Search the Community
Showing results for tags 'ΓΙΑΝΝΗΣ ΙΑΤΡΟΥ'.
-
Μεγάλωσε διαβάζοντας Ντίσνεϋ, έμαθε ιταλικά για να γνωρίσει τους αγαπημένους του κομίστες και σήμερα εκδίδει στα ελληνικά το έργο του πιο εμβληματικού δημιουργού της σύγχρονης ιταλικής σκηνής. Μιλήσαμε με τον εκδότη – δημοσιογράφο και μεταφραστή κόμικς Γιάννη Ιατρού, για την αγάπη του προς τα κόμικς και ιδιαίτερα τα ιταλικά, για το πώς από μικρός αναγνώστης και ερασιτέχνης μεταφραστής έγινε επαγγελματίας συνεντευξιαστής δημιουργών, και τελικά εκδότης. Μας μίλησε για την έκδοση της Προφητείας του Αρμαντίλλο στα ελληνικά, την ανταπόκριση του διάσημου Ιταλού δημιουργού της Προφητείας Τζεροκαλκάρε για την ελληνική έκδοση, μας είπε ποιο ελληνικό κόμικς θα ήθελε να δει στο Netflix και τα μελλοντικά σχέδια της DocMZ Publishing. Γιάννη, πώς ξεκίνησε η αγάπη σου για τα κόμικς και ιδιαίτερα για τα ιταλικά; Διαβάζω κόμικς από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, βασικά έμαθα να διαβάζω μέσα από τα κόμικς – κάτι που εξηγεί τη διαχρονική αδυναμία μου στον σωστό τονισμό των λέξεων, αφού τα διάβαζα όλα κεφαλαία. Έτυχε να γαλουχηθώ μέσα από τις σελίδες των περιοδικών Ντόναλντ και Αλμανάκο, αλλά και των υπόλοιπων εκδόσεων κόμικς με ήρωες του Ντίσνεϋ από τις εκδόσεις Νέα Ακτίνα (Μίκυ Μάους, Κλασικά, ΚΟΜΙΞ), επομένως διέκρινα το σχέδιο των αμέτρητων Ιταλών καλλιτεχνών που δημοσιεύονταν στις σελίδες του: Τζόρτζιο Καβατσάνο, Μάσιμο Ντε Βίτα, Σίλβια Τζίκε, Λούτσιο Λεόνι, ήταν μερικά από τα ονόματα που ξεχώρισα από παιδί, αναζητώντας ενστικτωδώς το σχέδιό τους καθώς ξεφύλλιζα τα επόμενα τεύχη που μου αγόραζαν οι γονείς μου. Μεγαλώνοντας, μου καλλιεργήθηκε το ενδιαφέρον για τη μετάφραση και τη δημοσιογραφία. Ξεκίνησα μαθήματα ιταλικών και ήδη σε ηλικία 13 ετών βρέθηκα να πραγματοποιώ συνεντεύξεις με γνωστούς δημιουργούς κόμικς με ήρωες του Ντίσνεϋ, κατά βάση Ιταλούς. Ανοίγοντας τους αναγνωστικούς μου ορίζοντες, σταδιακά άρχισα να εξερευνώ όλο και περισσότερο την πλούσια παράδοση των ιταλικών κόμικς, ανακαλύπτοντας καλλιτέχνες όπως ο Μίλο Μανάρα, ο Τανίνο Λιμπερατόρε, ο Αντρέα Πατσιέντζα, ο Αλτάν, ο Βιτόριο Τζαρντίνο, ο Ούγκο Πρατ, ο Τιτσιάνο Σκλάβι και άλλοι τόσοι ακόμα. Είχα την τύχη να περάσω ένα εξάμηνο ως φοιτητής Erasmus στη Ρώμη και να επισκεφτώ όσο περισσότερα φεστιβάλ κόμικς μπορούσα, βιώνοντας από κοντά τη ζωντάνια και την αμείωτη πειραματική διάθεση της ιταλικής σκηνής κόμικς. Πώς φτάνουμε από αναγνώστης και δημοσιογράφος κόμικς να γίνεσαι εκδότης; Παραμένω και τα δύο προηγούμενα πάντως! (γέλια) Η πιο ειλικρινής απάντηση είναι ότι το ένα έφερε το άλλο.Το μικρόβιο της μετάφρασης μου είχε ήδη μπει από τότε που ο Χρήστος Τερζόπουλος των εκδόσεων Νέα Ακτίνα μου είχε προτείνει να μεταφράζω Disney κόμικς από αγγλικά και ιταλικά… Μετά έκλεισαν και έμεινα με το απωθημένο. Είχα γνωρίσει έναν μεγάλο αριθμό δημιουργών κόμικς, όχι μόνο μέσα από τη δημοσιογραφική μου δραστηριότητα, αλλά και από τη συμμετοχή μου στη διοργάνωση διαφόρων φεστιβάλ κόμικς ανά την επικράτεια (AthensCon, The Comic Con, Chaniartoon – International Comics & Animation Festival), όπου συνήθως αναλαμβάνω χρέη υπεύθυνου διεθνών καλεσμένων, διερμηνέα ιταλικών και επιμελητή εκθέσεων. Πολλοί από τους καλλιτέχνες με τους οποίους είχα επαφές, ενδιαφέρονταν να δουν τα λιγότερο ή περισσότερο γνωστά έργα τους να δημοσιεύονται στην Ελλάδα – μεταξύ μας, πιστεύω ότι πολλοί εξ αυτών αναζητούν τρόπο να ξανάρθουν. (γέλια) Στην αρχή πρότεινα σε άλλους Έλληνες εκδότες να βγάλουν κάποιους από τους τίτλους που μου φαίνονταν ενδιαφέροντες, αλλά, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, δεν ανταποκρίθηκαν. Επομένως σκέφτηκα: γιατί δεν το κάνω εγώ κατευθείαν; Το πρώτο βιβλίο κόμικς που κυκλοφόρησε από την DocMZ Publishing ήταν το Infierno!, ένα βουβό κόμικς δίχως καμία λεζάντα και κανένα συννεφάκι διαλόγου, δια χειρός Τίτο Φαράτσι και Σίλβια Τζίκε. Οι δυο τους με βοήθησαν σημαντικά στα πρώτα εκδοτικά μου βήματα, αφού είχαμε γίνει ήδη φίλοι – με την Τζίκε γνωρίζομαι από τα 13 μου – άρα υπήρχε απόλυτη εμπιστοσύνη και ανοχή στους πειραματισμούς και την απειρία μου. Ο Φαράτσι εδώ και μερικά χρόνια είναι υπεύθυνος των εκδόσεων κόμικς ενός από τους μεγαλύτερους ιταλικούς εκδοτικούς οίκους, του Feltrinelli, επομένως οι συμβουλές του ήταν καθοριστικές – εξίσου υποστηρικτικοί βέβαια, υπήρξαν και πολλοί Έλληνες συνάδελφοι στους οποίους κάθε τόσο προστρέχω για βοήθεια. Το καλό με την επιλογή ενός βουβού κόμικς σαν πρώτη έκδοση ήταν ότι δεν υπήρχε ο επιπλέον κόπος της μετάφρασης και της συνακόλουθης επιμέλειας (lettering, διορθώσεις, διορθώσεις, διορθώσεις), κάτι που κληθήκαμε να αντιμετωπίσουμε στους επόμενους δύο τίτλους που κυκλοφόρησαν τον πρόσφατο Μάιο, των Σμάλτο & Τζόννυ των Τζόρτζιο Πετσίν και Τζόρτζιο Καβατσάνο και Όλυμπος Α.Ε. των Βιντσέντζο Τσεράμι και Σίλβια Τζίκε. Η εμπειρία από τις δύο τελευταίες εκδόσεις απεδείχθη πολύτιμη για την προετοιμασία της Προφητείας του Αρμαντίλλο, του πρώτου ολοκληρωμένου έργου του Τζεροκαλκάρε στα ελληνικά. Πώς αποφασίσατε να βγάλετε την Προφητεία του Αρμαντίλλο στα ελληνικά και ποιες ήταν οι δυσκολίες που αντιμετωπίσατε; Η Προφητεία του Αρμαντίλλο ήταν από τα πρώτα κόμικς χωρίς παπιά και ποντίκια που διάβασα! Ήταν δώρο ενός παιδικού φίλου μου που είχε επισκεφτεί τη Ρώμη το 2015, ο οποίος είχε ζητήσει απ’ το κομιξάδικο που το αγόρασε «το καλύτερο ιταλικό κόμικς που κυκλοφορεί αυτή τη στιγμή». Μαγεύτηκα αμέσως από την αμεσότητα της αφήγησης και την απλότητα του σχεδίου, αλλά και τη φυσικότητα με την οποία εναλλάσσει διαρκώς τη συναισθηματική κατάσταση των χαρακτήρων του – και κατ’ επέκταση του αναγνώστη. Μετά το κλείσιμο του Μπλε Κομήτη όπου πρωτοδημοσιεύτηκαν ιστορίες του (Kobane Calling), οι εκδόσεις Polaris κυκλοφόρησαν ένα βιβλίο του Τζεροκαλκάρε (Στον μακαρίτη Αϊ-Βασίλη) το 2021 αλλά δε συνέχισαν. Το 2023 ξεκίνησα να συνεργάζομαι με το φεστιβάλ κόμικς και κινουμένων σχεδίων Chaniartoon. Συζητώντας με τον διοργανωτή του φεστιβάλ Μάριο Ιωαννίδη το ενδεχόμενο να προσκαλέσουμε τον Τζεροκαλκάρε σε κάποια επόμενη διοργάνωση, συμφωνούσαμε ότι θα είχε περισσότερο νόημα αν είχαν κυκλοφορήσει περισσότερα έργα του στα ελληνικά. Έτσι, ήταν μία από τις πρώτες βλέψεις αμφότερων όταν την επόμενη χρονιά ξεκινήσαμε την εκδοτική μας δραστηριότητα – έτσι συνεργαστήκαμε για να φέρουμε σε πέρας το ομολογουμένως φιλόδοξο πρότζεκτ της μεταφοράς στην Ελλάδα του συνόλου της βιβλιογραφίας του Ιταλού καλλιτέχνη-φαινόμενο. Η μεγαλύτερη δυσκολία θα έλεγα πως ήταν το κομμάτι της μετάφρασης, καθώς ο Τζεροκαλκάρε χρησιμοποιεί διαρκώς ιταλική και ειδικότερα ρωμαϊκή αργκό στα κείμενά του. Επομένως έπρεπε να είμαστε πολύ προσεκτικοί για να αποδοθούν σωστά οι διάλογοι στα ελληνικά – καθοριστική γι’ αυτό ήταν η συμβολή του ελληνόφωνου Ιταλού συνεργάτη της DocMZ Publishing Τζόναθαν Τσικαρέλι, ο οποίος επισφραγίζει με την παρουσία του στην ομάδα την γλωσσική πιστότητα. Ποια ήταν η αντίδραση του Τζέρο όταν του κάνατε κρούση για να κυκλοφορήσει το κόμικς στα ελληνικά; Είχα γνωρίσει τον Τζεροκαλκάρε κατά τη διάρκεια του Erasmus μου, στην πρώτη μεγάλη έκθεση που αφιέρωσε σε αυτόν το Μουσείο Τέχνης του 21ου Αιώνα (MAXXI) στη Ρώμη το 2019. Τον είχα πλησιάσει δειλά-δειλά και του ζήτησα να μου υπογράψει τα βιβλία μου με τα σπαστά ιταλικά μου. Ήταν πολύ προσηνής και φιλικός, μου είχε κάνει πολύ καλή εντύπωση γιατί δεν ήθελε να με ξεπετάξει, αλλά αφιέρωσε αρκετό χρόνο για να συζητήσουμε, παρά τα ανυπόμονα βλέμματα των επόμενων από μένα στην ουρά. Κρατήσαμε επαφή, συναντηθήκαμε ξανά μερικούς μήνες αργότερα στη Νάπολη, όπου το έδωσα μερικά τεύχη του Μπλε Κομήτη που δημοσίευαν το Kobane Calling σε συνέχειες, και αργότερα του έστειλα ένα αφιέρωμα που είχα γράψει για εκείνον και το έργο του στο Καρέ Καρέ της Εφημερίδας των Συντακτών. Οι συνεννοήσεις για την μετάφραση του βιβλίου στα ελληνικά έγιναν απευθείας με την Bao Publishing, τον εκδοτικό οίκο με τον οποίο συνεργάζεται, επομένως τις προάλλες που τον συνάντησα ξανά στη Νάπολη και του αποκάλυψα ότι είμαι ένας από τους δύο Έλληνες εκδότες του, φάνηκε να είναι μια ευχάριστη έκπληξη και για εκείνον. Μου απάντησε «τώρα που έκανα τη σύνδεση είμαι δύο φορές χαρούμενες που θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά!», ενώ σχολίασε με νόημα πως δεν έχει έρθει ποτέ στην Ελλάδα… ακόμα. O Γιάννης Ιατρού με τον Zerocalcare στο Comicon Napoli 2025. Γιατί πιστεύεις ότι ο Τζεροκαλκάρε είχε τόσο μεγάλη επιτυχία παγκοσμίως; Νομίζω ότι το εξηγεί καλύτερα ο ίδιος στη συνέντευξη που μου παραχώρησε για την κυκλοφορία του νέου βιβλίου στα ελληνικά, επομένως θα παραπέμψω απευθείας στην απάντησή του. Λέει ο Τζεροκαλκάρε: «Εν μέρει, προφανώς ένα από τα αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης είναι ότι σε πολλές διαφορετικές περιπτώσεις έχουμε τα ίδια πολιτιστικά καταναλωτικά αγαθά: βλέπουμε τα ίδια κινούμενα σχέδια, τις ίδιες ταινίες, παίζουμε τα ίδια βιντεοπαιχνίδια, τρώμε τα ίδια πράγματα κ.λ.π. Μερικά από αυτά τα πράγματα είναι κοινές εμπειρίες. Όμως, το θέμα είναι ότι ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής για να καταφέρεις να συντονιστείς με αυτό που διηγούμαι είναι να βιώνεις το ίδιο αίσθημα ανεπάρκειας, ίσως ανασφάλειας ή και ευθραυστότητας, που στην πραγματικότητα δεν έχει ηλικιακούς ή γεωγραφικούς περιορισμούς. Αν το ‘χεις μέσα σου, είναι κάτι που σου επιτρέπει να αναγνωρίσεις την παράνοια που βιώνει ο χαρακτήρας μου. Αντίθετα, αν ήσουν ένα πολύ ήρεμο άτομο, γεμάτο αυτοπεποίθηση, ίσως ακόμα κι αν είσαι από τη Ρώμη, από τη γειτονιά μου και στην ηλικία μου, πάλι να μην κατάφερνες να ταυτιστείς με αυτό που αφηγούμαι». Η αφίσα της πρώτης σειράς του Τζεροκαλκάρε στο Netflix, Κατά Μήκος της Διακεκομμένης Γραμμής. Το κόμικς γράφτηκε το 2011. Τι πιστεύεις ότι το κάνει να είναι τόσο επίκαιρο 14 χρόνια μετά; Πριν από μένα, το ίδιο πρέπει να πίστεψε και το Netflix για να βασίσει την πλοκή της πρώτης σειράς του Τζεροκαλκάρε πάνω του. (γέλια) Το ενδιαφέρον με αυτό το έργο είναι ότι, ενώ περιγράφει μία πολύ συγκεκριμένη και σαφώς οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή και χρονική περίοδο σαν background της ιστορίας που αφηγείται, δομείται με τέτοιο τρόπο που μπορείς να αντιληφθείς ακριβώς το συνολικό πνεύμα του, ακόμη κι αν δε μοιράζεσαι τα ίδια ή παρόμοια ερεθίσματα, αφού μπορείς πολύ εύκολα να το φέρεις στα μέτρα του δικού σου πού και του δικού σου πότε. Μπορεί να μην έχουμε Σπακαροτέλα, αλλά έχουμε τον Κορκονέα, δεν έχουμε Κάρλο, αλλά έχουμε Παύλο… κατάλαβες. Από την άλλη, πολλές από τις πολιτισμικές του αναφορές είναι πράγματι καθολικές: ταινίες όπως Star Wars και Jurassic Park, μάνγκα και άνιμε όπως το Fist of the North Star, κόμικς όπως το Blacksad… Αλλά πέραν όλων αυτών, ο συναισθηματικός αντίκτυπος της ανθρώπινης απώλειας και η εξομολογητική διήγηση μιας νεανικής ανθρώπινης σχέσης είναι μερικά από τα απολύτως άχρονα στοιχεία αυτού του εξαιρετικού κόμικς του Τζεροκαλκάρε – δεν είναι τυχαίο ότι έχει μεταφραστεί σε άλλες επτά γλώσσες μέχρι σήμερα. Ποιο ελληνικό κόμικς θα ήθελες να δεις σε μια μεγάλη τηλεοπτική πλατφόρμα; Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε ταινίες και σειρές – τόσο με ηθοποιούς όσο και κινουμένων σχεδίων – οι οποίες αντλούν την έμπνευσή τους από τα κόμικς να κατακλύζουν τον κινηματογράφο και τις διάφορες τηλεοπτικές πλατφόρμες. Το Happy! και το Watchmen στο HBO, το Κατά Μήκος της Διακεκομμένης Γραμμής και το πρόσφατο Eternauta στο Netflix, το Invincible και το The Boys στο amazon prime, για να μη μιλήσουμε για το Disney+. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει αυτή η κουλτούρα – ειδικά σε ό,τι αφορά τις ενήλικες σειρές κινουμένων σχεδίων, έχουμε να δούμε κάτι άξιο λόγου από το Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος, ενώ τα ελληνικά κόμικς, αν και βρίσκονται σε ανοδική πορεία, δεν είναι το πιο εξαγώγιμο προϊόν μας, ενώ παραμένουν στην κοινή αντίληψη εν πολλοίς στο φάσμα του niche, για να απασχολήσουν σοβαρά μία ελληνική εταιρεία παραγωγής. Στην Ελλάδα μόνο Τα Χρονικά του Δρακοφοίνικα με τον Αδάμαστο και τα Κουραφέλκυθρα με το 5λεπτο short στο Cinobo το έχουν καταφέρει με έναν τρόπο μέχρι στιγμής – αλλά μιλάμε για μια εξαίρεση στον κανόνα. (Τα Κουραφέλκυθρα είχαν και μια αριστουργηματική live action μεταφορά του Θείου Αιμιλίου στην εκπομπή του Βασίλη Λεβέντη, αλλά τι σας λέω κι εγώ τώρα…) Επομένως, δυστυχώς μία τέτοια συζήτηση δε μου φαίνεται ρεαλιστική αυτή τη στιγμή. Θα μου επιτρέψεις όμως να μη βάλω φραγμούς στη φαντασίωσή μου και να αναφερθώ σε περισσότερα από ένα κόμικς που θα ήθελα να μεταφερθούν στη μικρή οθόνη. Θα μπορούσα να δω πολύ άνετα το Hard Rock, τη χιουμοριστική σειρά με αυτοαναφορικά στοιχεία του Tasmar, ως σειρά κινουμένων σχεδίων – πιστεύω θα είχε μεγάλη επιτυχία γιατί συνδυάζει μια εύπεπτη εικαστικά αισθητική με ένα πολύ φρέσκο στόρι. Πλάκα-πλάκα, το σχεδιαστικό και αφηγηματικό ύφος του Τάσου Μαραγκού είναι πολύ κοντά σε αυτό του Τζεροκαλκάρε. Αντίστοιχα, θα ήθελα πολύ να δω τον ξεκαρδιστικό Φωτογράφο των Βαβαγιάννη – Δερβενιώτη σε σειρά κινουμένων σχεδίων, ή ακόμα και μια σειρά σύντομων επεισοδίων με σενάρια α λα Κουραφέλκυθρα. Μιας και τα άνιμε κερδίζουν διαρκώς έδαφος στις προτιμήσεις του δυτικού τηλεθεατή, θεωρώ ότι μια καλή περίπτωση για αυτό θα ήταν το Galaxia του Μάνου Λαγουβάρδου, μια διαγαλαξιακή περιπέτεια δράσης με manga αισθητική. Τέλος, μπορώ εύκολα να φανταστώ την ιστορική σειρά του Θανάση Καραμπάλιου 1800 ως σειρά εποχής ζωντανής δράσης – τώρα που το σκέφτομαι, αν κρίνω από τις τάσεις της ελληνικής τηλεόρασης τα τελευταία χρόνια, το τελευταίο θα μπορούσε να μην προϋποθέτει τη συμμετοχή κάποιας μεγάλης τηλεοπτικής πλατφόρμας. Τι άλλο ετοιμάζει η DocMZ Publishing το επόμενο διάστημα; Η DocMZ Publishing είναι μία από τις πτυχές της DocMZ Entertainment, ενός φιλόδοξου πρότζεκτ με αναφορά στην ευρύτερη ποπ κουλτούρα, το θέαμα και την ψυχαγωγία. Γεννήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την ανάγκη μου να δω στα ελληνικά κόμικς που αγαπώ να διαβάζω ο ίδιος, να μπορέσω να μοιραστώ με την υπόλοιπη κοινότητα που αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να τα διαβάσει εύκολα λόγω γλώσσας. Πολλά ιταλικά χιουμοριστικά κόμικς σε μεγάλο βαθμό δεν έχουν μεταφραστεί καν στα αγγλικά. Μερικές φορές νιώθω σαν να τα μεταφράζω για να τα δείχνω στους φίλους μου και να μπορώ επιτέλους να συζητήσω με κάποιον για αυτά. (γέλια) Η αρχική προσέγγιση ήταν η μετάφραση μη Disney κόμικς Ιταλών καλλιτεχνών που είναι γνωστοί στην Ελλάδα κυρίως για την δουλειά τους με την Disney. Αν δείτε τους πρώτους, αλλά και πολλούς από τους επόμενους τίτλους μας, αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό. Η περίπτωση του Τζεροκαλκάρε και η συγκυρία της συνέκδοσης – της σύμπραξης δηλαδή δύο εκδοτικών οίκων για την κυκλοφορία ενός κοινού βιβλίου – μου αποκάλυψαν τη γοητεία αυτού του μοντέλου συνεργασιών, οι οποίες δεν είναι και πολύ συνηθισμένες στο χώρο μας. Ωστόσο, νομίζω ότι είναι ένα μονοπάτι που θα ήθελα να εξερευνήσω, καθώς ο νεοσύστατος εκδοτικός μας οίκος αναζητά το βηματισμό και την ταυτότητά του. Έτσι λοιπόν, τα προσεχή σχέδιά μας περιλαμβάνουν δύο κατηγορίες εκδόσεων. Η πρώτη αφορά στις καθαρά δικές μας εκδόσεις, οι οποίες θα κινηθούν στο ίδιο μοτίβο, με την κυκλοφορία νέων βιβλίων των καλλιτεχνών με τους οποίους συνεργαζόμαστε ήδη όπως η Σίλβια Τζίκε και ο Τζόρτζιο Καβατσάνο, αλλά και με άλλους. Μπορώ να αναφέρω ενδεικτικά το έργο των Στέφανο Τουρκόνι και Τερέζα Ραντίτσε όπως το Porto proibito (Το Απαγορευμένο Λιμάνι) για το οποίο έχουμε ήδη συζητήσει, αλλά και ιερών τεράτων που δε βρίσκονται πλέον στη ζωή όπως ο Λουτσιάνο Μποτάρο. Η δεύτερη αφορά στις «συνεταιρικές» εκδόσεις, οι οποίες μας δίνουν τη δυνατότητα να πειραματιζόμαστε με διαφορετικά είδη και να μεταφράζουμε έργα μεγάλων Ιταλών – και όχι μόνο – καλλιτεχνών. Σε αυτό το μήκος κύματος, θα δείτε πολλές εκπλήξεις το επόμενο διάστημα, για τις οποίες δεν μπορώ να μιλήσω ακόμα, τόσο αναφορικά με τους συνεργαζόμενους καλλιτέχνες, όσο και με τους εκδοτικούς οίκους με τους οποίους θα ενώσουμε δυνάμεις. Η παρουσίαση του κόμικ θα γίνει στις 14/6 στις 20:30 στο Πεδίον του Άρεως στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Beers and books 2025! Και το σχετικό link...
-
- 7
-
-
-
- η προφητεία του αρμαντίλλο
- docmz
- (and 4 more)
-
Μιλήσαμε με τον Γιάννη Ιατρού, ιδρυτή της DocMZ Publishing, που ήδη κυκλοφορεί τα πρώτα της βιβλία. Ο Γιάννης Ιατρού τονίζει ότι υπάρχουν πολλά αξιόλογα ιταλικά κόμικς που δεν έχουν μεταφραστεί. Ο Γιάννης Ιατρού πήρε στα χέρια του το πρώτο κόμικς – ένα τεύχος με ιστορίες του Ντόναλντ – όταν ήταν μόλις τριών ετών. Το δώρο των γονιών του ήταν άκρως καθοριστικό για την πορεία του. Στα χρόνια που ακολούθησαν τα έκρυβε μέσα στα σχολικά βιβλία, ενώ η μεγάλη επανάσταση του ίντερνετ γιγάντωσε την αγάπη του για τα κόμικς, καθώς πλέον μπορούσε να έρχεται σε επαφή με υλικό και πληροφορίες από όλο τον κόσμο. Στην περίοδο της εφηβείας ακόμη, θέλησε να αναζητήσει επικοινωνία με τους καλλιτέχνες που θαύμαζε. Η πρώτη με την οποία μίλησε ήταν η γνωστή Ιταλίδα σχεδιάστρια Σίλβια Τζίκε. Όπως περιγράφει: «Τότε δεν είχα ακόμη ξεκινήσει να μαθαίνω ιταλικά κι έτσι αποφάσισα να της στείλω μέιλ με τη βοήθεια του google translate. Της έγραφα μεταξύ άλλων ότι είμαι μεγάλος θαυμαστής της. Επειδή όμως το google translate τότε δεν ήταν τόσο εκπαιδευμένο όσο σήμερα, έγραψα στα αγγλικά το μήνυμα ώστε η πλατφόρμα να το μεταφράσει στα ιταλικά. Είχα γράψει λοιπόν “I am a big fan of yours” και το google translate αντί για “θαυμαστής” μετέφρασε τη λέξη ως “ανεμιστήρας”. Έτσι η Τζίκε έλαβε ένα μήνυμα που έλεγε “Είμαι μεγάλος ανεμιστήρας σου”». Αυτό βέβαια δεν την απέτρεψε από το να απαντήσει και να του λύσει όλες τις απορίες. Τα πρώτα βήματα Με τον καιρό άρχισε να γράφει στο σάιτ του Comicdom και στη συνέχει στο «Καρέ καρέ» – το έντυπο για τα κόμικς της «ΕφΣυν» –, ενώ το 2015 εντάχθηκε στην οργανωτική ομάδα ενός από τα μεγαλύτερα φεστιβάλ κόμικς στην Ελλάδα, του AthensCon. Κάποια στιγμή, έπειτα από τις σπουδές του στη Νομική, κατάλαβε πως δεν του ταίριαζε να ασχοληθεί με το γράμμα του νόμου κι έτσι στράφηκε ολοκληρωτικά στα κόμικς. Πάντα στο μυαλό του υπήρχε η ιδέα να κάνει παράλληλα κάτι δικό του. Έτσι προέκυψε ο εκδοτικός οίκος DocMZ Publishing, ο οποίος έκανε την πρώτη του εμφάνιση τον περασμένο Δεκέμβριο με το κόμικς «¡Infierno!» που έγραψε ο Τίτο Φαράτσι και σχεδίασε η Σίλβια Τζίκε. Το πρώτο βιβλίο ήταν «βουβό», δηλαδή χωρίς διαλόγους και λεζάντες, κάτι που διευκόλυνε την έκδοση καθώς, όπως εξηγεί, η μετάφραση και η γραφιστική επιμέλειά της είναι διαδικασίες χρονοβόρες και απαιτητικές. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο νέος εκδότης: «Επιλέγοντας τίτλους που μου αρέσουν και δεν έχουν κυκλοφορήσει ακόμη στα ελληνικά, φιλοδοξώ τα βιβλία κόμικς – και όχι μόνο – που θα κυκλοφορήσουν το επόμενο διάστημα από την DocMZ Publishing να σταθούν η αφορμή για έναν δημιουργικό και παραγωγικό καλλιτεχνικό διάλογο. Άλλωστε, οι πρώτοι καλλιτέχνες που έχουν επιλεγεί για να συστηθούν εκ νέου στο ελληνικό κοινό μόνο άγνωστοι δεν είναι». Εξηγεί ότι η πρώτη περίοδος θα είναι αφιερωμένη στο ιταλικό χιουμοριστικό κόμικς μέσα από τα μάτια καλλιτεχνών που έγιναν διάσημοι φιλοτεχνώντας ιστορίες με τους ήρωες του Ντίσνεϊ στη χώρα τους. Τονίζει πως έχει υπόψη του πάρα πολλά αξιόλογα ιταλικά κόμικς τα οποία δεν έχουν μεταφραστεί και ούτε φαίνεται να υπάρχει η πρόθεση ή και η γνώση από Έλληνες εκδότες να τα βγάλουν. Τα βιβλία που ακολουθούν Η επόμενη έκδοση, «Σμάλτο & Τζόννυ», που υπογράφουν δύο μεγαθήρια των ιταλικών κόμικς, ο Τζόρτζιο Πετσίν και ο Τζόρτζιο Καβατσάνο, θα παρουσιαστεί στο φετινό Comicdom CON Athens. Εκεί θα βρίσκεται και ο διάσημος κυρίως για την δουλειά του με ήρωες του Ντίσνεϊ, Καβατσάνο, ο οποίος μαθήτευσε πλάι στον θρυλικό Βενετό καλλιτέχνη Ρομάνο Σκάρπα και σύντομα έγινε σημείο αναφοράς για τους ομότεχνούς του. Από την DοcMZ Publishing κυκλοφορεί επίσης το βιβλίο «Όλυμπος Α.Ε.», σε σχέδιο Σίλβια Τζίκε και σενάριο Βιντσέντζο Τσεράμι (γνωστός και για την ιδιότητά του ως σεναριογράφου των ταινιών του Ρομπέτο Μπενίνι, μεταξύ των οποίων το «Η ζωή είναι ωραία»). Πρόκειται για μια χιουμοριστική ιστορία με σημείο αναφοράς την ελληνική μυθολογία. Έπεται «Η προφητεία του Αρμαντίλλο» του Zerocalcare, κορυφαίου σύγχρονου Ιταλού δημιουργού κόμικς, ο οποίος υπογράφει δύο σειρές κινουμένων σχεδίων στο Netflix. Το φεστιβάλ της Αθήνας Το διεθνές φεστιβάλ της Αθήνας Comicdom CON Athens 2025 επιστρέφει 16-18/5 στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων (Πειραιώς 100). Οι επισκέπτες θα συναντήσουν περισσότερους από 180 καλλιτέχνες, πάνω από 40 εκδοτικές και διεθνείς προσκεκλημένους, ενώ έχουν προγραμματιστεί ειδικές προβολές animation και ντοκιμαντέρ, παιδικό πρόγραμμα και τελετή απονομής των Ελληνικών Βραβείων Κόμικς. Τιμώμενος δημιουργός της 19ης διοργάνωσης είναι ο πολυβραβευμένος Θανάσης Πέτρου. Ξεχωριστή θέση έχουν ο διαγωνισμός Comicdom Cosplay, που φέτος θα μεταδοθεί ζωντανά από τη γιγαντοοθόνη του Solar Cinema, αλλά και το Sketch Event για τα 90 χρόνια της DC Comics. Και το σχετικό link...
-
- 5
-
-
- docmz publishing
- γιάννης ιατρού
- (and 6 more)
-
Το κόμικ “Infierno” επαναπροσδιορίζει τις δυναμικές των κόμικς, συνδυάζοντας τη σιωπή με το χιούμορ και την υπερφυσική δράση. Οι δύο υπερταλαντούχοι δημιουργοί του Tito Faraci και Silvia Ziche μιλούν στο NEWS 24/7 για τη δημιουργία του, την “Κόλαση” και τη δύναμη της εικόνας. Οι ιστορίες έχουν τη δύναμη να μας ταξιδεύουν. Μπορούν να μας οδηγήσουν σε μαγικούς κόσμους, να μας κάνουν να γελάσουμε, να μας συγκινήσουν, ή ακόμα και να μας δώσουν το έναυσμα να σκεφτούμε διαφορετικά. Το “¡Infierno!” είναι ακριβώς αυτό: ένα βουβό κόμικ που μέσα από τη σιωπή του, αναζωπυρώνει τη φαντασία του αναγνώστη και τον παρασύρει σε έναν κόσμο όπου το χιούμορ και η περιπέτεια ενώνονται με την υπερφυσική διάσταση της Κόλασης. Δημιουργοί του είναι ο σεναριογράφος Tito Faraci και η σκιτσογράφος Silvia Ziche, δύο διάσημοι Ιταλοί καλλιτέχνες με βαθιά αγάπη για την ένατη τέχνη. Η συνεργασία τους στο παρελθόν έχει προσφέρει ώριμους κι επιτυχημένους καρπούς και τώρα έρχεται να μας δώσει μια ιστορία γεμάτη ευρηματικότητα, ανατροπές και, πάνω απ’ όλα, μια εναλλακτική τολμηρή οπτική να βλέπουμε τη ζωή και τον θάνατο. Το “Infierno” δεν είναι απλώς ένα κόμικ χωρίς λόγια. Είναι μια βουβή ιστορία που φωνάζει δυνατά, αποδεικνύοντας πως οι εικόνες μπορούν να μιλήσουν πιο δυνατά από τις λέξεις. Σε έναν κόσμο όπου το άγχος και η υπερπληροφόρηση κυριαρχούν, η σιωπή του γίνεται μια πολύτιμη ανάσα. Και όπως κάθε έργο τέχνης, το “Infierno” προσφέρει κάτι περισσότερο από διασκέδαση: είναι μια πρόσκληση να αγκαλιάσουμε το χιούμορ ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές. Το “¡Infierno!” είναι ένα κόμικ γεμάτο αντιθέσεις. Από τη μία μας παρουσιάζει την Κόλαση, έναν κόσμο γεμάτο φωτιές και δαίμονες, και από την άλλη, μας καλεί να γελάσουμε με τις περιπέτειες δύο ατζαμήδων διαβολόμπατσων που προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα σε αυτό το χαοτικό περιβάλλον. Μια χιουμοριστική περιπέτεια γεμάτη εγκλήματα, τοποθετημένη σε ένα υπερφυσικό περιβάλλον που θυμίζει κάτι από γιγαντιαία φυλακή. Η πρωτοτυπία του “¡Infierno!” έγκειται στην έλλειψη διαλόγων. Ο εκδότης Daniele Brolli προκάλεσε τους δημιουργούς να φτιάξουν ένα κόμικ όπου οι χαρακτήρες και οι εικόνες θα μεταφέρουν όλη την αφήγηση χωρίς “μπαλονάκια”. Το αποτέλεσμα είναι μαγευτικό: Η Silvia Ziche με το χαρακτηριστικό της κι έντονα γραμμικό σχέδιο, αποδίδει μοναδικά τους χαρακτήρες δίνοντάς τους μια ζωντάνια που κάνει κάθε τους κίνηση να μιλά από μόνη της. Ο Tito Faraci από την άλλη, φρόντισε η πλοκή να ρέει φυσικά, αναδεικνύοντας το χιούμορ και τις δυναμικές των χαρακτήρων χωρίς την ανάγκη λόγου. Το στόρι Στο “¡Infierno!” πρωταγωνιστούν οι δύο διαβολόμπατσοι με το τερατάκι τους στο λουράκι, σε μία ιστορία που ξεκινάει από τα Τάρταρα και συνεχίζει άλλοτε πιο ψηλά και άλλοτε πιο χαμηλά. Στην πρώτη περίπτωση θα πρέπει να αντιμετωπίσουν έναν νεκρό μαφιόζο, ο οποίος καταφέρνει να κάνει άνω-κάτω την Κόλαση και τον Παράδεισο, μέχρι να επέλθει μία θεία παρέμβαση σαν από μηχανής Θεός. Στη δεύτερη, έχοντας τιμωρηθεί σε καταναγκαστική εργασία στο Καθαρτήριο, καταφέρνουν να μπλεχτούν σε έναν χοντρό μπελά και για να βγουν θα πρέπει να εμπλακούν σε ένα επικίνδυνο ανθρωποκυνηγητό μίας γυναίκας. Ανακαλύπτοντας μυστικά που τσουρουφλίζουν περισσότερο και από τις Πύλες της Κολάσεως. Όταν έμαθα ότι οι δύο Ιταλοί δημιουργοί θα δώσουν το παρών στο φετινό AthensCon, άδραξα την ευκαιρία και ζήτησα να τους μιλήσω για τη νέα τους αυτή δημιουργία, την “Κόλαση” και τη δύναμη της εικόνας. Θεωρώ αυτό που έχει ενδιαφέρον να μαθαίνει κανείς για τους μεγάλους δημιουργούς είναι πότε πρωτοάναψε η “σπίθα” για να ενασχοληθούν επαγγελματικά με την τέχνη τους. Η ιστορία του Tito Faraci όπως μου τη διηγήθηκε έχει ως εξής: «Η σχέση μου με τα κόμικς ξεκίνησε από την παιδική μου ηλικία. Θυμάμαι ότι στο σπίτι μας υπήρχαν διάφορα κόμικς, και κυρίως το “Topolino”. Καθοριστικό. Θεμελιώδες. Το πρώτο κόμικς που αγόρασα μόνος μου στο περίπτερο επειδή με σαγήνεψε το εξώφυλλο, ήταν ένα τεύχος του “Daredevil” (στην Ιταλία εκείνη την εποχή ονομαζόταν σκέτο Devil), το οποίο με επηρέασε πάρα πολύ. Μετά ξεκίνησα να καταβροχθίζω τα Marvel κόμικς της χρυσής εποχής του Σταν Λι – Υπήρξε τεράστια πηγή έμπνευσης για εμένα ο Λι, προτού ακόμα φανταστώ τι δουλειά θα έκανα μεγαλώνοντας. Όταν ήμουν πολύ νέος λίγο μετά τα 20, δεν υπήρχε η αντίληψη ότι για να ασχοληθείς με τα κόμικς μπορούσες «απλά» να γράφεις το σενάριο, δίχως να χρειάζεται να τα σχεδιάζεις ο ίδιος. Ήμουν κακός στο σχέδιο, γι’ αυτό το παράτησα. Ακολούθησα έναν άλλο δρόμο, σε καμία περίπτωση άσχημο, αυτόν της δημοσιογραφίας με αντικείμενο τη μουσική. Επάγγελμα που έκανα για σχεδόν δέκα χρόνια. Για καλή μου τύχη, μετά κατέληξα να δουλεύω σε ένα δημοσιογραφικό πρακτορείο που είχε άριστες σχέσεις με την Disney… Και μια μέρα ο ιδιοκτήτης, γνωρίζοντας ότι θα με βόλευε να βγάζω μερικά περισσότερα χρήματα, μου πρότεινε να δοκιμάσω να προτείνω μια ιστορία για το “Topolino”. Ήταν η σπίθα από την οποία ξεκίνησαν όλα. Η πρότασή μου εγκρίθηκε και σε εκείνο το σημείο έπρεπε να μάθω εν τάχει να γράφω σενάρια. Μελετώντας σενάρια άλλων και βάζοντας την επινοητικότητά μου σε δράση. Ήμουν πολύ τυχερός». Τον ρωτώ για το “Infierno”, ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για τους δύο διαβολόμπατσους και ποιο το μήνυμα που θέλει να επικοινωνήσει: «Πάντα μου άρεσαν τα ζευγάρια ηρώων που είναι φίλοι αλλά και λίγο εχθροί, και αντίστροφα. Ισχύει ακόμα και για τον Μίκυ Μάους και τον Μαύρο Πητ, με τον δικό τους τρόπο. Η ιδέα να τοποθετηθεί η δράση στην Κόλαση ήρθε στη Σίλβια, ελαφρώς εμπνευσμένη από το “Spawn” το οποίο εκείνη την εποχή, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, ήταν στα φόρτε του. Εγώ σκέφτηκα ότι η Κόλαση είναι σαν μία κολοσσιαία φυλακή, με διαβόλους σαν δεσμοφύλακες και αστυνομικούς. Η βασική ιδέα ήταν αυτή. Μία χιουμοριστική ιστορία εγκλήματος σε περιβάλλον φυλακής, αλλά και με υπερφυσικά στοιχεία. Ένα μεγάλο crossover με λίγα λόγια. Δεν εφηύρα την ιστορία για να στείλω κάποιο μήνυμα. Δεν το κάνω ποτέ. Οι ιστορίες μου γεννιούνται από την επιθυμία μου να διηγηθώ. Αν μετά, όπως συνήθως συμβαίνει, προκύπτει αυθόρμητα μία θεώρηση για τον κόσμο, ένα μήνυμα, είμαι χαρούμενος. Σίγουρα υπάρχει τουλάχιστον ένα μήνυμα στο Infierno: Η ζωή πρέπει να λαμβάνεται με χιούμορ για να βγάζει νόημα. Και όχι μόνο η ζωή…» Η Silvia Ziche και ο Tito Faraci Η Silvia Ziche δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις: Αποτελεί μία από τους πιο σημαντικές εκπροσώπους της ιταλικής σχολής κόμικς με ήρωες του Ντίσνεϊ. Και η γνωριμία της με την ένατη τέχνη έγινε ακριβώς εκεί: «Δεν θυμάμαι ακριβώς ποιο ήταν το πρώτο κόμικ που έπιασα στα χέρια μου, αλλά ήταν μία από εκείνες τις φανταστικές και πολύ δυναμικές ιστορίες με τον Ντόναλντ και τον Φέθρυ που σχεδίαζε ο Τζόρτζιο Καβατσάνο τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του εβδομήντα τον περασμένο αιώνα. Ήταν κεραυνοβόλος έρωτας. Αυτοί οι χαρακτήρες ήταν διασκεδαστικοί, νευρωτικοί. Με γοήτευσε η μαγεία του σχεδίου που τους έκανε ζωντανούς. Βούτηξα κυριολεκτικά μέσα σε αυτές τις εικόνες, και νομίζω ότι δεν έχω βγει ακόμη. Δεν ήταν συνειδητή η απόφαση να ασχοληθώ επαγγελματικά με τα κόμικς. Απλά ήταν πάντοτε ο στόχος μου, από πολύ μικρή. Ποτέ δεν έλαβα υπόψη μου την ιδέα ότι θα μπορούσα να κάνω κάτι άλλο στη ζωή μου. Η πρώτη μου επιρροή ήταν, όπως είπα, ο Καβατσάνο. Μετά, αργότερα, ο Αλμπέρ Ουντερζό, η Κλαιρ Μπρετεσέρ, ο Σουλτς, ο Κίνο, ο Σίλβερ, ο Μπιλ Γουότερσον… Αλλά φυσικά υπάρχουν πολλοί άλλοι». Τη ρωτώ για τη συνεργασία της με τον Faraci και πώς προσεγγίζει τους χαρακτήρες που της αναθέτουν: «Κάθε φορά που εγώ και ο Τίτο έχουμε δουλέψει μαζί πάντα μιλάμε πολύ και συζητάμε τα πάντα. Συνήθως η τελική δουλειά είναι καρπός επιλογών αμφότερων. Συνήθως ο χαρακτήρας που περιγράφεται από τον σεναριογράφο μου δίνει ήδη μία κατεύθυνση. Τα κόμικς – σε όλες τις περιπτώσεις, αλλά πόσο μάλλον στην περίπτωση του Infierno! – είναι λίγο σαν βουβές ταινίες. Ο ήρωας πρέπει να αναπαριστάνει τον χαρακτήρα του, να τον ερμηνεύει, με τρόπο που να είναι κατανοητός. Συνήθως αφήνω να με οδηγεί το κείμενο, το οποίο ήδη από την πρώτη ανάγνωση δίνει έναν προσανατολισμό στην φαντασία μου». Όσο για το εάν θα σχεδίαζε ποτέ υπερήρωες, η απάντησή της με αιφνιδίασε: «Το αγαπημένο μου είναι να σχεδιάζω κωμικούς χαρακτήρες και δευτερευόντως να σχεδιάζω την κωμική πλευρά των σοβαρών ηρώων. Επομένως ναι, θα σχεδίαζα υπερήρωες, δίχως κανέναν ενδοιασμό, αλλά θα τους σχεδίαζα με τον δικό μου τρόπο. Δυστυχώς (για αυτούς) όταν σχεδιάζω πρέπει να διασκεδάζω, αλλιώς βαριέμαι». Γρήγορος γύρος ερωτήσεων Η κουβέντα μου με τους δύο κορυφαίους δημιουργούς που επεκτάθηκε εκτός των ορίων της… κόλασης. Faracci και Ziche μού μίλησαν για τον ρόλο της ένατης τέχνης σήμερα, τη δημοφιλία των κόμικ που παρουσιάζουν ανθρώπινες ιστορίες, καθώς και την επικερδή σήμερα μεταφορά πολλών τίτλων στη μικρή και μεγάλη οθόνη… Ποιος θεωρείτε είναι ο ρόλος των κόμικ σήμερα; Έχει αλλάξει το αναγνωστικό κοινό και τι πιστεύετε αποζητά; T.F.: «Ένα πράγμα σίγουρα έχει αλλάξει, αν το αναλογιστούμε με σημείο εκκίνησης το Infierno. Στην εποχή της πρώτης κυκλοφορίας, πολύς κόσμος με ρωτούσε “Μα αν δεν υπάρχουν διάλογοι, εσύ τι ακριβώς έγραψες;”. Σήμερα αυτήν την ερώτηση δε θα μου την έκαναν πια (πιστεύω, ελπίζω). Ο κόσμος έχει μεγαλύτερη επίγνωση του πώς φτιάχνονται τα κόμικς και του ρόλου εκείνου που γράφει τα σενάρια. Οι αναγνώστες είναι πιο προσεκτικοί και έμπειροι. Το κοινό είναι πιο ειδικευμένο». S.Z.: «Πιστεύω ότι ο ρόλος των κόμικς είναι να διηγείται ιστορίες, να παρέχει μία εναλλακτική οπτική γωνία. Οι αναγνώστες αλλάζουν συνεχώς, αν μη τι άλλο επειδή μεγαλώνουν, εξελίσσονται. Ψάχνουν κυρίως ιστορίες για να αποσπαστούν από την καθημερινότητα, να διασκεδάσουν. Αλλά αν η διασκεδαστική ιστορία τους κάνει και να σκεφτούν, να καταλήξουν σε συμπεράσματα που δεν περίμεναν, πιστεύω ότι το ευχαριστιούνται. Το να τίθενται ερωτήματα στους αναγνώστες τους οδηγεί στην αναζήτηση απαντήσεων, και στο τέλος σε μια ικανοποίηση για τον κόπο που έκαναν για να δώσουν λογικές απαντήσεις». Γιατί επιλέξατε το βουβό κόμικ – Ποια τα πλεονεκτήματα αυτής της αφήγησης και ποιες οι δυσκολίες; S.Z.: «Ήταν ρητό αίτημα του εκδότη που μας ανέθεσε το συγκεκριμένο κόμικς, του Ντανιέλε Μπρόλι. Ανταποκριθήκαμε μετά χαράς. Δεν μπορώ να απαντήσω για τον Τίτο, αλλά σε εμένα η ιδέα να υπερβάλλω με την ερμηνεία των χαρακτήρων για να την κάνω κατανοητή ακόμα και χωρίς κείμενα ήταν μία απολαυστικότατη πρόκληση. Δεν συνάντησα δυσκολίες». T.F.: «Η επιλογή ήταν του Ντανιέλε Μπρόλι, του πρώτου εκδότη. Είχε στήσει μία σειρά ιστοριών κόμικς δίχως λέξεις. Έτσι, όταν στράφηκε σε εμένα και την Σίλβια η πρόκληση ήταν ήδη αυτή. Το μειονέκτημα του να γράφεις σενάριο για μία “βουβή” ιστορία είναι η προφανής δυσκολία της, αλλά μαθαίνεις τόσο πολλά πράγματα που μετά χρησιμεύουν και στις “κανονικές” ιστορίες. Μερικές φορές στηριζόμαστε στους διαλόγους εν είδει τεμπελιάς, όταν το να τους μειώσεις – ή να τους εξαλείψεις – προσφέρει μία μεγαλύτερη αμεσότητα στην αφήγηση». Σήμερα, όλο και περισσότερα κόμικς μεταφράζονται σε ταινίες ή τηλεοπτικές σειρές. Είστε υπέρ αυτής της τάσης; Τις παρακολουθείτε: T.F.: «Ήταν ήδη στην ατμόσφαιρα την δεκαετία του ’90. Μάλιστα ο Ντανιέλε Μπρόλι έλεγε από τότε ότι τα κόμικς θα γίνονταν μία μεγάλη «διάταξη ιδεών» για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Κι έτσι έγινε. Μπορείς να εκτιμήσεις την οπτική αποτελεσματικότητα μία ιστορίας η οποία μπορεί να είναι μάλιστα και πολύ θεαματική, δίχως να επενδύσεις ένα σωρό λεφτά σε ειδικά εφέ, σκηνογραφίες, καστ… Εν ολίγοις, αντί για “τάση” θα το χαρακτήριζα “ευκολία”. Ήταν φυσικό και λογικό να συμβεί. Και είναι φυσικό και λογικό, για όποιον κάνει τη δουλειά μας, να παρατηρεί αυτό το φαινόμενο με συμπάθεια και αισιοδοξία». S.Z.: «Δεν τις βλέπω, όχι. Παραμένω σφόδρα πεπεισμένη πως η ανάγνωση δίνει την δυνατότητα να αλληλεπιδράσεις περισσότερο με την ιστορία. Η ανάγνωση απαιτεί φαντασία, κάτι που οι τηλεοπτικές σειρές δεν απαιτούν και δεν διεγείρουν με κανέναν τρόπο». Ένας ήρωας κόμικ που θα θέλατε πολύ να γράψετε / σχεδιάσετε και δεν έχει ακόμα συμβεί; S.Z.: «Όλους όσους δεν έχω σχεδιάσει ακόμη». T.F.: «Δύσκολο να απαντήσω. Έχω βιώσει αρκετές ικανοποιήσεις, με αυτήν την έννοια. Ίσως… χμ, ο Σούπερμαν. Μία πρόκληση δύσκολη και, ίσως ακριβώς για αυτό, συναρπαστική». Ποιο είναι το επόμενο πρότζεκτ σας; S.Z.: «Αυτήν την περίοδο εργάζομαι σε μία μεγάλη ιστορία για το “Topolino” σε κείμενα ενός άλλου σεναριογράφου, του Σέρτζιο Μπαντίνο. Και μετά έχω τουλάχιστον έξι ή επτά πρότζεκτ σε αναμονή. Πρέπει μόνο να βρω τον τρόπο για να αφοσιωθώ σε όλα». T.F.: «Πολλά πρότζεκτ στα σκαριά, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να μιλήσω για αυτά. Υποχρεώσεις εχεμύθειας. Δουλεύω και λίγο εκτός του κόσμου των κόμικς αυτήν την περίοδο: μία σειρά “true crime” για την τηλεόραση και ένα docufilm. Μια ωραία εμπειρία, αλλά για πάντα θα προτιμώ να γράφω κόμικς: είναι ένα σημαντικό μέρος της ζωής μου, της προσωπικότητάς μου». Δύο λόγια για τους δημιουργούς TITO FARACI Ένας από τους πιο διακεκριμένους Ιταλούς σεναριογράφους κόμικς, έχοντας γράψει ιστορίες που έχουν κυκλοφορήσει σε πολλές χώρες στον κόσμο, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Έχει δουλέψει σε ιστορικούς τίτλους και χαρακτήρες όπως ο Μίκυ Μάους, ο Φάντομ Ντακ, ο Ντύλαν Ντογκ, ο Τεξ, ο Ντιαμπολίκ και ο Σπάιντερ-Μαν. Έχει λάβει πολυάριθμες διακρίσεις, μεταξύ των οποίων το Βραβείο Gran Guinigi στο μεγάλο φεστιβάλ Lucca Comics & Games ως Καλύτερος Σεναριογράφος. Μεταξύ άλλων, έχει δημιουργήσει τον χαρακτήρα Μπραντ Μπάρον για τις Εκδόσεις Sergio Bonelli. Εκτός από κόμικς, το καλλιτεχνικό εύρος του Φαράτσι επεκτείνεται και στη λογοτεχνία και τη μουσική, ενώ τα τελευταία χρόνια επιμελείται τις εκδόσεις κόμικς της ιταλικής Feltrinelli Comics. Στην Ελλάδα, εκτός από τις ξεχωριστές ιστορίες με τους ήρωες του Ντίσνεϋ όπως ο Β’ Κύκλος της σειράς Μίκυ Μυστήριο (Εκδόσεις Νέα Ακτίνα), υπογράφει το σενάριο σε πρόσφατες ιστορίες του Ντιαμπολίκ (Εκδόσεις Jemma Press), αλλά και σε υπερηρωικές ιστορίες του Σπάιντερ-Μαν (Το Μυστικό Του Κρυστάλλου), του Ντερντέβιλ και του Κάπταιν Αμέρικα (Διπλός Θάνατος) ή κλασικές περιπέτειες του Ζαγκόρ (Εκδόσεις Μικρός Ήρως). SILVIA ZICHE Μία ιστορική πλέον υπογραφή της ιταλικής σχολής κόμικς με ήρωες του Ντίσνεϊ. Στη διάρκεια της καριέρας της έχει καταγράψει σημαντικό αριθμό συνεργασιών: Έχοντας περάσει από το θρυλικό περιοδικό κόμικς Linus το 1987, συνεργάστηκε με τα ιταλικά περιοδικά Cuore, Smemoranda, Topolino, Comix, Musica (ένθετο της ιταλικής εφημερίδας Repubblica) και από το 2006 συνεργάζεται με το περιοδικό Donna Moderna. Μεγάλη παρουσία έχει και στα ράφια των βιβλιοπωλείων, αφού έχουν κυκλοφορήσει αμέτρητες εκδόσεις με σχέδιό της καθιστώντας τη μία από τις σημαντικότερες εκπροσώπους των ιταλικών κόμικς, με την προσωπική της ηρωίδα Lucrezia να καταγράφει μία πετυχημένη εκδοτική πορεία τα τελευταία είκοσι χρόνια. Στην Ελλάδα, πέρα από τις ξεκαρδιστικές ιστορίες της με τους χαρακτήρες του Ντίσνεϊ όπως η σειρά Μεγάλα Σήριαλ των Εκδόσεων Νέα Ακτίνα (Παπιομυστήριο, Φθόνος & Απληστία, Ο Μεγάλος Σπλας, Η Ληστεία του Αιώνα), έχουμε δει τη συμμετοχή της στην ανθολογία Diabolik: με το Βλέμμα των Άλλων από τις Εκδόσεις Jemma Press. H DocMZ Publishing Η DocMZ Publishing αποτελεί τον εκδοτικό βραχίονα της DocMZ Entertainment, μίας εταιρείας ψυχαγωγίας με επίκεντρο τα κόμικς και την ποπ κουλτούρα. Μία έμπνευση του Γιάννη Ιατρού, ιδρύθηκε το 2024 στον Βόλο και φιλοδοξεί να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στην περαιτέρω διάδοση των κόμικς στην Ελλάδα, προτείνοντας τόσο κλασικούς όσο και σύγχρονους τίτλους με την υπογραφή των σημαντικότερων ονομάτων του διεθνούς στερεώματος της 9ης Τέχνης. Αποσκοπώντας σε έναν ενδιαφέροντα και δημιουργικό καλλιτεχνικό διάλογο, η DocMZ Publishing επιχειρεί να συστήσει – ή να… ξανασυστήσει – μερικούς από τους πιο επιδραστικούς καλλιτέχνες του Μέσου, μέσω του έργου τους αλλά και πέρα από αυτό. Περισσότερες πληροφορίες στο site της DocMZ Publishing. Info: ¡Infierno! Σενάριο: Tito Faraci Σχέδιο: Silvia Ziche Σελίδες: 112 Μέγεθος: 17 x 24 Χρώμα: Ασπρόμαυρο (έγχρωμη εισαγωγή) Μαλακό εξώφυλλο ISBN: 978-618-87492-0-7 Και το σχετικό link...
-
- 6
-
-
- infierno
- tito faraci
- (and 5 more)
-
Το πρώτο βιβλίο της DOCMZ PUBLISHING είναι γεγονός! Η συγκεκριμένη δουλειά αποτελεί μία δημιουργία των εξαιρετικών Ιταλών καλλιτεχνών (γνωστοί από τις δουλειές τους στα Disney) Tito Faraci και Silvia Zicke και κυκλοφόρησε αυτόνομη στην χώρα μας, στο Athenscon που μας πέρασε. Υπεύθυνος γι' αυτό είναι ο δικός μας @ JohnnyMZ , σε συνεργασία με τους (επίσης δικούς μας) @ PhantomDuck και @ The_Sandman . Η παρουσίαση του κόμικ είναι ΕΔΩ. Όπως ήταν φυσικό, η Λέσχη Φίλων Κόμικς δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχη κι έτσι κληρώνει δύο αντίτυπα και μάλιστα ενυπόγραφα κι από τους δύο δημιουργούς! Όποιος θέλει, μπορεί να δηλώσει συμμετοχή εδώ. Η κλήρωση θα διεξαχθεί την Δευτέρα το απόγευμα. Καλή επιτυχία σε όλη την παρέα!
- 30 replies
-
- 14
-
-
- silvia ziche
- tito faraci
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
To Infierno, ένα εμβληματικό έργο χωρίς λόγια των Τίτο Φαράτσι και Σίλβια Τζίκε, κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις νέες και φιλόδοξες εκδόσεις DocMZ του «δικού μας» Γιάννη Ιατρού. «Βουβά κόμικς και εικονοβιβλία (συμπεριλαμβανομένων και των graphic novels) διέπονται από κειμενικότητα, παρουσιάζουν δηλαδή όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που τα καθιστούν “κείμενα” δομημένα με εικόνες που συμπαρατίθενται σε αλληλουχία […] Η απουσία λέξεων σε κάθε βουβή αφήγηση αντικαθίσταται από εκφράσεις και κινήσεις του προσώπου και του σώματος των χαρακτήρων, λειτουργώντας ως ένα είδος λεξιλογίου» γράφει η Μαριάννα Μίσιου στην εξαιρετική της μελέτη με τίτλο «Βουβά Κόμικς και Εικονοβιβλία» (εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2020). Αυτή η απουσία λέξεων δεν κοστίζει τίποτα όταν αντισταθμίζεται από πλούσια σχέδια τα οποία είναι ικανά να συνθέσουν ολοκληρωμένες αφηγήσεις. Τέτοια είναι τα σχέδια στο Infierno του Τίτο Φαράτσι (σενάριο) και της Σίλβια Τζίκε (σχέδια), ένα διονυσιακό «πανηγύρι» ξέφρενων καταδιώξεων μεταξύ Κόλασης και Παραδείσου, κατά την «ανάγνωση» του οποίου αργείς να αντιληφθείς ότι δεν υπάρχουν λέξεις. «Ίσως ακριβώς η απουσία κειμένου να δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία να εμπλακεί περισσότερο, παρατηρώντας κάθε λεπτομέρεια σε ένα βιβλίο κόμικς που χρειάζεται πολλές αναγνώσεις για να αποκαλυφθεί πλήρως στον κάτοχό του» τονίζει ο Γιάννης Ιατρού στον πρόλογό του, επισημαίνοντας την ουσιαστική ιδιαιτερότητα αυτών των βιβλίων. Το πρώτο μέρος του έργου κυκλοφόρησε στην Ιταλία το 1999 στο πλαίσιο της σειράς No Words του Ντανιέλε Μπρόλι, με καινοτόμο χαρακτηριστικό την αφήγηση χωρίς λόγια. Όλα τα έργα της πρωτότυπης σειράς σημείωσαν μεγάλη επιτυχία και τη μεγαλύτερη απ’ όλα το Infierno, γεγονός που οδήγησε τους δημιουργούς της το 2014 να επιστρέψουν στους χαρακτήρες της για το δεύτερο μέρος. Βασικοί πρωταγωνιστές είναι δυο ατζαμήδες αστυνομικοί διάβολοι με το κατοικίδιο τερατάκι τους δεμένο σε λουράκι που διαβαίνουν τις Πύλες της Κολάσεως για να επισκεφθούν τον Παράδεισο σε ειδική αποστολή ή για να αναμιχθούν με τον πραγματικό κόσμο και να τον κάνουν άνω-κάτω. Οι Φαράτσι και Τζίκε φαίνεται να το διασκεδάζουν σε κάθε καρέ, σε κάθε σελίδα, με τους δυο απορημένους και εκφραστικότατους διαβόλους να πέφτουν σε απανωτές γκάφες, να αποτυγχάνουν αλλά να επιμένουν, να προσπαθούν να εφαρμόσουν τις εντολές του Σατανά-αφεντικού τους αλλά να παρασύρονται από τα πάθη τους και να αφήνονται στις εφήμερες απολαύσεις της ζωής ή να μπλέκουν σε πολιτικά παιχνίδια, σε σεξουαλικά σκάνδαλα και σε ουρές δημόσιων υπηρεσιών. Εκτός από τον ξέφρενο ρυθμό όμως που απαιτεί απολαυστικά μπρος-πίσω στην ανάγνωση, ο προσεκτικός αναγνώστης μπορεί να διακρίνει και τις πολλές αναφορές των δημιουργών σε άλλες εικόνες αλλά και σε γνωστά έργα τέχνης όπως το American Gothic του Grant Wood ή το Νησί των Νεκρών του Άρνολντ Μπέκλιν που παρεμβάλλονται παραλλαγμένα σε ένα έξυπνο παιχνίδι ανακάλυψης. Οι δυο τους άλλωστε έχουν συνεργαστεί πολλές φορές, κυρίως για την Disney, αλλά και σε άλλες ιστορίες όπως οι περιπέτειες του Diabolik και η πιο πρόσφατη σειρά Quei Due. Το άψογα επιμελημένο και πολύ όμορφο Infierno με πλούσια ιστορικά στοιχεία, βιογραφίες των δημιουργών κ.ά. είναι το πρώτο βιβλίο των νέων εκδόσεων DocMZ που ίδρυσε ο συνεργάτης μας Γιάννης Ιατρού, ο οποίος υπόσχεται πολλές ακόμα σπουδαίες εκδόσεις το προσεχές διάστημα. Κρίνοντας από την πρώτη του επιλογή και από τη βαθιά του αγάπη για την ένατη τέχνη είμαστε βέβαιοι ότι θα το πετύχει! Στο Athens Con, οι Τίτο Φαράτσι και Σίλβια Τζίκε θα παρουσιάσουν το έργο τους την ερχόμενη Παρασκευή στις 19.30 και θα πραγματοποιήσουν το καλλιτεχνικό εργαστήρι «Πώς να σχεδιάσεις κόμικς χωρίς λόγια» την Κυριακή στις 13.30. Την Τρίτη 10/12 στις 19.00 θα βρίσκονται στο βιβλιοπωλείο-καφέ Κομπραί στα Εξάρχεια για μια χαλαρή συζήτηση με τους φίλους των κόμικς τους. Η γάτα-τιμωρός επιστρέφει Η σειρά του Τάσου Μαραγκού με πρωταγωνίστρια τη γάτα του συνεχίζεται! Η θρυλική Κούρο, μετά τα βραβεία Καλύτερης Αυτοέκδοσης που κατέκτησε τα δυο τελευταία χρόνια στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς, μεταμορφώνεται σε νίντζα-τιμωρό και κατευθύνεται στην Παλαιστίνη για να βάλει μερικά πράγματα στη θέση τους, φυσικά από την σωστή πλευρά της Ιστορίας. Οι νέες περιπέτειες της Κούρο θα κάνουν ντεμπούτο αυτές τις ημέρες στο Comic N’ Play στη Θεσσαλονίκη και από τις 6 Δεκεμβρίου στο περίπτερο του δημιουργού στο Athens Con 2024. Και το σχετικό link...
-
- 4
-
-
- infierno
- σίλβια τζίκε
- (and 8 more)
-
-
- 4
-
-
-
- achdé
- ίωνας αγγελής
-
(and 3 more)
Tagged with:
-
-
- 8
-
-
-
- comic cultura
- γιαννης ιατρου
-
(and 1 more)
Tagged with:
-
Μια ωραία συνέντευξη του Paolo Mottura που έδωσε στον συμφορουμίτη και φίλο Γιάννη Ιατρού. Enjoy Συντάκτης: Συνέντευξη στο Γιάννη Ιατρού Ίσως από τους καλύτερους δημιουργούς Ντίσνεϊ κόμικς της γενιάς του, ο Paolo Mottura ανήκει σε μία πολύ ιδιαίτερη καλλιτεχνική οικογένεια. Έχοντας προσαρμόσει το σχεδιαστικό του ύφος στα ντισνεϊκά πρότυπα, προσπαθεί διαρκώς να το ανανεώνει και να το εκσυγχρονίζει, φέρνοντας διάφορες -πολλές φορές και αντιμαχόμενες μεταξύ τους- επιρροές: το παλιό με το καινούργιο, το γκόθικ στοιχείο με το παραμυθικό... Έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής, τουλάχιστον στη χώρα μας, μετά την εξαιρετική διασκευή του μυθιστορήματος «Μόμπι Ντικ» με πρωταγωνιστές την οικογένεια των Ντακ. Η διασκευή κλασικών μυθιστορημάτων, αλλά και ταινιών ή σειρών, σε κόμικς με τους χαρακτήρες του Ντίσνεϊ είναι μία νέα τάση που προωθεί η γειτονική χώρα και ο σχεδιαστής Paolo Mottura είναι ένας από τους κύριους εκφραστές της. Ο Paolo Mottura ανήκει στη νέα φουρνιά δημοφιλών Ιταλών δημιουργών κόμικς με τους χαρακτήρες του Γουόλτ Ντίσνεϊ. Αν και ξεκίνησε το 1989 την καριέρα του στο περιοδικό Topolino (το αντίστοιχο ιταλικό «Μίκυ Μάους»), η αναγνωρισιμότητα έφτασε το 1998, όταν βραβεύτηκε με τον «Χρυσό Μίκυ» για την καλύτερη ιστορία του έτους 1997, που του προσέφερε η συμμετοχή του στην ξεχωριστή σειρά «Οι νέες περιπέτειες του Φάντομ Ντακ». Δεν δίστασε να προχωρήσει σε εξ ολοκλήρου προσωπικές δημιουργίες, στοχεύοντας στη γαλλική αγορά κόμικς, με προεξάρχουσα τη σειρά «Careme», η οποία και του χάρισε το 2005 το «Βραβείο Albert Uderzo» στην κατηγορία «καλύτερο νέο ταλέντο». Επιστρέφοντας στην ιταλική αγορά, από το 2011 συνεργάζεται με τον οίκο του Sergio Bonelli, εκδότη –μεταξύ άλλων– του Ντύλαν Ντογκ. Πρόκειται για έναν καλλιτέχνη με ιδιαίτερο ύφος εικονογράφησης, ο οποίος δίνει ιδιαίτερη προσοχή στη δυναμική που προσφέρει το χρώμα και παίζει με τους διάφορους τόνους του. Εδραιώθηκε στη συνείδηση του ντισνεϊκού αναγνωστικού κοινού ως ένας από τους πλέον καταξιωμένους σχεδιαστές Ντίσνεϊ κόμικς με την αριστουργηματική διασκευή του κλασικού μυθιστορήματος του Χέρμαν Μέλβιλ «Μόμπι Ντικ» σε μια σεναριακά και αισθητικά άρτια περιπέτεια με πρωταγωνιστή τον Ντόναλντ και τον θείο Σκρουτζ. Η συνάντησή μας έγινε στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο του 2ου THE Comic-Con, τον περασμένο Μάη, όπου ήταν επίσημος καλεσμένος. Στο πέρας της εκδήλωσης, όπου συναντήθηκε, μίλησε και σχεδίασε για τους θαυμαστές του, οι οποίοι του προσέφεραν «τον μεγαλύτερο ενθουσιασμό και ενδιαφέρον για το έργο μου και για εμένα τον ίδιο», σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές εκδηλώσεις, όπως δήλωσε επανειλημμένα, μας παραχώρησε την ακόλουθη συνέντευξη. Οι Αμερικανοί βλέπουν τη δουλειά μας και λένε «πολύ ωραία δουλειά, μα είναι Ντίσνεϊ;», ακριβώς γιατί η αλλαγή είναι τόσο μεγάλη που πλέον δυσκολεύονται να το αναγνωρίσουν. Οι μεγάλοι Ιταλοί δημιουργοί έφεραν στο προσκήνιο έναν πολύ προσωπικό καλλιτεχνικό «διάλογο». Το ιταλικό Ντίσνεϊ κόμικ, άλλωστε, ανήκει στους δημιουργούς του, με την έννοια ότι δημιούργησαν μια πλειάδα νέων χαρακτήρων και μεταμόρφωσαν σημαντικά αυτόν τον τύπο του κλασικού αμερικανικού κόμικ. ⚫ Είναι γεγονός ότι τα Ντίσνεϊ κόμικς γεννήθηκαν στην Αμερική, όμως εδώ και πολλές δεκαετίες, η πλειονότητα της παραγωγής είναι ευρωπαϊκή και κυρίως ιταλική. Είναι εμφανής για σένα η διαφορά ανάμεσα στην αμερικανική και την ιταλική παραγωγή Ντίσνεϊ; Ναι, υπάρχει μία βαθύτατη διαφορά. Ας πούμε ότι οι Ιταλοί πήραν στα χέρια τους την κληρονομιά που άφησαν οι μεγάλοι Αμερικανοί δημιουργοί και, όταν το ντισνεϊκό κόμικ έγινε, πιθανότατα, λιγότερο σημαντικό στην Αμερική, αντίθετα εκείνα τα χρόνια ακριβώς έγινε πολύ σημαντικό στην Ιταλία. Οι μεγάλοι Ιταλοί δημιουργοί, εμπνεόμενοι από τα «διδάγματα» του Καρλ Μπαρκς και του Φλόιντ Γκότφρεντσον, έφεραν στο προσκήνιο έναν πολύ προσωπικό καλλιτεχνικό «διάλογο». Το ιταλικό Ντίσνεϊ κόμικ, άλλωστε, ανήκει στους δημιουργούς του, με την έννοια ότι δημιούργησαν μία πλειάδα νέων χαρακτήρων και μεταμόρφωσαν σημαντικά αυτόν τον τύπο του κλασικού αμερικανικού κόμικ, «μολύνοντάς» το με ιταλικές ιδέες και αισθητικές επιλογές. Αυτό, κατ’ εμέ, δεν συνέβη αρκετά στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, όπου η ντισνεϊκή δημιουργία έμεινε σε ένα βαθμό στάσιμη, σαν απολίθωμα, στο ίδιο πλαίσιο, δίχως να της δίνεται η δυνατότητα εξέλιξης. Στην Ιταλία αυτή ακριβώς η εξέλιξη είναι εμφανέστατη, σε τέτοιο βαθμό που οι Αμερικανοί βλέπουν τη δουλειά μας και λένε «πολύ ωραία δουλειά, μα είναι Ντίσνεϊ;», ακριβώς γιατί η αλλαγή είναι τόσο μεγάλη που πλέον δυσκολεύονται να το αναγνωρίσουν. ⚫ Μίλησέ μας για το ντεμπούτο σου στον χώρο της εικονογράφησης. Το εργαστήρι του Giambiero Umbezio, ενός σχεδιαστής Ντίσνεϊ κόμικς, όπου σύχναζα τακτικά όταν ήμουν 15-16 χρόνων, ήταν στο Τορίνο, κοντά στο σπίτι μου, και κάθε τόσο του πήγαινα δουλειά μου, την έβλεπε και μου έδινε χρήσιμες συμβουλές. Αυτό συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια, μέχρι που υπηρέτησα τη στρατιωτική μου θητεία και είδα ότι ο χρόνος περνάει –στο μεταξύ γράφτηκα και στο Πανεπιστήμιο, επομένως δεν είχα πολύ χρόνο να συνεχίσω την εξάσκηση. Τότε του ζήτησα να δείξει τα σχέδιά μου στη σύνταξη του Topolino. Εκείνη την περίοδο, ο Giovan Battista Carpi έφτιαχνε την Accademia Disney και έψαχνε νέα ταλέντα, καθώς είχε μεγαλώσει η αγορά και υπήρχε η ανάγκη για περισσότερο ανθρώπινο δυναμικό, κυρίως σχεδιαστές. Οταν λοιπόν είδε τα σχέδιά μου, με κάλεσε στο γραφείο του και στο μεταξύ τα κοιτούσε σιωπηλός. Μετά από λίγο σηκώθηκε και έφυγε, αφήνοντάς με μόνο μου σε ένα άδειο γραφείο. Περίμενα αρκετή ώρα, πλάθοντας σενάρια με το μυαλό μου «γιατί μπορεί να έφυγε ο δάσκαλος;»... Μάλιστα σκέφτηκα «λες να έρθει και να μου φέρει κάποιο σενάριο να εικονογραφήσω;», αλλά μετά έλεγα «όχι, αδύνατον, είμαι πολύ νέος για κάτι τέτοιο». Μετά από μισή ώρα επέστρεψε και πράγματι, κρατούσε ένα σενάριο στο χέρι του. Αυτή ήταν η αρχή, μία αρχή εκθαμβωτική και άμεση –από αυτήν, την πρώτη μου ιστορία, μέχρι σήμερα, δεν έχω σταματήσει. Εχουν περάσει 30 χρόνια κι εγώ συνεχίζω να σχεδιάζω ιστορίες κόμικς για την Ντίσνεϊ. ⚫ Μία από τις πιο δημοφιλείς δημιουργίες σου με τους χαρακτήρες του Ντίσνεϊ ήταν η παρωδία του «Μόμπι Ντικ». Ποια είναι η δυσκολία αλλά και η πρόκληση να μεταμορφώνεις τους ντισνεϊκούς χαρακτήρες σε αυτούς του βιβλίου; Κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι μία πρόκληση που αφορά κατά βάση τον σεναριογράφο.Μιλάμε για ένα δραματικό και πολύ βίαιο μυθιστόρημα και αυτό κατευθείαν γεννάει δυσκολίες στη μεταφορά του στο πλαίσιο του ντισνεϊκού σύμπαντος, σε ένα πρώτο αφηγηματικό επίπεδο. Πρώτα απ’ όλα, στην περίπτωση του «Μόμπι Ντικ», υπάρχει το θέμα της φαλαινοθηρίας, ένα ζήτημα που δεν επιτρέπεται να μεταφέρεις ανέπαφο στο σύμπαν του Ντίσνεϊ. Γι’ αυτό τον λόγο ο σεναριογράφος έπρεπε να βρει μια δικαιολογία για να λειτουργήσει η ιστορία –το κυνήγι, λοιπόν, δεν αφορά τη φάλαινα καθαυτή, αλλά τον θησαυρό που βρίσκεται στο στομάχι της φάλαινας, αφού αυτή έφαγε το πλοίο που μετέφερε τον θησαυρό του Σκρουτζ και γι’ αυτόν τον λόγο την κυνηγάει. Ετσι η παρωδία παραμένει κοντά στο πρωτότυπο, αφήνοντας στην άκρη την ιδέα της φαλαινοθηρίας με την κλασική της έννοια, δηλαδή τον θάνατο του κήτους. Ταυτόχρονα, σε μια ιστορία Ντίσνεϊ δεν γίνεται να έχουμε τραγικό τέλος, όπως στο βιβλίο, αλλά πρέπει να υπάρχει happy end. Κατευθείαν λοιπόν γίνεται αντιληπτός ο βαθμός της πρόκλησης, την οποία καλείται να αντιμετωπίσει ο σεναριογράφος, ο οποίος, συν τοις άλλοις, πρέπει να κάνει μια πολύ καλή έρευνα πριν ξεκινήσει να γράφει. Η ιστορία διαδραματίζεται στα μέσα του 17ου αιώνα, επομένως υπήρχε η ανάγκη να βρούμε πώς ήταν τα παλιά φαλαινοθηρικά, οι πόρτες, οι εσωτερικοί χώροι, το κατάστρωμα, αλλά και οι πόλεις, τα λιμάνια, η ενδυμασία, και εγώ να τα αποδώσω στο χαρτί. Και μετά, έρχονται οι χαρακτήρες. Τον ρόλο του Ισμαήλ έχει ο Ντόναλντ, αυτόν του Αχαμπ ο θείος Σκρουτζ. Είναι βασικό να ταιριάξουν οι χαρακτήρες του βιβλίου με αυτούς του Ντίσνεϊ, χωρίς όμως να αλλάξουν ριζικά οι τελευταίοι. Ο Ντόναλντ πρέπει να παραμείνει όπως τον ξέρουμε και την ίδια στιγμή να μοιάζει στον Ισμαήλ. Πρόσφατα έκανα μια άλλη παρωδία Ντίσνεϊ, η οποία βασιζόταν στο μυθιστόρημα «On the Road» του Τζακ Κέρουακ. Το πρωτότυπο αφηγείται μια ιστορία που σίγουρα δεν μπορεί να μεταφερθεί στον ντισνεϊκό κόσμο, αφού οι πρωταγωνιστές της κάνουν χρήση ναρκωτικών και πίνουν αλκοόλ απ’ την αρχή μέχρι το τέλος. Ο σεναριογράφος, ωστόσο, κράτησε ένα σημαντικό στοιχείο της ιστορίας, το θέμα της φιλίας και του ταξιδιού, και ανέπτυξε αυτά τα δύο θέματα. Σε αυτήν την παρωδία, ο Γκούφυ είναι ένας χαρακτήρας ιδιαίτερα αλλοπρόσαλλος. Βλέποντάς τον, καταλαβαίνεις ότι κάθε τόσο σνιφάρει ή μαστουρώνει, αλλά στην ιστορία, ξεκάθαρα, τέτοια πράγματα δεν μπορούν παρά να υπονοηθούν. Αυτή κι αν ήταν μία ενδιαφέρουσα πρόκληση! ⚫ Ενδιαφέρον είχε, επίσης, η παρωδία-φόρος τιμής στον Ντύλαν Ντογκ, με πρωταγωνιστή τον Μίκυ. Πρόκειται για δύο κόσμους πολύ διαφορετικούς: αφενός ο Μίκυ Μάους είναι χαρακτήρας κόμικς για παιδιά και ο Ντύλαν Ντογκ είναι ένας ήρωας πιο ώριμος και σκοτεινός. Τι κινδύνους ενέχει μία τέτοια μεταμόρφωση; Πρώτα απ’ όλα, το βάρος πέφτει στον σεναριογράφο για να γίνουν οι απαραίτητες συνδέσεις. Αν το σκεφτείς, ο Ντύλαν Ντογκ είναι ένας ήρωας πολύ ήρεμος, βρετανικού στυλ, δεν είναι ένας μυώδης τύπος που ουρλιάζει, δεν είναι υπερήρωας. Είναι μετριοπαθής. Και τον Μίκυ, αντίστοιχα, δεν τον βλέπεις ποτέ να τσαλακώνεται, να φωνάζει, διατηρώντας ταυτόχρονα μια δυναμική. Και οι δύο, επίσης, έχουν έναν ελαφρώς ανόητο βοηθό: ο Γκράουτσο Μαρξ για τον Ντύλαν Ντογκ, ο Γκούφυ για τον Μίκυ. Υπάρχει επίσης και ένας επιθεωρητής που τους βοηθάει, ο Μπλοχ και ο Ο’Χάρα. Επαρκείς ομοιότητες για να στηθεί μια καλή παρωδία. Οσον αφορά το σχέδιο, για έναν σχεδιαστή όλα γίνονται αυτόματα. Οταν διαβάζεις το σενάριο –πρέπει να το διαβάζεις προσεκτικά– ξεκινάς να οπτικοποιείς αυτό που βλέπεις, δημιουργούνται και συντίθενται εικόνες στο μυαλό σου. Το σενάριο σε μεταφέρει. Για μένα, τουλάχιστον, λειτουργεί έτσι. Διαβάζω και προσπαθώ να καταλάβω πώς μπορώ να μεταφέρω στο χαρτί αυτό που διαβάζω. Για παράδειγμα, η Ντύλαν Ντογκ ιστορία με τον Μίκυ είχε σίγουρα σκοτεινά στοιχεία, αλλά και αρκετά κωμικά. Επρεπε συνεπώς να βρεθεί μια μέση λύση, γιατί αν σχεδίαζα πολύ «dark» θα ήταν αρκετά ξεροκέφαλο. Έκανα όμως πειραματισμούς, πρόσθεσα αρκετές γκοθ «λήψεις», βλοσυρές εκφράσεις, αντιγράφοντας ακόμα και σκηνές από το πρωτότυπο. Όμως προσπάθησα να μην υπερβάλλω, γιατί ο συνολικός τόνος έπρεπε να παραμείνει ελαφρύς και κωμικός. Η λύση είναι πάντα η ισορροπία. ⚫ Ποια είναι η εικόνα που έχεις για την αγορά των κόμικς στην Ιταλία, και ευρύτερα στην Ευρώπη; Σε τι βαθμό επηρεάστηκε από την οικονομική κρίση; Δεν είμαι ειδικός στα οικονομικά, όμως από μία όψη σίγουρα επηρεάστηκε από την κρίση. Η κρίση στον χώρο μας, όμως, έχει να κάνει περισσότερο με το γεγονός ότι οι νέοι βρίσκουν άλλους τρόπους να περνούν την ώρα τους, εξαιτίας της τεχνολογικής εξέλιξης: tablet, κινητά, Internet, videogames. Αυτά αποσπούν πολύ χρόνο από τους νεότερους και η κρίση αυτή δεν αφορά μόνο τα κόμικς αλλά όλη την αγορά του Τύπου. Εν ολίγοις, διαβάζουμε λιγότερο. Ενδεχομένως συνολικά να διαβάζουμε περισσότερο, αλλά τα παραδοσιακά μέσα -βιβλία, εφημερίδες, κόμικς- έχουν παραμεριστεί αρκετά. Κατ’ εμέ, αυτή είναι μια κρίση χωρίς επιστροφή. Οφείλουμε, επομένως, να την αποδεχτούμε και να προτείνουμε διαρκώς καινούργια, ενδιαφέροντα πράγματα. Κυρίως κρατώντας κοντά μας τον «σκληρό πυρήνα» των αναγνωστών, οι οποίοι εξακολουθούν να ασχολούνται, με την ελπίδα ότι θα επηρεάσουν τις επόμενες γενιές, τα παιδιά τους.
- 3 replies
-
- 29
-
-
- PAOLO MOTTURA
- DISNEY
-
(and 2 more)
Tagged with:
-
Μια όμορφη και ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Giorgio Gavazzano που έδωσε στο δικό μας παιδί Johnny MZ η συνέντευξη όπως φαίνεται στην ιστοσελίδα της Εφημερίδας Συντακτών Συντάκτης: Γιάννης Ιατρού Ο Giorgio Cavazzano είναι, αναμφίβολα, ένας από τους πιο χαρισματικούς δημιουργούς κόμικς στην Ιταλία. Ο συνεχιστής της παράδοσης του Romano Scarpa, του σημαντικότερου Ιταλού σχεδιαστή ιστοριών Disney, βρέθηκε για λίγες μέρες στην Ελλάδα, στο πλαίσιο της εκδήλωσης THE Comic Con Thessaloniki 2015, όπου οι θαυμαστές του είχαν την ευκαιρία να τον συναντήσουν από κοντά και να θαυμάσουν, εκτός από τη δουλειά του, τη γοητευτική προσωπικότητά του Ταλέντο που ξεχειλίζει, πηγαίο χιούμορ, άριστη τεχνογνωσία και εμπειρία μεγαλύτερη από μισό αιώνα. Αυτές είναι κάποιες από τις αρετές του Giorgio Cavazzano, του δημοφιλέστερου εν ζωή δημιουργού κόμικς με τους χαρακτήρες του Disney στην Ιταλία. Με καταγωγή από τη Βενετία, έκανε το ντεμπούτο του στη νεαρή ηλικία των 14 ετών, στο πλευρό του σημαντικότερου Ιταλού σχεδιαστή της Disney, Romano Scarpa, εκμεταλλευόμενος την τεράστια εύνοια που του προσέφερε η Θεά Τύχη. Το έργο του γαλούχησε γενιές και γενιές αναγνωστών κόμικς, τόσο στην Ιταλία όσο και σε ολόκληρο τον κόσμο, ενώ αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και ερέθισμα για δεκάδες νεότερους δημιουργούς. Στην Ελλάδα, η δουλειά του έχει δημοσιευτεί σε όλα τα περιοδικά Disney (ΚΟΜΙΞ, ΜΙΚΥ ΜΑΟΥΣ, ΝΤΟΝΑΛΝΤ κτλ.). Αν θα ξεχώριζα κάποιες ιστορίες του, αυτές θα ήταν οι κινηματογραφικές παρωδίες με ήρωες του Disney, όπως για παράδειγμα τη διασκευή της «Casablanca» με πρωταγωνιστές τον Μίκι και την παρέα του ή το κλασικό έργο «La Strada» του Federico Fellini, αλλά και η μεγάλη περιπέτεια «Οι Αρχοντες των Δράκων», που έχει κυκλοφορήσει σε αυτοτελή έκδοση στη χώρα μας. Η παραγωγή του βέβαια δεν περιορίζεται στον χώρο της Disney, αλλά επεκτείνεται σε πολλά ετερόκλητα μεταξύ τους δημιουργήματα – τόσο με δικής του έμπνευσης ήρωες όσο και με δημοφιλέστατους χαρακτήρες κόμικς όπως ο Αστερίξ, ο Lupo Alberto ή ακόμα και ο Spiderman. Φέτος, στα 68 του, άφησε για λίγες μέρες το ήσυχο στούντιό του στο Μιράνο της Ιταλίας, μία κωμόπολη κοντά στη Βενετία, για να παρευρεθεί στο πρώτο Comic Convention της Θεσσαλονίκης, το οποίο πραγματοποιήθηκε 8-10 Μαΐου. Εκεί, μας δόθηκε η ευκαιρία να πραγματοποιήσουμε την ακόλουθη συνέντευξη. •Κύριε Cavazzano, ευχαριστώ πολύ για αυτή τη συνέντευξη. Πώς σας φάνηκε η παραμονή σας στην Ελλάδα, η εκδήλωση, ο κόσμος; Μου άρεσε, ήταν μία εμπειρία πολύ σημαντική για μένα, κυρίως για την αγάπη και τη φυσική γενναιοδωρία που έχουν, πιστεύω, όλοι οι Ελληνες. Ηταν κάτι που δεν περίμενα, αυτό το μεγάλο πάθος που έχουν, όχι μόνο για τη δουλειά μου για την Disney, αλλά για όλο τον κόσμο των κόμικς... •Δεν είναι η πρώτη σας φορά στην Ελλάδα, σωστά; Οχι, την Ελλάδα μπορώ να πω πως τη γνωρίζω καλά! Εχω επισκεφθεί δύο φορές τη Θεσσαλονίκη, δύο φορές την Αθήνα, έχω κάνει διακοπές σε διάφορα νησιά της... Πρόκειται για ένα λαό και έναν τόπο που μου αρέσει. •Είστε ένας από τους μεγαλύτερους σχεδιαστές Disney, με πολλά χρόνια καριέρας. Οπως αντιλαμβάνεστε τον χώρο σήμερα, υπάρχουν ευκαιρίες για τους νέους καλλιτέχνες; Οι ευκαιρίες υπάρχουν, το σημαντικό είναι οι νέοι δημιουργοί να είναι ικανοί και να έχουν ιδέες, γιατί στον δικό μας κόσμο, της δημιουργίας, υπάρχει η ανάγκη της διαρκούς εξέλιξης και των νέων ιδεών, προκειμένου να πραγματοποιηθεί κάτι που δεν έχει ξαναγίνει. Οι ευκαιρίες δεν λείπουν για κάποιον που έχει αυτήν την ικανότητα. Σίγουρα, δεν θα υπάρχουν για κάποιον που συνεχίζει να κάνει πράγματα που ο κόσμος έχει ξαναδεί πολλές φορές. Οι νέοι δημιουργοί οφείλουν να είναι καινοτόμοι. •Καλλιτεχνικά, ποια ερεθίσματα έχουν επηρεάσει το ύφος σας; Είναι πάρα πολλά! Πρώτα απ’ όλα θα έλεγα ότι με επηρέασε το έργο του Romano Scarpa, το οποίο θα χαρακτήριζα τυπικά ντισνεϊκό. Στη συνέχεια, γνώρισα άλλους δημιουργούς που με κατεύθυναν σε νέα μονοπάτια, μέχρι τη στιγμή που βρήκα τη δική μου οδό. Συγκεκριμένα, θα ανέφερα τους Albert Uderzo, Andre Franquin, Jack Davis, Al Williamson, Alex Toth, Frank Robbins, μένουν όμως και πολλοί πολλοί άλλοι. •Στην πορεία της καριέρας σας είναι φανερή μία διαρκής τροποποίηση του σχεδιαστικού σας ύφους. Είναι μία συνειδητή επιλογή για ανανέωση ή απλά η εξέλιξη του καλλιτέχνη; Πρόκειται για μία επιθυμία ανανέωσης για να μη βαριέμαι τη δουλειά μου. Αν δεν βρίσκω ενθουσιασμό, αν δεν ψάχνω κάτι καινούργιο κάθε μέρα, χασμουριέμαι, με παίρνει ο ύπνος πάνω απ’ τη σελίδα. Είναι αναγκαίο για μένα να βρίσκω διαρκώς ένα νέο ερέθισμα. Οσον αφορά, απ’ την άλλη, την εξέλιξη, θα έλεγα πως είναι ένα στοιχείο που συνοδεύει την ηλικία μου. Στις αρχές «τέντωνα» τη μορφή των χαρακτήρων, έκανα υπερβολικές τις εκφράσεις τους, γιατί ήμουν νέος, αυθόρμητος και εξελισσόμουν διαρκώς. Σιγά σιγά ηρέμησα, έγινα... δεν θα έλεγα ένας «γέρος σοφός», αλλά σίγουρα ένας άνθρωπος που συλλογίζεται πριν κάνει κάτι. •Περιγράψτε τη συνάντηση με τον Romano Scarpa και την εμπειρία τού να δουλεύεις με έναν τόσο μεγάλο καλλιτέχνη, πρωτοπόρο στην ιταλική παραγωγή Disney. Τον Romano Scarpa τον έψαχνα για πολύ καιρό. Ηξερα πως είναι ένας Βενετός σχεδιαστής, επομένως τον έψαχνα με έναν απλό και επιπόλαιο τρόπο: πήγαινα στο μανάβικο, στο φαρμακείο, και τους ρωτούσα αν ξέρουν τον Romano Scarpa. Το πράγμα δεν λειτούργησε, κανένας δεν τον ήξερε. Με την εύνοια της τύχης όμως, σε ένα καραβάκι στη Βενετία, συνάντησα τη μνηστή του Romano Scarpa, η οποία μου έδωσε τον αριθμό του τηλεφώνου του. Με το που κατέβηκα από το καράβι, τον πήρα τηλέφωνο και μου είπε ότι χρειαζόταν έναν συνεργάτη, επειδή αυτός που είχε προηγουμένως πρόσφατα είχε αποχωρήσει. Φυσικά, ήμουν απίστευτα τυχερός και επρόκειτο για μία ιστορία που δεν θα έχανα με τίποτα! Δε θα ξεχάσω ποτέ τον ενθουσιασμό μου, όταν περιφερόμουν στους δρόμους της Βενετίας για να βρω το σπίτι του Romano, τη μέρα της πρώτης συνάντησής μας. Δεν θα περίμενα ποτέ όμως ότι σε αυτήν την ιστορία, όπου η τύχη μού χαμογέλασε πλατιά, θα υπήρχε και ένα φινάλε, το οποίο έφτασε χρόνια αργότερα. Οταν έκλεισα τα 60, δέχτηκα ευχές από πολλούς φίλους, καθώς επίσης κι ένα τηλεφώνημα από ένα άτομο που μου είπε επί λέξει «Καλημέρα, είμαι ο εφημέριος του Ιέσολο -που είναι ένα χωριό κοντά στη Βενετία- και θέλω να σας διηγηθώ μία ιστορία που δεν γνωρίζετε, επειδή πρόκειται να κάνω μία εγχείρηση, από την οποία δεν ξέρω αν θα επιζήσω. Ονομάζομαι Don Paolo Donatelli και θέλω να σας πω ότι δεν θα γινόσασταν ποτέ ο βοηθός του Romano Scarpa, γιατί ήμουν εγώ σε αυτή τη θέση. Μία εβδομάδα, όμως, πριν τον πάρετε τηλέφωνο, ένιωσα το κάλεσμα να γίνω παπάς, κι έτσι έφυγα». Μπορώ λοιπόν να δηλώσω με σιγουριά πως με βοήθησε κάποιος από ψηλά, από τον ουρανό, και καθόρισε το μέλλον μου! •Δυστυχώς στην Ελλάδα έχουμε δει κατά κύριο λόγο μόνο τη δουλειά σας για την Disney. Παρόλα αυτά, έχετε δουλέψει και με άλλους χαρακτήρες, τις περισσότερες φορές δικής σας έμπνευσης. Ποιες μη ντισνεϊκές δουλειές θα ξεχωρίζατε; Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποια, επειδή όλοι οι ήρωες που έχω δημιουργήσει ανήκουν σε μία συγκεκριμένη στιγμή της ζωής μου. Οι Altai & Jonson ήταν, μάλλον, η δημιουργία που με ώθησε σε μία κατάσταση έρευνας, για την εύρεση ενός προσωπικού στιλ. Δεν στάθηκα για πολύ καιρό σε αυτή τη σειρά, νομίζω ήταν για 3-4 χρόνια, αλλά από το πρώτο τεύχος μέχρι το τελευταίο υπάρχει ένα... ουράνιο τόξο αναζήτησης! Στην άκρη αυτού του ουράνιου τόξου δεν βρήκα το σεντούκι με τον θησαυρό, βρήκα όμως τον δρόμο μου. Το στυλ που προέκυψε τότε ήταν ακριβώς αυτό που ήθελα, προσέγγιζε την καλλιτεχνική μου φύση στο έπακρο. Αργότερα, γεννήθηκαν σειρές όπως το Capitan Rogers, Smalto e Johnny, Funny Ken κ.ά., έχω σχεδιάσει κάποιες ιστορίες με το Lupo Alberto, με τον Bonelli κάναμε 2 άλμπουμ, «La citta» και «Maledetta Galassia», σε συνεργασία με τον Bonvi, έναν καταπληκτικό συγγραφέα που δεν ζει πια. Εκτός από κόμικς, έχω συνεργαστεί με πολλές διαφημιστικές εταιρείες, έχω κάνει το character design για χαρακτήρες τηλεοπτικών σειρών κινουμένων σχεδίων, ακόμα και μουσικά βιβλία για παιδιά έχω εικονογραφήσει. •Οσον αφορά το δαιδαλώδες έργο σας στην Disney, είναι γεγονός πως οι περιπέτειες που βασίζονται σε κινηματογραφικές επιτυχίες, βρίσκουν πολύ θετική ανταπόκριση από το κοινό. Ηταν πρωτότυπο, για παράδειγμα, να βλέπεις τους ήρωες του Disney να πρωταγωνιστούν στην Casablanca ή στην κλασική La Strada του Fellini. Σίγουρα, οι κινηματογραφικές παρωδίες έχουν πάντα μία ιδιαίτερη γοητεία, καθώς υπάρχει η περιέργεια του πώς ο δημιουργός θα «σκηνοθετήσει» αυτές τις παρωδίες. Πάντως, όλα εξαρτώνται απ’ το πώς θα αποτυπωθεί η ιδέα στο χαρτί. Θέλω να πω ότι, κατά τη γνώμη μου, η παρωδία θα πρέπει να αποτελεί ένα φόρο τιμής στη σκηνοθεσία του έργου, όχι μία απλή χαριτωμένη καρικατούρα όπου οι ηθοποιοί του πρωτότυπου αντικαθίστανται από τους χαρακτήρες του Disney. Αλλωστε, και οι ήρωες αυτοί είναι, τρόπον τινά, ηθοποιοί. Επομένως, η γοητεία των κινηματογραφικών ή και θεατρικών παρωδιών γίνεται εμφανής όταν το νέο έργο αντιμετωπίζει με σεβασμό εκείνον που έγραψε και σκηνοθέτησε την πρωτότυπη ιστορία. Γεννήθηκα στη Βενετία και έζησα εκεί για πολλά χρόνια. Κάποια στιγμή, από ανάγκη, επειδή η Βενετία ήταν πολύ ασφυκτική για μένα, για τη δουλειά μου, μετακόμισα στο Μέστρε. Αργότερα παντρεύτηκα και, όταν γεννήθηκε και το δεύτερο παιδί μου, βρήκα ένα όμορφο σπίτι σε μία πολύ ήσυχη περιοχή κοντά στη Βενετία, στο Μιράνο. Μάλιστα, μένω πολύ κοντά στον συνεργάτη μου Alessandro Zemolin, ο οποίος περνάει το μελάνι στις ιστορίες μου για την Disney, κάτι που είναι πολύ χρήσιμο για μένα – ουσιαστικά, ο Alessandro είναι το δεξί μου χέρι. Οταν θέλω να χαλαρώσω, περνάω πολύ χρόνο με τη γυναίκα μου. Κάθε βράδυ θα περάσουμε χρόνο μαζί, διαβάζοντας, μιλώντας ή βγαίνοντας για φαγητό, σινεμά, θέατρο... Επίσης, μου αρέσει να παίζω γκολφ. Τα μεσημέρια συχνάζω σε ένα γήπεδο που είναι περίπου 4 χλμ. μακριά από το σπίτι μου. Εχω βγει μάλιστα πρώτος σε πρωτάθλημα γκολφ, δύο συνεχόμενα έτη! Κατά τα άλλα, περνάω πολλή ώρα σχεδιάζοντας, στο στούντιο. Το στούντιό μου είναι πολύ ταπεινό, 3x3. Μου θυμίζει λίγο εκείνο του Romano Scarpa, το οποίο ήταν, ίσως, λίγο πιο μικρό. Εχω καταλάβει πως οι καλλιτέχνες χρειάζεται να είναι, γενικά, ταπεινοί, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη δουλειά τους. Με αυτόν τον τρόπο, είναι πιο κοντά στο σενάριο, στη σελίδα, στο τελικό αποτέλεσμα, αλλά και στους αναγνώστες. λινκ εδώ!
-
- 23
-
-
- ΣΥΝΈΝΤΕΥΞΗ
- ΓΙΑΝΝΗΣ ΙΑΤΡΟΥ
-
(and 2 more)
Tagged with: