Search the Community
Showing results for tags 'ΑΝΤΙ'.
-
Με επίκεντρο τα διονυσιακά κόμικς και τις τολμηρές γελοιογραφίες του, αφιερώνουμε λίγα λόγια στο πολυδιάστατο έργο του συντρόφου, συνεργάτη και αγαπημένου φίλου μας, Γιάννη Καλαϊτζή, που έκλεισε 10 χρόνια μακριά μας. Ο Γιάννης σχεδιάζει στα γραφεία του περιοδικού «Γαλέρα» Για πολλούς θεωρείται, όχι άδικα, το σημαντικότερο ελληνικό άλμπουμ κόμικς της Ιστορίας και σίγουρα ένα από αυτά που επηρέασαν καθοριστικά την εξέλιξη της ένατης τέχνης στη χώρα μας. Πρωταγωνιστής είναι ο σκιτσογράφος της εφημερίδας «Η Σημαία», Κώστας Φαναρτζής, φανταστικός χαρακτήρας που έκανε σε αυτό το άλμπουμ την πρώτη του εμφάνιση στο χάρτινο σύμπαν και 70 σελίδες παρακάτω την τελευταία. Σελίδες που ήταν αρκετές για τον μύθο της «Τσιγγάνικης Ορχήστρας». Με διάρκεια σεναρίου, μιας και μόνο, κάποιας, οποιασδήποτε μέρας στην Αθήνα των αρχών της δεκαετίας του 1980 και με cameo εμφανίσεις από Βελουχιώτη και Σαββόπουλο, η «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» (Εκδόσεις Πολύτυπο, 1984, το πρώτο μέρος είχε δημοσιευτεί νωρίτερα στη «Βαβέλ») είναι ένα διονυσιακό road movie, κυρίως με τα πόδια και λίγο με νυχτερινό ταξί, σε μια Αθήνα γεμάτη παλιατζίδικα, γαλατάδικα, πορνοσινεμά, καφενεία, σουβλατζίδικα, φτηνά ξενοδοχεία ημιδιαμονής, μπουλντόζες, σπασμένους αγωγούς και ερειπωμένα σπίτια. Βρόμικη, πολύβουη και καταϊδρωμένη. Με ένα ζευγάρι που ψάχνει δωμάτιο για λίγο σεξ. Ανάμεσα σε διαδηλωτές και ματατζήδες. Σε μια Αθήνα ασπρόμαυρη όπως τη θυμόμαστε όσοι μεγαλώσαμε με ασπρόμαυρη τηλεόραση, γκρι ταξί, κυκλική την Ομόνοια και μποτιλιαρισμένη την Ερμού. Με στιλ που φέρνει στον νου τα εξίσου «βρόμικα» κόμικς των Munoz και Sampayo με τις ευρυγώνιες συνθέσεις και τα πλήθη των ανωνύμων που συνωστίζονται, που ασφυκτιούν σε μικρά καρέ. Αριστερά: «Τσιγγάνικη Ορχήστρα», εκδόσεις Πολύτυπο, 1984. Δεξιά: Απόσπασμα από την «Τσιγγάνικη Ορχήστρα», εκδόσεις Πολύτυπο, 1984. Στον Καλαϊτζή αυτοί οι ανώνυμοι όμως είναι οι κάτοικοι της Αθήνας, που ακροβατεί χωρίς ποτέ να καταφέρει να ισορροπήσει μεταξύ μιας βαλκανικής, ανατολικής παράδοσης και μιας επιμονής να γίνει με το ζόρι μέρος τής (ανύπαρκτης) ευρωπαϊκής (και καλά, κοινής μας) οικογένειας, της ΕΟΚ των μονοπωλίων, που μαζί με το ΝΑΤΟ δεν έπαψαν ποτέ να είναι το «ίδιο συνδικάτο», όπως έλεγε το σύνθημα που δονούσε τις πλατείες στις συγκεντρώσεις της Αριστεράς (και του ΠΑΣΟΚ!) μιας άλλης, μακρινής εποχής. Απόσπασμα από την «Τσιγγάνικη Ορχήστρα», εκδόσεις Πολύτυπο, 1984. Αυτήν την προϊούσα παρακμή των συνθημάτων (και της ίδιας) της Αριστεράς την είχε οσμιστεί από τότε ο Καλαϊτζής και πάσχιζε να την αποτρέψει με κάθε τρόπο. Κυρίως με το αυθάδικο χιούμορ του και την αυτοκριτική που έκανε για την Αριστερά αντ’ αυτής («το πολύ το Κάπα-Κάπα κάνει το παιδί μαλάκα» λέει το παιδάκι της ιστορίας και συνεγείρει τα πλήθη όταν ο αριστερός Φαναρτζής τσακώνεται με τον φασίστα περιπτερά), και τη μοναδική του ικανότητά να συνθέτει φαινομενικά ανόμοια πράγματα και να μεταφέρει αξίες του ενός στο άλλο, αποδεικνύοντας πόσο μοιάζει ορισμένες φορές η Ιστορία. Εξ ου και καμιά τσιγγάνικη ορχήστρα δεν κάνει ποτέ την εμφάνισή της στην «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» (αν και “ακούγεται” διαρκώς μουσική από Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, μπουζουκτσήδες και πανηγυρτζήδες) αλλά ρίχνει βαριά τη σκιά της και τη μουσική της με μεταγραφή από τον πολωνικό κινηματογράφο, όπως εξηγεί ο ίδιος ο Καλαϊτζής: «Στον “Άνθρωπό από μάρμαρο” του Βάιντα, ο Μπίρκουτ, ο ήρωας της ταινίας, πρώην σταχανοβίτης, αγκαζάρει μια ορχήστρα τσιγγάνων και μεθυσμένος κατεβάζει τη μόστρα της αστυνομίας. Τον καταδικάζουν επειδή, λέει, ήταν αρχηγός της μυστικής οργάνωσης “τσιγγάνικη ορχήστρα”, τίτλος-κακή απομίμηση της “κόκκινης ορχήστρας” των σοβιετικών πρακτόρων (Τσεχοσλοβάκοι οι περισσότεροι) στον Β' Παγκόσμιο. Μελάνωσα την “Τσιγγάνικη Ορχήστρα” με πινέλα “Ευαγγελινός” Νο 2 από ρώσικη ζιμπελίνα. Έχω ακόμα 6 στο ψυγείο για τον φόβο του σκόρου». Μετά από την περιπλάνηση σ’ αυτήν τη σκοτεινή Αθήνα αναμενόμενο θα ήταν να υπάρξει και συνέχεια. «Τέλος στο πρώτο βιβλίο» είναι η τελευταία λεζάντα. Αλλά πότε ήταν αναμενόμενος ο Καλαϊτζής; Δεν υπήρξε ποτέ δεύτερο μέρος. Αντί γι’ αυτό, έξι χρόνια μετά, κυκλοφόρησε κατευθείαν σε ενιαία έκδοση «Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης» (Εκδόσεις Ars Longa / Nemo, 1990) και άλλα επτά χρόνια αργότερα το «Τυφών» (Εκδόσεις Κώμος, 1997). Από την Αθήνα των eighties μεταφερόμαστε στη Σαντορίνη του 1707 και από το καυσαέριο και τη βρομιά της πρωτεύουσας της σύγχρονης Ελλάδας στα μεθυστικά σταφύλια και στη συνάντηση τυχοδιωκτών κάθε είδους σε ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί. Ο Διόνυσος και ο Καζαντζίδης Τα δυο τους, όπως εξηγεί ο Καλαϊτζής, «είναι βιβλία ζευγάρι» και «συμβαίνουν την ίδια μέρα, ή μάλλον την ίδια νύχτα, σε διαφορετικό τόπο της Σαντορίνης». Κι αν συνηθίζουμε να χαρακτηρίζουμε «διονυσιακά» τα κόμικς του Καλαϊτζή, στην περίπτωση του «Ειδώλου» αυτό είναι κυριολεξία, καθώς οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου αλλά και το εξώφυλλο φιλοτεχνούνται με βάση το ταξίδι του Διονύσου, σχεδιασμένο σε κύλικα από τον Εξηκία (περ. 540 π.Χ.). Γι’ αυτό και στο βιβλίο κολυμπούν με χάρη τα δελφίνια που, σύμφωνα με τον μύθο, δεν είναι παρά οι Τυρρηνοί πειρατές που απήγαγαν τον Διόνυσο για να τον πουλήσουν ως σκλάβο. Ο Θεός τιμώρησε την αλαζονεία τους και τους μεταμόρφωσε σε δελφίνια ενώ τα κατάρτια του καραβιού τους έγιναν κληματαριές. Αριστερά: «Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης», εκδόσεις Ars Longa / Nemo, 1990. Δεξιά: Απόσπασμα από «Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης», εκδόσεις Ars Longa / Nemo, 1990. Πρωταγωνιστές είναι ο Αλέκος ο Τράκας, με τη μορφή του Τάσου Μητρόπουλου, οξύθυμου και νευρώδη σταρ του Ολυμπιακού, και ο Καράμπαμπας, δούλος κι αφέντης του εαυτού του, υβρίδιο φυσιογνωμικά του Στέλιου Καζαντζίδη και του Καραγκιόζη. Οι δυο τους, απατεώνες, απένταροι μα πολυμήχανοι, ψάχνουν το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης που «όποιος το κρατάει στα χέρια του κρατάει την αρχή και το τέλος του κόσμου. Το πώς και το γιατί είναι γραμμένο στη βάση του». Πορτρέτο του ποδοσφαιριστή Τάσου Μητρόπουλου, που αποτέλεσε το «μοντέλο»για τον σχεδιασμό του Αλέκου Τράκα, του πρωταγωνιστή του κόμικς «Το Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης». Την ίδια ώρα στον «Τυφώνα», ένα άλλο δίδυμο σχεδόν ίδιο με το προηγούμενο, ο λούμπεν Γκογκόσης και ο τάχα αριστοκράτης Καπετάν Γκρέκο, από κοντά κι ο πιτσιρίκος Κολλαούζος, μπλέκονται σε ένα όργιο φυλών, θρησκειών, καταγωγών, γλωσσών και πολιτισμών με φόντο το ηφαίστειο, ανάμεσα σε κυνηγούς αρχαιοτήτων, Φράγκους, παπάδες, αναστημένους, αφορισμένους και τον γενίτσαρο Σουλεϊμάν Σαλίκ, με την όψη του αείμνηστου Περικλή Κοροβέση, αγαπημένου φίλου του Γιάννη Καλαϊτζή. «Τυφών», Εκδόσεις Κώμος, 1997 Αυτά τα τρία βιβλία είναι τα μεγάλης έκτασης κόμικς του. Υπήρξαν όμως και πολλά μικρότερης έκτασης αλλά όχι μικρότερης αξίας. Το 1985 και το 1986, για παράδειγμα, δημιουργεί για το περιοδικό «Τέταρτο» του Μάνου Χατζιδάκι, μεγάλου θαυμαστή του Καλαϊτζή, τα «Συνειρμικά Ντεκουπάζ», μια σειρά αυτοτελών μονοσέλιδων πειραματικών κόμικς με πανέξυπνα λογοπαίγνια και συναρπαστικούς λεκτικούς και εικονιστικούς συνειρμούς. Τέτοια κόμικς είχε φιλοτεχνήσει και για την εφημερίδα «Αυγή» σε μια αποθέωση πυκνών και συνάμα χαλαρών αφηγήσεων στα όρια του horror vacui, καθώς υπήρχαν περιπτώσεις που σε μία σελίδα στριμώχνονταν σχεδόν 100 καρέ! Το 1990 έφτιαξε ένα υπέροχο κόμικς το οποίο δεν βρήκε τον δρόμο του προς το κοινό. Τα «Χαμένα Δάση» ήταν μια ανάθεση της περιφέρειας της Προβηγκίας σε πολλούς καλλιτέχνες για τα δάση της Ευρώπης – ο Καλαϊτζής ανέλαβε την Ελλάδα –, αλλά ένας χάρτης στο εσώφυλλο που περιλάμβανε τη χώρα «Macedonia» έγινε η αιτία για να αποσυρθεί η ελληνική συμμετοχή μετά από πιέσεις του Έλληνα πρόξενου. Ήταν εποχή συλλαλητηρίων και εθνικής συστράτευσης εναντίον των «γυφτοσκοπιανών» και ούτε η συμμετοχή χαρακτήρων με τις μορφές του Γιώργη Μασσαβέτα, του Τέλη Σαμαντά, του Γιάννη Μπαχ-Σπυρόπουλου και του Περικλή Κοροβέση δεν ήταν αρκετή για να μεταπείσει τους ευαίσθητους Ελληναράδες. Στην «Ελευθεροτυπία» Στο περιοδικό «9» της «Ελευθεροτυπίας», που ξεκίνησε να κυκλοφορεί το 2000, δημοσιεύτηκαν δύο σειρές του από μονοσέλιδες, επίσης αυτοτελείς ιστορίες: Τα «Έκτακτα Περιστατικά» και το «Πέλαγος της Μποτίλιας». Στην πρώτη, κάποιες φορές χωρίς λόγια αλλά με έναν θησαυρό ονοματοποιιών και ηχητικών εφέ και κάποιες άλλες με μακροσκελή κείμενα και εξαντλητικούς διαλόγους, ο Καλαϊτζής αφηγείται ξεκαρδιστικά στιγμιότυπα και περιστατικά της αστικής μας παράνοιας, με ζευγάρια σε αποτυχημένες σεξουαλικές συνευρέσεις, εκπροσώπους των θρησκειών όλου του κόσμου σε κρίση, οργισμένους ακροδεξιούς και αποτυχημένους υπουργούς, πελαγωμένους σερβιτόρους κι απελπισμένους υπαλλήλους. «Το Πέλαγος της Μποτίλιας», περιοδικό «9» της «Ελευθεροτυπίας», 21.6.2000. Στη δεύτερη, μια εικαστική πανδαισία και ταυτόχρονα ένα σουρεαλιστικό, παραισθητικό πανηγύρι, αποτίνει φόρο τιμής στον Winsor McCay και στη σειρά «Little Nemo in Slumberland» των αρχών του 20ού αιώνα. Στα κόμικς του Αμερικανού πρωτοπόρου δημιουργού, πρωταγωνιστής ήταν ένα παιδάκι που ζει στα όνειρά του απίστευτες περιπέτειες με μοχθηρούς βασιλιάδες, πανίσχυρους στρατούς, άγρια ζώα και πελώριους δράκους, για να ξυπνήσει στο τελευταίο καρέ πεσμένο από το κρεβάτι του με τη μητέρα του να το καθησυχάζει. Στο «Πέλαγος» του Καλαϊτζή, πρωταγωνιστής είναι ένας νέος άνδρας σε ανάλογες περιπέτειες αλλά για ενηλίκους. Η αιτία τους όμως είναι το κρασί. Και δεν τις ζει στον ύπνο του αλλά ξύπνιος και φέσι από το αλκοόλ. Η κατάληξή τους αντί για το μητρικό χάδι και τη στοργή είναι μια βουτιά στο σιντριβάνι της πλατείας. Και μετά το ασθενοφόρο. Ο Μαρξ, ο Μπαχ και ο Κοροβέσης Στη «Γαλέρα», της οποίας ήταν ο μοναδικός καπετάνιος αλλά και ο πιο δημοκρατικός, καθώς συζητούσε διεξοδικά με όλους και για όλα για κάθε λεπτομέρεια, επέστρεψε στα «ιερά κείμενα», στον Κάρολο τον ίδιο και στο παρεξηγημένο «Κεφάλαιο». Έχρισε πρωταγωνιστή της σειράς του τον Κώστα Καραμανλή και της έδωσε το όνομα «Μαρξ και Σπένσερ» (στο πρώτο όνομα ανατριχιάζουν από περηφάνια οι ορθόδοξοι αριστεροί και στο δεύτερο δαγκώνονται και τρώνε την κρυάδα). Πρωταγωνιστεί φυσικά ο ανιψιός, που εξαιτίας της ιδιότητας αυτής έγινε πρωθυπουργός, και όλα τα πρόσωπα της αλήστου μνήμης κυβέρνησής του, με κορυφαίους συνεργάτες του δύο γουρούνια που απολαμβάνουν μαζί του το μπάνιο τους σε μια μπανιέρα γεμάτη λάσπη και σκατά. «Εφημερίδα των Συντακτών», 31.10.2015 Το τελευταίο κόμικς του Καλαϊτζή δημοσιεύτηκε εδώ, σ’ αυτήν την εφημερίδα, στο ένθετο «Καρέ Καρέ». Οι «Μπον και Βιβέρ» (και πάλι ο Κοροβέσης και ο Μπαχ) ήταν οι δυο κλοσάρ πρωταγωνιστές του με αυξημένη την αίσθηση του χιούμορ και του αυτοσαρκασμού. Δύο πανέξυπνοι τύποι που η μοίρα τους ανάγκασε να τρώνε από τους κάδους των σκουπιδιών κι αυτοί, αντί να το βάλουν κάτω, υποκρίνονται – μπορεί και να το πιστεύουν – ότι τρώνε στα καλύτερα γαλλικά εστιατόρια. «Μπον και Βιβέρ», «Εφ.Συν.», 16.5.2014 Πέραν αυτών, ο διαρκώς παραγωγικός Καλαϊτζής, που δεν σταματούσε να σχεδιάζει ούτε στα τραπεζομάντιλα στις ταβέρνες ή και στα ίδια τα τραπέζια, έχει δημιουργήσει πολλά ακόμη κόμικς «από δω κι από κει»: τις «Καλύτερες Μέρες» στο περιοδικό «Ένα», ολιγοσέλιδες ιστορίες στο περιοδικό «Ντέφι» και στον «Θούριο», στο περιοδικό «Αντί» και στην εφημερίδα «Αυγή», μεταξύ άλλων, στριπάκια στη βάση των σελίδων του περιοδικού «Έψιλον» της «Ελευθεροτυπίας», τον φοβερό Αυτοσερβιριζόμενο στο flip-book «Soloup Εναντίον Καλαϊτζή» (Εκδόσεις ΚΨΜ). Έχει φτιάξει αμέτρητα γελοιογραφικά πορτρέτα, από τον Μητροπάνο και τον Παύλο Σιδηρόπουλο μέχρι τον Τζον Λένον και τον Λε Κορμπιζιέ, έχει εικονογραφήσει άρθρα και φιλοτεχνήσει ρεκλάμες για μέρη που αγαπούσε και πολιτικές οργανώσεις που συμπαθούσε. «Εφημερίδα των Συντακτών», 28.01.2016 Παρότι ήταν ένας άνθρωπος της εικόνας, η γραφή του ήταν συγκλονιστική. Το αποδεικνύουν «Οι αφορισμοί των αφορεσμένων» (Εκδόσεις Στιγμή), με τα γραπτά του για τον Σοπενάουερ, τον Μποντλέρ, τον Νίτσε, τον Κάφκα κ.ά. Τα κείμενά του στην «Ελευθεροτυπία», στη «Γαλέρα», στην «Εφημερίδα των Συντακτών» ξεχειλίζουν από την πολυμάθειά του και το σαρκαστικό του χιούμορ. «Εφημερίδα των Συντακτών», 14.09.2015 Σε μια καριέρα ζηλευτή κοντά 60 χρόνων, είχε κάνει φοβερά και τόσο διαφορετικά πράγματα. Σχεδίασε τα σκηνικά και τα κοστούμια για το «Happy Day» του Παντελή Βούλγαρη, τις κάρτες για το «Heavy Metal Farm», εικονογράφησε παιδικά βιβλία, εργάστηκε σε διαφημιστικές εταιρείες, έφτιαξε εξώφυλλα, αφίσες και αγιογραφίες. Κι άφησα τελευταίες τις γελοιογραφίες, τη βασική και πιο μακρά απασχόλησή του. Σκάρωσε δεκάδες χιλιάδες απ’ αυτές, σε πλήθος εντύπων, με κατάληξη την «Εφημερίδα των Συντακτών», στην οποία ήταν συνεταιριστής από την πρώτη στιγμή. Πρωταγωνιστές (αρνητικοί) ήταν όλα τα πρόσωπα της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής επικαιρότητας από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 μέχρι τη μέρα του θανάτου του. Κάποιες συγκεντρώθηκαν σε άλμπουμ όπως τα «Γιαταλεφτά Νοέμβρη» (Εκδόσεις Λιβάνη), «2000 στα 4» και «Ασύμμετρη Κυβέρνηση» (Εκδόσεις Άγρα), όλες τους αποτύπωσαν ξεχωριστές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Τελευταίοι «αστέρες» των σκίτσων του ήταν ο Κάμπινετ Μαν, ο ΓΑΠ ή 3ος ο Μακρύτερος, το τρικέφαλο σκυλί της Τρόικας, ο διαχρονικά «αγαπημένος» του Μπενίτο (Ευάγγελος Βενιζέλος), ο Αντώνης Σαμαράς στην Έρημο Σαμάρα, ανάμεσα σε λογοπαίγνια όπως το Υπουργείον χάριν Πεδιάς, το Χάρβαλον μεν Υπεχωδέ, το Στρατόπεδον Υλάρχου Τραγκαουνάκη. Μέχρι τέλους ο Γιάννης σχεδίαζε, έκανε πλάκα, γελούσε δυνατά. Θα τον θυμόμαστε πάντα για το έργο του, που πάντα ισορροπούσε με μαεστρία ανάμεσα στην αποκαλούμενη υψηλή τέχνη και τα «ταπεινά σκιτσάκια», αλλά κυρίως για το πάθος του για τα κόμικς, τις γελοιογραφίες και την Αριστερά, που υπηρέτησε μια ολόκληρη ζωή. Ο Καλαϊτζής μιλά για τον Καλαϊτζή Το αυτο-βιογραφικό του όπως δημοσιεύεται στην προσωπική του ιστοσελίδα, gianniskalaitzis.gr Μεγάλωσα στο καφενείο του πατέρα μου στην Κοκκινιά. Πάνω στα τραπέζια κυκλοφορούσαν δύο-τρεις εφημερίδες. Γελοιογραφικά σκίτσα κάνω από μωρό. Ήμουν παρατηρητικό και κακό και το ’δειχνα. Το περιβάλλον μου ένοιωσε την απειλή. Χάριν εξευμενισμού μου διέθεσε μια αποδοχή διαρκείας. Το να επιδοθώ στην πολιτική σάτιρα ήταν αυτονόητο. Ήμασταν αριστεροί, το κράτος μας έκανε και ρατσιστές. Η δεξιά, η εξουσία, οι αρχές ήταν έξω από την κοινωνία μας, ήταν το ξένο, το άλλο. Μου την είχε στημένη στο νηπιαγωγείο. Κατανάγκαζαν εμένα το σκιτσογράφο να πλέκω καλαθάκια και να κεντάω με μπρισίμι μηλαράκια σε χαρτόνι. Για να με σπάσουν. Δε μίλησα. Καταδικάστηκα σε δωδεκαετή εκπαίδευση. Μου ’ριξαν και έναν χρόνο επιπλέον ως μη συνεργάσιμο. Δραπέτευσα πριν εκτίσω την ποινή. Ακολούθησε ο κατήφορος. Από τα χαμαιτυπεία της Αριστεράς στα καταγώγια των Καλών Τεχνών. Έμαθα κινηματογράφο στους κινηματογράφους, θέατρο στο θέατρο, μουσική την νύχτα και εικόνες στο πεζοδρόμιο. «Πανσπουδαστική», «Δρόμοι της Ειρήνης», «Αυγή». Ακολουθεί μια χούντα που επί 40 χρόνια παραμένει 7 ετών. Σκιτσάρω αγωνιώντας να κατανοήσω το προηγούμενο. «Αντί», «Ελευθεροτυπία», «Σχολιαστής», «Ντέφι», «Βαβέλ», «ΔΗΩ» και «Τσιγγάνικη ορχήστρα», «Το μαύρο είδωλο της Αφροδίτης», «Τυφών», «Γιαταλεφτά Νοέμβρη», «2000 στα 4». Γαλέρα στους πέρα κάμπους Γιάννης Καλαϊτζής ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΑΪΤΖΗΣ Ο Μεγάλος Ερετικός Μικρός που είναι ο κόσμος. Να πώς γίναν τα πράγματα, πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, αν η γηράσκουσα μνήμη δεν μου παίζει άσχημο παιχνίδι: Έχω φύγει από την «Καθημερινή», μετά 13 έτη, έχω πάει στον «Κόσμο του Επενδυτή» επί ιδιοκτησίας Γιαννίκου, πολύ πριν διαβεί το κατώφλι της φυλακής για το φιάσκο του Alter, του «Επενδυτή», των «Modern Times» και του τριγώνου «ΜΜΕ-Τράπεζα-Media Shop» που οδήγησε σε κατάρρευση της διαφημιστικής αγοράς, κι εκεί που προσπαθώ να προσαρμοστώ στη νέα κατάσταση, τόσο με το κυρίαρχο επαγγελματικό μου προσόν, όσο και με το χρονογραφικό μου avatar (τον ΚΙΜΠΙ), χτυπάει το τηλέφωνο και είναι η εξαδέλφη Κλεοπάτρα. Με την οποία είχαμε εντελώς τυχαία – αλλά δεν θυμάμαι πώς – ανακτήσει επαφή έπειτα από δεκαετίες και μερικές φευγαλέες συναντήσεις σε ένα σπίτι με θέα το Α' Νεκροταφείο, τη δεκαετία του ’60, έφηβη εκείνη, νήπιο εγώ, όπου η γιαγιά μου η Άρτεμις και η αδελφή της Κλεοπάτρα προσπαθούσαν να ξανασυνθέσουν τις λαμπερές μνήμες της απαστράπτουσας Σμύρνης, πριν αυτή καεί κι αυτές γίνουν προσφύγισσες, σε μικρές ηλικίες. Σκίτσο: Πέτρος Ζερβός Μου λέει η Κλεό: «Σε αναζητάει ο Περικλής, που τον έχει βάλει ο Γιάννης, αν θες να γράφεις στη “Γαλέρα”». «Ποιος Περικλής;» «Ο Κοροβέσης». «Ποιος Γιάννης;» «Ο Καλαϊτζής». Να πω πως δεν πήρα τα πάνω μου, ψέματα θα πω. Αντιθέτως, ο ναρκισσισμός μου με γαργαλούσε να κάνω τον δύσκολο, τον καχύποπτο, αν και είμαι τύπος που σπανίως λέει όχι, και στο πληρωτέο και στο θεότζαμπα, και στις ουσίες και στις συσκευασίες. Αλλά, μετ’ ου πολύ, έδωσα στην εξαδέλφη Κλεό, μια από τις σπουδαιότερες ζωγράφους των 70's που δεν έχει καβαλήσει καλάμι και δεν κωλώνει να «λερώσει» την τέχνη της με ακτιβισμό, θυμό, κίνημα, πολιτική, το τηλέφωνό μου για τον Περικλή. Και στα καπάκια με παίρνει ο «Φύλακας της ανθρωπιάς» – το θαυμάσιο αντίστροφο σχήμα λόγου που επινόησε ο Δημήτρης Ψαρράς για το θύμα και τον συγγραφέα των «Ανθρωποφυλάκων» της χούντας, τον Κοροβέση – και μου λέει πως με ψάχνει ο Γιάννης – «Ποιος Γιάννης;» «Ο Καλαϊτζής!». Τι λες τώρα, ποιος να μην ανταποκριθεί στο κάλεσμα της άγριας φύσης του Γιάννη, της άγριας, της σεμνής, της διαλλακτικής, της ευρηματικής, της γελαστής, της μελαγχολικής, αλλά πάντα της αφοπλιστικά ανθρώπινης φύσης του Γιάννη; Ποιος να αρνηθεί να γίνει συν-ερέτης (= συν-κωπηλάτης) στον «συνεταιρισμό ερετών» της «Γαλέρας», υπό το πρόσταγμα του Μεγάλου Ερετικού, με «Ε» για τους μαζόχες της ληστρικής εκμετάλλευσης του εαυτού τους, αλλά αν σας ενοχλεί η περίεργη ορθογραφία και με «ΑΙ», για όσους πίστεψαν στο εγχείρημα της αιρετικής, εναλλακτικής, ανεξάρτητης ενημέρωσης. Ανέβηκα στο κατάστρωμα της «Γαλέρας» αφού είχε σαλπάρει σχεδόν δύο χρόνια «ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ», κολυμβητής στη θάλασσα της ενημέρωσης πριν γίνω κωπηλάτης της. «Σε ξέρω, με ξέρεις, αλλά δεν ξερενόμαστε» είπαμε με τον Γιάννη στο πρώτο ραντεβού, για να γίνει η ταυτοπροσωπία, γιατί εγώ τον ήξερα από τα χιλιάδες πράγματα που είχε ήδη κάνει, αυτός με ήξερε κυρίως από την persona που είχα επινοήσει από το 2000 στην «Καθημερινή», τελικά κάτι είχε πετύχει ο «Ελεύθερος Σκοπευτής» μου περιπλανώμενος ως ΚΙΜΠΙ σε σομόν ή λευκές σελίδες καθωσπρέπει αστικών εντύπων, γιατί να μη σαλπάρει και με μια ΓΑΛΕΡΑ για Ακυβέρνητες Πολιτείες, ήταν τόσο κολακευτικό να σ’ το προτείνει αυτό ο συνήθως γελαστός πίσω απ’ τα γυαλιά και τα μούσια του καπετάνιος της. «Τι θέλετε από μένα;» ρώτησα σ’ αυτή την πρώτη επαφή τον Μεγάλο Ερετικό, στο ισόγειο αγκυροβόλιο της «Γαλέρας» στα Εξάρχεια. «Εσένα» ήταν η απάντηση του καπετάνιου. «Αλλά ποιον εμένα, τον ΚΙΜΠΙ ή τον άλλον;» τον ρωτάω – δεν θυμάμαι την ακριβή ανταπάντησή του, αλλά για το alter ego μου γινόταν το παζάρι, κι έτσι ανέλαβα κι εγώ κουπί για καμιά 35αριά μηνιαία ταξίδια της «Γαλέρας», μαζί με μερικές δεκάδες συν-ερέτες, εργάτες των εικόνων, των μολυβιών, των χρωστήρων, των λέξεων, των αναλύσεων, των αποκαλύψεων, των τολμηρών ρεπορτάζ, των νέων ιδεών, του ανελέητου χιούμορ, της καταλυτικής σάτιρας, ένα πολύχρωμο πλήρωμα ανθρώπων που υπέκυψαν στη γοητεία του Γιάννη και του πρωτότυπου υβρίδιου πολιτικού περιοδικού που εμπνεύστηκε. Αυτή ήταν η πρώτη χαρούμενη επαφή με τον Μεγάλο Ερετικό. Αλλά θυμάμαι και τη θλίψη της τελευταίας επαφής, ως συν-ερέτη, Γενάρη ή Φλεβάρη του 2010, τη μέρα που στο αγκυροβόλιο της «Γαλέρας» στα Εξάρχεια ο συνεταιρισμός των ερετών έπρεπε να αποφασίσει αν θα συνεχίσει το κουπί ή θα τραβήξει την τάπα και θα αφήσει τη θάλασσα να πάρει το σκάφος στον βυθό της. Καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του, εναλλακτικές χρηματοδότησης, κράουντ φάντινγκ, τραπεζικό δανεισμό, αλλά στην όψη του Γιάννη νομίζω πως είχε ζωγραφιστεί ένα αμετάκλητο μείγμα απογοήτευσης, αγωνίας, θυμού – με τον εαυτό του; – και πείσματος. Η «Γαλέρα» έκλεισε. Τα τελευταία σκίτσα, κόμικς, κείμενα ανέβηκαν στην ιστοσελίδα της. Αλλά το αιρετικό, ερετικό, συνεταιριστικό σαράκι δούλευε στα στομάχια πολλών, φυσικά και του Μεγάλου Ερετικού. Υποθέτω πως του ήταν εντελώς αυτονόητο να μπει δυο χρόνια μετά στην περιπέτεια της συνεταιριστικής «Εφ.Συν.». Κάπως έτσι, μια άλλη ομάδα «πετροβολημένων», καμιά 25αριά ήμασταν, τολμήσαμε το 15ήμερο πολιτικό περιοδικό «ΜΟΝΟ». Γενάρη του 2012 βγήκε το πρώτο τεύχος, εμπνευστής ο δαιμόνιος Νεκτάριος (Λαμπρόπουλος), τα δώσαμε όλα (και λεφτά), αλλά όχι όλοι, γιατί πολλές φορές οι συνεταιρισμοί ερετών εξελίσσονται σε λεόντειες συμφωνίες, άλλοι τραβάνε το κουπί κι άλλοι ρεμβάζουν τη θάλασσα. Έξι μήνες κράτησε εκείνη η συνεταιριστική αποκοτιά που είχε πολλά από τις ιδέες του Μεγάλου Ερετικού, «Γαλέρα» δεν την έλεγες βέβαια, πιο πολύ με τα φουσκωτά των προσφύγων που διεμβολίζει το Λιμενικό έμοιαζε το «ΜΟΝΟ» μας, είχε μια ενθαρρυντική κυκλοφοριακή εκκίνηση, θυμάμαι τα επαινετικά σχόλια του Γιάννη και του Περικλή για το εγχείρημα, που μέσα σε έξι μήνες όμως πήγε να συναντήσει τη «Γαλέρα» στο μεγάλο υποθαλάσσιο νεκροταφείο της ενημέρωσης. Ου παντός πλειν ες Κόρινθον... ΚΙΜΠΙ Η απουσία από τη ζωή ενός δημιουργού είναι ένας άλλος τρόπος να καταλάβεις πόσο σημαντικός ήταν. Μια απουσία όχι μόνο της καθημερινής του δουλειάς στην εφημερίδα, αλλά απουσία και μιας ισχυρής προσωπικότητας με δυναμισμό, ενέργεια, σοφία, αλλά και γενναιοδωρία και φροντίδα για τους νέους δημιουργούς! Το πείραμα της «Γαλέρας» ήταν ένα θερμοκήπιο όπου νέοι σκιτσογράφοι δημιουργούσαν σε κλίμα πλήρους ελευθερίας και ενθάρρυνσης. Τα καλύτερα σκίτσα μου τα είχα φτιάξει ως τότε στη «Γαλέρα», μέσα στο συλλογικό κλίμα άμιλλας αλλά και με το κρυφό καμάρι ότι θα τα δει ο «Δάσκαλος». Γιάννη, θα σε θυμάμαι πάντα! Πέτρος Ζερβός Σκίτσο: Soloup Πριν από λίγο καιρό έχασα τον πατέρα μου. Τα… προεόρτια όμως μιας τέτοιας αναντικατάστατης απώλειας τα ένιωσα δέκα χρόνια πριν με το φευγιό του Γιάννη. Δάσκαλος, εμπνευστής, συνάδελφος και φίλος, αλλά και πολλά περισσότερα πράγματα ακόμα, όχι μόνο για εμένα, αλλά για πολλές και πολλούς που τον γνωρίσαμε, φιλοσοφήσαμε, παρεξηγηθήκαμε και καλαμπουρίσαμε μαζί του. Γιατί δεν ήταν μόνο κορυφαίος γελοιογράφος – με πολιτικοποιημένο σκίτσο και αφοπλιστικά σαρκαστικό και αυτοσαρκαστικό χιούμορ- και άκρως επιδραστικός δημιουργός κόμικς – με τα πρωτοποριακά συνειρμικά μονοσέλιδά του και κυρίως τα έργα του «Τσιγγάνικη Ορχήστρα», «Μαύρο Είδωλο της Αφροδίτης» και «Τυφών» – όσο και μια ξεχωριστή προσωπικότητα. Με τη σοφία αλλά και τις εξάρσεις, την έγνοια για τα πράγματα, τις φωνές, το γέλιο και τις σιωπές κάθε σπάνια ουσιαστικού και βαθιά ειλικρινούς ανθρώπου. Ενός δημιουργού που ήξερε να βάζει το Εμείς – όπως ας πούμε με τον τρόπο που έστησε το περιοδικό «Γαλέρα» – πάνω από την ξελογιάστρα καλλιτεχνική ματαιοδοξία. Τον συμβουλεύτηκα στα δύσκολα και τον συμβουλεύομαι ακόμα. Βαρύτιμος μπούσουλας με επαρκέστατα τρελαμένη βελόνα. Σ’ ευχαριστούμε Γιάννη. Soloup ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΣΧΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΩΝ «Ένα παιδί που κάνει κόμικς δεν είναι αυτό;» Ήταν κάπου στις αρχές του 2006, όταν κόβαμε την πρωτοχρονιάτικη πίτα στα γραφεία της Λέσχης μας. Μερικοί από εμάς, που είχαμε την τύχη να συνεργαζόμαστε και να μαθητεύουμε στη «Γαλέρα» με τον Γιάννη Καλαϊτζή, προσκομίσαμε εκείνη τη βραδιά τα πρώτα τεύχη του περιοδικού. Η υποδοχή που επιφύλαξαν στη «Γαλέρα» οι συνάδελφοι είχε διάφορες αποχρώσεις. Πολλοί τη γνώριζαν από πριν, ως συνεργάτες. Άλλοι, ως αναγνώστες της. Ένας από τους πρεσβυτέρους την κοίταξε και ρώτησε: «Ποιος τη βγάζει; Ο Καλαϊτζής; Ένα παιδί που κάνει κόμικς δεν είν' αυτός;». Τότε ο Καλαϊτζής είχε συμπληρώσει τα 61 του και είχε πάνω από 40 χρόνια στο σκίτσο, την πολιτική γελοιογραφία και τα κόμικς. Ασχέτως της σαρκαστικής προσποίησης άγνοιας, ο κατά δύο δεκαετίες αρχαιότερος ομότεχνός του είχε δίκιο: ο Γιάννης Καλαϊτζής παρέμενε, πράγματι, ένα «παιδί» που ενοχλούσε τους «μεγάλους». Οι καινοτομίες του στην καρικατούρα, στο αντιεξουσιαστικό σκίτσο και στο πολιτικοκοινωνικό κόμικς ήταν σαν την εφευρετική φαντασία των παιδιών που αλλάζουν παιχνίδι, το ίδιο το παιχνίδι και τον κόσμο που το πλαισιώνει. Ήταν εμβληματικός, ταλαντούχος και αγωνιστής ο Γιάννης Καλαϊτζής. Συνάμα ήταν εργασιομανής, τελειομανής και μαχητικός. Μαζί με τον άλλο Γιάννη, τον Ιωάννου, υπήρξαν ανανεωτές, θαυματουργοί και ανάδοχοι της Νέας Πολιτικής Γελοιογραφίας. Ο ένας λίγο πριν κι ο άλλος λίγο μετά τη δικτατορία, είχαν συνδέσει τα βήματα του μοντερνισμού στα εικαστικά, στη θέαση του αστικού τοπίου, στον κινηματογράφο, στα κόμικς και το θέατρο του Παραλόγου, με ό,τι πιο κριτικό, ανατρεπτικό και φρέσκο είχε να δείξει η παγκόσμια λογοτεχνία. Απογείωσαν το πολιτικό σκίτσο στην Ελλάδα και το έκαναν να επισπεύδει, να εγείρει τον ριζοσπαστισμό της Μεταπολίτευσης. Οι νεότερες γενιές χρωστάμε ακόμα πιο πολλά σε αυτούς που τόλμησαν, με φαντασία και ρίσκο, σε μια εποχή πάντως με εύφορες πλαγιές και μια κοινωνία διψασμένη και επιδεκτική για το νέο που καλλιεργούσαν. Μας δίδαξαν, θέλοντας και μη, αλλά και μας «κακομάθανε». Δεν προέβλεπαν ίσως την ξηρασία του τοπίου, την απαξίωση και τη δυσανεξία που θα ακολουθούσε. Στο φευγιό του Γιάννη Καλαϊτζή είχαμε γράψει πως αυτοί οι ευαίσθητοι ποιητές του σκίτσου ήταν σαν τα αηδόνια που συνήθιζαν να έχουν στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην πρώτη κιόλας διάχυση της τοξικότητας, μας άφηναν μόνους. Κι ακόμα χειρότερα από μόνους... Δέκα χρόνια μετά την απώλεια του Γιάννη Καλαϊτζή, νιώθουμε ευγνώμονες που ζήσαμε αυτό το «ενοχλητικό παιδί» ως ομότεχνο, ως συνάδελφο και ως φίλο. Και τον ευχαριστούμε που έβαλε χρώμα στη ζωή μας. ⚪ Ευχαριστούμε την οικογένεια του Γ. Καλαϊτζή για την άδεια αναδημοσίευσης των εικόνων που συνοδεύουν το αφιέρωμα. Το σώμα του γνωστού έργου του Γ. Καλαϊτζή βρίσκεται κατατεθειμένο στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας. Και το σχετικό link...
-
- 5
-
-
-
-
- γιάννης καλαϊτζής
- εκδόσεις πολύτυπο
- (and 11 more)
-
O Ανδρέας Πετρουλάκης, πολιτικός γελοιογράφος στις μεγαλύτερες εφημερίδες και σε πλήθος εντύπων εδώ και δεκαετίες, μιλάει για την άδοξη τέχνη του. Η συνέντευξη που ακολουθεί μπορεί να σας φανεί ασυνήθιστη. Συνήθως μιλάμε με κάποιον επειδή βρίσκεται στην επικαιρότητα για κάποιον λόγο. Στην περίπτωση του Ανδρέα Πετρουλάκη, του ανθρώπου που μας κάνει καθημερινά να γελάμε, αυτό δεν ισχύει. Μπορεί ο ίδιος να λέει πως η τέχνη της γελοιογραφίας είναι η πλέον άδοξη, καθώς γεννιέται και πεθαίνει την ίδια μέρα, στην πραγματικότητα όμως η δουλειά του Πετρουλάκη δεν αποτυπώνει απλώς την επικαιρότητα, χαρακτηρίζεται πάντα από την επικαιρότητα. Συναντήσαμε λοιπόν αυτόν τον εργάτη του εφήμερου και μιλήσαμε μαζί του ένα πρωινό Κυριακής στο Παγκράτι, ξεκινώντας να συζητάμε ακριβώς γι’ αυτό: το εφήμερο στοιχείο της γελοιογραφίας. ― Κύριε Πετρουλάκη, καθώς ερχόμουν, σκεφτόμουν πως αυτή θα είναι μια περίεργη συνέντευξη. Συνήθως έχω στα χέρια μου κάποιο πρόσφατο βιβλίο, κάποιο άλμπουμ, κάτι που έφτιαξε ο συνεντευξιαζόμενος. Εδώ δεν έχουμε κάτι τέτοιο. Έχουμε ένα μεγάλο σώμα από εφήμερα σκίτσα. Είναι η πιο άδοξη τέχνη. ― Γιατί άδοξη; Γιατί «ό,τι κάνω γεννιέται το πρωί και πεθαίνει το ίδιο βράδυ». Η γελοιογραφία είναι αυτό ακριβώς. Οι καλύτερες γελοιογραφίες είναι αυτές που ζουν μία μέρα. Που έχουν τον παλμό της ημέρας. Που προκαλούν ένα αντανακλαστικό γέλιο ανθρώπων που συμμετέχουν, ας πούμε, στο ίδιο παραμύθι. Μετά δεν έχει διάρκεια, ζωή. ― Κι όμως. Ξεφυλλίζοντας άλμπουμ με γελοιογραφίες σας από τα 90s, με έπιανα να γελάω συχνά. Ναι, αλλά πρέπει να τα θυμάσαι. Και είναι άχαρο να σ’ τα θυμίζουν για να γελάσεις. Οι περισσότεροι δεν τα θυμούνται. ― Γι’ αυτό και δεν βγάζετε πια άλμπουμ; Ναι. Και όλα τα άλμπουμ στο πόδι τα έβγαλα. Δεν είχα καμιά ιδιαίτερη διάθεση να τα βγάλω. Μερικά τα έβγαλα νέος, άλλα με πίεσαν φίλοι να τα βγάλω. Το βρίσκω λίγο άχαρο. Ούτε οι εκθέσεις μού αρέσουν ούτε τα λευκώματα. Αυτό που μου αρέσει είναι να κάνω ένα ωραίο σκίτσο αύριο. ― Ισχύει αυτό που λένε ότι «είσαι τόσο καλός όσο το επόμενό σου σκίτσο»; Καταρχάς – αυτό είναι προς απόδειξη – είμαι τόσο καλός όσο το τελευταίο μου. ― Πώς μπήκατε σ’ αυτή τη δουλειά; Υπηρετούσα στο Πολεμικό Ναυτικό. Τα ταξίδια ήταν τρομερά πολυήμερα. Έναν μήνα το κάθε ταξίδι. Διάβαζα, ζωγράφιζα και, καθώς προέρχομαι από μια πολύ πολιτικοποιημένη γενιά, διάβαζα και εφημερίδες. Είμαστε η γενιά της Μεταπολίτευσης, ήταν πολύ μέσα στη ζωή μας η πολιτική. Οπότε ο χώρος μού ήταν πολύ οικείος. Πάντα είχα τη λόξα της εφημερίδας, της πολιτικής, της επικαιρότητας και επίσης διάβαζα φανατικά κόμικς. Και φυσικά τις γελοιογραφίες των παλαιότερων, που από πολύ μικρή ηλικία προσπαθούσα να αντιγράψω: τον Κώστα και τον Βασίλη Μητρόπουλο, τον Κυρ, τον Ηλία Σκουλά. Έτσι λοιπόν, εκείνο το καλοκαίρι στο Ναυτικό, προσπαθούσα να αποδώσω πρόσωπα της τότε επικαιρότητας με γελοιογραφικό τρόπο, σε πολύ πρώιμο στάδιο φυσικά, καμία σχέση με τον τρόπο που το κάνω σήμερα. Ήταν όμως τότε τα πρόσωπα της πολιτικής επικαιρότητας πρόσωπα μεγάλου διαμετρήματος: Καραμανλής, Παπανδρέου, Φλωράκης, Μητσοτάκης, Κύρκος. Πολιτικοί που, αν έκανες ένα σκίτσο γι’ αυτούς, προσέλκυε το κοινό μόνο και μόνο ο πρωταγωνιστής. Ειδικά τα χρόνια που ξεκίνησα εγώ, είχαμε τον Ανδρέα Παπανδρέου, έναν «μάγο» της πολιτικής, που έκανε εντυπωσιακές κινήσεις. Ο Τύπος δεν βαριόταν ποτέ μαζί του, ήταν πολύ πρόσφορο το έδαφος. Τώρα νομίζω ότι για έναν νέο συνάδελφο είναι πολύ πιο δύσκολα τα πράγματα. Πολύ πιο λίγοι οι πρωταγωνιστές. ― Και όχι τόσο «γελοιογραφήσιμοι»; Μερικοί είναι, αλλά έχει μεγάλη σημασία και το βεληνεκές που έχουν στη δημόσια ζωή. Αν έχεις για παράδειγμα, έναν γραφικό υφυπουργό ενός όχι και τόσο σημαντικού υπουργείου και κάνεις ένα καλό σκίτσο, οι μισοί δεν ξέρουν το πρόσωπο και οι άλλοι μισοί δεν ξέρουν το γεγονός. ― Νιώθετε πως είναι είδος προς εξαφάνιση η δουλειά του γελοιογράφου; Το βασικό πρόβλημα είναι η συρρίκνωση των εφημερίδων: χαμηλά μπάτζετ, μικρός αριθμός εφημερίδων και σελίδων. Πολλοί θεωρούν τη γελοιογραφία πολυτέλεια, εγώ θεωρώ ότι ένας καλός γελοιογράφος είναι σημαντικό asset για μια εφημερίδα, ακόμα και για μια ολιγοσέλιδη ή χαμηλής κυκλοφορίας εφημερίδα. Αυτό έχει ως συνέπεια πολλοί συνάδελφοι να μη δημοσιεύουν ή να δημοσιεύουν στο ίντερνετ ή να κάνουν παραπλήσιες δουλειές. Κάτι που ίσως προκάλεσε και μια επιπρόσθετη ανάπτυξη των κόμικς. ― Ξεκινήσατε στο «Βήμα» το 1985; Στο «Αντί» πρώτα το 1984, για ένα μικρό διάστημα κάνοντας κόμικς κοινωνικά, όχι πολιτικά, και το 1985 πήγα στο «Βήμα». ― Έχετε συμπληρώσει λοιπόν 40 χρόνια ως γελοιογράφος. Μη λέμε νούμερα, παρακαλώ. (γέλια) Το «Αντί» ήταν ένα περιοδικό ελεύθερης έκφρασης πολλών ανθρώπων, και ερασιτεχνών. Ήταν ένα πολύ ανοιχτό έντυπο. Ήμουν τότε πιτσιρικάς και έγραφε ο Χρήστος Παπουτσάκης, ο εκδότης του περιοδικού, στην ταυτότητα «Σκίτσα: Ιωάννου, Καλαϊτζής, Πετρουλάκης». Έζησα μια αυταπάτη μ' αυτό. Θεώρησα ότι ήμουν ήδη γελοιογράφος. Το επάγγελμα αυτό είναι παράξενο. Δεν μπορείς να πεις «θέλω να γίνω γελοιογράφος». ― Αυτή η γενναιοδωρία του Χ. Παπουτσάκη σάς βοήθησε να σταθείτε στα πόδια σας ως γελοιογράφος; Όχι, καθόλου. Ίσα ίσα. Σ’ ένα τεύχος δημοσιευόταν κάτι δικό μου, σε δύο δεν δημοσιευόταν. Ήταν ένα άναρχο περιοδικό. Κάποια στιγμή μάζεψα κάποια σκίτσα και τα έστειλα σε διευθυντές εφημερίδων. Και απάντησε ο Ψυχάρης. Σκίτσο του Ανδρέα Πετρουλάκη που έγινε εξώφυλλο στην Athens Voice (11.12.2003) Σκίτσο του Ανδρέα Πετρουλάκη που έγινε εξώφυλλο στην Athens Voice (11.10.2006) ― Πώς ήταν ο Ψυχάρης; Για τον Ψυχάρη έχουν ειπωθεί διάφορα πράγματα. Δεν τον έζησα για μεγάλο διάστημα ώστε να έχω μια στέρεη άποψη. Ήμουν και μικρός, οπότε ίσως να μην μπορούσα να εκτιμήσω πράγματα και καταστάσεις. Εμένα με βοήθησε πολύ πάντως. Ήταν και υποστηρικτικός και διδακτικός με έναν τρόπο. Δεν με απόπαιρνε. Μου έλεγε: «Αυτό δεν μπορούμε να το πούμε». Ή για μια έκφραση έλεγε: «Δεν μιλάει έτσι ο Καραμανλής. Τι το βάζεις αυτό στη γλώσσα του Καραμανλή; Δεν θα το έλεγε ποτέ έτσι». Τέτοια πράγματα, που για μένα ήταν άγνωστα, δεν μπορούσα καν να τα φανταστώ. Δημοσίευε τακτικά τα σκίτσα μου στο «Βήμα», το οποίο τότε ήταν ημερήσιο, μετά έγινε εβδομαδιαίο. Στο μεταξύ άρχισα να καταλαβαίνω ότι ήθελα να μείνω σ’ αυτή τη δουλειά, γιατί ξεκίνησα με μια αντίληψη ερασιτέχνη. Σιγά σιγά όμως μου άρεσε. Σκεπτόμουν πως, αν δημοσίευα μόνο μία φορά την εβδομάδα στο Κυριακάτικο πια «Βήμα», δεν υπήρχε περίπτωση ούτε εγώ να ωριμάσω ούτε να γίνω γνωστός, οπότε πήγα και του είπα: «Κύριε Ψυχάρη, θα φύγω». «Πού θα πας;» «Στην “Αυγή”». Ο Ψυχάρης μού είπε τότε: «Είσαι παιδί του “Βήματος”, δεν μπορείς να δουλεύεις και στο “Βήμα” και στην “Αυγή”. Είσαι πολύ μικρός ακόμα, αλλά αν θέλεις να γυρίσεις στο “Βήμα”, μπορείς». Πήγα στην “Αυγή”, που τότε τη διηύθυνε ο Γιάνναρος. ― Ανήκατε, όπως είπατε πριν, στη γενιά του Πολυτεχνείου. Αισθανόσασταν πιο οικεία σ' αυτόν τον χώρο; Πολιτικά τότε είχαμε όλοι, ας το πούμε, μια αριστερή «πετριά». Δεν ήμουν ποτέ κομματικά ενταγμένος, αλλά γενικά υπήρχε μια ροπή των νέων μετά τη Μεταπολίτευση προς την Αριστερά. Μου ήταν πολύ φιλικός ο χώρος, και στο Πανεπιστήμιο μ’ αυτά τα παιδιά έκανα παρέα. Πήγα έτσι, δοκιμαστικά κι έμεινα δεκαπέντε χρόνια. Την «Αυγή» της εποχής αυτής την αγάπησα, αγάπησα τους ανθρώπους, με τους οποίους διατηρώ ακόμα στενές σχέσεις. Δεν είναι βέβαια στον χώρο της Αριστεράς πια οι περισσότεροι απ' αυτούς. Τη θεωρώ μεγάλο σχολείο. Όταν αργότερα ήρθε στην εξουσία η κυβέρνηση Τσίπρα, η προϋπηρεσία μου στην «Αυγή» με βοήθησε να δω πιο καθαρά. Είχα πια και μεγαλύτερη ωριμότητα για να καταλάβω ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν την προπαρασκευή για να αναλάβουν την κεντρική εξουσία. Ήταν πολλοί από αυτούς χρήσιμες αιρετικές φωνές. Η συμβολή τους και η συνεισφορά τους ήταν συχνά πολύτιμη όταν ήταν στην εξουσία άλλα κόμματα: ήταν οι μόνοι που μιλούσαν συχνά για οικολογία, για δικαιώματα. Το πρόβλημα ήρθε όταν αυτά αποτέλεσαν την κεντρική ύλη της πολιτικής. Ήξερα ενστικτωδώς ότι δεν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν. Σκίτσο του Ανδρέα Πετρουλάκη που έγινε εξώφυλλο στην Athens Voice (10.11.2010) Σκίτσο του Ανδρέα Πετρουλάκη που έγινε εξώφυλλο στην Athens Voice (28.06.2015) ― Μπήκατε πολύ νεαρός σε μια πολύ μεγάλη εφημερίδα όπως το «Βήμα». Τι σας είχε εντυπωσιάσει τότε; Είχα μάθει από τους πρώτους ότι ο Παπανδρέου δεν θα πρότεινε Καραμανλή για Πρόεδρο της Δημοκρατίας αλλά Σαρτζετάκη. Το έμαθα πριν το μάθουν πολιτικοί! Είχα πάει εκείνο το πρωί του Σαββάτου στην εφημερίδα και έκανα ένα σκίτσο που έδειχνε ότι ο Παπανδρέου θα πρότεινε Καραμανλή, και ο Ψυχάρης, που ήταν φίλος του Κουτσόγιωργα και είχε μάθει τι θα συνέβαινε, μου αποκάλυψε ότι θα πρότεινε τον Σαρτζετάκη. Είχα τρελαθεί. Έπαιρνα τηλέφωνο τους φίλους μου, τους το έλεγα και δεν με πίστευαν. Είναι βέβαιο πως δεν το ήξεραν ούτε πολύ υψηλόβαθμα στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Τότε είπα θα μείνω στις εφημερίδες. Ένιωσα ότι εδώ είναι το κέντρο των εξελίξεων. Έπαιξε μεγάλο ρόλο αυτό για μένα. Είχα βέβαια και άγνοια κινδύνου, με την έννοια ότι δεν λογάριαζα και σε όλη μου τη ζωή να δουλεύω ως γελοιογράφος. Στην αρχή είχα νοοτροπία ερασιτέχνη. Το έκανα για τον εαυτό μου. Γούσταρα. Μου λέγανε και οι φίλοι μου: «Τι λες, ρε μεγάλε! Δημοσιεύεις στο “Βήμα”;» (γέλια). Είχε βάλει και μερικά σκίτσα μου στο πρωτοσέλιδο ο Ψυχάρης, οπότε ξέρεις, στον στενό μου κύκλο είχε γίνει χαμός. Μου άρεσε όλο αυτό. Άλλωστε επαγγελματικά το μέλλον μου δεν εξαρτιόταν από αυτό τότε. Αυτό συνέβη πολύ αργότερα. Το λέω και στα νέα παιδιά που ζωγραφίζουν κι έρχονται και μου λένε «Θέλω να γίνω γελοιογράφος». Δεν ξέρεις αν μπορείς να γίνεις γελοιογράφος. Είναι μερικά επαγγέλματα στα οποία δεν ξέρεις αν μπορείς να ανταποκριθείς. ― Τι χρειάζεται να έχει ένας γελοιογράφος; Χρειάζεται να έχει μια πολιτική αντίληψη. Αν μιλάμε για πολιτικούς γελοιογράφους. Να έχει αίσθηση του χιούμορ. Να ζωγραφίζει κάπως καλά, γιατί το σκίτσο είναι εργαλείο, πρέπει να αποδίδει τις εκφράσεις των προσώπων, τις κινήσεις των σωμάτων, τον περιβάλλοντα χώρο, έστω και ελλειπτικά. Πρέπει ο αναγνώστης να λάβει αστραπιαίες πληροφορίες. Δεν είναι να εξηγήσεις κάτι, γιατί μέχρι να εξηγήσεις, πάει το αστείο, έφυγε. Πρέπει κάποιος, με το που δει το σκίτσο, να εγκλιματιστεί αμέσως – πού βρίσκεται, ποιοι είναι οι πρωταγωνιστές και σε τι κατάσταση βρίσκονται. Το σκίτσο είναι το τρένο, είναι ο τρόπος που θα βάλεις τον αναγνώστη σε μια δεκτική κατάσταση, ώστε να δεχτεί το αστείο ή ό,τι άλλο θέλεις να πεις. ― Στην «Αυγή» μείνατε 15 χρόνια. Και το 2000 περάσατε από την «Αυγή» στην «Καθημερινή», σ’ έναν χώρο πολύ διαφορετικό, μια εφημερίδα δεξιού προσανατολισμού, ενίοτε συντηρητική. Πώς το αποφασίσατε; Κι όμως δεν ήταν έτσι. Η «Καθημερινή» είναι ένας χώρος με μεγάλη ελευθερία, με μεγάλο σεβασμό στη δουλειά σου, με μια εσωτερική ησυχία και μια μακρά παράδοση, που πέρασε μεν από χίλια μύρια κύματα, αλλά είναι μια ώριμη αστική εφημερίδα, με μεγάλη δεκτικότητα στο να φιλοξενήσει μια γκάμα απόψεων διαφορετικών από τις κυρίαρχες του συντηρητικού χώρου. Όταν πήγα στην «Καθημερινή» είχε ήδη πολλούς δημοσιογράφους με αριστερές καταβολές που ήταν όλοι τους πολύ αρμονικά ενταγμένοι. Μέχρι και σήμερα αποτελούν μερικά από τα εμβληματικά ονόματα της εφημερίδας. Δεν δυσκολεύτηκα απ’ αυτή την άποψη. Άλλωστε στο διάστημα που ήμουν στην «Αυγή», δούλεψα και σε άλλες εφημερίδες και περιοδικά – στην «Πρώτη», στο «Έθνος», στη «Μεσημβρινή», στον «Επενδυτή», στο «Κλικ», στο «ΜΕΝ», στο «Μετρό», στη «Γαλέρα». Ήμουν καλά στην «Αυγή», δεν ήθελα να φύγω. Όμως γύρω στο 2000 άρχισα να νιώθω ότι η «Αυγή» ήταν ένας «στενός» χώρος. Πολιτικά είχε αρχίσει να χάνει την αίγλη και την πνευματικότητα που είχε παλαιότερα. Οι συνεργάτες υψηλού επιπέδου άρχισαν λίγο λίγο να αραιώνουν. Εκείνη τη στιγμή της καριέρας μου ένιωσα πως δεν μου έκανε καλό η «πάνδημη» αποδοχή από ένα πολύ μικρό κοινό. Έβρισκα ανταπόκριση και έξω απ’ αυτό, αλλά πρακτικά, όταν έχεις ένα συγκεκριμένο κοινό που σε ακολουθεί πολλά χρόνια, δεν θα σου μάθει τι είσαι. Δεν θα σου μάθει ποιος είσαι. Σε καθησυχάζει, κι αυτό δεν είναι σωστό. Ήταν εν πολλοίς η αίγλη ενός μικρόκοσμου, κάτι που επαγγελματικά δεν είναι καλό. Έτσι λοιπόν πήγα στην «Καθημερινή». ― Αλλάξατε λοιπόν εφημερίδα το 2000. Είχατε να αντιμετωπίσετε αφενός το άγχος της αλλαγής περιβάλλοντος, αφετέρου το γεγονός ότι στην εξουσία βρισκόταν μια κυβέρνηση που προετοίμαζε μεγάλες μεταρρυθμίσεις και έργα και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στην Ευρώπη. Ήρεμα τα πράγματα γενικά. Πώς ήταν εκείνη η περίοδος. Μπορούσατε να τη γελοιογραφήσετε με ευκολία; Κάθε φορά που απευθύνεσαι σ’ ένα καινούργιο κοινό αγχώνεσαι, γιατί νιώθεις πως έχεις προσωπική επαφή με τον κάθε αναγνώστη σου, κι όταν αλλάζεις μέσο – αυτό στη δική μου περίπτωση δεν ισχύει απολύτως – νιώθεις ότι απευθύνεσαι σε ξένους, που πρέπει να σε μάθουν από την αρχή. Έχεις διαρκώς την αμφιβολία αν τη γλώσσα που οι άλλοι καταλάβαιναν θα την καταλαβαίνουν και οι καινούργιοι. Η γελοιογραφία, όντας ένα ελλειπτικό είδος, θέλει κι έναν εκπαιδευμένο αναγνώστη, κι εγώ δεν ήξερα ποιοι απ’ αυτούς ήταν και ποιοι δεν ήταν. Πάντως τις εποχές που είναι ήρεμα τα πράγματα, μπορώ να πω ότι μπορείς να κάνεις καλύτερες γελοιογραφίες. Άλλωστε κάνεις καλύτερα σκίτσα για προσωπικότητες που συμπαθείς παρά γι’ αυτούς που σε θυμώνουν. ― Δεν δείχνετε να «μισείτε» τους πρωταγωνιστές σας. Καθόλου. Όποιος μισεί τους πρωταγωνιστές του δεν κάνει καλές γελοιογραφίες. Δεν χωράει μίσος σε όλο αυτό. Το χιούμορ δεν πρέπει να έχει βαρβαρότητα ή εχθροπάθεια, δεν πρέπει να είναι τοξικό. Δεν υπάρχει χιούμορ σ’ αυτές τις συνθήκες. Οι γελοιογραφίες είναι αστεία ανθρωπάκια, επομένως με κάποιον τρόπο, ακόμα κι αν τους αντιπαθείς, τους κάνεις συμπαθείς. Πρέπει να είσαι προσεκτικός σε αυτό. Για παράδειγμα, σε σκίτσα για τη Χρυσή Αυγή – όχι μόνο εγώ, κι άλλοι – δεν αποτυπώναμε τα πρόσωπα των χρυσαυγιτών με ακρίβεια και με ανθρώπινα χαρακτηριστικά, γελαστά, έκπληκτα κ.λ.π. Τα έκανα πάντα θυμωμένα, απωθητικά. Δεν ήθελα να συμβάλω στην εξοικείωση του κόσμου με αυτά τα πρόσωπα. Αυτή τη στάση την είχα μόνο απέναντι σε εχθρούς της δημοκρατίας. Όποιος είναι εχθρός της δημοκρατίας, στα σκίτσα μου αποκλείεται να γίνει συμμέτοχος στο αστείο. Θα γίνει στόχος του αστείου. Δεν θα είναι αυτοί τα συμπαθητικά ανθρωπάκια που συμμετέχουν σε ένα σκετς. Αν αυτό αντίστοιχα το έκανες σε πρωθυπουργούς, πολιτικούς, δημόσια πρόσωπα κ.λ.π., στην ουσία μεγάλο μέρος της ύλης σου θα ήταν ποτισμένο με μίσος. Δεν υπάρχει χιούμορ εκεί. Παρ’ όλα αυτά, αυτούς που μπορεί να συμπαθούσα περισσότερο ενδεχομένως να μπορούσα να τους ψυχρογραφήσω και καλύτερα, ίσως να μπορούσα να αναδείξω και κάποιες ανατροπές, κάποιες αστείες πλευρές. Το καλύτερο βέβαια είναι να μην ταυτίζεσαι. Να έχεις μια απόσταση. Και γενικά δεν μ’ αρέσει να έχω σχέσεις με πολιτικούς, μετά δεν μπορείς να κάνεις τη δουλειά σου. ― Η πιο δύσκολη περίοδος για εσάς σε αυτό το επάγγελμα ποια ήταν; Υπήρξαν και υπάρχουν δύσκολες περίοδοι, όταν είχαμε ένα ομοιόμορφο πολιτικό σκηνικό που σχοινοτενώς τραβούσε επί εβδομάδες και μήνες. Με τον Ανδρέα Παπανδρέου δεν γινόταν ποτέ. Ο άνθρωπος ήταν μάγος της πολιτικής και χαρισματικός πρωταγωνιστής της γελοιογραφίας. Σκίτσο σχεδιασμένο ειδικά για την επέτειο των 5 χρόνων της Athens Voice, τεύχος 231, 22 Οκτωβρίου 2008. Σκίτσο σχεδιασμένο ειδικά για την επέτειο των 10 χρόνων της Athens Voice, τεύχος 459, 20 Νοεμβρίου 2013. Σκίτσο σχεδιασμένο ειδικά για την επέτειο των 20 χρόνων της Athens Voice, τεύχος 891, 2 Νοεμβρίου 2023. ― Τηλέφωνα από πολιτικούς δέχεστε συχνά; Οι περισσότεροι έχουν την εμπειρία και την εξυπνάδα, ακόμα και δίκιο να έχουν, να μην τα βάλουν μ’ έναν γελοιογράφο. Οι περισσότεροι σε παίρνουν να σου πουν συγχαρητήρια γι’ αυτό που έκανες εναντίον του άλλου. Μπορώ να πω ότι ένας άνθρωπος ο οποίος συστηματικά μάζευε ο ίδιος γελοιογραφίες, όχι κάποιος γραμματέας, ήταν ο Θεόδωρος Πάγκαλος. Μου έλεγε πάντα διάφορα ωραία λόγια και ότι, όταν θα τελείωνε τη θητεία του, θα έκανε μια μεγάλη έκθεση με γελοιογραφίες που τον αφορούσαν στην Ελευσίνα. Καταλάβαινες ότι επρόκειτο για έναν ευφυή άνθρωπο, λάτρη της γελοιογραφίας, αγαπούσε το χιούμορ. Κρατούσε ακόμα και τις γελοιογραφίες που τον «διέλυαν». Δεν πρόλαβε να το κάνει. Ελπίζω να το κάνει η οικογένειά του. Όλα τα σκίτσα υπάρχουν. Επίσης ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ζητούσε γελοιογραφίες. Εκτιμούσε τις καλές γελοιογραφίες. ― Φοβηθήκατε κάποια στιγμή με αφορμή κάποιο σκίτσο ή κάποιο άρθρο σας; Ο φόβος ο πραγματικός είναι αν έκανες λάθος. Αν έχεις πίστη σε αυτό που κάνεις, δεν υπάρχει φόβος. Προφανώς αυτές τις δεκαετίες είχα κατά καιρούς αμφιβολίες για κάποια σκίτσα, αποδείχθηκε όμως ότι ποτέ δεν ήταν κάτι σοβαρό. Υπάρχουν άλλα που ξέρω ότι θα προκαλέσουν και προκάλεσαν τηλεφωνήματα, απειλές, μηνύσεις. Μου ζητούσαν εκατομμύριο ο ένας, εκατοντάδες χιλιάδες ο άλλος. Ποτέ δεν τους φοβήθηκα αυτούς. Είχα πίστη σ' αυτό που έκανα. Και το σχετικό link...
-
- 5
-
-
-
- ανδρέας πετρουλάκης
- αντί
-
(and 3 more)
Tagged with:
-
Έξι Έλληνες σκιτσογράφοι αποχαιρετούν το δάσκαλό τους Η πολιτική γελοιογραφία, για να είναι πραγματικά αιχμηρή και εύστοχη, απαιτεί πολλά χαρίσματα. Χιούμορ, ταλέντο, οξύνοια, αντικειμενικότητα, γνώση των ορίων, ήθος. Ο Γιάννης Ιωάννου, συνδύαζε όλα τα παραπάνω και πολλά χαρίσματα ακόμη, γεγονός που τον έκανε τον κατά γενική ομολογία κορυφαίο Έλληνα πολιτικό γελοιογράφο της μεταπολίτευσης. Μέσα από το 'Αντί', τον θρυλικό 'Τρίτο Δρόμο' και πληθώρα μέσων, από εφημερίδες μέχρι και το δικό του μπλογκ, η σατιρική ματιά του Γιάννη Ιωάννου υπήρξε πάντοτε εύστοχη και επίκαιρη. Μα κυρίως, ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος, ενέπνευσε πολλούς ακόμη σκιτσογράφους να ακολουθήσουν το δρόμο του και να μάθουν δίπλα του. Σήμερα, μέσα από το Oneman, ήρθε η ώρα κάποιοι από τους μαθητές αυτούς να αποχαιρετήσουν με τα δικά τους λόγια -ή και σκίτσα- τον Δάσκαλο, ο οποίος στις 9 του περασμένου Μαΐου έφυγε από κοντά μας σε ηλικία 75 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα έργο διαχρονικό και παιδευτικό, το οποίο θα αποτελεί για πάντα σημείο αναφοράς. 'Η αρχεία Ελλάδα', το τελευταίο σκίτσο του Γιάννη Ιωάννου στο μπλογκ του, το οποίο δημοσιεύθηκε και στην Εφημερίδα των Συντακτών Σπύρος Δερβενιώτης Προσπαθώ να θυμηθώ την πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με τη σάτιρα του Γιάννη Ιωάννου, και το μυαλό μου είναι κενό. Θυμάμαι πολύ καθαρά (παρ’ ότι παιδί) την πρώτη εντύπωση που μου έκανε η λιτή απέριττη γραμμή και η ιδιόλεκτος του ΚΥΡ. Θυμάμαι πολύ καθαρά (καθ’ ότι έφηβος) την πρώτη φορά που είδα σε δράση τον οδοστρωτήρα που ήταν ο Αρκάς, στον ‘Κόκκορα’. Αλλά δε θυμάμαι την πρώτη φορά που εκτέθηκα στη νευρώδη και διαβρωτική ματιά του Γιάννη, που επηρέασε τη δική μου προσέγγιση όσο όλοι οι υπόλοιποι Δάσκαλοι συνδυαστικά, και ίσως και λίγο παραπάνω. Προσπαθώντας να σκεφτώ γιατί συμβαίνει αυτό, κατέληξα σ’ ένα συμπέρασμα που θέλω να πιστεύω ότι βγάζει νόημα: Ο εγκέφαλός μου κατέγραψε το Γιάννη σα να ήταν Πάντα εκεί. Σαν η οξυδερκής ματιά του, η βίαιη εισβολή του στα άδυτα των μυαλών των Στιβαρών Ηγετών μας στην ησυχία του σπιτιού τους, αυτό το εμμονικά τεκμηριωμένο ξεγύμνωμα των πιο ιδιοτελών κινήτρων κάθε εξουσίας, αυτός ο διαρκής υποτιτλισμός της ζωής που ζήσαμε, να ήταν πάντα εκεί. Σαν, παρ΄ όλο που το έργο του συνιστούσε μια τομή στην ελληνική γελοιογραφία, ταυτόχρονα να έγινε το σημείο μηδέν, ένα event horizon που καμπύλωσε το σατιρικό χωροχρόνο, ενώνοντας το Πριν (την εποχή μιας γλυκιάς. ασφαλούς γελοιογραφίας) με το Μετά (τη Γιακωβίνικη αναίδεια που μας μεταλαμπάδευσαν από το Γαλλικό Μάη οι καλύτεροι εκπρόσωποι της Μεταπολιτευτικής γελοιογραφίας) σε ένα σώμα: την Ευγενή Αναίδεια που τόσους σύγχρονους και κατοπινούς συναδέλφους του καθόρισε. Είναι ένα συμπέρασμα που γλυκαίνει κάπως τη βαθιά θλίψη για την απώλεια ενός βαθιά ευγενικού ανθρώπου που ευτύχησα να γνωρίσω από κοντά. Γιατί σημαίνει ότι, όπως πάντα ήταν, έτσι πάντα και θα είναι εδώ. Μιχάλης Κουντούρης Ήταν λίγο μετά την Άλλη Επταετία όταν συστηθήκαμε με τον Κοσμά τον Ευρωπαίο και το Μεγάλο Αφεντικό. Τους ακολουθήσαμε με την Πρώτη στον Τρίτο Δρόμο, ένα δρόμο που μας οδήγησε στο πιο σημαντικό σταυροδρόμι της ελληνικής πολιτικής γελοιογραφίας μετά τη μεταπολίτευση. Πολιτικού σκίτσου και κόμικς γωνία. Εκεί γνωρίσαμε, θαυμάσαμε, εμπνευστήκαμε, επηρεαστήκαμε και αγαπήσαμε τον Γιάννη Ιωάννου. Εκεί, σ ’εκείνη τη γωνία, θέλω να αφήσω αυτό το σκίτσο στη μνήμη του. Να το αφήσω με μια βαθιά υπόκλιση, Όσο βαθύς είναι ο σεβασμός που αισθάνομαι, Όσο βαθιά είναι η θλίψη για το χαμό του. Μια υπόκλιση τόσο βαθιά που δεν θα αφήσει να φανεί το δάκρυ για το δάσκαλο που έφυγε, για το συνάδελφο που χάσαμε για το φίλο που θα μας λείψει. Ο τρίτος δρόμος ορφάνεψε… Πέτρος Ζερβός Τον Γιάννη Ιωάννου τον πρωτοείδα στα γραφεία του Σχολιαστή, μέσα δεκαετίας ’80. Ήταν ήδη γνωστός γελοιογράφος, εγώ στα πρώτα μου βήματα. Όμως δεν ανταλλάξαμε ποτέ κουβέντα! Εγώ πολύ ντροπαλός, αυτός από τη φύση του απόμακρος δούλευε απομονωμένος στο βάθος, σε κάποιο τραπέζι… Τον ξανασυνάντησα το 2006, στα πλαίσια των εκδηλώσεων Πάτρα, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, όπου φιλοξενηθήκαμε Έλληνες και Ευρωπαίοι γελοιογράφοι για να φτιάξουμε επί τόπου έργα με θέμα το Καρναβάλι. Γνώρισα έναν διαφορετικό άνθρωπο! Ήταν κοινωνικός, φιλικός, εξωστρεφής και ένα βράδυ σε τραπέζι, όσοι ξέραμε τον κλειστό του χαρακτήρα, με έκπληξη τον είδαμε να χορεύει! Μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω καλύτερα τον άνθρωπο Ιωάννου, όταν στήναμε τη Λέσχη Ελλήνων Γελοιογράφων στη σημερινή της μορφή. Εξαιρετικά ευφυής, με χιούμορ, ολιγόλογος, κάθε του κουβέντα μεστή και καθαρή. Κρεμόμασταν από το στόμα του γιατί πάντα είχε κάτι ουσιαστικό να πει και πάντα έδινε διέξοδο σε πολλές δυσκολίες που προέκυπταν. Ήταν ακέραιος άνθρωπος, με ήθος και πεντακάθαρο βλέμμα. Θυμάμαι, σε κάποιο βραδινό τραπέζι, με έκπληξη να απαξιώνει μπροστά σε άλλους συναδέλφους σκίτσα μου που με τα δικά του κριτήρια έβρισκε «χυδαία»! Αυτό δεν επηρέασε την εκτίμησή μου γι’ αυτόν, αντίθετα μ’ έκανε να σκεφτώ πάνω στη δουλειά μου και να μην κάνω το λάθος να μπερδεύω το χιούμορ με την εμπάθεια!... Ο Γιάννης Ιωάννου ήταν ανοιχτός σε νέους γελοιογράφους που εντάσσονταν στη Λέσχη αλλά και απρόθυμος να δεχτεί όσους δεν θεωρούσε άξιους! Δεν θα μιλήσω για το έργο του. Κατ’ εμέ είναι ο μεγαλύτερος Έλληνας γελοιογράφος μεταπολεμικά! Η δουλειά του είναι μια τοιχογραφία των τελευταίων δεκαετιών της χώρας. Ένας ιστορικός δεν θα κατανοήσει π.χ. την δεκαετία του ’80, που ήταν καθοριστική ακόμα και για το σήμερα, αν δεν μελετήσει τα αντίστοιχα βιβλία του Ιωάννου! Τα τελευταία χρόνια μια μικρή παρέα γελοιογράφων συναντιόμασταν και εκτός Λέσχης, συχνά με τον Γιάννη. Πάντα ένιωθα δέος και σεβασμό δίπλα του! Ο Γιάννης εξακολουθούσε να είναι για μένα απόμακρος, όχι πια από παραξενιά του χαρακτήρα του αλλά γιατί καταλάβαινα την βαθιά αξία του ως δημιουργού και ως ανθρώπου... Παναγιώτης Μητσομπόνος Αντί κειμένου, ο Παναγιώτης Μητσομπόνος προτίμησε να αποχαιρετίσει τον Γιάννη Ιωάννου με μια διαφορετική μεταξύ τους 'συνομιλία', η οποία δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στην Εφημερίδα των Συντακτών το 2017 Πάνος Ζάχαρης Όταν καλείσαι να μιλήσεις για έναν Μεγάλο που έφυγε, φλερτάρεις μοιραία με την αυτοαναφορικότητα. Τον ήξερες; Σε ήξερε; Τι του είχες πει και τι σου απάντησε… Πόσο μάλλον όταν αυτός που έφυγε καθόρισε όχι απλώς τον τρόπο με τον οποίο δουλεύεις αλλά και την ίδια την επιλογή της δουλειάς σου, την επιλογή του –τρίτου;- δρόμου που επέλεξες να τραβήξεις στη ζωή σου. Το αποτύπωμα του Γιάννη Ιωάννου στην Ελληνική Γελοιογραφία, είναι γιγαντιαίο και βαθύ. Τόσο μεγάλο που όσο κι αν το θες είναι δύσκολο να βαδίσεις παράλληλα με αυτό γιατί νιώθεις πως καταλαμβάνει όλο το μονοπάτι που ο ίδιος άνοιξε λίγο πριν το ’80. Έτσι, προχωράς προσεκτικά, βρίσκοντας τα δικά σου μονοπατάκια, τις γελοιογραφικές παρακάμψεις που όμως συχνά, ενίοτε ασυναίσθητα καταλήγουν ξανά στα χνάρια του. Το παρήγορο είναι ότι σε αυτόν τον δρόμο έχεις καλή παρέα. Συναντάς πολλούς, όλους σχεδόν τους φίλους και τους συναδέλφους σου. Άλλους τους βλέπεις μπροστά να προπορεύονται σημαντικά, άλλους στο πλάι, άλλους να ξεκινούν τώρα να τον βαδίζουν. Χάσαμε τον Γιάννη Ιωάννου, αλλά δεν πρόκειται να χαθούμε στον δρόμο του που κάναμε δικό μας. Το σκίτσο της κεντρικής φωτογραφίας μάς το παραχώρησε ευγενικά ο κύριος Πάνος Μαραγκός, ο οποίος προτίμησε να αποχαιρετήσει τον φίλο του με ένα σχέδιο, το οποίο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Εφημερίδα 'Έθνος'. Και το σχετικό link...
-
- 3
-
-
-
- σπύρος δερβενιώτης
- μιχάλης κουντούρης
- (and 10 more)
-
Από το Αντί, ένα στριπ με τίτλο Αντισεισμικές παραλλαγές. Είναι ενός εξαιρετικού σκιτσογράφου, του Νίκου Παγώνη, που, ενώ είχε φοβερό σκίτσο και έμπνευση, δυστυχώς δεν μας έδωσε όλα όσα μπορούσε, εκτός από τα σκίτσα του στο Αντί, το πολύ καλό σχέδιό του στο 1453 και την σειρά της Ελληνικής Μυθολογίας του Τσιφόρου.
-
- 2 replies
-
- 12
-
-
- αντι
- δημήτρης παναγιωτάτος
-
(and 5 more)
Tagged with:
-
-
- 12
-
-
- αντι
- αντώνης γκίκας
- (and 8 more)
-
-
- 17
-
-
- αντι
- νίκος πλατής
-
(and 8 more)
Tagged with:
-
Βιβλίον ευχάριστον, μέ ευειδές εξώφυλλον (τά άνθη αποσπώνται τού δοχείου), περιέχον εσωτερικώς κείμενα αποκλίνοντα πρός τήν πολιτικήν, ευθύνη τού συγγραφέως, εμπλουτισμένον μέ χαριτωμένας φιγούρας καί σκωπτικάς γελοιογραφίας τού ιδίου δράστου. Ούτος διάκειται, χωρίς φόβον, ευνοϊκώς έναντι τών δικτακτόρων καί τών καθεστώτων των, άν καί συνομιλών ενίοτε μέ Απριλιανούς χωροφύλακας παρά τήν θέλησίν του, συμπαθών τό στέμμα, αλλά διατηρών τό αναφαίρετον δικαίωμα νά καταψηφίσει τήν Βασιλείαν δι΄ αποχρώντας λόγους, ούς καί επεξηγεί εμβριθώς. Ο τίτλος εδόθη παρά τού εκδότου ο οποίος μετρών τά κείμενα τά εύρεν 18, μή παρατηρών ότι εις έν περισπούδαστον κείμενον χρησιμοποιείται ο αποφράς αριθμός 18 καί η λέξις Αντικείμενα. διά τήν ανεπιτυχήν, ούτως ή άλλως, μίμησιν τού Μποστ-ικού ύφους γραφής (ουχί καί τής ανωρθωγραφείας - πού τέτοια τόλμη !): υπογραφή ευανάγνωστος vaios Αφιέρωμα εις τόν Μπόστ
-
Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ Η ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙ Η εποχή του Δημητριάδη και του <<Θησαυρού>> Στην ελληνική μεταπολεμική γελοιογραφική σκηνή μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’50 κυριαρχούν οι πολιτικές γελοιογραφίες του Φωκ. Δημητριάδη και οι κοινωνικού περιεχομένου γελοιογραφίες που δημοσιεύονται στα λαϊκά περιοδικά, κυρίως στα περιοδικά <<Θησαυρός>> και <<Ρομάντζο>> . Είναι μια εποχή όπου ευδοκιμεί η εξωστρεφής γελοιογραφία. Τα θέματα πολιτικών και κοινωνικών γελοιογραφιών είναι κατ’ εξοχήν λαϊκότροπα, το χιούμορ που αποπνέουν εγγίζει περισσότερο την αισθητική του Καραγκιόζη, η λαϊκή σάτιρα εκφράζεται ποικιλοτρόπως με εμφανή και αισθητώς χοντροκομμένα συστατικά. Ακόμη και ο κορυφαίος Φ. Δημητριάδης δεν αποφεύγει τοιούτου είδους συστατικά, όπως είναι το παρδαλό κατσίκι, που συνοδεύει τις γελοιογραφίες του όταν σατιρίζει τον Κ.Τσαλδάρη ή η θρυλική – πάντως όχι αρκούντως πνευματώδης - κότα που συνοδεύει τον Κ.Τσάτσο. Άλλες εκφάνσεις αυτής της λαϊκίζουσας μορφής γελοιογραφίας είναι οι κοιλαράδες οπαδοί του κόμματος των βαρελοφρόνων, οι ευτραφείς διευθυντές που κρατούν στα γόνατά τους τις καλλίγραμμες γραμματείς, οι σύζυγοι που περιμένουν με τον κόπανο ανά χείρας τον μπερμπάντη σύζυγο, οι ερεθιστικές λουόμενες στις πλαζ, οι κακές πεθερές κλπ. Στα σκίτσα εκ του εξωτερικού που αναδημοσιεύονται στα ελληνικά περιοδικά επικρατούν ανάλογα θέματα με πρωταγωνιστές τους Γάλλους γελοιογράφους Albert Dubout, Peynet, Fortune κ.ά. Από τον Dubout φαίνεται να έχει επηρεαστεί, αρχικώς, ο Αρχέλαος, ο οποίος με τη σειρά του δημιούργησε σχολή με πλήθος γελοιογράφων να τον ακολουθούν. Ένας από εκείνους που, στα πρώτα σκίτσα του, είναι εμφανώς επηρεασμένος από τον Αρχέλαο είναι και ο Κ.Μητρόπουλος. Ο <<Ταχυδρόμος>> χτυπάει… Κάπου εκεί, στα τέλη της δεκαετίας του ’50 με αρχές της δεκαετίας του ’60, το περιοδικό <<Ο Ταχυδρόμος>> κάνει άνοιγμα προς τους Έλληνες γελοιογράφους και συγκεντρώνει μια πλειάδα ταλαντούχων δημιουργών, οι οποίοι δίνουν νέα τροπή στην ελληνική γελοιογραφία . Έχουν ήδη δημοσιευθεί σκίτσα του S.Steinberg, του ΒOSC και άλλων μοντέρνων ξένων γελοιογράφων, τα οποία κομίζουν μια νέα αίσθηση του χιούμορ προτείνοντας την αφαιρετικότητα στο σχέδιο και την απομάκρυνση από τον ακατάσχετο βερμπαλισμό και την χοντροκομμένη σάτιρα. ( Ο S. Steinberg , που πέθανε το 1999, ρουμάνικης καταγωγής, θεωρείται ο φιλόσοφος του γελοιογραφικού σκίτσου. Έλεγε ότι πρώτα έμαθε να σχεδιάζει και μετά να γράφει. Είναι παράξενο πόσο δραστικά η γελοιογραφία μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ερχόμαστε σε επαφή με τον κόσμο, τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούμε σε ποικίλες καταστάσεις. Από τις γελοιογραφίες εμποτιζόμαστε ανεπαισθήτως με μιαν άλλη αίσθηση για τη ζωή μέσα από το παιγνιώδες και συνάμα, πολλές φορές, διαβρωτικό χιούμορ που αυτές αποπνέουν.) Η τριπλέττα Κ.Μητρόπουλος, Μποστ, ΚΥΡ Στον Ταχυδρόμο ο Κ.Μητρόπουλος ενστερνίζεται τα διδάγματα της μοντέρνας γραφής των παραπάνω γελοιογράφων, αλλάζει ριζικά το στυλ του – οι γελοιογραφίες του που δημοσιεύονταν στην <<Αθλητική ηχώ>> πόρρω απέχουν από αυτές του Ταχυδρόμου - και δημιουργεί μια μεγάλη σειρά επιτυχημένων γελοιογραφιών έκτοτε, που έχουν δημοσιευθεί οι περισσότερες στις εφημερίδες <<Νέα>>, <<Βήμα>>, και στο περιοδικό <<Εποχές>>. Στον Ταχυδρόμο εμφανίζονται και δυο άλλοι ακόμη γελοιογράφοι που θα χαράξουν νέους δρόμους για την ελληνική γελοιογραφία. Ο Μποστ. (Μέντης Μποσταντζόγλου) και ο ΚΥΡ (Γιάννης Κυριακόπουλος). Ο πρώτος είναι ως τότε γνωστός σκιτσογράφος, έχει κάνει πλήθος εικονογραφήσεις και γελοιογραφίες επί σειρά ετών, αλλά μόλις το 1958 εικονογραφώντας τα <<Βιβλικά χαμόγελα>> και τις <<Σταυροφορίες>> του Νίκου Τσιφόρου, τολμά εκείνα τα ανορθόγραφα έμμετρα κείμενα, τα οποία συνοδεύουν τα «βυζαντινίζοντα» σκίτσα του. Η συνέχεια είναι καταιγιστική: <<Ταχυδρόμος>>, <<Ομάδα>>, <<Εκλογή>>, <<Αυγή>>, <<Αντί>> κ.α. γεμίζουν από τα ευφυή ευρήματά του και τα σκίτσα που τα συνοδεύουν. Ο Μποστ ανυψώνει την λαϊκή εικονογράφηση μέσω της γλώσσας χρησιμοποιώντας μια εφευρετική, χαριτωμένη, παιγνιώδη και ανορθόγραφη, αλλά βαθυστόχαστη, γραφή. Ο ΚΥΡ εισήγαγε τη γραμμή και το πνεύμα του Steinberg με χαρισματικό τρόπο στον χώρο της ελληνικής γελοιογραφίας. Δεν μιμείται, δεν αντιγράφει, απλώς μεταφέρει στα καθ’ ημάς με άφθονη δόση ταλέντου και ανεξάντλητη επινοητικότητα το νέο πνεύμα του γελοιογραφικού σκίτσου το οποίο ξεπερνά τα στενά τοπικά όρια και αποκτά παγκόσμια ισχύ. Στις γελοιογραφίες του ΚΥΡ υποβόσκει το στοιχείο εκείνο το οποίο δημιουργεί το ξάφνισμα και το, εν συνεχεία, ξέσπασμα του γέλιου ή την ιλαρότητα που δημιουργεί τούτο το ξάφνισμα. Ο ΚΥΡ είναι ο κατ’ εξοχήν ανατρεπτικός Έλληνας γελοιογράφος. Κλασσικές έχουν μείνει οι γελοιογραφίες <<μαύρου χιούμορ>>, τις οποίες έκανε στα πρώτα του βήματα στον <<Ταχυδρόμο>>. Και πάντοτε φαίνεται ότι γνωρίζει καλώς και τηρεί την αρχή πως κάνω χιούμορ σημαίνει κατά πρώτον ότι σατιρίζω τον εαυτό μου με οποιαδήποτε ιδιότητα κι αν τον θεωρώ – ως άνθρωπο, ως πολίτη, ως κάτοικο μιας χώρας κλπ. Σήμερα, ο ΚΥΡ έχει γίνει ένας θιασάρχης που διακινεί τον θίασό του από ανθρωπάκια – ένας Γαΐτης της γελοιογραφίας – τα οποία διαλέγονται και αποφθέγγονται με ευφρόσυνη διάθεση και έξυπνες ατάκες, αντικριστά το ένα με το άλλο σαν τις φιγούρες του Καραγκιόζη – ενός Καραγκιόζη όμως που υπερβαίνει τα όρια της απλοϊκής λαϊκής σάτιρας. Οι άλλοι του <<Ταχυδρόμου>> Ακολουθεί μια πλειάδα προικισμένων γελοιογράφων που δημοσιεύουν στον <<Ταχυδρόμο>> κομίζοντας έναν καινούργιο χιουμοριστικό άνεμο, ξεπερνώντας κατά πολύ το λαϊκίζον πνεύμα και απλοποιώντας τη γραμμή και τη μορφή του σκίτσου χωρίς τούτο να γίνεται λιγότερο γελαστικό. Στην ποιοτική αυτή άνθηση της ελληνικής γελοιογραφίας μέσω του <<Ταχυδρόμου>> μεγάλο ρόλο ασφαλώς έπαιξε και η συντακτική ομάδα του περιοδικού, εκείνοι δηλαδή που έκαναν την επιλογή τών προς δημοσίευση γελοιογραφιών, προφανώς άνθρωποι ευρείας αντιλήψεως που έχουν κατανοήσει την αξία και τη σημασία του χιούμορ. (Να σκεφτεί ακόμη κανείς ότι την εποχή εκείνη υπήρχαν εφημερίδες και περιοδικά τα οποία απέφευγαν τα σκίτσα ως να επρόκειτο για τατουάζ στο σώμα τους.) Στον <<Ταχυδρόμο>> βλέπουμε να δημοσιεύουν γελοιογραφίες (η σειρά είναι αλφαβητική) : η Βαφία Άννα , ο Καλαμάρας Αντώνης, ο Κυριακούλης Αντώνης, ο Κυριτσόπουλος Αλέξης, ο Λογοθέτης Γιάννης (ΛΟΓΟ), ο Μαρουλάκης Νίκος, ο Παναγιωτάκης Γιώργος, ο Παπαναγόπουλος Παν. , ο Σκουλάκης Δήμος (Dimos), ο Σταματάκης Δημήτρης, ο Τσέλιος και άλλοι. Εδώ, πρέπει να αναφερθεί και ο Γιάννης Καλαϊτζής, ο οποίος έκανε μερικά σκίτσα και στον <<Ταχυδρόμο>>, είχε όμως ουσιαστικά ξεκινήσει την γελοιογραφική του καριέρα από την <<Πανσπουδαστική>> και δημοσίευε γελοιογραφίες στην <<Αυγή>>, στη <<Δημοκρατική Αλλαγή>> και στο περιοδικό <<Δρόμοι Ειρήνης>>. Ο Καλαϊτζής έγινε ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των γελοιογράφων του <<Ταχυδρόμου>> και εκείνων που ξεκίνησαν από το <<Αντί>>. (Καίτοι δεν υπάρχουν σαφή διαχωριστικά όρια θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι η πλειοψηφία των γελοιογράφων του <<Ταχυδρόμου>> ακολουθεί την κοινωνική ή την κοινωνικοπολική καλούμενη γελοιογραφία ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των γελοιογράφων του <<Αντί>> δημιουργεί σαφώς πολιτικές γελοιογραφίες.) Η Άννα Βαφία με την εξόχως λεπταίσθητη γραμμή της και το εξίσου λεπτό χιούμορ εξαφανίστηκε από το προσκήνιο. Ο Αντώνης Καλαμάρας δεν υπάρχει στη ζωή, έδωσε όμως πολλαπλά δείγματα μιας ιδιαίτερα χαρακτηριστικής γραμμής στο σκίτσο του και δημοσίευσε πάντοτε επιτυχημένες και γελαστικές γελοιογραφίες. Έκανε πολλές γελοιογραφίες κοινωνικού περιεχομένου σε άλμπουμ και περιοδικά και επίσης πολλές πολιτικές στις εφημερίδες <<Μεσημβρινή>>, <<Ελευθεροτυπία>>, <<Εξόρμηση>> και <<Καθημερινή>>. Ο Αντώνης Κυριακούλης εγκατέλειψε σχεδόν την γελοιογραφία και διακρίθηκε σε άλλους παραπλήσιους εικαστικούς τομείς , όπως είναι η σκηνογραφία κ.ά. Ο Αλέξης Κυριτσόπουλος μπορεί να πει κανείς ότι στο σκίτσο πλησίασε περισσότερο την απλοποιημένη γραμμή του James Thurber, έκανε αρκετές έξυπνες αφαιρετικές γελοιογραφίες χωρίς λόγια και, αργότερα, ασχολήθηκε με την ζωγραφική και την εικονογράφηση (εξώφυλλα βιβλίων της <<Εστίας>>, δίσκων του Σαββόπουλου) . Ο Γιάννης Λογοθέτης (ΛΟΓΟ) δημοσίευσε σκίτσα με υπεραπλουστευμένη γραμμή – φαίνονται και σ’ αυτόν οι αντιλήψεις περί σκίτσου του S.Steinberg. Στο σκίτσο του ΛΟΓΟ όμως οι οξείες γωνίες αντικαθίστανται από καμπύλες και καθώς περνά ο καιρός, συνεχώς πλησιάζει να συγγενεύει με τον Sine παρά με τον Steinberg. Ακόμη οι φιγούρες του ΛΟΓΟ θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ότι είναι οι καλλιεργημένοι απόγονοι εκείνων του Σταμ. Πολενάκη. Ο Νίκος Μαρουλάκης δημοσίευσε πολλές γελοιογραφίες κοινωνικού περιεχομένου κατά προτίμηση χωρίς λόγια. Η γραμμή του είναι λιτή, αλλά σε όλες τις γελοιογραφίες του περισσεύει το υψηλού επιπέδου χιούμορ. Δημοσίευσε το πρωτότυπο λεύκωμα <<γυρίστε σελίδα, παρακαλώ>> και επίσης ένα λεύκωμα με γελοιογραφίες του που δημοσιεύθηκαν σε διάφορα ευρωπαϊκά έντυπα και στο περιοδικό <<Αντί>>. Έζησε για χρόνια στη Γερμανία και όταν επέστρεψε στην Ελλάδα έκανε πολιτικές γελοιογραφίες στην εφημερίδα <<Παρόν>> και ασχολήθηκε με την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων. Ακόμη δημοσίευσε και μια σειρά κόμικ με θέμα τους μεγάλους εξερευνητές και εφευρέτες στο ένθετο <<Ερευνητές>> της <<Καθημερινής>>. Ο Δήμος Σκουλάκης (Dimos) συνέχισε να κάνει γελοιογραφίες μέχρι την δεκαετία του 80 στον <<Ταχυδρόμο>> και στην <<Εξόρμηση>> , ενώ παράλληλα διακρίθηκε στην ζωγραφική, την οποία υπηρετεί με επιτυχία ως τα σήμερα. Τα σκίτσα του, τα οποία διέκρινε η σταθερότητα της γραμμής, απέφευγαν τα πολλά λόγια και ήσαν οξείς επικριτές του κατεστημένου. Ο Δημήτρης Σταματάκης πέθανε νωρίς πολύ νέος. Πρόλαβε να εκδώσει ένα μικρό λεύκωμα με γελοιογραφίες μαύρου χιούμορ. Η σχολή του <<Αντί>>: Το ντουέτο Ιωάννου, Καλαϊτζής Η ομάδα των γελοιογράφων του περιοδικού «ΑΝΤΙ» εμφανίζεται ορμητικά μετά την μεταπολίτευση και εγκαινιάζει, όπως έχει δηλώσει και ο Γιάννης Καλαϊτζής σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Βαβέλ», την νέα ελληνική γελοιογραφία, κατ’ αντιστοιχία με τον νέο ελληνικό κινηματογράφο. Στην ομάδα αυτή πρωτοστατούν ο Γιάννης Ιωάννου και ο Γιάννης Καλαϊτζής. Και οι δυο δίνουν βάθος πεδίου στα σκίτσα τους, σχεδόν ποτέ δεν κάνουν γελοιογραφίες χωρίς λόγια, κάθε άλλο μάλιστα. Κάνουν γελοιογραφίες και κόμικ με ξέφρενους ρυθμούς, ο μεν Καλαϊτζής είναι περισσότερο υπερβατικός, το χιούμορ του εγγίζει την σφαίρα του παραλόγου, ο δε Ιωάννου είναι πιο προσγειωμένος. Όχι μόνο στο πνεύμα των γελοιογραφιών τους, αλλά ακόμη και στην γραμμή του σχεδίου τους. Ο Ιωάννου δημιούργησε σχολή και πολλοί νέοι γελοιογράφοι έκτοτε επηρεάστηκαν και από το σκίτσο του και από τις ιδέες του. Εκτός από το «Αντί» δημοσίευσε στο «Ποντίκι» για να καταλήξει στο «ΕΘΝΟΣ». Έχει εκδώσει ολόκληρη σειρά από γελοιογραφικά λευκώματα. Ο Καλαϊτζής συνεχίζει στην «Ελευθεροτυπία», ενώ ενδιαμέσως έχει εκδώσει τρία βιβλία με κόμικ : «Τσιγγάνικη ορχήστρα» , «Μαύρο είδωλο της Αφροδίτης» και «Τυφών». Αυτό το τελευταίο ο κριτικός της λογοτεχνίας Δ.Κούρτροβικ το συγκαταλέγει στη λογοτεχνική σοδειά του 1997 μαζί με την «Μικρά Αγγλία>> της Ιωάννας Καρυστιάνη και την «Συκοφαντία του αίματος» του Βασίλη Μπούτου.(Εφημ.ΝΕΑ). Οι άλλοι Στο «Αντί» στα τέλη της δεκαετίας του ’70 δημοσιεύουν επίσης σκίτσα και οι Γήσης Παπαγεωργίου , Γρηγόρης (Εμμανουήλ). Ο Παπαγεωργίου ειδικεύεται κυρίως στα γελοιογραφικά πορτραίτα με τα οποία συνέχισε αργότερα στην «Ελευθεροτυπία». Με δική του επιμέλεια εκδόθηκε από τις εκδόσεις ΑΣΤΡΑΙΑ ο τόμος : ΕΛΛΗΝΕΣ ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΟΙ του 20ου αιώνα 1901- 1999. Ενας άλλος σκιτσογράφος που δημοσιεύει στο «Αντί» μετά την μεταπολίτευση και κρατά επιμελώς την ανωνυμία του – μία φορά υπογράφει ένα σκίτσο με τη λέξη <<Ανώνυμος>> - είναι ο Δ.Κρανιώτης. Τα σκίτσα του Κρανιώτη, προπομποί των σκίτσων του Δημήτρη Χαντζόπουλου, που κάνει κι αυτός τα πρώτα του βήματα από το περιοδικό «Αντί», είναι ανθρωπάκια χωρίς χέρια που σχεδιάζονται μόνο με το περίγραμμα τους με μονοκονδυλιές και συνομιλούν σαν να έχουν μέσα τους ταινίες μαγνητοφώνου. Ο Δημήτρης Χαντζόπουλος, ο οποίος κάνει την εμφάνισή του στο «Αντί» το 1980 και συνεχίζει μέχρι σήμερα στα «ΝΕΑ» σχεδιάζει επίπεδα ανθρωπάκια με παχιές γραμμές και μονοκονδυλιές. Ο Χαντζόπουλος εισάγει έναν εξόχως εγκεφαλικό τρόπο στην παρουσίαση των χιουμοριστικών του θεμάτων. Προσωποποιεί εν αφθονία τα αντικείμενα και τα σκίτσα του βρίθουν από ανατροπές πραγματολογικές και εννοιολογικές. Στα περισσότερα εμφιλοχωρεί το στοιχείο της έκπληξης, ένα είδος ξαφνίσματος το οποίο περισσότερο εντυπωσιάζει παρά δημιουργεί γελαστική διάθεση. Χρησιμοποιεί ακόμη εν πολλοίς τα λογοπαίγνια. Την δεκαετία του ’80 δημοσιεύουν σκίτσα στο «Αντί» και οι: Γ.Σ. (Γιώργος Σεργάκης), Νίκος Σιδέρης – δημοσίευσε γελοιογραφίες και στην εφημερίδα <<ΝΕΑ>> , αλλά πέθανε νεώτατος- , Γ.Ματορίκος, Σόνια Μητραλιά, Ιοσίφ κ.ά. Ίσως στο «Αντί» (τ.258, 13/4/1984) να έχει δημοσιευτεί και η πλέον πρωτότυπη ελληνική γελοιογραφία. Την σκιτσάρουν και την υπογράφουν δύο γελοιογράφοι: ο Γ.Σ.(Γ. Σεργάκης) και ο Δ. Χαντζόπουλος. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 δημοσιεύονται στο «Αντί» γελοιογραφίες του Γ.Ματορίκου και αργότερα από το 1990 γελοιογραφούν οι Γ.Φιλδισάκος και Χ.Παπανίκος. Την δεκαετία του 1990 και μέχρι τα σήμερα εμφανίζονται από τις σελίδες του περιοδικού οι γελοιογράφοι: Κώστας Κουφογιώργος, Ανδρέας Πετρουλάκης και Τάσος Αναστασίου. Και οι τρεις δημοσιεύουν πολιτικές γελοιογραφίες με μακροσκελείς, συνήθως, διαλόγους. Ο Αναστασίου τελευταίως κάνει γελοιογραφίες και στα <<ΝΕΑ>>, ο Πετρουλάκης στην <<Καθημερινή>> , ο Κουφογιώργος στην <<Εποχή>>. Η ιστορία, αν ποτέ γραφτεί… Σήμερα, η σχολή της γενιάς του <<Ταχυδρόμου>> τείνει να ξεπεραστεί, χωρίς να μπορεί να αποφανθεί κανείς ότι τούτο είναι και θετικό βήμα προόδου. Υπάρχει η τάση της πλημμυρίδας του σκίτσου από φούσκες και φουσκίτσες με λόγια και διαλόγους. Ούτε τα έξυπνα πολιτικά βέλη της σχολής του «Αντί» εκτοξεύονται. Πολλές φορές δεν χρειάζεται να κοιτάξει κανείς το σκίτσο – αν τούτο φαίνεται – για να εννοήσει την γελοιογραφία, τα λόγια υποκαθιστούν τη οποιαδήποτε γελαστικότητα του θέματος. Υπάρχει κι εδώ η επίδραση του Altan, του Volinski ή του Plantu. Η ιστορία, αν ποτέ γραφτεί κάποια τεκμηριωμένη ιστορία της ελληνικής γελοιογραφίας, θα δείξει. Δημοσιεύθηκε στον τόμο ΜΔ’ ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ της εφημερίδας «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» με τίτλο: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΑ , ΔΥΟ ΑΙΩΝΕΣ ΣΑΤΙΡΑΣ. Από εδώ
-
- 8
-
-
- Ταχυδρόμος
- Αντί
-
(and 6 more)
Tagged with: