Search the Community
Showing results for tags 'Μπόστ'.
-
«Ό,τι ήταν ο Λεονάρντο ντα Βίντσι για την εποχή του, το ίδιο απάνω κάτω είναι και ο Μέντης Μποσταντζόγλου για τη σημερινή εποχή»: Αυτή τη βαρύγδουπη δήλωση είχε γράψει… ο ίδιος ο Μποστ αστειευόμενος στην εισαγωγή της πέμπτης έκδοσης του άλμπουμ του «Σκίτσα του Μποστ». Μια πρόταση που, μέσα στην πλάκα και στην υπερβολή της (δύο λέξεις κλειδιά για όλη του την εργογραφία), κρύβουν μια, τηρουμένων των αναλογιών, μεγάλη αλήθεια: Σκιτσογράφος, γελοιογράφος, ζωγράφος, διαφημιστής, διακοσμητής, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, στιχουργός, ευθυμογράφος, πεζογράφος, ο Μέντης Μποσταντζόγλου ήταν ένας από τους πλέον πολυπράγμονες, ευφυείς και αιχμηρούς χιουμορίστες του ελληνικού 20ού αιώνα και της ελληνικής Αριστεράς. Ο Μποστ στο γραφείο του με τον αγαπημένο του γάτο. Παραδοσιοκράτης και πρωτοπόρος, έπλασε ένα ολόδικό του γραπτό και σχεδιαστικό στιλ, που όμοιό του δεν πέρασε ξανά από το νεοελληνικό στερέωμα. Σαν σήμερα, 13 Δεκεμβρίου 1995, αποχαιρέτησε τα εγκόσμια. Οι Νησίδες δεν έχουν παρά να θυμηθούν στιγμές από το σπουδαίο πέρασμά του... Ένας μικρός χιουμορίστας… Ο Χρύσανθος Βοσταντζόγλου, που έμελλε να γίνει Μέντης και Μποστ, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 7 Νοεμβρίου 1918 από εύπορη αστική οικογένεια. Το 1922 μετακομίζει με την οικογένειά του στο Γαλάτσι της Ρουμανίας, και τέλος στην Αθήνα το 1926. Ξεκινάει να δημοσιεύει σκίτσα του από το 1933, στη γυμνασιακή εφημερίδα που εξέδιδε ο μεγαλύτερός του γυμνασιόπαις Αλέκος Σακελλάριος, υπογράφοντας πρώτη φορά ως «Μποστ». Ο μικρός Μέντης Μποσταντζόγλου Η αρχή όμως είχε γίνει από πολύ νωρίτερα: Όταν ήταν μόλις επτά ετών, ο μικρός Χρύσανθος αντιγράφει έναν ελέφαντα από το κουτί με τα χρώματά του, συνοδεύοντας τη ζωγραφιά του με τη λεζάντα, σε καλλιγραφικά, «Η έρημος Ζακχάρα», μπερδεύοντας την έρημο Σαχάρα με τη λέξη «ζάκχαρις». Παρουσιάζοντάς το, η οικογένειά του ξέσπασε σε γέλια. Πολλά παιδιά μπορεί να παρεξηγούνταν ή να απογοητεύονταν από μια τέτοια οικογενειακή υποδοχή. Εκείνος αντιθέτως το πήρε επάνω του. Κάπως έτσι γεννήθηκε το πρώτο καλλιγραφικό, παράλογο, λογοπαιγνιακό εικαστικό έργο του. Κάπως έτσι, ο Χρύσανθος ξεκίνησε για να γίνει ο Μποστ. Πολύγλωσσος, πολυδιαβασμένος αλλά μέτριος έως κακός μαθητής, εισάγεται το 1939 στη Σχολή Καλών Τεχνών, την οποία μετά το πρώτο εξάμηνο θα… παρατήσει. Σύμφωνα με τον ίδιο, βαρέθηκε να αντιγράφει ατελείωτα την προτομή του Αντήνορα με κάρβουνο. Μέσα στην Κατοχή ο Μποστ γίνεται ενεργό μέλος του ΕΑΜ, ξεκινώντας τα πρώτα του βήματα στον δρόμο της Αριστεράς, τον οποίο θα ακολουθούσε μέχρι το τέλος του. Σε έναν τοίχο της Αθήνας θα γράψει το πρώτο του ανορθόγραφο σύνθημα: «ΝΑ ΦΗΓΟΥΝ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ». Ο λόγος της ανορθογραφίας; Να φαίνεται πως είναι αίτημα του απλού, αμόρφωτου λαού. Η λογική της εκπροσώπησης του λαουτζίκου μέσω της ανορθογραφίας θα τον ακολουθήσει στη μετέπειτα πορεία του. Μέσα στα Δεκεμβριανά, γράφει πρωτοχρονιάτικα κάλαντα που τραγουδά στα νοσοκομεία του ΕΛΑΣ ο Γιώργος Σεβαστίκογλου με την κομπανία του – το πρώτο του ενήλικο στιχούργημα – ενώ το 1945 αυτοεκδίδει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Ο Άγιος Φανούριος, βοήθημα δια την κατανόησιν των Κινέζων κλασσικών του 20ού μ.Χ. αιώνος ήτοι των συγγραφέων Γκα-τσου και Βου-Σβου-Νι». Ο σατιρικός, λογοπαιγνιακός του λόγος βρίσκεται στα σπάργανα. ... ένας θεατρικός γελοιογράφος… Μέσα στον Εμφύλιο θα ξεκινήσει να βιοπορίζεται ως γελοιογράφος και εικονογράφος παιδικών περιοδικών και βιβλίων. Ενδιαφέρον προκαλούν και κάποιες γελοιογραφίες του οι οποίες, λόγω ανωτέρας βίας, σατιρίζουν και λοιδορούν τους αντάρτες στον Γράμμο και στο Βίτσι. Το 1948 παντρεύεται τη Μαρία Παπαγιαννακοπούλου, με την οποία αποκτούν τους δύο γιους του: τον εικαστικό και θεατρικό συγγραφέα Κώστα (1949-2021) και τον ηθοποιό Γιάννη Μποσταντζόγλου (1951). Στη δεκαετία του ’50, ο νεαρός πλέον οικογενειάρχης δουλεύει σε όποιο περιοδικό βρίσκει, κάνοντας τον διανομέα, φτιάχνοντας χάρτες, εικονογραφήσεις και κόμικς, με σημαντικό σταθμό την εικονογράφηση του κόμικς των Κλασικών Εικονογραφημένων «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» (σ.σ. Περισσότερα για αυτό στο Καρέ Καρέ). Η γραμμή του αρχίζει να πλάθεται και να παίρνει τη μορφή που όλοι γνωρίζουμε, με οδηγούς τον Θεόφιλο, τον Καραγκιόζη, την αγιογραφία, τη λαϊκή τέχνη. Εικονογραφήσεις του Μποστ για τα «Βιβλικά Χαμόγελα» του Νίκου Τσιφόρου. Η μεγάλη του ευκαιρία του δίνεται στο περιοδικό «Ταχυδρόμος», το 1957. Όταν ο γελοιογράφος Κώστας Μητρόπουλος αρρωσταίνει, ο Μποστ τον αντικαθιστά στις εικονογραφήσεις των σίριαλ – ευθυμογραφημάτων του Νίκου Τσιφόρου. Σύντομα, για το ευθυμογράφημα «Σταυροφορίες» ο Μποστ αρχίζει να φτιάχνει σκίτσα που ξεφεύγουν του θέματος του κειμένου και εκσφενδονίζουν σατιρικές επίκαιρες υπόνοιες. Παρά τον εκνευρισμό του Τσιφόρου, οι «Σταυροφορίες» του Μποστ συνεχίζουν να εκδίδονται και ο δημιουργός εισάγει τα χαρακτηριστικά που τον καταξίωσαν: ανορθόγραφο καθαρευουσιάνικο λόγο, διαλόγους σε συννεφάκια, ομοιοκαταληξίες και στίχους στο περίγραμμα κάθε σκίτσου, που διαβάζονται βουστροφηδόν. Είχε πλέον διαβεί τον Ρουβίκωνα· ήταν ένας πρωτοπόρος πολιτικός γελοιογράφος. Σταυροφορική γελοιογραφία του Μποστ από τον «Ταχυδρόμο». Το 1959 του παραχωρείται επίσημη δική του στήλη στο περιοδικό, το «Μποστάνι του Μποστ», στο οποίο έχει την ελευθερία να σατιρίσει ανεμπόδιστα και να εξελίξει το νέο του στιλ. Εκεί είναι που εμφανίζονται πρώτη φορά οι τρεις μεγάλοι του ήρωες: η ξερακιανή Μαμά Ελλάς και τα παιδιά της, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα. Οι τρεις αυτοί χαρακτήρες – σύμβολα της εξαθλιωμένης μεταπολεμικής Ελλάδας, ντυμένοι με κουρέλια και σαραβαλιασμένα εθνικά σύμβολα, ήταν οι σκωπτικοί παρατηρητές και ο χορός που σχολίαζε το δεξιό και δυτικόφιλο ελληνικό κράτος. Παράλληλα, η ανορθογραφία και τα λογοπαίγνια παίζουν τον δικό τους ρόλο, αποδομώντας και υπονομεύοντας την καθαρεύουσα (γλώσσα της εξουσίας) υπέρ της δημοτικής (γλώσσας του λαού). Η Μαμά Ελλάδα κι ο Πειναλέοντας περιμένουν να μπουν στην ΕΟΚ, στο σινεμά Υβόνη (λογοπαίγνιο με την πρωτεύουσα της Δυτικής Γερμανίας, Βόνη) και τον αντικαγκελάριο και υπουργό Οικονομικών της Δ. Γερμανίας, Λούντβιχ Έρχαρτ, στο ταμείο. Τριγύρω αφίσες με τίτλους ταινιών – λογοπαίγνια για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Θα έλεγε κανείς πως, από το 1959 που δημοσιεύτηκε η γελοιογραφία, έχουν μείνει πολλά ίδια στην Ε.Ε. Η γλωσσική αποδόμηση, μαζί με τον στίχο, την ομοιοκαταληξία, τον σταθερό θίασο και το ναΐφ σκίτσο που θύμιζε πιο πολύ θέατρο σκιών παρά οποιοδήποτε παλιότερο ή σύγχρονο γελοιογραφικό στιλ, δόμησαν την μποστική γελοιογραφία: μία αυτόφωτη, λαϊκή και σκηνική γελοιογραφία, ένα κωμικό θεατρικό σκετς σε σκίτσα. ... ένας γελοιογραφικός θεατράνθρωπος… «Το παράπονό μου με τον Μποστ είναι ότι ποτέ δεν μπόρεσα, στο ποδοσφαιρικό γήπεδο του χιούμορ, να τον μαρκάρω… Πάνω που έμαθα να εικονογραφώ όπως ο Μποστ, αυτός πέρασε στη γελοιογραφία. Μόλις ψιλόμαθα τη γελοιογραφία και είπα “του μπαίνω”, όρμησε στο ευθυμογράφημα. Εκεί που άρχισα να στρώνω γραπτά με κάποια πλάκα, μου βγήκε θεατρικός συγγραφέας. Και τη στιγμή που άρχισε να ωριμάζει μέσα μου το πρώτο μονόπρακτο, μου ξέφυγε στη ζωγραφική… », είχε πει ο Κώστας Μητρόπουλος, ο μεγάλος γελοιογράφος που «έδωσε» τη θέση του στον Μποστ πλάι στον Τσιφόρο, με το χαρακτηριστικό πλακατζίδικο ύφος του. Ο Μποστ με τον Μίκη Θεοδωράκη και το επιτελείο της «Όμορφης Πόλης», το 1962. Το 1961, ο Μποστ είναι ένας πολιτικός γελοιογράφος σε πλήρη ακμή. Συνεργάζεται με πλήθος εφημερίδων και περιοδικών ως σκιτσογράφος και ευθυμογράφος, ενώ τα δύο γελοιογραφικά άλμπουμ που εκδίδει («Σκίτσα του Μποστ» με εισαγωγή του Ηλία Πετρόπουλου και «Το λέφκομά μου») εξαντλούνται. Και τότε είναι που «ξεφεύγει», κατά τον Μητρόπουλο, από το γραφείο του σκιτσογράφου στο θεατρικό σανίδι. Καθοριστικός παράγοντας στη θεατρική του πορεία θα σταθεί ο Μίκης Θεοδωράκης, που θα γίνει ίνδαλμα για τον σκιτσογράφο και τον οποίο κωμικά (λόγω του ύψους του) θα τον αποκαλεί «Επιμήκη». Αρχικά, ο Μίκης μελοποιεί τους στίχους του Μποστ «Η Ρομβία» και «Η Νήσος των Αζορών» και το 1962 ανεβάζουν μαζί στο θέατρο Παρκ την επιθεώρηση «Όμορφη Πόλη». Η «Πόλη», το πρώτο και πιο πολιτικοποιημένο θεατρικό έργο του Μποστ, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι κατά το ήμισυ γραμμένο από τον ίδιο και ολόκληρο σε μουσική Θεοδωράκη, αλλά δεν σημειώνει επιτυχία. Η ατυχία τον ακολουθεί σε διάφορες πρωτοπόρες προσπάθειές του, όπως στο να ανοίξει δικό του θέατρο σκιών ή στην εισπρακτική αποτυχία της ταινίας «Το πιθάρι», όπου έγραψε το σενάριο. Την ίδια χρονιά, παρότι συνηθισμένος στη λογοκρισία και στις μηνύσεις (κυρίως από την Εκκλησία), έρχεται και η απόλυσή του από το περιοδικό «Εικόνες» λόγω του «ασεβούς» κειμένου του «Το αμάρτημα της μητρός μου» – μια ενδιαφέρουσα περίπτωση μεταπολεμικού cancel. Παρόλα αυτά σκηνογραφεί και σχεδιάζει κοστούμια για το θέατρο, ενώ το 1963 γράφει το πρώτο του μεγάλο έργο, τη «Φαύστα ή Η απωλεσθείς κόρη». ... ένας δημιουργός της Αριστεράς… Όταν, το 1963, ο Μποστ ρωτά τον διευθυντή του στην «Ελευθερία», Πάνο Κόκκα, γιατί λογοκρίνονται τα σκίτσα του, εκείνος του απαντά: «Εσύ γράφεις κομμουνιστικά. Να πας στην Αυγή!». Συμβουλή που… θα ακούσει! Από την ίδια χρονιά, ο Μποστ ξεκινά συνεργασία ως γελοιογράφος και ευθυμογράφος με την «Αυγή». Συμπίπτοντας χρονικά με τη δολοφονία του Λαμπράκη, η πολιτική του απόχρωση πλέον οξύνεται: τα σκίτσα και τα κείμενά του γίνονται ξεκάθαρα και χωρίς υπόνοιες Αριστερά, διατηρώντας όμως τη σπιρτάδα της πρότερης δουλειάς του, εκείνης που με ευρηματικότητα έπρεπε να καλύψει και να υπονοήσει τους πολιτικούς του προσανατολισμούς. Γελοιογραφία του Μποστ από την «Αυγή» για τη δολοφονία Λαμπράκη, με παρακρατική σχολή… οδήγησης τρίκυκλων. Παράλληλα, κατεβαίνει υποψήφιος βουλευτής με την ΕΔΑ (χωρίς να εκλεγεί) το 1963 και κατόπιν συνιδρύει, το 1964, τη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη. Ο πολιτικός αναβρασμός των χρόνων της Αποστασίας καθρεφτίζεται φλογερά στα έργα και στη δράση του δημιουργού. Η Μαμά Ελλάς, η Ανεργίτσα και ο Πειναλέων στηλιτεύουν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, το παλάτι, τους Αμερικάνους, και περιμένουν καλύτερες μέρες από την Ένωση Κέντρου του Γεώργιου Παπανδρέου. Η άνοδος της χούντας όμως, θα ανακόψει τις ανορθόγραφες δημιουργικές πτήσεις. Το κυνηγητό, η κακοποίηση της γυναίκας του και η κατάσχεση του γελοιογραφικού, του ζωγραφικού και του συγγραφικού του αρχείου από την Αστυνομία θα οδηγήσουν τον Μποστ σε μετριοπάθεια και σε «αποκήρυξη μετά βδελυγμίας του αντεθνικού κομμουνισμού» – έστω κι αν δεν το εννοούσε – στο αστυνομικό τμήμα όπου μετέβη ο ίδιος και κρατήθηκε για πέντε ημέρες. Με τη σύλληψη του γιου του, Γιάννη, σε αντιδικτατορικά επεισόδια και την καταδίκη του με αποκλεισμό από όλα τα Γυμνάσια, ο Μποστ θα αποστασιοποιηθεί από την πολιτική, μεταφορικά και κυριολεκτικά – μετακομίζει οικογενειακώς στο Μεταξοχώρι Λάρισας – για πέντε ολόκληρα χρόνια. Μόνο κατά τους τριγμούς της δικτατορίας, το 1972, θα προσπαθήσει να επιστρέψει με το ειρωνικό κείμενό του «Υπέρ δικτατορίας», στο πρώτο (και μοναδικό) τεύχος του «Αντί», και με το ανοιχτά σατιρικό θεατρικό του έργο «Εκλογές του Μποστ» το 1973, που θα σημειώσει επιτυχία στο κοινό και θα προκαλέσει οργή στους συνταγματάρχες. Το 1974, με την ολοκληρωτική της πτώση, θα επιστρέψει στην Αθήνα αλλά και στην τέχνη του, με νέες γελοιογραφικές και θεατρικές συνεργασίες, μπαίνοντας στη δεύτερη μεγάλη παραγωγική περίοδο της πορείας του. ... ένας καταξιωμένος πολυ-καλλιτέχνης… Στις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του, ο γκριζαρισμένος πια μυστακοφόρος Μποστ απολαμβάνει την αποδοχή ως καταξιωμένος και λαοφιλής δημιουργός. Παρόλα αυτά, δεν αναπαύεται στις δάφνες του. Συνεργάζεται με την «Πρωινή», την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» και τον «Ριζοσπάστη» μεταξύ άλλων, ως σκιτσογράφος, ενώ θεατρικά συνεργάζεται με το θέατρο «Στοά», τον Θανάση Παπαγεωργίου, τη Λήδα Πρωτοψάλτη και τον Λουκιανό Κηλαηδόνη. Στις νέες του γελοιογραφίες, η Μαμά Ελλάς έχει ραμμένες τις λέξεις «ΕΟΚ» στον χιτώνα της, ενώ η Ανεργίτσα και ο Πειναλέοντας απουσιάζουν, μια και, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν έχουν θέση σε μια εποχή που ο εργάτης έχει πλέον ψυγείο στο σπίτι του. Οι τρεις μεγάλοι ήρωες του Μποστ: η Μαμά Ελλάς, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα. Συγγραφικά, σε αυτή την τελευταία περίοδο της ζωής του δίνει και τρία από τα μεγαλύτερα και έως και σήμερα δημοφιλή του θεατρικά: τη «Μαρία Πενταγιώτισσα» (1982), τη «Μήδεια» (1993) και το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» (1995), κείμενα γεμάτα μποστική πρόζα, δεκαπεντασύλλαβο και σκωπτικό σατιρικό χιούμορ. Παράλληλα κάνει τις πρώτες του ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής με πίνακες που, όπως οι γελοιογραφίες του, εμπνέονται από την ελληνική ιστορία και τη λαϊκή παράδοση και τον σπρώχνουν εικαστικά ακόμα πιο κοντά στον Θεόφιλο, στον Κόντογλου και στα πορτραίτα του Φαγιούμ. Ο μοναδικός τομέας στον οποίο συστηματικά αποτυγχάνει είναι… η πολιτική. Κατεβαίνει υποψήφιος στις δημοτικές εκλογές του 1978 με τον συνδυασμό του Μίκη Θεοδωράκη και στις βουλευτικές του 1981 και του 1985 με το ΚΚΕ, αποτυγχάνοντας να εκλεγεί και τις τρεις φορές. Παράλληλα, βλέπει το μέτωπο της Αριστεράς που επιθυμούσε να παραμείνει ενωμένο μετά την πτώση της Χούντας, να διασπάται σε μικρότερα κόμματα. Γίνεται άλλος ένας απογοητευμένος παλιός Αριστερός, μέσα στα χρόνια του πασοκικού πάρτι... Η ζωή του τελειώνει μέσα στη δημιουργικότητα και στην αποδοχή, αφήνοντας την τελευταία του πνοή 77 ετών, την Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου του 1995. … που σήμερα θα έσπαγε πλάκα! «Ο Μποστ δεν έκανε γελοιογραφία! Έκανε επανάσταση! (…) Είναι σαν να εφηύρε ένα καινούργιο εμβόλιο! Ένα εμβόλιο που θα μας προστατεύει από τον ιό της κακογουστιάς για τουλάχιστον 1.000 χρόνια!», έγραφε ο γελοιογράφος ΚΥΡ το 1987. Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατο του Μποστ, πάντως, το εμβόλιό του δεν φαίνεται να έπιασε ιδιαίτερα τόπο, ενώ ο κόσμος που άφησε, μοιάζει να χειροτέρεψε κατά πολύ. Ο Μποστ «συλλαμβάνεται» από συναδέλφους του γελοιογράφους, ποζάροντας όπως ο πίνακας με τη σύλληψη του Αθανάσιου Διάκου πίσω τους. Από αριστερά, Λογό, ΚΥΡ, Μποστ, Κώστας Μητρόπουλος. Ο Μέντης θα είχε, σίγουρα, πολλά να πει για το σήμερα: για την άνοδο της Ακροδεξιάς, το νεοφασιστικό φαινόμενο Τραμπ, τη Γάζα, το μεταναστευτικό, το περιβάλλον, τον διάδοχο Μητσοτάκη και τις νεοφιλελεύθερες συμμορίες του, την τραγική αμηχανία της Αριστεράς. Η Μαμά Ελλάς του θα ήταν ρακένδυτη και κακομοίρα όπως παλιά, μόνο με μερικά αστραφτερά μπλε μπαλώματα στον χιτώνα της που θα έφεραν αστεράκια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ ο Πειναλέων κι η Ανεργίτσα θα τσακώνονταν για το ποιος θα πρωτοπαίξει στο τάμπλετ. Και σίγουρα, θα χρησιμοποιούσε όλο το πολυπρόσωπο και ανεπανάληπτο δημιουργικό του στιλ για να κατακεραυνώσει, να σατιρίσει και να καταδείξει τα στραβά της εποχής μας. Πάντα με το ιδιόρρυθμο μποστικό χιούμορ του. Και το σχετικό link...
-
- 1
-
-
- μέντης μποσταντζόγλου
- μποστ
-
(and 17 more)
Tagged with:
-
Διάβαζα το (εξαιρετικό) κείμενο του Περικλή Κουλιφέτη για τον Μποστ – αφιέρωμα για τα τριάντα χρόνια από τον θάνατό του. («Μα πώς έκανε σάτιρα σε τόσο σκοτεινούς καιρούς; Πώς άντεχε και μετασχημάτιζε το “υλικό;”», αναρωτιόμουν. Κι ακόμα και πριν και πάντα αναρωτιέμαι, όλο και συχνότερα είναι αλήθεια, πώς μπορούν, όσοι κάνουν σάτιρα, να βρίσκουν έμπνευση απ’ ό,τι υπερβαίνει τη λογική, άρα και την υπερβολή, άρα και τη σάτιρα). Διάβαζα το κείμενο ωστόσο με ανοιχτή τηλεόραση ακούγοντας ειδήσεις: «Στο 2,4% ανήλθε ο πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Νοέμβριο, αύξηση 0,4% σε σχέση με τον Οκτώβριο. Καταγράφονται ανατιμήσεις 20,7% στον καφέ και 13% στα κρέατα. Το κόστος ενοικίου τρέχει με 8,6%, αλλά το φυσικό αέριο τιμολογείται 12,4% χαμηλότερα. Ανατιμήσεις 6,3% καταγράφονται στο πακέτο διακοπών και 7,7 σε εστιατόρια-ζαχαροπλαστεία...». «Με πρόλαβε ο Κουλιφέτης», είπα λίγο αργότερα στη Λουίζα. Κι αναφερόμουν σ’ αυτήν την τελευταία του παράγραφο που θα συναντήσετε στις επόμενες σελίδες: «Ο Μέντης θα είχε, σίγουρα, πολλά να πει για το σήμερα [...] Η Μαμά Ελλάς του θα ήταν ρακένδυτη και κακομοίρα όπως παλιά, μόνο με μερικά αστραφτερά μπλε μπαλώματα στον χιτώνα της που θα έφεραν αστεράκια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ ο Πειναλέων κι η Ανεργίτσα θα τσακώνονταν για το ποιος θα πρωτοπαίξει στο τάμπλετ. Και σίγουρα, θα χρησιμοποιούσε όλο το πολυπρόσωπο και ανεπανάληπτο δημιουργικό του στιλ για να κατακεραυνώσει, να σατιρίσει και να καταδείξει τα στραβά της εποχής μας. Πάντα με το ιδιόρρυθμο μποστικό χιούμορ του». Να λοιπόν πώς το ιδιόρρυθμο μποστικό χιούμορ προέλεγε και το μέλλον (το απόσπασμα από κείμενο που είχε πρωτοδημοσιευτεί στην «Αυγή» Νοέμβριο του ’75, προέρχεται από το συνολικό «Καλειδοσκόπιο» του Μποστ, το οποίο είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις GUTENBERG): «Εκτός από τα τσιγάρα και αι φακαί από 14,50 αναθερμάνθηκαν εις την τιμήν των 22 δραχμών. Μετά από σήντομον πάλην που έκανα με τον εαφτόν Μου, προήλθον εις την σκληράν απόφασιν να κόψω ταις φακαίς. Αφτά τα πράγματα πρέπει να κόπτοντε με το μαχέρη, άλλως γίνοντε πάθος. Κατά την γνόμην Μου όμος, η άφξησις της φακής ήτο επιβεβλημένη εκ των πραγμάτων κε είνε δικεολογημένη διότη η φακή περιέχει σίδηρον κε εφόσον η τιμή του σιδήρου διεθνώς ανήλθεν, δεν επιτρέπετε εις ημάς να ροφώμεν δωρεάν κε προκλητικός τα κέρδη των σιδηροβιομηχάνων εις εποχάς βαρητάτων εισφορών του κλάδου». Και το σχετικό link...
-
Τριάντα χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου Μποστ, το Καρέ Καρέ θυμάται το πέρασμα του αιχμηρού καλλιτέχνη από την τέχνη των κόμικς, μέσα από τα δικά του λόγια. Το 1947, ο 29χρονος εικονογράφος Μέντης Μποσταντζόγλου αναζητά δουλειά σε παιδικά περιοδικά. Πρώτα στο «Ελληνόπουλο / Θησαυρός των Παιδιών» ζωγραφίζει εξώφυλλα και σύντομες ιστορίες, ενώ από τον σκιτσογράφο Θέμο Ανδρεόπουλο μυείται σε ένα είδος που ακόμα δεν είχε όνομα στην Ελλάδα: τα κόμικς. Από τότε και για όλη τη δεκαετία του ’50, ο Μποστ εικονογραφεί σενάρια ανωνύμων κόμικς σε συνέχειες, για δεξιά χριστιανικά περιοδικά («Παιδόπολις», «Η Ζωή του Παιδιού»), αναμφίβολα για βιοποριστικούς λόγους. Εξώφυλλο του 29χρονου Μποστ για τον «Θησαυρό των Παιδιών», 7.2.1948. Το 1953 όμως έρχεται μια μεγάλη ανάθεση: το κόμικς «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» σε κείμενο Ειρήνης Φωτεινού για τα Κλασικά Εικονογραφημένα. Ο Κωνσταντινουπολίτης Μποστ ξεχώριζε τον «Παλαιολόγο» ανάμεσα στα έργα του και είχε διηγηθεί τη δημιουργία του (Αρης Μαλανδράκης, «Η Λογοτεχνία στο Περίπτερο», Ελευθεροτυπία, 26/1/1992): «Σχεδιάζοντάς το, επιχείρησα διάφορα οπτικά κόλπα για να μην υπάρχει μεγάλη τυποποίηση στις σελίδες. Έβαλα, για παράδειγμα, κάποιες φιγούρες να ξεπερνούν τα όριά τους και να περνούν στο καρεδάκι της διπλανής εικόνας. (…) Η δουλειά ήταν επίπονη και κάθε σελίδα χρειαζόταν μια-δυο ημέρες για να τελειώσει. (…) Διάβαζα τους διαλόγους και αναρωτιόμουν τη μια στιγμή πώς πρέπει να είναι ο χωρικός και πώς ο ναύαρχος, λίγο πιο κάτω πώς θα είναι ντυμένοι οι στρατιώτες, τι εμφάνιση θα έχουν τα τείχη της Πόλης, τα πλεούμενα, τα όπλα και οι πολιορκητικές μηχανές κ.λ.π.. Για τα ρούχα ανέτρεξα στο Λεύκωμα Βυζαντινών Αυτοκρατόρων». Eξώφυλλο και καρέ του Κλασικού Εικονογραφημένου «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος». Αξιοσημείωτη είναι η συμβουλή που του έδωσε ο… Γιάννης Τσαρούχης: «(…) βλέποντάς με να παιδεύομαι με το κόμικς, μου λέει “Βάλε τους σαρίκια κι ας μην είναι Τούρκοι. Αρκεί να είναι πειστικοί…”». Συμβουλή που, μάλιστα, ακολούθησε! «Φόρεσα σε Έλληνες τη στολή του Δάντη Αλιγκέρι, άλλους τους έντυσα με ανατολίτικα ρούχα, σε άλλους φόρεσα φράγκικα καπέλα. Η επιμειξία Ελλήνων και Τούρκων είναι συνεχής, το ίδιο και οι επιδράσεις της Δύσης». Η ιστορία κυκλοφόρησε Μάιο του 1953 αλλά τα προβλήματα δεν είχαν τελειώσει: «Είχαμε συμφωνήσει με τον Πεχλιβανίδη την αμοιβή για το κόμικς (…) είχα υπολογίσει ότι θα μου απέδιδαν γύρω στις 25 λίρες και ήμαστε όλοι ευχαριστημένοι. Ξαφνικά, γίνεται η υποτίμηση του Μαρκεζίνη και χάνω τις μισές λίρες σε αξία (…) κι έτσι την πάτησα!». Όλες αυτές οι δυσκολίες μάλλον απέτρεψαν τον Μποστ από το να συνεχίσει στα Κλασικά Εικονογραφημένα – σύμφωνα με άλλους εικονογράφησε και τον «Βασίλειο Βουλγαροκτόνο» των Κλασικών, κάτι που δεν είναι επιβεβαιωμένο. Σε άλλη του συνέντευξη, αποτυπώνει τα τότε κραταιά στερεότυπα για το είδος («Ο Μποστ μιλάει στο Νέο Επίπεδο», 1990): «Κόμικς είναι, νομίζω, μικρές ιστορίες κωμικές που τελειώνουν σε 3, σε 4, σε 6 το πολύ κομματάκια, τα άλλα είναι απλώς εικονογραφήσεις… Η εικονογράφηση του Παλαιολόγου τίποτα το κωμικό δεν είχε. Δηλαδή τι; Σατίριζε την ιστορία της Άλωσης; Η λέξη κόμικ σημαίνει κάτι το κωμικό. Έτσι το καθιέρωσαν οι Αμερικάνοι». Φυσικά τα κόμικς πλέον είναι μια μεγάλη τέχνη που αγκαλιάζει και το «κωμικό» και την «Άλωση», ολόκληρο το νεανικό πέρασμα του μεγάλου δημιουργού από τα καρέ. Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
-
- μέντης μποσταντζόγλου
- ελληνόπουλο
- (and 7 more)
-
Άλλη μια έκδοση αυτού του πολύ ωραίου βιβλίου. Αυτή τη φορά είναι η 4η. Την πρώτη και δεύτερη (αυτο)έκδοση μπορείτε να τις βρείτε εδώ. Την τρίτη εδώ. Την πέμπτη (υποθέτω) εδώ. Δεν αναγράφεται χρονολογία έκδοσης. Πάντως ο ίδιος εκδοτικός οίκος κυκλοφόρησε κι άλλα βιβλία του Μποστ, όπως τη Φαύστα ή το Ημερολόγιο μιας χήρας, μέσα στη δεκαετία του '70. Επίσης, στο οπισθόφυλλο υπάρχει τυπωμένη η τιμή: 100 δραχμές. Μια σημαντική διαφορά, σε σχέση με την πρώτη τουλάχιστον έκδοση, είναι ότι εδώ απουσιάζει το κείμενο του Ηλία Πετροπουλου. Επιπλέον αυτή η έκδοση πρέπει να είναι ενισχυμένη, καθώς έχει περισσότερες σελίδες από τις υπόλοιπες. Όπως το βλέπω η συγκεκριμένη έκδοση πρέπει να περιέχει τα δύο πρώτα βιβλία του Μποστ, δηλαδή τα "Σκίτσα και Κείμενα" και "Το Λέφκομά μου". Τα σχέδια αυτής της ενότητας μπορείτε να τα δείτε εδώ (για να συγκρίνετε οι έχοντες). Τέλος, όσοι απαίδευτοι αναρωτιούνται ακόμη ποιος είναι αυτός ο Μποστ, μπορούν να ανατρέξουν σε αυτό το ωραίο αφιέρωμα του φόρουμ.
-
Ο Μποστ συνεργάστηκε για πρώτη φορά με την εφημερίδα της Αριστεράς Αυγή στα τέλη του 1963 δημοσιεύοντας την «Αληλογραφία με τον Κόστα» (Καραμανλή) και τις «Πρωινές σκέψεις». Σκίτσα του άρχισαν να δημοσιεύονται στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας από τις αρχές του 1964 έως το 1966. Η συνεργασία διεκόπη στα χρόνια της χούντας, αφού η εφημερίδα έκλεισε και συνεχίστηκε στη μεταδικτατορική περίοδο με το «Καλειδοσκόπιο»*. Το Ημερολόγιο περιέχει δέκα αδημοσίευτες γελοιογραφίες της πρώτης περιόδου συνεργασίας του καλλιτέχνη με την εφημερίδα και δύο από το «Λέφκομά μου», α΄ έκδοση, Αθήνα 1960. Οι γελοιογραφίες της Αυγής δεν έχουν περιληφθεί σε καμία συλλογή και είναι απαίτηση (και παράκληση προς την εφημερίδα) των φίλων του Μποστ να βγουν κάποτε σε βιβλίο. Στο εξώφυλλο, αλλά και σε πολλές εσωτερικές γελοιογραφίες, εμφανίζονται η Μαμά Ελλάς, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα εξαθλιωμένες αντιπροσωπευτικές φιγούρες εκείνης της εποχής, που όπως αποδεικνύεται από τα σημερινά γεγονότα, τις χαρακτηρίζει η διαχρονικότητα, μιας και η πολιτική ιστορία του τόπου διανύει κυκλική πορεία στο χρόνο. Την έκδοση συμπληρώνουν κείμενα των Νίκου Φίλη, διευθυντού της Αυγής, Νίκου Σαραντάκου, Στέφανου Χρυσοστομίδη, Τάσου Αναστασίου, Ανδρέα Πετρουλάκη, Βαγγέλη Χερουβείμ, Πέγκυς Κουνελάκη και του ιδίου του καλλιτέχνη. *θα παρουσιαστεί σύντομα vaios Αφιέρωμα εις τόν Μπόστ
-
Πρόκειται για τη δεύτερη συλλογή σκίτσων που κυκλοφόρησε ο Μέγας Μποστ. Ουσιαστικά είναι ένα χρονολόγιο της επικαιρότητας του 1960 με την ιδιότυπη ματιά του δημιουργού, όπως αποτυπώθηκε στις εφημερίδες με τις οποίες συνεργαζόταν. Το περιεχόμενο συμπεριλήφθηκε αργότερα στην ενισχυμένη έκδοση των “Σκίτσων του Μποστ”, ενώ τη δεκαετία του ’90 επανεκδόθηκε από τον Καστανιώτη σε μια έκδοση για την οποία δεν υπάρχει ακόμη παρουσίαση στο φόρουμ.
-
- 14
-
-
-
- 1960
- μεντης μποσταντζογλου
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
-
Δύο δίωρες εκπομπές για την πολιτική γελοιογραφία στη χώρα μας, γεμάτες με ξεχασμένες στιγμές της συγχρονης ιστορίας μας. Μέρος πρώτο: https://www.youtube.com/watch?v=rnYlmd_kqq0 Μέρος δεύτερο: https://www.youtube.com/watch?v=mABBS9t5Veg Στο πρώτο μέρος η εκπομπή ασχολείται κυρίως με τον Φωκίωνα Δημητριάδη και στο δεύτερο με τον Μπόστ. Γίνεται αναφορά και παρουσιάζονται και πολλές παλιές σατυρικές εφημερίδες ("ο νεος αριστοφάνης", "το άστυ", "ο βουρδουλας" κτλ.). Προσωπικά τις βρήκα πολύ ενδιαφέρουσες και γεμάτες απο ιστορικές πληροφορίες
-
- 11
-
-
- Πολιτική Γελοιογραφία
- Σάτιρα
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
-
- 8
-
-
- Μποστ
- γελοιογραφία
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια ανθολογία κειμένων του Μποστ. Όπως διαβάζουμε στο εσωτερικό του, τα κείμενα συνέλεξαν ο Γιάννης και ο Κώστας Βοσταντζόγλου, ο Μανόλης Σαββίδης και ο Φοίβος Σταυρίδης. Περιέχει 48 κείμενα, τα οποία πρωτοδημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Εικόνες, Δρόμοι της Ειρήνης και Εκλογή. Επίσης το κείμενο Το επάγγελμα της Μητρός μου, το οποίο πρωτοδημοσιεύτηκε στον τόμο Σκίτσα και Κέιμενα. Περισσότερα για τον Μποστ καθώς και εργογραφία θα βρείτε εδώ φυσικά.
-
Άλλο ένα μικρό βιβλίο του Μποστ. Πρόκειται για ένα «δοκίμιον διά έργον δύο εφχαρίστων ορών» (sic), δηλαδή για θεατρικό έργο. Η υπόθεση ακολουθεί τις συνήθεις ακροβασίες μεταξύ λογικής και παραδόξου, εμπλουτισμένη με στοιχεία πολιτικής σάτιρας. Και μια καρτούλα από παλιότερη παράσταση (ίσως να ήταν και η πρώτη) στη Θεσσαλονίκη. Περισσότερα για τον Μποστ, φυσικά εδώ, ΜΠΟΝΟΥΣ, ΑΣΧΕΤΟ ΜΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ, ΑΛΛΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟ ΑΝ ΚΑΙ ΦΤΙΑΓΜΕΝΟ ΤΟ '60
-
Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ Η ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙ Η εποχή του Δημητριάδη και του <<Θησαυρού>> Στην ελληνική μεταπολεμική γελοιογραφική σκηνή μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’50 κυριαρχούν οι πολιτικές γελοιογραφίες του Φωκ. Δημητριάδη και οι κοινωνικού περιεχομένου γελοιογραφίες που δημοσιεύονται στα λαϊκά περιοδικά, κυρίως στα περιοδικά <<Θησαυρός>> και <<Ρομάντζο>> . Είναι μια εποχή όπου ευδοκιμεί η εξωστρεφής γελοιογραφία. Τα θέματα πολιτικών και κοινωνικών γελοιογραφιών είναι κατ’ εξοχήν λαϊκότροπα, το χιούμορ που αποπνέουν εγγίζει περισσότερο την αισθητική του Καραγκιόζη, η λαϊκή σάτιρα εκφράζεται ποικιλοτρόπως με εμφανή και αισθητώς χοντροκομμένα συστατικά. Ακόμη και ο κορυφαίος Φ. Δημητριάδης δεν αποφεύγει τοιούτου είδους συστατικά, όπως είναι το παρδαλό κατσίκι, που συνοδεύει τις γελοιογραφίες του όταν σατιρίζει τον Κ.Τσαλδάρη ή η θρυλική – πάντως όχι αρκούντως πνευματώδης - κότα που συνοδεύει τον Κ.Τσάτσο. Άλλες εκφάνσεις αυτής της λαϊκίζουσας μορφής γελοιογραφίας είναι οι κοιλαράδες οπαδοί του κόμματος των βαρελοφρόνων, οι ευτραφείς διευθυντές που κρατούν στα γόνατά τους τις καλλίγραμμες γραμματείς, οι σύζυγοι που περιμένουν με τον κόπανο ανά χείρας τον μπερμπάντη σύζυγο, οι ερεθιστικές λουόμενες στις πλαζ, οι κακές πεθερές κλπ. Στα σκίτσα εκ του εξωτερικού που αναδημοσιεύονται στα ελληνικά περιοδικά επικρατούν ανάλογα θέματα με πρωταγωνιστές τους Γάλλους γελοιογράφους Albert Dubout, Peynet, Fortune κ.ά. Από τον Dubout φαίνεται να έχει επηρεαστεί, αρχικώς, ο Αρχέλαος, ο οποίος με τη σειρά του δημιούργησε σχολή με πλήθος γελοιογράφων να τον ακολουθούν. Ένας από εκείνους που, στα πρώτα σκίτσα του, είναι εμφανώς επηρεασμένος από τον Αρχέλαο είναι και ο Κ.Μητρόπουλος. Ο <<Ταχυδρόμος>> χτυπάει… Κάπου εκεί, στα τέλη της δεκαετίας του ’50 με αρχές της δεκαετίας του ’60, το περιοδικό <<Ο Ταχυδρόμος>> κάνει άνοιγμα προς τους Έλληνες γελοιογράφους και συγκεντρώνει μια πλειάδα ταλαντούχων δημιουργών, οι οποίοι δίνουν νέα τροπή στην ελληνική γελοιογραφία . Έχουν ήδη δημοσιευθεί σκίτσα του S.Steinberg, του ΒOSC και άλλων μοντέρνων ξένων γελοιογράφων, τα οποία κομίζουν μια νέα αίσθηση του χιούμορ προτείνοντας την αφαιρετικότητα στο σχέδιο και την απομάκρυνση από τον ακατάσχετο βερμπαλισμό και την χοντροκομμένη σάτιρα. ( Ο S. Steinberg , που πέθανε το 1999, ρουμάνικης καταγωγής, θεωρείται ο φιλόσοφος του γελοιογραφικού σκίτσου. Έλεγε ότι πρώτα έμαθε να σχεδιάζει και μετά να γράφει. Είναι παράξενο πόσο δραστικά η γελοιογραφία μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ερχόμαστε σε επαφή με τον κόσμο, τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούμε σε ποικίλες καταστάσεις. Από τις γελοιογραφίες εμποτιζόμαστε ανεπαισθήτως με μιαν άλλη αίσθηση για τη ζωή μέσα από το παιγνιώδες και συνάμα, πολλές φορές, διαβρωτικό χιούμορ που αυτές αποπνέουν.) Η τριπλέττα Κ.Μητρόπουλος, Μποστ, ΚΥΡ Στον Ταχυδρόμο ο Κ.Μητρόπουλος ενστερνίζεται τα διδάγματα της μοντέρνας γραφής των παραπάνω γελοιογράφων, αλλάζει ριζικά το στυλ του – οι γελοιογραφίες του που δημοσιεύονταν στην <<Αθλητική ηχώ>> πόρρω απέχουν από αυτές του Ταχυδρόμου - και δημιουργεί μια μεγάλη σειρά επιτυχημένων γελοιογραφιών έκτοτε, που έχουν δημοσιευθεί οι περισσότερες στις εφημερίδες <<Νέα>>, <<Βήμα>>, και στο περιοδικό <<Εποχές>>. Στον Ταχυδρόμο εμφανίζονται και δυο άλλοι ακόμη γελοιογράφοι που θα χαράξουν νέους δρόμους για την ελληνική γελοιογραφία. Ο Μποστ. (Μέντης Μποσταντζόγλου) και ο ΚΥΡ (Γιάννης Κυριακόπουλος). Ο πρώτος είναι ως τότε γνωστός σκιτσογράφος, έχει κάνει πλήθος εικονογραφήσεις και γελοιογραφίες επί σειρά ετών, αλλά μόλις το 1958 εικονογραφώντας τα <<Βιβλικά χαμόγελα>> και τις <<Σταυροφορίες>> του Νίκου Τσιφόρου, τολμά εκείνα τα ανορθόγραφα έμμετρα κείμενα, τα οποία συνοδεύουν τα «βυζαντινίζοντα» σκίτσα του. Η συνέχεια είναι καταιγιστική: <<Ταχυδρόμος>>, <<Ομάδα>>, <<Εκλογή>>, <<Αυγή>>, <<Αντί>> κ.α. γεμίζουν από τα ευφυή ευρήματά του και τα σκίτσα που τα συνοδεύουν. Ο Μποστ ανυψώνει την λαϊκή εικονογράφηση μέσω της γλώσσας χρησιμοποιώντας μια εφευρετική, χαριτωμένη, παιγνιώδη και ανορθόγραφη, αλλά βαθυστόχαστη, γραφή. Ο ΚΥΡ εισήγαγε τη γραμμή και το πνεύμα του Steinberg με χαρισματικό τρόπο στον χώρο της ελληνικής γελοιογραφίας. Δεν μιμείται, δεν αντιγράφει, απλώς μεταφέρει στα καθ’ ημάς με άφθονη δόση ταλέντου και ανεξάντλητη επινοητικότητα το νέο πνεύμα του γελοιογραφικού σκίτσου το οποίο ξεπερνά τα στενά τοπικά όρια και αποκτά παγκόσμια ισχύ. Στις γελοιογραφίες του ΚΥΡ υποβόσκει το στοιχείο εκείνο το οποίο δημιουργεί το ξάφνισμα και το, εν συνεχεία, ξέσπασμα του γέλιου ή την ιλαρότητα που δημιουργεί τούτο το ξάφνισμα. Ο ΚΥΡ είναι ο κατ’ εξοχήν ανατρεπτικός Έλληνας γελοιογράφος. Κλασσικές έχουν μείνει οι γελοιογραφίες <<μαύρου χιούμορ>>, τις οποίες έκανε στα πρώτα του βήματα στον <<Ταχυδρόμο>>. Και πάντοτε φαίνεται ότι γνωρίζει καλώς και τηρεί την αρχή πως κάνω χιούμορ σημαίνει κατά πρώτον ότι σατιρίζω τον εαυτό μου με οποιαδήποτε ιδιότητα κι αν τον θεωρώ – ως άνθρωπο, ως πολίτη, ως κάτοικο μιας χώρας κλπ. Σήμερα, ο ΚΥΡ έχει γίνει ένας θιασάρχης που διακινεί τον θίασό του από ανθρωπάκια – ένας Γαΐτης της γελοιογραφίας – τα οποία διαλέγονται και αποφθέγγονται με ευφρόσυνη διάθεση και έξυπνες ατάκες, αντικριστά το ένα με το άλλο σαν τις φιγούρες του Καραγκιόζη – ενός Καραγκιόζη όμως που υπερβαίνει τα όρια της απλοϊκής λαϊκής σάτιρας. Οι άλλοι του <<Ταχυδρόμου>> Ακολουθεί μια πλειάδα προικισμένων γελοιογράφων που δημοσιεύουν στον <<Ταχυδρόμο>> κομίζοντας έναν καινούργιο χιουμοριστικό άνεμο, ξεπερνώντας κατά πολύ το λαϊκίζον πνεύμα και απλοποιώντας τη γραμμή και τη μορφή του σκίτσου χωρίς τούτο να γίνεται λιγότερο γελαστικό. Στην ποιοτική αυτή άνθηση της ελληνικής γελοιογραφίας μέσω του <<Ταχυδρόμου>> μεγάλο ρόλο ασφαλώς έπαιξε και η συντακτική ομάδα του περιοδικού, εκείνοι δηλαδή που έκαναν την επιλογή τών προς δημοσίευση γελοιογραφιών, προφανώς άνθρωποι ευρείας αντιλήψεως που έχουν κατανοήσει την αξία και τη σημασία του χιούμορ. (Να σκεφτεί ακόμη κανείς ότι την εποχή εκείνη υπήρχαν εφημερίδες και περιοδικά τα οποία απέφευγαν τα σκίτσα ως να επρόκειτο για τατουάζ στο σώμα τους.) Στον <<Ταχυδρόμο>> βλέπουμε να δημοσιεύουν γελοιογραφίες (η σειρά είναι αλφαβητική) : η Βαφία Άννα , ο Καλαμάρας Αντώνης, ο Κυριακούλης Αντώνης, ο Κυριτσόπουλος Αλέξης, ο Λογοθέτης Γιάννης (ΛΟΓΟ), ο Μαρουλάκης Νίκος, ο Παναγιωτάκης Γιώργος, ο Παπαναγόπουλος Παν. , ο Σκουλάκης Δήμος (Dimos), ο Σταματάκης Δημήτρης, ο Τσέλιος και άλλοι. Εδώ, πρέπει να αναφερθεί και ο Γιάννης Καλαϊτζής, ο οποίος έκανε μερικά σκίτσα και στον <<Ταχυδρόμο>>, είχε όμως ουσιαστικά ξεκινήσει την γελοιογραφική του καριέρα από την <<Πανσπουδαστική>> και δημοσίευε γελοιογραφίες στην <<Αυγή>>, στη <<Δημοκρατική Αλλαγή>> και στο περιοδικό <<Δρόμοι Ειρήνης>>. Ο Καλαϊτζής έγινε ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των γελοιογράφων του <<Ταχυδρόμου>> και εκείνων που ξεκίνησαν από το <<Αντί>>. (Καίτοι δεν υπάρχουν σαφή διαχωριστικά όρια θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι η πλειοψηφία των γελοιογράφων του <<Ταχυδρόμου>> ακολουθεί την κοινωνική ή την κοινωνικοπολική καλούμενη γελοιογραφία ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των γελοιογράφων του <<Αντί>> δημιουργεί σαφώς πολιτικές γελοιογραφίες.) Η Άννα Βαφία με την εξόχως λεπταίσθητη γραμμή της και το εξίσου λεπτό χιούμορ εξαφανίστηκε από το προσκήνιο. Ο Αντώνης Καλαμάρας δεν υπάρχει στη ζωή, έδωσε όμως πολλαπλά δείγματα μιας ιδιαίτερα χαρακτηριστικής γραμμής στο σκίτσο του και δημοσίευσε πάντοτε επιτυχημένες και γελαστικές γελοιογραφίες. Έκανε πολλές γελοιογραφίες κοινωνικού περιεχομένου σε άλμπουμ και περιοδικά και επίσης πολλές πολιτικές στις εφημερίδες <<Μεσημβρινή>>, <<Ελευθεροτυπία>>, <<Εξόρμηση>> και <<Καθημερινή>>. Ο Αντώνης Κυριακούλης εγκατέλειψε σχεδόν την γελοιογραφία και διακρίθηκε σε άλλους παραπλήσιους εικαστικούς τομείς , όπως είναι η σκηνογραφία κ.ά. Ο Αλέξης Κυριτσόπουλος μπορεί να πει κανείς ότι στο σκίτσο πλησίασε περισσότερο την απλοποιημένη γραμμή του James Thurber, έκανε αρκετές έξυπνες αφαιρετικές γελοιογραφίες χωρίς λόγια και, αργότερα, ασχολήθηκε με την ζωγραφική και την εικονογράφηση (εξώφυλλα βιβλίων της <<Εστίας>>, δίσκων του Σαββόπουλου) . Ο Γιάννης Λογοθέτης (ΛΟΓΟ) δημοσίευσε σκίτσα με υπεραπλουστευμένη γραμμή – φαίνονται και σ’ αυτόν οι αντιλήψεις περί σκίτσου του S.Steinberg. Στο σκίτσο του ΛΟΓΟ όμως οι οξείες γωνίες αντικαθίστανται από καμπύλες και καθώς περνά ο καιρός, συνεχώς πλησιάζει να συγγενεύει με τον Sine παρά με τον Steinberg. Ακόμη οι φιγούρες του ΛΟΓΟ θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ότι είναι οι καλλιεργημένοι απόγονοι εκείνων του Σταμ. Πολενάκη. Ο Νίκος Μαρουλάκης δημοσίευσε πολλές γελοιογραφίες κοινωνικού περιεχομένου κατά προτίμηση χωρίς λόγια. Η γραμμή του είναι λιτή, αλλά σε όλες τις γελοιογραφίες του περισσεύει το υψηλού επιπέδου χιούμορ. Δημοσίευσε το πρωτότυπο λεύκωμα <<γυρίστε σελίδα, παρακαλώ>> και επίσης ένα λεύκωμα με γελοιογραφίες του που δημοσιεύθηκαν σε διάφορα ευρωπαϊκά έντυπα και στο περιοδικό <<Αντί>>. Έζησε για χρόνια στη Γερμανία και όταν επέστρεψε στην Ελλάδα έκανε πολιτικές γελοιογραφίες στην εφημερίδα <<Παρόν>> και ασχολήθηκε με την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων. Ακόμη δημοσίευσε και μια σειρά κόμικ με θέμα τους μεγάλους εξερευνητές και εφευρέτες στο ένθετο <<Ερευνητές>> της <<Καθημερινής>>. Ο Δήμος Σκουλάκης (Dimos) συνέχισε να κάνει γελοιογραφίες μέχρι την δεκαετία του 80 στον <<Ταχυδρόμο>> και στην <<Εξόρμηση>> , ενώ παράλληλα διακρίθηκε στην ζωγραφική, την οποία υπηρετεί με επιτυχία ως τα σήμερα. Τα σκίτσα του, τα οποία διέκρινε η σταθερότητα της γραμμής, απέφευγαν τα πολλά λόγια και ήσαν οξείς επικριτές του κατεστημένου. Ο Δημήτρης Σταματάκης πέθανε νωρίς πολύ νέος. Πρόλαβε να εκδώσει ένα μικρό λεύκωμα με γελοιογραφίες μαύρου χιούμορ. Η σχολή του <<Αντί>>: Το ντουέτο Ιωάννου, Καλαϊτζής Η ομάδα των γελοιογράφων του περιοδικού «ΑΝΤΙ» εμφανίζεται ορμητικά μετά την μεταπολίτευση και εγκαινιάζει, όπως έχει δηλώσει και ο Γιάννης Καλαϊτζής σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Βαβέλ», την νέα ελληνική γελοιογραφία, κατ’ αντιστοιχία με τον νέο ελληνικό κινηματογράφο. Στην ομάδα αυτή πρωτοστατούν ο Γιάννης Ιωάννου και ο Γιάννης Καλαϊτζής. Και οι δυο δίνουν βάθος πεδίου στα σκίτσα τους, σχεδόν ποτέ δεν κάνουν γελοιογραφίες χωρίς λόγια, κάθε άλλο μάλιστα. Κάνουν γελοιογραφίες και κόμικ με ξέφρενους ρυθμούς, ο μεν Καλαϊτζής είναι περισσότερο υπερβατικός, το χιούμορ του εγγίζει την σφαίρα του παραλόγου, ο δε Ιωάννου είναι πιο προσγειωμένος. Όχι μόνο στο πνεύμα των γελοιογραφιών τους, αλλά ακόμη και στην γραμμή του σχεδίου τους. Ο Ιωάννου δημιούργησε σχολή και πολλοί νέοι γελοιογράφοι έκτοτε επηρεάστηκαν και από το σκίτσο του και από τις ιδέες του. Εκτός από το «Αντί» δημοσίευσε στο «Ποντίκι» για να καταλήξει στο «ΕΘΝΟΣ». Έχει εκδώσει ολόκληρη σειρά από γελοιογραφικά λευκώματα. Ο Καλαϊτζής συνεχίζει στην «Ελευθεροτυπία», ενώ ενδιαμέσως έχει εκδώσει τρία βιβλία με κόμικ : «Τσιγγάνικη ορχήστρα» , «Μαύρο είδωλο της Αφροδίτης» και «Τυφών». Αυτό το τελευταίο ο κριτικός της λογοτεχνίας Δ.Κούρτροβικ το συγκαταλέγει στη λογοτεχνική σοδειά του 1997 μαζί με την «Μικρά Αγγλία>> της Ιωάννας Καρυστιάνη και την «Συκοφαντία του αίματος» του Βασίλη Μπούτου.(Εφημ.ΝΕΑ). Οι άλλοι Στο «Αντί» στα τέλη της δεκαετίας του ’70 δημοσιεύουν επίσης σκίτσα και οι Γήσης Παπαγεωργίου , Γρηγόρης (Εμμανουήλ). Ο Παπαγεωργίου ειδικεύεται κυρίως στα γελοιογραφικά πορτραίτα με τα οποία συνέχισε αργότερα στην «Ελευθεροτυπία». Με δική του επιμέλεια εκδόθηκε από τις εκδόσεις ΑΣΤΡΑΙΑ ο τόμος : ΕΛΛΗΝΕΣ ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΟΙ του 20ου αιώνα 1901- 1999. Ενας άλλος σκιτσογράφος που δημοσιεύει στο «Αντί» μετά την μεταπολίτευση και κρατά επιμελώς την ανωνυμία του – μία φορά υπογράφει ένα σκίτσο με τη λέξη <<Ανώνυμος>> - είναι ο Δ.Κρανιώτης. Τα σκίτσα του Κρανιώτη, προπομποί των σκίτσων του Δημήτρη Χαντζόπουλου, που κάνει κι αυτός τα πρώτα του βήματα από το περιοδικό «Αντί», είναι ανθρωπάκια χωρίς χέρια που σχεδιάζονται μόνο με το περίγραμμα τους με μονοκονδυλιές και συνομιλούν σαν να έχουν μέσα τους ταινίες μαγνητοφώνου. Ο Δημήτρης Χαντζόπουλος, ο οποίος κάνει την εμφάνισή του στο «Αντί» το 1980 και συνεχίζει μέχρι σήμερα στα «ΝΕΑ» σχεδιάζει επίπεδα ανθρωπάκια με παχιές γραμμές και μονοκονδυλιές. Ο Χαντζόπουλος εισάγει έναν εξόχως εγκεφαλικό τρόπο στην παρουσίαση των χιουμοριστικών του θεμάτων. Προσωποποιεί εν αφθονία τα αντικείμενα και τα σκίτσα του βρίθουν από ανατροπές πραγματολογικές και εννοιολογικές. Στα περισσότερα εμφιλοχωρεί το στοιχείο της έκπληξης, ένα είδος ξαφνίσματος το οποίο περισσότερο εντυπωσιάζει παρά δημιουργεί γελαστική διάθεση. Χρησιμοποιεί ακόμη εν πολλοίς τα λογοπαίγνια. Την δεκαετία του ’80 δημοσιεύουν σκίτσα στο «Αντί» και οι: Γ.Σ. (Γιώργος Σεργάκης), Νίκος Σιδέρης – δημοσίευσε γελοιογραφίες και στην εφημερίδα <<ΝΕΑ>> , αλλά πέθανε νεώτατος- , Γ.Ματορίκος, Σόνια Μητραλιά, Ιοσίφ κ.ά. Ίσως στο «Αντί» (τ.258, 13/4/1984) να έχει δημοσιευτεί και η πλέον πρωτότυπη ελληνική γελοιογραφία. Την σκιτσάρουν και την υπογράφουν δύο γελοιογράφοι: ο Γ.Σ.(Γ. Σεργάκης) και ο Δ. Χαντζόπουλος. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 δημοσιεύονται στο «Αντί» γελοιογραφίες του Γ.Ματορίκου και αργότερα από το 1990 γελοιογραφούν οι Γ.Φιλδισάκος και Χ.Παπανίκος. Την δεκαετία του 1990 και μέχρι τα σήμερα εμφανίζονται από τις σελίδες του περιοδικού οι γελοιογράφοι: Κώστας Κουφογιώργος, Ανδρέας Πετρουλάκης και Τάσος Αναστασίου. Και οι τρεις δημοσιεύουν πολιτικές γελοιογραφίες με μακροσκελείς, συνήθως, διαλόγους. Ο Αναστασίου τελευταίως κάνει γελοιογραφίες και στα <<ΝΕΑ>>, ο Πετρουλάκης στην <<Καθημερινή>> , ο Κουφογιώργος στην <<Εποχή>>. Η ιστορία, αν ποτέ γραφτεί… Σήμερα, η σχολή της γενιάς του <<Ταχυδρόμου>> τείνει να ξεπεραστεί, χωρίς να μπορεί να αποφανθεί κανείς ότι τούτο είναι και θετικό βήμα προόδου. Υπάρχει η τάση της πλημμυρίδας του σκίτσου από φούσκες και φουσκίτσες με λόγια και διαλόγους. Ούτε τα έξυπνα πολιτικά βέλη της σχολής του «Αντί» εκτοξεύονται. Πολλές φορές δεν χρειάζεται να κοιτάξει κανείς το σκίτσο – αν τούτο φαίνεται – για να εννοήσει την γελοιογραφία, τα λόγια υποκαθιστούν τη οποιαδήποτε γελαστικότητα του θέματος. Υπάρχει κι εδώ η επίδραση του Altan, του Volinski ή του Plantu. Η ιστορία, αν ποτέ γραφτεί κάποια τεκμηριωμένη ιστορία της ελληνικής γελοιογραφίας, θα δείξει. Δημοσιεύθηκε στον τόμο ΜΔ’ ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ της εφημερίδας «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» με τίτλο: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΑ , ΔΥΟ ΑΙΩΝΕΣ ΣΑΤΙΡΑΣ. Από εδώ
-
- 8
-
-
- Ταχυδρόμος
- Αντί
-
(and 6 more)
Tagged with:
-
Με την εφημερίδα Τα Νέα την περίοδο της αλλαγής του χρόνου 2003-2004 υπήρχε μαζί και ένα ένθετο ημερολόγιο για τους αναγνώστες.. Ένα ημερολόγιο με έργα του Μπόστ.. Και οι εσωτερικές σελίδες με τους μήνες... (να με συγχωρήσετε για τα scans εαν είναι μερικές φορές στραβά, αλλά δεν ήθελα να σπάσω το ημερολόγιο...) Αφιέρωμα εις τόν Μπόστ
-
-
- 2
-
-
- Κλασσικά Εικονογραφημένα
- Βασίλης Ρώτας
- (and 3 more)