Jump to content

ramirez

Members
  • Content Count

    3,609
  • Joined

  • Last visited

  • Days Won

    9
  • Points

    4,867 [ Donate ]

ramirez last won the day on July 4

ramirez had the most liked content!

Community Reputation

28,050 Excellent

3 Followers

About ramirez

  • Rank
    WHAT ? ME WORRY ?
  • Birthday November 28

Contact Methods

  • Website URL
    http://

Profile Information

  • Gender
    Male
  • Country
    Greece

Recent Profile Visitors

2,107 profile views
  1. Μια μικρή διόρθωση στην εκδοτική...
  2. Με την κυκλοφορία του τέταρτου μέρους της ολοκληρώνεται σήμερα στην «Εφ. Συν.» η «Μπαλάντα της Αλμυρής Θάλασσας» του Ούγκο Πρατ (1927 – 1995). Με αυτή την αφορμή το Καρέ Καρέ ξαναθυμάται τη ζωή και το έργο του μεγάλου Ιταλού δημιουργού και τις περιπέτειες του πιο δημοφιλούς χαρακτήρα του. Η πρώτη του εμφάνιση στα κόμικς, το 1967, δεν προμήνυε τη συνέχεια. Ήταν σφιχτά δεμένος, σταυρωμένος σε μια σχεδία, κάτω από τον καυτό ήλιο, στη μέση του ωκεανού. Ο θάνατός του ήταν βέβαιος. Και θα ήταν αργός και βασανιστικός. Είχε πέσει θύμα της ανταρσίας των ναυτών του για να του αρπάξουν τα όπλα που έκρυβε στο αμπάρι. Επιπλέον, είχε τάξει γάμο στην αδερφή του λοστρόμου και δεν τήρησε την υπόσχεσή του. Τον πέταξαν στη θάλασσα. Ο Κόρτο Μαλτέζε, όμως, κατάφερνε να επιβιώνει ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες. Κάτι απροσδόκητο θα συνέβαινε πάντα για να σωθεί. Στη «Μπαλάντα της Αλμυρής Θάλασσας», η έκπληξη εμφανίζεται με το πρόσωπο ενός τυχοδιώκτη, πρώην καλόγερου και άσπονδου φίλου του Κόρτο. Ο καπετάν Ρασπούτιν σώζει τον Κόρτο από τους καρχαρίες, τη δίψα και την αλμύρα και οι περιπέτειες του σκουλαρικοφόρου ναυτικού στον κόσμο των κόμικς ξεκινούν. «Μπράβο Ρασπούτιν, μια μέρα θα το θυμηθώ αυτό...», λέει ο ψύχραιμος και λακωνικός ναύτης που ήξερε πάντα να αναγνωρίζει το δίκαιο, να βοηθά τους φίλους του αλλά και τους αδύναμους αυτού του κόσμου όπου γης. Ήταν γεννημένος στη Μάλτα, γιος ενός Άγγλου αξιωματικού του πολεμικού ναυτικού και μιας Ανδαλουσιανής Τσιγγάνας, και έγινε κοσμοπολίτης εκ των πραγμάτων, ωθημένος πάντα από ένα κίνητρο αναζήτησης της περιπέτειας. Ταξίδεψε σε κάθε γωνιά της Γης, σε τόπους φορτισμένους με μνήμες, σε περιπέτειες που λάμβαναν χώρα κατά το πρώτο μισό του προηγούμενου αιώνα, σε όλα τα μέρη που γράφτηκε η Ιστορία και συνάντησε «πραγματικά» πρόσωπα από τον χώρο της λογοτεχνίας και της πολιτικής που συμμετείχαν ως ισότιμοι με αυτόν σε φανταστικές αφηγήσεις, με φόντο πραγματικά γεγονότα. Η εμμονή του Κόρτο στα ταξίδια οφειλόταν στη ζωή του δημιουργού του που ήταν κι αυτή γεμάτη ταξίδια. Αν και είχε γεννηθεί στο Ρίμινι της Ιταλίας με ρίζες βενετσιάνικες αγγλονορμανδικές, τουρκικές και σεφαραδίτικες, μεγάλωσε στην αποικιοκρατούμενη Αβησσυνία (σημερινή Αιθιοπία) κατά τα χρόνια της ιταλικής κατοχής. Στη συνέχεια ταξίδεψε, έζησε και δούλεψε επί σειρά ετών σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, κυρίως στην Αργεντινή και τη Βραζιλία, ενώ μετά την επιστροφή του στην Ιταλία συνέχισε να ταξιδεύει σε ολόκληρο τον κόσμο και ιδιαίτερα σε μέρη μακρινά και «εξωτικά» που γίνονταν στη συνέχεια τα σκηνικά των ιστοριών του. Από το 1967 που ξεκίνησε τις περιπέτειες με πρωταγωνιστή τον Κόρτο Μαλτέζε, τον τοποθέτησε σε κάθε πιθανό μέρος του πλανήτη αλλά πάντα με τα ίδια βασικά συστατικά του χαρακτήρα του: γενναίο αλλά και ικανό να ξεγλιστρά από τον κίνδυνο, δίκαιο και αποφασιστικό, αντιρατσιστή και βαθιά καλλιεργημένο, μοναχικό και λιγομίλητο, αυτάρκη και χωρίς καμιά περιουσία, φίλο με τους φίλους και εχθρό με τους εχθρούς. «Ο Κόρτο είναι ένας αντιαποικιοκράτης, ένας άνθρωπος που δεν έχει γεωγραφικούς δεσμούς και δεν γνωρίζει ρατσιστικές προκαταλήψεις. Έχει μαύρες αδελφές, ξαδέλφια Ινδιάνους. Η οικογένειά του Κόρτο δεν γνωρίζει προβλήματα. Έχει σχέσεις με όλες τις άλλες φυλές. Ο Κόρτο βρίσκει συγγενείς παντού όπου πηγαίνει» είχε πει ο Πρατ σε συνέντευξή του στον Κλοντ Μολιτερνί. Και επιπλέον ότι «... είναι ένας μοναχικός άνθρωπος. Ο Οκτάβιο Παζ, ένας Μεξικανός ποιητής, είχε πει ότι το να έχουμε κάποια πράγματα που μας ανήκουν είναι τελικά κάτι το αρνητικό που μας στερεί τη δυνατότητα της ελευθερίας. Αν ο Κόρτο είχε ένα πλοίο, θα βρισκόταν με πολύ ενοχλητικές γι’ αυτόν υποχρεώσεις, θα έπρεπε να βρίσκεται πάνω σ’ αυτό το πλοίο. Έτσι όπως είναι όμως χαίρεται μια ελευθερία κινήσεων που του επιτρέπει να βρίσκεται άλλοτε στο γιοτ ενός εκατομμυριούχου, άλλοτε σ’ ένα ιστιοφόρο και άλλοτε σ’ ένα εμπορικό πλοίο...». Τα βιβλία με τον Κόρτο Μαλτέζε κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Μαμούθ Κόμιξ», εκτός από την «Μπαλάντα» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ars Longa» και στη συνέχεια από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως», που εκδίδουν και τις νέες περιπέτειές του. Ο Κόρτο δεν έχει ούτε πατρίδα ούτε θρησκεία αλλά σέβεται κάθε θρησκεία και κάθε πολιτισμό. Είναι ένας ασταμάτητος ταξιδευτής χωρίς κάποιο σκοπό των ταξιδιών του, λειτουργεί ενστικτωδώς, η αδιάκοπη κίνηση είναι ο μόνος τρόπος του να επιβιώνει. Και ακόμα και όταν δεν κυνηγά την περιπέτεια αλλά επιδιώκει να ξαπλώσει στην παραλία το ηλιοβασίλεμα, να πιει το ποτό του σε ένα ήσυχο καφέ ή να απολαύσει το πούρο του διαβάζοντας το αγαπημένο του βιβλίο, την «Ουτοπία» του Τόμας Μορ, θα βρεθεί μια αφορμή για να τον κινητοποιήσει: μια άδικη συμπεριφορά με θύμα κάποιον ανήμπορο, μια ληστεία, ένας χαμένος θησαυρός, μια πολιτική αναταραχή, ένα έγκλημα πάθους ή, απλά, μια όμορφη γυναίκα που τον γλυκοκοιτά. Είναι σαρκαστικός προς τους ιμπεριαλιστές και τους πλούσιους και προστατευτικός προς τους καταπιεσμένους και τους αδύναμους. Στον κώδικα τιμής του η ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια βρίσκονται στην πρώτη θέση και γι’ αυτό τις διαφυλάσσει με κάθε τρόπο. Αν, όμως, χρειαστεί να σκοτώσει θα το κάνει. Χωρίς να χαίρεται γι’ αυτό. Ο Ούγκο Πρατ συμπορεύτηκε με τον Κόρτο (το alter ego του;) σχεδόν είκοσι χρόνια. Ο Κόρτο «ταξίδεψε» μπρος και πίσω στον χρόνο από το 1900 μέχρι τον Ισπανικό Εμφύλιο, σε ζούγκλες, ερήμους και φουρτουνιασμένα πελάγη, σε παγωμένα βουνά και καυτά πολεμικά μέτωπα, σε εξεγέρσεις και επαναστάσεις, σε μέρη ποτισμένα με θρύλους, αίμα και Ιστορία. Με τέτοιες προσωπικές διαδρομές, οι Ούγκο Πρατ και Κόρτο Μαλτέζε, σχεδόν σαν ένα πρόσωπο, έχουν καταγραφεί στην ιστορία των φανταστικών αφηγήσεων ως άξιοι εκπρόσωποι της Περιπέτειας. Που καταφέρνει να μη γίνεται αυτοσκοπός και να μην είναι ανιαρά διδακτική όταν υμνεί τη διαφορετικότητα, την αλληλεγγύη και την ισότητα των ανθρώπων πέρα από χρώματα, φυλές και εθνικές προελεύσεις. Εκτός από τις ιστορίες που δημιουργούσε μόνος του, ο Ούγκο Πρατ συνεργάστηκε και με άλλους καλλιτέχνες είτε ως σεναριογράφος είτε ως σχεδιαστής. Η πιο γνωστή του συνεργασία ήταν, ίσως, αυτή με τον συμπατριώτη και φίλο του, Μίλο Μανάρα, στο «Ινδιάνικο Καλοκαίρι» (1983, στα ελληνικά από τις εκδόσεις Βαβέλ το 1990). Ο Πρατ υπέγραψε το σενάριο μιας σκληρής ιστορίας και ο Μανάρα φιλοτέχνησε τα σχέδια της περιπέτειας στην Άγρια Δύση πριν οι λευκοί επικρατήσουν ολοκληρωτικά και αφανίσουν τον πολιτισμό των γηγενών. Εμπνευσμένο από το «Άλικο Γράμμα» του Ναθάνιελ Χόθορν αλλά και από τον «Τελευταίο των Μοϊκανών» του Τζέιμς Φένιμορ Κούπερ, το «Ινδιάνικο Καλοκαίρι» αποτελεί ένα παραμύθι ενάντια στη βία που προκαλεί η σύγκρουση των πολιτισμών, καθώς και ο θρησκευτικός φανατισμός και πουριτανισμός των εισβολέων αποικιοκρατών Χριστιανών. Η συνεργασία των δύο φίλων συνεχίστηκε το 1991 με το «El Gaucho», μια ακόμη ιστορική περιπέτεια, τοποθετημένη στα ανοικτά του Μπουένος Άιρες κατά τις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, όταν ένα πλωτό μπορντέλο με γυναίκες ετοιμάζεται να υποδεχτεί Άγγλους ναυτικούς. Η αγάπη και ο σεβασμός του Μανάρα προς τον Πρατ εκφράστηκε έντονα και στο βιβλίο του «H.P. και Τζιουζέπε Μπέργκμαν» (άρχισε να δημοσιεύεται το 1978, στα ελληνικά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βαβέλ το 1986). Σ’ αυτό δεν υπήρξε κάποια καλλιτεχνική συμβολή του Πρατ, αλλά ο ίδιος έγινε από τον Μανάρα, χαρακτήρας της υπόθεσης (τα αρχικά H.P. αναφέρονται στο όνομά του, Hugo Pratt) και μάλιστα αυτός που φαίνεται να κινεί υπογείως τα νήματα μιας παραληρηματικής περιπέτειας εντός της οποίας βυθίζεται ο κεντρικός πρωταγωνιστής. Αρκετά νωρίτερα, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ο Ούγκο Πρατ είχε συνεργαστεί με έναν ακόμα σπουδαίο δημιουργό, τον Αργεντινό Έκτορ Έστερχελντ που μετέπειτα, το 1977, δολοφονήθηκε («εξαφανίστηκε» ήταν η κρατική εκδοχή) από τη χούντα της Αργεντινής ως κομμουνιστής. Σ’ αυτή τη συνεργασία όμως, ο Πρατ υπέγραψε τα σχέδια ενώ τα σενάρια ανήκαν στον Αργεντινό συγγραφέα που σχεδόν παράλληλα είχε ξεκινήσει να συγγράφει το εμβληματικό «Eternauta». Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά συγκλονιστικών αντιπολεμικών ιστοριών υπό τον γενικό τίτλο «Ερνι Πάικ» (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ars Longa/Παρά Πέντε, 1995) και κεντρικό χαρακτήρα έναν πολεμικό ανταποκριτή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου που ήταν βασισμένος στον πραγματικό Αμερικανό πολεμικό ανταποκριτή Έρνι Πάιλ, βραβευμένο με Πούλιτζερ το 1944. Στα ελληνικά, οι ιστορίες του Κόρτο Μαλτέζε έχουν κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μαμούθ Κόμιξ εκτός από τη «Μπαλάντα της Αλμυρής Θάλασσας» που κυκλοφόρησε πρώτα από τις εκδόσεις Ars Longa και πρόσφατα επανακυκλοφόρησε επιχρωματισμένη από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Οι νέες περιπέτειες που δημιουργούν οι Juan Díaz Canales και Rubén Pellejero κυκλοφορούν επίσης από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Και το σχετικό link...
  3. Μια Πολωνέζα, με κίνδυνο της ζωής της και τεράστιο προσωπικό κόστος, κατάφερε να σώσει χιλιάδες παιδιά κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ο πρώτος τόμος ενός συγκλονιστικού βιβλίου καταγράφει τη ζωή και το έργο της στα σιδερόφρακτα ναζιστικά κολαστήρια. Όταν άρχισε να επισκέπτεται το εβραϊκό γκέτο, το 1941, η Ιρίνα Σεντλέροβα ήταν μόλις 31 ετών. Μα ήταν αποφασισμένη να βοηθήσει όπως μπορούσε και με κάθε τίμημα. Είχε σπουδάσει νομικά και πολωνική λογοτεχνία και ήταν μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Το 1939 ο σύζυγός της, ως μέλος του πολωνικού στρατού, είχε συλληφθεί από τους Γερμανούς που σιγά σιγά κατακτούσαν τα εδάφη της Ανατολικής Ευρώπης. Στα τέλη του 1940, οι δυνάμεις κατοχής της Βαρσοβίας διέταξαν την αναγκαστική και βίαιη απομάκρυνση του εβραϊκού πληθυσμού της πόλης (περίπου 400 χιλιάδες άτομα) και τη συγκέντρωσή του σε μια μικρή περιοχή που σύντομα περιφράχτηκε και μετατράπηκε σε γκέτο, χωρίς επικοινωνία με τον έξω κόσμο, με ελάχιστη πρόσβαση σε τρόφιμα και πόσιμο νερό. Οι αρρώστιες δεν άργησαν και η κατάσταση έγινε αφόρητη. Μόνο σε λιγοστά μέλη ανθρωπιστικών οργανώσεων όπως η Ιρένα Σεντλέροβα επιτρεπόταν η είσοδος για λίγες ώρες. Σε αυτούς τους ηρωικούς ανθρώπους έπεσε όλη η ευθύνη να σώσουν όσο περισσότερα παιδιά ήταν δυνατό από το βέβαιο θάνατο που θα ερχόταν αργά ή γρήγορα είτε στο γκέτο είτε σε κάποιο άλλο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Και η Ιρένα έσωσε πολλά παιδιά. Η ζωή της και το έργο της έχουν αναγνωριστεί από δεκάδες διεθνείς οργανισμούς, έχει κατ’ επανάληψη βραβευτεί στην Πολωνία και σε πολλές άλλες χώρες για τη δράση της, ήταν δύο φορές υποψήφια για το Βραβείο Νόμπελ, αλλά οι λεπτομέρειες αυτής της ζωής δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστές στο ευρύ κοινό. Αυτό προσπαθούν να «διορθώσουν» οι Jean-David Morvan και Severine Trefouel (σενάριο), David Evrard (σχέδια) και Walter (χρώμα) με το «Irena», ένα βιβλίο για τη ζωή της, μέσα από την οποία περνούν και όλες οι φρικτές λεπτομέρειες της ναζιστικής θηριωδίας. Δεν πρόκειται όμως για μια ακαδημαϊκή βιογραφία ούτε για ένα ντοκουμέντο τεκμηρίωσης και φωτογραφικής ακρίβειας και αναπαράστασης, αλλά για μια συγκλονιστική αφήγηση που βασίζεται σε πραγματική ιστορία. Όπως ξεκαθαρίζουν στον πρόλογό τους οι δημιουργοί: «H Ιρένα Σεντλέροβα ήταν πραγματικό πρόσωπο. Γοητευμένοι από την ιστορία της, προσπαθήσαμε να διαβάσουμε τα πάντα γύρω από αυτήν, ακόμα και σε γλώσσες που δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε. Οι πολλαπλές πηγές δεν δίνουν πάντα ίδιες πληροφορίες, σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα είναι αντικρουόμενες. Οπότε αποφασίσαμε να μην παρουσιάσουμε μια ευθεία και με πολλές εικασίες βιογραφία, αλλά περισσότερο να χρησιμοποιήσουμε τη δραματική φαντασία για να μεταφέρουμε το πνεύμα της εποχής». Και πράγματι, αν ο αναγνώστης αποστασιοποιηθεί από την ιστορία, θα απολαύσει