Search the Community
Showing results for tags 'Φωκίων Δημητριάδης'.
-
Έχω την αίσθηση ότι ο σχολιασμός αρχίζει να προσφέρει στον αναγνώστη πολύ περισσότερο Ιράν από αυτό που μπορεί να καταναλώσει. Διακρίνω ίχνη κορεσμού. Άλλωστε, τις τελευταίες μέρες οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, δηλαδή οι εκατέρωθεν βομβαρδισμοί, δεν φαίνεται να αποτελούν το πρόκριμα σημαντικών εξελίξεων. Κρατώντας στα χέρια μου την «Καθημερινή» του Σαββάτου 7ης Μαρτίου, στη σελίδα με τα Γράμματα Αναγνωστών, διαπίστωσα για μια ακόμη φορά το ενδιαφέρον που εξακολουθεί να υπάρχει για την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Όλες οι επιστολές – πλην μιας – αναφέρονται σε αυτήν την περίοδο. Εκείνο όμως που με εντυπωσίασε, διότι δεν το γνώριζα, ήταν το τρομακτικό σε πόνο σκίτσο του Φωκίωνος Δημητριάδη, με γκρίζα χρώματα, το οποίο αποτυπώνει την πορεία του φορτηγού με τα πτώματα των εκτελεσμένων και τις τραγικές φιγούρες των συγγενών να το περιβάλλουν. Είναι ένα σκίτσο από το βιβλίο του «Σκιά πάνω απ’ την Αθήνα, σκίτσα της Κατοχής» (εκδόσεις Μαρή 1970). Ήμουν στο δημοτικό όταν ο πατέρας μου έφερε στο σπίτι το βιβλίο του Δημήτρη Ψαθά «Χειμώνας 1941» με σκίτσα του Δημητριάδη. Οικείες οι φιγούρες, καθώς τις συναντούσα κάθε μέρα στις πολιτικές γελοιογραφίες του στην εφημερίδα «Μακεδονία». Αρκετά αργότερα ήμουν σε θέση να τις αξιολογήσω. Τελικά είναι κανόνας ότι ένας άνθρωπος, με ταλέντο και ευαισθησίες, μπορεί να προσεγγίσει τα γεγονότα από πολλές πλευρές, με τρόπο σκωπτικό ή τραγικό. Το συγκεκριμένο βιβλίο του Φωκίωνος Δημητριάδη το προλόγισε ο Άγγελος Τερζάκης, ο οποίος έγραψε μεταξύ άλλων: «…πίσω από τη μαρτυρία του σκιτσογράφου βλέπουμε να ορθώνεται το δράμα, η δίκη και η καταδίκη μιας εποχής που δεν ξορκίστηκε κι ας το νομίζουμε. Απομένει σαν απειλή στον αέρα: ο ολοκληρωτισμός είναι τέρας που δεν εξοντώθηκε […]. Κι αν η λήθη είναι κάποτε αρετή, η μνήμη είναι πάντα χρέος». Τη δραματικότητα του σκίτσου η «Καθημερινή» την υπογραμμίζει διά χειρός του ίδιου του Δημητριάδη: «Το αυτοκίνητο του θανάτου. Όταν έβγαινε από το Σκοπευτήριο αφήνοντας πίσω μια γραμμή αίματος, ήτο φανερό πως την ημέρα εκείνη είχαν γίνει εκτελέσεις σε μεγάλο αριθμό». Στο σκίτσο είναι χαραγμένη στο χώμα αυτή η μακάβρια γραμμή. Όταν εξέδωσε αυτό το βιβλίο ο Φωκίων Δημητριάδης οι μνήμες της Κατοχής ήταν νωπές, καθώς ζούσε η γενιά που την είχε βιώσει. Ίσως τότε, το 1970, ο κοινός νους δεν είχε συνειδητοποιήσει πως Κατοχή και εμφύλιος πόλεμος συμπλέκονταν. Η χρονική απόσταση ήταν σχετικά μικρή για να υπάρχει η δυνατότητα να σχηματιστεί η μεγάλη εικόνα με ευκρίνεια. Άλλωστε η δικτατορία, με τον απλοϊκό λόγο της, συσκότιζε την Ιστορία υποβιβάζοντάς την σε όπλο προπαγάνδας. Το διαισθάνεται αυτό ένας αστός διανοούμενος, ο Άγγελος Τερζάκης, ο οποίος έγραψε για το τέρας του ολοκληρωτισμού που δεν εξοντώθηκε. Μια παρατήρηση με αμφίπλευρη αιχμή και μάλλον επίκαιρη μισόν αιώνα μετά. Και το σχετικό link...
-
- 2
-
-
- φωκίων δημητριάδης
- εκδόσεις μαρή
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
«Κοίτα να δεις», σκέφτηκα. Μόλις πριν από δύο τεύχη, με αφορμή τα 10 χρόνια από τον θάνατό του, είχαμε αφιέρωμα στον Γιάννη Καλαϊτζή, εσαεί «αντιστασιακό» στις πάσης φύσεως αυταρχικές εξουσίες. Κι αυτή τη φορά, με αφορμή τα συγκλονιστικά φωτογραφικά τεκμήρια της εκτέλεσης των 200 στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του ’44, ο John Antono μας χαρίζει ένα θαυμάσιο αφιέρωμα στον Φωκίωνα Δημητριάδη (1894-1977) για τον οποίο η ιστορική μνήμη των πολλών έχει διατηρήσει, στην καλύτερη περίπτωση, την ανεκδοτολογικού τύπου σχέση του με τον Τσάτσο, τον οποίο σκιτσάριζε πάντα δίπλα σε μια κότα. Ο Φωκίων Δημητριάδης όμως, όπως θα δείτε και θα διαβάσετε στις επόμενες σελίδες, δεν ήταν μόνον ο «σκιτσογράφος με την κότα του Τσάτσου». Ήταν ένας σημαντικότατος δημιουργός, ο οποίος αντιστάθηκε σθεναρά σε κατακτητές και χαφιέδες με το «ταπεινό» του σκίτσο, μια τέχνη προορισμένη δυστυχώς συχνά για το εφήμερο και τη λήθη. Αλλά ο Δημητριάδης, που είχε μάλιστα συλληφθεί από τους Γερμανούς στη διάρκεια της Κατοχής και είχε μεταξύ πολλών άλλων σκεφτεί να αποτυπώσει σκιτσογραφικά την είσοδο του στρατοπέδου συγκέντρωσης στο Χαϊδάρι, τόλμησε να καταγράψει σε σοβαρά και άλλοτε σπαρακτικά σκίτσα την Ιστορία – κι ας του έμελλε να καταχωριστεί και ο ίδιος όπως και πολλοί άλλοι ομότεχνοί του στα κιτάπια της πρωτίστως ως «γελοιογράφος». Από εκεί κάνω «γέφυρα» μέχρι τον Καλαϊτζή κι από εκεί φτάνω στους σύγχρονους φορείς αυτής της τέχνης, λίγο-πολύ παραγνωρισμένης, ειδικά όταν εκπροσωπείται από το σκίτσο-σχόλιο της ειδησεογραφικής καθημερινότητας σε καθημερινό έντυπο που η αναγνωστική ματιά το διατρέχει χωρίς να μένει στην υπογραφή του καλλιτέχνη. Αλλά από τον Δημητριάδη, πιο πριν και μέχρι εδώ, με όπλο άλλοτε την καυστικότητα, την κοφτερή ειρωνεία, το χιούμορ ή και την ωραία, λαϊκή πλάκα και πάντα την άνεση στην καταγραφή της επικαιρότητας, κυριολεκτικά σε αδρές γραμμές και επί της ουσίας, με ελάχιστα λόγια ή και χωρίς, με τα λόγια σε δευτερεύοντα έτσι κι αλλιώς ρόλο, το σκίτσο υπήρξε η μεγάλη τέχνη του ακαριαίου σχολίου, της πιο δημοκρατικής και άμεσα προσλήψιμης απ’ όλους επιτομής της ειδησεογραφίας. Στην πορεία του υπήρξαν και υπάρχουν ασφαλώς και φορείς του που έκλεισαν το μάτι στη συστημικότητα και στην εκάστοτε εξουσία – το ίδιο συμβαίνει και με όλους της καλλιτέχνες και δη της σάτιρας. Αλλά στη διάρκειά του επιβιώνουν οι αντισυστημικοί, οι «αντιεξουσιαστές», οι «θρασείς» κάθε εποχής, εκείνοι που τολμούσαν πάντα να σκιτσάρουν τον Τσάτσο (ή και τον εκάστοτε τσάτσο) με μια κότα. Και το σχετικό link...
-
Εβδομήντα επτά σκίτσα του Φωκίωνα Δημητριάδη από την περίοδο της Κατοχής καταγράφουν την εμπειρία του λιμού, του δωσιλογισμού, της Αντίστασης και των μαζικών ναζιστικών αντιποίνων στην Αθήνα ● Σε αλλεπάλληλα σπαρακτικά σκίτσα του, δείχνει όλη τη διαδικασία των εκτελέσεων: εκφώνηση των ονομάτων των μελλοθανάτων, κραυγές θρήνου, πορεία προς τον θάνατο, μαζικοί τουφεκισμοί, «αναμνηστικές φωτογραφίες» των εκτελεσμένων από τους ναζί. Οι φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944 συγκλόνισαν κάθε πολίτη ανεξαρτήτως ιδεολογικών καταβολών – πλην, βεβαίως, των νοσταλγών του ναζισμού και της δωσιλογικής εθνικοφροσύνης. Τα πρόσωπα των κομμουνιστών που βαδίζουν προς τον θάνατο αγέρωχοι και ευθυτενείς, τραγουδώντας και σηκώνοντας τις γροθιές τους μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, έχουν ήδη χαραχτεί στο συλλογικό μας ασυνείδητο. Και αποτελούν ένα μικρό μόνο στιγμιότυπο από τις τεράστιες θυσίες ενός μεγάλου κομματιού του λαού μας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που αψήφησε τον φόβο και όρθωσε ανάστημα απέναντι στην τριπλή φασιστική Κατοχή και στους Έλληνες συνεργάτες της. Αν και συγκλονιστικά – κυρίως για τον αναπάντεχο τρόπο με τον οποίο ανακαλύφθηκαν 82 χρόνια μετά, το Ψυχοσάββατο της 14ης Φλεβάρη του 2026 – τα φωτογραφικά ντοκουμέντα από την Καισαριανή δεν είναι τα μοναδικά που αποτυπώνουν εκείνη την εποχή. Και άλλες φωτογραφίες από γερμανικές στρατιωτικές πηγές που βγήκαν πριν από δεκαετίες στη δημοσιότητα έχουν αποτυπώσει εκτελέσεις όπως εκείνη στο Κοντομαρί Χανίων στις 2.6.1941, ενώ φωτογράφοι όπως η Βούλα Παπαϊωάννου, ο Δημήτρης Χαρισιάδης, ο Σπύρος Μελετζής και ο Κώστας Μπαλάφας κατέγραψαν με κίνδυνο της ζωής τους τη φρίκη, την πείνα και την αντίσταση. Πέρα όμως από τους ηρωικούς φωτογράφους της Κατοχής, ο νους μας ανέτρεξε ετούτες τις μέρες και σε έναν σκιτσογράφο. Έναν σπουδαίο, εμβληματικό σκιτσογράφο, τον οποίο η Ιστορία έχει τοποθετήσει στο πάνθεον των σημαντικότερων δημιουργών στα διακόσια χρόνια της ελληνικής γελοιογραφίας. Πρόκειται για τον Φωκίωνα Δημητριάδη (1894-1977), γνωστό στο ελληνικό κοινό κυρίως από τις γελοιογραφίες του στον προδικτατορικό ημερήσιο Τύπο. Ένα σκιτσορεπορτάζ της Κατοχής Ο Φωκίων Δημητριάδης (ή Φώκος για τους φίλους του) στην περίοδο της Κατοχής δημιούργησε δεκάδες δραματοποιημένα σκίτσα από την καθημερινότητα της Αθήνας, συνθέτοντας μια μεγάλη εικονογραφημένη αφήγηση της κατοχικής εμπειρίας στην Αθήνα. Τα 77 σκίτσα του συγκεντρώθηκαν σε λεύκωμα που εκδόθηκε αρχικά στις ΗΠΑ το 1945, με τον τίτλο «Shadow over Athens». Το λεύκωμα εκδόθηκε και στην Ελλάδα το 1970 με τον τίτλο «Σκιά πάνω απ’ την Αθήνα». Κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο Δημητριάδης συνελήφθη από τους Γερμανούς, αλλά αφέθηκε ελεύθερος. Ο ίδιος αναφέρει ότι ο λόγος της σύλληψής του ήταν μια αντιχιτλερική καρικατούρα, υπάρχει ωστόσο και μια ανέκδοτη μαρτυρία ότι συνελήφθη επειδή πάνω του βρέθηκαν ένσημα της ΠΕΕΑ. «Εν αντιθέσει με πολλούς, εγώ απελευθερώθηκα. Συνέχισα να ζω στην αγαπημένη μου πόλη και να παρακολουθώ τους κατακτητές. Και όσο παρακολουθούσα, σχεδίαζα», γράφει ο ίδιος στον πρόλογο του λευκώματος. Εξαθλίωση, αντίσταση και αντίποινα Τα σκίτσα διακρίνονται, θεματικά, σε τρεις μεγάλες κατηγορίες. Η πρώτη αφορά την καθημερινότητα των Αθηναίων, από την είσοδο των Γερμανών στην πρωτεύουσα τον Απρίλιο του 1941, μέχρι την αποχώρησή τους τον Οκτώβριο του 1944. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται σκηνές του καθημερινού αγώνα για επιβίωση σε συνθήκες πείνας, εξευτελισμού και εξαθλίωσης: ρακοσυλλέκτες, επαίτες, ουρές για πενιχρή μερίδα συσσιτίου, χιλιάδες σκελετωμένα πτώματα. Η δεύτερη κατηγορία αφορά στην Αντίσταση: από τις μικρές πράξεις αξιοπρέπειας απέναντι στους αλαζόνες Γερμανούς και Ιταλούς κατακτητές, μέχρι τις αιματοβαμμένες απεργιακές διαδηλώσεις και τα σαμποτάζ. Τέλος, η τρίτη κατηγορία σκίτσων απεικονίζει τα αντίποινα των κατακτητών και των συνεργατών τους: τρομοκρατία, βασανιστήρια σε κρατουμένους, μαζικές εκτελέσεις. Η σειρά των σκίτσων είναι χρονική. Σε αυτά βλέπουμε την επιστροφή ταλαιπωρημένων Ελλήνων στρατιωτών από το αλβανικό μέτωπο μετά τη συνθηκολόγηση με το Ράιχ. Ακολουθεί η προέλαση των Γερμανών στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 1941, μαζί με τους ηττημένους από τον ελληνικό στρατό «κοκορόφτερους» Ιταλούς, οι οποίοι κορδώνονται ως νικητές με τις πλάτες της Βέρμαχτ. Απλοί άνθρωποι του λαού περιφρονούν τους κατακτητές, όπως ο επαίτης-ανάπηρος πολέμου που δεν καταδέχεται «ελεημοσύνη» από αυτούς. Άλλοι εξοργίζουν τον κατοχικό στρατό, επιφυλάσσοντας θερμή υποδοχή στους αιχμαλώτους των Συμμαχικών Δυνάμεων, ενώ κάποιοι πιο ριψοκίνδυνοι αποκρύπτουν στα φτωχικά τους σπίτια στρατιώτες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας και αργότερα εκατοντάδες εβραϊκές οικογένειες. Στη συνέχεια ξεκινάει ο λιμός της πρώτης κατοχικής περιόδου, που έπληξε κατά βάση τα αστικά κέντρα και κατά κύριο λόγο την Αθήνα. Στα οικογενειακά τραπέζια των Αθηναίων, τα παιδιά δείχνουν να αγνοούν όχι μόνο τον «επιούσιο άρτο» της Κυριακής προσευχής, αλλά και άλλα βασικά διατροφικά στοιχεία, όπως τα αυγά και το γάλα. Εξαθλιωμένες οικογένειες «αγρεύουν επί ματαίω» υπολείμματα τροφής στις χωματερές. Οι πολίτες σταδιακά αδυνατίζουν και αποστεώνονται. Οι καρότσες του δήμου καθημερινά περισυλλέγουν πτώματα από τους δρόμους. Την ίδια ώρα, οι Γερμανοί απεικονίζονται να εκμεταλλεύονται σεξουαλικά κάποιες γυναίκες έναντι μιας μπουκιάς ψωμιού, να τρώνε πλουσιοπάροχα μπροστά σε ξελιγωμένα βλέμματα και να θραύουν τα χέρια μικρών παιδιών που επιχειρούσαν να κλέψουν καρβέλια από τις προμήθειές τους. Παρά το αρχικό σοκ του πρώτου χρόνου Κατοχής – ή, μάλλον, και εξαιτίας αυτού –, ο λαός άρχισε να οργανώνει την αντίστασή του. Μια από τις πρώτες αφορμές δόθηκε στις 25 Μαρτίου 1942, στην επέτειο έναρξης του ελληνικού πολέμου της ανεξαρτησίας. Σκίτσο του Δημητριάδη δείχνει Αθηναίους να αφήνουν λουλούδια στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, λίγο πριν δεχτούν την επίθεση των έφιππων Ιταλών καραμπινιέρων. Σε άλλο σκίτσο, οι Γερμανοί ανοίγουν πυρ στα πλήθη της μαχητικής διαδήλωσης του Ιουλίου 1943 κατά της βουλγαρικής επέκτασης στη Μακεδονία, ενώ ένα τανκ συνθλίβει μια τραυματισμένη διαδηλώτρια. Ίσο περνάει ο καιρός, η αντίσταση θεριεύει. Ο Δημητριάδης δεν ήταν σε θέση να παρακολουθήσει το αντάρτικο που μαινόταν στην ύπαιθρο. Στο χαρτί του αποτυπώνει εικόνες από την αντίσταση στην πόλη, μια αντίσταση ίσως πολύ πιο παράτολμη και ριψοκίνδυνη σε σχέση με τον «αέρα ελευθερίας» που έπνεε στα βουνά. Σε σκίτσο του δείχνει μια γυναίκα, συνοδεία ένοπλων συντρόφων της, να προειδοποιεί μια συνοικία μέσω του γνωστού χωνιού-τηλεβόα ότι επέκειτο μπλόκο για απόσπαση ομήρων. Αλλού, νεολαίοι αντιστασιακοί σαμποτάρουν τις υποδομές του εχθρού, ενώ αντάρτες αποσπούν όπλα και στρατιωτικό υλικό. Η Αντίσταση εξαγρίωσε τις κατοχικές Αρχές, οι οποίες, ειδικά στο τελευταίο έτος της Κατοχής, ενέτειναν απροκάλυπτα την τρομοκρατία τους. Στα σκίτσα του, ο δημιουργός απεικονίζει την αγριότητα των βασανιστηρίων στα οποία υπέβαλλαν τα θύματά τους οι Έλληνες δωσίλογοι για λογαριασμό των ναζί, στη διάρκεια των ανακρίσεων. Κάποιος εξ αυτών εκβιάζει οικονομικά έναν συμπατριώτη του με την απειλή του χαρακτηρισμού του ως κομμουνιστή, ενώ αλλού, βασανιστές της Γκεστάπο τοποθετούν τη μνηστή ενός αντάρτη σε μια αναμμένη ηλεκτρική κουζίνα για να μαρτυρήσει τους συντρόφους της. Στο σκίτσο ο Δημητριάδης απεικονίζει την είσοδο του στρατοπέδου συγκέντρωσης στο Χαϊδάρι το οποίο, κατόπιν ολιγοήμερης λειτουργίας του υπό ιταλική διοίκηση, πέρασε στα χέρια των Γερμανών μετά την ιταλική συνθηκολόγηση (8.9.1943). Υπολογίζεται ότι πάνω από 21.000 κρατούμενοι πέρασαν από το Χαϊδάρι, συμπεριλαμβανομένων πολλών Εβραίων. Από το εν λόγω στρατόπεδο μεταφέρθηκαν και οι 200 κομμουνιστές στην Καισαριανή, φυλακισμένοι στην πλειονότητά τους ήδη από τη δικτατορία του Μεταξά. Το τίμημα του αγώνα για την ελευθερία ήταν βαρύ. Χιλιάδες Έλληνες εκτελέστηκαν είτε λόγω της αντιστασιακής τους δράσης, είτε γιατί παρείχαν κάλυψη στους αντάρτες, είτε διότι απλώς έπεσαν θύματα των ναζιστικών αντιποίνων συλλογικής ευθύνης και της αριθμητικής «λογιστικής» των Übermenschen. Σε αλλεπάλληλα σπαρακτικά σκίτσα του, ο Δημητριάδης δείχνει όλη τη διαδικασία των εκτελέσεων: εκφώνηση των ονομάτων των μελλοθανάτων, κραυγές θρήνου, πορεία προς τον θάνατο, μαζικοί τουφεκισμοί, «αναμνηστικές φωτογραφίες» των εκτελεσμένων από τους ναζί, αγωνιώδης αναζήτηση νεκρών συγγενών, η γραμμή αίματος που άφηναν τα γερμανικά καμιόνια μεταφέροντας τους νεκρούς από τον τόπο της εκτέλεσης. Οι κουκουλοφόροι που καταδίδουν συμπατριώτες τους έχουν και αυτοί την «τιμητική» τους σε διάφορα σκίτσα, συνδιαμορφώνοντας τις αναπαραστάσεις μας για αυτούς. Αποτίμηση Τα 77 σκίτσα του Φωκίωνα Δημητριάδη από τη ναζιστική Κατοχή συνιστούν ένα είδος «σκιτσορεπορτάζ». Πέραν της αδιαμφισβήτητης καλλιτεχνικής τους αξίας, αποτελούν ανεκτίμητα δημοσιογραφικά τεκμήρια για τις ακραίες συνθήκες μιας αιματοβαμμένης περιόδου, πληρώντας τις προϋποθέσεις της πρωτογενούς ιστορικής πηγής, όπως και κάθε άλλο φωτογραφικό και κινηματογραφικό υλικό ή κείμενο εκείνης της εποχής. Καταγράφουν μια πραγματικότητα «εν τω γίγνεσθαι»: βιωματικά, ως αυτόπτη και αυτήκοη μαρτυρία, και όχι καταγραμμένα δευτερογενώς από μαρτυρίες άλλων ή «φιλτραρισμένα» από τις μετέπειτα εμφυλιοπολεμικές εξελίξεις. Είναι ιδωμένα όχι από το «ουδέτερο» βλέμμα ενός εξωτερικού παρατηρητή, ούτε όμως και από το βλέμμα του στρατευμένου αγωνιστή, αλλά μέσα από τα μάτια του λαϊκού ανθρώπου. Του ανθρώπου που υποφέρει, διώκεται και βασανίζεται, αλλά παράλληλα διατηρεί την αξιοπρέπειά του και αντιστέκεται στην τυραννία. Πολύ περισσότερο, τα σκίτσα του Φωκίωνα Δημητριάδη καταδεικνύουν τη βαθιά πίστη του σκιτσογράφου στον ουμανισμό και μεταδίδουν το μήνυμα πως στο τέλος, ό,τι και να συμβεί, η «αδυναμία» των θυμάτων της Ιστορίας θα επικρατήσει επί των καταχθόνιων δυνάμεων της αδικίας, του μίσους και της βίας. Φωκίων Δημητριάδης (1894-1977) Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1894. Σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και στην Εθνική Σχολή Γλωσσών και Εμπορίου. Ενώ σκόπευε να ακολουθήσει το επάγγελμα του λογιστή, τελικά σαγηνεύτηκε από τη γελοιογραφία, την οποία υπηρέτησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Σκίτσα του δημοσιεύονταν από νωρίς σε εφημερίδες της Πόλης. Στην Ελλάδα ήρθε το 1915 και δούλεψε επί πέντε χρόνια στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στη Θεσσαλονίκη, ενώ υπήρξε και ιδρυτικό μέλος της ΑΕΚ. Αποκλειστικά στη γελοιογραφία θα αφοσιωθεί από το 1922. Καθ’ όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου εργάστηκε στις εφημερίδες «Ελεύθερον Βήμα» και «Αθηναϊκά Νέα». Στον ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940-41 έφτιαξε – όπως και το σύνολο των Ελλήνων συναδέλφων του – πολλές αντιφασιστικές γελοιογραφίες, στις οποίες σατίριζε και αυτός τον Μουσολίνι και τους Ιταλούς εισβολείς. Οι γελοιογραφίες του κυκλοφόρησαν και στα αγγλικά σε όλον τον κόσμο ως ταχυδρομικά δελτάρια. Μετά την Απελευθέρωση, ο Δημητριάδης στράφηκε εναντίον της βρετανικής επέμβασης και υπέρ του αριστερού αντιστασιακού κινήματος. Μεταπολεμικά εργάστηκε στον «Ρίζο της Δευτέρας» μέχρι και το 1947. Εκεί συνυπήρξε με τον Νίκο Καστανάκη, δημιουργώντας σκίτσα με αντιαμερικανικό περιεχόμενο, κατά του Τρούμαν, του Φλιτ κ.λ.π. Το τελευταίο ανυπόγραφο σκίτσο του δημοσιεύτηκε στις 10.11.1947. Μετά τον Εμφύλιο και μέχρι τη δικτατορία τον βρίσκουμε πλέον ως σκιτσογράφο της κεντρώας παράταξης. Εξέφραζε τις θέσεις του κατά της Δεξιάς και του μετεμφυλιακού καθεστώτος από τις ασφαλέστερες «επάλξεις» του εθνικόφρονος Κέντρου («Τα Νέα», «Το Βήμα», «Μακεδονία»). Επινόησε χαρακτήρες που άφησαν εποχή, όπως το Παρδαλό Κατσίκι, την Κόκω και άλλους. Εξέδωσε σειρές, ανάμεσά τους και τη διασκευή της «Οδύσσειας» του Ομήρου, «Το Παρδαλό και η εποχή του» (1948) και «Με το μάτι του γελοιογράφου 1950-1959» (1960). Το 1961 τιμήθηκε με το Α΄ βραβείο του Παγκόσμιου Διαγωνισμού Πολιτικής Γελοιογραφίας στο Λος Άντζελες. Το 1969 έλαβε το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της Ακαδημίας. Στη Μεταπολίτευση έλαβε μέρος στις δύο πρώτες παγκόσμιες εκθέσεις πολιτικής γελοιογραφίας του Δήμου Κηφισιάς (1976 και 1977). Πέθανε το 1977 σε ηλικία 83 ετών. Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
-
- φωκίων δημητριάδης
- εκδόσεις μαρή
- (and 2 more)
-
Η αποτύπωση της γερμανικής εισβολής του 1941 στις ελληνικές γελοιογραφίες και γιατί ο Μεταξάς είχε απαγορεύσει τη γελοιογράφηση του Χίτλερ. «Οι Δύο Σταυροί», ανώνυμη γελοιογραφία από το εξώφυλλο του «Ελληνικού Μέλλοντος», 7.4.41. Σαν σήμερα, 83 χρόνια πριν, η σβάστικα υψώνεται στην Ακρόπολη. Το σκοτεινό κεφάλαιο της Κατοχής ξεκινά. Είκοσι μέρες πριν, στις 7 Απριλίου όπου είχε μόλις ξεκινήσει η γερμανική εισβολή, το εξώφυλλο της εφημερίδας «Ελληνικό Μέλλον» κατακλύζεται από τίτλους όπως «140 ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΒΑΡΒΑΡΩΝ ΕΠΙΔΡΟΜΕΩΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ 8 ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΨΥΧΩΝ». Στο εξώφυλλο κυριαρχεί η ανωνύμου δημιουργού γελοιογραφία με τη λεζάντα «Οι Δύο Σταυροί». Στα αριστερά εικονίζεται ο Χίτλερ που κραδαίνει μια αιματοβαμμένη σβάστικα και στα δεξιά, απέναντί του, ο εύζωνας με τουφέκι και στο πλάι του την Παναγία, Υπέρμαχο Στρατηγό με τον Τίμιο Σταυρό. Άλλος τίτλος από πάνω της αναφέρει: «Σύμβολον της Νίκης μας ο Σταυρός και βοηθός μας η Θεομήτωρ!». Από τη μια ο σταυρός της μοντέρνας βαρβαρότητας, από την άλλη ο σταυρός της παράδοσης και της Ορθοδοξίας. Από τη μια ο αιμοδιψής εισβολέας, από την άλλη ο μικρός μα ελέω Θεού δίκαιος υπερασπιστής. Ή τουλάχιστον αυτό ήταν το αφήγημα εκείνης της μέρας, καθώς τις προηγούμενες ήταν διαφορετικό. Μη γελοιογραφείτε τον φίρερ! «Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπον σατιρική προσβολή αρχηγών μεγάλων δυνάμεων» ήταν μία από τις διαταγές που επέβαλε η δικτατορία της 4ης Αυγούστου στον Τύπο, μία από τις πολλές που έδεναν χειροπόδαρα την ελεύθερη έκφραση των γελοιογράφων. Η απαγόρευση αυτή άρθηκε όταν στις αρχές Νοεμβρίου του ’40 ο ελληνικός στρατός πήρε το πάνω χέρι στο αλβανικό μέτωπο, οπότε ο Τύπος διατάχθηκε να σατιρίσει δυναμικά τον εχθρό. Οι γελοιογράφοι ξέσπασαν πάνω στον ιταλικό στρατό, στους στρατηγούς του και στον υπερφίαλο ηγέτη του Μπενίτο Μουσολίνι. Κι όμως ενώ οι γελοιογράφοι των Βρετανών συμμάχων κατακεραύνωναν τον ιταλογερμανικό Άξονα, η ελληνική γελοιογραφία εστίασε μονομερώς στον Ιταλό εισβολέα. Γιατί; O Μουσολίνι και ο Τσιάνο προσεύχονται για βοήθεια στον – ανεικονικό – Κύριο των (ναζιστικών) Δυνάμεων, του Σ. Ρωνά από το περιοδικό «Θησαυρός», 23.3.41. Η απάντηση βρίσκεται στη διπλωματία και στην εκτίμηση του Μεταξά προς τον Χίτλερ. Είναι γνωστός ο θαυμασμός που έτρεφε ο αρχηγός του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού» προς τον φίρερ του Τρίτου Ράιχ. Γι’ αυτό και ο Μεταξάς ήλπιζε μέχρι το τέλος του μια γερμανική παρέμβαση για ευνοϊκή λήξη του ελληνοϊταλικού πολέμου. Όμως, ο Έλληνας δικτάτορας παρέμεινε αγγλόφιλος και έτσι προσπάθησε να κρατήσει μια ευαίσθητη ισορροπία: από τη μια την απώθηση των Ιταλών με βρετανική βοήθεια, χωρίς από την άλλη να προκαλέσει το ένοπλο ναζιστικό μένος – το οποίο γνώριζε πως ο ελληνικός στρατός δεν μπορούσε να αναχαιτίσει –, προσδοκώντας παράλληλα τέλος της ελληνοϊταλικής σύρραξης με σφραγίδα Βερολίνου. Αυτή η διπλωματική στάση αποτυπώθηκε στον κόσμο της γελοιογραφίας με την απαγόρευση απεικόνισης της ναζιστικής Γερμανίας, το λογοκριτικό κόψιμο του Χίτλερ και την, κατά τον ιστορικό Δημήτρη Σαπρανίδη, «μοναξιά της καρικατούρας του Μουσολίνι». Μόνο μετά τον θάνατο του «μπαρμπα-Γιάννη» Μεταξά στις 29 Ιανουαρίου 1941 η σατιρική έκφραση ανέπνευσε (λίγο) πιο ελεύθερα. Τότε ο Χίτλερ κάνει τη σταδιακή του εμφάνιση στις ελληνικές γελοιογραφίες μα χωρίς γελοιοποίηση του προσώπου του. Η διπλωματική στάση της Ελλάδας παρέμενε η ίδια, κι έτσι παρέμενε «butt of the joke» αποκλειστικά ο Μουσολίνι και η φασιστική Ιταλία. Αυτή η συστολή στην απεικόνιση αποτυπώνεται σε ένα προφητικό σκίτσο του Σωκράτη Ρωνά από το περιοδικό «Θησαυρός» της 23ης Μαρτίου 1941. Σε αυτό, ο Μουσολίνι και ο Τσιάνο, ντυμένοι καλογερικά, προσεύχονται για βοήθεια σε ένα εικόνισμα. Η εικόνα φέρει πάνω και κάτω τη σβάστικα μα η ίδια είναι κενή! Ένα κενό που μιλά πιο δυνατά από κάθε απεικόνιση. «Η σειρά σου τώρα, Αδόλφε!» Η «θεία βοήθεια» που προφήτεψε το σκίτσο ήρθε τελικά στις 6 Απριλίου. Τα προσχήματα είχαν πέσει, τα τεθωρακισμένα της «Επιχείρησης Μαρίτα» στα βόρεια σύνορα έφερναν τη ναζιστική πολεμική μηχανή προ των πυλών. Η σάτιρα κλήθηκε να πολεμήσει και τούτο τον εχθρό. Οι Έλληνες γελοιογράφοι πλέον βάζουν κανονικά στο μενού τους τον Χίτλερ και προβλέπουν πως ο ελληνικός στρατός θα τον περιποιηθεί όπως τον Μουσολίνι. O Ευάγγελος Τερζόπουλος (ΤΕΡΖΟ) αποτυπώνει τον εύζωνα να περιμένει τον Γερμανό δικτάτορα κραδαίνοντας κούτσουρο και τον τραυματισμένο Μουσολίνι να προειδοποιεί: «Η σειρά σου τώρα, Αδόλφε!». Μια πιο υποβλητική γελοιογραφία, με τετραχρωμία λευκού-μαύρου-κόκκινου-πορτοκαλί, παραδίδει ο «πατριάρχης» της ελληνικής γελοιογραφίας Φωκίων Δημητριάδης. Στο πρώτο της τμήμα που αναγράφει 1940 ο Μουσολίνι πλησιάζει προς τον θεατή κρατώντας μαχαίρι και ο Χίτλερ στο βάθος τού εύχεται «Καλή Επιτυχία Ντούτσε!». Στο δεύτερο καρέ με χρονολογία 1941 οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί και ο Μουσολίνι εύχεται πια «Καλή Επιτυχία Φύρερ!» στον μαχαιροβγάλτη ομοϊδεάτη του. Βόρεια της Μάγχης, η υψηλής ποιότητας βρετανική γελοιογραφία σιγοντάριζε κι εκείνη την ελληνική άμυνα παιανίζοντας τους εύζωνες ως σύγχρονους Λεωνίδες. Δίπτυχη γελοιογραφία του Φ. Δημητριάδη από τον Απρίλιο του ’41 για την οποία κλήθηκε να απολογηθεί στις κατοχικές δυνάμεις ασφαλείας. Όμως το καλαμπούρι εις βάρος του Αδόλφου δεν κράτησε πολύ. Στις 20 Απριλίου ο Τσολάκογλου παραδίνεται και ο γερμανικός στρατός προελαύνει θριαμβευτής στο ελληνικό έδαφος. Το μέλλον ήταν αβέβαιο για όποιον είχε σατιρίσει τον Άξονα. Ο γελοιογράφος Μιχάλης Παπαγεωργίου, όπως εξομολογήθηκε στον Σαπρανίδη, είχε φιλοτεχνήσει μαζί με τον Κώστα Μπέζο μια σειρά γελοιογραφικών καρτ ποστάλ για τον εκδοτικό οίκο Δημητράκου. Σε μία από αυτές εικονιζόταν ο Χίτλερ να διαπραγματεύεται την παράδοση της Ελλάδας με… το φάντασμα του Μεταξά. Όμως με την κάθοδο των Γερμανών, ο Δημητράκος έκαψε μεγάλο μέρος των καρτ ποστάλ, ενώ όσες διεσώθησαν λεηλατήθηκαν από τους Άγγλους στον Εμφύλιο. Οι γελοιογραφίες αυτές θεωρούνται πλέον χαμένες. «Η σειρά σου τώρα, Αδόλφε!», λέει ο δαρμένος Μουσολίνι στον προελαύνοντα Χίτλερ, του Ε. Τερζόπουλου (ΤΕΡΖΟ). Ο φόβος του Δημητράκου αποδείχθηκε βάσιμος: Ο Φωκίων Δημητριάδης, σύμφωνα με τον Γ. Παναγιώτου, βρέθηκε να απολογείται στην κατοχική Ασφάλεια για την προαναφερόμενη δίπτυχη γελοιογραφία του η οποία είχε, μάλιστα, τοιχοκολληθεί στην Αθήνα σε μορφή αφίσας. Τέτοιου είδους ανακρίσεις δεν αποκλείεται να συνέβησαν και σε άλλους σκιτσογράφους της εποχής. 4 χρόνια αναμονή Στις 27 Απριλίου 1941 η πολιτική γελοιογραφία σίγησε. Οι γελοιογράφοι είχαν συνηθίσει στη σιγή από τη δικτατορία Μεταξά, όμως αυτή ήταν πιο απεχθής, μια και την επέβαλε μια τριπλή ξένη κατοχή. Ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι και η παρέα τους αντάμωσαν ξανά με τους γελοιογράφους τον Οκτώβριο του ‘44 και δεν ξαναχωρίστηκαν ποτέ, όπου και γελοιοποιήθηκαν από γενιές και γενιές σκιτσογράφων. Γελοιογραφία ανώνυμου που δημοσιεύτηκε μέσα στην Κατοχή στην παράνομη εφημερίδα «Ελληνικός Αγών». Το ’44 κυκλοφόρησε ευρέως ως αφίσα. Έκαναν όμως μερικές εμφανίσεις στην Κατοχή, κρυφά και ανώνυμα, όπως σε ένα δωρικό σκίτσο από την παράνομη εφημερίδα «Ελληνικός Αγών». Ένα ρολόι με σπαθί για λεπτοδείκτη, το κεφάλι του Χίτλερ στην κόψη του και οι ώρες μετρούσαν αντίστροφα για τον μανιακό που αιματοκύλησε τον κόσμο… Και το σχετικό link...
- 1 reply
-
- 6
-
-
- ελληνικό μέλλον
- ελληνικός αγών
- (and 8 more)
-
Πρόκειται για την πρώτη επίσημη προσπάθεια να συγκεντρωθεί υλικό από τις ημέρες και τα έργα του μεγάλου γελοιογράφου Φωκίωνα Δημητριάδη, κατά την διάρκεια της δεκαετίας 1950-1959. Η έκδοση, σε αντίθεση με εκείνη που κυκλοφόρησε η Modern Times το 2004, είναι χαρτόδετη και με καλής υφής και ποιότητας χαρτί, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στα εξώφυλλα. Για την ιστορία να πούμε ότι το παρόν έντυπο έχει χρονολογία κυκλοφορίας το 1959 (!!!) κι εκτός από την εξαιρετική ανθολογία γελοιογραφιών του δημιουργού, φέρει ένα εκπάγλου καλλονής σκίτσο του Δημητριάδη, φιλοτεχνημένο από τον εξίσου μεγάλο Γιάννη Μόραλη, ενώ στην συνέχεια ακολουθεί ένας πρόλογος από τον επίσης τεράστιο Δημήτρη Ψαθά! Καταλαβαίνετε, λοιπόν, για τι ιστορικό κειμήλιο μιλάμε! Σαν εκδότης φέρεται να είναι ο ίδιος ο Δημητριάδης, ενώ η εκτύπωση έχει γίνει στο τυπογραφείο του Μ. Πεχλιβανίδη. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στην παρουσίαση της Β' έκδοσης που υπάρχει ΕΔΩ.
-
Από ημίθεος καίσαρας σε φανφαρόνο γελωτοποιό, οι σχεδιαστικές απεικονίσεις του φασίστα δικτάτορα από τις ιταλικές αφίσες στις ελληνικές γελοιογραφίες με κοινό παρονομαστή την προπαγάνδα. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος καθορίστηκε από τη δύναμη των μηχανών, της τεχνολογίας, του ανθρώπινου θάρρους και κτηνωδίας. Δεν πρέπει όμως να υποτιμάται και η δράση ενός ακόμα όπλου: της εικόνας. Με τις μορφές της προπαγανδιστικής αφίσας, της πολιτικής γελοιογραφίας, των κινηματογραφημένων ντοκουμέντων και των σατιρικών κινουμένων σχεδίων, οι εικόνες υπηρέτησαν πιστά την προπαγάνδα του κάθε εμπόλεμου κράτους. Γελοιοποιούσαν τον εχθρό, αποθέωναν τον υπερασπιστή και με τη μαζική τους παραγωγή επικοινωνούσαν το μήνυμά τους καθορίζοντας στο μυαλό του λαού την εικόνα του για τον πόλεμο. Αυτός ο άλλος μα φανερός – πιο φανερός κι από τον πραγματικό ίσως – «πόλεμος της εικόνας» μπορεί να εξεταστεί εύκολα από ένα από τα μέτωπά του: τις οπτικές απεικονίσεις του Μπενίτο Μουσολίνι από την Ιταλία στην Ελλάδα. Η ιδέα πολλών σύγχρονων Ελλήνων για τον Μουσολίνι έρχεται κατευθείαν από τις σχολικές γιορτές της 28ης Οκτωβρίου. Είναι η εικόνα εκείνου του παχουλού μεγαλομανή με το φουσκωτό πιγούνι που ξεφτιλίζεται από τους τσολιάδες στην Πίνδο. Είναι ένας παλιάτσος, ίσως και λίγο συμπαθής μέσα στη γελοιότητά του, ένας άνθρωπος που στο άκουσμα του ονόματός του ακολουθεί συνειρμικά η λέξη «κορόιδο», το «κορόιδο Μουσολίνι». Αυτή είναι η εικόνα που μας παραδόθηκε από τα σατιρικά τραγούδια και από τα πενάκια των γελοιογράφων εκείνης της εποχής, και αυτή του η ταυτότητα είναι ένα μεγάλο επίτευγμα αυτών των δημιουργών! Γιατί όσοι έχουν διαβάσει παραπάνω ιστορία ξέρουν πως δεν ήταν αυτή ακριβώς η αλήθεια. Ο Μουσολίνι ήταν ένας πανέξυπνος άνθρωπος, ένας δαιμόνιος ρήτορας, ο πατέρας της νοσηρής ιδεολογίας του φασισμού, που μάστιζε και ακόμα μαστίζει τον δυτικό κόσμο. Ήθελε να δημιουργήσει μια μοντέρνα ρωμαϊκή αυτοκρατορία, θεμελιωμένη στη φυλετική καθαρότητα, στον ολοκληρωτισμό και στη σύγχρονη τεχνολογία. Επίκεντρό της θα ήταν ο ίδιος, ο νέος Καίσαρας, ο μέγας Ντούτσε. Για να γίνει όμως το επίκεντρό της, έπρεπε να μεταδώσει στις μάζες την προσωπικότητά του ως έμπιστου και δυνατού ηγέτη. Για να το καταφέρει, εκείνος και το φασιστικό κόμμα επιστράτευσαν κάθε δυνατό μέσο έως τις τελευταίες λέξεις της τεχνολογίας, όπως τον κινηματογράφο και την αφίσα. Ο Μουσολίνι ως «Ντούτσε» και «Ιδρυτής της Αυτοκρατορίας» Η αφίσα ήταν καινούργιο Μέσο εκείνη την εποχή, συνδύαζε εικόνα και λόγο, τυπωνόταν μαζικά με φτηνό τρόπο και μπορούσε να κατακλύσει τους τοίχους μιας ολόκληρης πόλης. Σε αυτήν, ο Ντούτσε είδε τις δυνατότητες προβολής του προσώπου του σε κάθε κατοικημένη γωνιά της Ιταλίας. Έτσι, επιστράτευσε κάθε μεγάλο όνομα της ιταλικής γραφιστικής για τη δημιουργία του προπαγανδιστικού του πορτρέτου. Ονόματα όπως οι Luigi Martinati, Gino Boccasile και Walter Resentera παράλληλα με τις διαφημιστικές τους παραγγελίες εξύφαιναν υπό την εποπτεία του φασιστικού καθεστώτος την εικόνα του Ντούτσε. Ενδιαφέρον προκαλεί πως, σε αντίθεση με τις προπαγανδιστικές απεικονίσεις του Χίτλερ και του Στάλιν της ίδιας εποχής που ακολουθούν έναν αυστηρό ρεαλισμό, τα πορτρέτα του Μουσολίνι ποικίλλουν από ακαδημαϊκά κλασικά σε μοντερνιστικά και φουτουριστικά, μια και το φασιστικό καθεστώς δεν επέβαλε ή απαγόρευσε κάποιο καλλιτεχνικό στιλ. Πλαισιωμένος από εργάτες, μηχανές, φάσκες και γιγαντιαία γράμματα, ο «μοντέρνος Καίσαρας» αποδίδεται μνημειώδης κι αρρενωπός, χωρίς όμως εν τέλει να κρύβεται η – ομολογουμένως – τρομερή κωμικότητα του παρουσιαστικού του! Η γιγάντια αφίσα στο Palazzo Braschi του 1934 Ίσως το μεγαλύτερο δείγμα φασιστικής προσωπολατρικής αφίσας ήταν η γιγαντιαία εγκατάσταση στο Palazzo Braschi στη Ρώμη το 1934 όπου, σαν βγαλμένο από την πιο νοσηρή αράδα του Όργουελ, δέσποζε ένα βλοσυρό πρόσωπο του Ντούτσε με το βλέμμα στους διαβάτες, περιστοιχισμένο από την επαναλαμβανόμενη λέξη «Ναι». Στον αντίποδα αυτής της μεγαλομανούς φανφάρας βρίσκεται η ελληνική γελοιογραφία του 1940-41. Σημαντικές φυσικά είναι και οι βρετανικές γελοιογραφίες που όμως δεν θα εξεταστούν εδώ. Πριν το τελεσίγραφο, η γελοιογράφηση του Μουσολίνι απαγορευόταν από τη δικτατορία Μεταξά. Άλλωστε, καθ’ όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων πολιτικών εξέφραζε τον θαυμασμό της προς το «φασιστικό θαύμα» που πάταξε τον κομμουνισμό και αναπτέρωσε το εθνικό φρόνημα των Ιταλών! Οι ελληνοϊταλικές σχέσεις, όμως, χρόνο με τον χρόνο έφθιναν κι όταν πια θρυμματίστηκαν την 28η Οκτωβρίου 1940, όλα έπρεπε να αλλάξουν. Ο Μουσολίνι ως «Παληάτσος του 1941» Η μεταξική λογοκρισία δίνει το πράσινο φως σε ευθυμογράφους, συγγραφείς και σκιτσογράφους να κάνουν τον μέγα Μουσολίνι «κορόιδο» και την Ιταλία «πατρίδα του γελοία»! Έπειτα από τέσσερα χρόνια λογοκρισίας, η παλιά γενιά γελοιογράφων (Δημητριάδης, Καστανάκης, Γκεϊβέλης, Βώττης κ.ά.) και η νέα (Πολενάκης, Μπέζος, Παυλίδης, κ.α.) ξεσπαθώνουν και βγάζουν τα απωθημένα τους πάνω στον κατακτητή, εκφράζοντας και τροφοδοτώντας το λαϊκό κλίμα ενθουσιασμού και κρύβοντας έναν υποσκάπτοντα καταπιεσμένο αντιφασισμό. Ο γρανιτένιος Ντούτσε μεταμορφώνεται σε κοντόχοντρο με φουσκωτά χείλη και πηγούνι, μικρά μάτια και απαστράπτουσα φαλάκρα. Κατά τον Σαπρανίδη, ο νεαρός σκιτσογράφος και τραγουδοποιός Κώστας Μπέζος ήταν ο δημιουργός του γελοιογραφικού τύπου του Μουσολίνι που καθιερώθηκε στις ελληνικές γελοιογραφίες. Υπερφίαλος μα και θρασύδειλος, όταν ο γελοιογραφικός Μπενίτο δεν συνοδευόταν από κάποιον εύζωνα που τον «έβαζε στη θέση του», πήγαινε παρέα με το σύμβολο της ήττας του, το τσαρούχι, συνδεδεμένο με την ελληνικότητα και το μνημειώδες του φιάσκο. Η λογοκρισία όμως, ακόμα κι αν χαλαρώνει, πάντα καραδοκεί και βάζει τα όριά της. Επέβαλε στους γελοιογράφους αποκλειστικά την διακωμώδηση του Ιταλού ηγέτη και του στρατού του, κόβοντας οποιαδήποτε νύξη στον φασισμό και ειδικά στη Γερμανία και στον Χίτλερ. Υπήρχαν όμως και οι γελοιογράφοι που ξέφευγαν και τοποθετούσαν συνειδητά τον αντιφασισμό στα σκίτσα τους, όπως ο Φωκίων Δημητριάδης και ο Νίκος Καστανάκης που κατονόμαζε τον φασισμό ως εχθρό μέσα στο ίδιο το «Ημερολόγιο Νεολαίας» της φασιστικής ΕΟΝ! Ο Μπέζος (πάνω αριστερά) βάζει τον Μουσολίνι πάνω από τον τάφο του φασισμού, ενώ ο Καστανάκης (πάνω δεξιά) «αποδεσμεύει» τη δαμόκλειο σπάθη/φάσκες πάνω από τον δικτάτορα! Ίσως η απόλυτη γελοιογραφία του Μουσολίνι, διαμετρικά αντίθετη της αφίσας στο Palazzo Braschi, δημιουργήθηκε από τον Μπέζο. Σε αυτήν ο γελοιογράφος, σε έναν αυτοαναφορικό οίστρο, απεικονίζει τον εαυτό του φαντάρο με τα μολύβια στην τσέπη της χλαίνης, να αγκαλιάζει τον σαστισμένο Ντούτσε φέροντας τη λεζάντα «Ο σκιτσογράφος μας κ. Μπέζος στρατευθείς αποχαιρετά τους προσωπικούς του… φίλους». Ο Κώστας Μπέζος γελοιογραφεί τον εαυτό του να αποχαιρετά τον «ήρωά του» Μουσολίνι για να πολεμήσει στο μέτωπο! Ο Μουσολίνι δεν είναι πια ούτε ο μεγαλόσχημος ηγέτης ούτε ο απειλητικός εχθρός. Είναι σε τέτοιο πλέον σημείο διασκεδαστής του λαού που ο ίδιος του ο «δημιουργός» τον φιλά στο μάγουλο σαν οικείο του, το σκιτσογραφικό του «παιδί». Ο Μουσολίνι δεν ήταν πια άνθρωπος ή τέρας, ήταν ένας χάρτινος κλόουν, ένα μεγάλο καλό ανέκδοτο που, παρά τη φασιστική αναζωπύρωση που ζούμε τώρα στην Ευρώπη, κάνει τον κόσμο να γελά εδώ και 80 χρόνια… Και το σχετικό link...
-
Δύο δίωρες εκπομπές για την πολιτική γελοιογραφία στη χώρα μας, γεμάτες με ξεχασμένες στιγμές της συγχρονης ιστορίας μας. Μέρος πρώτο: https://www.youtube.com/watch?v=rnYlmd_kqq0 Μέρος δεύτερο: https://www.youtube.com/watch?v=mABBS9t5Veg Στο πρώτο μέρος η εκπομπή ασχολείται κυρίως με τον Φωκίωνα Δημητριάδη και στο δεύτερο με τον Μπόστ. Γίνεται αναφορά και παρουσιάζονται και πολλές παλιές σατυρικές εφημερίδες ("ο νεος αριστοφάνης", "το άστυ", "ο βουρδουλας" κτλ.). Προσωπικά τις βρήκα πολύ ενδιαφέρουσες και γεμάτες απο ιστορικές πληροφορίες
-
- 11
-
-
- Πολιτική Γελοιογραφία
- Σάτιρα
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Η πρώτη έκδοση της συλλογής γελοιογραφιών του μεγάλου Φωκίωνος Δημητριάδη. Περιλαμβάνει γελοιογραφίες του που είχαν δημοσιευτεί στο "Ελεύθερο Βήμα" (μετέπειτα "ΒΗΜΑ") και στα "Αθηναϊκά Νέα" (μετέπειτα "ΤΑ ΝΕΑ") την περίοδο 1945 - 1947. Το να μιλήσουμε για τον Δημητριάδη και την προσφορά του τόσο στην δημοσιογραφία όσο και στην πολιτική σάτιρα είναι τελείως περιττό. Παραμένει κλασικός και ίσως αξεπέραστος. Η έκδοση αυτή είναι ιδιωτική και είναι αφιερωμένη από το ίδιο στον Δημήτρη Λαμπράκη για τα 25 χρόνια συνεργασίας τους. Το πότε εκδόθηκε είναι λίγο συγκεχυμένο. Στο διαδίκτυο συνάντησα ημερομηνίες από το 1947 έως το 1968 που και τις δύο για διάφορους λόγους θεωρώ μάλλον λάθος. Μιά πιό πιθανή ημερομηνία είναι γύρω στο 1950, όπου και τοποθέτησα την έκδοση (αυθαίρετα λίγο). Το άλμπουμ αυτό επανεκδόθηκε το 2004 από τους "Μοντέρνους Καιρούς". Την παρουσίαση της επανέκδοσης θα βρείτε εδώ.
-
- 21
-
-
-
- αυτοεκδοση
- ~1950
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ Η ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙ Η εποχή του Δημητριάδη και του <<Θησαυρού>> Στην ελληνική μεταπολεμική γελοιογραφική σκηνή μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’50 κυριαρχούν οι πολιτικές γελοιογραφίες του Φωκ. Δημητριάδη και οι κοινωνικού περιεχομένου γελοιογραφίες που δημοσιεύονται στα λαϊκά περιοδικά, κυρίως στα περιοδικά <<Θησαυρός>> και <<Ρομάντζο>> . Είναι μια εποχή όπου ευδοκιμεί η εξωστρεφής γελοιογραφία. Τα θέματα πολιτικών και κοινωνικών γελοιογραφιών είναι κατ’ εξοχήν λαϊκότροπα, το χιούμορ που αποπνέουν εγγίζει περισσότερο την αισθητική του Καραγκιόζη, η λαϊκή σάτιρα εκφράζεται ποικιλοτρόπως με εμφανή και αισθητώς χοντροκομμένα συστατικά. Ακόμη και ο κορυφαίος Φ. Δημητριάδης δεν αποφεύγει τοιούτου είδους συστατικά, όπως είναι το παρδαλό κατσίκι, που συνοδεύει τις γελοιογραφίες του όταν σατιρίζει τον Κ.Τσαλδάρη ή η θρυλική – πάντως όχι αρκούντως πνευματώδης - κότα που συνοδεύει τον Κ.Τσάτσο. Άλλες εκφάνσεις αυτής της λαϊκίζουσας μορφής γελοιογραφίας είναι οι κοιλαράδες οπαδοί του κόμματος των βαρελοφρόνων, οι ευτραφείς διευθυντές που κρατούν στα γόνατά τους τις καλλίγραμμες γραμματείς, οι σύζυγοι που περιμένουν με τον κόπανο ανά χείρας τον μπερμπάντη σύζυγο, οι ερεθιστικές λουόμενες στις πλαζ, οι κακές πεθερές κλπ. Στα σκίτσα εκ του εξωτερικού που αναδημοσιεύονται στα ελληνικά περιοδικά επικρατούν ανάλογα θέματα με πρωταγωνιστές τους Γάλλους γελοιογράφους Albert Dubout, Peynet, Fortune κ.ά. Από τον Dubout φαίνεται να έχει επηρεαστεί, αρχικώς, ο Αρχέλαος, ο οποίος με τη σειρά του δημιούργησε σχολή με πλήθος γελοιογράφων να τον ακολουθούν. Ένας από εκείνους που, στα πρώτα σκίτσα του, είναι εμφανώς επηρεασμένος από τον Αρχέλαο είναι και ο Κ.Μητρόπουλος. Ο <<Ταχυδρόμος>> χτυπάει… Κάπου εκεί, στα τέλη της δεκαετίας του ’50 με αρχές της δεκαετίας του ’60, το περιοδικό <<Ο Ταχυδρόμος>> κάνει άνοιγμα προς τους Έλληνες γελοιογράφους και συγκεντρώνει μια πλειάδα ταλαντούχων δημιουργών, οι οποίοι δίνουν νέα τροπή στην ελληνική γελοιογραφία . Έχουν ήδη δημοσιευθεί σκίτσα του S.Steinberg, του ΒOSC και άλλων μοντέρνων ξένων γελοιογράφων, τα οποία κομίζουν μια νέα αίσθηση του χιούμορ προτείνοντας την αφαιρετικότητα στο σχέδιο και την απομάκρυνση από τον ακατάσχετο βερμπαλισμό και την χοντροκομμένη σάτιρα. ( Ο S. Steinberg , που πέθανε το 1999, ρουμάνικης καταγωγής, θεωρείται ο φιλόσοφος του γελοιογραφικού σκίτσου. Έλεγε ότι πρώτα έμαθε να σχεδιάζει και μετά να γράφει. Είναι παράξενο πόσο δραστικά η γελοιογραφία μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ερχόμαστε σε επαφή με τον κόσμο, τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούμε σε ποικίλες καταστάσεις. Από τις γελοιογραφίες εμποτιζόμαστε ανεπαισθήτως με μιαν άλλη αίσθηση για τη ζωή μέσα από το παιγνιώδες και συνάμα, πολλές φορές, διαβρωτικό χιούμορ που αυτές αποπνέουν.) Η τριπλέττα Κ.Μητρόπουλος, Μποστ, ΚΥΡ Στον Ταχυδρόμο ο Κ.Μητρόπουλος ενστερνίζεται τα διδάγματα της μοντέρνας γραφής των παραπάνω γελοιογράφων, αλλάζει ριζικά το στυλ του – οι γελοιογραφίες του που δημοσιεύονταν στην <<Αθλητική ηχώ>> πόρρω απέχουν από αυτές του Ταχυδρόμου - και δημιουργεί μια μεγάλη σειρά επιτυχημένων γελοιογραφιών έκτοτε, που έχουν δημοσιευθεί οι περισσότερες στις εφημερίδες <<Νέα>>, <<Βήμα>>, και στο περιοδικό <<Εποχές>>. Στον Ταχυδρόμο εμφανίζονται και δυο άλλοι ακόμη γελοιογράφοι που θα χαράξουν νέους δρόμους για την ελληνική γελοιογραφία. Ο Μποστ. (Μέντης Μποσταντζόγλου) και ο ΚΥΡ (Γιάννης Κυριακόπουλος). Ο πρώτος είναι ως τότε γνωστός σκιτσογράφος, έχει κάνει πλήθος εικονογραφήσεις και γελοιογραφίες επί σειρά ετών, αλλά μόλις το 1958 εικονογραφώντας τα <<Βιβλικά χαμόγελα>> και τις <<Σταυροφορίες>> του Νίκου Τσιφόρου, τολμά εκείνα τα ανορθόγραφα έμμετρα κείμενα, τα οποία συνοδεύουν τα «βυζαντινίζοντα» σκίτσα του. Η συνέχεια είναι καταιγιστική: <<Ταχυδρόμος>>, <<Ομάδα>>, <<Εκλογή>>, <<Αυγή>>, <<Αντί>> κ.α. γεμίζουν από τα ευφυή ευρήματά του και τα σκίτσα που τα συνοδεύουν. Ο Μποστ ανυψώνει την λαϊκή εικονογράφηση μέσω της γλώσσας χρησιμοποιώντας μια εφευρετική, χαριτωμένη, παιγνιώδη και ανορθόγραφη, αλλά βαθυστόχαστη, γραφή. Ο ΚΥΡ εισήγαγε τη γραμμή και το πνεύμα του Steinberg με χαρισματικό τρόπο στον χώρο της ελληνικής γελοιογραφίας. Δεν μιμείται, δεν αντιγράφει, απλώς μεταφέρει στα καθ’ ημάς με άφθονη δόση ταλέντου και ανεξάντλητη επινοητικότητα το νέο πνεύμα του γελοιογραφικού σκίτσου το οποίο ξεπερνά τα στενά τοπικά όρια και αποκτά παγκόσμια ισχύ. Στις γελοιογραφίες του ΚΥΡ υποβόσκει το στοιχείο εκείνο το οποίο δημιουργεί το ξάφνισμα και το, εν συνεχεία, ξέσπασμα του γέλιου ή την ιλαρότητα που δημιουργεί τούτο το ξάφνισμα. Ο ΚΥΡ είναι ο κατ’ εξοχήν ανατρεπτικός Έλληνας γελοιογράφος. Κλασσικές έχουν μείνει οι γελοιογραφίες <<μαύρου χιούμορ>>, τις οποίες έκανε στα πρώτα του βήματα στον <<Ταχυδρόμο>>. Και πάντοτε φαίνεται ότι γνωρίζει καλώς και τηρεί την αρχή πως κάνω χιούμορ σημαίνει κατά πρώτον ότι σατιρίζω τον εαυτό μου με οποιαδήποτε ιδιότητα κι αν τον θεωρώ – ως άνθρωπο, ως πολίτη, ως κάτοικο μιας χώρας κλπ. Σήμερα, ο ΚΥΡ έχει γίνει ένας θιασάρχης που διακινεί τον θίασό του από ανθρωπάκια – ένας Γαΐτης της γελοιογραφίας – τα οποία διαλέγονται και αποφθέγγονται με ευφρόσυνη διάθεση και έξυπνες ατάκες, αντικριστά το ένα με το άλλο σαν τις φιγούρες του Καραγκιόζη – ενός Καραγκιόζη όμως που υπερβαίνει τα όρια της απλοϊκής λαϊκής σάτιρας. Οι άλλοι του <<Ταχυδρόμου>> Ακολουθεί μια πλειάδα προικισμένων γελοιογράφων που δημοσιεύουν στον <<Ταχυδρόμο>> κομίζοντας έναν καινούργιο χιουμοριστικό άνεμο, ξεπερνώντας κατά πολύ το λαϊκίζον πνεύμα και απλοποιώντας τη γραμμή και τη μορφή του σκίτσου χωρίς τούτο να γίνεται λιγότερο γελαστικό. Στην ποιοτική αυτή άνθηση της ελληνικής γελοιογραφίας μέσω του <<Ταχυδρόμου>> μεγάλο ρόλο ασφαλώς έπαιξε και η συντακτική ομάδα του περιοδικού, εκείνοι δηλαδή που έκαναν την επιλογή τών προς δημοσίευση γελοιογραφιών, προφανώς άνθρωποι ευρείας αντιλήψεως που έχουν κατανοήσει την αξία και τη σημασία του χιούμορ. (Να σκεφτεί ακόμη κανείς ότι την εποχή εκείνη υπήρχαν εφημερίδες και περιοδικά τα οποία απέφευγαν τα σκίτσα ως να επρόκειτο για τατουάζ στο σώμα τους.) Στον <<Ταχυδρόμο>> βλέπουμε να δημοσιεύουν γελοιογραφίες (η σειρά είναι αλφαβητική) : η Βαφία Άννα , ο Καλαμάρας Αντώνης, ο Κυριακούλης Αντώνης, ο Κυριτσόπουλος Αλέξης, ο Λογοθέτης Γιάννης (ΛΟΓΟ), ο Μαρουλάκης Νίκος, ο Παναγιωτάκης Γιώργος, ο Παπαναγόπουλος Παν. , ο Σκουλάκης Δήμος (Dimos), ο Σταματάκης Δημήτρης, ο Τσέλιος και άλλοι. Εδώ, πρέπει να αναφερθεί και ο Γιάννης Καλαϊτζής, ο οποίος έκανε μερικά σκίτσα και στον <<Ταχυδρόμο>>, είχε όμως ουσιαστικά ξεκινήσει την γελοιογραφική του καριέρα από την <<Πανσπουδαστική>> και δημοσίευε γελοιογραφίες στην <<Αυγή>>, στη <<Δημοκρατική Αλλαγή>> και στο περιοδικό <<Δρόμοι Ειρήνης>>. Ο Καλαϊτζής έγινε ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των γελοιογράφων του <<Ταχυδρόμου>> και εκείνων που ξεκίνησαν από το <<Αντί>>. (Καίτοι δεν υπάρχουν σαφή διαχωριστικά όρια θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι η πλειοψηφία των γελοιογράφων του <<Ταχυδρόμου>> ακολουθεί την κοινωνική ή την κοινωνικοπολική καλούμενη γελοιογραφία ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των γελοιογράφων του <<Αντί>> δημιουργεί σαφώς πολιτικές γελοιογραφίες.) Η Άννα Βαφία με την εξόχως λεπταίσθητη γραμμή της και το εξίσου λεπτό χιούμορ εξαφανίστηκε από το προσκήνιο. Ο Αντώνης Καλαμάρας δεν υπάρχει στη ζωή, έδωσε όμως πολλαπλά δείγματα μιας ιδιαίτερα χαρακτηριστικής γραμμής στο σκίτσο του και δημοσίευσε πάντοτε επιτυχημένες και γελαστικές γελοιογραφίες. Έκανε πολλές γελοιογραφίες κοινωνικού περιεχομένου σε άλμπουμ και περιοδικά και επίσης πολλές πολιτικές στις εφημερίδες <<Μεσημβρινή>>, <<Ελευθεροτυπία>>, <<Εξόρμηση>> και <<Καθημερινή>>. Ο Αντώνης Κυριακούλης εγκατέλειψε σχεδόν την γελοιογραφία και διακρίθηκε σε άλλους παραπλήσιους εικαστικούς τομείς , όπως είναι η σκηνογραφία κ.ά. Ο Αλέξης Κυριτσόπουλος μπορεί να πει κανείς ότι στο σκίτσο πλησίασε περισσότερο την απλοποιημένη γραμμή του James Thurber, έκανε αρκετές έξυπνες αφαιρετικές γελοιογραφίες χωρίς λόγια και, αργότερα, ασχολήθηκε με την ζωγραφική και την εικονογράφηση (εξώφυλλα βιβλίων της <<Εστίας>>, δίσκων του Σαββόπουλου) . Ο Γιάννης Λογοθέτης (ΛΟΓΟ) δημοσίευσε σκίτσα με υπεραπλουστευμένη γραμμή – φαίνονται και σ’ αυτόν οι αντιλήψεις περί σκίτσου του S.Steinberg. Στο σκίτσο του ΛΟΓΟ όμως οι οξείες γωνίες αντικαθίστανται από καμπύλες και καθώς περνά ο καιρός, συνεχώς πλησιάζει να συγγενεύει με τον Sine παρά με τον Steinberg. Ακόμη οι φιγούρες του ΛΟΓΟ θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ότι είναι οι καλλιεργημένοι απόγονοι εκείνων του Σταμ. Πολενάκη. Ο Νίκος Μαρουλάκης δημοσίευσε πολλές γελοιογραφίες κοινωνικού περιεχομένου κατά προτίμηση χωρίς λόγια. Η γραμμή του είναι λιτή, αλλά σε όλες τις γελοιογραφίες του περισσεύει το υψηλού επιπέδου χιούμορ. Δημοσίευσε το πρωτότυπο λεύκωμα <<γυρίστε σελίδα, παρακαλώ>> και επίσης ένα λεύκωμα με γελοιογραφίες του που δημοσιεύθηκαν σε διάφορα ευρωπαϊκά έντυπα και στο περιοδικό <<Αντί>>. Έζησε για χρόνια στη Γερμανία και όταν επέστρεψε στην Ελλάδα έκανε πολιτικές γελοιογραφίες στην εφημερίδα <<Παρόν>> και ασχολήθηκε με την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων. Ακόμη δημοσίευσε και μια σειρά κόμικ με θέμα τους μεγάλους εξερευνητές και εφευρέτες στο ένθετο <<Ερευνητές>> της <<Καθημερινής>>. Ο Δήμος Σκουλάκης (Dimos) συνέχισε να κάνει γελοιογραφίες μέχρι την δεκαετία του 80 στον <<Ταχυδρόμο>> και στην <<Εξόρμηση>> , ενώ παράλληλα διακρίθηκε στην ζωγραφική, την οποία υπηρετεί με επιτυχία ως τα σήμερα. Τα σκίτσα του, τα οποία διέκρινε η σταθερότητα της γραμμής, απέφευγαν τα πολλά λόγια και ήσαν οξείς επικριτές του κατεστημένου. Ο Δημήτρης Σταματάκης πέθανε νωρίς πολύ νέος. Πρόλαβε να εκδώσει ένα μικρό λεύκωμα με γελοιογραφίες μαύρου χιούμορ. Η σχολή του <<Αντί>>: Το ντουέτο Ιωάννου, Καλαϊτζής Η ομάδα των γελοιογράφων του περιοδικού «ΑΝΤΙ» εμφανίζεται ορμητικά μετά την μεταπολίτευση και εγκαινιάζει, όπως έχει δηλώσει και ο Γιάννης Καλαϊτζής σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Βαβέλ», την νέα ελληνική γελοιογραφία, κατ’ αντιστοιχία με τον νέο ελληνικό κινηματογράφο. Στην ομάδα αυτή πρωτοστατούν ο Γιάννης Ιωάννου και ο Γιάννης Καλαϊτζής. Και οι δυο δίνουν βάθος πεδίου στα σκίτσα τους, σχεδόν ποτέ δεν κάνουν γελοιογραφίες χωρίς λόγια, κάθε άλλο μάλιστα. Κάνουν γελοιογραφίες και κόμικ με ξέφρενους ρυθμούς, ο μεν Καλαϊτζής είναι περισσότερο υπερβατικός, το χιούμορ του εγγίζει την σφαίρα του παραλόγου, ο δε Ιωάννου είναι πιο προσγειωμένος. Όχι μόνο στο πνεύμα των γελοιογραφιών τους, αλλά ακόμη και στην γραμμή του σχεδίου τους. Ο Ιωάννου δημιούργησε σχολή και πολλοί νέοι γελοιογράφοι έκτοτε επηρεάστηκαν και από το σκίτσο του και από τις ιδέες του. Εκτός από το «Αντί» δημοσίευσε στο «Ποντίκι» για να καταλήξει στο «ΕΘΝΟΣ». Έχει εκδώσει ολόκληρη σειρά από γελοιογραφικά λευκώματα. Ο Καλαϊτζής συνεχίζει στην «Ελευθεροτυπία», ενώ ενδιαμέσως έχει εκδώσει τρία βιβλία με κόμικ : «Τσιγγάνικη ορχήστρα» , «Μαύρο είδωλο της Αφροδίτης» και «Τυφών». Αυτό το τελευταίο ο κριτικός της λογοτεχνίας Δ.Κούρτροβικ το συγκαταλέγει στη λογοτεχνική σοδειά του 1997 μαζί με την «Μικρά Αγγλία>> της Ιωάννας Καρυστιάνη και την «Συκοφαντία του αίματος» του Βασίλη Μπούτου.(Εφημ.ΝΕΑ). Οι άλλοι Στο «Αντί» στα τέλη της δεκαετίας του ’70 δημοσιεύουν επίσης σκίτσα και οι Γήσης Παπαγεωργίου , Γρηγόρης (Εμμανουήλ). Ο Παπαγεωργίου ειδικεύεται κυρίως στα γελοιογραφικά πορτραίτα με τα οποία συνέχισε αργότερα στην «Ελευθεροτυπία». Με δική του επιμέλεια εκδόθηκε από τις εκδόσεις ΑΣΤΡΑΙΑ ο τόμος : ΕΛΛΗΝΕΣ ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΟΙ του 20ου αιώνα 1901- 1999. Ενας άλλος σκιτσογράφος που δημοσιεύει στο «Αντί» μετά την μεταπολίτευση και κρατά επιμελώς την ανωνυμία του – μία φορά υπογράφει ένα σκίτσο με τη λέξη <<Ανώνυμος>> - είναι ο Δ.Κρανιώτης. Τα σκίτσα του Κρανιώτη, προπομποί των σκίτσων του Δημήτρη Χαντζόπουλου, που κάνει κι αυτός τα πρώτα του βήματα από το περιοδικό «Αντί», είναι ανθρωπάκια χωρίς χέρια που σχεδιάζονται μόνο με το περίγραμμα τους με μονοκονδυλιές και συνομιλούν σαν να έχουν μέσα τους ταινίες μαγνητοφώνου. Ο Δημήτρης Χαντζόπουλος, ο οποίος κάνει την εμφάνισή του στο «Αντί» το 1980 και συνεχίζει μέχρι σήμερα στα «ΝΕΑ» σχεδιάζει επίπεδα ανθρωπάκια με παχιές γραμμές και μονοκονδυλιές. Ο Χαντζόπουλος εισάγει έναν εξόχως εγκεφαλικό τρόπο στην παρουσίαση των χιουμοριστικών του θεμάτων. Προσωποποιεί εν αφθονία τα αντικείμενα και τα σκίτσα του βρίθουν από ανατροπές πραγματολογικές και εννοιολογικές. Στα περισσότερα εμφιλοχωρεί το στοιχείο της έκπληξης, ένα είδος ξαφνίσματος το οποίο περισσότερο εντυπωσιάζει παρά δημιουργεί γελαστική διάθεση. Χρησιμοποιεί ακόμη εν πολλοίς τα λογοπαίγνια. Την δεκαετία του ’80 δημοσιεύουν σκίτσα στο «Αντί» και οι: Γ.Σ. (Γιώργος Σεργάκης), Νίκος Σιδέρης – δημοσίευσε γελοιογραφίες και στην εφημερίδα <<ΝΕΑ>> , αλλά πέθανε νεώτατος- , Γ.Ματορίκος, Σόνια Μητραλιά, Ιοσίφ κ.ά. Ίσως στο «Αντί» (τ.258, 13/4/1984) να έχει δημοσιευτεί και η πλέον πρωτότυπη ελληνική γελοιογραφία. Την σκιτσάρουν και την υπογράφουν δύο γελοιογράφοι: ο Γ.Σ.(Γ. Σεργάκης) και ο Δ. Χαντζόπουλος. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 δημοσιεύονται στο «Αντί» γελοιογραφίες του Γ.Ματορίκου και αργότερα από το 1990 γελοιογραφούν οι Γ.Φιλδισάκος και Χ.Παπανίκος. Την δεκαετία του 1990 και μέχρι τα σήμερα εμφανίζονται από τις σελίδες του περιοδικού οι γελοιογράφοι: Κώστας Κουφογιώργος, Ανδρέας Πετρουλάκης και Τάσος Αναστασίου. Και οι τρεις δημοσιεύουν πολιτικές γελοιογραφίες με μακροσκελείς, συνήθως, διαλόγους. Ο Αναστασίου τελευταίως κάνει γελοιογραφίες και στα <<ΝΕΑ>>, ο Πετρουλάκης στην <<Καθημερινή>> , ο Κουφογιώργος στην <<Εποχή>>. Η ιστορία, αν ποτέ γραφτεί… Σήμερα, η σχολή της γενιάς του <<Ταχυδρόμου>> τείνει να ξεπεραστεί, χωρίς να μπορεί να αποφανθεί κανείς ότι τούτο είναι και θετικό βήμα προόδου. Υπάρχει η τάση της πλημμυρίδας του σκίτσου από φούσκες και φουσκίτσες με λόγια και διαλόγους. Ούτε τα έξυπνα πολιτικά βέλη της σχολής του «Αντί» εκτοξεύονται. Πολλές φορές δεν χρειάζεται να κοιτάξει κανείς το σκίτσο – αν τούτο φαίνεται – για να εννοήσει την γελοιογραφία, τα λόγια υποκαθιστούν τη οποιαδήποτε γελαστικότητα του θέματος. Υπάρχει κι εδώ η επίδραση του Altan, του Volinski ή του Plantu. Η ιστορία, αν ποτέ γραφτεί κάποια τεκμηριωμένη ιστορία της ελληνικής γελοιογραφίας, θα δείξει. Δημοσιεύθηκε στον τόμο ΜΔ’ ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ της εφημερίδας «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» με τίτλο: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΑ , ΔΥΟ ΑΙΩΝΕΣ ΣΑΤΙΡΑΣ. Από εδώ
-
- 8
-
-
- Ταχυδρόμος
- Αντί
-
(and 6 more)
Tagged with: