Jump to content

Search the Community

Showing results for tags 'Μέντης Μποσταντζόγλου'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΝΕΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΓΝΩΡΙΜΙΑ - ΒΟΗΘΕΙΑ
    • ΝΕΑ
  • ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
    • ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
    • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ
  • ΧΑΛΑΡΩΜΑ
    • ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
    • ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ
    • ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Διάφορα
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Ντόναλντ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Super Μίκυ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Κόμιξ
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μίκυ Μάους
  • ΝΤΙΣΝΕΥ's Μπλα μπλα
  • VINTAGE's Συζήτηση
  • VIDEO GAMES's Γεν. Συζήτηση για Video Games

Blogs

  • Γερμανίκεια
  • Ιστορική/ φιλολογική γωνιά
  • Περί ανέμων και υδάτων
  • Dhampyr Diaries
  • Σκόρπιες Σκέψεις
  • The Unstable Geek
  • Κομικσόκοσμος
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΠΡΑΜΑΤΑ ή Η ΑΧΡΗΣΤΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
  • Valt's blog
  • I don't know karate, but i know ka-razy!
  • Comics, Drugs and Brocc 'n' roll
  • Film
  • Θέμα ελεύθερο
  • Vet in madness
  • GCF about comics
  • Dr Paingiver's blog

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


Member Title


MSN


Website URL


Yahoo


Skype


City


Profession


Interests

Found 5 results

  1. «Ό,τι ήταν ο Λεονάρντο ντα Βίντσι για την εποχή του, το ίδιο απάνω κάτω είναι και ο Μέντης Μποσταντζόγλου για τη σημερινή εποχή»: Αυτή τη βαρύγδουπη δήλωση είχε γράψει… ο ίδιος ο Μποστ αστειευόμενος στην εισαγωγή της πέμπτης έκδοσης του άλμπουμ του «Σκίτσα του Μποστ». Μια πρόταση που, μέσα στην πλάκα και στην υπερβολή της (δύο λέξεις κλειδιά για όλη του την εργογραφία), κρύβουν μια, τηρουμένων των αναλογιών, μεγάλη αλήθεια: Σκιτσογράφος, γελοιογράφος, ζωγράφος, διαφημιστής, διακοσμητής, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, στιχουργός, ευθυμογράφος, πεζογράφος, ο Μέντης Μποσταντζόγλου ήταν ένας από τους πλέον πολυπράγμονες, ευφυείς και αιχμηρούς χιουμορίστες του ελληνικού 20ού αιώνα και της ελληνικής Αριστεράς. Ο Μποστ στο γραφείο του με τον αγαπημένο του γάτο. Παραδοσιοκράτης και πρωτοπόρος, έπλασε ένα ολόδικό του γραπτό και σχεδιαστικό στιλ, που όμοιό του δεν πέρασε ξανά από το νεοελληνικό στερέωμα. Σαν σήμερα, 13 Δεκεμβρίου 1995, αποχαιρέτησε τα εγκόσμια. Οι Νησίδες δεν έχουν παρά να θυμηθούν στιγμές από το σπουδαίο πέρασμά του... Ένας μικρός χιουμορίστας… Ο Χρύσανθος Βοσταντζόγλου, που έμελλε να γίνει Μέντης και Μποστ, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 7 Νοεμβρίου 1918 από εύπορη αστική οικογένεια. Το 1922 μετακομίζει με την οικογένειά του στο Γαλάτσι της Ρουμανίας, και τέλος στην Αθήνα το 1926. Ξεκινάει να δημοσιεύει σκίτσα του από το 1933, στη γυμνασιακή εφημερίδα που εξέδιδε ο μεγαλύτερός του γυμνασιόπαις Αλέκος Σακελλάριος, υπογράφοντας πρώτη φορά ως «Μποστ». Ο μικρός Μέντης Μποσταντζόγλου Η αρχή όμως είχε γίνει από πολύ νωρίτερα: Όταν ήταν μόλις επτά ετών, ο μικρός Χρύσανθος αντιγράφει έναν ελέφαντα από το κουτί με τα χρώματά του, συνοδεύοντας τη ζωγραφιά του με τη λεζάντα, σε καλλιγραφικά, «Η έρημος Ζακχάρα», μπερδεύοντας την έρημο Σαχάρα με τη λέξη «ζάκχαρις». Παρουσιάζοντάς το, η οικογένειά του ξέσπασε σε γέλια. Πολλά παιδιά μπορεί να παρεξηγούνταν ή να απογοητεύονταν από μια τέτοια οικογενειακή υποδοχή. Εκείνος αντιθέτως το πήρε επάνω του. Κάπως έτσι γεννήθηκε το πρώτο καλλιγραφικό, παράλογο, λογοπαιγνιακό εικαστικό έργο του. Κάπως έτσι, ο Χρύσανθος ξεκίνησε για να γίνει ο Μποστ. Πολύγλωσσος, πολυδιαβασμένος αλλά μέτριος έως κακός μαθητής, εισάγεται το 1939 στη Σχολή Καλών Τεχνών, την οποία μετά το πρώτο εξάμηνο θα… παρατήσει. Σύμφωνα με τον ίδιο, βαρέθηκε να αντιγράφει ατελείωτα την προτομή του Αντήνορα με κάρβουνο. Μέσα στην Κατοχή ο Μποστ γίνεται ενεργό μέλος του ΕΑΜ, ξεκινώντας τα πρώτα του βήματα στον δρόμο της Αριστεράς, τον οποίο θα ακολουθούσε μέχρι το τέλος του. Σε έναν τοίχο της Αθήνας θα γράψει το πρώτο του ανορθόγραφο σύνθημα: «ΝΑ ΦΗΓΟΥΝ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ». Ο λόγος της ανορθογραφίας; Να φαίνεται πως είναι αίτημα του απλού, αμόρφωτου λαού. Η λογική της εκπροσώπησης του λαουτζίκου μέσω της ανορθογραφίας θα τον ακολουθήσει στη μετέπειτα πορεία του. Μέσα στα Δεκεμβριανά, γράφει πρωτοχρονιάτικα κάλαντα που τραγουδά στα νοσοκομεία του ΕΛΑΣ ο Γιώργος Σεβαστίκογλου με την κομπανία του – το πρώτο του ενήλικο στιχούργημα – ενώ το 1945 αυτοεκδίδει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Ο Άγιος Φανούριος, βοήθημα δια την κατανόησιν των Κινέζων κλασσικών του 20ού μ.Χ. αιώνος ήτοι των συγγραφέων Γκα-τσου και Βου-Σβου-Νι». Ο σατιρικός, λογοπαιγνιακός του λόγος βρίσκεται στα σπάργανα. ... ένας θεατρικός γελοιογράφος… Μέσα στον Εμφύλιο θα ξεκινήσει να βιοπορίζεται ως γελοιογράφος και εικονογράφος παιδικών περιοδικών και βιβλίων. Ενδιαφέρον προκαλούν και κάποιες γελοιογραφίες του οι οποίες, λόγω ανωτέρας βίας, σατιρίζουν και λοιδορούν τους αντάρτες στον Γράμμο και στο Βίτσι. Το 1948 παντρεύεται τη Μαρία Παπαγιαννακοπούλου, με την οποία αποκτούν τους δύο γιους του: τον εικαστικό και θεατρικό συγγραφέα Κώστα (1949-2021) και τον ηθοποιό Γιάννη Μποσταντζόγλου (1951). Στη δεκαετία του ’50, ο νεαρός πλέον οικογενειάρχης δουλεύει σε όποιο περιοδικό βρίσκει, κάνοντας τον διανομέα, φτιάχνοντας χάρτες, εικονογραφήσεις και κόμικς, με σημαντικό σταθμό την εικονογράφηση του κόμικς των Κλασικών Εικονογραφημένων «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» (σ.σ. Περισσότερα για αυτό στο Καρέ Καρέ). Η γραμμή του αρχίζει να πλάθεται και να παίρνει τη μορφή που όλοι γνωρίζουμε, με οδηγούς τον Θεόφιλο, τον Καραγκιόζη, την αγιογραφία, τη λαϊκή τέχνη. Εικονογραφήσεις του Μποστ για τα «Βιβλικά Χαμόγελα» του Νίκου Τσιφόρου. Η μεγάλη του ευκαιρία του δίνεται στο περιοδικό «Ταχυδρόμος», το 1957. Όταν ο γελοιογράφος Κώστας Μητρόπουλος αρρωσταίνει, ο Μποστ τον αντικαθιστά στις εικονογραφήσεις των σίριαλ – ευθυμογραφημάτων του Νίκου Τσιφόρου. Σύντομα, για το ευθυμογράφημα «Σταυροφορίες» ο Μποστ αρχίζει να φτιάχνει σκίτσα που ξεφεύγουν του θέματος του κειμένου και εκσφενδονίζουν σατιρικές επίκαιρες υπόνοιες. Παρά τον εκνευρισμό του Τσιφόρου, οι «Σταυροφορίες» του Μποστ συνεχίζουν να εκδίδονται και ο δημιουργός εισάγει τα χαρακτηριστικά που τον καταξίωσαν: ανορθόγραφο καθαρευουσιάνικο λόγο, διαλόγους σε συννεφάκια, ομοιοκαταληξίες και στίχους στο περίγραμμα κάθε σκίτσου, που διαβάζονται βουστροφηδόν. Είχε πλέον διαβεί τον Ρουβίκωνα· ήταν ένας πρωτοπόρος πολιτικός γελοιογράφος. Σταυροφορική γελοιογραφία του Μποστ από τον «Ταχυδρόμο». Το 1959 του παραχωρείται επίσημη δική του στήλη στο περιοδικό, το «Μποστάνι του Μποστ», στο οποίο έχει την ελευθερία να σατιρίσει ανεμπόδιστα και να εξελίξει το νέο του στιλ. Εκεί είναι που εμφανίζονται πρώτη φορά οι τρεις μεγάλοι του ήρωες: η ξερακιανή Μαμά Ελλάς και τα παιδιά της, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα. Οι τρεις αυτοί χαρακτήρες – σύμβολα της εξαθλιωμένης μεταπολεμικής Ελλάδας, ντυμένοι με κουρέλια και σαραβαλιασμένα εθνικά σύμβολα, ήταν οι σκωπτικοί παρατηρητές και ο χορός που σχολίαζε το δεξιό και δυτικόφιλο ελληνικό κράτος. Παράλληλα, η ανορθογραφία και τα λογοπαίγνια παίζουν τον δικό τους ρόλο, αποδομώντας και υπονομεύοντας την καθαρεύουσα (γλώσσα της εξουσίας) υπέρ της δημοτικής (γλώσσας του λαού). Η Μαμά Ελλάδα κι ο Πειναλέοντας περιμένουν να μπουν στην ΕΟΚ, στο σινεμά Υβόνη (λογοπαίγνιο με την πρωτεύουσα της Δυτικής Γερμανίας, Βόνη) και τον αντικαγκελάριο και υπουργό Οικονομικών της Δ. Γερμανίας, Λούντβιχ Έρχαρτ, στο ταμείο. Τριγύρω αφίσες με τίτλους ταινιών – λογοπαίγνια για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Θα έλεγε κανείς πως, από το 1959 που δημοσιεύτηκε η γελοιογραφία, έχουν μείνει πολλά ίδια στην Ε.Ε. Η γλωσσική αποδόμηση, μαζί με τον στίχο, την ομοιοκαταληξία, τον σταθερό θίασο και το ναΐφ σκίτσο που θύμιζε πιο πολύ θέατρο σκιών παρά οποιοδήποτε παλιότερο ή σύγχρονο γελοιογραφικό στιλ, δόμησαν την μποστική γελοιογραφία: μία αυτόφωτη, λαϊκή και σκηνική γελοιογραφία, ένα κωμικό θεατρικό σκετς σε σκίτσα. ... ένας γελοιογραφικός θεατράνθρωπος… «Το παράπονό μου με τον Μποστ είναι ότι ποτέ δεν μπόρεσα, στο ποδοσφαιρικό γήπεδο του χιούμορ, να τον μαρκάρω… Πάνω που έμαθα να εικονογραφώ όπως ο Μποστ, αυτός πέρασε στη γελοιογραφία. Μόλις ψιλόμαθα τη γελοιογραφία και είπα “του μπαίνω”, όρμησε στο ευθυμογράφημα. Εκεί που άρχισα να στρώνω γραπτά με κάποια πλάκα, μου βγήκε θεατρικός συγγραφέας. Και τη στιγμή που άρχισε να ωριμάζει μέσα μου το πρώτο μονόπρακτο, μου ξέφυγε στη ζωγραφική… », είχε πει ο Κώστας Μητρόπουλος, ο μεγάλος γελοιογράφος που «έδωσε» τη θέση του στον Μποστ πλάι στον Τσιφόρο, με το χαρακτηριστικό πλακατζίδικο ύφος του. Ο Μποστ με τον Μίκη Θεοδωράκη και το επιτελείο της «Όμορφης Πόλης», το 1962. Το 1961, ο Μποστ είναι ένας πολιτικός γελοιογράφος σε πλήρη ακμή. Συνεργάζεται με πλήθος εφημερίδων και περιοδικών ως σκιτσογράφος και ευθυμογράφος, ενώ τα δύο γελοιογραφικά άλμπουμ που εκδίδει («Σκίτσα του Μποστ» με εισαγωγή του Ηλία Πετρόπουλου και «Το λέφκομά μου») εξαντλούνται. Και τότε είναι που «ξεφεύγει», κατά τον Μητρόπουλο, από το γραφείο του σκιτσογράφου στο θεατρικό σανίδι. Καθοριστικός παράγοντας στη θεατρική του πορεία θα σταθεί ο Μίκης Θεοδωράκης, που θα γίνει ίνδαλμα για τον σκιτσογράφο και τον οποίο κωμικά (λόγω του ύψους του) θα τον αποκαλεί «Επιμήκη». Αρχικά, ο Μίκης μελοποιεί τους στίχους του Μποστ «Η Ρομβία» και «Η Νήσος των Αζορών» και το 1962 ανεβάζουν μαζί στο θέατρο Παρκ την επιθεώρηση «Όμορφη Πόλη». Η «Πόλη», το πρώτο και πιο πολιτικοποιημένο θεατρικό έργο του Μποστ, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι κατά το ήμισυ γραμμένο από τον ίδιο και ολόκληρο σε μουσική Θεοδωράκη, αλλά δεν σημειώνει επιτυχία. Η ατυχία τον ακολουθεί σε διάφορες πρωτοπόρες προσπάθειές του, όπως στο να ανοίξει δικό του θέατρο σκιών ή στην εισπρακτική αποτυχία της ταινίας «Το πιθάρι», όπου έγραψε το σενάριο. Την ίδια χρονιά, παρότι συνηθισμένος στη λογοκρισία και στις μηνύσεις (κυρίως από την Εκκλησία), έρχεται και η απόλυσή του από το περιοδικό «Εικόνες» λόγω του «ασεβούς» κειμένου του «Το αμάρτημα της μητρός μου» – μια ενδιαφέρουσα περίπτωση μεταπολεμικού cancel. Παρόλα αυτά σκηνογραφεί και σχεδιάζει κοστούμια για το θέατρο, ενώ το 1963 γράφει το πρώτο του μεγάλο έργο, τη «Φαύστα ή Η απωλεσθείς κόρη». ... ένας δημιουργός της Αριστεράς… Όταν, το 1963, ο Μποστ ρωτά τον διευθυντή του στην «Ελευθερία», Πάνο Κόκκα, γιατί λογοκρίνονται τα σκίτσα του, εκείνος του απαντά: «Εσύ γράφεις κομμουνιστικά. Να πας στην Αυγή!». Συμβουλή που… θα ακούσει! Από την ίδια χρονιά, ο Μποστ ξεκινά συνεργασία ως γελοιογράφος και ευθυμογράφος με την «Αυγή». Συμπίπτοντας χρονικά με τη δολοφονία του Λαμπράκη, η πολιτική του απόχρωση πλέον οξύνεται: τα σκίτσα και τα κείμενά του γίνονται ξεκάθαρα και χωρίς υπόνοιες Αριστερά, διατηρώντας όμως τη σπιρτάδα της πρότερης δουλειάς του, εκείνης που με ευρηματικότητα έπρεπε να καλύψει και να υπονοήσει τους πολιτικούς του προσανατολισμούς. Γελοιογραφία του Μποστ από την «Αυγή» για τη δολοφονία Λαμπράκη, με παρακρατική σχολή… οδήγησης τρίκυκλων. Παράλληλα, κατεβαίνει υποψήφιος βουλευτής με την ΕΔΑ (χωρίς να εκλεγεί) το 1963 και κατόπιν συνιδρύει, το 1964, τη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη. Ο πολιτικός αναβρασμός των χρόνων της Αποστασίας καθρεφτίζεται φλογερά στα έργα και στη δράση του δημιουργού. Η Μαμά Ελλάς, η Ανεργίτσα και ο Πειναλέων στηλιτεύουν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, το παλάτι, τους Αμερικάνους, και περιμένουν καλύτερες μέρες από την Ένωση Κέντρου του Γεώργιου Παπανδρέου. Η άνοδος της χούντας όμως, θα ανακόψει τις ανορθόγραφες δημιουργικές πτήσεις. Το κυνηγητό, η κακοποίηση της γυναίκας του και η κατάσχεση του γελοιογραφικού, του ζωγραφικού και του συγγραφικού του αρχείου από την Αστυνομία θα οδηγήσουν τον Μποστ σε μετριοπάθεια και σε «αποκήρυξη μετά βδελυγμίας του αντεθνικού κομμουνισμού» – έστω κι αν δεν το εννοούσε – στο αστυνομικό τμήμα όπου μετέβη ο ίδιος και κρατήθηκε για πέντε ημέρες. Με τη σύλληψη του γιου του, Γιάννη, σε αντιδικτατορικά επεισόδια και την καταδίκη του με αποκλεισμό από όλα τα Γυμνάσια, ο Μποστ θα αποστασιοποιηθεί από την πολιτική, μεταφορικά και κυριολεκτικά – μετακομίζει οικογενειακώς στο Μεταξοχώρι Λάρισας – για πέντε ολόκληρα χρόνια. Μόνο κατά τους τριγμούς της δικτατορίας, το 1972, θα προσπαθήσει να επιστρέψει με το ειρωνικό κείμενό του «Υπέρ δικτατορίας», στο πρώτο (και μοναδικό) τεύχος του «Αντί», και με το ανοιχτά σατιρικό θεατρικό του έργο «Εκλογές του Μποστ» το 1973, που θα σημειώσει επιτυχία στο κοινό και θα προκαλέσει οργή στους συνταγματάρχες. Το 1974, με την ολοκληρωτική της πτώση, θα επιστρέψει στην Αθήνα αλλά και στην τέχνη του, με νέες γελοιογραφικές και θεατρικές συνεργασίες, μπαίνοντας στη δεύτερη μεγάλη παραγωγική περίοδο της πορείας του. ... ένας καταξιωμένος πολυ-καλλιτέχνης… Στις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του, ο γκριζαρισμένος πια μυστακοφόρος Μποστ απολαμβάνει την αποδοχή ως καταξιωμένος και λαοφιλής δημιουργός. Παρόλα αυτά, δεν αναπαύεται στις δάφνες του. Συνεργάζεται με την «Πρωινή», την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» και τον «Ριζοσπάστη» μεταξύ άλλων, ως σκιτσογράφος, ενώ θεατρικά συνεργάζεται με το θέατρο «Στοά», τον Θανάση Παπαγεωργίου, τη Λήδα Πρωτοψάλτη και τον Λουκιανό Κηλαηδόνη. Στις νέες του γελοιογραφίες, η Μαμά Ελλάς έχει ραμμένες τις λέξεις «ΕΟΚ» στον χιτώνα της, ενώ η Ανεργίτσα και ο Πειναλέοντας απουσιάζουν, μια και, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν έχουν θέση σε μια εποχή που ο εργάτης έχει πλέον ψυγείο στο σπίτι του. Οι τρεις μεγάλοι ήρωες του Μποστ: η Μαμά Ελλάς, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα. Συγγραφικά, σε αυτή την τελευταία περίοδο της ζωής του δίνει και τρία από τα μεγαλύτερα και έως και σήμερα δημοφιλή του θεατρικά: τη «Μαρία Πενταγιώτισσα» (1982), τη «Μήδεια» (1993) και το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» (1995), κείμενα γεμάτα μποστική πρόζα, δεκαπεντασύλλαβο και σκωπτικό σατιρικό χιούμορ. Παράλληλα κάνει τις πρώτες του ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής με πίνακες που, όπως οι γελοιογραφίες του, εμπνέονται από την ελληνική ιστορία και τη λαϊκή παράδοση και τον σπρώχνουν εικαστικά ακόμα πιο κοντά στον Θεόφιλο, στον Κόντογλου και στα πορτραίτα του Φαγιούμ. Ο μοναδικός τομέας στον οποίο συστηματικά αποτυγχάνει είναι… η πολιτική. Κατεβαίνει υποψήφιος στις δημοτικές εκλογές του 1978 με τον συνδυασμό του Μίκη Θεοδωράκη και στις βουλευτικές του 1981 και του 1985 με το ΚΚΕ, αποτυγχάνοντας να εκλεγεί και τις τρεις φορές. Παράλληλα, βλέπει το μέτωπο της Αριστεράς που επιθυμούσε να παραμείνει ενωμένο μετά την πτώση της Χούντας, να διασπάται σε μικρότερα κόμματα. Γίνεται άλλος ένας απογοητευμένος παλιός Αριστερός, μέσα στα χρόνια του πασοκικού πάρτι... Η ζωή του τελειώνει μέσα στη δημιουργικότητα και στην αποδοχή, αφήνοντας την τελευταία του πνοή 77 ετών, την Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου του 1995. … που σήμερα θα έσπαγε πλάκα! «Ο Μποστ δεν έκανε γελοιογραφία! Έκανε επανάσταση! (…) Είναι σαν να εφηύρε ένα καινούργιο εμβόλιο! Ένα εμβόλιο που θα μας προστατεύει από τον ιό της κακογουστιάς για τουλάχιστον 1.000 χρόνια!», έγραφε ο γελοιογράφος ΚΥΡ το 1987. Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατο του Μποστ, πάντως, το εμβόλιό του δεν φαίνεται να έπιασε ιδιαίτερα τόπο, ενώ ο κόσμος που άφησε, μοιάζει να χειροτέρεψε κατά πολύ. Ο Μποστ «συλλαμβάνεται» από συναδέλφους του γελοιογράφους, ποζάροντας όπως ο πίνακας με τη σύλληψη του Αθανάσιου Διάκου πίσω τους. Από αριστερά, Λογό, ΚΥΡ, Μποστ, Κώστας Μητρόπουλος. Ο Μέντης θα είχε, σίγουρα, πολλά να πει για το σήμερα: για την άνοδο της Ακροδεξιάς, το νεοφασιστικό φαινόμενο Τραμπ, τη Γάζα, το μεταναστευτικό, το περιβάλλον, τον διάδοχο Μητσοτάκη και τις νεοφιλελεύθερες συμμορίες του, την τραγική αμηχανία της Αριστεράς. Η Μαμά Ελλάς του θα ήταν ρακένδυτη και κακομοίρα όπως παλιά, μόνο με μερικά αστραφτερά μπλε μπαλώματα στον χιτώνα της που θα έφεραν αστεράκια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ ο Πειναλέων κι η Ανεργίτσα θα τσακώνονταν για το ποιος θα πρωτοπαίξει στο τάμπλετ. Και σίγουρα, θα χρησιμοποιούσε όλο το πολυπρόσωπο και ανεπανάληπτο δημιουργικό του στιλ για να κατακεραυνώσει, να σατιρίσει και να καταδείξει τα στραβά της εποχής μας. Πάντα με το ιδιόρρυθμο μποστικό χιούμορ του. Και το σχετικό link...
  2. Διάβαζα το (εξαιρετικό) κείμενο του Περικλή Κουλιφέτη για τον Μποστ – αφιέρωμα για τα τριάντα χρόνια από τον θάνατό του. («Μα πώς έκανε σάτιρα σε τόσο σκοτεινούς καιρούς; Πώς άντεχε και μετασχημάτιζε το “υλικό;”», αναρωτιόμουν. Κι ακόμα και πριν και πάντα αναρωτιέμαι, όλο και συχνότερα είναι αλήθεια, πώς μπορούν, όσοι κάνουν σάτιρα, να βρίσκουν έμπνευση απ’ ό,τι υπερβαίνει τη λογική, άρα και την υπερβολή, άρα και τη σάτιρα). Διάβαζα το κείμενο ωστόσο με ανοιχτή τηλεόραση ακούγοντας ειδήσεις: «Στο 2,4% ανήλθε ο πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Νοέμβριο, αύξηση 0,4% σε σχέση με τον Οκτώβριο. Καταγράφονται ανατιμήσεις 20,7% στον καφέ και 13% στα κρέατα. Το κόστος ενοικίου τρέχει με 8,6%, αλλά το φυσικό αέριο τιμολογείται 12,4% χαμηλότερα. Ανατιμήσεις 6,3% καταγράφονται στο πακέτο διακοπών και 7,7 σε εστιατόρια-ζαχαροπλαστεία...». «Με πρόλαβε ο Κουλιφέτης», είπα λίγο αργότερα στη Λουίζα. Κι αναφερόμουν σ’ αυτήν την τελευταία του παράγραφο που θα συναντήσετε στις επόμενες σελίδες: «Ο Μέντης θα είχε, σίγουρα, πολλά να πει για το σήμερα [...] Η Μαμά Ελλάς του θα ήταν ρακένδυτη και κακομοίρα όπως παλιά, μόνο με μερικά αστραφτερά μπλε μπαλώματα στον χιτώνα της που θα έφεραν αστεράκια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ ο Πειναλέων κι η Ανεργίτσα θα τσακώνονταν για το ποιος θα πρωτοπαίξει στο τάμπλετ. Και σίγουρα, θα χρησιμοποιούσε όλο το πολυπρόσωπο και ανεπανάληπτο δημιουργικό του στιλ για να κατακεραυνώσει, να σατιρίσει και να καταδείξει τα στραβά της εποχής μας. Πάντα με το ιδιόρρυθμο μποστικό χιούμορ του». Να λοιπόν πώς το ιδιόρρυθμο μποστικό χιούμορ προέλεγε και το μέλλον (το απόσπασμα από κείμενο που είχε πρωτοδημοσιευτεί στην «Αυγή» Νοέμβριο του ’75, προέρχεται από το συνολικό «Καλειδοσκόπιο» του Μποστ, το οποίο είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις GUTENBERG): «Εκτός από τα τσιγάρα και αι φακαί από 14,50 αναθερμάνθηκαν εις την τιμήν των 22 δραχμών. Μετά από σήντομον πάλην που έκανα με τον εαφτόν Μου, προήλθον εις την σκληράν απόφασιν να κόψω ταις φακαίς. Αφτά τα πράγματα πρέπει να κόπτοντε με το μαχέρη, άλλως γίνοντε πάθος. Κατά την γνόμην Μου όμος, η άφξησις της φακής ήτο επιβεβλημένη εκ των πραγμάτων κε είνε δικεολογημένη διότη η φακή περιέχει σίδηρον κε εφόσον η τιμή του σιδήρου διεθνώς ανήλθεν, δεν επιτρέπετε εις ημάς να ροφώμεν δωρεάν κε προκλητικός τα κέρδη των σιδηροβιομηχάνων εις εποχάς βαρητάτων εισφορών του κλάδου». Και το σχετικό link...
  3. Τριάντα χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου Μποστ, το Καρέ Καρέ θυμάται το πέρασμα του αιχμηρού καλλιτέχνη από την τέχνη των κόμικς, μέσα από τα δικά του λόγια. Το 1947, ο 29χρονος εικονογράφος Μέντης Μποσταντζόγλου αναζητά δουλειά σε παιδικά περιοδικά. Πρώτα στο «Ελληνόπουλο / Θησαυρός των Παιδιών» ζωγραφίζει εξώφυλλα και σύντομες ιστορίες, ενώ από τον σκιτσογράφο Θέμο Ανδρεόπουλο μυείται σε ένα είδος που ακόμα δεν είχε όνομα στην Ελλάδα: τα κόμικς. Από τότε και για όλη τη δεκαετία του ’50, ο Μποστ εικονογραφεί σενάρια ανωνύμων κόμικς σε συνέχειες, για δεξιά χριστιανικά περιοδικά («Παιδόπολις», «Η Ζωή του Παιδιού»), αναμφίβολα για βιοποριστικούς λόγους. Εξώφυλλο του 29χρονου Μποστ για τον «Θησαυρό των Παιδιών», 7.2.1948. Το 1953 όμως έρχεται μια μεγάλη ανάθεση: το κόμικς «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» σε κείμενο Ειρήνης Φωτεινού για τα Κλασικά Εικονογραφημένα. Ο Κωνσταντινουπολίτης Μποστ ξεχώριζε τον «Παλαιολόγο» ανάμεσα στα έργα του και είχε διηγηθεί τη δημιουργία του (Αρης Μαλανδράκης, «Η Λογοτεχνία στο Περίπτερο», Ελευθεροτυπία, 26/1/1992): «Σχεδιάζοντάς το, επιχείρησα διάφορα οπτικά κόλπα για να μην υπάρχει μεγάλη τυποποίηση στις σελίδες. Έβαλα, για παράδειγμα, κάποιες φιγούρες να ξεπερνούν τα όριά τους και να περνούν στο καρεδάκι της διπλανής εικόνας. (…) Η δουλειά ήταν επίπονη και κάθε σελίδα χρειαζόταν μια-δυο ημέρες για να τελειώσει. (…) Διάβαζα τους διαλόγους και αναρωτιόμουν τη μια στιγμή πώς πρέπει να είναι ο χωρικός και πώς ο ναύαρχος, λίγο πιο κάτω πώς θα είναι ντυμένοι οι στρατιώτες, τι εμφάνιση θα έχουν τα τείχη της Πόλης, τα πλεούμενα, τα όπλα και οι πολιορκητικές μηχανές κ.λ.π.. Για τα ρούχα ανέτρεξα στο Λεύκωμα Βυζαντινών Αυτοκρατόρων». Eξώφυλλο και καρέ του Κλασικού Εικονογραφημένου «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος». Αξιοσημείωτη είναι η συμβουλή που του έδωσε ο… Γιάννης Τσαρούχης: «(…) βλέποντάς με να παιδεύομαι με το κόμικς, μου λέει “Βάλε τους σαρίκια κι ας μην είναι Τούρκοι. Αρκεί να είναι πειστικοί…”». Συμβουλή που, μάλιστα, ακολούθησε! «Φόρεσα σε Έλληνες τη στολή του Δάντη Αλιγκέρι, άλλους τους έντυσα με ανατολίτικα ρούχα, σε άλλους φόρεσα φράγκικα καπέλα. Η επιμειξία Ελλήνων και Τούρκων είναι συνεχής, το ίδιο και οι επιδράσεις της Δύσης». Η ιστορία κυκλοφόρησε Μάιο του 1953 αλλά τα προβλήματα δεν είχαν τελειώσει: «Είχαμε συμφωνήσει με τον Πεχλιβανίδη την αμοιβή για το κόμικς (…) είχα υπολογίσει ότι θα μου απέδιδαν γύρω στις 25 λίρες και ήμαστε όλοι ευχαριστημένοι. Ξαφνικά, γίνεται η υποτίμηση του Μαρκεζίνη και χάνω τις μισές λίρες σε αξία (…) κι έτσι την πάτησα!». Όλες αυτές οι δυσκολίες μάλλον απέτρεψαν τον Μποστ από το να συνεχίσει στα Κλασικά Εικονογραφημένα – σύμφωνα με άλλους εικονογράφησε και τον «Βασίλειο Βουλγαροκτόνο» των Κλασικών, κάτι που δεν είναι επιβεβαιωμένο. Σε άλλη του συνέντευξη, αποτυπώνει τα τότε κραταιά στερεότυπα για το είδος («Ο Μποστ μιλάει στο Νέο Επίπεδο», 1990): «Κόμικς είναι, νομίζω, μικρές ιστορίες κωμικές που τελειώνουν σε 3, σε 4, σε 6 το πολύ κομματάκια, τα άλλα είναι απλώς εικονογραφήσεις… Η εικονογράφηση του Παλαιολόγου τίποτα το κωμικό δεν είχε. Δηλαδή τι; Σατίριζε την ιστορία της Άλωσης; Η λέξη κόμικ σημαίνει κάτι το κωμικό. Έτσι το καθιέρωσαν οι Αμερικάνοι». Φυσικά τα κόμικς πλέον είναι μια μεγάλη τέχνη που αγκαλιάζει και το «κωμικό» και την «Άλωση», ολόκληρο το νεανικό πέρασμα του μεγάλου δημιουργού από τα καρέ. Και το σχετικό link...
  4. Πρόκειται για τη δεύτερη συλλογή σκίτσων που κυκλοφόρησε ο Μέγας Μποστ. Ουσιαστικά είναι ένα χρονολόγιο της επικαιρότητας του 1960 με την ιδιότυπη ματιά του δημιουργού, όπως αποτυπώθηκε στις εφημερίδες με τις οποίες συνεργαζόταν. Το περιεχόμενο συμπεριλήφθηκε αργότερα στην ενισχυμένη έκδοση των “Σκίτσων του Μποστ”, ενώ τη δεκαετία του ’90 επανεκδόθηκε από τον Καστανιώτη σε μια έκδοση για την οποία δεν υπάρχει ακόμη παρουσίαση στο φόρουμ.
  5. Από τον Παπαφλέσσα (αριστερά) μέχρι τον Μιαούλη (δεξιά) η εικονογραφία βασίζεται σε ζωγραφικά έργα καλλιτεχνών του 19ου αιώνα, ενώ δεσπόζουν τα σύμβολα όπως η σημαία και κυριαρχούν η λεβεντιά και η γενναιότητα. Τα Κλασσικά Εικονογραφημένα των εκδόσεων Ατλαντίς (Πεχλιβανίδης) έφεραν τη δεκαετία του 1950 στην Ελλάδα μια πλειάδα έργων της παγκόσμιας κλασικής λογοτεχνίας (Οι Άθλιοι, Μεγάλες Προσδοκίες, Έγκλημα και Τιμωρία, Μόμπυ Ντικ, Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, Δον Κιχώτης, Άμλετ κ.ά.) διασκευασμένων και προσαρμοσμένων σε κόμικς. Από τα μέσα της δεκαετίας όμως, επιχειρώντας να διευρύνουν το κοινό τους, εμπλούτισαν τη σειρά με θέματα ελληνικού ενδιαφέροντος και ιστορίες από την αρχαιότητα, το Βυζάντιο και το 1821, σε τεύχη που κυκλοφορούσαν αποκλειστικά στην ελληνική αγορά και ήταν δημιουργημένα από Έλληνες συγγραφείς, σεναριογράφους, ζωγράφους, εικονογράφους, χαράκτες κ.λπ. Έχοντας την κατάλληλη άδεια από τους Αμερικανούς εκδότες, ανέθεσαν σε σημαντικούς δημιουργούς το έργο αυτό (Βασίλης Ρώτας, Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, Νίκος Ρούτσος στα σενάρια, Κώστας Γραμματόπουλος, Άκης Αβαγιανός, Παύλος Βαλασάκης, Βασίλης Ζήσης, Νίκος Καστανάκης, Γιάννης Δραγώνας, Μέντης Μποσταντζόγλου στα σχέδια) και προχώρησαν στην έκδοση μιας σειράς τίτλων γύρω από την ελληνική επανάσταση που όλοι χαρακτηρίζονταν από την αποθέωση της ελληνικής ψυχής, τους ηρωισμούς, το απαράμιλλο θάρρος, το πάθος για την ελευθερία, το ακατάβλητο πνεύμα. Και, φυσικά, από τις αναγκαίες κορόνες περί του μεγαλείου της θρησκείας, της τρισχιλιετούς και αδιαιρέτου ελληνικής ιστορίας, της αυτοθυσίας και της αυταπάρνησης. Οι ήρωες της Επανάστασης στις εικόνες των εξωφύλλων, παραπέμπουν στη βυζαντινή αγιογραφία Ατσαλάκωτοι μπουρλοτιέρηδες Διάσημοι συγγραφείς, όπως ο Βασίλης Ρώτας, και δεξιοτέχνες εικονογράφοι, όπως ο Κώστας Γραμματόπουλος, είναι υπεύθυνοι για τον μεγαλύτερο αριθμό τευχών της σειράς Σχεδόν στο σύνολο των έργων που αφορούν την ελληνική επανάσταση επαναλαμβάνονται, είτε στα προλογικά σημειώματα είτε στα κείμενα του εκάστοτε αφηγητή, οι γνωστές ρητορείες περί αδάμαστου ελληνισμού, αναμασώνται ηθικοπλαστικού τύπου διδάγματα και επανέρχονται κλισέ εκφράσεις και στερεοτυπικά απαράλλαχτα υμνητικά λογύδρια για την ανδρεία, τη γενναιότητα, την αποφασιστικότητα, την αφοσίωση, την ανιδιοτέλεια, την πίστη, το έθνος, την πατρίδα, την ορθοδοξία, την εθνεγερσία. Η γλώσσα αυτή σε συνδυασμό με τις εικόνες που στηρίζονταν σε μια εύκολα χειραγωγήσιμη και διαχειρίσιμη σχεδιαστική «καθαρότητα» και απλοποίηση συνέθεταν σε κάθε αυτοτελή ιστορία ένα μικρό παραμύθι που, στην περιρρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα της μετεμφυλιακής Ελλάδας και με τη Δεξιά να επικρατεί εξοντώνοντας και εξορίζοντας τους πολιτικούς αντιπάλους της, συνόδευε τον κυρίαρχο κρατικό λόγο όπως εκφραζόταν και επιβαλλόταν στα σχολικά βιβλία, στις γιορτές και στις παρελάσεις, στις εθνικές αφηγήσεις. Δεν είχαν σημασία και τόσο πολύ η ιστορική ακρίβεια, ο αναστοχασμός, η διαλεκτική, η τεκμηρίωση, η σχέση της ελληνικής επανάστασης με άλλες εξεγέρσεις της εποχής της, η σύνθεση του επαναστατικού υποκειμένου, το πολιτικό στοιχείο. Το μόνο ή ένα από τα λίγα που ενδιέφεραν τους συντελεστές των Κλασσικών Εικονογραφημένων ήταν να περιγράψουν σε αδρές γραμμές αυτά που, λίγο-πολύ, μάθαιναν τα παιδιά στα σχολεία χρησιμοποιώντας μια γλώσσα απλή και κατανοητή, χωρίς υπαινιγμούς και «κινδύνους» για παρεξηγήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι το μεγαλύτερο μέρος των εξωφύλλων των Κλασσικών Εικονογραφημένων που αφορούσαν το 1821 αποτελούσαν ταυτόχρονα τις αλήστου μνήμης εικόνες στις σχολικές αίθουσες (ορισμένες χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα!) που ανασύρονταν σε κάθε εθνική εορτή, καρφώνονταν με πινέζες ή στερεώνονταν με σελοτέιπ και κάλυπταν με τα βλοσυρά και αποφασιστικά πρόσωπα των ηρώων τοίχους και διαδρόμους, πάντα σε γαλανόλευκο φόντο, ανάμεσα σε καριοφίλια και αρχαιοπρεπή τσιτάτα προορισμένα να συντελούν στην εθνική ανάταση, με ισχυρές δόσεις κιτς. Παράδοξο ήταν, ωστόσο, το γεγονός ότι η πλειονότητα των δημιουργών που συνεργάστηκαν και φιλοτέχνησαν τα εγχώρια Κλασσικά Εικονογραφημένα ήταν προοδευτικοί καλλιτέχνες αριστερών καταβολών, με θητεία -προγενέστερα αλλά και μεταγενέστερα- σε εντελώς διαφορετικά έντυπα. Μια εξήγηση δίνει ο Γιάννης Σκαρπέλος, πρόεδρος του Τμήματος Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου, στο αναλυτικότατο και διεξοδικό βιβλίο του Ιστορική Μνήμη και Ελληνικότητα στα Κόμικς (εκδόσεις Κριτική, 2000): «Είναι επικίνδυνα απλουστευτική η στάση όσων καταδικάζουν τα Κλασσικά Εικονογραφημένα ως λιανοπωλητές του αμερικανικού πολιτιστικού ιμπεριαλισμού, επειδή τα διένεμε η σύζυγος του Αμερικανού Πρέσβη στα ορφανοτροφεία. Και την θεωρούμε ως επικίνδυνα απλουστευτική, διότι μέσα από την αξιολογική κρίση και απόρριψη τα διαγράφουν, παραβλέποντας το γεγονός ότι τα τεύχη των Κλασσικών Εικονογραφημένων επανεκδίδονταν ως τα τέλη τουλάχιστον της δεκαετίας του ’70, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του ’90 επιχειρήθηκε μια ακόμη επανέκδοσή τους. Τα Κλασσικά Εικονογραφημένα μίλησαν για το παρελθόν σε πολλές γενιές, εξοικειώνοντάς τες με μια εκδοχή του η οποία μπορούσε να συμβαδίζει ταυτόχρονα με τις αριστερές πεποιθήσεις των δημιουργών και με τις δεξιές αντιλήψεις που επιβάλλονταν στην κοινωνία. »Πιστεύουμε ότι η ιδεολογική ισορροπία ανάμεσα στα δύο, αλλά και το γεγονός ότι είναι μία από τις λίγες σειρές με τόσο μακροχρόνια και συστηματική παρουσίαση του παρελθόντος, καθιστά εύλογη την ενασχόληση με αυτήν, και τη συσχέτιση με τις υπόλοιπες εκδοχές του παρελθόντος που αναπτύσσονται την ίδια περίοδο, τους υπόλοιπους λόγους για το παρελθόν – πολιτικούς ή εκπαιδευτικούς». Από την άλλη, δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα τεύχη συνέβαλαν στη φιλαναγνωσία και είχαν μια αναμφισβήτητη εκπαιδευτική και παιδαγωγική διάσταση, καθώς έδιναν στα παιδιά την ευκαιρία να διαβάσουν ολοκληρωμένες ιστορίες και να παρακολουθήσουν εικονοποιημένα τα περιστατικά που λαμβάνουν χώρα σε αυτές. Οι εικόνες, τα πορτρέτα, οι τοπιογραφίες και οι πολυπληθείς σκηνές μάχης βασίζονταν εν πολλοίς στη διαδεδομένη εικονογραφία της ελληνικής επανάστασης, όπως την είχαν διαμορφώσει ζωγράφοι του δέκατου ένατου αιώνα, μεταξύ των οποίων ο Ευγένιος Ντελακρουά, ο Καρλ Κρατσάιζεν, ο Θεόδωρος Βρυζάκης, ο Διονύσιος Τσόκος, ο Πέτερ Φον Ες, ο Λουντοβίκο Λιπαρίνι, ο Τζοβάνι Μπότσι κ.ά., ορισμένοι μάλιστα εξ αυτών έχοντας ιδία πείρα, καθώς βρέθηκαν στην Ελλάδα το 1821 και τα χρόνια που ακολούθησαν. Ο εξωραϊσμός των πολεμικών σκηνών, η ωραιοποίηση των ηρώων, οι ευθυτενείς κορμοστασιές, οι ατσαλάκωτες και ολόλευκες φουστανέλες, τα γυαλιστερά καριοφίλια, τα φροντισμένα μουστάκια εν καιρώ πολέμου συνέβαλαν σε μια εικόνα εορταστικού πανηγυριού παρά θανατηφόρων μαχών σώμα με σώμα. Τα κείμενα, αν και υπέπιπταν συχνά σε έναν ηθικοδιδακτικό και πατερναλιστικό τρόπο αφήγησης, μιλώντας για ηρωισμούς, μαρτυρικούς θανάτους, θρυλικές εφορμήσεις και επικούς θριάμβους, ήταν πάντα προσεγμένα ως προς το γλωσσικό μέρος. Και με εξαίρεση ορισμένες υπερβολές, για παράδειγμα στον ρόλο της θρησκείας, εμφορούνταν από μια εξύμνηση του προτάγματος για ελευθερία, για αγώνα, για εξέγερση. Μέσα στις αντιφάσεις τους, τα Κλασσικά Εικονογραφημένα για την ελληνική επανάσταση προσφέρουν ψήγματα γνώσης για το ιστορικό παρελθόν αλλά, ακόμη περισσότερο, αποτελούν αποτυπώματα της χρονικής συγκυρίας κατά την οποία δημιουργήθηκαν, μιας ταραγμένης και σκοτεινής περιόδου της σύγχρονης Ελλάδας. Και το σχετικό link...
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.