να εκλεγεί) το 1963 και κατόπιν συνιδρύει, το 1964, τη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη. Ο πολιτικός αναβρασμός των χρόνων της Αποστασίας καθρεφτίζεται φλογερά στα έργα και στη δράση του δημιουργού. Η Μαμά Ελλάς, η Ανεργίτσα και ο Πειναλέων στηλιτεύουν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, το παλάτι, τους Αμερικάνους, και περιμένουν καλύτερες μέρες από την Ένωση Κέντρου του Γεώργιου Παπανδρέου. Η άνοδος της χούντας όμως, θα ανακόψει τις ανορθόγραφες δημιουργικές πτήσεις. Το κυνηγητό, η κακοποίηση της γυναίκας του και η κατάσχεση του γελοιογραφικού, του ζωγραφικού και του συγγραφικού του αρχείου από την Αστυνομία θα οδηγήσουν τον Μποστ σε μετριοπάθεια και σε «αποκήρυξη μετά βδελυγμίας του αντεθνικού κομμουνισμού» – έστω κι αν δεν το εννοούσε – στο αστυνομικό τμήμα όπου μετέβη ο ίδιος και κρατήθηκε για πέντε ημέρες. Με τη σύλληψη του γιου του, Γιάννη, σε αντιδικτατορικά επεισόδια και την καταδίκη του με αποκλεισμό από όλα τα Γυμνάσια, ο Μποστ θα αποστασιοποιηθεί από την πολιτική, μεταφορικά και κυριολεκτικά – μετακομίζει οικογενειακώς στο Μεταξοχώρι Λάρισας – για πέντε ολόκληρα χρόνια. Μόνο κατά τους τριγμούς της δικτατορίας, το 1972, θα προσπαθήσει να επιστρέψει με το ειρωνικό κείμενό του «Υπέρ δικτατορίας», στο πρώτο (και μοναδικό) τεύχος του «Αντί», και με το ανοιχτά σατιρικό θεατρικό του έργο «Εκλογές του Μποστ» το 1973, που θα σημειώσει επιτυχία στο κοινό και θα προκαλέσει οργή στους συνταγματάρχες. Το 1974, με την ολοκληρωτική της πτώση, θα επιστρέψει στην Αθήνα αλλά και στην τέχνη του, με νέες γελοιογραφικές και θεατρικές συνεργασίες, μπαίνοντας στη δεύτερη μεγάλη παραγωγική περίοδο της πορείας του. ... ένας καταξιωμένος πολυ-καλλιτέχνης… Στις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του, ο γκριζαρισμένος πια μυστακοφόρος Μποστ απολαμβάνει την αποδοχή ως καταξιωμένος και λαοφιλής δημιουργός. Παρόλα αυτά, δεν αναπαύεται στις δάφνες του. Συνεργάζεται με την «Πρωινή», την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» και τον «Ριζοσπάστη» μεταξύ άλλων, ως σκιτσογράφος, ενώ θεατρικά συνεργάζεται με το θέατρο «Στοά», τον Θανάση Παπαγεωργίου, τη Λήδα Πρωτοψάλτη και τον Λουκιανό Κηλαηδόνη. Στις νέες του γελοιογραφίες, η Μαμά Ελλάς έχει ραμμένες τις λέξεις «ΕΟΚ» στον χιτώνα της, ενώ η Ανεργίτσα και ο Πειναλέοντας απουσιάζουν, μια και, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν έχουν θέση σε μια εποχή που ο εργάτης έχει πλέον ψυγείο στο σπίτι του. Οι τρεις μεγάλοι ήρωες του Μποστ: η Μαμά Ελλάς, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα. Συγγραφικά, σε αυτή την τελευταία περίοδο της ζωής του δίνει και τρία από τα μεγαλύτερα και έως και σήμερα δημοφιλή του θεατρικά: τη «Μαρία Πενταγιώτισσα» (1982), τη «Μήδεια» (1993) και το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» (1995), κείμενα γεμάτα μποστική πρόζα, δεκαπεντασύλλαβο και σκωπτικό σατιρικό χιούμορ. Παράλληλα κάνει τις πρώτες του ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής με πίνακες που, όπως οι γελοιογραφίες του, εμπνέονται από την ελληνική ιστορία και τη λαϊκή παράδοση και τον σπρώχνουν εικαστικά ακόμα πιο κοντά στον Θεόφιλο, στον Κόντογλου και στα πορτραίτα του Φαγιούμ. Ο μοναδικός τομέας στον οποίο συστηματικά αποτυγχάνει είναι… η πολιτική. Κατεβαίνει υποψήφιος στις δημοτικές εκλογές του 1978 με τον συνδυασμό του Μίκη Θεοδωράκη και στις βουλευτικές του 1981 και του 1985 με το ΚΚΕ, αποτυγχάνοντας να εκλεγεί και τις τρεις φορές. Παράλληλα, βλέπει το μέτωπο της Αριστεράς που επιθυμούσε να παραμείνει ενωμένο μετά την πτώση της Χούντας, να διασπάται σε μικρότερα κόμματα. Γίνεται άλλος ένας απογοητευμένος παλιός Αριστερός, μέσα στα χρόνια του πασοκικού πάρτι... Η ζωή του τελειώνει μέσα στη δημιουργικότητα και στην αποδοχή, αφήνοντας την τελευταία του πνοή 77 ετών, την Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου του 1995. … που σήμερα θα έσπαγε πλάκα! «Ο Μποστ δεν έκανε γελοιογραφία! Έκανε επανάσταση! (…) Είναι σαν να εφηύρε ένα καινούργιο εμβόλιο! Ένα εμβόλιο που θα μας προστατεύει από τον ιό της κακογουστιάς για τουλάχιστον 1.000 χρόνια!», έγραφε ο γελοιογράφος ΚΥΡ το 1987. Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατο του Μποστ, πάντως, το εμβόλιό του δεν φαίνεται να έπιασε ιδιαίτερα τόπο, ενώ ο κόσμος που άφησε, μοιάζει να χειροτέρεψε κατά πολύ. Ο Μποστ «συλλαμβάνεται» από συναδέλφους του γελοιογράφους, ποζάροντας όπως ο πίνακας με τη σύλληψη του Αθανάσιου Διάκου πίσω τους. Από αριστερά, Λογό, ΚΥΡ, Μποστ, Κώστας Μητρόπουλος. Ο Μέντης θα είχε, σίγουρα, πολλά να πει για το σήμερα: για την άνοδο της Ακροδεξιάς, το νεοφασιστικό φαινόμενο Τραμπ, τη Γάζα, το μεταναστευτικό, το περιβάλλον, τον διάδοχο Μητσοτάκη και τις νεοφιλελεύθερες συμμορίες του, την τραγική αμηχανία της Αριστεράς. Η Μαμά Ελλάς του θα ήταν ρακένδυτη και κακομοίρα όπως παλιά, μόνο με μερικά αστραφτερά μπλε μπαλώματα στον χιτώνα της που θα έφεραν αστεράκια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ ο Πειναλέων κι η Ανεργίτσα θα τσακώνονταν για το ποιος θα πρωτοπαίξει στο τάμπλετ. Και σίγουρα, θα χρησιμοποιούσε όλο το πολυπρόσωπο και ανεπανάληπτο δημιουργικό του στιλ για να κατακεραυνώσει, να σατιρίσει και να καταδείξει τα στραβά της εποχής μας. Πάντα με το ιδιόρρυθμο μποστικό χιούμορ του. Και το σχετικό link...
  3. Ο Μποστ συνεργάστηκε για πρώτη φορά με την εφημερίδα της Αριστεράς Αυγή στα τέλη του 1963 δημοσιεύοντας την «Αληλογραφία με τον Κόστα» (Καραμανλή) και τις «Πρωινές σκέψεις». Σκίτσα του άρχισαν να δημοσιεύονται στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας από τις αρχές του 1964 έως το 1966. Η συνεργασία διεκόπη στα χρόνια της χούντας, αφού η εφημερίδα έκλεισε και συνεχίστηκε στη μεταδικτατορική περίοδο με το «Καλειδοσκόπιο»*. Το Ημερολόγιο περιέχει δέκα αδημοσίευτες γελοιογραφίες της πρώτης περιόδου συνεργασίας του καλλιτέχνη με την εφημερίδα και δύο από το «Λέφκομά μου», α΄ έκδοση, Αθήνα 1960. Οι γελοιογραφίες της Αυγής δεν έχουν περιληφθεί σε καμία συλλογή και είναι απαίτηση (και παράκληση προς την εφημερίδα) των φίλων του Μποστ να βγουν κάποτε σε βιβλίο. Στο εξώφυλλο, αλλά και σε πολλές εσωτερικές γελοιογραφίες, εμφανίζονται η Μαμά Ελλάς, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα εξαθλιωμένες αντιπροσωπευτικές φιγούρες εκείνης της εποχής, που όπως αποδεικνύεται από τα σημερινά γεγονότα, τις χαρακτηρίζει η διαχρονικότητα, μιας και η πολιτική ιστορία του τόπου διανύει κυκλική πορεία στο χρόνο. Την έκδοση συμπληρώνουν κείμενα των Νίκου Φίλη, διευθυντού της Αυγής, Νίκου Σαραντάκου, Στέφανου Χρυσοστομίδη, Τάσου Αναστασίου, Ανδρέα Πετρουλάκη, Βαγγέλη Χερουβείμ, Πέγκυς Κουνελάκη και του ιδίου του καλλιτέχνη. *θα παρουσιαστεί σύντομα vaios Αφιέρωμα εις τόν Μπόστ
  4. Kατεβαίνεις το ημιυπόγειο στο Κουκάκι, και ένας κόσμος σού φανερώνεται. Οι χαρακτήρες του γελοιογράφου και εικαστικού Γιάννη Λογοθέτη - και του εγγονού του Χριστόφορου - είναι γνώριμοι, είναι σχεδόν ταυτοτικό το ύφος του, γνωστό από τα έντυπα δεκαετιών, την τηλεόραση, τον δρόμο που χάραξε ο αιρετικός και πάντα γελαστός καλλιτέχνης που περνάει τη μισή ημέρα του εδώ στο ημιυπόγειο που περιγράφουμε και που περικλείεται ο δικός του κόσμος. Ο γνωστός και ως ΛοΓό βέβαια, έχει και μια άλλη πλευρά, εξίσου σημαντική, είναι στιχουργός τα τελευταία 40 και παραπάνω χρόνια περίπου 400 δισκογραφημένων τραγουδιών, ορισμένων τεράστιων επιτυχιών όπως το «Έτσι είναι ζωή» ή το «Άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε» με τη Μοσχολιού και βέβαια ένας εκ των εισηγητών του λεγόμενου χιουμοριστικού τραγουδιού, με σουξέ όπως «Το σκυλάκι το κανίς» ή τον γνωστό κύκλο τραγουδιών «Γελοιογραφίες» με τον Θέμη Ανδρεάδη. Ο ΛοΓό, από το εργαστήριό του, θυμάται μια εποχή, μας διαβάζει το κείμενο που είχε γράψει για τον δίσκο του «Τραγούδια με νόημα» ο μέγας Μποστ, αναλύει τις δικές του θέσεις για το ελληνικό τραγούδι και τη γελοιογραφία και περιγράφει τη διαδρομή του στην τέχνη και τη δημοσιογραφία (για πολλά χρόνια ο ΛοΓό εργάστηκε στα «ΝΕΑ» και τον «Ταχυδρόμο» του ΔΟΛ). Καθόμαστε και απαγγέλλει τραγούδι του για το πάλαι ποτέ καφέ μπαρ Φελλός στο Κουκάκι, στέκι πολλών. Σας θυμάμαι από τον Φελλό στην οδό Δράκου. Μαζευόμασταν εκεί πολλοί: Κατσιμίχας, Γιώργος Σαρρής, Θαλασσινός, Θανάσης Συλιβός. Αναρωτιέμαι παρατηρώντας πως έχετε κάνει τραγούδι ένα στέκι σας, λογική σας στα τραγούδια είναι η ζωή σας; Θα σου πω. Από πολύ μικρός έκανα σκίτσα και έγραφα τραγούδια. Τα βιβλία μου στην τσάντα μου μέσα στα περιθώρια είχαν σκίτσα. Είχα και ραδιόφωνο και ήμουν κολλημένος. Άρα πάντα θυμάστε να ζωγραφίζετε και να ακούτε τραγούδια. Να ακούω ελληνικά και ξένα για την ακρίβεια. Μου άρεσαν ορισμένοι που ακούω και σήμερα: Ντιν Μάρτιν, Πέρι Κόμο, Νατ Κινγκ Κόουλ, Ρενάτο Καροζόνε. Στα «Τραγούδια με νόημα» σε ένα τραγούδι του Ρενάτο έχω βάλει ελληνικά λόγια και το λέει ο Γκιωνάκης. Πώς προκύψαν τα σκίτσα; Έμενα σε μια αυλή με 5-6 οικογένειες. Περιοχή; Ταμπούρια στον Πειραιά. Κάθε εβδομάδα κάθε οικογένεια έπαιρνε το περιοδικό «Ρομάντσο» και γύρναγε σε όλους! Εγώ κόλλησα στα σκίτσα. Ποιοι ήταν τότε; Αρχέλαος, Χριστοδούλου, Πολενάκης, Παυλίδης. Κάποια στιγμή ρώτησα ένα παιδί στη γειτονιά μου που έκανε σκίτσα, τον Σταματάκη, πώς γίνονται αυτά. «Με σινική μελάνη. Να τα κάνεις μοντέρνα» μου είπε. Κατάλαβα πως έπρεπε να κάνω τα παπούτσια με κρεπ, κάτι τέτοιο. Μέχρι που πήρα μέρος σε μια έκθεση στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, και ήλθε ο Γ. Π. Σαββίδης με τη γυναίκα του και την Ειρήνη Παπά και μόλις έφτασε στα δικά μου του άρεσαν πολύ, περίπου αρχές του '60. Έτσι μπήκατε στον «Ταχυδρόμο»; Ο Γ. Π. Σαββίδης ήταν τότε διευθυντής. Ναι! Όλοι θέλανε να βάλουν κάτι στον «Ταχυδρόμο», τότε. Μου άρεσε τόσο πολύ το περιβάλλον της Χρήστου Λαδά που πήγαινα χωρίς να κάνω τίποτε. Ποιους θυμάστε; Σκαλιώρας, Ζενάκος, Κώστας Μητρόπουλος, η Βαφία, μια γλύπτρια. Ένα πολύ ωραίο περιβάλλον. Και; Μου δώσανε ένα μυθιστόρημα να το εικονογραφήσω, έβλεπα τον Αργυράκη να εικονογραφεί, τον Μυταρά. Από ένστικτο τα έκανα όλα αυτά, σε συνέχειες, το διάβαζα κι έβρισκα εικόνες, σκέφτηκα οι εικόνες να είναι κομμένες από μαύρο χαρτί και κολλημένες σε φόντο λευκό και μου έβγαιναν τόσο ωραία. Στον «Ταχυδρόμο» έμεινα κάνα δυο χρόνια και μετά έφυγα έξω γιατί έγινε η χούντα. Λέτε συχνά πως στενοχωρηθήκατε πολύ με τη χούντα. Πολύ. Από πιτσιρίκος φοβόμουν αυτούς που φόραγαν στολές, γι' αυτό ο Ανδρέας Παπανδρέου το '81 μού έκανε ένα δώρο μεγάλο που δεν φοβόμουν πλέον τους αστυνομικούς. Μόλις έγινε χούντα τι κάνατε; Ήμουν παντρεμένος κατ' αρχάς. Υπήρχε μια δημοσιογράφος, η Γιολάντα Τερέντσιο, η οποία είχε φίλο έναν γελοιογράφο στο Λονδίνο που λεγόταν Λέσλι Ίλιγουορθ και δούλευε στην «Daily Mail». Ήταν διάσημος, είχε και εκπομπή με έναν άλλο διάσημο γελοιογράφο, τον Βίκι, το παίζανε «αριστερός - δεξιός». Με έστειλε σε αυτόν να με βοηθήσει. Πού μένατε; Πήγα και τον βρήκα, χάρηκε πολύ. Μας πήγαινε σε μπαρ και έλεγε «οι Έλληνές μου». Αυτός είχε μια σοφίτα στη Φλιτ Στριτ. Μας την έδωσε. Μετά πήγαμε Παρίσι και τελικά γυρίσαμε Αθήνα. Μετά; Κάνω διάφορες δουλειές. Η γυναίκα μου είναι γραφίστρια και εργαζόταν στον Χάρη Πάτση, μέχρι που έκανα τα πρώτα μου τραγούδια και πήρα και λεφτά. Πώς γνωρίσατε τον Δήμο Μούτση; Είχα πάει σε ένα μαγαζί στην Πλάκα, στην Παλιά Αθήνα, να βρω κάποιον και γνωριστήκαμε. Εν τω μεταξύ είχε κάνει ο Μποστ κάτι τραγούδια. Μου λέει ο Μούτσης να κάνουμε κάτι τέτοιο, ήταν τότε με την κόρη του Βουσβούνη που είχε πάρει τον Γαλαξία της Βλάχου. Πήγαινα εκεί σπίτι τους και φτιάχναμε τραγούδια. Καθόταν αυτός στο πιάνο και στο τέλος βγήκε το «Χαράματα με το πρώτο λεωφορείο» που είπε ο Μητσιάς. Αντί για τραγούδι σατιρικό, βγήκε δραματικό! Μπαίνω στο τραγούδι, μετά στην Κολούμπια γνωρίζομαι με τον Λουκιανό και κάνουμε σε μικρό δισκάκι το «Αχ Μαρία» και το «Κοίταξε να δεις». Και πουλάει 60.000 αντίτυπα! Μετά; Μετά ο Τ. Β. Λαμπρόπουλος με γνωρίζει με τον Χατζηνάσιο και κάνουμε το «Έχει ο Θεός», μεγάλο δίσκο. «Πάρε τον ηλεκτρικό», «Αν μ' αγαπάς φίλα σταυρό». Ενώ εκεί κάναμε μεγάλη επιτυχία, εγώ είχα στον νου μου πάντα το χιουμοριστικό τραγούδι. Το γελοιογραφικό όπως το λέω. Και πάω μια βραδιά σε μια μπουάτ στην Πλάκα και βλέπω έναν πιτσιρικά που τραγουδούσε: τον Θέμη Ανδρεάδη. Έκανε και κάτι πλάκες. Λέω ωραίος αυτός. Ξεκινήσαμε να κάνουμε τραγούδια, έβαλε κάτι μουσικούλες ο Θέμης, βγήκαν τα τραγούδια, ο δίσκος είναι οι «Γελοιογραφίες». Χαμός. Αφού όμως έπεσε η χούντα, ήταν κομμένος ο δίσκος και ο Θέμης επί χούντας. Μετά μου λέγανε οι κοπέλες στην Κολούμπια πως εκεί πέρα είχε τόσο πολλή δουλειά, που ξενυχτούσαν για να φακελώνουν δίσκους, εποχή που είχε ουρές για Μίκη. Αυτός ο δίσκος χάλαγε τον κόσμο. Είχαμε κάνει και μερικοί γελοιογράφοι μια έκθεση στου Μπαχαριάν. Χαμός, ουρές, ο κόσμος είχε ανάγκη τότε. Στα έντυπα πώς μπαίνετε; Είχαμε πάει διακοπές, κάπου στην Εύβοια, δεν είχα δουλειά τότε. Πήγαινα και έπαιρνα από την ΑΕΠΙ κάτι προκαταβολές, στη Σπυρίδωνος Τρικούπη για τα τραγούδια μου, ένα μικρό μαγαζί. Με ψάχνει τότε ο Ροδόλφος Μορώνης και άλλοι. Τον είχε βάλει ο Φιλιππόπουλος και με γυρίζουν πίσω για να πάω στην «Ελευθεροτυπία», τέτοια ευκαιρία δεν χάνεται, σκέφτηκα! Πόσο μείνατε; Οκτώ χρόνια δούλεψα, μετά έφυγε από κει ο Φιλιππόπουλος και με πήρε στο «Έθνος». Στις «Εικόνες» είχα δικό μου δισέλιδο. Μετά πήγα, στα κυριακάτικα «ΝΕΑ», με διευθυντή τον Λυκούργο Κομίνη. Μετά στα καθημερινά «ΝΕΑ», μετά ξανά στο «Έθνος», με φωνάξανε στα «ΝΕΑ» γιατί μια γελοιογραφία μου την είχε πάρει η «Monde» και είχε κάνει ένα σχόλιο, τι συμβαίνει στην Ελλάδα. Μετά πήγα στη «Νίκη», μέσω Δημήτρη Μαρούδα. Και με μισθό μεγαλύτερο από το «Έθνος». Τι άλλο θυμάστε από τις εφημερίδες; Στην «Ελευθεροτυπία» δεν μου είπε ποτέ κανείς τίποτε. Μια φορά σε μια σύσκεψή της, ένας αρχισυντάκτης, πετάγεται και λέει: «Νομίζεις πως σε πληρώνουμε γι' αυτή την κουτσουλιά που κάνεις; Σε πληρώνουμε για την υπογραφή σου». Και τσαντίζομαι και κάνω ένα τετράγωνο την άλλη μέρα με μια υπογραφή μου μέσα. Τίποτε άλλο. Και μπήκε. Δουλεύατε με χαρακτήρες στη γελοιογραφία τότε ή γενικά με επικαιρότητα; Είχα χαρακτήρες. Μερικά χρόνια είχα τα Φτωχαδάκια. Μερικά από αυτά γίνανε τραγούδια, το «Πεινιάου», με τον Μαργαρίτη. Ένα τύπος με μπαλώματα, όπως είναι τώρα οι φτωχοί, πάντα πεινάω έλεγε. Και μια γάτα δίπλα σκελετωμένη έλεγε κι αυτή: Πεινιάου. Το λέμε παρέα με τον Μαργαρίτη. Έκανα και εικονογραφήσεις. Αλλά δεν ήθελα να βάλω πρόσωπα, π.χ. τον Μητσοτάκη ή τον Ανδρέα. Το έκανα λίγο, αλλά μου φαινόταν φτηνό. Οι μεγάλοι τότε; Ο Μητρόπουλος, ο Κυρ, ο Μποστ μοναδικός. Τον αγαπούσατε. Ήμασταν φίλοι, έμενε εδώ, στη γωνία (σ.σ.: Ακρόπολη), όταν παντρεύτηκα νοικιάσαμε ένα σπίτι πολύ κοντά στον Μποστ. Είχα βγει στο τραγούδι, είχα κάνει καλές αρπαχτές σε περιοδεία. Ήμουν και στη Νεράιδα, ένα καλοκαίρι. Εγώ τα έλεγα κι έκλεινα το πρώτο μέρος. Μετά έβγαινε ο Κόκοτας, ο Διονυσίου. Φτιάξατε ένα ρεύμα δικό σας. Δεν επαναλήφθηκε. Βαρέθηκα το ξενύχτι. Έγινε ρεύμα, όλες οι εταιρείες πήγαν να μιμηθούν, ο μόνος που έκανε κάτι ήταν ο Μηλιώκας. Αυτά που έκανα εγώ τα δούλευα τριάντα χρόνια με γελοιογραφίες. Μια λεζάντα σε γελοιογραφία μπορείς να την αλλάξεις δέκα φορές για να πετύχει, για να έχει ενδιαφέρον ως λεζάντα. Το ίδιο πράγμα είναι το τραγούδι. Δηλαδή; Δεν είναι παιχνίδι των λέξεων. Όπως είχε πει ο Σακελλάριος το ποίημα πρέπει να είναι ακαταλαβίστικο, αλλιώς είναι τσιφτετέλι. Το τραγούδι έχει μια αρχιτεκτονική, μια ιστορία απλή, να έχει ένα θέμα που να είναι ευρηματικό, να έχει ρεφρέν ή μια φράση, αυτό είναι το τραγούδι, αλλιώς είναι ιστορία, όπως έκανε ο Σαββόπουλος, με τον Κοεμτζή. Το τραγούδι είναι Σακελλάριος. Επηρεαστήκατε από κάποιον; Αγαπούσα, δεν τους ήξερα, εμένα μου άρεσε το ελληνικό τραγούδι, αυτά που άκουγα ήταν δεκαετίας '50 - '60. Τσιτσάνης, Μητσάκης κ.τ.λ. Στιχουργούς; Δεν τους ήξερα άλλα μετά που έμαθα ξεχώρισα ορισμένους. Όπως ο Χρήστος Κολοκοτρώνης, η Παπαγιαννοπούλου, ο Τσάντας, ο Βίρβος που ήταν φίλος μου. Δεν μου αρέσουν αυτοί που φτιάχνουν πολλά πράγματα μέσα σε ένα. Γράφουν πολύ ωραία, βέβαια, ορισμένοι. Πολύ ωραίος ήταν ο Ρασούλης. Τον γνώρισα όταν δούλευα στην «Αυγή» κι αυτός στη «Δημοκρατική Αλλαγή». Σήμερα υπάρχει χιουμοριστικό τραγούδι; Π.χ. ο Παντελής Αμπαζής μού έρχεται στο μυαλό. Ναι, υπάρχει. Όχι ακριβώς τέτοιο, υπάρχει ο Φοίβος Δεληβοριάς. Ένα άλλο παιδί είναι ο Βαγγέλης Χατζηγιάννης. Τώρα σκέφτηκαν να βγάλουν ξανά ορισμένα δικά μου που δεν πολυακούστηκαν. Οι λόγοι υπάρχουν για να γραφτεί; Πάντα υπάρχουν λόγοι. Να υπάρχουν τραγούδια που να σε ανεβάζουν. Αλλά τα ραδιόφωνα παίζουν δυστυχία. Ο Κηλαηδόνης μού άρεσε πολύ, και είχε κάποια σχέση με αυτά που λέμε. Σαν θέματα. Πόσα έχετε γράφει; Που έχουν κυκλοφορήσει; Τετρακόσια. Σας έχει τραγουδήσει η Μοσχολιού, ο Μητσιάς, αυτά μείνανε. Μα έχουν μείνει και τα άλλα. Κάτι παιδιά από την Κρήτη έχουν διασκευάσει την «Πεθερά». Και αρέσει σε πολύ κόσμο. Θυμάστε πως γράψατε ένα τραγούδι σας; Μοιάζετε συχνά να περνάτε εκεί καθημερινά γεγονότα σας. Τη «Λούλα». Ήταν μια πολύ όμορφη κοπέλα στην Πλατεία Δεξαμενής. Δούλευα στην «Ελευθεροτυπία» και ανέβαινα από Κολοκοτρώνη προς Κολωνάκι όπου έμενα τότε. Και αυτή έπινε με κάτι φίλους της μπίρες. Ήξερε πως γράφω: «Καλέ κύριε Γιάννη, για μένα δεν θα γράψεις;». Πήγα ένα βράδυ στο σπίτι, κάθισα σε μια πολυθρόνα. Απέναντι είχε ένα μπουκάλι με λίγο ουίσκι, θυμήθηκα αυτή την κοπέλα. Τούλα τη λέγανε μα δεν μου άρεσε το όνομα. Γράφω. Θυμήθηκα στη γειτονιά μου μια κοπέλα που τη λέγανε Λούλα, και ήταν ωραίο. Το «Άσπρα, κόκκινα, κίτρινα»; Ήταν αφίσα που διαφήμιζε τσιγάρα του Παπαστράτου με καραβάκια! Πάντα παρατηρούσατε γύρω σας; Έτσι κι αλλιώς! Καθόμουν και έβλεπα ανθρώπους κι έλεγα από μέσα μου: αυτόν πρέπει να τον λένε έτσι και να κάνει αυτή τη δουλειά. Η καθημερινότητά σας; Έρχομαι εδώ, στο εργαστήριο. Κάτι δουλεύω. Μετά αφού έχω βαρεθεί ανεβαίνω στον πεζόδρομο της Ακρόπολης, πάω προς Αποστόλου Παύλου, μετά Μοναστηράκι, σε φίλους που έχουν σχέση με μουσική, πάω στην κεντρική αγορά, περπατώ, δεν έχω αμάξι. Παίρνω κάναν γαύρο και γυρνάω σπίτι. Από την Πλάκα. Βγάζετε κάτι τώρα; Τώρα βγαίνει ένα βιβλίο με τα τραγουδάκια μου όλα. Και αυτά που δεν έχουν κυκλοφορήσει. Μυστικό της έμπνευσης; Πήγαινα προς την εφημερίδα και δεν είχα τίποτε να σχεδιάσω. Κι έβλεπα κάτι και εμπνεόμουν. Στίχους πώς γράφατε; Βρίσκω τις δύο πρώτες αράδες που μου αρέσουν και έχω βρει και τη μουσική. Σε αυτές τις διαδρομές που κάνω δουλεύω αυτό το τραγούδι. Όλα έχουν μια αρχή. Το «Έτσι είναι η ζωή»; Δραματικό πάντως τραγούδι... Ναι είναι. Υπάρχει μέσα μια φράση που την έλεγε η μάνα μου. Κάντε ένα σχόλιο για την πολιτική σήμερα... Πιστεύω ότι ο χειρότερος γελοιογράφος είναι πιο έξυπνος από τον καλύτερο πολιτικό για αυτό ψηφίζω γελοιογράφους. Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.