Jump to content

ramirez

Members
  • Content Count

    3,501
  • Joined

  • Last visited

  • Days Won

    8
  • Points

    4,141 [ Donate ]

ramirez last won the day on June 4

ramirez had the most liked content!

Community Reputation

27,388 Excellent

3 Followers

About ramirez

Contact Methods

  • Website URL
    http://

Profile Information

  • Gender
    Male
  • Country
    Greece

Recent Profile Visitors

1,811 profile views
  1. Ο Ian Debiase συνήθιζε από παιδί να ζωγραφίζει ιστορίες. Παρά τις ενστάσεις των γονιών του, που μεγαλώνοντας τον προέτρεπαν να ασχοληθεί με κάτι πιο «σοβαρό», κατέληξε να αφοσιωθεί στο σχέδιο και να παρατήσει τις σπουδές του στη Φιλοσοφία και τη Φιλολογία. Το 2013 ξεκίνησε να δουλεύει το εν λόγω βιβλίο, το οποίο και δημοσιεύτηκε το 2017 στην Αργεντινή. Γίνεται να σκιτσάρεις χρησιμοποιώντας μια χτένα και το καπάκι από την κολόνια της μητέρας σου; Υπάρχει ένα επιτυχημένο μοντέλο αυτοοργάνωσης που να έχει εφαρμοστεί; Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα δόθηκαν στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων ΚΨΜ όπου πριν από λίγες μέρες παρευρέθη ο Αργεντινός δημιουργός του εικονογραφημένου άλμπουμ «Subcomandante Marcos». Ο Ian Debiase και η μεταφράστρια Δανάη Ταχταρά Ο Ian ταξίδεψε από την Αργεντινή για να βρεθεί στον κατάμεστο χώρο, όπου παρουσίασε το προσφάτως μεταφρασμένο στα ελληνικά βιβλίο του και μίλησε για τη διαδικασία της δημιουργίας. Την ενδιαφέρουσα συζήτηση συντόνισε η μεταφράστρια και επιμελήτρια του βιβλίου, Δανάη Ταχταρά. Ο δημιουργός δουλεύοντας το βιβλίο για τέσσερα χρόνια το άφηνε και το ξανάπιανε καθώς δεν ήθελε να πιεστεί. Άλλωστε αυτό φαίνεται και στο τελικό αποτέλεσμα, με τα πρωτότυπα και πειραματικά του σχέδια. Ήθελε η εικόνα να συνοδεύει τα κείμενα του Subcomandante και να «ρέει» στον ρυθμό τους. Παρομοίασε δε αυτή τη διαδικασία με μια μουσική μπάντα που αυτοσχεδιάζει και το κάθε όργανο συμπληρώνει το άλλο. Στο βιβλίο -ένα αφηγηματικό πείραμα όπως το χαρακτήρισε ο ίδιος- χρησιμοποιήθηκαν λόγια του Υποδιοικητή Μάρκος καθώς μόνο έτσι μπορούσε κάποιος να μάθει την ουσία του κινήματος των Ζαπατίστας και το τι πρεσβεύουν. Ο δημιουργός και η μεταφράστρια σημείωσαν μάλιστα πως απόλαυσαν όλη τη διαδικασία παραγωγής του τελικού αποτελέσματος. Σχέδια του καλλιτέχνη που γέμιζαν τον χώρο Ο καλλιτέχνης υπενθύμισε ότι ο Υποδιοικητής Μάρκος δεν αποτελεί μια προσωποπαγή πολιτική αυθεντία για τα παγκόσμια λαϊκά κινήματα, πράγμα που επαληθεύεται και από την ανωνυμία του: «Το ζαπατιστικό κίνημα έχει αποτελέσει έναν συμβολικό σπόρο, ένα μοντέλο πρακτικής εφαρμογής και πολιτιστικής παρακαταθήκης για όλο τον κόσμο». Τόνισε επίσης πόσο ενδιαφέρουσα είναι η απουσία κάποιου δόγματος στους Ζαπατίστας -αλλιώς EZLN-, αφού άλλωστε, σύμφωνα και με τους ίδιους, «χωράνε όλοι οι κόσμοι στον κόσμο». Η επιλογή του Μάρκος στο βιβλίο δεν ήταν τυχαία, καθώς ο δημιουργός εξέφρασε επανειλημμένα τον σεβασμό του σε αυτό το πρόσωπο που συνδυάζει τον πολιτικό λόγο με το χιούμορ και πρωτότυπες τακτικές, όπως το να διαβάσεις με μικρόφωνο στο κοινό σου παραμύθια. Στο τέλος της παρουσίασης, μας δόθηκε η ευκαιρία να μάθουμε παραπάνω λεπτομέρειες για τα σχέδια καθώς ο καλλιτέχνης ξεκίνησε να αναλύει με παραδείγματα τις επιλογές του. Τέτοια βιβλία σίγουρα αξίζουν την προσοχή μας! Και το σχετικό link...
  2. Μια φορά κι έναν καιρό, ένας αντιστασιακός εκδότης μας έμαθε ελληνική ιστορία. Ήμουνα μικρός, στο χωριό, καλοκαίρι. Μετά το φαγητό τα μεσημέρια, ξαπλώναμε με την αδερφή μου σ' ένα δωμάτιο, κι ο πατέρας μου μας έλεγε ιστορίες για να κοιμηθούμε - τελικά κοιμόταν πάντα εκείνος πρώτος! Ήταν πολύ ωραίες ιστορίες, καουμπόικες, και νόμιζα ότι τις έβγαζε απ' το κεφάλι του. Νόμιζα. Ήτανε λέει ένας μικρός σερίφης, ο Τζιμ Άνταμς (που ο πατέρας μου φρόντιζε πάντα να μας λέει πως το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτρης Αδαμόπουλος). Μαζί του, και μια καουμπόισσα, η Ντιάνα. Παρέα κι ένας Μεξικάνος, ο Πεπίτο Γκονζάλες με το ξεροκέφαλο γαϊδούρι του, τον Πελεγκρίνο. Και τέλος, ένα Ινδιανάκι, ο Τσιπιρίπο με το τόξο και το πόνυ του. Μια αχτύπητη τετράδα, που στο μυαλό μου πήγαινε κόντρα στα ίσια τον Λούκυ Λουκ για την προστασία του Ουέστ. Μια αχτύπητη τετράδα που φυσικά δεν γεννήθηκε στο κεφάλι του πατέρα μου, αλλά του 'κανε παρέα βγαλμένη μέσ' απ' το μυαλό... του Πότη Στρατίκη, του αντιστασιακού εκδότη που μας έμαθε ιστορία! Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν, το παραμύθι ήταν αληθινό και πήγαινε ως εξής: Ήταν ένα πιτσιρίκι που μπήκε στην Ε.Π.Ο.Ν. και πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Ήταν ένας αριστερός που, μετά τον πόλεμο, κατέβηκε απ' το χωριό του στην Αθήνα για να γλυτώσει την τρέλα του εμφυλίου. Ήταν ένας νεαρός που μπήκε στην Πάντειο μα δεν κατάφερε να σπουδάσει γιατί δεν είχε χρήματα. Ήταν ένας διανοούμενος που κάλυψε την "πανεπιστημιακή του ανεπάρκεια" διαβάζοντας, μελετώντας και μαθαίνοντας μόνος του ξένες γλώσσες. Κι έτσι γεννήθηκε ένας μεταφραστής, συγγραφέας και εκδότης που σημάδεψε γενιές (τη δική μου σίγουρα!) και δέχτηκε το χειροκρότημα από σύσσωμη την ελληνική φιλολογία. Σήμερα ωστόσο, συμπάθα με, δεν θα ψάξω, δεν θα βρω και δεν θα γράψω τη γνώμη της φιλολογίας, της δημοσιογραφίας ή των εκδόσεων, για τον κύριο Πότη. Σήμερα το ευχαριστώ που θα του πω είναι δικό μου, γιατί ο Στρατίκης δεν ήταν ένα μακρινό όνομα, μια υπογραφή σε βάθρο που της οφείλεις το σεβασμό σου. Ο Στρατίκης είναι η υπογραφή σ' ένα σωρό βιβλία της παιδικής μου βιβλιοθήκης και της χρωστάω αυτά που ξέρω, αυτά που πιστεύω, αλλά κυρίως της χρωστάω την αγάπη μου. Οπότε... κυρ Πότη, σ' ευχαριστώ για τον Ηρόδοτο, για το Σεβάχ και τον Κολοκοτρώνη! Τ' ομολογώ. Η αφεντιά μου δεν έμαθε την Ελληνική Μυθολογία απ' τις εκδόσεις Στρατίκη - γι' αυτό φρόντισαν οι Στεφανίδηδες και θα τους εκφράσω ένα εγκάρδιο και μεγάλο ευχαριστώ, άλλη φορά. Απ' τις εκδόσεις Στρατίκη ωστόσο, έμαθα τους Περσικούς Πολέμους και την ιστορία της Μακεδονίας. Έμαθα τα μεγάλα παραμύθια του κόσμου, απ' τα πιο παιδικά (τα Τρία Γουρουνάκια) μέχρι τα πιο ενήλικα (τη Βασίλισσα του Χιονιού και το Σεβάχ). Έμαθα το '21, τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη και τον Κατσαντώνη. Και πάνω απ' όλα, έμαθα τότε, κάτι που χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να το καταλάβω, κι ήταν το πιο σημαντικό απ' όλα. Εκείνα λοιπόν, τα χρόνια της παιδικής αθωότητας, ο Πότης Στρατίκης έριξε μέσ' απ' τα βιβλία του στο μυαλό μου μια πληροφορία, που φύτρωσε, άνθισε κι έγινε συνειδητοποίηση και μεγάλο ξαλάφρωμα. Μου 'μαθε πως η ιστορία, οι ήρωες κι οι μύθοι, δεν είναι τσιφλίκι κανενός. Μου 'μαθε ότι μπορείς να είσαι στην αντίσταση, κι ωστόσο ν' αγαπάς τον Προμηθέα και τον Αθανάσιο Διάκο. Ότι μπορείς (στην ευχή, ας μιλήσουμε καθαρά!) να γουστάρεις τον Οδυσσέα, τον Ηρακλή, τον Περικλή και το Μακρυγιάννη, κι ωστόσο όχι μωρέ, να μην είσαι φασίστας! Κι αν αξίζει χειροκρότημα πραγματικό ο Στρατίκης, πάνω και πρώτ' απ' όλα, γι' αυτό τ' αξίζει. Άλλο που κάποιοι από μας, θα του χρωστάμε και τα μεσημέρια στο χωριό μας. Άλλο που κάποιοι από μας, θα του χρωστάμε και το υλικό της φαντασίας των γονιών μας. Άλλο που κάποιοι από μας, εξαιτίας του Στρατίκη, του Ανεμοδούρα και κάνα δυο ακόμα τύπων, μπορούμε περήφανα να λέμε πως: "Στο Λούκι Λουκ του Γκοσινί και στου Σταν Λι το Σπάιντερμαν, έχουμε ν' απαντήσουμε με Τζίμη Αδαμόπουλο και με. Έχουμε ν' απαντήσουμε μικρούς, δικούς μας σερίφηδες και ήρωες". Κι ας αργήσαμε να μάθουμε ότι αυτοί οι ήρωες δεν είχαν για "μπαμπά" τους το μπαμπά μας. Και το σχετικό link...
  3. Άρθρο της Ροββά Κατερίνα στα Νέα στις 10/06/2019. Πέθανε ο δημιουργός του θρυλικού «Μικρού Σερίφη», Πότης Στρατίκης Την τελευταία του λέξη την είχε πει το 2012. Τότε που, μισό αιώνα μετά την πρώτη κυκλοφορία του θρυλικού «Μικρού Σερίφη» εξέδωσε το τελευταίο τεύχος του περιοδικού. Με happy end, όπως το ήθελε ο ίδιος. Το τεύχος εκείνο έγινε δεκτό με μεγάλη συγκίνηση από τις γενιές αναγνωστών που μεγάλωσαν διαβάζοντας το δημοφιλές ελληνικό κόμικ. Με την ίδια συγκίνηση αποχαιρέτησαν προχθές τον δημιουργό του θρυλικού περιοδικού, Πότη Στρατίκη, ο οποίος έφυγε από την ζωή σε ηλικία 93 ετών. Δεν ήταν απλώς ο «Κώστας Φωτεινός» του «Μικρoύ Σερίφη» ή ο δημιουργός του «Μικρού Καουμπόυ». Ήταν ένας ταλαντούχος συγγραφέας, δημοσιογράφος και ενεργό μέλος της Εθνικής Αντίστασης, ένας άνθρωπος με σπινθηροβόλο πνεύμα και αγάπη στην αρχαιοελληνική ιστορία. Παιδί κυνηγημένων κομμουνιστών που έφτασαν στην Αθήνα για να σωθούν μέσα στο ανώνυμο πλήθος, ο Πότης Στρατίκης είχε γεννηθεί το 1926 στο Κοπανάκι Μεσσηνίας. Η οικογένειά του ήταν φτωχή όμως ο ίδιος ήταν άριστος μαθητής. Το ξέσπασμα του πολέμου τον βρήκε να φοιτά στο Γυμνάσιο και χωρίς δεύτερη σκέψη προσχώρησε στην ΕΠΟΝ. Μετά τον πόλεμο μετακόμισαν στην Αθήνα. «Ο πατέρας µου ήταν πολύ έξυπνος άνθρωπος», έλεγε ο Πότης Στρατίκης μιλώντας για την οικογένειά του σε συνέντευξή του στο Βήμα το 2012. «Όταν κάποιος τον ρώτησε γιατί δεν συµπαθεί τον βασιλιά, απάντησε: «∆ιότι εµποδίζει τον γιο µου να γίνει Πρόεδρος της ∆ηµοκρατίας». Το 1946 εισήχθη στην Πάντειο, από την οποία, όμως, δεν αποφοίτησε ποτέ καθώς αδυνατούσε να αντεπεξέλθει στις οικονομικές απαιτήσεις των σπουδών. Άρχισε να μαθαίνει μόνος του ξένες γλώσσες και να εργάζεται στον εκδοτικό χώρο κάνοντας γνωριμίες με σπουδαίους ανθρώπους του Τύπου, όπως με τον Στέλιο Ανεμοδουρά, τον Θέμο Ανδρεόπουλο, τον Απόστολο Μαγγανάρη, τον Γιάννη Μάρη κ.ά. Έκανε μεταφράσεις, διορθώσεις και άρχισε να γράφει κείμενα για τα περιοδικά Ζορό και Τσακάλι. Συνεργάστηκε με τα περισσότερα δημοφιλή περιοδικά της εποχής του μέχρι το 1962 που αποφάσισε να κάνει το επόμενο βήμα: Να εκδώσει μόνος του ένα παιδικό περιοδικό. Δημιουργεί τον ήρωα Τζιµ Άνταµς, έναν µικρό Έλληνα μετανάστη που επιβάλλει τον νόµο στην Άγρια ∆ύση µαζί µε την παρέα του, τον κωµικό Μεξικανό Πεπίτο Γκονζάλες, την όµορφη Ντιάνα Μόρισον και το µικρό ινδιανάκι Τσιπιρίπο. Συνεργάζεται για το περιοδικό με τον ζωγράφο Θέµο Ανδρεόπουλο και το πρώτο τεύχος κυκλοφορεί τον Νοέµβριο του 1962, ημέρα Τρίτη και 13. «∆εν φοβήθηκα τη γρουσούζικη ηµεροµηνία» έλεγε ο ίδιος, «έχω γεννηθεί άλλωστε Τρίτη». Το πρώτο τεύχος πούλησε 1.800 αντίτυπα, το δεύτερο 2.000, το τρίτο 2.200 και τα νούµερα αυξάνονταν συνεχώς. Είχε πιάσει τον σφυγµό της εποχής. Έγινε το αγαπηµένο ανάγνωσµα µικρών και µεγάλων και έφτασε τα 1470 τεύχη. Μαζί µε τα περιοδικά «Μικρός κάου-µπόυ» και «Μικρός αρχηγός», που εκδόθηκαν αργότερα, ξεπερνούσαν τα 60.000 αντίτυπα εβδοµαδιαίως. Ο Πότης Στρατίκης έφερε, επίσης, στην Ελλάδα τον «Λούκυ Λουκ» και είναι εκείνος που βάφτισε το άλογό του «Ντόλυ» θεωρώντας το αυθεντικό όνομα «Jolly Jumber» δύσκολο για το ελληνικό κοινό. Τα επόμενα χρόνια ίδρυσε μαζί με τα αδέλφια του τον Εκδοτικό Οίκο Στρατίκη ενώ έγραψε περισσότερα από 20 βιβλία με θέμα την αρχαία ελληνική ιστορία. Τα τελευταία χρόνια τιμήθηκε για την προσφορά του από την ΕΣΠΗ και το Ίδρυμα Προαγωγής Δημοσιογραφίας Αθ. Μπότση.
  4. Απόσπασμα από άρθρο του Βασίλη Σκουντή στην ιστοσελίδα gazzetta.gr στις 9/06/2019. Ο Ρικ, ο Δρυίδης και η Χαρχάλω! Είναι, κατά πως φαίνεται, η εποχή της αντίστασης των γαλατικών χωριών απανταχού της μπασκετικής γης, καθότι ούτε συνεννοημένοι να ήταν όλοι μαζί, σχεδόν ταυτόχρονα, σήκωσαν μπαϊράκι οι Ράπτορς στο ΝΒΑ, η Σάσαρι στην Ιταλία, η Σαραγόσα στην Ισπανία και ο Προμηθέας στα καθ’ ημάς, οπότε σύμπτωση που επαναλαμβάνεται παύει να είναι τέτοια… Γελώ τώρα που το γράφω, αλλά φαντάζομαι πως λόγω ειδικότητος ο Λιόλιος και ο Γιατράς έχουν βρει τα απαραίτητα ελιξίρια: ο μεν μεγαλομέτοχος του Προμηθέα, ως παιδίατρος και συνάμα επιχειρηματίας στον χώρο του καφέ, ξέρει από αντιβιοτικά και φίλτρα, ο δε προπονητής έχει ασκηθεί στην εστίαση (από την εποχή της πιτσαρίας Porto Fino), συνεπώς ο Ρενέ Γκοσινί βρήκε πρόσφορο έδαφος για την μπασκετική διασκευή των κόμικς του Αστερίξ! Και μάλιστα στην προκειμένη περίπτωση οι Δρυΐδες είναι δυο και κάνουν τον Πανοραμίξ να ζηλεύει! Την κόβω εδώ την κουβέντα όμως διότι ενέχει τον κίνδυνο να παρεξηγηθώ και στο κάτω κάτω η επιτυχία του Προμηθέα δεν οφείλεται στα μαγικά φίλτρα, αλλά στη σωστή δουλειά, στον μόχθο, στην αφοσίωση, στην στοχοπροσήλωση, στο πρόγραμμα και στο όραμα! Και το σχετικό link...
  5. Πέθανε σε ηλικία 93 ετών ο Παναγιώτης (Πότης) Στρατίκης, Έλληνας αντιστασιακός, εκδότης, συγγραφέας και δημοσιογράφος, δημιουργός του αγαπημένου περιοδικό «Μικρός Σερίφης» που υπέγραφε ως Κώστας Φωτεινός. Ο Πότης Στρατίκης γεννήθηκε το 1926 και μεγάλωσε στο Κοπανάκι Μεσσηνίας. Παρόλο που η οικογένειά του ήταν φτωχή, ο ίδιος ήταν άριστος μαθητής. Ενώ φοιτούσε στο Γυμνάσιο Κυπαρισσίας, ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και ο νέος, χωρίς να διστάσει προσχώρησε στην ΕΠΟΝ, λαμβάνοντας έτσι ενεργό ρόλο στην Εθνική Αντίσταση. Όταν ο πόλεμος τελείωσε και άρχισαν οι εμφύλιες διαμάχες, ο Πότης Στρατίκης έφυγε, από την γενέτειρα του και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπως χιλιάδες άλλοι αριστεροί αναζητώντας ασφάλεια στο ανώνυμο πλήθος της πρωτεύουσας. Το 1946, πέτυχε στις εισαγωγικές εξετάσεις της Παντείου Σχολής, αλλά διέκοψε τα μαθήματα λίγους μήνες μετά επειδή δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στις οικονομικές απαιτήσεις των σπουδών. Ανήσυχο πνεύμα, ξεκίνησε να μαθαίνει μόνος του ξένες γλώσσες. Παράλληλα, άρχισε να χτυπά την πόρτα στα περιοδικά της εποχής. Με την επιμονή του, κατάφερε να γνωριστεί με σημαντικούς ανθρώπους του Τύπου, όπως ο Στέλιος Ανεμοδουράς, ο Θέμος Ανδρεόπουλος, ο Απόστολος Μαγγανάρης, ο Νίκος Θεοφανίδης, ο Γιάννης Μαρής, ο Ηλίας Μπακόπουλος κ.α. και ξεκίνησε να εργάζεται στον εκδοτικό χώρο, τον οποίο λάτρευε από παιδί. Η αρχή έγινε με τις μεταφράσεις που έκανε για τα περιοδικά Χτυποκάρδι και Τραστ του γέλιου, ενώ δούλεψε και στην παραγωγή του Μικρού Ήρωα. Ακολούθησε η Μάσκα, του Απόστολου Μαγγανάρη στην οποία εργάστηκε αρχικά σαν διορθωτής κειμένων, όμως αργότερα μετέφραζε αστυνομικά και γουέστερν διηγήματα. Η οξυδέρκειά του τον οδήγησε στο να γράφει και ο ίδιος κείμενα με πρωταγωνιστές τους γνωστούς ήρωες του περιοδικού, όπως ο Ζορρό και το Τσακάλι. Ακολούθησαν οι συνεργασίες του με διάφορα μεγάλα περιοδικά της εποχής όπως τα Ρομάντσο, Πρώτο, Θεατής, Γυναίκα, Φαντασία, Ελληνίδα, Πάνθεον, Βεντέτα, πότε σαν συντάκτης, πότε σαν μεταφραστής και πότε σαν μόνιμος συνεργάτης στα κείμενα. Παράλληλα ασχολήθηκε πολύ και με τη μετάφραση λογοτεχνικών κειμένων. Το 1962 αποφάσισε να κάνει το μεγάλο βήμα και να προχωρήσει ο ίδιος στην έκδοση ενός παιδικού περιοδικού. Είχε έτοιμη την ιδέα, απλώς έπρεπε να βρει και τον κατάλληλο συνεργάτη. Όταν συζήτησε το θέμα με τον φίλο του και σχεδιαστή, Θέμο Ανδρεόπουλο, εκείνος του ζήτησε να κάνουν μαζί αυτό το εγχείρημα. Έτσι την Τρίτη 13 Νοεμβρίου του 1962 σε όλα τα περίπτερα της Αθήνας εμφανίστηκε το νέο περιοδικό: ο Μικρός Σερίφης. Η επιτυχία του περιοδικού αυτού, του οποίου τα κείμενα υπέγραφε σαν «Κώστας Φωτεινός», ήταν μεγάλη και αυτό ανάγκασε τους δύο συνεταίρους να προχωρήσουν στην έκδοση και ενός δεύτερου περιοδικού με τους ίδιους ήρωες. Έτσι γεννήθηκε ο Μικρός Καουμπόυ. Ταυτόχρονα κατάφερε να αποκτήσει τα δικαιώματα για την ελληνική έκδοση ενός επιτυχημένου ξένου κόμικ: του Λούκυ Λουκ. Λίγα χρόνια αργότερα θα ιδρύσει τον Εκδοτικό Οίκο Αδελφοί Στρατίκη, σε συνεργασία με τα αδέλφια του Πέτρο και Χρήστο. Από τότε μέχρι σήμερα, ο Πότης Στρατίκης δεν έπαψε ποτέ να ασχολείται με τα εκδοτικά πράγματα. Έχει γράψει περισσότερα από είκοσι βιβλία με θέμα την Αρχαία ελληνική ιστορία, ενώ καλείται συχνά σε συζητήσεις φιλολογικού περιεχομένου. Τον Ιούνιο του 2006 τιμήθηκε από την Ένωση Συντακτών Περιοδικού και Ηλεκτρονικού Τύπου για την προσφορά του, ενώ ένα χρόνο αργότερα (Ιούνιος 2007), το Ίδρυμα Προαγωγής Δημοσιογραφίας Αθανασίου Β. Μπότση τον τίμησε για την επιτυχημένη διαδρομή του στον Περιοδικό Τύπο, αλλά και για το συγγραφικό και μεταφραστικό του έργο. Και το σχετικό link...
  6. Δημιουργεί γελοιογραφίες και κόμικς εδώ και πενήντα χρόνια. Και δεν έχει χάσει ούτε στο ελάχιστο την αιχμηρή του γλώσσα, τον σαρκασμό του, την ειρωνεία του απέναντι στους πολιτικούς αλλά και σε αυτούς που τους εκλέγουν. Ο Francesco Tullio Altan μιλά στην «Εφ. Συν.» για την πολιτική γελοιογραφία σε μια «όχι και τόσο σοβαρή» εποχή. Στην Ελλάδα τον γνωρίσαμε από τις σελίδες της «Βαβέλ» μέσω των σαρκαστικών γελοιογραφιών του και των απολαυστικών κόμικς του με το σουρεαλιστικό χιούμορ και τις εξπρεσιονιστικές φιγούρες. Ο Altan, ένας θρύλος της ευρωπαϊκής γελοιογραφίας, βρέθηκε πριν από λίγες εβδομάδες στην Αθήνα, καλεσμένος της Λέσχης Ελλήνων Γελοιογράφων στο πλαίσιο της έκθεσης «Democrisis». Με τα έργα του και την ομιλία του προς το κοινό και τους συναδέλφους του στον εκθεσιακό χώρο του Μετρό Συντάγματος απέδειξε ότι παρά τα εβδομήντα επτά του χρόνια θα βρίσκεται ακόμη για καιρό στην πρώτη γραμμή της μάχιμης πολιτικής γελοιογραφίας. Ίσως περισσότερο απαισιόδοξος απ’ ότι παλιά, πιο κυνικός, πιο λιγόλογος, αλλά πάντα ταγμένος ενάντια στην εξουσία και στην παθητική αποδοχή της από τη σιωπηλή, αδιάφορη πλειονότητα που κριτικάρει τα πάντα από τον καναπέ της. Ο Altan, με σπουδές Αρχιτεκτονικής στην Μπολόνια και στη Βενετία, το 1970 δοκίμασε την τύχη του στον κινηματογράφο όταν και ταξίδεψε στο Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας για να εργαστεί στην παραγωγή ταινιών ως σκηνογράφος και σεναριογράφος. Επέστρεψε πέντε χρόνια αργότερα στην Ιταλία και ξεκίνησε να δημιουργεί ιστορίες κόμικς για παιδιά με κεντρική πρωταγωνίστρια το σκυλάκι Pimpa. Αυτή η σειρά συνεχίστηκε για είκοσι ολόκληρα χρόνια και η μεγάλη δημοφιλία της έκανε διάσημο τον Ιταλό δημιουργό, επιτρέποντάς του παράλληλα να δημιουργεί κόμικς και γελοιογραφίες για ενήλικους που δημοσιεύονταν σε περιοδικά όπως το «Corriere dei Piccoli» και το θρυλικό «Linus» και εμβληματικές εφημερίδες της Αριστεράς όπως η «Repubblica» και η «L' Unità» σε μια πολιτικά ταραγμένη περίοδο για την Ιταλία. Τα κόμικς του ξεχώριζαν πάντα για τους σαρκαστικούς διαλόγους μεταξύ των πρωταγωνιστών, αλλά και για τη μοναδική του μέθοδο να σχολιάζει κάτω από τα καρέ τα όσα συνέβαιναν στην ιστορία με άφθαστο κυνισμό και πικρό χιούμορ. Η πλειονότητα των ιστοριών του χαρακτηριζόταν από σουρεαλισμό και απίστευτες καταστάσεις στα πέρατα της Γης, σε εξωτικά μέρη, σε περιοχές που η αποικιοκρατία άφηνε ανεξίτηλο το στίγμα της και με πρωταγωνιστές, αποτυχημένους τυχοδιώκτες που δεν επέτρεπαν ποτέ την ταύτιση του αναγνώστη μαζί τους. Έχει βραβευτεί κατ’ επανάληψη για τα κόμικς του και τις γελοιογραφίες του που έχουν εκτεθεί σε πολλές χώρες της Ευρώπης και έχουν δημοσιευτεί σε δεκάδες έντυπα, με πιο σταθερά το ιταλικό «Panorama» και την «L’ Espresso». Μια συνέντευξη μαζί του, έστω και σύντομη, έστω και με τον λακωνικό του λόγο, καθώς προτιμά να διατυπώνει τις απόψεις του κυρίως με τα έργα του, είναι πάντα διαφωτιστική για την πολιτική κατάσταση της Ιταλίας και της Ευρώπης, αλλά και για τον ρόλο των γελοιογράφων στην εποχή της παντοκρατορίας των ΜΜΕ και της διαπλοκής τους με την πολιτική και οικονομική εξουσία. Μια τέτοια συνέντευξη κρίναμε πως είναι προτιμότερο να αρχίσει με το πρώτο του κόμικς για ενήλικους αναγνώστες, το «Τρίνο», με πρωταγωνιστή έναν διαφορετικό προλετάριο «θεό-δημιουργό» στις υπηρεσίες ενός αργόσχολου, μεγαλύτερου «θεού» που παίζει τον ρόλο του αφεντικού χωρίς σκοπό και όραμα. Ένα αλληγορικό κόμικς που υπενθυμίζει οδυνηρά την εξάρτηση της πολιτικής εξουσίας από την οικονομική με τη συνειδητοποίηση και την κατάδειξη του ποιος έχει το πάνω χέρι, πόσο αμοραλιστής είναι και πόσο αυταπατώνται όλοι όσοι εναποθέτουν στο πολιτικό προσωπικό τις ελπίδες τους για τη βελτίωση της ζωής τους. ● Ο Τρίνο ήταν τελικά ένας θεός κακός, αδιάφορος ή κάτι χειρότερο; Ο Τρίνο είναι ένας θεός-δημιουργός στη δούλεψη ενός αφεντικού. Ότι μπορεί κάνει κι αυτός. ● Για πέντε δεκαετίες δημιουργείτε κόμικς και γελοιογραφίες που αναφέρονται κυρίως στην πολιτική. Πώς είναι να σατιρίζει κανείς τη συνήθη κατάσταση που στην καλύτερη περίπτωση παραμένει η ίδια, αν δεν χειροτερεύει. Είναι αλήθεια πως η κατάσταση δεν βελτιώνεται. Υπάρχουν γελοιογραφίες που σχεδίασα πριν από 40 χρόνια και είναι ακόμα εξαιρετικά επίκαιρες. Πιστεύω όμως πως για να κάνει κανείς σάτιρα, μια ιδέα απελπισμένης αισιοδοξίας είναι απαραίτητη. ● Η σύγχρονη πολιτική κατάσταση στην Ιταλία είναι πιο ευνοϊκή για τη σάτιρα απ’ ότι στο παρελθόν; Δεν θα το ’λεγα. Σήμερα οι πολιτικοί κάνουν τα πάντα μόνοι τους, ακόμα και την καρικατούρα του εαυτού τους. ● Σε σχέση με την ταραγμένη δεκαετία του ’70 είναι πιο δύσκολο να βρείτε θέματα; Θέματα βρίσκονται πάντα, όμως η κατάσταση της εποχής του ’70, αν και κρίσιμη, είχε τουλάχιστον μια σοβαρότητα. Τώρα είναι κρίσιμη, αλλά ελάχιστα σοβαρή. ● Ο Τσιπούτι, ένας εργάτης σαρκαστικός και κυνικός, σε μόνιμη αντιπαράθεση με τα αφεντικά, αλλά και αυστηρός με την τάξη του, πού βρίσκεται σήμερα; Ενσωματώθηκε, βολεύτηκε ή συνεχίζει να αντιστέκεται; Αντιστέκεται, αλλά βγαίνει σπάνια από το σπίτι του. ● Προτιμάτε να κάνετε κόμικς ή γελοιογραφίες; Τι σας ευχαριστεί περισσότερο; Μ’ αρέσουν και τα δύο, αλλά για τα κόμικς χρειάζεται μια ενέργεια που δυστυχώς δεν διαθέτω πια. Οπότε, γελοιογραφίες. ● Αυτή την εποχή της διαδεδομένης διαφθοράς των μέσων ενημέρωσης, πώς διαγράφεται ο ρόλος του γελοιογράφου; Είναι ρόλος αντίστασης ή ένα άλλοθι; Είναι μια απόπειρα να προτείνει κανείς ένα διαφορετικό βλέμμα πέρα από την κυρίαρχη οπτική. Η γελοιογραφία είναι μια μικρή αντίσταση. * Οι γελοιογραφίες και η φωτογραφία του Altan προέρχονται από τον κατάλογο της έκθεσης «Democrisis» που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 2019 στο Μετρό του Συντάγματος από τη Λέσχη Ελλήνων Γελοιογράφων. Βιβλία του που κυκλοφορούν στα ελληνικά Τρίνο (εκδ. Ars Longa, 1987) O Τρίνο, ένας διαφορετικός «θεός» στη δούλεψη ενός βαριεστημένου, ανώτερου «θεού» είναι ελεύθερος να δημιουργήσει τον κόσμο. Υπόκειται όμως σε έναν περιορισμό: «Μπορείτε να δημιουργείτε ότι θέλετε. Αλλά δεν θα ’θελα να σκορπίζετε τα λεφτά μου» είναι μια από τις ελάχιστες εντολές που παίρνει. Κι έτσι του δένονται τα χέρια. Colombo (εκδ. Βαβέλ, 1986) Η Αμερική δεν ανακαλύφθηκε ακριβώς όπως μαθαίναμε στο σχολείο. Ο Χριστόφορος Κολόμβος ήταν ένας σιχαμερός και κυνικός καπετάνιος. Αλλά κι οι ναύτες του δεν πήγαιναν πίσω. Και η άφιξή τους στον Νέο Κόσμο μπορεί να μην επιβραβεύτηκε με χρυσάφι και δόξα αλλά είχε πολλά βασανιστήρια, ιθαγενείς αιχμαλώτους και πικρό χιούμορ για την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία. Ada (εκδ. Βαβέλ, 1983) Μια πλούσια κληρονόμος ταξιδεύει στις ανεξερεύνητες κι αχαρτογράφητες ζούγκλες της Αφρικής για να βρει τον ξάδελφό της και να εισπράξει μια περιουσία. Και ζει απίστευτες παρωδίες περιπέτειας, τη μια μετά την άλλη, ανάμεσα σε πεινασμένους κροκόδειλους, δυτικούς τυχοδιώκτες και ηλίθιους ναζί που μεταφέρουν την ευρωπαϊκή παράνοια του Μεσοπολέμου στην άλλη άκρη της Γης. 'Τέρμα η Αυτολογοκρισία, Είμαι ένας Μαλάκας', 'Αυτοκαταστροφή' (εκδ. Βαβέλ) Δυο συλλογές γελοιογραφιών του Ιταλού δημιουργού από τη δεκαετία του 1980 με βαθύτατο πολιτικό περιεχόμενο και πρωταγωνιστή σε πολλές από αυτές τον κυνικό, απαισιόδοξο και ετοιμόλογο βιομηχανικό εργάτη Τσιπούτι, σταθερό χαρακτήρα των γελοιογραφιών του Altan: «Πώς τα πάει η κυβέρνηση Τσιπούτι;» «Δεν ξέρω. Είναι λίγος καιρός που δεν τη βλέπω». Και το σχετικό link...
  7. Χρόνια πολλά Γιώργαρε (το φορτηγό είναι για να κουβαλάς τα κόμικς...)
  8. Κομικσικό εξώφυλλο του Έλληνα γραφίστα Bewild Brother.
  9. Έξι Έλληνες σκιτσογράφοι αποχαιρετούν το δάσκαλό τους Η πολιτική γελοιογραφία, για να είναι πραγματικά αιχμηρή και εύστοχη, απαιτεί πολλά χαρίσματα. Χιούμορ, ταλέντο, οξύνοια, αντικειμενικότητα, γνώση των ορίων, ήθος. Ο Γιάννης Ιωάννου, συνδύαζε όλα τα παραπάνω και πολλά χαρίσματα ακόμη, γεγονός που τον έκανε τον κατά γενική ομολογία κορυφαίο Έλληνα πολιτικό γελοιογράφο της μεταπολίτευσης. Μέσα από το 'Αντί', τον θρυλικό 'Τρίτο Δρόμο' και πληθώρα μέσων, από εφημερίδες μέχρι και το δικό του μπλογκ, η σατιρική ματιά του Γιάννη Ιωάννου υπήρξε πάντοτε εύστοχη και επίκαιρη. Μα κυρίως, ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος, ενέπνευσε πολλούς ακόμη σκιτσογράφους να ακολουθήσουν το δρόμο του και να μάθουν δίπλα του. Σήμερα, μέσα από το Oneman, ήρθε η ώρα κάποιοι από τους μαθητές αυτούς να αποχαιρετήσουν με τα δικά τους λόγια -ή και σκίτσα- τον Δάσκαλο, ο οποίος στις 9 του περασμένου Μαΐου έφυγε από κοντά μας σε ηλικία 75 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα έργο διαχρονικό και παιδευτικό, το οποίο θα αποτελεί για πάντα σημείο αναφοράς. 'Η αρχεία Ελλάδα', το τελευταίο σκίτσο του Γιάννη Ιωάννου στο μπλογκ του, το οποίο δημοσιεύθηκε και στην Εφημερίδα των Συντακτών Σπύρος Δερβενιώτης Προσπαθώ να θυμηθώ την πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με τη σάτιρα του Γιάννη Ιωάννου, και το μυαλό μου είναι κενό. Θυμάμαι πολύ καθαρά (παρ’ ότι παιδί) την πρώτη εντύπωση που μου έκανε η λιτή απέριττη γραμμή και η ιδιόλεκτος του ΚΥΡ. Θυμάμαι πολύ καθαρά (καθ’ ότι έφηβος) την πρώτη φορά που είδα σε δράση τον οδοστρωτήρα που ήταν ο Αρκάς, στον ‘Κόκκορα’. Αλλά δε θυμάμαι την πρώτη φορά που εκτέθηκα στη νευρώδη και διαβρωτική ματιά του Γιάννη, που επηρέασε τη δική μου προσέγγιση όσο όλοι οι υπόλοιποι Δάσκαλοι συνδυαστικά, και ίσως και λίγο παραπάνω. Προσπαθώντας να σκεφτώ γιατί συμβαίνει αυτό, κατέληξα σ’ ένα συμπέρασμα που θέλω να πιστεύω ότι βγάζει νόημα: Ο εγκέφαλός μου κατέγραψε το Γιάννη σα να ήταν Πάντα εκεί. Σαν η οξυδερκής ματιά του, η βίαιη εισβολή του στα άδυτα των μυαλών των Στιβαρών Ηγετών μας στην ησυχία του σπιτιού τους, αυτό το εμμονικά τεκμηριωμένο ξεγύμνωμα των πιο ιδιοτελών κινήτρων κάθε εξουσίας, αυτός ο διαρκής υποτιτλισμός της ζωής που ζήσαμε, να ήταν πάντα εκεί. Σαν, παρ΄ όλο που το έργο του συνιστούσε μια τομή στην ελληνική γελοιογραφία, ταυτόχρονα να έγινε το σημείο μηδέν, ένα event horizon που καμπύλωσε το σατιρικό χωροχρόνο, ενώνοντας το Πριν (την εποχή μιας γλυκιάς. ασφαλούς γελοιογραφίας) με το Μετά (τη Γιακωβίνικη αναίδεια που μας μεταλαμπάδευσαν από το Γαλλικό Μάη οι καλύτεροι εκπρόσωποι της Μεταπολιτευτικής γελοιογραφίας) σε ένα σώμα: την Ευγενή Αναίδεια που τόσους σύγχρονους και κατοπινούς συναδέλφους του καθόρισε. Είναι ένα συμπέρασμα που γλυκαίνει κάπως τη βαθιά θλίψη για την απώλεια ενός βαθιά ευγενικού ανθρώπου που ευτύχησα να γνωρίσω από κοντά. Γιατί σημαίνει ότι, όπως πάντα ήταν, έτσι πάντα και θα είναι εδώ. Μιχάλης Κουντούρης Ήταν λίγο μετά την Άλλη Επταετία όταν συστηθήκαμε με τον Κοσμά τον Ευρωπαίο και το Μεγάλο Αφεντικό. Τους ακολουθήσαμε με την Πρώτη στον Τρίτο Δρόμο, ένα δρόμο που μας οδήγησε στο πιο σημαντικό σταυροδρόμι της ελληνικής πολιτικής γελοιογραφίας μετά τη μεταπολίτευση. Πολιτικού σκίτσου και κόμικς γωνία. Εκεί γνωρίσαμε, θαυμάσαμε, εμπνευστήκαμε, επηρεαστήκαμε και αγαπήσαμε τον Γιάννη Ιωάννου. Εκεί, σ ’εκείνη τη γωνία, θέλω να αφήσω αυτό το σκίτσο στη μνήμη του. Να το αφήσω με μια βαθιά υπόκλιση, Όσο βαθύς είναι ο σεβασμός που αισθάνομαι, Όσο βαθιά είναι η θλίψη για το χαμό του. Μια υπόκλιση τόσο βαθιά που δεν θα αφήσει να φανεί το δάκρυ για το δάσκαλο που έφυγε, για το συνάδελφο που χάσαμε για το φίλο που θα μας λείψει. Ο τρίτος δρόμος ορφάνεψε… Πέτρος Ζερβός Τον Γιάννη Ιωάννου τον πρωτοείδα στα γραφεία του Σχολιαστή, μέσα δεκαετίας ’80. Ήταν ήδη γνωστός γελοιογράφος, εγώ στα πρώτα μου βήματα. Όμως δεν ανταλλάξαμε ποτέ κουβέντα! Εγώ πολύ ντροπαλός, αυτός από τη φύση του απόμακρος δούλευε απομονωμένος στο βάθος, σε κάποιο τραπέζι… Τον ξανασυνάντησα το 2006, στα πλαίσια των εκδηλώσεων Πάτρα, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, όπου φιλοξενηθήκαμε Έλληνες και Ευρωπαίοι γελοιογράφοι για να φτιάξουμε επί τόπου έργα με θέμα το Καρναβάλι. Γνώρισα έναν διαφορετικό άνθρωπο! Ήταν κοινωνικός, φιλικός, εξωστρεφής και ένα βράδυ σε τραπέζι, όσοι ξέραμε τον κλειστό του χαρακτήρα, με έκπληξη τον είδαμε να χορεύει! Μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω καλύτερα τον άνθρωπο Ιωάννου, όταν στήναμε τη Λέσχη Ελλήνων Γελοιογράφων στη σημερινή της μορφή. Εξαιρετικά ευφυής, με χιούμορ, ολιγόλογος, κάθε του κουβέντα μεστή και καθαρή. Κρεμόμασταν από το στόμα του γιατί πάντα είχε κάτι ουσιαστικό να πει και πάντα έδινε διέξοδο σε πολλές δυσκολίες που προέκυπταν. Ήταν ακέραιος άνθρωπος, με ήθος και πεντακάθαρο βλέμμα. Θυμάμαι, σε κάποιο βραδινό τραπέζι, με έκπληξη να απαξιώνει μπροστά σε άλλους συναδέλφους σκίτσα μου που με τα δικά του κριτήρια έβρισκε «χυδαία»! Αυτό δεν επηρέασε την εκτίμησή μου γι’ αυτόν, αντίθετα μ’ έκανε να σκεφτώ πάνω στη δουλειά μου και να μην κάνω το λάθος να μπερδεύω το χιούμορ με την εμπάθεια!... Ο Γιάννης Ιωάννου ήταν ανοιχτός σε νέους γελοιογράφους που εντάσσονταν στη Λέσχη αλλά και απρόθυμος να δεχτεί όσους δεν θεωρούσε άξιους! Δεν θα μιλήσω για το έργο του. Κατ’ εμέ είναι ο μεγαλύτερος Έλληνας γελοιογράφος μεταπολεμικά! Η δουλειά του είναι μια τοιχογραφία των τελευταίων δεκαετιών της χώρας. Ένας ιστορικός δεν θα κατανοήσει π.χ. την δεκαετία του ’80, που ήταν καθοριστική ακόμα και για το σήμερα, αν δεν μελετήσει τα αντίστοιχα βιβλία του Ιωάννου! Τα τελευταία χρόνια μια μικρή παρέα γελοιογράφων συναντιόμασταν και εκτός Λέσχης, συχνά με τον Γιάννη. Πάντα ένιωθα δέος και σεβασμό δίπλα του! Ο Γιάννης εξακολουθούσε να είναι για μένα απόμακρος, όχι πια από παραξενιά του χαρακτήρα του αλλά γιατί καταλάβαινα την βαθιά αξία του ως δημιουργού και ως ανθρώπου... Παναγιώτης Μητσομπόνος Αντί κειμένου, ο Παναγιώτης Μητσομπόνος προτίμησε να αποχαιρετίσει τον Γιάννη Ιωάννου με μια διαφορετική μεταξύ τους 'συνομιλία', η οποία δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στην Εφημερίδα των Συντακτών το 2017 Πάνος Ζάχαρης Όταν καλείσαι να μιλήσεις για έναν Μεγάλο που έφυγε, φλερτάρεις μοιραία με την αυτοαναφορικότητα. Τον ήξερες; Σε ήξερε; Τι του είχες πει και τι σου απάντησε… Πόσο μάλλον όταν αυτός που έφυγε καθόρισε όχι απλώς τον τρόπο με τον οποίο δουλεύεις αλλά και την ίδια την επιλογή της δουλειάς σου, την επιλογή του –τρίτου;- δρόμου που επέλεξες να τραβήξεις στη ζωή σου. Το αποτύπωμα του Γιάννη Ιωάννου στην Ελληνική Γελοιογραφία, είναι γιγαντιαίο και βαθύ. Τόσο μεγάλο που όσο κι αν το θες είναι δύσκολο να βαδίσεις παράλληλα με αυτό γιατί νιώθεις πως καταλαμβάνει όλο το μονοπάτι που ο ίδιος άνοιξε λίγο πριν το ’80. Έτσι, προχωράς προσεκτικά, βρίσκοντας τα δικά σου μονοπατάκια, τις γελοιογραφικές παρακάμψεις που όμως συχνά, ενίοτε ασυναίσθητα καταλήγουν ξανά στα χνάρια του. Το παρήγορο είναι ότι σε αυτόν τον δρόμο έχεις καλή παρέα. Συναντάς πολλούς, όλους σχεδόν τους φίλους και τους συναδέλφους σου. Άλλους τους βλέπεις μπροστά να προπορεύονται σημαντικά, άλλους στο πλάι, άλλους να ξεκινούν τώρα να τον βαδίζουν. Χάσαμε τον Γιάννη Ιωάννου, αλλά δεν πρόκειται να χαθούμε στον δρόμο του που κάναμε δικό μας. Το σκίτσο της κεντρικής φωτογραφίας μάς το παραχώρησε ευγενικά ο κύριος Πάνος Μαραγκός, ο οποίος προτίμησε να αποχαιρετήσει τον φίλο του με ένα σχέδιο, το οποίο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Εφημερίδα 'Έθνος'. Και το σχετικό link...
  10. Παραδόξως δεν είχα γράψει και τις δικές μου (θετικότατες) εντυπώσεις όταν ολοκληρώθηκε η συλλογή σε HC οπότε τις γράφω τώρα. Εξαιρετική σειρά και με πολύ ωραίο σκίτσο (για το δικό μου το γούστο τουλάχιστον), τρόμος, αστυνομικό μυστήριο και σασπένς, που σε κάνει να θέλεις μανιωδώς να διαβάσεις το επόμενο τεύχος για τη συνέχεια της ιστορίας. Και επειδή πρόσφατα ολοκληρώθηκε και η συλλογή του "Nailbiter" (πάλι σε HC), μια εξίσου εθιστική σειρά αλλά με κατώτερο σκίτσο, να αναφέρω και τα κοινά που είχαν αυτές οι δύο σειρές κόμικς, μια που αναφέρθηκαν παραπάνω πιθανές επιρροές από άλλα media: * Διαδραματίζονται σε μικρές πόλεις της αμερικάνικης επαρχίας. Check... * Διάφορα μυστήρια γεγονότα και φόνοι λαμβάνουν χώρα. Check... * Η σερίφης της κωμόπολης προσπαθεί να ξεδιαλύνει το μυστήριο. Check... * ...με τη βοήθεια ενός πράκτορα του FBI. Check... * Αρκετοί συμπολίτες τους κρύβουν επικίνδυνα μυστικά. Check... * Ενεργό ρόλο στην υπόθεση έχει και η αδερφή/κόρη της σερίφη. Check... * Και φυσικά και τα δύο κόμικς εκδίδονταν από την Image την ίδια περίπου χρονική περίοδο κλπ.
  11. Μπα, τα oversized hardcover της Image έχουν 10-12 τεύχη, που είναι και πιο ακριβά. Τα ΤΡΒ έχουν 5-6 τεύχη και είναι φθηνά, ακριβώς για να μπορεί να απευθύνεται σε όλα τα βαλάντια...
  12. To vo 82. Το εξώφυλλο προστέθηκε στο πινακάκι της παρουσίασης.
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.