Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'Ρωμαίος και Ιουλιέτα'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Γερμανίκεια
  • Ιστορική/ φιλολογική γωνιά
  • Περί ανέμων και υδάτων
  • Dhampyr Diaries
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • The Unstable Geek
  • Κομικσόκοσμος
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Valt's blog
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • Film
  • Θέμα ελεύθερο
  • Vet in madness
  • GCF about comics
  • Dr Paingiver's blog

Calendars

  • Εκδηλώσεις

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 3 results

  1. «Ό,τι ήταν ο Λεονάρντο ντα Βίντσι για την εποχή του, το ίδιο απάνω κάτω είναι και ο Μέντης Μποσταντζόγλου για τη σημερινή εποχή»: Αυτή τη βαρύγδουπη δήλωση είχε γράψει… ο ίδιος ο Μποστ αστειευόμενος στην εισαγωγή της πέμπτης έκδοσης του άλμπουμ του «Σκίτσα του Μποστ». Μια πρόταση που, μέσα στην πλάκα και στην υπερβολή της (δύο λέξεις κλειδιά για όλη του την εργογραφία), κρύβουν μια, τηρουμένων των αναλογιών, μεγάλη αλήθεια: Σκιτσογράφος, γελοιογράφος, ζωγράφος, διαφημιστής, διακοσμητής, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, στιχουργός, ευθυμογράφος, πεζογράφος, ο Μέντης Μποσταντζόγλου ήταν ένας από τους πλέον πολυπράγμονες, ευφυείς και αιχμηρούς χιουμορίστες του ελληνικού 20ού αιώνα και της ελληνικής Αριστεράς. Ο Μποστ στο γραφείο του με τον αγαπημένο του γάτο. Παραδοσιοκράτης και πρωτοπόρος, έπλασε ένα ολόδικό του γραπτό και σχεδιαστικό στιλ, που όμοιό του δεν πέρασε ξανά από το νεοελληνικό στερέωμα. Σαν σήμερα, 13 Δεκεμβρίου 1995, αποχαιρέτησε τα εγκόσμια. Οι Νησίδες δεν έχουν παρά να θυμηθούν στιγμές από το σπουδαίο πέρασμά του... Ένας μικρός χιουμορίστας… Ο Χρύσανθος Βοσταντζόγλου, που έμελλε να γίνει Μέντης και Μποστ, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 7 Νοεμβρίου 1918 από εύπορη αστική οικογένεια. Το 1922 μετακομίζει με την οικογένειά του στο Γαλάτσι της Ρουμανίας, και τέλος στην Αθήνα το 1926. Ξεκινάει να δημοσιεύει σκίτσα του από το 1933, στη γυμνασιακή εφημερίδα που εξέδιδε ο μεγαλύτερός του γυμνασιόπαις Αλέκος Σακελλάριος, υπογράφοντας πρώτη φορά ως «Μποστ». Ο μικρός Μέντης Μποσταντζόγλου Η αρχή όμως είχε γίνει από πολύ νωρίτερα: Όταν ήταν μόλις επτά ετών, ο μικρός Χρύσανθος αντιγράφει έναν ελέφαντα από το κουτί με τα χρώματά του, συνοδεύοντας τη ζωγραφιά του με τη λεζάντα, σε καλλιγραφικά, «Η έρημος Ζακχάρα», μπερδεύοντας την έρημο Σαχάρα με τη λέξη «ζάκχαρις». Παρουσιάζοντάς το, η οικογένειά του ξέσπασε σε γέλια. Πολλά παιδιά μπορεί να παρεξηγούνταν ή να απογοητεύονταν από μια τέτοια οικογενειακή υποδοχή. Εκείνος αντιθέτως το πήρε επάνω του. Κάπως έτσι γεννήθηκε το πρώτο καλλιγραφικό, παράλογο, λογοπαιγνιακό εικαστικό έργο του. Κάπως έτσι, ο Χρύσανθος ξεκίνησε για να γίνει ο Μποστ. Πολύγλωσσος, πολυδιαβασμένος αλλά μέτριος έως κακός μαθητής, εισάγεται το 1939 στη Σχολή Καλών Τεχνών, την οποία μετά το πρώτο εξάμηνο θα… παρατήσει. Σύμφωνα με τον ίδιο, βαρέθηκε να αντιγράφει ατελείωτα την προτομή του Αντήνορα με κάρβουνο. Μέσα στην Κατοχή ο Μποστ γίνεται ενεργό μέλος του ΕΑΜ, ξεκινώντας τα πρώτα του βήματα στον δρόμο της Αριστεράς, τον οποίο θα ακολουθούσε μέχρι το τέλος του. Σε έναν τοίχο της Αθήνας θα γράψει το πρώτο του ανορθόγραφο σύνθημα: «ΝΑ ΦΗΓΟΥΝ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ». Ο λόγος της ανορθογραφίας; Να φαίνεται πως είναι αίτημα του απλού, αμόρφωτου λαού. Η λογική της εκπροσώπησης του λαουτζίκου μέσω της ανορθογραφίας θα τον ακολουθήσει στη μετέπειτα πορεία του. Μέσα στα Δεκεμβριανά, γράφει πρωτοχρονιάτικα κάλαντα που τραγουδά στα νοσοκομεία του ΕΛΑΣ ο Γιώργος Σεβαστίκογλου με την κομπανία του – το πρώτο του ενήλικο στιχούργημα – ενώ το 1945 αυτοεκδίδει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Ο Άγιος Φανούριος, βοήθημα δια την κατανόησιν των Κινέζων κλασσικών του 20ού μ.Χ. αιώνος ήτοι των συγγραφέων Γκα-τσου και Βου-Σβου-Νι». Ο σατιρικός, λογοπαιγνιακός του λόγος βρίσκεται στα σπάργανα. ... ένας θεατρικός γελοιογράφος… Μέσα στον Εμφύλιο θα ξεκινήσει να βιοπορίζεται ως γελοιογράφος και εικονογράφος παιδικών περιοδικών και βιβλίων. Ενδιαφέρον προκαλούν και κάποιες γελοιογραφίες του οι οποίες, λόγω ανωτέρας βίας, σατιρίζουν και λοιδορούν τους αντάρτες στον Γράμμο και στο Βίτσι. Το 1948 παντρεύεται τη Μαρία Παπαγιαννακοπούλου, με την οποία αποκτούν τους δύο γιους του: τον εικαστικό και θεατρικό συγγραφέα Κώστα (1949-2021) και τον ηθοποιό Γιάννη Μποσταντζόγλου (1951). Στη δεκαετία του ’50, ο νεαρός πλέον οικογενειάρχης δουλεύει σε όποιο περιοδικό βρίσκει, κάνοντας τον διανομέα, φτιάχνοντας χάρτες, εικονογραφήσεις και κόμικς, με σημαντικό σταθμό την εικονογράφηση του κόμικς των Κλασικών Εικονογραφημένων «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» (σ.σ. Περισσότερα για αυτό στο Καρέ Καρέ). Η γραμμή του αρχίζει να πλάθεται και να παίρνει τη μορφή που όλοι γνωρίζουμε, με οδηγούς τον Θεόφιλο, τον Καραγκιόζη, την αγιογραφία, τη λαϊκή τέχνη. Εικονογραφήσεις του Μποστ για τα «Βιβλικά Χαμόγελα» του Νίκου Τσιφόρου. Η μεγάλη του ευκαιρία του δίνεται στο περιοδικό «Ταχυδρόμος», το 1957. Όταν ο γελοιογράφος Κώστας Μητρόπουλος αρρωσταίνει, ο Μποστ τον αντικαθιστά στις εικονογραφήσεις των σίριαλ – ευθυμογραφημάτων του Νίκου Τσιφόρου. Σύντομα, για το ευθυμογράφημα «Σταυροφορίες» ο Μποστ αρχίζει να φτιάχνει σκίτσα που ξεφεύγουν του θέματος του κειμένου και εκσφενδονίζουν σατιρικές επίκαιρες υπόνοιες. Παρά τον εκνευρισμό του Τσιφόρου, οι «Σταυροφορίες» του Μποστ συνεχίζουν να εκδίδονται και ο δημιουργός εισάγει τα χαρακτηριστικά που τον καταξίωσαν: ανορθόγραφο καθαρευουσιάνικο λόγο, διαλόγους σε συννεφάκια, ομοιοκαταληξίες και στίχους στο περίγραμμα κάθε σκίτσου, που διαβάζονται βουστροφηδόν. Είχε πλέον διαβεί τον Ρουβίκωνα· ήταν ένας πρωτοπόρος πολιτικός γελοιογράφος. Σταυροφορική γελοιογραφία του Μποστ από τον «Ταχυδρόμο». Το 1959 του παραχωρείται επίσημη δική του στήλη στο περιοδικό, το «Μποστάνι του Μποστ», στο οποίο έχει την ελευθερία να σατιρίσει ανεμπόδιστα και να εξελίξει το νέο του στιλ. Εκεί είναι που εμφανίζονται πρώτη φορά οι τρεις μεγάλοι του ήρωες: η ξερακιανή Μαμά Ελλάς και τα παιδιά της, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα. Οι τρεις αυτοί χαρακτήρες – σύμβολα της εξαθλιωμένης μεταπολεμικής Ελλάδας, ντυμένοι με κουρέλια και σαραβαλιασμένα εθνικά σύμβολα, ήταν οι σκωπτικοί παρατηρητές και ο χορός που σχολίαζε το δεξιό και δυτικόφιλο ελληνικό κράτος. Παράλληλα, η ανορθογραφία και τα λογοπαίγνια παίζουν τον δικό τους ρόλο, αποδομώντας και υπονομεύοντας την καθαρεύουσα (γλώσσα της εξουσίας) υπέρ της δημοτικής (γλώσσας του λαού). Η Μαμά Ελλάδα κι ο Πειναλέοντας περιμένουν να μπουν στην ΕΟΚ, στο σινεμά Υβόνη (λογοπαίγνιο με την πρωτεύουσα της Δυτικής Γερμανίας, Βόνη) και τον αντικαγκελάριο και υπουργό Οικονομικών της Δ. Γερμανίας, Λούντβιχ Έρχαρτ, στο ταμείο. Τριγύρω αφίσες με τίτλους ταινιών – λογοπαίγνια για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Θα έλεγε κανείς πως, από το 1959 που δημοσιεύτηκε η γελοιογραφία, έχουν μείνει πολλά ίδια στην Ε.Ε. Η γλωσσική αποδόμηση, μαζί με τον στίχο, την ομοιοκαταληξία, τον σταθερό θίασο και το ναΐφ σκίτσο που θύμιζε πιο πολύ θέατρο σκιών παρά οποιοδήποτε παλιότερο ή σύγχρονο γελοιογραφικό στιλ, δόμησαν την μποστική γελοιογραφία: μία αυτόφωτη, λαϊκή και σκηνική γελοιογραφία, ένα κωμικό θεατρικό σκετς σε σκίτσα. ... ένας γελοιογραφικός θεατράνθρωπος… «Το παράπονό μου με τον Μποστ είναι ότι ποτέ δεν μπόρεσα, στο ποδοσφαιρικό γήπεδο του χιούμορ, να τον μαρκάρω… Πάνω που έμαθα να εικονογραφώ όπως ο Μποστ, αυτός πέρασε στη γελοιογραφία. Μόλις ψιλόμαθα τη γελοιογραφία και είπα “του μπαίνω”, όρμησε στο ευθυμογράφημα. Εκεί που άρχισα να στρώνω γραπτά με κάποια πλάκα, μου βγήκε θεατρικός συγγραφέας. Και τη στιγμή που άρχισε να ωριμάζει μέσα μου το πρώτο μονόπρακτο, μου ξέφυγε στη ζωγραφική… », είχε πει ο Κώστας Μητρόπουλος, ο μεγάλος γελοιογράφος που «έδωσε» τη θέση του στον Μποστ πλάι στον Τσιφόρο, με το χαρακτηριστικό πλακατζίδικο ύφος του. Ο Μποστ με τον Μίκη Θεοδωράκη και το επιτελείο της «Όμορφης Πόλης», το 1962. Το 1961, ο Μποστ είναι ένας πολιτικός γελοιογράφος σε πλήρη ακμή. Συνεργάζεται με πλήθος εφημερίδων και περιοδικών ως σκιτσογράφος και ευθυμογράφος, ενώ τα δύο γελοιογραφικά άλμπουμ που εκδίδει («Σκίτσα του Μποστ» με εισαγωγή του Ηλία Πετρόπουλου και «Το λέφκομά μου») εξαντλούνται. Και τότε είναι που «ξεφεύγει», κατά τον Μητρόπουλο, από το γραφείο του σκιτσογράφου στο θεατρικό σανίδι. Καθοριστικός παράγοντας στη θεατρική του πορεία θα σταθεί ο Μίκης Θεοδωράκης, που θα γίνει ίνδαλμα για τον σκιτσογράφο και τον οποίο κωμικά (λόγω του ύψους του) θα τον αποκαλεί «Επιμήκη». Αρχικά, ο Μίκης μελοποιεί τους στίχους του Μποστ «Η Ρομβία» και «Η Νήσος των Αζορών» και το 1962 ανεβάζουν μαζί στο θέατρο Παρκ την επιθεώρηση «Όμορφη Πόλη». Η «Πόλη», το πρώτο και πιο πολιτικοποιημένο θεατρικό έργο του Μποστ, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι κατά το ήμισυ γραμμένο από τον ίδιο και ολόκληρο σε μουσική Θεοδωράκη, αλλά δεν σημειώνει επιτυχία. Η ατυχία τον ακολουθεί σε διάφορες πρωτοπόρες προσπάθειές του, όπως στο να ανοίξει δικό του θέατρο σκιών ή στην εισπρακτική αποτυχία της ταινίας «Το πιθάρι», όπου έγραψε το σενάριο. Την ίδια χρονιά, παρότι συνηθισμένος στη λογοκρισία και στις μηνύσεις (κυρίως από την Εκκλησία), έρχεται και η απόλυσή του από το περιοδικό «Εικόνες» λόγω του «ασεβούς» κειμένου του «Το αμάρτημα της μητρός μου» – μια ενδιαφέρουσα περίπτωση μεταπολεμικού cancel. Παρόλα αυτά σκηνογραφεί και σχεδιάζει κοστούμια για το θέατρο, ενώ το 1963 γράφει το πρώτο του μεγάλο έργο, τη «Φαύστα ή Η απωλεσθείς κόρη». ... ένας δημιουργός της Αριστεράς… Όταν, το 1963, ο Μποστ ρωτά τον διευθυντή του στην «Ελευθερία», Πάνο Κόκκα, γιατί λογοκρίνονται τα σκίτσα του, εκείνος του απαντά: «Εσύ γράφεις κομμουνιστικά. Να πας στην Αυγή!». Συμβουλή που… θα ακούσει! Από την ίδια χρονιά, ο Μποστ ξεκινά συνεργασία ως γελοιογράφος και ευθυμογράφος με την «Αυγή». Συμπίπτοντας χρονικά με τη δολοφονία του Λαμπράκη, η πολιτική του απόχρωση πλέον οξύνεται: τα σκίτσα και τα κείμενά του γίνονται ξεκάθαρα και χωρίς υπόνοιες Αριστερά, διατηρώντας όμως τη σπιρτάδα της πρότερης δουλειάς του, εκείνης που με ευρηματικότητα έπρεπε να καλύψει και να υπονοήσει τους πολιτικούς του προσανατολισμούς. Γελοιογραφία του Μποστ από την «Αυγή» για τη δολοφονία Λαμπράκη, με παρακρατική σχολή… οδήγησης τρίκυκλων. Παράλληλα, κατεβαίνει υποψήφιος βουλευτής με την ΕΔΑ (χωρίς να εκλεγεί) το 1963 και κατόπιν συνιδρύει, το 1964, τη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη. Ο πολιτικός αναβρασμός των χρόνων της Αποστασίας καθρεφτίζεται φλογερά στα έργα και στη δράση του δημιουργού. Η Μαμά Ελλάς, η Ανεργίτσα και ο Πειναλέων στηλιτεύουν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, το παλάτι, τους Αμερικάνους, και περιμένουν καλύτερες μέρες από την Ένωση Κέντρου του Γεώργιου Παπανδρέου. Η άνοδος της χούντας όμως, θα ανακόψει τις ανορθόγραφες δημιουργικές πτήσεις. Το κυνηγητό, η κακοποίηση της γυναίκας του και η κατάσχεση του γελοιογραφικού, του ζωγραφικού και του συγγραφικού του αρχείου από την Αστυνομία θα οδηγήσουν τον Μποστ σε μετριοπάθεια και σε «αποκήρυξη μετά βδελυγμίας του αντεθνικού κομμουνισμού» – έστω κι αν δεν το εννοούσε – στο αστυνομικό τμήμα όπου μετέβη ο ίδιος και κρατήθηκε για πέντε ημέρες. Με τη σύλληψη του γιου του, Γιάννη, σε αντιδικτατορικά επεισόδια και την καταδίκη του με αποκλεισμό από όλα τα Γυμνάσια, ο Μποστ θα αποστασιοποιηθεί από την πολιτική, μεταφορικά και κυριολεκτικά – μετακομίζει οικογενειακώς στο Μεταξοχώρι Λάρισας – για πέντε ολόκληρα χρόνια. Μόνο κατά τους τριγμούς της δικτατορίας, το 1972, θα προσπαθήσει να επιστρέψει με το ειρωνικό κείμενό του «Υπέρ δικτατορίας», στο πρώτο (και μοναδικό) τεύχος του «Αντί», και με το ανοιχτά σατιρικό θεατρικό του έργο «Εκλογές του Μποστ» το 1973, που θα σημειώσει επιτυχία στο κοινό και θα προκαλέσει οργή στους συνταγματάρχες. Το 1974, με την ολοκληρωτική της πτώση, θα επιστρέψει στην Αθήνα αλλά και στην τέχνη του, με νέες γελοιογραφικές και θεατρικές συνεργασίες, μπαίνοντας στη δεύτερη μεγάλη παραγωγική περίοδο της πορείας του. ... ένας καταξιωμένος πολυ-καλλιτέχνης… Στις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του, ο γκριζαρισμένος πια μυστακοφόρος Μποστ απολαμβάνει την αποδοχή ως καταξιωμένος και λαοφιλής δημιουργός. Παρόλα αυτά, δεν αναπαύεται στις δάφνες του. Συνεργάζεται με την «Πρωινή», την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» και τον «Ριζοσπάστη» μεταξύ άλλων, ως σκιτσογράφος, ενώ θεατρικά συνεργάζεται με το θέατρο «Στοά», τον Θανάση Παπαγεωργίου, τη Λήδα Πρωτοψάλτη και τον Λουκιανό Κηλαηδόνη. Στις νέες του γελοιογραφίες, η Μαμά Ελλάς έχει ραμμένες τις λέξεις «ΕΟΚ» στον χιτώνα της, ενώ η Ανεργίτσα και ο Πειναλέοντας απουσιάζουν, μια και, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν έχουν θέση σε μια εποχή που ο εργάτης έχει πλέον ψυγείο στο σπίτι του. Οι τρεις μεγάλοι ήρωες του Μποστ: η Μαμά Ελλάς, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα. Συγγραφικά, σε αυτή την τελευταία περίοδο της ζωής του δίνει και τρία από τα μεγαλύτερα και έως και σήμερα δημοφιλή του θεατρικά: τη «Μαρία Πενταγιώτισσα» (1982), τη «Μήδεια» (1993) και το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» (1995), κείμενα γεμάτα μποστική πρόζα, δεκαπεντασύλλαβο και σκωπτικό σατιρικό χιούμορ. Παράλληλα κάνει τις πρώτες του ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής με πίνακες που, όπως οι γελοιογραφίες του, εμπνέονται από την ελληνική ιστορία και τη λαϊκή παράδοση και τον σπρώχνουν εικαστικά ακόμα πιο κοντά στον Θεόφιλο, στον Κόντογλου και στα πορτραίτα του Φαγιούμ. Ο μοναδικός τομέας στον οποίο συστηματικά αποτυγχάνει είναι… η πολιτική. Κατεβαίνει υποψήφιος στις δημοτικές εκλογές του 1978 με τον συνδυασμό του Μίκη Θεοδωράκη και στις βουλευτικές του 1981 και του 1985 με το ΚΚΕ, αποτυγχάνοντας να εκλεγεί και τις τρεις φορές. Παράλληλα, βλέπει το μέτωπο της Αριστεράς που επιθυμούσε να παραμείνει ενωμένο μετά την πτώση της Χούντας, να διασπάται σε μικρότερα κόμματα. Γίνεται άλλος ένας απογοητευμένος παλιός Αριστερός, μέσα στα χρόνια του πασοκικού πάρτι... Η ζωή του τελειώνει μέσα στη δημιουργικότητα και στην αποδοχή, αφήνοντας την τελευταία του πνοή 77 ετών, την Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου του 1995. … που σήμερα θα έσπαγε πλάκα! «Ο Μποστ δεν έκανε γελοιογραφία! Έκανε επανάσταση! (…) Είναι σαν να εφηύρε ένα καινούργιο εμβόλιο! Ένα εμβόλιο που θα μας προστατεύει από τον ιό της κακογουστιάς για τουλάχιστον 1.000 χρόνια!», έγραφε ο γελοιογράφος ΚΥΡ το 1987. Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατο του Μποστ, πάντως, το εμβόλιό του δεν φαίνεται να έπιασε ιδιαίτερα τόπο, ενώ ο κόσμος που άφησε, μοιάζει να χειροτέρεψε κατά πολύ. Ο Μποστ «συλλαμβάνεται» από συναδέλφους του γελοιογράφους, ποζάροντας όπως ο πίνακας με τη σύλληψη του Αθανάσιου Διάκου πίσω τους. Από αριστερά, Λογό, ΚΥΡ, Μποστ, Κώστας Μητρόπουλος. Ο Μέντης θα είχε, σίγουρα, πολλά να πει για το σήμερα: για την άνοδο της Ακροδεξιάς, το νεοφασιστικό φαινόμενο Τραμπ, τη Γάζα, το μεταναστευτικό, το περιβάλλον, τον διάδοχο Μητσοτάκη και τις νεοφιλελεύθερες συμμορίες του, την τραγική αμηχανία της Αριστεράς. Η Μαμά Ελλάς του θα ήταν ρακένδυτη και κακομοίρα όπως παλιά, μόνο με μερικά αστραφτερά μπλε μπαλώματα στον χιτώνα της που θα έφεραν αστεράκια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ ο Πειναλέων κι η Ανεργίτσα θα τσακώνονταν για το ποιος θα πρωτοπαίξει στο τάμπλετ. Και σίγουρα, θα χρησιμοποιούσε όλο το πολυπρόσωπο και ανεπανάληπτο δημιουργικό του στιλ για να κατακεραυνώσει, να σατιρίσει και να καταδείξει τα στραβά της εποχής μας. Πάντα με το ιδιόρρυθμο μποστικό χιούμορ του. Και το σχετικό link...
  2. Kill Shakespeare Πάνω στην ώρα για την Παγκόσμια Ημέρα του Σαίξπηρ. Το "Ρωμαίος και Ιουλιέτα" είναι μια από τις πιο διάσημες και αγαπημένες ιστορίες που έχουν γραφτεί ποτέ, αλλά είναι ασφαλές να πούμε ότι δεν έχετε βιώσει ποτέ αυτή την ιστορία όπως ακριβώς αφηγείται στο νέο graphic novel, "Romeo vs. Juliet: A Kill Shakespeare Adventure". Αυτή η τολμηρή αναθεώρηση φτάνει στα καταστήματα ακριβώς στην ώρα για την Παγκόσμια Ημέρα του Σαίξπηρ, και το IGN έχει μια αποκλειστική προεπισκόπηση. Δείτε την παρακάτω συλλογή διαφανειών για μια πιο προσεκτική ματιά στο "Romeo vs. Juliet": Σχέδιο από Richard Isanove (Εικόνα: Gemstone Publishing). Σχέδιο από Stefan Tosheff (Εικόνα: Gemstone Publishing). Σχέδιο από Stefan Tosheff (Εικόνα: Gemstone Publishing). Σχέδιο από Stefan Tosheff (Εικόνα: Gemstone Publishing). Σχέδιο από Stefan Tosheff (Εικόνα: Gemstone Publishing). Σχέδιο από Stefan Tosheff (Εικόνα: Gemstone Publishing). Σχέδιο από Stefan Tosheff (Εικόνα: Gemstone Publishing). Το "Romeo vs. Juliet" είναι γραμμένο από τον Anthony Del Col και εικονογραφημένο από τον Stefan Tosheff και εκδίδεται από την Gemstone Publishing. Το βιβλίο λειτουργεί ως ένα είδος χαλαρής συνέχειας στο αρχικό έργο του Σαίξπηρ, αν και παίρνει αρκετές ελευθερίες με το πρωτότυπο υλικό καθώς επαναπροσδιορίζει τους δύο χαρακτήρες (και άλλα εμβληματικά πρόσωπα του Σαίξπηρ) σε ένα φανταστικό γουέστερν σκηνικό. Ακολουθεί η επίσημη περιγραφή του βιβλίου από την Gemstone: Σε αυτό το Σαιξπηρικό Γουέστερν, η πολεμίστρια (και έγκυος) Ιουλιέτα Καπουλέτου προσλαμβάνεται για να προστατεύσει ένα μοναστήρι σε μια παραμεθόρια πόλη από τις κακές δυνάμεις που ηγείται ο πρώην της, Ρωμαίος. Καθώς ετοιμάζονται, επανασυνδέεται απρόθυμα με τους παλιούς της συμμάχους, συμπεριλαμβανομένου του Άμλετ, του Οθέλλου, του Πακ (ένας από τους "Υπέροχους Επτά του Σαίξπηρ"), αλλά σύντομα ανακαλύπτουν κάτι σάπιο στην κατάσταση του μοναστηριού και μια μαγική δύναμη από την οποία δημιουργούνται τα όνειρα... όλα αυτά ενώ η Ιουλιέτα πρέπει να αποφασίσει αν ο πατέρας του παιδιού της είναι ο Άμλετ... ή ο άντρας που πρέπει να σκοτώσει, ο Ρωμαίος. "Ανεξάρτητα από πού κατάγεται κάποιος ή ποια γλώσσα μιλάει, γνωρίζουν τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα ως τους μεγαλύτερους εραστές του κόσμου. Λοιπόν, το 'Romeo vs. Juliet' προσφέρει την απόλυτη ανατροπή σε αυτή την ιστορία", δήλωσε ο Del Col. "Στο 'Σαιξπηρικό μας Γουέστερν' βρίσκονται σε αντίθετα στρατόπεδα ενός σκοπού, αναγκάζοντάς τους να γίνουν αντίπαλοι και κορυφώνοντας σε μια αναμέτρηση τύπου 'μεσημέρι' μεταξύ των δύο". Ο Del Col συνέχισε: "Μου αρέσει η διαδικασία του να παίζω με γνωστούς χαρακτήρες, να τους ξεγυμνώνω αυτούς και τις ιστορίες τους μέχρι τον πυρήνα τους και μετά να χτίζω πάνω σε αυτό". Το "Romeo vs. Juliet: A Kill Shakespeare Adventure" θα κυκλοφορήσει στις 22 Απριλίου 2025. Πηγή: https://gr.ign.com/kill-shakespeare/126689/preview/oi-romaios-kai-ioulieta-metapherontai-se-ena-gouestern-topio-sten-nea-seira-komiks
  3. Ο Σέξπιρ στο πάρκο Στράτφορντ Συντάκτης: Γιάννης Κουκουλάς Δύο από τις σημαντικότερες και πιο πολυδιαβασμένες τραγωδίες του Σέξπιρ, οι «Μάκμπεθ» και «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», γίνονται θεατρικές παραστάσεις όταν οι άνθρωποι κοιμούνται. Τα ζώα του πάρκου Στράτφορντ ανεβαίνουν στο σανίδι και υποδύονται τους διάσημους σεξπιρικούς χαρακτήρες, αλλοιώνοντας αρκετά το περιεχόμενο και προσφέροντας γέλιο. Για να εισπράξουν το χειροκρότημα των φίλων τους μέχρι το πρωί, όταν η παρουσία των ανθρώπων θα διακόψει την τέχνη. Οι μεταφορές κλασικών λογοτεχνικών έργων σε κόμικς δεν είναι κάτι νέο. Εχουν γίνει πια, όμως, τόσο πολλές που ορισμένες φορές, όταν προσπαθούν να παραμείνουν με νύχια και με δόντια «πιστές» στο πρωτότυπο, καταντούν ανιαρές. Γι’ αυτό και οφείλουν να ανανεώνονται, να προσθέτουν ή/και να αφαιρούν στοιχεία, να προσαρμόζουν το έργο στα νέα συμφραζόμενα, να το επικαιροποιούν και όχι να «υποτάσσονται» σε αυτό στον βωμό ενός καταναγκαστικού σεβασμού, θεωρώντας το «ιερό» κείμενο, ταμπού ή θέσφατο. Οι Ιαν Λέντλερ (σενάριο) και Ζακ Τζιαλόνγκο (σχέδια) δίνουν τη δική τους εκδοχή σε δύο κλασικές σεξπιρικές τραγωδίες, στο «Μάκμπεθ» (απόδοση: Δέσποινα Παπαγιαννοπούλου) και στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» (απόδοση: Απόστολος Ζαρρής), που μόλις κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Polaris. Με πρωταγωνιστές ζώα σε έναν ιδιότυπο ζωολογικό κήπο, στο πάρκο Στράτφορντ, οι Αμερικανοί δημιουργοί ξανααφηγούνται τις τραγωδίες του θρυλικού θεατρικού συγγραφέα, μεταφέροντας τα σκηνικά και τον τόπο του δράματος σε έναν αλλόκοτο αλλά και τρυφερό κόσμο. Είναι εύκολο να «φας» τους πολιτικούς αντιπάλους σου. Μετά έρχεται η δυσπεψία… Τα έγκλειστα ζώα, βορά στα μάτια των περίεργων καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, όταν όλοι οι επισκέπτες αποχωρούν και τα κλουβιά κλειδώνονται για να κυλήσει μια ήσυχη νύχτα, βγαίνουν από τα «κελιά» τους και επιδίδονται στην τέχνη τους. Κάποια κρατούν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους μετά από κοπιώδεις πρόβες, κάποια άλλα γίνονται κομπάρσοι και τα υπόλοιπα παίρνουν θέση στην πλατεία και τα θεωρεία για να απολαύσουν την παράσταση. Που κι αυτή με τη σειρά της είναι προσαρμοσμένη στις δυνατότητες και τις απαιτήσεις του κόσμου των ζώων. Στον «Μάκμπεθ», την πρώτη από τις δύο σεξπιρικές τραγωδίες των Λέντλερ και Τζιαλόνγκο, όταν πέφτει η νύχτα, η τίγρη, οι κροκόδειλοι, οι μαϊμούδες, η καμηλοπάρδαλη, οι νυχτερίδες και όλη η τοπική πανίδα συγκεντρώνεται στο αυτοσχέδιο θέατρο για να χειροκροτήσει το λιοντάρι που υποδύεται τον αριβίστα και μετέπειτα βασιλιά της Σκοτίας. Που δεν θα διστάσει, ακολουθώντας τις μυρωδιές από τη σούπα των τριών μαγισσών, να ταξιδέψει στα βάθη του βάλτου και να πάρει τον «χρησμό»: «Γύρνα, βάζε, βράζε, ανακάτωνε. Καίγε, φωτιά, και τρίζε! Κόχλαζε, νερό! Μάκμπεθ, φάε τον βασιλιά! Η τραγωδία αρχίζει. Κάνε τον μια χαψιά. Σαν χάμπουργκερ μυρίζει!.» Τότε το λιοντάρι συνειδητοποιεί πως δεν πεινάει για φαγητά αλλά για εξουσία. Και καταβροχθίζει τον βασιλιά-κουκουβάγια μέσα σε ένα λουτρό αίματος που «λογοκρίνεται» από τους δημιουργούς με το τέχνασμα της εμφάνισης ενός αργοπορημένου ελέφαντα στην παράσταση, ο οποίος ψάχνει τη θέση του, στερώντας από τους υπόλοιπους θεατές τη θέα μέχρι τη σκηνή. Ο Μάκμπεθ θα γίνει βασιλιάς, αλλά οι τύψεις θα αρχίσουν να τον κατατρύχουν και η κατάσταση θα επιδεινωθεί από την εξουσιαστική μανία της βασίλισσας και την έρευνα που ξεκινά ο ντετέκτιβ Μακντάφ. Στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», η σκηνική δράση μεταφέρεται σε μια φάρμα της Βερόνα και στο γειτονικό δάσος, ενώ το γνωστό ζευγάρι συνθέτουν ένας τυχοδιώκτης και ανήσυχος κόκορας (αν και τον ρόλο εποφθαλμιούσε ο γύπας…) και μια ευαίσθητη αρκουδίτσα. Ο κόκορας το σκάει από τη φάρμα, ερωτεύεται την αρκούδα του δάσους, αλλά η οικογένειά της αρνείται την ολοκλήρωση της σχέσης λόγω της ταπεινής καταγωγής του Ρωμαίου. Ο γνωστός ελέφαντας εμφανίζεται και πάλι στο θέατρο, μαζί με μια φίλη του αυτή τη φορά, για να ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων από τους υπόλοιπους θεατές και ακολουθεί το διάλειμμα –ένα από τα εξυπνότερα τεχνάσματα των Λέντλερ και Τζιανλόγκο–, με το καγκουρό να ρωτάει τη μαϊμού: «Πώς σου φαίνεται η παράσταση, μικρέ μου;» για να πάρει την απάντηση: «Καλή είναι. Αλλά στο "Μάκμπεθ" είχαν σκοτώσει περισσότερους πριν το διάλειμμα» και τους σκαντζόχοιρους να σκέφτονται αν θα ήταν έξυπνη κίνηση να μετακομίσουν σε μια φάρμα για να τους χαϊδεύουν παιδάκια. Η τραγωδία θα ολοκληρωθεί με τον γνωστό τρόπο και τον διπλό θάνατο που γεμίζει δάκρυα τα μάτια των αποσβολωμένων και συνεπαρμένων ζώων. Και την υπόσχεση του ιδιότυπου θιάσου ότι η επόμενη παράσταση του πάρκου Στράτφορντ θα είναι κωμωδία! Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζονται οι Λέντλερ και Τζιανλόγκο τα πρωτότυπα έργα για να τα μεταπλάσουν σε κάτι νέο είναι ευφυέστατος και διόλου βλάσφημος προς αυτά. Ωστόσο, το ποσοστό της επέμβασής τους είναι ασυνήθιστα υψηλό για αντίστοιχες απόπειρες, σε βαθμό που ακόμα και η πλήρης άγνοια του πρωτοτύπου να μην είναι απαγορευτική για την κατανόηση και την απόλαυση των νέων έργων. Η επιλογή τους να αφηγηθούν δύο κλασικά και πασίγνωστα έργα θα μπορούσε να θεωρηθεί κοινότοπη και εκ του ασφαλούς. Ομως, η ανάθεση των ρόλων σε ζώα μόνο συνηθισμένη δεν είναι. Επιπλέον, τα ζώα δεν γίνονται απλώς πρωταγωνιστές αλλά υποδύονται τους σεξπιρικούς χαρακτήρες, δημιουργώντας έτσι τρία επίπεδα στο μετα-μυθοπλαστικό παιχνίδι που στήνεται αριστοτεχνικά: σε πρώτο επίπεδο ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με ένα κλασικό έργο που αποτελεί ούτως ή άλλως μυθοπλασία, σε δεύτερο επίπεδο η μυθοπλασία τροποποιείται ως προσαρμογή με πολλούς βαθμούς ελευθερίας στη μεταγραφή της σε κόμικς και σε τρίτο επίπεδο το πρωτότυπο παρουσιάζεται ως θεατρικό έργο στο οποίο πρωταγωνιστούν φανταστικά όντα - ηθοποιοί και όχι τα φανταστικά όντα του πρωτοτύπου. Αυτό το συνειδητά πολυεπίπεδο και οντολογικά συσκοτισμένο μπέρδεμα ανάμεσα στο πρωτότυπο, την αναπαράστασή του, την ιδιοποίησή του και την προσαρμογή του σε ένα νέο έργο τέχνης είναι και η πεμπτουσία μεγάλου μέρους της μεταμοντέρνας αφήγησης στα κόμικς, στον κινηματογράφο, στη λογοτεχνία. Ο «Μάκμπεθ» και το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» (εκδόσεις Polaris) είναι τα δύο πρώτα σεξπιρικά έργα που ανεβάζουν τα ζώα του πάρκου Στράτφορντ. Θα ακολουθήσουν και άλλα Οι προσαρμογές σε κόμικς κλασικών έργων του παρελθόντος αποκτούν νόημα στην εποχή μας όταν κρατούν αποστάσεις από τα πρωτότυπα. Ο πρόσφατος «Δον Κιχώτης» του Rob Davis, η «Μεταμόρφωση» του Κάφκα από τον Peter Kuper και τόσα άλλα σύγχρονα κόμικς «πάτησαν» σε κάτι γνωστό, αλλά δεν ισχυρίστηκαν ότι το «μεταφέρουν» ούτε αξίωσαν να αποτελέσουν την εικονογραφημένη εκδοχή του. Εγιναν νέα έργα με αυταξία και ενδιαφέρον, ανεξαρτήτως πρωτοτύπου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η καλή γνώση του πρωτοτύπου δεν τους προσθέτει βαρύτητα και σημασία. Στην περίπτωση των «Μάκμπεθ» και «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», και μόνο η ανοίκεια και απρόσμενη εκδοχή τους σε κόμικς με χιούμορ και με πρωταγωνιστές που φέρονται μερικώς σαν άνθρωποι αλλά διατηρούν και πολλά από τα ζωώδη χαρακτηριστικά τους είναι αρκετή για να τα κατατάξει στις ενδιαφέρουσες και ρηξικέλευθες ιδέες. Κάτι που δεν είναι και τόσο συχνό φαινόμενο των καιρών μας. Πηγή
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.