μια συγκλονιστική αφήγηση. Είναι όμως δυνατό κάτι τέτοιο; Η απάντηση είναι σίγουρα αρνητική, καθώς το θέμα είναι τόσο δυνατό και γνωστό που δε μπορεί να αφήσει ασυγκίνητο κανέναν. Κι όσο κι αν σε πρώτη ανάγνωση, το καρτουνίστικο σχέδιο μπορεί να ξενίζει για μια ιστορία που μιλά για τον ναζισμό και τα εγκλήματά του, πολύ σύντομα ο θεατής εξοικειώνεται και συμπάσχει με τα πρόσωπα που συνωστίζονται στο γκέτο περιμένοντας τον θάνατο. Ή ένα θαύμα. Το θαύμα, όμως, έρχεται μόνο με τη μορφή της Ιρένα. Η γενναία Πολωνέζα κατόρθωσε, ακόμα και κρύβοντας νεογέννητα μωρά στην τσάντα της, να φυγαδεύσει πολλά παιδιά και να τα δώσει σε ανάδοχες οικογένειες για να επιζήσουν. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων οι γονείς αυτών των παιδιών πέθαναν στο γκέτο της Βαρσοβίας ή μεταφέρθηκαν σε σκληρότερα στρατόπεδα όπου κάηκαν ζωντανοί, μπήκαν σε θαλάμους αερίων, δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ ή πέθαναν από την πείνα και τις αρρώστιες. Η Ιρένα φρόντιζε πάντα να καταγράφει τα στοιχεία όλων των παιδιών, τα ονόματα της οικογένειάς τους και των γονέων τους αλλά και τα ονόματα όσων τα αναλάμβαναν. Για να μην πέσουν αυτά τα στοιχεία στα χέρια των Γερμανών, τα έγραφε σε μικροσκοπικά χαρτάκια, τα έκρυβε μέσα σε γυάλινα βαζάκια και τα έθαβε στο χώμα ώστε όταν τέλειωνε ο εφιάλτης να καταστεί δυνατή η επανένωση των οικογενειών. Μετά τη λήξη του πολέμου, η Ιρένα ξέθαψε όλα αυτά τα βαζάκια και ξεκίνησε η προσπάθεια εντοπισμού παιδιών και γονέων. Δυστυχώς, σχεδόν όλοι οι γονείς αποδείχθηκε πως είχαν πεθάνει, ενώ πολλά παιδιά είχαν μεταφερθεί από τους νέους τους κηδεμόνες εκτός Γερμανίας. Ήταν όμως ζωντανά. Και γι’ αυτό ήταν υπεύθυνη μια νέα γυναίκα και οι συνεργάτες της. Η ίδια η Ιρένα συνελήφθη από την Γκεστάπο το 1943, φυλακίστηκε και βασανίστηκε. Δεν πρόδωσε, όμως, ποτέ τους φίλους της κι όσους τη βοηθούσαν. Καταδικάστηκε σε θάνατο αλλά λίγο πριν από την εκτέλεσή της, η αντιστασιακή οργάνωση Zegota, της οποίας ήταν μέλος, δωροδόκησε τους φρουρούς της και την άφησαν ελεύθερη. Αντί να αποσυρθεί από τη δράση μετά την περιπέτειά της, επανήλθε στο γκέτο ως νοσοκόμα κάποιας ανθρωπιστικής οργάνωσης, χρησιμοποιώντας πλαστό όνομα και ταυτότητα, για να συνεχίσει να σώζει παιδιά και να βοηθά τους κρατούμενους. Ο πρώτος τόμος της σειράς «Irena» με υπότιτλο «Wartime Ghetto» ολοκληρώνεται με τη σύλληψή της και τα φρικτά βασανιστήρια στα οποία την υπέβαλαν οι αξιωματικοί των ναζί. Σύμφωνα με τις εκδόσεις Lion Forge, σύντομα θα ακολουθήσει ο δεύτερος τόμος με τη συνέχεια αυτής της συγκλονιστικής πραγματικής ιστορίας, για μια γυναίκα που θυσίασε τα πάντα για να σώσει τις ζωές των παιδιών. Και ένα μόνο να είχε σώσει, θα ήταν επιτυχία. Το κατάφερε για 2.500 παιδιά. Πολλά κόμικς έχουν δημιουργηθεί μέχρι σήμερα για το Ολοκαύτωμα και τη μαζική δολοφονία των Εβραίων. Πιο γνωστό από αυτά, το «Maus» του Art Spiegelman (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Zoobus), μια δραματοποιημένη βιογραφία του πατέρα του Αμερικανού καλλιτέχνη που επέζησε του Άουσβιτς. Ο Spiegelman δεν περιορίζεται, όμως, μόνο στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά κατά κάποιον τρόπο αυτοβιογραφείται και περιγράφει τις συνέπειες που είχε ο πόλεμος στην οικογένειά του και στην ψυχική υγεία της μητέρας του που εντέλει αυτοκτόνησε, πιθανώς λόγω των ανεπούλωτων τραυμάτων που τη βασάνιζαν. Βιογραφική ως προς τον πατέρα του και συνάμα αυτοβιογραφική είναι και η «Δεύτερη Γενιά» του Michel Kichka (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μαμούθ). Ο Βελγο-ισραηλινός δημιουργός περιγράφει τα γεγονότα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης όπως του τα αφηγήθηκε ο πατέρας του, αλλά επικεντρώνεται στον δικό του ψυχισμό ως απογόνου ενός επιζήσαντα που κουβαλά τις μνήμες των προγόνων του προσπαθώντας να απαγκιστρωθεί από την προσκόλληση σε αυτές. Καθαρά βιογραφικός είναι ο «Μποξέρ» του Reinhard Kleist (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ηλίβατον) που αφηγείται τη δραματική ιστορία του Πολωνοεβραίου Χάρι Χαφτ, ενός ανθρώπου που κατόρθωσε να επιζήσει ύστερα από τέσσερα χρόνια κράτησης σε στρατόπεδα συγκέντρωσης λόγω του ταλέντου του στην πυγμαχία. Ο Χαφτ ήταν ένας από τους πολλούς Εβραίους που οι Γερμανοί έβαζαν να αγωνίζονται μέχρι θανάτου για να διασκεδάζουν και να στοιχηματίζουν. Επέζησε, και μετά τον πόλεμο μετανάστευσε στις ΗΠΑ, όπου και επιδίωξε μια νέα καριέρα, αν και πάντα κουβαλούσε τις ενοχές αυτής της επιβίωσης. Και το σχετικό link...
  4. Στα στοιχεία της έκδοσης πρέπει να διορθωθεί το Tyrner σε Turner...
  5. Η σειρά "Das Boot" αρχίζει να προβάλλεται το Σάββατο 12/10 από την ΕΡΤ2 στις 22:00, ενώ θα είναι διαθέσιμη κι απ' το webtv της ΕΡΤ για 2 βδομάδες...
  6. Έχει βγει και 2ο τεύχος...
  7. Απόσπασμα από άρθρο της Εύας Παπαδοπούλου στην ιστοσελίδα efsyn.gr στις 4/10/2019. Το «Μπάτμαν» γιορτάζει τα 30 χρόνια και τα 36... αυτόφωρα! Υπάρχουν κάποια μαγαζιά που ξέρεις ότι θα είναι πάντα εκεί για να μας συντροφεύουν όταν όλη η πόλη κοιμάται. Κι όταν πέφτει η νύχτα, αν περάσεις από την οδό Βρεσθένη, θα το δεις να λάμπει στο σκοτάδι. Ο Μπάτμαν, κατά κόσμον Γιώργος Νάσιος, είναι γέννημα-θρέμμα Αθηναίος από τα Πετράλωνα. Αν δεν ήταν ο ιδιοκτήτης ενός από τα πιο γνωστά και παλιά «αφτεράδικα» της Αθήνας, ίσως να ήταν τραγουδιστής. Ή ψαράς. Έχει περάσει από την Πάτρα ως φοιτητής και χρωστάει μόνο Στατιστική Επιχειρήσεων. Αυτά είναι κάποια από τα γεγονότα της ζωής του που μοιράστηκε μαζί μας, όταν μας υποδέχτηκε, μαζί με την κόρη του, την «Αθηνά του», στο μαγαζί που προσελκύει τριάντα χρόνια τώρα τους θιασώτες της νύχτας. «Είμαι λάτρης και συλλέκτης κόμικς και πάντα αγαπούσα τον Μπάτμαν. Πάντα έλεγα "μένουμε ανοιχτοί για να προσέχουμε την πόλη από την κακή μουσική". Το 1989, όταν ανοίξαμε, βγήκε και η πρώτη ταινία του Μπάτμαν. Για αυτό και δεν έχουμε πινακίδα. Λέγαμε “Μπάτμαν” και ήξεραν πού να έρθουν. Και κάπως έτσι μου κόλλησαν το υποκοριστικό. Έλεγαν: “Αυτός δεν κοιμάται ποτέ, νυχτερίδα είναι”». Και το σχετικό link... Κι ένα απόσπασμα από άρθρο του Γιάννη Σταυρουλάκη στην ιστοσελίδα gazzetta.gr στις 5/10/2019. Ο Μπάτμαν χρωστάει ακόμα τα Λούκυ Λουκ στον Ντέμη! Πως ζήσατε την επιστροφή του Ντέμη στη Ριζούπολη για πρώτη φορά κόντρα στον Απόλλωνα; «Τον αγαπούσα τον Ντέμη. Θυμάμαι πως όταν πήγε στην ΑΕΚ είχε γίνει ένα φιλικό, νομίζω με τον Πανιώνιο. Είχα πάει να τον δω μαζί με τον Ψαριανό κι επειδή λάτρευε τα Λούκυ Λουκ, του έταξα κάποια τεύχη των 60s. Ξέρεις, τα πρώτα του 1968, όπου ο Λούκυ Λουκ κάπνιζε τσιγάρο, δεν είχε στάχυ στο στόμα. Τελικά, δεν του τα πήγα ποτέ… Έπειτα τον είχα βρει ένα βράδυ στην Ομόνοια, ήταν η βραδιά που η ΑΕΚ είχε κερδίσει τον Ολυμπιακό με 1-0, με γκολ του Ντέμη! Είχε κατέβει, λοιπόν στην Ομόνοια τα μεσάνυχτα για να πάρει τις εφημερίδες. Του έδωσα μια να μου υπογράψει και του… απολογήθηκα. "Δεν σου έχω φέρει ακόμα τα Λούκυ Λουκ"! Γέλασε και μου είπε "δεν πειράζει, όποτε το θυμηθείς"». Και το σχετικό link...
  8. Με αφορμή την έκθεση «Και διηγώντας τα να γελάς» του γελοιογράφου της «Καθημερινής» Δημήτρη Χατζόπουλου στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη, ο Ανδρέας Πετρουλάκης γράφει για τον συνάδελφό του. Έργο του Δημήτρη Χαντζόπουλου ζωγραφισμένο αποκλειστικά για το σημερινό εξώφυλλο της Athens Voice Ο Δημήτρης Χαντζόπουλος ανήκει στην κατηγορία «σταυρόλεξο για πολύ απαιτητικούς». Ίσως ο πιο δύσκολος από όλους μας, εννοώ είναι ο γελοιογράφος που απαιτεί τη μεγαλύτερη εγρήγορση και συμμετοχή του αναγνώστη στα σκίτσα του. Αν τον ρωτήσεις σου λέει ότι δεν πρέπει να υποτιμάμε τον αναγνώστη, ότι πρέπει να εμπιστευόμαστε το κριτήριο και την παιδεία του. Για αυτό ο ίδιος παίρνει καθημερινά ρίσκα. Η γελοιογραφία από τη φύση της έχει ούτως ή άλλως θεμελιώδες συστατικό το ρίσκο – η διαρκής αναζήτηση της πρωτοτυπίας και του χιούμορ εμπεριέχει πάντα το ρίσκο να βρεθούν τα ανθρωπάκια σου στο κενό. Αλλά εκείνος αυτή την επισφάλεια την πολλαπλασιάζει διότι θεωρεί εκ προοιμίου ότι ο αναγνώστης του έχει γερές γνώσεις εγκυκλοπαιδικές, εικαστικών τεχνών, σινεμά, ιστορίας κ.λ.π. και μπορεί να συνομιλήσει μαζί του με δύσκολες κοινές αναγωγές. Οι αναφορές των υπολοίπων από εμάς συνήθως είναι πιο κοινής λήψεως, πιο ποπ, ο φόβος μας μήπως δεν μας καταλάβουν οι αναγνώστες είναι μεγαλύτερος από του Χαντζόπουλου. Έχει και άλλη πρωτοτυπία ο Δημήτρης Χαντζόπουλος. Είναι ο γελοιογράφος των δύο εποχών. Όλοι οι υπόλοιποι είχαμε μια γραμμική πορεία εξέλιξης και βαθμιαίας ωρίμασης μέχρι να φτάσουμε στο, ας πούμε, οριστικό προσωπικό του ύφος ο καθένας. Ο Χαντζόπουλος έκανε το ίδιο πράγμα δύo φορές, έχοντας δημιουργήσει δύο εποχές καριέρας, σαφώς διακριτές μεταξύ τους, που αν δεν υπήρχε η κοινή χαρακτηριστική γραμματοσειρά και το αναγνωρίσιμο δαιμόνιο χιούμορ θα νόμιζες ότι αφορούν δύο διαφορετικούς δημιουργούς. Και αυτό ήταν μάλλον το μεγαλύτερο ρίσκο που πήρε. Εγκατέλειψε το πενάκι μετά από περίπου είκοσι χρόνια διαδρομής που τον είχε κατατάξει μεταξύ των κορυφαίων και μπήκε πρώτος στην ηλεκτρονική εποχή και μάλιστα ολοκληρωτικά, αναζητώντας ένα νέο ύφος, τεχνοτροπία ακόμα και φιλοσοφία γελοιογραφίας την οποία με τόλμη και αυτοπεποίθηση καθιέρωσε. Για παράδειγμα, ανέτρεψε τον θεμελιώδη κανόνα του σκίτσου, της οριακής οικονομίας των λέξεων – ο Χαντζόπουλος παρατάσσει γενναιόδωρα διαλόγους με προτάσεις που άλλοι δεν θα έκριναν απαραίτητες για τη λειτουργία του σκίτσου αλλά εκείνος θεωρεί σημαντικότερο το κλίμα από τον ρυθμό. Σχηματικά θα έλεγα ότι ενώ οι υπόλοιποι προσπαθούμε να μαγνητίσουμε ακαριαία το βλέμμα του αναγνώστη και μετά να τον κερδίσουμε, εκείνος του ζητά εξ αρχής χρόνο και προσοχή. Αν θέλει - αν δεν θέλει, πάλι καλώς, τα δικά του σκίτσα πάντως δεν τα παραχωρεί σε όρους ταχύτητας. Κλείνοντας μια πολιτική περίοδο της χώρας και πριν αρχίσει η επόμενη, ο γελοιογράφος της «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ» Δημήτρης Χαντζόπουλος παρουσιάζει μια επιλεγμένη σειρά πολιτικών γελοιογραφιών με καυστικό χιούμορ από τα πολιτικά και τα κοινωνικά γεγονότα που στιγμάτισαν την κρίση και τα μνημόνια της τετραετίας που πέρασε. Με έμφαση πάντα στην εικαστική διάσταση των σκίτσων του, η έκθεση στην γκαλερί Ζουμπουλάκη έχει άμεσες αναφορές και στο ζωγραφικό έργο του καλλιτέχνη-γελοιογράφου· τα σκίτσα λειτουργούν θαυμάσια σαν αυτόνομα έργα μικρών διαστάσεων. Με αυτό το σκεπτικό, παράλληλα με την έκθεση, θα παρουσιαστεί και το πρόσφατο Graphic Novel «Η Πάπισσα Ιωάννα» του Εμμ. Ροΐδη (έκδοση The Athens Review of Books) και ένα σχετικό video για το πάντα επίκαιρο έργο στο πέρασμα του χρόνου και των καιρών. Οι γελοιογραφίες εκδίδονται σε περιορισμένη έκδοση (1/6 έως 6/6), υπογεγραμμένες από τον καλλιτέχνη, σε ψηφιακή εκτύπωση Giclée από την Graphicon. Info: Εγκαίνια 3/10 στις 20.00, διάρκεια έκθεσης έως 12/10. Zoumboulakis Galleries, πλ. Κολωνακίου 20, 2103608278. Δείτε περισσότερες πληροφορίες για την έκθεση εδώ. O Δημήτρης Χαντζόπουλος γεννήθηκε το 1956 στην Πάτρα. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κινούμενα σχέδια στο Emily Carr University of Art +Design στο Βανκούβερ του Καναδά. Εργάζεται ως σκιτσογράφος στην εφημερίδα «Καθημερινή». Στις Εκδόσεις Άγρα κυκλοφορούν τα βιβλία του: «Αι Αγαπώσαι» (1991), «Αχ, και να ’ξερες τι μου θύμισες» (1991), «Εις Άγραν Ρεθύμνου» (1999), «Στο Τούνελ - Σκίτσα 2010-2013» και το graphic novel «Πάπισσα Ιωάννα» από τις εκδόσεις «Τhe Athens Review of Books». Το σημερινό μας εξώφυλλο το σχεδίασε αποκλειστικά για την Α.V. με αφορμή την έκθεσή του στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη. Και το σχετικό link...
  9. Το νο 329. Προστέθηκε στη βάση δεδομένων
  10. Η σειρά Phat Comicz με το αστείρευτο χιούμορ της τον έκανε γνωστό στον κόσμο των κόμικς. Τα τελευταία χρόνια κάνει πολύ επιτυχημένες παραστάσεις ως stand up κωμικός. Και τώρα διοργανώνει το πρώτο μεγάλο Con των κόμικς στο Ηράκλειο της Κρήτης. Πώς τα καταφέρνει όλα αυτά ταυτόχρονα ο Βαγγέλης Χατζηδάκης; Ας ξεκινήσουμε από το πιο άμεσο. Σήμερα και αύριο θα πραγματοποιηθεί το πρώτο Con στο Ηράκλειο. Τι αναμένεται να παρουσιαστεί; Θα διαφοροποιείται σε κάτι από τα μεγάλα Con της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης; Το κύριο μέλημά μου γι' αυτή τη διοργάνωση είναι όσοι μας τιμήσουν με την παρουσία τους να φύγουν ευχαριστημένοι. Και δεν αναφέρομαι μόνο στους επισκέπτες, αλλά και στους εκθέτες και καλλιτέχνες που θα συμμετάσχουν. Αυτή η φετινή πρώτη διοργάνωση θα είναι στην ουσία μια γνωριμία του κοινού του Ηρακλείου με μια τέχνη και μια κουλτούρα που ναι μεν όλοι λίγο-πολύ γνωρίζουν, αλλά κατά πάσα πιθανότητα δεν ξέρουν πόσο αναπτυγμένη είναι πλέον στον ελλαδικό χώρο. Πιστεύω πως η μεγάλη διαφορά του δικού μας Con σε σχέση με τα μεγάλα Αθήνας και Θεσσαλονίκης θα είναι ο χαρακτήρας του, καθώς θα είναι πιο «οικογενειακό» το κλίμα. Η σειρά Phat Comicz ξεκίνησε να δημοσιεύεται το 2016 στην ηλεκτρονική πλατφόρμα socomic.gr και έχει συγκεντρωθεί ως τώρα σε δύο τόμους από την Jemma Press και έναν από την Phat Entertainment Όσοι γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα της ελληνικής σκηνής των κόμικς, ξέρουν πως αυτό το Con ήταν μια παλιά, μεγάλη σου φιλοδοξία. Τώρα το υλοποίησες. Πώς αποφάσισες να εμπλακείς ως οργανωτής σε μια τέτοια διαδικασία; Τα άτομα της γενιάς μου εδώ στο Ηράκλειο μεγαλώσαμε βλέποντας τα διάφορα φεστιβάλ και διοργανώσεις στην υπόλοιπη Ελλάδα και πάντα παραπονιόμασταν ότι «δεν γίνονται τέτοια πράγματα εδώ». Τώρα πλέον είμαστε στην ηλικία που, αφού δεν γίνονται, θα τα κάνουμε εμείς! Για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν είχα στο μυαλό μου πως θα έκανα κάτι τέτοιο, τουλάχιστον όχι τόσο άμεσα. Αλλά από το 2016 που συμμετείχα στο πρώτο Con ως καλλιτέχνης, ήταν πάρα πολλοί αυτοί που με ρωτούσαν πότε θα αναλάβω να κάνω κάτι τέτοιο στην Κρήτη. Και το εντυπωσιακό ήταν πως αντί να με ρωτήσουν μια φορά και να ξεχαστεί, κάθε φορά με ρωτούσαν όλο και περισσότεροι. Έχοντας πλέον πάει σε 10 Con, πιστεύω πως έχω μια εικόνα του τι χρειάζεται για να υλοποιηθεί ένα τέτοιο πρότζεκτ. Επίσης, πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξε και η παρουσία της Διονυσίας Δεδούση στο Ηράκλειο, η οποία συμμετέχει σε πάρα πολλά φεστιβάλ εδώ και 10 χρόνια - η βοήθεια και οι γνώσεις της για μια τέτοια οργάνωση είναι υπερπολύτιμες. Πιστεύεις πως η Κρήτη μπορεί να «σηκώσει» ένα τέτοιο γεγονός; Θα ανταποκριθεί το κοινό; Και πόσο πιθανό είναι το παράδειγμα του Ηρακλείου να μιμηθούν και άλλες πόλεις; Η ελληνική πραγματικότητα επιτρέπει να διοργανώνονται μεγάλα φεστιβάλ σε πόλεις μακριά από το κέντρο; Η Κρήτη συγκεκριμένα μπορεί να σηκώσει οποιοδήποτε γεγονός και το λέω έχοντας πλήρη επίγνωση. Έχει αποδειχθεί πολλές φορές άλλωστε πως αν συστήσεις με σωστό τρόπο κάτι νέο, είμαστε πολύ δεκτικοί άνθρωποι. Δυστυχώς, και το λέω με μεγάλη μου λύπη, πολλοί Ελλαδίτες -και δικαιολογημένα ως έναν βαθμό- έχουν μια εσφαλμένη εικόνα για τους Κρητικούς. Και γι' αυτό φταίνε οι πολλές αρνητικές ειδήσεις που βγαίνουν από το νησί. Αλλά δεν είμαστε όλοι εδώ αγράμματοι με μαύρα πουκάμισα και διπλοκάμπινα αγροτικά που κουβαλάμε όπλα και σκοτώνουμε ζώα. Αυτές είναι οι εξαιρέσεις. Είμαι σίγουρος πως το κοινό θα ανταποκριθεί. Ευτυχώς είμαστε πλέον σε μια εποχή που η κουλτούρα των κόμικς έχει «απενοχοποιηθεί» σε βαθμό που είναι πλέον οριακά mainstream, θα έλεγε κανείς, ενώ πριν από λίγα χρόνια, ήταν μάλλον κοινή πεποίθηση ότι τα κόμικς απευθύνονταν σε ελάχιστους, όχι και τόσο νορμάλ τύπους. Έχουν, άλλωστε, ήδη γίνει παρεμφερή φεστιβάλ στη Δράμα και στη Λάρισα, ενώ μόλις τέλειωσε και το Chaniartoon Festival, που έγινε για τρίτη χρονιά εδώ δίπλα, στα Χανιά. Ελπίζω να έχουμε μεγάλη επιτυχία και να γίνουμε οδηγός και για άλλους να πάρουν το ρίσκο και να το επιχειρήσουν και σε άλλα μέρη. Από τις άλλες δύο βασικές σου ιδιότητες ποια προτιμάς; Να το θέσω αλλιώς: πώς συστήνεσαι, ως δημιουργός κόμικς ή ως stand up κωμικός; Εξαρτάται σε ποιον συστήνομαι! Σε κάθε περίπτωση, είμαι απλά ο Βαγγέλης. Αν και για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, λόγω και της πολύ ανοδικής τάσης του stand up comedy στην Ελλάδα αυτή την εποχή, προτιμώ να συστήνομαι ως κωμικός. Είναι πολύ πιο εύκολο, γιατί ο συνομιλητής καταλαβαίνει άμεσα τι εννοώ. Αν πω «δημιουργός κόμικς», θα πρέπει για τα επόμενα πέντε λεπτά να εξηγήσω ότι δεν ξέρω τον Σταν Λι προσωπικά, να ακούσω μια ιστορία του συνομιλητή μου ότι παλιά διάβαζε Ποπάυ και, τέλος, να του πω πως όχι, δεν μπορώ να τον ζωγραφίσω. Τι ξεκίνησε πρώτο, τα κόμικς ή οι παραστάσεις; Τα κόμικς, ξεκάθαρα. Απλά αυτά μου έδειξαν πως το χιούμορ μου ίσως να είναι πιο αποδεκτό από το κοινό και δεν απευθύνεται απλά σε δέκα φίλους όπως αρχικά νόμιζα. Συνέπεσε χρονικά και η άνοδος του stand up στην Ελλάδα και αποφάσισα πως οι συγκυρίες ήταν ιδανικές για να δοκιμάσω να εκτεθώ και ως άτομο πάνω στη σκηνή. Τα κόμικς σου είναι κατ’ αποκλειστικότητα χιουμοριστικά και σουρεαλιστικά. Γιατί επιμένεις σε αυτό το είδος; Έχεις ποτέ δοκιμάσει κάτι διαφορετικό ή θα ήθελες στο μέλλον να το δοκιμάσεις; Γι' αυτό λατρεύω τα κόμικς, γιατί μπορείς να δημιουργήσεις κόσμους και καταστάσεις που ποτέ δεν θα υπήρχαν υπό κανονικές συνθήκες. Αν ήθελα να παρουσιάσω κάτι πιο απλό και καθημερινό, κατά πάσα πιθανότητα θα είχα ασχοληθεί με τη σκηνοθεσία. Επίσης, πιστεύω πως ξέρω τις δυνατότητές μου και τα όριά μου. Αυτό ξέρω να κάνω, εκεί θα εστιάσω. Τα πιο προσγειωμένα και ρεαλιστικά τα αφήνω στους αντίστοιχους συναδέλφους, που είναι εξαιρετικοί στη δουλειά τους. Κατά καιρούς έχω κάνει κάποιες συνεργασίες με τη Διονυσία Δεδούση, αλλά όσο και αν προσπάθησα, τον σουρεαλισμό δεν τον απέφυγα. Πρώτα φεύγει η ψυχή και μετά το χούι. Βασίζεσαι κυρίως σε λογοπαίγνια, παραλλαγμένες φράσεις και παροιμίες, λεκτικές ακροβασίες κ.λ.π. Πιστεύεις πως ο λόγος είναι το βασικό συστατικό των κόμικς; Ξεκάθαρα ναι. Με κάθε σεβασμό σε συναδέλφους, όσο υπέροχα κι αν είναι τα σκίτσα, αν το σενάριο δεν έχει ενδιαφέρον και δεν κερδίσει τον αναγνώστη, είναι απλά ένα μάτσο όμορφες εικόνες χωρίς ουσιαστικό λόγο ύπαρξης. Τα κόμικς άλλωστε είναι εξιστόρηση, αυτό είναι όλο το νόημα. Ωραίες εικόνες βρίσκει κανείς και σε γκαλερί και μουσεία. Εσύ όπως και άλλοι επιτυχημένοι σύγχρονοι δημιουργοί δέχεστε συχνά την κριτική ότι βάζετε σε δεύτερη μοίρα τη σχεδιαστική διάσταση των ιστοριών σας. Είναι τόσο δυνατό το κείμενο που να αντισταθμίζει αυτή τη φαινομενική «αδυναμία» ή το σχέδιο που συνοδεύει τα κείμενά σας αρκεί για να υπηρετεί τα σενάρια; Ψέματα δεν θα πω, αυτό μπορώ, αυτό κάνω! Άλλωστε, ποτέ δεν θα πω σε κάποιον ότι είμαι «σκιτσογράφος». Αρχικά, εγώ απλά ήθελα να πω κάποια αστεία, να κάνω τον κόσμο να γελάσει. Απλά, αντί να γράψω «κάθονται δυο φίλοι και λέει ο ένας στον άλλον καλημέρα» προτίμησα να ζωγραφίσω δύο κύκλους και να λέει ο ένας «καλημέρα». Τόσο απλά. Είχα βέβαια και τη σιγουριά του «Cyanide and Happiness», από το οποίο εμπνεύστηκα για τα «Phat Comicz». Μια σειρά με οριακά υποφερτό σχέδιο, αλλά με τρομερούς διαλόγους και καταστάσεις που εδώ και περισσότερα από 10 χρόνια είναι τεράστια επιτυχία παγκοσμίως. Και δεν δέχομαι τον όρο «αδυναμία». Αν ο αναγνώστης διαβάσει το κόμικς σου και δεν έχει καμία ερώτηση, τότε η δουλειά έχει γίνει ακριβώς όπως έπρεπε. Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με την κωμωδία και να εκθέσεις έτσι τον εαυτό σου στο κοινό; Υπάρχει μια φήμη ότι οι δημιουργοί κόμικς είστε σχετικώς κλειστοί και εσωστρεφείς τύποι… Ακριβώς όπως το είπες, φήμη. Δεν ξέρω από πού πηγάζει αυτό, αλλά τα παραδείγματα που το αναιρούν είναι πολλά. Το «Comedics» και το «Πρωινό Εσπρεζάκι» τα γράφουν ο Διονύσης Ατζαράκης και ο Αριστοτέλης Ρήγας αντίστοιχα, δύο από τους πιο επιτυχημένους κωμικούς της Ελλάδας. Ο Αντώνης Βαβαγιάννης παίζει μουσική με τους Empty Frame. Ο Θανάσης Πετρόπουλος είναι ηθοποιός. Ο Γιάννης Ρουμπούλιας έκανε παραγωγή και πρωταγωνίστησε σε μια ταινία πολύ μεγάλη για τα ελληνικά δεδομένα. Και αυτά είναι μόνο μερικά παραδείγματα που μου ήρθαν τώρα. Το στερεότυπο του μοναχικού, παράξενου τύπου που σχεδιάζει σε ένα υπόγειο υπό το φως μια λάμπας που τρεμοπαίζει δεν ισχύει πλέον, αν όντως ίσχυε ποτέ. Πώς συνδυάζεις τις δύο αυτές ιδιότητες; Τι κοινά σημεία παρατηρείς μεταξύ τους; Το μόνο που με νοιάζει είναι να κάνω τον κόσμο να γελάει και δεν με νοιάζει αν αυτό θα γίνει επειδή διάβασε ένα κόμικς μου, είδε μια παράσταση ή απλά κάτσαμε μαζί σε μια παρέα και είπα δυο αστεία. Το παράδοξο είναι ότι τα κόμικς μου με τα κείμενα που παίζω δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Άλλου είδους χιούμορ είναι το καθένα. Δεν μπορείς να «απαγγείλεις» κόμικς, δεν μπορείς να σκιτσάρεις stand up comedy, τουλάχιστον όχι χωρίς τις απαραίτητες αλλαγές. Επίσης, μου αρέσει αυτή η διαφορετικότητα των δύο ιδιοτήτων. Αφ' ενός δουλεύω το καθένα ξεχωριστά και με άλλη όρεξη, αφ' ετέρου το κοινό δεν ξέρει τι να περιμένει σε κάθε περίπτωση. Και η έκπληξη είναι η πεμπτουσία του γέλιου. Και το σχετικό link...
  11. Το νο 99. Μεταφέρθηκε στη βάση δεδομένων
×
×
  • Create New...

Important Information

By using this site, you agree to our Terms of Use.